Τρίτη, 5 Απριλίου 1988

Το κήρυγμα της Μεγάλης Τρίτης 1988

32 γ
Μεγ.ΤΡΙΤΗ 1988.

Το 1933 συνέβη κάποιο γεγονός μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα, το οποίον διηγείτο ο παπα-Κυριάκος στα χωριά, στα χρόνια της Κατοχής υπό των Βουλγάρων, ’41-’44, προς Ευαγγελισμόν των κατατρεγμένων Ελλήνων, για τα θαύματα της πίστεως, για τη δύναμη της πίστεως.
Μας έλεγε λοιπόν για μια απλή χριστιανή μέσα στην πόλη, που την έλεγαν Κασσιανή, που ήταν όμως μορφωμένη για την εποχή της, και κατήγετο από τα μέρη του Πόντου ή της Γεωργίας – δεν θυμάμαι καλά.
Το 1932 λοιπόν, το Σάββατο του Λαζάρου αρρώστησε και έτσι δεν μπόρεσε να πάει όλη την Μεγάλη Εβδομάδα στην εκκλησία. Από το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων, συνεχώς ψέλλιζε, σιγομουρμούριζε, έψελνε, το «ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός», ή «τον νυμφώνα σου βλέπω, Σωτήρ μου κεκοσμημένον», αλλά συνέχεια όμως έλεγε και κάτι που για πρώτη φορά το άκουγαν οι δικοί της, και που έκανε εντύπωση τότε για μας, και τους μικρούς και τους μεγάλους, εκείνης της εποχής.
- «Νυμφίε μου, Ιησού μου, γλυκειά μου αγάπη».
Πέρασαν οι ημέρες και έρχεται η Μεγάλη Παρασκευή. Εκείνη στο κρεβάτι με πυρετό. Το πρωί κτυπούν οι καμπάνες, αργά, πένθιμα, και αρχίζουν οι Ώρες, ύστερα ο Εσπερινός, μετά η Αποκαθήλωσις. Και κείνη προσεύχεται μέσα στον πυρετό, με την συντροφιά δύο ανθρώπων του σπιτιού της.
- «Γλυκύτατέ μου Ιησού, γλυκύτατέ μου Νυμφίε. Συ που και για μένα, αποκλειστικά μόνον για μένα σταυρώθηκες, κάνε μου μια χάρη αν θέλεις και αν πρέπει. Να μου φορέσεις στο κεφάλι το ακάνθινο στεφάνι Σου! Και να πονέσω, και να ματώσω τόσο, όσο μπορώ και όσο αντέχω σαν άνθρωπος, σαν γυναίκα. Περιμένω Κύριε,.. περιμένω,.. περιμένω. »

Διόρθωση Φεβρουαρίου 2011

Και έπεσε σε ένα είδος παραληρήματος και όχι εκστάσεως, όπως κακώς ελέχθη αργότερα. Αυτά συνέβησαν το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, καθ’ ον χρόνον απουσίαζαν όλοι οι συγγενείς της από το σπίτι για την ακολουθία του Επιταφίου.
Φαίνεται πως η άρρωστη Κασσιανή, από κάποια απότομη κίνηση, έπεσε απ’ το κρεβάτι και κτύπησε στο μέτωπο και στο δεξιό κρόταφο από όπου έτρεξε και λίγο αίμα.
Αυτό το γεγονός παραποιήθηκε μέσα από φαντασιώσεις και δυστυχώς κατά τρόπον όχι Ορθόδοξον.
Στη συνέχεια παρασύρθηκε και ο ιερεύς εξομολόγος, και παραποιούμενα, μου τα διηγήθηκε.
Και γω παρασυρόμενος τότε από αδιάκριτο θαυμασμό και πιστεύοντας στον εν λόγω αδελφό ιερέα, το έκαμα κήρυγμα το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης του 1988.
Ύστερα όμως από έρευνα και συζητήσεις με διακριτικούς Αγιορείτες γέροντες, διεπιστώθη η πλάνη στην όλη ιστορία.
Έτσι προβαίνω σήμερα, τον Φεβρουάριο του 2011, στην αποκατάσταση της αλήθειας.

Στα έκτακτα χαρίσματα, χριστιανοί μου, θεοπτίας ή εκστάσεως, η Εκκλησία μας στέκεται επιφυλακτική και κείνο που ζητά από μας, είναι να εκλιπαρούμε μόνο για τη σωτηρία μας.
Σαν την εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, ας ζητήσουμε και μείς σήμερα, να λαμπρυνθεί η λερωμένη στολή της ψυχής μας, με τα δάκρυα της μετανοίας, και να αξιωθούμε με αυτά τα δάκρυα να πλύνουμε μέσα από το πετραχήλι του πνευματικού, τα πανάχραντα πόδια του Κυρίου.
Και έτσι λαμπροφορεμένοι και ουρανοφόροι, να μπούμε στην Βασιλεία των Ουρανών, για να γιορτάσουμε εκεί αληθινά το αιώνιο και αβασίλευτο Πάσχα.

Αμήν.