Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 1991

03 Τά περί υπάρξεως τού ενός καί μόνου αληθινού Θεού



Μωυσής

Είπε ο Θεός εις τον προφήτην Μωυσήν που ζήτησε να δεί τον Θεόν, στην Εξοδο 33 Κεφάλαιο :
- Ου δυνήσει ιδείν το πρόσωπον μου. Ου γαρ μη ίδει άνθρωπος το πρόσωπον μου και ζήσεται.
Κι όμως η επαφή που είχε ο Μωυσής με τον Θεόν πάνω στο όρος Σινά, όποια κι αν ήταν αυτή, ακατάληπτη και άγνωστη για τα δικά μας μυαλά, όταν εισήλθε εις τον γνώφον του Θεού, τόσο πολύ έλαμψε το πρόσωπο του, ώστε όταν κατέβηκε από το όρος, όπως μας διηγείται η Αγία Γραφή, κανένας δεν μπορούσε να δει το πρόσωπον από τη λάμψη που είχε ο Μωυσής. Κι όλοι έπεσαν κάτω.
Θεόν ουδείς των ανθρώπων εώρακε πώποτε.


Ωριγένης

Κάποτε ήθελε να προσεγγίσει το άπειρον αυτό μυστήριον του Θεού ο Ωριγένης, ο χαλκέντιος αυτός που ως προς τη χριστιανική διδασκαλία έπεσε έξω. Και δεν μπορούσε να καταλάβει αυτό που έλεγαν οι Γραφές πώς ο Θεός έγινε άνθρωπος και ενώ ήταν άνθρωπος ήταν και τέλειος συγχρόνως Θεός, πώς ήτο δυνατόν να είναι ο Θεός εν Τάφω σωματικώς, εις τον άδη μετά της ψυχής του ανθρώπου και
εις τον ουράνιον Θρόνον μετά του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος και πώς τα Τρία είναι Ενα.
Και προσπαθούσε, προσπαθούσε με πολλούς τρόπους να το καταλάβει και δεν μπορούσε.
Μέρες, μήνες, νύχτες, εβδομάδες ίσως και χρόνια. Και κάποτε λέει περπατούσε σε μια ακρογυαλιά και είδε ένα παιδάκι και είχε ανοίξει έναν λάκκο στην αμμουδιά και έπαιρνε με ένα κουβαδάκι μικρό νερό από τη θάλασσα και το άδειαζε μέσα εκεί, στη λακουβίτσα τη μικρή που είχε κάνει. Εχυνε το νερό μέσα, έτρεχε στη θάλασσα, ξαναέπαιρνε νερό, ξαναγέμιζε τη γούβα, αυτό χανόταν βέβαια, ξανά αυτήν τη δουλειά, δεν γινόταν τίποτε.
Το παρακολούθησε έτσι αρκετή ώρα χαζεύοντας και του λέει:
- Μα τι κάνεις εδώ αγοράκι μου. Τι κάνεις;
- Προσπαθώ να αδειάσω τη θάλασσα μέσα σε αυτήν τη λακουβίτσα.
- Μα αδειάζει, λέει, όλη αυτή η θάλασσα μέσα σε αυτήν τη λακούβα; Δεν βλέπεις πόσο πολύ μεγάλη, λέει, είναι αγοράκι μου;
- Το άπειρον του Θεού, απάντησε ο μικρός, μπορεί να χωρέσει στο τόσο μυαλουδάκι σου; Οπως δεν χωράει η θάλασσα μέσα σε μια λακουβίτσα έτσι δεν χωράει και το άπειρον του Θεού στο μικρό πεπερασμένο μυαλό το ανθρώπου.
Η ίδια ιστορία αναφέρεται και για τον Ιερό Αυγουστίνο.

Ιέρων

Κάποτε ένας σοφός, στις Συρακούσες, γνωστός αυτός τον φώναξε ο βασιλεύς της Περσίας και του είπε:
- Θέλω να μου πεις τι είναι Θεός.
Λέει:
- Δός μου μια μέρα προθεσμία. Θα σου απαντήσω αύριο.
Πάει την άλλη μέρα. Λέει:
- Βασιλιά, δε μου δίνεις άλλες δυό;
- Ευχαρίστως, λέει.
Περάσαν δύο μέρες, ξαναπάει.
- Βασιλιά, δε μου δίνεις άλλες τρεις;
- Ευχαρίστως.
Περνάνε και οι άλλες τρεις ημέρες. Ξαναπάει.
- Μου δίνεις, άρχοντα μου, άλλες τρεις;
- Πάρε και άλλες τρεις και άλλες τρεις...
Πέρασε ένας μήνας, δύο, βαρέθηκε ο βασιλιάς.
- Ε, λέει. Τι θα γίνει με σένα; Πόση προθεσμία θέλεις ακόμα για να μου πεις τι είναι Θεός;
- Οσο πιο πολύ το μελετάω, τόσο σε μεγαλύτερο αδιέξοδο βρίσκομαι. Δεν μπορώ να σου πω τι είναι Θεός όσες προθεσμίες κι αν μου δώσεις.
Επομένως, λοιπόν, δεν μπορεί κανένας να ερευνήσει το βάθος του Αγίου Θεού. Οσο περισσότερο σκέπτομαι τί είναι Θεός, τόσο και πιο σκοτεινό μου φαίνεται το ζήτημα, τόσο πιο δύσκολη η απάντησις, απάντησε ο Ιέρων. Ετσι λεγόταν αυτός ο σοφός στις Συρακούσες.

Χαγιά Γιαχβέ

Ο Θεός είναι άρρητος βέβαια, ανεκδιήγητος και απερίγραπτος αλλά οι Πατέρες μας λέγουν ότι είναι ακατονόμαστος ή ανονόμαστος ή ανώνυμος. Ο Θεός δεν έχει όνομα. Οταν ο Μωυσής τον ρώτησε στη
φλεγομένη βάτο εκεί :
- Ποιος είσαι; Ποιο είναι το όνομά σου;
ο Θεός απάντησε:
- Εγώ ειμί ο Ων, ο υπάρχων, ο πάντοτε υπάρχων. Εγώ ειμί ο Ων.
Επειδή όμως η Παλαιά Διαθήκη ήταν γραμμένη στα εβραϊκά και μεταφράστηκε ελληνικά οι εβδομήκοντα Αλεξανδρινοί Πατέρες που μετέφρασαν την Παλαιά Διαθήκη από τα εβραικά στα ελληνικά τη φράση αυτήν την εβραική την είπαν ο Ων. Αντίστοιχη αυτής της λέξεως εβραικά υπάρχει η λέξις Γιαχβέ. Την λέξη αυτήν την εξελληνίσαμε, την κάναμε δηλαδή πιο ελληνική και έγινε Ιεχωβάς. Γιαχβέ, είπαμε και στους άνδρες την προηγούμενη φορά το λέμε και στις γυναίκες είναι μετοχή του ρήματος Χαγιά, του εβραικού ρήματος Χαγιά, μετοχή. Το Ων είναι μετοχή του ρήματος Ειμί, του βοηθητικού ρήματος Ειμί. Μετοχή του Ειμί ο Ων. Μετοχή του εβραικού ρήματος Χαγιά Γιαχβέ. Δεν είναι όνομα. Εγώ ειμί ο Ων. Δίδει μια προσωνυμία ο Θεός στον εαυτόν του προφέροντας μια αλήθεια. Εγώ είμαι ο πάντοτε Υπάρχων. Το μπέρδεμα γίνεται εκεί όταν λέγει ο Μωυσής ότι όταν θα πάω στον Φαραώ και στους Αιγυπτίους για να τους πω να ελευθερώσει τους Εβραίους από την τυραννία κτλ. κι όταν με ρωτήσουν: Ποιος σε απέστειλε τι θα τους πεις; Θα πεις ο Ων με απέσταλκεν. Σε αυτό το Ων, που υπάρχει η λέξη Γιαχβέ, νομίζουν ότι είναι το όνομα του Θεού στην αρχή όταν Τον ρώτησε ποιο είναι το όνομά Σου.

Βασιλειάδα - Φλόγες

Ο Αγιος Γρηγόριος ο Νύσσης είναι αδελφός του Αγίου και Μεγάλου Βασιλείου και ο Μέγας Βασίλειος τον είχε εγκαταστήσει επίσκοπο σε μία επαρχία. Κάποτε ηθέλησε να πάει να ιδεί τον αδελφό του, τον Μέγα Βασίλειο - ποιος ξέρει τι ήθελαν να συζητήσουν - και πήγε βέβαια να τον συναντήσει στη Βασιλειάδα σε όλα εκείνα τα πολλά και ιερά ιδρύματα που είχε για την προστασία τόσων και τόσων ανθρώπων που είχαν ανάγκες πολλές. Πηγαίνοντας, ε, νύχτωσε, ήταν και καλοκαίρι κιόλας και ταξίδευε νύχτα για να έχει σχετική δροσιά. Είδε λοιπόν μέσα στη Βασιλειάδα φωτιά.
- Α, λέει, πήρε φωτιά η Βασιλειάδα και τάχυνε το βήμα του γρήγορα.
Αλλά ήταν μια φωτιά μεγάλη, έντονη, με λάμψη πολλή αλλά χωρίς καπνό. Φωτιά χωρίς καπνό γίνεται; Γίνεται καμμιά φορά. Γίνεται. Και έτσι λοιπόν όταν πλησίασε διαπίστωσε ότι αυτό που έβλεπε
ήταν μία φωτεινή στήλη πυρός, η οποία άρχιζε από κάτω και έφτανε μέχρι επάνω στον ουρανό. Και δεν ήταν φλόγες όπου έκαιγαν υλικά πράγματα, δηλαδή δεν εκαίγετο το νοσοκομείο ή το γηροκομείο ή το μαγειρείο, οτιδήποτε, ένα από τα πολλά που είχε ο Αγιος και Μέγας Βασίλειος εκεί στη Βασιλειάδα. Οχι, πρόσεξε, λοιπόν, ότι όλα αυτά έβγαιναν από το κελλάκι του αδελφού του, του Μεγάλου Βασιλείου, το οποίο ήταν περικυκλωμένο από φλόγες άκτιστες, σαν κι αυτές που είδε ο Μωυσής στη φλεγομένη βάτο αλλά μη καταφλεγομένη, ε; Και εδώ εκαίγετο το σπίτι χωρίς να καίγεται. Είχε φωτιά χωρίς να καίγεται. Φωτιά όμως πνευματική, φωτιά θεία, την οποίαν μπόρεσαν και είδαν τα μάτια του Αγίου Γρηγορίου, επισκόπου Νύσσης, γιατί εκεί ήταν επίσκοπος για αυτό και
ονομάζεται Νύσσης και έτσι είχε μια προσωπική εμπειρία και για το θείον πυρ που ανάβει όχι μόνο στις καρδιές αλλά περικυκλώνει και τον Αγιο κατά τη διάρκεια της προσευχής και μέσα στη θεία
λειτουργία, και όταν λειτουργεί. Είναι μεγάλα τα μυστήρια, αυτά τα οποία μας αποκαλύπτονται για τον Αγιο Βασίλειο, για τη λειτουργία του κτλ. και όλα αυτά μας τα φανέρωσε ο Αγιος Γρηγόριος ο Νύσσης.

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 1991

02 Τί είναι πίστις. Πίστις καί έργα



Στρατιώτες του Γεδεών - Φύλακες του Σολομώντα- Φρόνιμες παρθένες

Την εποχή που ζούσε ο Γεδεών υπήρχαν πολλοί εχθροί στο Ισραήλ. Πάρα πολλοί. Κάποιοι από αυτούς ονομάζονταν Μαδιανίτες. Για να καταστρέψει, λοιπόν, τη δύναμη αυτή των εχθρών ο Γεδεών πήρε 300 άνδρες που τους εξέλεξε ανάμεσα σε 10000 και έδωσε στον καθένα να κρατάει στο χέρι του, στο ένα χέρι, μια σάλπιγγα. Στο δεύτερο χέρι και πάνω στο ώμο να κρατάει μία πολύ μεγάλη στάμνα, όπου μέσα υπήρχε ένα αναμμένο δαδί. Οταν θα έδινε το σύνθημα οι στάμνες θα έπεφταν κάτω, θα έκαναν τρομαχτικό κρότο, αφού θα ήταν γύρω από το στρατόπεδο, αμέσως θα παρουσιάζονταν αναμμένες
οι λαμπάδες και όλες μαζί οι σάλπιγγες και οι 300 θα σάλπιζαν. Αυτό θα εδημιουργούσε πανικό και νίκη των ολίγων έναντι των πολλών. Και έτσι πράγματι έγινε. Οι σάλπιγγες σαλπίζουν, οι στάμνες σπάζουν και δημιουργούν τρομαχτικό κρότο και οι λαμπάδες φεγγοβολούν και ορμούν στο στρατόπεδο και το διαλύουν. Ησαν 300. Τι σχέση έχει αυτό με την πίστη; Θα το δούμε.

Μας αναφέρει και δεύτερο παράδειγμα ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Μας λέγει ότι εκείνοι οι οποίοι φύλασσαν την κλίνη, το κρεββάτι, του βασιλέως και σοφού Σολομώντος, ήσαν 60 αλλά ο καθένας από αυτούς έφερε στο πλευρό του και μία ρομφαία, ένα σπαθί.

Και τρίτο παράδειγμα μας λέει. 5 ήσαν οι φρόνιμες παρθένες, οι οποίες βγήκαν να προυπαντήσουν τον Κύριον και κάθε μια από αυτές τις φρόνιμες είχε και μια αναμμένη λαμπάδα.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; ρωτάει ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Και απαντάει: Πίσω από τις υδρίες, τις στάμνες, και τις σάλπιγγες κτλ., πίσω από τη ρομφαία του στρατιώτη και από την αναμμένη λαμπάδα της φρονίμου παρθένου δεν βρίσκεται τίποτε άλλο παρά η ατομική πίστις του καθενός χριστιανού άνευ της οποίας παραμένει η θύρα της Βασιλείας των Ουρανών κλειστή. Μόνος του ένας από τους στρατιώτες δεν θα έκανε αυτή τη δουλειά που έκαναν και οι 300 μαζί αλλά ο καθένας από αυτούς είχε και τη δική του ευθύνη μέσα στο σύνολο. Το ίδιο συνέβη και με τους 60. Μπορεί να ήσαν 60, μπορεί να είχαν όλοι σπαθιά αλλά ο καθένας είχε τη δική του ευθύνη για την καλή φυλακή και τήρηση του βασιλέως Σολομώντος. Ολες μαζί υποδέχθησαν, οι 5 δηλαδή παρθένες, οι φρόνιμες, τον Κύριο. Αλλά η κάθε μια αμοίφθηκε χωριστά επειδή η κάθε μια από μόνη της ήταν γρηγορούσα. Φρόντισε δηλαδή να έχει λάδι στην άκρη ούτως ώστε όταν έλθει ο Κύριος να μπορεί να ανάψει την λαμπάδα για να τον υποδεχθεί. Αυτή είναι η ευθύνη της ατομικής πίστεως και βάσει αυτής της ευθύνης η μελέτη και η έρευνα του λόγου του Θεού είναι υποχρεωτική διότι οι Γραφές μαρτυρούν περί Εμού.

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 1991

01 Οι δέκα όροι (τελειότητος) τής εν Χριστώ ζωής (Αγίου Διαδόχου Φωτικής)



Ο Αββάς και υποτακτικός στη Νεκρά θάλασσα

Περπατούσε ένας αββάς, λέει το Γεροντικό, δεν ξέρω πόσοι από σας θα το θυμάστε, για μέρες στην έρημο και έφθασε εκεί στην Ερυθρά θάλασσα, στην αλμυρά, στη Νεκρά θάλασσα, αλλά δεν μπορούσαν να
πιούν από αυτό το νερό. Αυτό το νερό είναι αλάτι. Εκεί ούτε ζωή υπάρχει, ούτε τίποτα. Με τον υποτακτικό του πάντοτε αυτός ο αββάς. Και λέει ο υποτακτικός: - Γέροντα, λέει, διψάω, έσκασα.
Δεν μπορώ, δεν αντέχω άλλο. Δεν μπορώ να βαδίσω καθόλου.
Γονάτισε ο αββάς, έκανε προσευχή. Πήρε μια χούφτα, μάλλον γέμισε ένα παγούρι, ας το πούμε, νερό, εκείνο το αλμυρό της θάλασσας και είπε στον υποτακτικό του:
- Πιες, μετά την προσευχή. Ο λόγος της πίστεως έκανε το θάυμα του. Το αλμυρό το νερό της
νεκράς εκείνης θάλασσας μεταβλήθηκε σε γλυκό. Ηπιε και ξεδίψασε ο υποτακτικός. Και αφού χόρτασε τη δίψα του έσκυψε κατόπι και ξαναγέμισε το παγούρι.
Του λέει:
- Τι κάνεις;
Λέει:
- Για να έχουμε και για ύστερα αφού ο δρόμος μας θα συνεχίσει.
- Καλά, λέει.
Προχώρησαν λίγο. Ξαναδίψασε ο υποτακτικός. Εκαμε να πιεί, το έφτυσε. Το νερό εξακολουθούσε να είναι αλμυρό.
Λέει:
- Γιατί, αββά, είναι αλμυρό τώρα ενώ τότε ήταν γλυκό;
- Εκείνος που έκαμε το πρώτο θαύμα, όταν χρειαστεί, θα κάνει και το δεύτερο. Μόνο πίστευε. Επανέλαβε τα λόγια του Κυρίου. Μόνο πίστευε και σωθείς.

*****************************************************************************

Ο κοσμικός που προσεύχεται αργά το βράδυ

Μας έλεγε προχθές, ένας γέροντας για ένα ζευγάρι, έναν κύριο, ο οποίος είναι κοσμικός, ζει στον κόσμο. Από όπου και αν έλθει το βράδυ, σε όποια εκδήλωση και αν βρίσκεται, από όποια επίσκεψη
και αν θα έλθει, ό,τι ώρα και να είναι και 2 μετά τα μεσάνυχτα, όταν θα γυρίσει το βράδυ στο σπίτι του θα κάνει πρώτα το Απόδειπνο, θα κάνει τις Μετάνοιες του, θα κάνει τα σταυρωτά του
κομποσχοίνια και ύστερα θα πέσει να κοιμηθεί. Και μου έκανε κατάπληξη. Και δεν φημίζεται ούτε για την πνευματικότητά του, είναι και παχύς και παρ'όλα αυτά όμως καταβάλλει τεράστιες
προσπάθειες με το σκεπτικό όπως τον άκουσα και εγώ: Κι αν αύριο πεθάνω; Πού ξέρω εγώ αν θα ζήσω αύριο; Γιατί να μην τα κάμω σήμερα; Μήπως πρέπει έτσι και εμείς να σκεπτόμαστε; Ετσι ο
άνθρωπος βρίσκει χάρι και στην αναμονή αυτή και την υπομονή που κάνει περίμενοντας την επέσκεψη του Θεού ή την αποκάλυψη, αν θέλετε, του Θεού κάποτε αυτή η αναμονή θα αμοιφθεί. Θα δεχθεί ο
άνθρωπος τις ακατάληπτες ενέργειες του Θεού μας και θα χαίρεται χαράν μεγάλη.

*****************************************************************************

Ο Πατέρας Φιλάρετος

Κάποτε, στο Αγιον Ορος, επισκέφθηκε μια συντροφιά έναν ασκητή, ο οποίος ήτανε περίπου 60 χρόνια. Τώρα έγινε αυτό, τώρα τελευταία στο Αγιον Ορος. Και τον φωτογράφισαν εκεί. Τον πήραν φωτογραφία.
Ηταν με το μπαστουνάκι του. Τον άλλο χρόνο, ξαναπήγαν στο Αγιον Ορος οι ίδιοι επισκέπτες. Είχαν και τη φωτογραφία. Ησαν τρεις αυτοί. Λέει δεν πάμε να δούμε ξανά τον Πατέρα Φιλάρετο, τον
ασκητή εκεί και αν ζει να του δώσουμε και τη φωτογραφία που του βγάλαμε πέρυσι. Και πράγματι λοιπόν, στο δρόμο πήγαιναν και συνήντησαν και έναν άλλο έτσι κάπως μεγάλον και αυτόν στην
ηλικία μοναχό και πήγαιναν μαζί και τον παρατυπάν στον Πατέρα Φιλάρετο. Α, αυτός λέει είναι τόσο πολύ απορροφημένος από τη χάρι του Θεού και γνωρίζει τόσα πολλά για τον Θεόν - έχουμε αυτό
που λέμε εμείς στα ασκητικά γράμματα έχει γνώσιν Θεού πολλήν - ώστε ξεχνά λέει και τον εαυτόν του. Λέει πώς τον ξεχνά τον εαυτό του; Λέει δεν μπορώ να σας δώσω να το καταλάβετε πέρα από αυτό. Είναι ζωή. Δεν εκφράζεται με ερμηνεία, με λόγια. Και δεν μπορούσαν βέβαια να καταλάβουν τι θα πει τούτο το πράγμα. Φτάσαν με την χάρη του Θεού, σιγά σιγά, ανέβηκαν στα Κατουνάκια
και τον βρήκαν τον Πατέρα Φιλάρετο. Του φίλησαν το χέρι. Του είπαν περάσαμε και πέρυσι. Σας είδαμε. Μας μιλήσατε τόσο όμορφα για την αγάπη του Θεού και τόσα άλλα πράγματα και σας φέραμε και μια φωτογραφία που σας βγάλαμε πέρυσι. Φωτογραφία; Τι πράγμα είναι αυτό; λέει. Να λέει μια φωτογραφία. Την βγάζουν λοιπόν και του τη δίνουν τη φωτογραφία. Μπα... λέει μόλις τη βλέπει. Ποιος είναι αυτός, λέει, που μου πήρε το μπαστούνι; Δεν ήξερε τη φυσιογνωμία του. Δεν θα την είδε ούτε στο νεράκι, ούτε σε κανένα τζάμι από εκείνα τα πρόχειρα που θα είχε το φτωχό του
καλυβάκι. Αγνοούσε τον εαυτόν του. Ηταν ευτυχισμένος, όμως, μέσα στην παρουσία του Αγίου Θεού. Αυτή είναι η κατά χάριν θεογνωσία. Επειδή πλουτίζουμε στην γνώση του Θεού, φτωχαίνουμε στην γνώση τη δική μας. Κι όσο γεμίζουμε από την παρουσία του Θεού τόσο πιο πολύ αδειάζουμε από όσα ξέρουμε για μας.

*****************************************************************************

Η Αγία Κικιλία

Και έχουν τόσα πολλά μας έχουν πει οι Πατέρες κατά καιρούς για την αγνότητα. Θυμάμαι την Αγία Κικιλία, η οποία ήτανε τυφλή και έχει συλληφθεί ως χριστιανή σε εκείνους τους χρόνους τους
μαρτυρικούς, εκεί στη Ρώμη. Αν θυμάμαι καλά, δεν το έχω υπόψη μου να το πω αλλά έτσι όπως το θυμάμαι με λίγα λόγια. Και όταν οι στρατιώτες είπαν ότι : Να μια όμορφη κοπέλα, πριν τη
βασανίσουμε ας χορτάσουμε το κορμί της, η Αγία Κικιλία έκανε με ζωντανή και δυνατή πίστη προσευχή στον Θεό να την πάρει πριν την ακουμπήσουν οι Ρωμαίοι βασανιστές, με σκοπό βέβαια ανήθικο να τη διαφθείρουν και κατόπιν να τη σκοτώσουν. Και όταν την πλησίασαν για να προβούν στο έργο αυτό το βρώμικο και το τρισάθλιο η Αγία Κικιλία σωριάστηκε κάτω νεκρή. Και έχουμε τη μνήμη της μάλιστα, τιμάται, σας είπα ότι δεν είχα, έτσι μου ήρθε τώρα στο νου για την αγνότητα της Αγίας Κικιλίας, δεν είχα σκοπό να το πω αλλιώς θα σας έλεγα και πότε γιορτάζει και θα έβλεπα λίγο το μαρτύριο της για να σας πω πιθανόν λίγα λόγια περισσότερα. Πάντως με δυο λόγια εκεί αναφέρεται το μαρτύριο της Αγίας Κικιλίας.