Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 1992

33 Η Θεία Λειτουργία. Ο ιερός ναός καί τά τελούμενα εν αυτώ

Η δύναμη της ευχής, από το βιβλίο "Νηπτική Θεωρία"

Κάποιος μοναχός, αδελφοί μου, αποκαλούμενος Απελπισμένος, στο βιβλίο "Νηπτική Θεωρία", διηγείται δήθεν για κάποιον άλλο ότι ήρθε την ώρα που προσηύχετο με την ευχούλα, με το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", σε έκσταση και βλέπει ένα άπειρο πλήθος από δαίμονες, σαν τον άμμο της θαλάσσης ήσαν, τόσοι πολλοί, να του επιτίθενται γεμάτοι λύσσα.
Οι διαθέσεις τους ήσαν φονικές.
Από όλα τα μέρη, αγριεμένοι φοβερά, ορμούσαν εναντίον του για να τον κατασπαράξουν.
 Συνήλθε τρομαγμένος και έντρομος τρέχει προς την Εκκλησία.
- Πού θα καταφύγω; αναρωτήθηκε μες στον λογισμό του. Πού αλλού παρά στο φρικτό Γολγοθά, στην Αγία Τράπεζα, όπου καθημερινά με δάκρυα και με συντριβή ιερουργώ τα Πανάχραντα
Μυστήρια. Θα πέσω λοιπόν εκεί στα πόδια του Χριστού και της γλυκυτάτης Παναχράντου μητρός Του, της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Εχοντας αυτά στο νου και στο λογισμό του, τρέχοντας φτάνει στο Ναό.
Μπαίνοντας μέσα, βλέπει τον Κύριο και την Θεοτόκο στις εικόνες του Τέμπλου σαν ζωντανούς με βασιλική δόξα.
Το Θείο πρόσωπο του Κυρίου είχε μια ανέκφραστη ωραιότητα και άστραφτε πιο δυνατά και από τον ήλιο.
Ολο το εκκλησάκι ήταν λουσμένο από την θεϊκή Του ακτινοβολία.
Τα πάντα εστολίζονταν λαμπροφόρα, οι κανδήλες, τα κεράκια, τα λίγα στασίδια, τα αναλόγια των ψαλτών, ο μικρός πολυέλαιος που ήταν κρεμασμένος από πάνω, το μικρό Δεσποτικό, το Αγιον Βήμα, η Αγία Τράπεζα, τα άμφια, τα εξαπτέρυγα, η Αγία Πρόθεσις.
Τα πάντα ήσαν ολόλαμπρα, γεμάτα φως και δόξα και προπαντός βέβαια οι αγιογραφίες, οι τοιχογραφίες, γύρω γύρω μέσα στο Ναό.
Παρούσα λοιπόν και λαμπροφορεμένη και δεδοξασμένη η θριαμβεύουσα Εκκλησία.
Ο μοναχός εκείνος, ο ιερεύς και ασκητής δεν μπόρεσε να ξανακοιτάξει το Πρόσωπον της Τρισηλίου δόξης του Κυρίου, μόνο προσκύνησε.
Αγγιξε ή δεν άγγιξε το προτεινόμενο χέρι του Κυρίου για ασπασμό.
Με φόβο τώρα λοιπόν πλησιάζει στην εικόνα της Παναγίας, ασπάζεται το παρθενικό της χέρι, πάνω στην εικόνα και τολμά να την κοιτάξει στο πρόσωπον.
Στην αγία της αγκαλιά είδε το θείον βρέφος, καθισμένο σαν σε θρόνο χερουβεικό και ήταν τόσο ταιριαστό το θεϊκό αυτό σύμπλεγμα όσο η ομορφιά και η ευωδεία σε έναν πανάλευκο κρίνο ή σε ένα
μπουκέτο από μυρωμένα τριαντάφυλλα.
Η ομορφιά και η ευωδεία.
Η Θεοτόκος κοίταζε τον ιερέα με άπειρη γλυκύτητα και με τόση πραότητα ώστε εκείνος πήρε θάρρος και ρώτησε:
- Παναγία μου, γλυκειά μου Παναγία και μητέρα του Ιησού μου, πώς θα γλυτώσω από
τους δαίμονες που με κυνηγούν;
Και η απάντησις:
- Με το όνομα του Υιού μου και με το όνομα το δικό μου θα νικάς και θα εξολοθρεύεις τους δαίμονες, απάντησε η Θεοτόκος.
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.
Υπεραγία Θεοτόκε σώσον με.
Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
Υπεραγία Θεοτόκε βοήθοι μοι.
 Και εδώ μέσα στο Ναό, και στο κελλάκι και έξω και εργαζόμενος και ησυχάζων, παντού και
πάντοτε, το όνομα του Υιού μου και το όνομα το δικό μου.
Ο μοναχός ιερεύς έκανε μια στρωτή μετάνοια και βγήκε έξω από το εκκλησάκι και φώναξε με όλη του τη δύναμη:
- Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με. Θεοτόκε Παρθένε, Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία. Και αμέσως οι ανίσχυροι, οι αδύνατοι, οι δειλοί δαίμονες εξαφανίστηκαν όλοι από μπροστά του ως αστραπή.



Παραδείγματα Επισκόπων που δεν επέτρεψαν σε βασιλείς να εισέλθουν σε Ναό.

Η εκκλησιαστική ιστορία αναφέρει συγκινητικά παραδείγματα τέτοιων Επισκόπων.
 Θα αναφέρουμε τρεις:

Ο πρώτος ήταν στην Αντιόχεια.
Οταν ο βασιλεύς υπέπεσε σε θανάσιμο αμάρτημα και ήθελε την ημέρα της γιορτής να μπει στον Ναό, ο τότε Επίσκοπος της Αντιοχείας, ο Αγιος Βαβίλας, τον εμπόδισε να μπει μέσα.
Του είπε πως αν ειλικρινά μετανοήσει και εκτελέσει τον κανόνα της μετανοίας του, τότε μονάχα θα μπει.
 Επρεπε δηλαδή να κάνει, τι του είπε, δημόσια δήλωση της αμαρτίας του, ακούτε τι ζήτησε, δημόσια δήλωση της αμαρτίας του, να ομολογήσει τη μετάνοιά του, να δεχθεί τον κανόνα του.
Για αυτό ή θα καθόταν στο Νάρθηκα όλοι που ήσαν υπό κανόνα, ας ήταν βασιλιάς, εκεί στο Νάρθηκα, ή θα έφευγε.
Εκείνη την ημέρα μέσα δεν θα έμπαινε στο Ναό.
Και ο βασιλεύς, μετά το Χριστός Ανέστη, που ειπώθηκε έξω, μάζεψε την ακολουθία του και σηκώθηκε και έφυγε.
Καλά του έκανε.
Ποιος Επίσκοπος και ποιος Ιερεύς το κάνει σήμερα; Κανένας.

Δεύτερο παράδειγμα.
Το έχουμε από τον Αγιο Αμβρόσιο, Επίσκοπο Μεδιολάνων, που δεν επέτρεψε στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου τον Θεοδόσιο τον Μέγα να μπει μέσα στο Ναό, γιατί είχε διατάξει το φόνο χιλιάδων ανθρώπων στη Θεσαλλονίκη.
Είναι γνωστό αυτό ιστορικώς.
Επρεπε να κάνει δημόσια δήλωση της μετανοίας, να πάρει τον κανόνα του και ύστερα να μπει μέσα στο Ναό του Θεού.

Και το τρίτο παράδειγμα.
Είναι από τον Μέγα Φώτιο, τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, που δεν επέτρεψε στον αυτοκράτορα Φωκά να εισέλθει στο Ναό της Αγίας Σοφίας γιατί είχε σκοτώσει τον προκάτοχό του για να του πάρει τον θρόνο.
Μόλις λοιπόν ανακηρύχθηκε βασιλεύς, θέλησε να μπει στο Ναό της του Θεού Σοφίας.
Βγήκε ο Μέγας Φώτιος στην είσοδο του Ναού, όσοι έχετε πάει στην Αγία Σοφία θα ξέρετε, εγώ δεν πήγα, δεν ξέρω πως είναι ο Ναός, πρώτα του λέει έμπρακτη μετάνοια και ομολογία εδώ, μπροστά στο Ναό, σε όλον τον κόσμο, ύστερα ο κανόνας και ύστερα θα εισέλθεις ως αυτοκράτορας στο Ναό της του Θεού Σοφίας.
Το ίδιο ασφαλώς θα έκαναν και άλλοι και Ιερείς και Επίσκοποι ζηλωταί οπωσδήποτε.
Σήμερα τι γίνεται;
Τίποτα απολύτως.



Ο Αγιος Λουκιανός - Το στήθος του Αγία Τράπεζα

Ο Αγιος μάρτυς Λουκιανός επρόκειτο να πεθάνει μαρτυρικά για την πίστη του Χριστού την αγία.
Ητο ήδη φυλακισμένος.
Ναός στη φυλακή δεν υπήρχε αλλά και δεν μπορούσε να μετακινηθεί, όχι μόνο γιατί ήταν δεμένος με αλυσίδες αλλά και γιατί την προηγουμένη μέρα είχε βασανιστεί σκληρά για να υποκύψει και να δηλώσει ότι προσκυνά τα είδωλα και αρνείται τον Χριστόν.
Οπως ήτο λοιπόν καταπληγιασμένος, ξαπλωμένος κάτω, δεμένος με τις αλυσίδες, και επειδή ήτο Ιερεύς ετέλεσε ο ίδιος πάνω στο στήθος του, μέσα σε φρικτούς και δυνατούς πόνους τη φρικτοτάτη θυσία της Θείας Λειτουργίας χρησιμοποιώντας βέβαια τον Αρτον και τον Οίνον που τους έφεραν κρυφά σαν Τίμια Δώρα εκεί στη φυλακή.
Στη φυλακή όμως δεν ήταν μόνος.
Υπήρχαν και άλλοι χριστιανοί, υποψήφιοι και αυτοί μάρτυρες και μελλοθάνατοι για τον Χριστόν.
Ολοι μαζί έκαναν έναν κύκλο γύρω από τον Αγιο Λουκιανό σε σχήμα Ναού και Αγγέλων και Αγίων και κάλυπταν έτσι από πάνω το μάρτυρα αλλά και σαν ασφάλεια για να μην πάρουν είδηση οι δήμιοι και οι δεσμοφύλακες ειδωλολάτρες τα τελούμενα της Θείας Λειτουργίας.
Φύλαξαν δηλαδή το μεγάλο Μυστήριον, το φύλαξαν από τα βέβηλα μάτια των ειδωλολατρών.
Σκεφθείτε σεβασμός.
Τι έγινε εκείνη τη στιγμή με τον Αγιο Λουκιανό και για εκείνους που ήσαν παρόντες!
Να είχαμε μάτια να μπορούσαμε να το δούμε!
Να είχαμε μάτια να μπορούσαμε να το δούμε!
Ενας Ιερεύς για χρόνια παρακαλούσε τον Αγιο Λουκιανό που έφερε το όνομά του, ο Πατήρ Λουκιανός:
- Δείξε μου τι γινόταν, τι έγινε εκείνη την ημέρα, εκείνη τη στιγμή.
Και όταν λοιπόν τον ρωτούσαμε:
- Σας έδειξε; Δεν απαντούσε ούτε ναι, ούτε όχι. Φαίνεται ότι κάτι του έδειξε.


Οι παλάμες των Διακόνων Αγία Τράπεζα

Δεύτερο παράδειγμα.
Ο Αγιος Θεοδώρητος μας πληροφορεί τα εξής για τον Αγιο ερημίτη τον Μάρις, τον Αγιο Μάρις:
Οταν ύστερα από 38 ολόκληρα χρόνια έγκλειστον βίον και σκληρών ασκήσεων, θέλησε να λειτουργηθεί - δεν είχε λειτουργηθεί 38 χρόνια - και να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων - 38 χρόνια χωρίς Θεία Κοινωνία , χωρίς Θεία Λειτουργία εκουσίως.
Αυτήν του την επιθυμία την είπε στον Αγιο Θεοδώρητο όταν τον επισκέφθηκε και άνοιξε την πόρτα την έγκλειστον για να δεχθεί επισκέπτες δέχθηκε σαν πρώτο επισκέπτη τον Αγιο Θεοδώρητο που είχε πάει να τον επισκεφθεί μαζί με δύο Διακόνους του υποταχτικούς.
Και του είπε ότι:
- Θέλω να τελεστεί η Θεία Λειτουργία και να κοινωνήσω των Αχράντων Μυστηρίων. Αύριο με καλεί ο Κύριος.
Τότε εκείνος ευθύς αμέσως και πρόθυμα ετέλεσε την κοσμοσωτήριον Θείαν Λειτουργίαν χρησιμοποιώντας για Αγία Τράπεζα, τι λέτε; τα χέρια, τις απλωμένες παλάμες των δύο Διακόνων. Φρικτός Γολγοθάς και νοητόν θυσιαστήριον τα χέρια και οι παλάμες των δύο Διακόνων.

 Δόξα τη μακροθυμία Σου, Κύριε.

Βέβαια αυτές είναι μια δυο εξαιρέσεις που γίνονται κάθε χίλια χρόνια αλλά απαραίτητες όταν οι περιστάσεις το απαιτούν.
Η Αγία Τράπεζα λοιπόν και το Αντιμήνσιον και τα στήθη των μαρτύρων και οι παλάμες των Ιερών Διακόνων.


Το όραμα του Αγίου Ερμά

Ο Αποστολικός Πατέρας Ερμάς στο βιβλίο του όπου λέγεται Ποιμήν μας περιγράφει μιαν οπτασία την οποία είδε ο ίδιος.
Είναι Αποστολικός Πατήρ, μαθητής των Αποστόλων.
Εξι νεαρά παλικάρια που βοηθούνται όμως και από πολλούς άλλους χτίζουν όλοι μαζί έναν τεράστιο πύργο πάνω στα νερά μιας μεγάλης περίεργης λίμνης.
Το χτίσιμο του πύργου γίνεται μόνον από πέτρες αλλά είναι τόσο τέλειο το χτίσιμο ώστε να μη διακρίνονται οι αρμοί, τα χωρίσματα, οι ενώσεις της μιας πέτρας με την άλλη.
Τόσο τέλειο είναι το χτίσιμο.
Τότε παρουσιάζεται η επιβλητική μορφή μιας σεβαστής κυρίας που του λέει του Αποστολικού Πατρός Ερμά:
- Ο πύργος που βλέπεις να χτίζεται είμαι εγώ η Εκκλησία. Χτίζεται δε επάνω στα νερά γιατί η ζωή μας, η ψυχή μας, σώθηκε και θα σώζεται πάντοτε με τα νερά του Αγίου Βαπτίσματος. Διότι μέσα από
το Αγιον Βάπτισμα περνά η σωστική χάρις που απορρέει από τη Σταυρική Θυσία του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, συμμετέχοντας έτσι στην τριήμερη ταφή και Ανάσταση του Κυρίου, όποιος δηλαδή
βαπτίζεται. Οι έξι νεαροί είναι οι Αγιοι Αγγελοι και οι πέτρες είναι οι Απόστολοι και οι διάδοχοι των Αποστόλων, σεις οι Αποστολικοί Πατέρες και οι διάδοχοί σας, οι Επίσκοποι, οι Πρεσβύτεροι και οι Διάκονοι όλων των αιώνων μέχρι της συντελείας που έζησαν και που θα ζήσουν σεμνά και ορθά, που υπηρέτησαν με πίστη πολλή τον Ευαγγελικό Λόγο και διακόνησαν με αγάπη και φόβο το λαό του Θεού. Αλλοι ζούνε ακόμα, άλλοι έχουν κοιμηθεί και θα έρθουν και άλλοι και άλλοι και άλλοι... μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού.
Οι πάντες και τα πάντα είχαν αρμονία μεταξύ τους, ήσαν σύμφωνοι και ειρήνευαν.
Και η μεγαλόπρεπος σεβαστή κυρία, δηλαδή η Εκκλησία ρώτησε:
- Εως πότε;
Δηλαδή έως πότε θα υπάρχει αυτή η αρμονία και η συμφωνία μεταξύ τους;
Και εξαφανίστηκε.
Το θείον όραμα του Αγίου Ερμά χάθηκε και ο Αποστολικός Πατήρ συνήλθε.
Το έργον της οικοδομής συνεχίζεται αλλά με πολλά πολλά εμπόδια.



Το όραμα του Νικολάου Πρωτοπαππά

Προχθές κάναμε την αγρυπνία της Αγίας Αικατερίνης.
Ο συλλειτουργός, Πατήρ Δημήτριος, μου διηγήθηκε το εξής γεγονός το οποίον το άκουσε ο ίδιος με τα αυτιά του, το είπε σε μένα και εγώ του υποσχέθηκα να το πω σε σας.
Κάποιος Ιερομόναχος ονόματι, θα πούμε το όνομά του, βρίσκεται στη ζωή ο άνθρωπος, μπορείτε να τον ρωτήσετε, πατήρ Νικόλαος Πρωτοπαππάς, διευθυντής στην Εκκλησιαστική Σχολή της Τήνου και για ένα διάστημα διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Ισως ορισμένοι να τον έχετε ακούσει.
Είχε ένα δώρο, μια ευλογία από τον Επίσκοπο που τον χειροτόνησε, τον μακαριστό και αείμνηστο Νικόλαο Χαλκίδος.
Ποια ήταν η ευλογία;
Ενα κομποσχοίνι των 100.
- Να το έχεις, του λέει, τυλιγμένο στο χέρι σου. Και όταν θυμάσαι ή όταν έχεις δυσκολίες και για απλή προσευχή θα το κρατάς και συνεχώς θα λέγεις την ευχούλα: Κύριε Ιησού Χριστέ
ελέησον με.
Αυτό ήταν κατοστάρι και το είχε τυλιγμένο έτσι.
Ετσι και έκαμε.
Ενα βράδυ, λοιπόν, ξυπνάει απότομα με την αίσθηση της παρουσίας κάποιου μέσα στο δωμάτιο.
Ανοίγει τα μάτια του και τρομαγμένος λοιπόν βλέπει ένα γίγαντα μέχρι το ταβάνι ψηλά, φοβερός, με μάτια που πετούσαν φλόγες.
Του λέει λοιπόν αγριεμένος:
- Αν το βγάλεις αυτό από το χέρι σου που μου ρουφά το αίμα σαν τη βδέλα.
Να το επαναλάβω;
που μου ρουφάει το αίμα σαν τη βδέλα εγώ θα σε κάμω Δεσπότη.
Και συγχρόνως βέβαια του δείχνει το κομποσχοίνι που ήταν τυλιγμένο στον καρπό.
Με αυτό κοιμόταν.
Και εξαφανίστηκε.
 Ο Πατήρ Νικόλαος δεν το έβγαλε λένε από το χέρι του και Δεσπότης δεν έγινε μέχρι σήμερα.
Αυτή η δαιμονική οπτασία στον Πατέρα Νικόλαο τα λέει όλα.
Είναι η πλέον αποστομωτική απάντηση σε όλους εκείνους κληρικούς και λαϊκούς που πολεμούν ή κοροϊδεύουν το κομποσχοίνι και την ευχούλα.
Στον ανώνυμο ησυχαστή η ίδια Υπεραγία Θεοτόκος συνιστά το πανάγιον όνομα του Υιού της σαν το πλέον τρομερό όπλο κατά των δαιμόνων.
Ερχεται τώρα και η οπτασία του Πατρός Νικολάου, στις ημέρες μας αυτό, να την επιβεβαιώσει.
Το ένα επιβεβαιώνει το άλλο.
Παντού λοιπόν και πάντοτε μέρα και νύχτα και ιδιαιτέρως μέσα στη Θεία Λειτουργία μην παύσετε μυστικά να βοάτε, και στη Θεία Λειτουργία μυστικά, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με, Ιησού μου έλεος, Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
Να προσεύχεσθε λοιπόν, να προσεύχεσθε, να προσεύχεσθε, να προσεύχεσθε και για μένα.
Το έχω μεγάλη ανάγκη.
Αμήν.





Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 1992

32 Η Θεία Λειτουργία. Η άνωθεν ειρήνη καί η σωτηρία τής ψυχής

Περί καντηλιών

Γιατί ανάβουμε καντήλι μπροστά στα εικονίσματα;
Εχουμε μία απάντηση εδώ ενός Επισκόπου Αχρίδος που λέει γιατί ανάβουμε καντήλι και έχει 7 στοιχεία:
1. Γιατί η πίστη μας είναι φως.
Ο Χριστός είπε: Εγώ είμαι το Φως του κόσμου.
Το φως της καντήλας μας θυμίζει το φως με το οποίον ο Χριστός καταυγάζει τις ψυχές
μας.
2. Για να μας θυμίζει ότι και η ζωή μας πρέπει να είναι φωτεινή σαν των Αγίων, δηλαδή των ανθρώπων που ο Απόστολος Παύλος τους ονομάζει τέκνα φωτός.
3. Για να είναι έλεγχος στα σκοτεινά μας έργα και στις κακές μας ενθυμήσεις και επιθυμίες και έτσι να τα επαναφέρει όλα στο δρόμο του φωτός, του Αγίου Ευαγγελίου, για να λάμψει το φως ημών έμπροσθεν των ανθρώπων όπως ίδωσιν ημών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα ημών, τον
εν τοις ουρανοίς.
4. Είναι μια μικρή δική μας θυσία, σημείον και δείγμα της ευγνωμοσύνης και αγάπης που οφείλουμε στο Θεό για την μεγάλη θυσία που έκαμε για μας.
Με αυτήν και με την προσευχή μας Τον ευχαριστούμε για τη ζωή, για την υγεία, για τη σωτηρία
και για όλα όσα μας χαρίζει η θεϊκή και άπειρη αγάπη Του.
5. Για να είναι φόβητρο στις δυνάμεις του σκότους που μας επιτίθενται με ιδιαίτερη πονηρία πριν και κατά την ώρα της προσευχής και θέλουν να απομακρύνουν τη σκέψη μας από το Θεό.
Οι δαίμονες αγαπούν το σκοτάδι και τρέμουν το φως, το φως του Χριστού και εκείνων βέβαια που αγαπούν τον Χριστό.
6. Για να μας παρακινήσει αυτοθυσία όπως δηλαδή με το λάδι καίγεται στο καντήλι το φυτίλι, έτσι και το δικό μας θέλημα να καίγεται με τη φλόγα της αγάπης για το Χριστό και να υποτάσσεται πάντοτε στο θέλημα του Θεού.
7. Για να μάθουμε ότι όπως δεν ανάβει το καντήλι χωρίς τα δικά μας χέρια, έτσι και το εσωτερικό καντήλι της καρδιάς δεν ανάβει χωρίς τα χέρια του Θεού.
Οι κόποι των αρετών μας είναι η καύσιμη ύλη, το φυτίλι και το λάδι δηλαδή, που για να ανάψουν και να φωτίζουν χρειάζονται το πυρ του Αγίου Πνεύματος.
Μας θυμίζει επιπλέον και το έννον της προσευχής του ανθρώπου.
Κάθε φορά που είναι αναμμένο το καντήλι μας θυμίζει ότι πρέπει να γίνεται και προσευχή.

Γιατί χρησιμοποιούμε μόνον ελαιόλαδο;

Πολλές φορές λέμε ότι δεν καίγεται το φυτίλι, ότι τα λάδια δεν είναι καλά κτλ.
Η προσευχή του Κυρίου εγένετο στον κήπο της Γεθσημανή και ήταν κήπος ελαιών.
Από τις ελιές βγαίνει το ελαιόλαδο και για να μας θυμίζει λοιπόν την προσευχή του Ιησού
πρέπει να καίμε ελαιόλαδο.



Ο Πατήρ Χριστοφόρος της σκήτης της Σίχλας στη Ρουμανία

Γύρω στο 1930 ένας διάκονος, ο Πατήρ Χριστοφόρος, ζούσε και ασκήτευε στη σκήτη της Σίχλας της Ρουμανίας.
Το ερημητήριό του ήταν μέσα στο δάσος, όπου παρεδίδετο στη νηστεία, την αγρυπνία και την προσευχή.
Σε μια του βραδινή οδοιπορία έπεσε λίγο να κοιμηθεί.
Ξαφνικά ξυπνάει και βλέπει σε όραμα έναν αστραφτερό άνδρα να του λέγει:
- Πήγαινε να με θάψεις. 70 χρόνια είμαι άταφος.
Και αμέσως έγινε άφαντος.
Ο διάκος ξαφνιάστηκε.
Οταν συνήλθε είπε:
- Α, του πονηρού θα είναι. Ας πέσω να κοιμηθώ.
Μα και πάλι ξυπνάει από το ίδιο αστραφτερό αυτό όραμα.
Και για δεύτερη φορά δεν του δίδει σημασία αλλά με ερωτηματικά μέσα του έγειρε πάλι για τον ύπνο.
- Λες να μην ήταν;
Δεν πρόλαβε να κλείσει τα μάτια του και για τρίτη φορά η ίδια παρουσία του φωτεινού εκείνου ανδρός.
Τότε όμως τόλμησε και ρώτησε:
- Ναι, πού όμως θα βρω τα λείψανά σου για να τα θάψω, να κάνω ταφή;
- Σε 100 βήματα δεξιά σου, σε μια γερτή πέτρα που την σκεπάζει ένας θάμνος. Εσύ θα κρατήσεις για ευλογία και προστασία μόνον την κάρα μου και τα υπόλοιπα θα τα θάψεις βαθειά μέσα στο χώμα.
Πράγματι λοιπόν ακολούθησε τις οδηγίες του αγνώστου οσίου εκείνου ανδρός και βρήκε τα Αγια Λείψανα.
Ευωδίασε ο τόπος.
Ανοιξε λοιπόν ένα λάκκο, ετοίμασε ένα σταυρό, δεν ήξερε βέβαια τι να γράψει πάνω, και εκεί που ήταν έτοιμος να θάψει τα Λείψανα λέει:
- Δεν κρατάω και μερικά ακόμα; Μόλις όμως το σκέφτηκε αυτό και μέσα σε μια πετσέτα που είχε απλώσει, που είχε πρόχειρη μαζί του, είχε βάλει εκεί την κάρα του αγνώστου αυτού Αγίου, και θέλησε να πάρει ένα οστούν, ένα Λείψανα Αγιο, από το σώμα του για να το βάλει και αυτό μαζί με την κάρα, από μια ανεξήγητη θερμότητα και πολλή δυνατή φλόγα που βγήκαν από τα οστά του έκαψαν το χέρι.
Τότε λοιπόν κατάλαβε ότι έπρεπε να σεβαστεί την εντολή του Αγίου, πήρε το ράσο του, το εξώρασο, τύλιξε τα οστά μέσα στο ράσο και τα έθαψε, τα κάλυψε, έβαλε και ένα σταυρό επάνω και πήρε την κάρα του αγνώστου και ανωνύμου Αγίου και την πήγε στον ηγούμενο της κεντρικής μονής της σκήτης.
Εγιναν πάρα πολλές ολονύκτιες αγρυπνίες για να αποκαλύψει ο Αγιος το όνομά του.
Όλος ο ναός, καθ' όλη τη διάρκεια των αγρυπνιών και των προσευχών και των Θείων Λειτουργειών
επλημμυρίζετο από άπειρη ευωδία, η οποία έβγαινε από την Τιμία Κάρα του Οσίου.
Υστερα από πολλές παρακλήσεις απεκάλυψε ο Αγιος το όνομά του στον ηγούμενο της μονής, ο οποίος ήτο πολύ ευλαβής και ευσεβής, αγιασμένη προσωπικότης.
Ποιος ήταν δεν μας λέει η ιστορία, το Γεροντικό, πώς έγινε η αποκάλυψις του ονόματός του.
Ητο μεγάλος ασκητής και Πνευματικός Πατήρ Παύλος, ο οποίος είχε κοιμηθεί περίπου το 1860.
Ητο μάλιστα ο Πνευματικός, ο Εξομολόγος, της μεγάλης ασκήτριας και Οσίας Θεοδώρας της Σίχλας,
γνωστή σε ολόκληρη τη Ρουμανία και σε όλους βέβαια τους Ορθοδόξους Ρουμάνους χριστιανούς.
Τα λείψανα αυτής της Αγίας βρίσκονται τώρα όχι στη Ρουμανία αλλά στο Κίεβο της Ρωσίας.
Από τότε πήρε την Αγία Κάρα του Οσίου Παύλου, ο Πατήρ Χριστοφόρος, ο διάκονος και εξαφανίστηκε στα απόκρημνα ασκητήρια της Ρουμανίας.
Σε ένα από αυτά μαζί με έναν ταπεινώτατο ασκητή ιερέα τηρούσαν τη Θεία Λειτουργία κάθε μέρα τη νύχτα, ζώντας μαζί με τον Αγιό τους από τώρα τα κάλλη του Παραδείσου.
Και όταν εκοιμήθη ο Πατήρ Χριστοφόρος τα θαυμαστά της, της Οσίας Κάρας και του διακόνου Χριστοφόρου, έγιναν γνωστά στους ευλαβείς προσκυνητάς που περνούσαν από εκείνα τα μέρη και από αυτούς έφτασαν στα Γεροντικά και στα Συναξάρια και από τα Συναξάρια στις ημέρες μας.
Τα ασκητήρια, ναοί της Ορθοδοξίας, είναι σκηνώματα δόξης και θρόνοι θριάμβου της τρισηλίου Θεότητος.



Ενα θαύμα της Παναγίας - Χάρισε μάτια στον Στέφανο από την Κέρκυρα

Στην Κέρκυρα, πριν από αρκετά χρόνια, πολλά χρόνια πριν, ζούσε ένας νέος ονόματι Στέφανος.
Είχε το όνομά μου.
Εκεί έμπλεξε με μια συντροφιά, με μια παρέα, και στο δρόμο συνήντησαν κάποιους εμπόρους και η υπόλοιπη αυτή παρέα θέλησε να τους κατακλέψει.
Ο Στέφανος διαμαρτυρήθηκε αλλά δεν τον άκουσαν.
 Δεν το άκουσαν καθόλου.
Επετέθηκαν λοιπόν οι νεαροί αυτοί σαν τους σημερινούς αναρχικούς και χούλιγκανς εναντίον των εμπόρων.
Τους λήστεψαν, τους ξυλοκόπησαν και ετράπησαν σε φυγή.
Ο Στέφανος βέβαια παρέμεινε σε μια άκρη.
Οι έμποροι αυτόν είδαν και αυτόν κατήγγειλαν στον έπαρχο της Κέρκυρας, η οποία τότε, εκείνη την
εποχή ήταν κάτω από την κυριαρχία των Ενετών.
Τον καταδίκασαν λοιπόν και η τιμωρία ήταν πολύ αυστηρή και ο δικαστής, χάριν του νεαρού της ηλικίας του, του επέβαλε μια διπλή ποινή, μια διπλή τιμωρία και να διαλέξει μια από τις δυο: ή να του βγάλει τα μάτια ή να του κόψει τα δυο χέρια, για να μην ξανακλέψει.
Αυτός παρ' όλες τις προσπάθειες και τις φωνές που έκαμε, διαμαρτυρόμενος ότι ήταν αθώος, δεν μπορούσε να αποδείξει την αθωότητά του.
Τελικά είπε:
- Ε, χωρίς χέρια δεν μπορώ να κάμω τίποτα. Με τα μάτια σβηστά κάπως θα μπορώ να ζω.
Και έτσι λοιπόν ζήτησε να τυφλωθεί.
Πράγματι σε δημόσια πλατεία, με πυρωμένο σίδερο, ο δήμιος του έβγαλε τα μάτια και έμεινε τυφλός.
Τυφλώθηκε.
Τα μάτια μάλιστα τα βγάζαν με ειδικό τρόπο και τα βάζαν σε μία λεκάνη με νερό και εκτίθεντο δημόσια για παραδειγματισμό, για να μην ξανατολμήσουν να κάμουν το ίδιο κακό και την ίδια αμαρτία.
Αν υπήρχαν τέτοιες τιμωρίες τώρα δεν θα είχαμε κλέφτες, ούτε αναρχικούς ούτε χούλιγκανς ούτε τίποτα, κανέναν.
Λοιπόν, είναι βάρβαρο αυτό που λέμε, απλώς το αναφέρουμε σαν παράδειγμα.
 Αυτοί κατέφυγαν, λοιπόν, σε μια εκκλησία, σε ένα μοναστήρι παραθαλάσσιο εκεί, που υπήρχε την
εποχή εκείνη, σε μία Παναγία η οποία ονομαζότανε Κασσιοπεία, Παναγία η Κασσιοπεία.
Οσοι είναι από εκείνα τα μέρη πιθανόν βέβαια να τη γνωρίζουν.
Πήγαν λοιπόν σε εκείνο το μοναστήρι και ζητούσαν από την Παναγία, μαζί με τη μητέρα που είχε πάει ο Στέφανος, βοήθεια, συνδρομή, όσο το δυνατό περισσότερη και μεγαλύτερη.
Το βράδυ τους έβαλαν μέσα στην εκκλησία λίγο να κοιμηθούν, να ξαποστάσουν.
Και όπως λαγοκοιμόταν, γιατί μέσα στους φρικτούς του πόνους δεν μπορούσε να κοιμηθεί καλά ο
Στέφανος, αισθάνθηκε κάποιο χέρι να ακουμπάει τα μάτια του.
Και ξαφνικά βλέπει μπροστά του μία γυναίκα να αστράφτει μέσα στο φως.
Εκθαμβος και έκπληκτος για αυτό που έβλεπε, να του χαμογελάει γλυκά, ήρεμα, καλά και να εξαφανίζεται.
Βλέπει λοιπόν τα καντήλια αναμμένα.
Βλέπει την εικόνα της Παναγίας.
- Μάνα, φωνάζει, μάνα... Τα καντήλια είναι αναμμένα. Βλέπω την Παναγία.
- Αντε, άφησε με ήσυχη, του λέει, τώρα μες τον..
Την ξύπνησε λοιπόν και της είπε ότι
- Μάνα βλέπω.
Και εκείνη έκπληκτη όταν τον κοίταξε στο πρόσωπο διαπίστωσε ότι το παιδί της είχε δυο καταγάλανα μάτια, υπέροχα και ωραία.
Ενώ το παιδί της, πριν τυφλωθεί, είχε μάτια μαύρα.
Η Παναγία του χάρισε μάτια καταγάλανα.
Βέβαια με τις φωνές ξύπνησαν οι μοναχοί, έγινε θόρυβο πολύς και ο θόρυβος αυτός ακούστηκε σε όλην την Κέρκυρα και αμέσως τους εκάλεσε ο έπαρχος της περιοχής εκείνης, ο οποίος είδε τα νέα μάτια στις κόγχες του Στέφανου και θαύμασε βέβαια και απόρησε αλλά είδε και τα σημάδια κιόλας από το κάψιμο.
Περίεργος λοιπόν φωνάζει το δήμιο και τον ρωτάει:
- Τι έγινε;
Πώς δηλαδή αυτό το πράγμα συνέβη;
Λέει:
- Αρχοντα, εγώ έκανα το καθήκον μου και έβγαλα τα μάτια του παιδιού και θα σου φέρω τη
λεκάνη με τα μάτια του.
Και φέρνει λοιπόν τη λεκάνη και βλέπουν μέσα εκεί πράγματι να υπάρχουν δυο μαύρα μάτια.
Το θαύμα της Παναγίας είχε γίνει.
Και είχε γίνει μέσα στο Ναό, μέσα στην Εκκλησία.
Και εμείς δεν έχουμε μάτια.
Τα δικά μας τα μάτια, τα μάτια της δικής μας ψυχής είναι κλειστά και δεν μπορούμε να δούμε το μεγάλο αυτό θαύμα που γίνεται κάθε φορά που βρισκόμαστε στη Θεία Λειτουργία.
Δεν έχουμε μάτια τέτοια.
Για αυτό λοιπόν μας φαίνονται πολλά πράγματα περίεργα από αυτά που λέγονται και ακούγονται εδώ και μπορεί να μας πιάσει και ύπνος σε αυτήν την ανάλυση που κάνουμε για τη Θεία Λειτουργία.
Εδόξασεν τον Θεόν.
Το θαύμα αυτό είναι γραμμένο σε ένα βιβλίο που λέγεται "Εμφανίσεις και Θαύματα της Παναγίας" της Ιεράς Μονής Παρακλήτου.



Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 1992

31 Η άνωθεν ειρήνη μετά τού θείου ελέους

Παπα-Δανιήλ, Παπα-Γεδεών και Ράπισμα εξ ουρανού

Στη σελ.190 μας λέει για έναν μεγάλο ασκητή, τον παπά Δανιήλ, τον ησυχαστή, μέγας ησυχαστής στη σπηλιά του Αγίου Πέτρου του Αθωνίτου.
Ητο ένα λειτουργικό πνεύμα, μια φλόγα πυρός η οποία άρχιζε από τη γη και τελείωνε στον ουρανό.
Εχάνετο στα βάθη και στα ύψη του ουρανού.
Αυτόν συμβουλευόταν ο Γέροντας και παππούς δικός μας Ιωσήφ για πολλά χρόνια.
Σε αυτόν μπορούσε να εφαρμοστεί εκείνο που ήταν και που είναι γραμμένο στον ψαλμό "Ο ποιών τους Αγγέλους Αυτού πνεύματα και τους λειτουργούς Αυτού πυρός φλόγα".
Λειτουργούσε καθημερινώς και η Λειτουργία ήταν πραγματικά μια μυσταγωγία, μια όντως κατάβασις του ουρανού στη γη και μια ανάβασις σε αυτόν για αυτόν που παρευρίσκονταν σε αυτήν τη Θεία Λειτουργία, ένας, δύο, τρείς, από τη γη στον ουρανό. Λέγεται ότι για να διαρκεί περισσότερον χρόνον η Θεία Λειτουργία, τελούσε τη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου ολόκληρο το έτος και όχι του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου του οποίου την μνήμην αύριο εορτάζουμε.
Και διάβαζε τις ευχές πολύ αργά και με πολύ νόημα.
Δεν εβιάζετο.
Αλλωστε γιατί να βιαστεί;
Ολος ο χρόνος ήτο δικός του.
Οταν ήρχετο η κατάνυξις, και πότε δεν ήρχετο;, σταματούσε τις ευχές και τις εκφωνήσεις και έκλαιγε
συνεχώς και αδιαλείπτως με ευφρόσυνα δάκρυα.
Για 60 ολόκληρα χρόνια λειτουργούσε καθημερινά και αδιάλειπτα.
Μία φορά στα 60 χρόνια δεν παρέλειψε τη Θεία Λειτουργία, ούτε και τις Μεγάλες Σαρακοστές που τελούσε 5 Προηγιασμένες, Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή.
Κάθε Θεία του Λειτουργία διαρκούσε πάρα πολλές ώρες.
Τόση ήτο η κατάνυξη που είχε ώστε δεν έλεγε "Δι'ευχών", δηλαδή για να τελειώσει τη Θεία του Λειτουργία, εάν δεν εγίνετο το χώμα του Ιερού Βήματος, εκεί μπροστά στην Αγία Τράπεζα που πατούσε, διότι δεν είχε μάρμαρα και καλλίγραμμες πέτρες, όπως έχουν οι δικοί μας οι ναοί τώρα, εάν δεν εγίνετο το χώμα εκείνο λάσπη από τα δάκρυα τα πολλά.
Και αμέσως απεσύρετο στην ησυχία για μια, δυο ώρες, για να μη χάσει την κατάνυξη και τις πλούσιες του ουρανού Τριαδικές δωρεές.
 Από αυτούς που λειτουργούσαν καθημερινώς ήταν και ένας άλλος Ιερομόναχος, ο παπα-Γεδεών ο Καυσοκαλυβίτης, ο οποίος έκανε και πάρα πολλά σαρανταλείτουργα για τους κεκοιμημένους.
Είπαμε την προπερασμένη Κυριακή την αξία που έχει ένα σαρανταλείτουργο για τον κεκοιμημένο.
Είχε δώσει, πριν καρεί μοναχός, ως εργάτης στο Αγιον Ορος, την υπόσχεση να γίνει μοναχός.
Αθέτησε όμως την υπόσχεση.
Ηταν εργάτης και έφυγε.
Πήγε στον κόσμο.
Πήγε στο χωριό του.
Και μια μέρα, ένα πρωινό, επήγαινε στην Εκκλησία, δέχτηκε ένα αόρατο ράπισμα, μπάτσο στο πρόσωπο.
- Δεν είναι η θέσις σου εδώ, ακούστηκε μια φωνή από τον ουρανό.
Εγκατέλειψε τον κόσμο και τη ματαιότητα και πήγε και ασκήτεψε στην καλύβη του Αγίου Ακακίου.
Αυτό όμως το ράπισμα του παπα-Γεδεών του Καυσοκαλυβίτη μου θυμίζει μια άλλη περίπτωση.
Οπως μου την διηγήθηκαν βέβαια έτσι περίπου θα σας την πω και εγώ.

Ενας άλλος ιερεύς, σε μια ηλικία περίπου 35 με 40, ήτο αμελής στα καθήκοντά του και στα πρωινά και στα βραδινά και προπαντός βέβαια στη Θεία Λειτουργία και άρχισε έτσι σιγά σιγά να ξεπέφτει
ψυχικά.
 Μια φορά, στη Θεία Λειτουργία και στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων άρχισε να χασμουριέται.
Σταμάτησε τις ευχές και άρχισε το χασμουρητό.
Οπότε δέχεται ένα Χρατς..... δυνατό, εδώ στο πρόσωπο, ο θόρυβος του οποίου ακούστηκε στο λίγο εκκλησίασμα που υπήρχε γιατί ήταν Σάββατο πρωί.
Συγχρόνως όμως ακούστηκε και μια φωνή αυστηρή να του λέει:
- Ε, φτάνει πια. Ολο θα κοιμάσαι; Φρόντισε την αιμορραγία της ψυχής σου να τη σταματήσεις. Το
μάγουλό του ήταν για μέρες κατακόκκινο, με φανερές όπως λένε τις δαχτυλιές επάνω.
Η λέξις αιμορραγία του έφερνε στο νου συχνά, στο νου, στην καρδιά, στην ψυχή του μέσα την αιμορρούσα γυναίκα, της οποίας από τότε κάθε μέρα το Ευαγγελικό ανάγνωσμα το διάβαζε. Την περασμένη και εμείς Κυριακή, διαβάσαμε και εμείς μαζί με την ανάσταση της θυγατρός του Ιαείρου και την θεραπεία της αιμορρούσης γυναικός, της μετέπειτα Αγίας Βερονίκης.
Και κάμαμε μάλιστα πάνω σε αυτό το ανάγνωσμα και ορισμένα σχόλια.
Ετσι λοιπόν από τότε ο ιερεύς, μας λέγουν, ότι απέκτησε τον ίδιο φόβο.
Οπως η αιμορρούσα τρέμοντας ακούμπησε έτσι το χέρι της πάνω στο χιτώνα του Κυρίου, στην άκρη του χιτώνος και "παραχρήμα εξηράνθη η πληγή" επί λέξει, όπως μας πληροφορεί το ιερόν Ευαγγέλιον, θα μπορούσα να πω και εγώ κάθε ψυχή που μπαίνει μέσα στο ναό για να λειτουργηθεί είναι μια αιμορρούσα ψυχή, μια αιμορρούσα γυνή, σαν την Αγία Βερονίκη, αλλά αιμορρούσα εκ της
αμαρτίας.
Μπαίνει στον Ιερό Ναό, εδώ υπάρχει έλεος, αγάπη, στοργή.
Μέσα στη Θεία Λειτουργία δίνεται πλουσιοπάροχα η Τριαδική Χάρις και η ευλογία του Κυρίου μας.
Μέσα στο Ναό υπάρχει θεραπεία.
Και μετά τη Θεία Κοινωνία, όχι μόνο αγγίζουμε την άκρη του ιματίου αλλά εσθίομεν το Σώμα Του το Πανάγιον και πίομεν το Αίμα Του.
Και να λοιπόν η ένωσις, η χαρά, η ζωή, η ανάτασις, η ανάστασις.
Λαχτάρα μας λοιπόν είναι να Τον γνωρίσουμε, να Τον αγγίξουμε, να Τον γευτούμε.
Ολα αυτά τώρα γιατί τα είπα;
Γιατί κάτι σχετικώς έλεγε ο ιερεύς εκείνος ο οποίος έφαγε αυτό το ράπισμα και το οποίον μου το μετέφεραν και εμένα.
Ελεγε λοιπόν ότι:
- Ετσι και εγώ μπαίνω μέσα στο Ναό σαν την αιμορρούσα γυναίκα. Νιώθω το ράπισμα και την αιμορραγία της ψυχής μου. Ζω το ίδιο πράγμα. Ενα πλησίασμα, μια ένωση και έναν σεισμό από το ράπισμα.
Μόλις έμπαινε στο Ναό, ερχόταν η ώρα της μεταβολής των Τιμίων Δώρων του μεγάλου αυτού θαύματος και ζούσε το ίδιο πράγμα.
Εμείς βέβαια δεν το ζούμε.
Το μικρό μας μυαλό δεν τα χωράει αυτά και όμως υπάρχουν και γίνονται.
Και πρέπει να ζούσε με τέτοια πίστη ώστε αυτά τα γεγονότα να περνάν μέσα μας σα μια πραγματικότητα.
Η γυναίκα η αιμορρούσα και κάθε πονεμένος άνθρωπος τρέχει αμέσως να κάνει προσευχή, να παρακαλέσει, να πιάσει το ράσο, το Πετραχείλι του Ιερέως, να ικετεύσει.
Εδώ όμως στο Ναό τρέχει ο Χριστός κοντά μας, ταπεινώνεται πολύ, ζητά να συναντήσει όχι μόνο τον αμαρτωλό παπά τον ανάξιο, αλλά και όλους μας, και μας διακονεί και μας υπηρετεί και μας λειτουργεί και είπαμε τι θα γίνει στη Βασιλεία των Ουρανών, πώς θα ζηστεί λέντιον(;) πώς θα μας βάλει αναπαυτικά.



Ο Νικηφόρος και ο Σαπρίκιος

Στο Μαρτυρολόγιο της Εκκλησίας μας αναφέρεται ένα συνταρακτικό γεγονός.
Αλλοι το έχετε ακούσει και άλλοι πιθανόν όχι.
Πήγαν δυο χριστιανοί, στα χρόνια των μαρτύρων, οι οποίοι είχαν μία διαφορά μεταξύ τους.
Είχαν διαπληκτισθεί, είχαν φιλονικήσει και δεν μιλούσε ο ένας προς τον άλλο.
Ο ένας λεγόταν Νικηφόρος και ο άλλος λεγόταν Σαπρίκιος.
Οι ειδωλολάτρες λοιπόν, κάτω από τη μια καταγγελία, πιάνουν το Σαπρίκιο μαζί με άλλους χριστιανούς και τον κλείνουν στη φυλακή.
Το μαθαίνει ο Νικηφόρος, τρέχει στη φυλακή, πέφτει έξω από τα σίδερα της φυλακής γονατιστός, λέει:
- Σαπρίκιε, συγχώρεσέ με. Αυτήν την ώρα που πλησιάζει το μαρτύριο, συγχώρεσέ με.
- Οχι, λέει, δεν σε συγχωρώ.
Επεμβαίνουν οι άλλοι, οι συναθληταί του μαρτυρίου ας πούμε τρόπον τινά, και του λένε:
- Βρε Σαπρίκιε, συγχώρεσέ τον.
- Οχι, τόσο μεγάλο κακό που μου έκανε, δεν τον συγχωρώ.
Ερχεται η ώρα, τους μαζεύουν τους μάρτυρες σιδεροδέσμιους και τους πάνε στον τόπο του
μαρτυρίου.
Από πίσω ο Νικηφόρος.
- Σαπρίκιε, συγχώρεσέ με.
Τίποτα ο Σαπρίκιος.
- Δεν σε συγχωρώ.
Και όταν έπεσαν τα πρώτα κεφάλια κάτω από τα σπαθιά των δημίων και ήρθε η σειρά του να
ομολογήσει τον Χριστόν για τελευταία φορά και να αποκεφαλιστεί, χάνει το θάρρος του και αρνείται τον Χριστό.
Τον εγκαταλείπει η Θεία Χάρις, γιατί μέσα στην καρδιά του δεν κυριάρχησε η αγάπη, η συγγνώμη, η συγχωρητικότητα.
Είναι ο Νικηφόρος που άκουσε να αρνείται τον Χριστό ο Σαπρίκιος, έτρεξε και πήρε τη θέση του,
ομολόγησε, μαρτύρησε, αποκεφαλίστηκε.
Είναι Αγιος Μάρτυρας της Εκκλησίας μας.
Ετσι λοιπόν ο ένας που είχε μίσος στην καρδιά και σκληρότητα αποδοκιμάστηκε από το Θεό και η θυσία του δεν έγινε δεκτή.
Στερήθηκε της Θείας Χάριτος, δηλαδή της Θείας Δυνάμεως και δεν μπόρεσε να μαρτυρήσει.
Ενώ ο άλλος που είχε αγάπη ευλογήθηκε από το Θεό και η θυσία του έγινε δεκτή.
Αυτό μας διδάσκει και πως οι δικές μας προσφορές και θυσίες στο Θεό δεν γίνονται δεκτές αν μέσα στην καρδιά μας έχουμε την κακία, το μίσος, την ασπλαχνία, τη σκληρότητα, τη μη συγγνώμη.


Η Λυγερή

Μια όμορφη χριστιανοπούλα, μόλις 16 ετών, ουράνιο θα λέγαμε παρθενικό άνθος και καλλονής, κάποτε έριξε τα μάτια της έξω από το παράθυρο του μικρού αγροτόσπιτου και τα μάτια της αυτά
γέμισαν τρόμο.
Οι ειδήσεις βέβαια είχαν φτάσει από πολλές κατευθύνσεις, από πολλές μεριές, για τον όλεθρο και το μεγάλο το κακό που σκορπούσε η απόφασις του Τούρκου σουλτάνου να εξαφανίσει όλους τους χριστιανούς μιας ελληνικής επαρχίας.
Μόλις τους είδε, βέβαια, φώναξε από τρόμο:
- Ερχονται οι Τούρκοι.
Μόνο βέβαια που ήταν μια προειδοποίηση χωρίς καμμιά ελπίδα.
Οι Τουρκαλάδες στρατιώτες από σπίτι σε σπίτι εκτελούσαν το σατανικό τους έργο.
Σκότωναν και έσφαζαν αδιακρίτως μικρούς και μεγάλους.
Κούνησε βέβαια τα αυτιά της για να πνίξει τα ξεφωνητά καθώς γονάτιζε μαζί με την οικογένειά της για να προσευχηθούν όλοι μαζί.
Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα με μια κλωτσιά και το κορίτσι το καημένο τινάχτηκε πετρωμένο από το φόβο:
- Κύριε ελέησον, Παναγία μου.
Και τα δόντια της άρχισαν να χτυπούν από το τρόμο, από τον πανικό.
Σε λίγο βλέπει τη γονατιστή μορφή του πατέρα της να κυλιέται κάτω τρυπημένη από το γιαταγάνι του αξιωματικού και τους στρατιώτες να σφάζουν σαν τραγιά τη μάνα της και τα δυο της τα αδέλφια, τα πιο μεγάλα.
Τη στιγμή που κάποιος σήκωνε το σπαθί για να αποκεφαλίσει και τη μικρή αυτήν την κοπελίτσα, εκείνη δεν φοβήθηκε.
Εκείνη τη στιγμή, αντίθετα, έκλεισε τα μάτια της και κάτι σιγοψιθύρισε:
- Κύριε, συγχώρησε τις αμαρτίες μου, συγχώρησε και αυτούς και δέξε με κοντά σου. Παναγία μου, Κύριε ελέησον.
Η άγρια όμως φωνή του επικεφαλής εκεί αξιωματικού που είχε σκοτώσει τον πατέρα της σταμάτησε το στρατιώτη.
- Οχι, του λέει, σταμάτα.
Αυτήν τη θέλω για μένα.
Σκληρή μορφή, απαίσια.
Την άρπαξε και την πήρε μαζί του.
Το βράδυ που ακολούθησε ήταν γεμάτο αθλιότητα και ντροπή για τη δυστυχισμένη εκείνη κοπελίτσα
των 16 ετών.
Το μεγάλο κακό για αυτήν συνεχίστηκε όταν ο αξιωματικός την παρέδωσε μετά σε 30 στρατιώτες και πλέον που πάνω στο παρθενικό σωματάκι της ξεθύμαναν όλα τα βάρβαρα ένστικτά τους.
Και αυτή μέσα από τους φοβερούς πόνους και τα ψυχικά και σωματικά βασανιστήρια συνεχώς παρακαλούσε την Παναγία και έλεγε:
- Παναγία μου, φτάνει πια. Πάρε με, πάρε με, δεν αντέχω. Χριστέ μου, σώσε με. Κύριε ελέησον.
Ποιος ξέρει τι άλλα έλεγε!
Ηρθαν τα μεσάνυχτα, την εγκατέλειψαν εκεί πεσμένη κάτω στο έδαφος και αυτοί ρίχτηκαν ύστερα από ένα άγριο μεθύσι σε ύπνο.
Σηκώθηκε αθόρυβα και άφησε πίσω της τον καταυλισμό ενώ είχε μια ακατάσχετη αιμορραγία.
Εσείς οι γυναίκες καταλαβαίνετε γιατί.
Βέβαια θάμνοι, αγκάθια, πέτρες στο δρόμο κτλ. ξέσκιζαν τα πάντα τα ήδη ξεσκισμένα, τι να πει κανένας, αλλά αυτή έτρεχε με τον τρόμο μέσα της να της δίνει μια δύναμη φοβερή για να τρέχει, να τρέχει, να τρέχει..., να φεύγει όσο το δυνατό μακρύτερα μπορούσε.
Ωσπου από μακριά βλέπει τη μισογκρεμισμένη Εκκλησία του χωριού της, στην οποία αυτοί βέβαια είχαν βάλει φωτιά αλλά δεν είχε καεί τελείως, και κατευθύνεται προς αυτήν, μπαίνει μέσα
και μπροστά στο μισοτσακισμένο Τέμπλο, μισοκαμμένο, σωριάστηκε κάτω.
Η αιμορραγία συνεχιζόταν και εκείνη σιγά σιγά έσβηνε.
Και ενώ έσβηνε βλέπει ένα πλήθος από λευκοφορεμένες κοπέλες, ουράνιες νυφούλες, λαμπερές σαν τον ήλιο να την πλησιάζουν και να τη σηκώνουν στα χέρια τους απαλά απαλά.
Και ενώ ανέβαιναν ψηλά έλεγαν και έψελναν ανά τρεις φορές πότε το "Κύριε ελέησον", πότε το "Αλληλούια, Αλληλούια, Αλληλούια", πότε το "Αγιος, Αγιος, Αγιος, Κύριος Σαβαώθ", πότε το "Αξιον Εστί" και πολλά άλλα.
Μέχρι που η Λυγερή, έτσι ήταν το όνομά της βρέθηκε στην αγκαλιά του Σωτήρος Χριστού, του Κυρίου και Θεού, του Πλάστου της.



Ο βοσκός που ήθελε να γίνει άρχοντας

Μέσα από την πράξη της Εκκλησίας.
Ζούσε κάποτε, μας λένε τα Γεροντικά, παλιά Γεροντικά, ένας βοσκός που είχε ένα γιο.
Μεγάλωσε αυτό, έγινε παλικάρι, βοσκούσε πρόβατα.
Κατέβαινε πότε στην πόλη να πουλήσουν τα πρόβατα για να σφαχτούν κτλ. και έβλεπε ανθρώπους μεγάλους, πλουσίους, τρανούς, είδε κάποτε το βασιλιά, είδε τον άρχοντα της πόλης.
- Α, λέει, πατέρα. Δεν γίνεται έτσι να βόσκω εγώ πρόβατα και αυτοί να είναι αρχοντάδες. Θέλω να γίνω και εγώ άρχοντας, τρανός, βασιλιάς, πρόεδρος της δημοκρατίας.
- Ε, πάμε, του λέει ο πατέρας.
Η μάνα του του λέει:
- Μην ξεχάσεις τις συμβουλές που σου έδινα μέχρι τώρα.
Η μάνα.
Τι θα πει μάνα!
Οποιος ξέρει...
Φεύγει, λοιπόν, αυτός και περπατάει στο δρόμο και πηγαίνει λοιπόν.
Στο δρόμο συναντάει ένα μάγο.
- Πού πας, του λέει, λεβέντη;
- Πάω, λέει, κάτω στην πόλη να γίνω άρχοντας.
- Α, εύκολο πράγμα, του λέει, άμα ακούσεις αυτό που θα σου πω. Θα σου δώσω ένα χαρτί και θα πας με αυτό το χαρτί τα μεσάνυχτα στο νεκροταφείο της πόλης, της πρωτεύουσας κάτω. Θα ρίξεις το χαρτί σε ένα μνήμα και θα περιμένεις, αυτό το χαρτί που θα σου δώσω εγώ τώρα. Θα'ρθει κάποιος. Μη φοβηθείς, λέει. Θα είναι ο άρχοντας του κόσμου τούτου, ο οποίος θα σε κάνει και σένα άρχοντα. Βέβαια σαν άρχοντα πρώτα θα τον προσκυνήσεις. Εκείνος είναι μεγάλος άρχοντας. Εσύ θα γίνεις πιο
μικρός άρχοντας αλλά άρχοντας.
- Αρχοντας, του λέει, θα γίνω μες στον κόσμο;
- Αρχοντας, του λέει.
Πήρε, λοιπόν, το παλικάρι το μαγικό χαρτί, πήγε το βράδυ στο νεκροταφείο και περίμενε.
Ηρθαν τα μεσάνυχτα.
Παίρνει, λοιπόν, πετάει το χαρτάκι, αυτό που του είχε δώσει ο μάγος, πάνω σε έναν τάφο.
Τη στιγμή, λοιπόν, εκείνη άρχισε να φυσάει αέρας δυνατός, κακό.
Ακούγονταν φωνές σαν να ούρλιαζαν χιλιάδες τσακάλια και λύκοι μαζί.
Ερχόταν ο διάβολος.
Πω, πω... σαν τον είδε από μακριά.
Το παλικάρι φοβήθηκε, έπεσε κάτω από το φόβο του και άρχισε να λέει:
- Πα, πα, πα...
Θυμήθηκε τις συμβουλές της μάνας του.
Τι του είπε η μάνα του;
Τι του έλεγε;
Αν βρεθείς σε κίνδυνο φώναξε "Κύριε ελέησον".
Στη δύσκολη, λοιπόν, εκείνη στιγμή μπροστά στο φόβο του το παιδί φωνάζει:
- Κύριε ελέησον.
Και έκανε το σημείο του σταυρού.
Αμέσως έπαψαν όλα τα ουρλιάσματα και ο διάβολος εξαφανίστηκε.
Ούτε άρχοντας έγινε, ούτε τίποτα.
Την άλλη μέρα τον περίμενε ο μάγος.
Ηρθε λοιπόν το παλικάρι.
- Τι έγινε; του λέει.
- Το και το.
- Α, δεν έκανες καλά, του λέει. Για να με ακούσεις και να γίνει αυτό θα κάνεις το εξής τώρα:
Θα πάς και θα βρεις κανένα παιδάκι που να είναι ξεμοναχιασμένο, μέχρι 5 χρονών, 4-5, θα τ' αρπάξεις και θα πας να το σφάξεις στα μνήματα. Θα του ξεριζώσεις την καρδιά, θα το θάψεις και ύστερα θα μου φέρεις εμένα την καρδιά. Το άλλο βράδυ θα πας πάλι στο νεκροταφείο και θα ρίξεις αυτό το χαρτί πάνω στον τάφο του παιδιού που έσφαξες και το έθαψες. Και τα μεσάνυχτα θα
περιμένεις.
- Τώρα το παιδάκι, λέει το παλικάρι, να σφάξω, να κλέψω παιδί, να το σφάξω, να του ξεριζώσω την καρδιά; Ελα όμως που θέλω να γίνω και άρχοντας, να βασιλεύω σε όλον τον κόσμο. Πώς βασιλεύουν αυτοί και διατάζουν και έχουν πλούτη, έχουν αγαθά;
Μια και δυο λοιπόν το κάνει έργο.
Κλέβει ένα παιδί, το σφάζει και κάνει ό,τι του είπε ο μάγος.
Το βράδυ λοιπόν στο νεκροταφείο.
Ηρθαν τα μεσάνυχτα, πετάει το χαρτάκι πάνω στον τάφο του σφαγμένου παιδιού.
Αρχίζουν πάλι τα ουρλιάγματα, οι φωνές, ο αέρας, αυτό το κακό, άρχισε να τρέμει η γη, έρχονταν
πλέον όχι ο δαίμονας, ο διάβολος αλλά πλήθος δαιμόνων.
Τρόμαξε το παλικάρι.
Και πάλι τρόμαξε και πάλι φοβήθηκε.
Γονάτισε και είπε:
- Κύριε ελέησον.
Μια φορά, δυο φορές, εκατό φορές, χίλιες φορές, τίποτα.
Τα δαιμόνια δεν έφευγαν, τον πλησίασαν, του άνοιξαν το στόμα και μπήκαν όλα μέσα του.

Αυτό λοιπόν αναφέρεται από τους Γεροντάδες στα παλιά Γεροντικά για τα παλιά εκείνα χρόνια.
Ο Θεός ακούει και απαντά στο ένα Κύριε ελέησον ανάλογα με την καθαρότητα και την απλότητα που έχουμε μέσα μας.
Χίλια ύστερα Κύριε ελέησον, αφού έκανες το κακό και την αμαρτία, δεν πιάνουν τόπο.
Το Κύριε ελέησον κάνει θαύματα όταν είμαστε καθαροί.



Ο Αγιος Νεκτάριος

Στα χρόνια μας, τώρα τελευταία, σε έναν Ιερό Ναό, τώρα τελευταία δεν έχει 5-10 χρόνια, έγινε Θεία Λειτουργία ανήμερα της μνήμης του Αγίου Νεκταρίου.
Σε έναν Ναό εδώ στον Πειραιά έγινε αυτό.
Λειτουργούσε ένας Ιερεύς με τον Διάκονό του.
Στο τέλος είπαν το Δι'ευχών, μοίρασαν το Αντίδωρο, έφυγε όλος ο κόσμος.
Οι Ιερείς ώσπου να καταλύσουν, να διπλώσουν τα Αμφια κτλ. άργησαν ο Ιερεύς με το Διάκονο.
Τελικά βγήκαν και εκείνοι και είπαν να βγούν και από το Ναό.
Κάπου θα πήγαιναν.
Τους περίμενε εκεί στην πόρτα όλο αγωνία μια γνωστή και ευσεβής χριστιανή.
Ο Ιερεύς τη γνώριζε, ο Διάκονος λίγο.
Λέει:
- Τι κάνεις εδώ; της λέει. Τι περιμένεις;
- Περιμένω να βγει ο Δεσπότης που λειτούργησε μαζί σας για να πάρω την ευχή του. Το θέλω πολύ. Πούντος; Μα, παπά μου, έλαμπε ολόκληρος, άστραφτε.
Κόκκαλο ο Ιερεύς.
Αλλά ευτυχώς με ευστροφία εκείνη την ώρα της απάντησε:
- Ω, έχει ώρα καημένη που έφυγε από την πλαϊνή πόρτα του Ιερού.
Και η γυναίκα φεύγοντας σταυροκοπιόταν και έλεγε συνέχεια:
- Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον...
Μα τι Δεσπότης ήταν αυτός!
Ο λαός πρέπει να πληροφορείται την αλήθεια γύρω από τα θέματα της πίστεως για να τονωθεί και να καλλιεργηθεί η πίστις αλλά πρέπει και να πληροφορείται τι γίνεται στον κόσμο.







Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 1992

30 Ευλογημένη η βασιλεία Τού Πατρός καί τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος,...αμήν.5.11.1992

Ο Αγγελος Φύλακας στην Αγία Τράπεζα

Γιατί στο Ιερό Τέμπλο που χωρίζει τον κυρίως ναό από το Αγιο Βήμα έχουμε δεξιά και αριστερά στις θύρες τις πλαϊνές του Αγίου Βήματος τους δύο Αρχαγγέλους, Γαβριήλ και Μιχαήλ τον Αρχάγγελο;
Για να φυλάνε το Ιερό.
Είναι Αγγελοι φύλακες, ακοίμητοι φρουροί των Αγίων, Αγγελοι φύλακες και ακοίμητοι φρουροί στα Αγια των Αγίων.
Ετσι τους τοποθέτησε η Εκκλησία μας δεξιά και αριστερά.

Κάποτε ένας ιερέας μου διηγήθηκε τα εξής:
Οταν μπήκε μια φορά στην Εκκλησία, βράδυ, ήταν λίγο αργούτσικα, είχε ξεχάσει κάτι, έπρεπε οπωσδήποτε να το πάρει και ήρθε στην Εκκλησία, την ξεκλείδωσε από εκεί και μπήκε μέσα, ήταν σκοτεινά.
Από την Ωραία Πύλη, από εδώ, που την είχε αφήσει, την είχε ξεχάσει ανοιχτή την Ωραία Πύλη, δεν είχε τραβήξει την κουρτίνα, δεν είχε αυτά και τα δύο μονόθυρα, βλέπει έναν αστραφτερό Αγγελο με ξίφος στα χέρια, όλο φωτιά ήταν δηλαδή, από φωτιά το ξίφος του, να στέκεται δίπλα στην Αγία Τράπεζα.
Τρόμαξε τόσο πολύ που τράπηκε σε φυγή, φοβήθηκε.
Φτάνοντας στο Νάρθηκα, γιατί ο ναός ήταν μεγάλος, μια φωνή εκεί:
- Στάσου.
Στάθηκε λοιπόν, κοκκάλωσε.
Μαρμάρωσε, όχι κοκκάλωσε.
Πώς δεν έπαθε και συγκοπή καρδίας;
- Μη φοβάσαι, του λέει πολύ γλυκά η φωνή, είμαι ο Αγγελος φύλακας του ναού. Οταν μία Τράπεζα σε ένα ναό καθαγιάζεται και γίνεται Αγία, ο Κύριος, ο Παντοκράτωρ, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και ο Κύριος των κυριευόντων, τοποθετεί έναν ακοίμητο Αγγελο φύλακα δίπλα στην Αγία Τράπεζα.
Και συνεχίζει ο Αγγελος.
Και αυτά τα έλεγε καθ' όν χρόνον εκείνος ήταν ακίνητος εκεί.
- Ελα, του λέει.
Τα άκουγε με την πλάτη, εν τω μεταξύ, την φωνή την άκουγε αλλά ήταν με την πλάτη.
Και συνεχίζει με ακόμα πιο γλυκειά φωνή ο Αγγελος.
- Ελα, του λέει. Γύρισε, κλείσε σε παρακαλώ την Ωραία Πύλη που ξέχασες ανοιχτή.
 Ο Αγγελος είπε στον παπά "Σε παρακαλώ".
Πόσοι από εμάς λέμε στο σύντροφό μας, στο παιδί μας, στον αδελφό μας "Σε παρακαλώ";
Πόσοι;
Γυρίζει ο παπάς, του είχε φύγει βέβαια ο φόβος και ο τρόμος και δεν βλέπει πλέον τον Αγγελο.
Προχωράει δισταχτικά, αλλά πλέον χωρίς φόβο, με σεβασμό, πατώντας έτσι στα νύχια και τρέμοντας πιάνει την Ωραία Πύλη και σιγά σιγά την κλείνει.
Μέσα του όμως άρχισε να αναρωτιέται:
- Ε, παπά, ήταν φαντασία σου. Μήπως τα είδα στον ύπνο μου; Μπας και ονειρευόμουν; Μήπως τα φαντάστηκα; Μπας και έχω παραισθήσεις;
Η απάντηση όμως.
Ακούει μυριάδες φωνές Αγγέλων να ψάλλουν το Αξιον Εστί.
Ο Ναός ετιμάτο προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Παναγίας.
Δεν άντεξε στο άκουσμα την γλυκειάς αυτής αγγελικής ψαλμωδίας και λιποθύμησε.
Επεσε κάτω.
Οταν συνήλθε, ύστερα από λίγο, πήγε σπίτι του και δεν μίλησε.
Υστερα από 15 χρόνια μου το διηγήθηκε.
Αυτή τη στιγμή και κάθε στιγμή και εδώ μέσα σε αυτόν τον ναό δίπλα στην Αγία Τράπεζα, όπως και σε κάθε ναό δίπλα στην Αγία Τράπεζα, υπάρχει ένας Αγγελος που εμείς δεν τον βλέπουμε αλλά εκείνος μας παρακολουθεί σιωπηλά.



Ο ιερεύς που άστραψε το πρόσωπό του

Ελεγε κάποιος Ιερεύς ότι είχε δει κάποτε τον Γέροντά του σε αυτή τη στιγμή στο Αγιον Ορος.
Οταν εκείνος ύψωσε το Ευαγγέλιο για να πει το "Ευλογημένη η Βασιλεία", το πρόσωπό του άστραψε από μία ανέκφραστη ωραιότητα, τα μάτια του διάφανα και λαμπερά, δύο απέραντες και χαριτωμένες γαλάζιες θάλασσες, το μέτωπο και τα χείλη του ακτινοβόλα από χερουβεικόν φως.



Οι Αλήθειες του Θεού και τα άστρα του ουρανού

Αυτή τη διδασκαλία λοιπόν για την Τριαδικότητα του Θεού, για το απρόσιτον της ουσίας του Θεού, για την αδιαίρετο φύση Του, για τα υποστατικά ιδιώματα των Τριών Προσώπων κτλ. απασχολούσαν μέρα νύχτα έναν διάσημο ηγούμενο σε ένα μοναστήρι.
Ενα βράδυ λοιπόν ο ηγούμενος κουρασμένος όπως ήταν από τη μελέτη, από το στοχασμό, από την προσευχή, από την έρευνα που έκανε γύρω από αυτά τα πράγματα που αφορούσαν το Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος ή τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, βγήκε έξω από το μοναστήρι και περπατούσε
έτσι, έκανε βόλτα, απολαμβάνοντας την ησυχία της νύχτας και λέγοντας την ευχούλα.
Περπατώντας όμως απομακρύνθηκε από το μοναστήρι και ύστερα από μισή ώρα περίπου συνάντησε ένα μανδρί με πρόβατα.
- Μπα, λέει. Εχουμε, λέει, τόσο κοντά στο μοναστήρι μανδρί με πρόβατα και δεν το ξέρω; είπε μέσα του.
Πρόσεξε όμως και τον τσομπάνη του κοπαδιού ο οποίος έκανε κάτι περίεργο.
Εκανε.. και ύστερα έσκυβε.
Κάτι έπιανε κάτω στη γη.
Αυτό το έβλεπε συνέχεια, αρκετή ώρα το έκανε.
Πλησίασε, πήγε κοντά, ο ηγούμενος περίεργος και ρώτησε:
- Ανθρωπε του Θεού, λέει, τι κάνεις εδώ μες στη νύχτα;
- Α, λέει, Πάτερ μου, μετράω τα άστρα και γράφω κάτω στο χώμα λέει πόσα μέτρησα, ύστερα σηκώνω ξανά το χέρι μου και ξαναμετράω 1, 2, 3, 4, 5..., μετράω εκατό, διακόσια περίπου, τα ξαναγράφω και μετά, λέει, κάνω πρόσθεση, λέει, στο τέλος.
Δεν τον άφησε να προχωρήσει και ξανά πάλι φτου και από την αρχή.
- Μα, ευλογημένε, του λέει, μετριούνται τα άστρα;
- Αυτά, του λέει, είναι εκατομμύρια εκατομμυρίων, μπορείς να τα μετρήσεις τα άστρα;
- Μα και οι Αλήθειες του Θεού που εσύ μετράς και ψάχνεις μετριούνται, χωράνε στο μυαλό, Πάτερ μου;
Και ευθύς αμέσως ο τσομπάνος και το μανδρί εξαφανίστηκαν από μπροστά του.
Με σκυμμένο το κεφάλι και τεταπεινωμένος ο ηγούμενος γύρισε στο μοναστήρι.
- Καλά να πάθω, καλά να πάθω, έλεγε. Οι Αλήθειες του Θεού δεν μετριώνται. Δεν ερευνώνται, δεν ανακαλύπτονται με το μυαλό, αλλά αποκαλύπτονται μέσα στον καθαρό και φωτισμένο νου,
εντός της κεκαθαρμένης και τεταπεινωμένης καρδίας. Και αν θέλουμε να κάνουμε κάποια ερμηνεία σε ένα κομμάτι της Αγίας Γραφής, θα το κάνουμε πάντοτε με βάση τους Πατέρες της Εκκλησίας. Δεν θα το κάνουμε αυθαίρετα, όπως κάνουν οι αιρετικοί, όλοι οι προτεστάντες και προπαντός οι ιεχωβάδες.



Ταπεινό φρόνημα και υπερηφάνεια

Κάποτε ένας δραστήριος Ιερεύς σε μια επαρχιακή πόλη είχε πλούσια εξωτερική δράση.
Και από μέσα του είχε μια απορία:
- Ποιος άλλος κληρικός δουλεύει σαν και μένα; Η δική μου είναι μεγαλύτερη, έλεγε και ομολογούσε.
Πόσα έργα έστω και πνευματικά έχει κάνει ο Πατήρ Αμφιλόχιος ο Μακρής; όταν ο Πατήρ Αμφιλόχιος ήταν ζωντανός.
Αυτό σημαίνει ότι η ιστορία μας είναι λίγο παλιά.
Εχει μια εικοσαετία.
- Ε, και περισσότερη εργασία κάνω και από τον Πατέρα Φιλόθεο τον Ζερβάκο και από τον τάδε, και από τον τάδε, και από τον τάδε...
Και ανέφερε μερικούς ακόμα που είναι ζωντανοί, να μην τους πούμε.
Ενα βράδυ λοιπόν κοιμόταν.
Και όπως κοιμόταν ξυπνάει.
Τρόμαξε.
Κάτι μέσα του, του είπε να σηκωθεί.
Δεν τον φώναξε κανένας, μια δύναμις ακατανίκητη.
Συμβαίνει καμμιά φορά.
Σηκώθηκε, και σαν αυτόματο ντύθηκε, έβαλε το καλιμαύκι του, κοιτάζει την ώρα, ήταν 2 και μισή τη νύχτα.
Βγαίνει έξω, σαν ρομπότ, σαν κάποιος να τον κατηύθυνε, πηγαίνει προς το Μητροπολιτικό Ναό και ερχόταν από την πλευρά του Ιερού.
Ο δρόμος ήταν έτσι και έπρεπε να κάνει μία στροφή κατά αυτόν τον τρόπο και να βρεθεί από το μπροστινό μέρος του Ναού.
Αυτός κλειδιά δεν είχε μαζί του.
Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα της Εκκλησίας βλέπει από το μέσον μέρος της πόρτας να φεύγει φως το οποίον φώτιζε το εξωτερικό μέρος αλλά όλη την πόρτα, όλο, και να είναι κάποιος χριστιανός μπροστά, έτσι με σταυρωμένα τα χέρια, και σαν να προσεύχεται.
Τον είδε από την άκρη του Ναού όπως τον κοίταξε.
Περίμενε.
- Μπα, λέει, φως. Τι φως είναι αυτό και φέγγει μόνο αυτό;
Δεν έβλεπε τίποτα.
Εν τω μεταξύ ο ουρανός ήταν σκοτεινιασμένος, μαύρα σύννεφα, φαίνεται ήταν έτοιμο να βρέξει,
ήταν χειμώνας, έκανε πολύ κρύο και δεν υπήρχε κανένας άλλος έξω.
Σε λίγο έκανε το σημείο του σταυρού ο χριστιανός εκείνος και άνοιξε η πόρτα.
Και μπήκε μέσα.
Τρέχει λοιπόν και αυτός από πίσω σιγά σιγά, μπήκε και αυτός μέσα.
Δεν κοίταξε πίσω του.
Ηρθε ο χριστιανός και πήγε μπροστά στο Τέμπλο, εκεί στην εικόνα του Χριστού, γονάτισε, σταύρωσε τα χέρια του και άρχισε να προσεύχεται.
Αυτός πήγε και έκατσε εκεί σε μια γωνιά, σε μια κολώνα εκεί και τον παρακολουθούσε σιωπηλά.
Τον έβλεπε να προσεύχεται.
Σε λίγο ο Ναός φωτίζεται με ένα παράξενο φως.
- Α, λέει. Τα φώτα άναψαν. Τα φώτα δεν άναψαν. Οι πολυέλαιοι ήταν σβηστοί. Απορία. Παρακολουθεί πάλι. Τον βλέπει σε λίγο το χριστιανό, ένα, ενάμισι μέτρο πάνω από το έδαφος. Γούρλωσε τα μάτια του ο παππούλης, δεν μίλησε, περίμενε εκεί.
Στο τέλος τον βλέπει πάνω στη γη, σβήνει, χάνεται σιγά σιγά αυτό το φως πολύ απαλά, λευκό, πιο λευκό από το λευκό και πιο λαμπερό από τη λαμπρότητα του ηλίου.
Σβήσανε όλα, όμορφα, ωραία, ήσυχα, ήρεμα, γαλήνια.
Σηκώθηκε ο χριστιανός και είπε:
- Δι' ευχών των Αγίων Πατέρων ημών Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς.
Αμήν.
Με το Αμήν Μπουμ.... ακούγεται μια βροντή φοβερή, άστραψε ο κόσμος.
Αληθινή βροντή όμως.
Αστραψε τα πάντα ο ουρανός.
Μαρτύρησε την αλήθεια του γεγονότος, την πνευματική λατρεία αυτού του ανθρώπου.
Εφυγε ο χριστιανός, βγήκε έξω και ο παππούλης.
Βγαίνοντας έξω έκλεισε πίσω του η πόρτα.
Τον παρακολουθεί λοιπόν, τον βλέπει ότι πάει σε κάποιο σπίτι εκεί, κρατάει τη διεύθυνση και τον αριθμό του σπιτιού και επιστρέφει πίσω.
Στο δρόμο πού και πού, άρχισε να ψιλοβρέχει εν τω μεταξύ, πήγαινε γρήγορα, βιαστικά, άρχισε να βλέπει πού και πού κανέναν άνθρωπο.
Αρχισαν οι πρώτοι άνθρωποι να ξυπνούν.
Είχε γίνει ήδη το πρωί, πέντε και μισή, πέντε, πεντέμισι.
Πήγε στο σπίτι.
Δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
Ηταν διαρκώς ανήσυχος.
- Τι συνέβη; Ποιος ήταν αυτός;
Την άλλη μέρα πήγε στη γειτονιά και περπατούσε μπροστά στο δρόμο. Περπατούσε και στεκόταν μπροστά στο σπίτι, ας πούμε Γραβιάς 26.
Ξαναπερνούσε, ξαναπερνούσε.
Τέλος πάντων προσπάθησε να βρει κανένα γνωστό.
Βρήκε πράγματι ένα γνωστό.
Λέει:
- Ποιος κάθεται εδώ πέρα; Για πες μου.
Λέει:
- Τι το θες παππούλη;
- Βρε, τι σε νοιάζει τι το θέλω; Πες μου ποιος κάθεται εδώ πέρα.
Ε, του είπε τέλος πάντων.
Δεν τον ήξερε, δεν τον ήξερε. Λέει:
- Είναι καλός άνθρωπος;
- Καλός άνθρωπος.
- Πηγαίνει στην Εκκλησία;
- Βεβαίως πηγαίνει και αυτός και η γυναίκα του και τα παιδιά του.
- Α, είναι και παντρεμένος. Και τα παιδιά του! Πόσα παιδάκια έχει;
- Εχει 7-8. Θα έχει. Δεν ξέρω κιόλας. Σάμπως τα μέτρησα ποτέ; λέει αυτός.
- Πα, πα, πα...
Τέλος πάντων την παράλλη μέρα κατάφερε με κάποιους γνωστούς να κάνει μια επίσκεψη στο σπίτι. Τον βλέπει, ένας συνηθισμένος άνθρωπος.
Τον κέρασαν εκεί.
Τους ρώτησε μερικά πράγματα.
Ο χριστιανός εξομολογείτο τακτικά, κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων, απλή ήσυχη ζωή, ταπεινή.
Ταπεινή.
Τα κουτσούβελα εκεί γύρω γύρω τρέχαν εκεί ανάμεσα στα πόδια τους χαρούμενα.
Άλλα φωνάζανε, άλλα κλαίγανε. Τα μεγαλύτερα..
- Παιδιά δεν έχετε οι περισσότεροι; Δεν ξέρετε τι γίνεται με τα παιδιά;
- Οπως όλα τα παιδιά όλου του κόσμου και αυτουνού τα παιδιά κατά τον ίδιο τρόπο.
Τον έφαγε όμως από μέσα του η αγωνία.
Ποια είναι αυτουνού η πολιτεία;
Ποια είναι αυτουνού τέλος πάντων η ζωή;
Ποια;
Μια εβδομάδα δεν βγήκε έξω μετά και ύστερα αρρώστησε.
Ο παππούλης αρρώστησε ένα μήνα ολόκληρο.
Μάλιστα.
Και έμαθε ένα μάθημα:
Ουχ εν τω πολλώ το ευ.
Δεν βρίσκεται μέσα στα πολλά το καλό.
Η εργασία του Θεού είναι κρυφή.
Είναι πρώτα από όλα - και το έμαθε από αυτόν - νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, εγκράτεια, Μυστήρια
αλλά πάντα όμως με ταπεινό φρόνημα, με ταπεινό φρόνημα.
Οχι ποιος δουλεύει σαν και μένα, όχι ποιος κάνει προσευχή σαν και μένα.
- Κοίταξε μές στο λεωφορείο τώρα κανένας δεν κάνει προσευχή, ε; Ποιος λέει τώρα την ευχή όπως τη λέω εγώ; Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με... Δεν την λέει κανένας άλλος, τη λέει;
Να κοίταξε εδώ γύρω γύρω. Τι λέει κανένας άλλος; Δεν τη λέει.
Μόνο εγώ τη λέω. Είμαι ή δεν είμαι τώρα;
Να, κάτι τέτοιες κουταμάρες κάνετε.
Λοιπόν, καρδιά συντετριμμένη και τεταπεινωμένη.
Εμαθε λοιπόν ότι στους ταπεινούς δίδει ο Θεός την Χάριν.
Γιατί Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε, δίδει την Χάριν.
Εμαθε ότι μακάριοι είναι μόνον οι πτωχοί τω πνεύματι, οι ταπεινοί και οι έχοντες καρδίαν καθαράν. Αυτοί, οι πτωχοί τω πνεύματι και οι καθαράν την καρδίαν, αυτοί και μόνον, τον Θεόν όψονται καθώς εστί.
Αυτός ο χριστιανός με τη δική του ταπεινή, αφανή πολιτεία και μέσα στην πολυτεκνία, μέσα από το βάρος και τις δυσκολίες και τις θλίψεις και τις στεναχώριες της ζωής και με το σταυρό τον πολύπλευρο που σήκωνε και με τις αρρώστιες, γιατί υπήρχαν και τέτοια πράγματα, ζούσε τη Βασιλεία του Θεού, την ευλογημένη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου
Πνεύματος.
Αμήν.