Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 1992

13 β Περί Δαιμόνων. Μέρος 3ον. 30.1.1992

Πώς άνοιξε η πόρτα του Παραδείσου στον ασκητή της ερήμου

Κάποτε ένας ασκητής, ύστερα από 50 χρόνια άσκηση εκεί στην έρημο της Παλαιστίνης είπε:
- Ας πάω και εγώ να ξεκουρασθώ στον Παράδεισο.
Παίρνει, λοιπόν, το ραβδάκι του και πάει στον Παράδεισο.
Φτάνει απ'έξω και χτυπά την πόρτα του Παραδείσου.
- Ποιος είναι; ρωτάει από μέσα μια γλυκειά φωνή.
- Εγώ, Χριστέ μου, ο Πατήρ Φιλάρετος, απαντάει ο ασκητής.
Καμμία απάντησις.
Η πόρτα παρέμεινε κλειστή.
Περίμενε, περίμενε, περίμενε, βλέποντας ότι δεν ανοίγει, πήρε το ραβδάκι του και ξαναγύρισε στην έρημο.
Εκατσε άλλα 10 χρόνια, λυπημένος, σκεπτικός.
- Γιατί;
Καινούρια άσκηση, νέοι αγώνες, πολλή προσπάθεια και κόπος η αυτογνωσία.
Πέρασαν τα 10 χρόνια και ξαναπήγε στον Παράδεισο, ξανακτυπά την πόρτα.
- Ποιος είναι; πάλι η ίδια φωνή γλυκειά και γλυκά να ρωτάει.
Η απάντησις του ασκητού:
- Η εικόνα σου, Χριστέ μου!
Και η πόρτα άνοιξε και η αγκαλιά του Χριστού τον δέχθηκε.
Με το Εγώ, Χριστέ μου, κανένας δεν μπαίνει στον Παράδεισο, στον τόπο του Θεού.
Η ταπείνωσις τον έβαλε μέσα.
Δεν θα μας σώσει ο Θεός για τα καλά μας έργα, ούτε για τις εντολές που τηρήσαμε, ούτε για τις αρετές που καλλιεργήσαμε, ούτε για το πόσες πολλές φορές είμασταν συμμέτοχοι των Παναγίων Μυστηρίων αλλά για την ταπείνωση που είχαμε στην καρδιά, για την ταπείνωση που δείξαμε
έμπρακτα στη ζωή.
Ο Θεός μας σώζει, λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, μόνο για την ταπείνωσή μας.


Ο Οσιος Σέργιος του Ραντονέζ

Από το βιβλίο "Χαρίσματα και Χαρισματούχοι", τόμος 1ος, σελίς 209.
Ποθώντας την ησυχαστική ζωή ο Οσιος Σέργιος του Ραντονέζ κατέφυγε στα πυκνά δάση της Θηβαϊδος του Βορρά και ασκήτευε ολομόναχος με φλογερό ζήλο.
Εκεί υπέφερε πολλές δοκιμασίες από την αρχή της ερημικής του ζωής.
Οι αόρατοι εχθροί έκαναν κάθε τι για να τον φοβίσουν και να τον εξαναγκάσουν να εγκαταλείψει το
μέρος εκείνο.
Επαιρναν την μορφή αγρίων θηρίων ή φιδιών, θα μιλήσουμε και γι'αυτά, θορυβούσαν, απειλούσαν.
Ο Οσιος όμως τους έδιωχνε με την προσευχή και την ολοκληρωτική παράδοσή του στο θέλημα του Θεού.
Αυτό ολοκληρωτική παράδοση σημαίνει δυνάμει της ελευθερίας και της θελήσεώς του.
Με την επίκληση του Παναγίου ονόματός Του, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, διέλυε σαν ιστούς
αράχνης όλες τις δαιμονικές πανουργίες, κατέστρεφε όλα τα διαβολικά τεχνάσματα.
Κάποια νύχτα οι δαίμονες εμφανίσθησαν σαν αναρίθμητο στράτευμα ορμώντας εναντίον του και απειλώντας τον με φοβερή μανία.
- Φύγε από εδώ, φύγε από εδώ, θα πεθάνεις, θα σε σκοτώσουμε.
Καθώς με λύσσα έλεγαν τα λόγια αυτά από το στόμα τους έβγαιναν φλόγες φοβερές.
Ο Οσιος όμως δεν φοβήθηκε.
Οπλισμένος με τη δύναμη της προσευχής αντιμετώπισε νικηφόρα τα πλήθη των δαιμόνων.
Μιαν άλλη νύχτα καθώς διάβαζε μέσα στην ησυχία την Ακολουθία του ξαφνικά άκουσε έναν τρομαχτικό κρότο στο δάσος.
Ταυτόχρονα ένα μεγάλο πλήθος δαιμόνων περικύκλωσε το κελλί του.
Προσπάθησαν να τον τρομάξουν και να τον απογοητεύσουν.
- Μην ελπίζεις να ζήσεις τίποτα περισσότερο. Θα λιμοκτονήσεις, θα πεθάνεις. Δεν βλέπεις τι έγινε δίπλα στο δάσος; Αύριο θα γίνει πάνω στο κελλί σου. Μπορεί όμως να πέσεις και στα χέρια ληστών.
Σε όλες αυτές τις επιθέσεις των εχθρών η δύναμις της προσευχής πάντοτε θαυματουργούσε.
Οι δαίμονες οπισθοχωρούσαν ντροπιασμένοι, πάντοτε ντροπιασμένοι.
Αυτό είναι ένα παράδειγμα για όλους εμάς, ζωντανό παράδειγμα, να μην φοβόμαστε τις επιθέσεις των δαιμόνων.
Με προσευχή, με εξομολόγηση, με συμμετοχή στα Πανάγια Μυστήρια θα διώκουμε, θα αποδυναμώνουμε, θα απονευρώνουμε τον σατανά και τα διαβόλια του και θα εξερχόμεθα νικητές.

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 1992

12 β Περί Διαβόλου. Μέρος 2ον. 23.1.1992

Οι αγώνες του Πατρός Ιωσήφ

Κάποτε ο παππούς Ιωσήφ, ο μεγάλος αυτός ησυχαστής και ασκητής και διδάσκαλος της νοεράς προσευχής, λέγει τα εξής:
Μία νύχτα καθώς ευχόμουν αδιαλείπτως, ήρθα σε θεωρία και ο νούς μου, όχι το σώμα μου, ηρπάγη σε έναν κάμπο. Εκεί ήσαν κατά τάξιν και κατά σειράν Μοναχοί συντεταγμένοι για μάχη. Ενας υψηλός, ολόλαμπρος στρατηγός ήλθε κοντά μου και μου λέγει:
- Θέλεις να μπεις και να πολεμήσεις στην πρώτη γραμμή;
Και εγώ του απάντησα ότι σφόδρα επιθυμώ να πολεμήσω με τους Αιθίοπας, που βρίσκονταν απέναντι, όπου ήσαν στην άλλη πλευρά, ορυόμενοι και πνέοντες πυρ ως άγριοι σκύλοι, όπου μόνο η θεωρία τους σου επροξένη φόβο.
Αλλά σε μένα δεν υπήρχε φόβος διότι είχα τοσαύτη μανία εναντίον τους όπου ήθελα να τους ξεσχίσω με τα δόντια μου.
Είναι αλήθεια, λέγει ο Γέρων Ιωσήφ, ότι και ως κοσμικός ήμουν τοιαύτης ανδρείας ψυχής.
Τότε λοιπόν με χωρίζει ο στρατηγός από τις γραμμές όπου ήταν οι πληθείς των Πατέρων Μοναχών. Και αφού περάσαμε τρεις τέσσερις γραμμές συνταγματικώς ( συντάγματα φαίνεται, κάτι
τέτοιο ) με έφερε στην πρώτη γραμμή, όπου ήσαν ένας δύο ακόμη κατά πρόσωπον εναντίον των αγρίων δαιμόνων.
Και αυτοί ήσαν έτοιμοι να ορμήσουν αλλά και εγώ έπνεων εναντίον τους πυρ και μανία.
Ηλθα στον εαυτό μου, λέει κατόπιν ο Γέρων Ιωσήφ, και σκεφτόμουν:
- Αραγε τι πόλεμος θα είναι αυτός;
Από τότε άρχισαν οι άγριοι πόλεμοι των δαιμόνων που δεν με άφηναν σε ησυχία νύχτα μέρα.
Αγριοι πόλεμοι, αγριώτατοι.
Μια ώρα δεν μπορούσαν να ησυχάσω αλλά και εγώ με μανία τους πολεμούσα.
Πώς;
Ακούστε.
Εξι ώρες κάθε βράδυ έως εννέα καθισμένος στην προσευχή δεν επέτρεπα και δεν συγχωρούσα στο νου μου να βγει από την καρδιά.
Από το σώμα μου ο ιδρώτας έτρεχε σαν βρύση, ποτάμι.
Ξύλο αλύπητο επάνω μου.
Τα ξύλα έσπαζαν, εγώ όχι.
Πόνος και δάκρυα πολλά, ποτάμια τα δάκρυα.
Ακρα νηστεία χωρίς έλεος, χωρίς έλεος, και ολονύκτιος αγρυπνία.
Οκτώ ολόκληρα χρόνια, κάθε νύχτα και ημέρα αυτό το φοβερό μαρτύριο.
Εγώ οχτώ ημέρες αν αντέξω δεν ξέρω.
Οχτώ χρόνια.
Εφευγαν οι δαίμονες και φώναζαν:
- Μας έκαψε, μας έκαψε.
Οπου έτυχε μια νύχτα και τους άκουσε και ο πλησίον μου αδελφός ξενιζόμενος, απορώντας δηλαδή, για το ποιοι ήσαν αυτοί που φώναζαν μέσα στην άγρια νύχτα.
Πρόκειται για τον συνασκητή του, τον Πατέρα Αρσένιο.
Και επιτέλους κατέπεσα, ανθρώπινη αντοχή είναι και αυτή κι όπως καθόμουν σαν νεκρός και
καταπληγωμένος αισθάνομαι κάποιος να ανοίγει την πόρτα του κελλιού και να μπαίνει μέσα.
Δεν γύρισα να δω, έλεγα μονάχα συνέχεια την ευχούλα.
Αισθάνομαι αμέσως, κάποιος να με γαργαλάει από κάτω.
Στρέφω και βλέπω τον δαίμονα όπως είναι, κασίδης, κασιδιάρης, η πληγωμένη του κεφαλή να βρωμάει απαίσια.
Πετάγομαι επάνω και όρμησα σαν θηρίο να τον πιάσω.
Και όπως τον έπιασα, είχε τρίχες χοίρου, και έγινε άφαντος.
Στην αφή μού άφησε την αίσθηση των σκληρών τριχών του και τη βρώμα στην όσφρησή μου.
Επιτέλους από αυτή τη στιγμή εράγη ο πόλεμος και έπαυσαν όλα και ήλθε ειρήνη εις την ψυχή και τελεία απαλλαγή εξ όλων των παθών.
Από εκείνη τη στυγμή έγινε τελείως απαθής, Αγιος.
Εδώ τελειώνει ο Γέρων Ιωσήφ τη διήγησή του αλλά το ίδιο βράδυ όμως, το ίδιο βράδυ, είχε μια δεύτερη εμπειρία η οποία μας ενδιαφέρει άμεσα, την οποία καλόν είναι και αυτήν να την διηγηθούμε διότι θα βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα από όσα συνέχεια λέμε για τον πόλεμο του διαβόλου.

Εν τέλει εκείνη τη νύχτα, συνεχίζει παρακάτω, ήλθα και πάλιν εις έκστασιν και βλέπω ένα μέρος πολύ ευρύχωρο που το χώριζε μία θάλασσα.
Σε αυτόν τον ευρύχωρο τόπο, ήταν στρωμένος παντού με παγίδες πολύ καλά κρυμμένες ώστε δεν
εφαίνοντο.
Εγώ ήμουν σε ένα μέρος πολύ ψηλό και τα έβλεπα όλα σαν σε θέατρο και αυτό το μέρος έπρεπε να το περάσουν όλοι οι Μοναχοί.
Φαντάζομαι τι θα γίνεται με τους κοσμικούς.
Μέσα δε στην θάλασσα ήταν ένας φοβερός δαίμονας που τα μάτια του έβγαζαν φλόγες. Εξαγριωμένος έβγαζε το κεφάλι του κάθε τόσο και κοίταζε.
Πιάνονται στις παγίδες;
Και οι περισσότεροι δυστυχώς από τους Μοναχούς περνούσαν χωρίς φόβο, χωρίς προσοχή.
Και έτσι άλλος επιάνετο από το λαιμό και τον λάρυγγα, άλλος από τη γλώσσα, άλλος από τα μάτια, άλλος από την κοιλιά, άλλος από τη μέση, άλλος από το στόμα, άλλος από το χέρι, άλλος από το πόδι.
Λίγο πολύ σχεδόν όλοι, εκτός εξαιρέσεων, επιάνοντο από κάπου.
Και ο δαίμονας βλέποντας τις επιτυχίες του εγελούσε χαίρων και άγρια αγαλλόμενος.
Εγώ δε ελυπούμην σφόδρα και έκλαιγα.
- Αχ, έλεγα, πονηρέ δαίμονα, τι μας κάνεις και πώς μας πλανάς!
Και δυστυχώς δεν παίρνουμε είδηση για το μεγάλο κακό που μας γίνεται και βέβαια και εξαιτίας της απροσεξίας μας.
Ηλθα πάλι στον εαυτό μου και ήμουν μέσα στο καλυβάκι μου.

Εδώ τελειώνουν οι δυο βασικές αυτές εμπειρίες του Γέροντος και παππού Ιωσήφ.

Περιγράφονται στην 37η επιστολή του από το βιβλίο "Εκφρασις μοναχικής εμπειρίας", έκδοσις 3η.

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 1992

11 Περί Αγγέλων καί Δαιμόνων

Εξορκισμός δαιμονίου

Κάποτε πήγαν έναν δαιμονισμένο στον αββά Λογκίν.
Αυτός από πολύ ταπείνωση είπε:
- Εγώ δεν μπορώ. Δεν είμαι άξιος εγώ για ένα τέτοιο μεγάλο έργο. Ποιος είμαι εγώ για να κάνω προσευχή για να θεραπευθεί ο άρρωστος και να βγει το δαιμόνιο. Πήγαινέ τον εδώ δίπλα στον αββά Ζήνωνα.
Εκαναν υπακοή οι συγγενείς, πήραν τον δαιμονισμένο, ήταν δεμένος με σχοινιά και με αλυσίδες και τον πήγαν δίπλα στον αββά Ζήνωνα.
Επήρε αυτός, έβαλε το πετραχειλάκι του και άρχισε να διαβάζει εξορκιστικές ευχές.
Το δαιμόνιο λοιπόν αρχίζει και φωνάζει:
- Βρε, γέρο τράγο Ζήνωνα, νομίζεις ότι θα βγω επειδή μου διαβάζεις εσύ τώρα; Αν θα βγω, θα
βγω επειδή από μέσα εκεί στη σπηλιά τη σκοτεινή και τη βρωμερή, κάποιος εκεί με σκουντά για να βγω. Και βγαίνω.
Και βγήκε.
Η ταπείνωσις έβγαλε το δαιμόνιο.

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 1992

10 Φυσικόν Καί Ηθικόν Κακόν. Οι τρείς κατηγορίες χριστιανών ως πρός τήν ακρόασιν τού λόγου

Αρπαγή την ημέρα των Θεοφανείων

Μου διηγείτο μια αγωνιζόμενη ψυχή, βέβαια πάνε χρόνια, δεν θυμάμαι ούτε καν ποιος ήτο, ανήμερα των Θεοφανείων, μου είπε πως βρέθηκε με έκσταση του νου μπροστά στο θυσιαστήριο μιας κάποιας
ερημικής εκκλησίας.
Οταν έχουμε έκσταση του νου, έξοδο, αρπαγή όπως λέμε, δεν είναι αρπαγή του σώματος αλλά αρπαγή του νου.
Είναι έξοδος του νου αλλά και είσοδος συγχρόνως.
Εξοδος του νου από τις λειτουργίες του σώματος και εισέρχεται ο νους στο χώρο της καρδιάς, εκεί όπου η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί.
Και βρέθηκε λοιπόν δια της εκστάσεως, αυτής του νοός, στο θυσιαστήριο μιας κάποιας ερημικής εκκλησίας.
Και εκεί μπροστά στα έκπληκτα μάτια του νου και ο νους βρισκόταν εν απορία, του προσφέρθησαν από την Αγία Τράπεζα, πώς του προσφέρθηκαν είναι άγνωστο, άρτοι ευωδέστατοι, ζυμωμένοι, το κατάλαβε αυτό, το ένιωσε, το πληροφορήθηκε η καρδιά ότι δεν ήταν με υλικά της γης
αυτής, του αιώνος τούτου.
Οχι με λάδια, δηλαδή, και με νερό και με αλεύρι γήινο, αλλά με υλικά υπερουράνια τα οποία πλημμύριζαν από ακατάληπτες ευωδίες και αρώματα.
Και πήρε λοιπόν και έφαγε, και έτρωγε.. και χόρταινε και ξαναέτρωγε και χόρταινε όμως από
θεία μακαριότητα και ευφροσύνη.
Και όσο έτρωγε τόσο και εκείνοι πλήθαιναν και μεγάλωναν αλλά και εκείνος και πάλι έτρωγε και
εκείνα πάλι πλήθαιναν.
Πόσο κράτησε τώρα αυτό, ώρες, μέρες δεν γνωρίζει.
Τι ήταν άραγε;
Πρόγευση της αιωνιότητος;
Της αθανασίας ήταν δείπνο ουράνιο;
Τι ήτο ουκ οίδεν.
Ο Θεός οίδεν.
Περιορίζει, μόνο ο Θεός ξέρει.
Συνέρχεται λοιπόν και ακούγεται το Απολυτίκιον.
Εν Ιορδάνου Βαπτιζομένου σου Κύριε και κάτω από το ράσο του νεωκόρου φεύγει ένα περιστέρι λευκό.
Και αυτός λοιπόν βλέπει έκπληκτος τότε ότι δεν ήταν ντυμένος με τα δικά του ρούχα, αλλά φορούσε κάποια άλλα και ήταν ντυμένος ψυχοσωματικά, νους, καρδιά, ψυχή και σώμα ήταν ντυμένα όλα αυτά με ένα ολόλευκο αλλά και ολοφώτεινο φόρεμα χιτών.
Ομοιος δεν υπάρχει τέτοιος στη γη, είπε, ούτε μπορεί να τον προσφέρει ο παρών αιών που είναι γεμάτος και ζυμωμένος με το κακόν και με το φυσικόν και με το ηθικόν κακόν.
Είπε: Τέτοιο χιτώνα δεν μπορούσαν να τον είχαν υφάνει ανθρώπινα χέρια ούτε καν αγγελικά, μόνο θεία.
Σε λίγο όλα χάθησαν και έμενε για πολλές ημέρες η θεία ευφροσύνη, η απορία, η έκπληξις, η κατάνυξις, η άπειρος ταπείνωσις.
Ποιος ήμουν εγώ που ήμουν ενδεδυμένος τοιούτον χιτώνα;
Πολλοί ασφαλώς άκουσαν την παρούσαν διήγησιν και εξενίστησαν, αμφέβαλαν, είχαν
δυσπιστήσει, δεν την κατάλαβαν.
Αλλοι πάλι και την κατάλαβαν και χάρηκαν και ευχαριστήθηκαν και μακάρισαν την ψυχή, τονώθηκαν πνευματικά και θέλησαν και προσπάθησαν περισσότερο να αγωνιστούν
σε αυτήν εδώ τη ζωή γιατί και κάποιοι άνθρωποι σαν και εμάς, όμοιοι με εμάς, όπως λέει για τον Προφήτην Ηλίαν, ομοιπαθής, όμοιος με εμάς, με τα ίδια ανθρώπινα χαρακτηριστικά, αγωνίζονται
ζουν και βιώνουν.
Και έτσι όπως ακριβώς εκείνοι ευχαριστήθηκαν, με πολλή ευχαρίστηση και τέρψη τα διηγήθηκαν και στους άλλους.
Και κάποιοι τρίτοι εκλεκτοί το έζησαν το γεγονός όπως και εκείνος.
Το εβίωσαν εν αισθήσει ψυχής.
Γεύτηκαν και αυτοί τη θεία ευφροσύνη με τον ίδιο ή με τον άλλο τρόπο, δεν ξέρουμε.
Νους και καρδιά είχαν αιχμαλωτιστεί από την ίδια υπερουράνια θεία αιχμαλωσία.