Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 1992

35 Η Θεία Λειτουργία. Οι περιστάσεις τής ζωής καί η Θεία Λατρεία

Η έκσταση του ιερέα και του Γιαννάκη

Πριν από πολλά χρόνια, προ του 1940, στο Βόλο μια Μεγάλη Σαρακοστή γίνονταν μία Θεία Λειτουργία, ημέρα Κυριακή.
Τη Μεγάλη Σαρακοστή την Κυριακή τελούμε τη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου.
Μέσα στο Ιερό Βήμα υπηρετούσε ένας μικρός τότε, νεαρός στην ηλικία, εκείνη την εποχή θα πρέπει να ήταν 10-12 χρονών περίπου, δεν θυμάμαι ακριβώς.
Το μικρό του το όνομα αυτού του παιδιού ήταν Γιάννης.
Ενας ευλαβής ιερεύς προπολεμικά έκανε τη Θεία Λειτουργία και όταν έφτασε στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, γονάτισε ο ιερεύς και ύψωσε, ακούμπησε τα χέρια του στην Αγία Τράπεζα και όπως ήταν έτσι κοίταζε ψηλά και στο βάθος.
Παρέμεινε εκεί. ιεροψάλτης είπε μια φορά το "Σε υμνούμεν", το είπε δεύτερη φορά, το είπε τρίτη φορά.
Ο κόσμος όλος συγκινημένος.
Τότε δε γονάτιζαν οι πιστοί.
Είχαν σκυμμένα τα κεφάλια μέχρι το έδαφος και αναλύθηκαν όλοι μέσα στο ναό σιγά σιγά σε λυγμούς, διότι η ώρα περνούσε και ο ιερεύς δεν έλεγε "Εξαιρέτως της Παναγίας".
Ο ψάλτης, ο δεξιός, είπε σε κάποιον άλλο να συνεχίσει και πάλι το "Σε υμνούμεν" και μπήκε μέσα στο Ιερό.
Είδε τον ιερέα να βρίσκεται σε αυτή τη στάση, σε έκσταση και το Γιαννάκη πεσμένο κάτω ανάσκελα λιπόθυμο.
Εκανε τον κύκλο.
Μάλλον βγήκε έξω, μπήκε από την άλλη πλευρά.
Έριξε νερό στο πρόσωπο του Γιαννάκη να συνέλθει και την ώρα βέβαια που συνερχόταν ο Γιαννάκης από τη λιποθυμία, εκείνη την ώρα σηκώθηκε και ο ιερεύς.
Του έδωσε ο ιεροψάλτης το θυμιατό και είπε το "Εξαιρέτως της Παναγίας Αχράντου".
Η διάρκεια αυτή κράτησε περίπου τα 20 λεπτά.
Ρώτησαν τον ψάλτη.
Λέει:
- Δεν ξέρω.
Ο παπάς φαίνεται ήτο σε έκσταση.
Ο Γιαννάκης λιπόθυμος.
Ρωτούσαν το Γιαννάκη.
Ο Γιαννάκης δεν απαντούσε τίποτα.
Οπότε τον παρέλαβε και άρχιζε να τον πιέζει με ερωτήσεις μια κοπέλα τότε υποψήφια για μοναχή και σήμερα Ηγουμένη και Γερόντισσα στο μοναστήρι της Παπαδιάς.
Οσοι πάτε καμμιά φορά στο μέρος για επίσκεψη ρωτήστε για αυτό το γεγονός να σας το πει η ίδια με
δικιές της βέβαια λεπτομέρειες, εφ'όσον θελήσει να το πει.
Γιατί ασφαλώς θα υπάρχουν και κάποια άλλα πράγματα τα οποία δεν γνωρίζουμε και δεν έφτασαν σε εμάς.
Τα γνωρίζουν αυτοί.
Αν τα πουν σήμερα ή όχι, αυτό δεν το ξέρω.
Επίεσε λοιπόν το Γιαννάκη και είπε ότι:
- Οταν έφτασε η στιγμή του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων, εμφανίστηκε ο Μέγας Βασίλειος, του οποίου η Θεία Λειτουργία ετελείτο, με όλην του τη μεγαλοπρέπεια, δορυφορούμενος υπό Αγγέλων μέσα στο Αγιον Βήμα.
Μη αντέχοντας να τον δει ο μικρός Γιαννάκης, έπεσε κάτω λιπόθυμος.
Αυτό ήτο.
Ο ψάλτης δεν είδε τίποτα και είδε μόνον ο Γιαννάκης.
Φαίνεται ότι η έκστασις και η παρουσία αυτή, αν συνομίλησε με τον Αγιο και αν είπε τίποτα ο Αγιος ή απλώς παρευρίσκετο Αρχιερεύς στη δική του Λειτουργία όπου ετελείτο από τον ευλαβέστατο εκείνον ιερέα, δεν γνωρίζουμε τίποτα.
Δεν έχουμε καμμία άλλη πληροφορία.
Είναι η μόνη, αυτό το μεγάλο και αληθινό γεγονός, το οποίον σε κάθε Θεία Λειτουργία γίνεται και επαναλαμβάνεται μόνο που τα δικά μας μάτια, τα θνητά, τα σάρκινα, τα αμαρτωλά, τα βρώμικα δεν μπορούν να δουν.

Τα χέρια της γυναίκας που δεν έλιωναν

Εδώ στον Πειραιά, πριν αρκετά χρόνια μεταξύ 1970 και 1974 καθαιρέθηκε ένας κληρικός, ο οποίος βέβαια μετά την καθαίρεση, επειδή ήταν μορφωμένος και συγχρόνως εκπαιδευτικός, εξασκούσε το
επάγγελμα του εκπαιδευτικού, ως κοσμικός, αλλά βέβαια ζήτησε μετάθεση και πήγε στην επαρχία και έμεινε εκεί μακριά.
Κάποιες γιορτές ήρθε να δει εδώ τους δικούς του και πέρασε από τη γειτονιά και μία κυρία τον γνώρισε και λέει σε κάποια άλλη:
- Ξέρει αυτός είναι καθηρημένος.
Αυτός ήταν παπάς και τον καθαίρεσαν.
Και σηκώθηκε η άλλη που μόλις το άκουσε, χωρίς μυαλό μέσα της, σήκωσε τα δυο της τα χέρια και τον φασκέλωσε από πίσω, όπως περπατούσε ο καθηρημένος εκείνος ιερέας.
Δεν πέρασε ένας χρόνος και η γυναίκα αυτή που μούντζωσε πέθανε.
Ηρθε η ώρα της, πέθανε.
Πήγαν στο νεκροταφείο.
Πέρασαν τα τρία χρόνια, εδώ στν Ανάσταση, πέρασαν τα τρία χρόνια και έγινε η εκταφή.
Βγήκε όλη λιωμένη εκτός από τα δυο χέρια, τα οποία ήταν ολόκληρα, ακέραια μαζί με το κρέας, σαν να τα είχαν βάλει στον τάφο εκείνη την ώρα.
Μαύρα ναι αλλά σαν να τα είχαν βάλει εκείνη την ώρα.
Απλώς βάψιμο, σαν να είχαμε μια μπογιά.
Αλλά το κρέας υπήρχε επάνω, δεν είχε λιώσει από μέσα.
Μαύρα, χοντρά, απαίσια στην όψη και με τα νύχια μεγάλα.
Φωνάξαν τον ιερέα του τμήματος εκεί, όσοι είστε από εδώ και πηγαίνετε στην Ανάσταση ξέρετε, διάβασε ευχή, μια, δυο, τρεις, τίποτα δεν έγινε.
Ειδοποιούν τον Μητροπολίτη.
Ηταν πρωινές ώρες.
Τότε ήταν Μητροπολίτης ο Χρυσόστομος στον Πειραιά, ο οποίος αμέσως πήρε το αυτοκίνητο και
ήρθε.
Βάζει το Πετραχείλι και το Ωμοφόριο, διάβασε αρχιερατική συγχωρητική ευχή, δεν έγινε τίποτα. Περίμεναν δηλαδή να γίνει κάτι.
Αλλά δεν έγινε τίποτα.
Ανάμεσα σε αυτούς τους συγγενείς και τους γνωστούς που παρευρίσκοντο στην εκταφή, ήτο και εκείνη η κυρία που ήτο γειτόνισσα και λίγο συγγενής με την πεθαμένη.
Αυτή που της είπε ότι αυτός ο παπάς είναι καθηρημένος.
Και το θυμήθηκε.
Και λέει αυτή:
- Κάτι πρέπει να έχει κάμει με τα χέρια της για να μην λιώνουν.
Και θυμήθηκε αυτή.
- Α, λέει, είναι αυτό.
Και είπε τι έγινε.
Είπε αμέσως να βρεθεί ο καθηρημένος ιερεύς, να βρεθεί.
Και πράγματι, δεν ξέρω για ποιους λόγους ήτο εκεί εκείνες τις ημέρες, μάλλον ήτο προς το καλοκαίρι και είχαν παύση τα σχολεία και ευρέθη τελικά.
Το απόγευμα της ημέρας ήρθε μαζί με τον Δεσπότη ξανά εκεί και παρουσία βέβαια των εκταφέων,
τα άλλα κομμάτια τα είχαν πάρει, εκείνα τα είχαν τοποθετήσει εκεί κάτω τέλος πάντων σε μια ...; τα φύλαγαν, και του είπε
- Κοίταξε να δεις, παιδί μου, εδώ, ό,τι έγινε έγινε τότε αλλά εδώ πρέπει να, πεις... Συνέβη αυτό χωρίς να το ξέρεις, εσύ μπορεί να καθαιρέθηκες αλλά η ιεροσύνη, η χάρις της ιεροσύνης δεν έφυγε,
είναι μέσα σου, κολλημένη και ενωμένη με το είναι σου και με την ψυχή σου.
Συγχώρησέ την.
Πες:
"Λελυμένη και συγκεχωρημένη".
Και ακούμπησε με τα χέρια σου τα χέρια της.
 Οταν είπε "Λελυμένη και συγκεχωρημένη" και πήγε να ακουμπήσει τα χέρια, έλιωσαν.
Αυτό έγινε μεταξύ 1970 και 1974, δεν θυμάμαι, παρόντος του ιερέως της εποχής εκείνης και των εκταφέων. Αυτά από πρώτο χέρι. Λοιπόν, ο παππούλης όποιος και αν είναι Λειτουργός Ιερεύς είναι κάρβουνο.
Αν είναι αγιασμένος, είναι αναμμένο θα σας κάψει.
Αν δεν είναι όποιος και αν είναι είναι πάλι κάρβουνο σβησμένο αλλά οπωσδήποτε θα μουντζουρωθείτε.
Ποιος έπιασε κάρβουνο και δεν μουντζουρώθηκε;
Ποιος έπιασε κάρβουνο και δεν κάηκε;
Μετά φόβου και τρόμου στη Θεία Λειτουργία ο παππούλης είναι εις τόπον και
τύπον Χριστού.
Βρίσκεται μπροστά στο φρικτό Γολγοθά και τελεί έστω και ανάξιος την αναίμακτη ιερουργία.



Λευκοί καπνοί

Κάποτε, αδελφοί μου, ένας ιερεύς λειτουργός, τέτοιες αγιασμένες μέρες, μου εδιηγήθη το εξής περιστατικό που συνέβη στη Μεγάλη Είσοδο με τα Τίμια Δώρα στα χέρια, παρουσία βέβαια και πολλών εκκλησιαζομένων χριστιανών.
Ηταν Σάββατο όμως.
Όπως στάθηκε στην Ωραία Πύλη και θα έλεγε "Και εις τους αιώνας των αιώνων" μόνον και από εκεί θα έκανε στροφή για να μπει μέσα χωρίς να κάνει μνημονεύσεις, εκεί έκπληκτος λοιπόν βλέπει καμμιά δεκαριά χριστιανούς, και από άνδρες και από γυναίκες, έτρεξαν γρήγορα κοντά του, έπεσαν εκεί στα πόδια του και άρχισαν να ψαχουλεύουν εκεί το Στιχάρι του, το πάτωμα εκεί να φτιάχνουν, κάτι τέτοια.
Δεν μίλησε όμως, μπήκε μέσα και συνέχισε τη Θεία Λειτουργία.
Μετά το Δι'ευχών και ενώ μοίραζε το Αντίδωρο, ζήτησε εξηγήσεις, λέει:
- Γιατί το κάνατε αυτό εσείς; κτλ.
 Και εκείνοι του απάντησαν ότι γρήγορα γρήγορα έτρεξαν διότι νόμιζαν ότι από το θυμιατό του νεωκόρου είχαν πέσει πάνω στο χαλάκι της Ωραίας Πύλης τα αναμμένα κάρβουνα τα οποία έκαιγαν το χαλί και έβγαζαν καπνό και θέλησαν να τα μαζέψουν.
Αυτά είπαν οι χριστιανοί.
- Είδατε τίποτα;
Λέει:
 - Οχι.
Εκτός από τον καπνό δεν είδαμε τίποτα άλλο.
 Τι ήταν αυτό;
Δεν απάντησε ο Γέροντας.
Αλλά και ο Ιερεύς όμως πηγαίνοντας προςτην Ωραία Πύλη, ενώ έλεγε "Πάντων ημών μνησθείη Κύριος ο Θεός εν τη Βασιλεία Αυτού πάντοτε νυν και αεί" και φτάνοντας για να κάνει αυτή τη στροφή και να φτάσει εδώ, όταν έστρεψε λοιπόν λέγοντας "πάντοτε νυν και αεί" έβλεπε από τη βάση της Ωραίας Πύλης, πριν φτάσει εκεί, να ανεβαίνουν προς τα πάνω πυκνά σύννεφα λευκού καπνού. Αυτά είδαν και οι χριστιανοί και νόμιζαν ότι καίγονταν το χαλάκι από τα καρβουνάκια του θυμιατού του νεωκόρου.
Αλλά ο νεωκόρος ήταν μακριά όμως.
Ο νεωκόρος ήταν εκεί και οι λευκοί καπνοί έβγαιναν μπροστά από την Ωραία Πύλη.
Τι να ήσαν αυτοί οι λευκοί καπνοί;
Αυτούς τους λευκούς καπνούς τους είχε δει και ένας άλλος λειτουργός στο Αγιον Ορος να βγαίνουν από το ίδιο σημείο και πάλι στη Μεγάλη Είσοδο, να απλώνονται σε όλον το Ναό και να τον
πλημμυρίζουν από άρρητη, παράδοξη ευωδία.
Εμοιαζαν σαν λευκογάλανη ομίχλη φωτεινή η οποία απλώθηκε σε όλο το Ναό, τον ευωδίασε, αισθάνθηκαν όλοι την ευωδία, όλοι ρούφηξαν, απόλαυσαν αυτή την ομίχλη, τρόπον τινά την έβαλαν μέσα τους και σιγά σιγά βέβαια εξαφανίστηκε.
Πολλά τα θαυμαστά μέσα σε κάθε Θεία Λειτουργία και θα μπορούσαμε να αναφωνήσουμε "Δόξα τη μακροθυμία Σου, Κύριε" σε εμάς τους αμαρτωλούς και αναξίους.



Δώρα εξ ουρανού
 
Ο Οσιος Ιερομόναχος παπα-Τύχων, Ρώσος την καταγωγήν, ασκήτεψε  για 60 χρόνια στον Αθωνα.
Είχε τη συνήθεια από τη μεγάλη του ευλάβεια στην Παναγία να διαβάζει και να λέει από στήθους πολλές φορές τους Χαιρετισμούς της Παναγίας κλαίγοντας.
Ενα θαύμα της Παναγίας στάθηκε αιτία για να αποφασίσει ο παπα-Τύχων τη μοναχική του αφιέρωση και έτσι να έλθει στο Αγιον Ορος.
Εκοιμήθη το 1968 σε πολύ μεγάλη ηλικία.
Στη Σιβηρία, από όπου καταγόταν, είχαν πολύ στάρι και το ψωμί τους ήταν άσπρο πάντοτε. Περιόδευε λοιπόν στα ρωσικά μοναστήρια όταν ήταν νέος και κάποτε έφθασε στη Μόσχα.
Εκεί έτρωγαν όμως μαύρο ψωμί που δεν το είχε συνηθήσει αυτός για αυτό και δεν μπορούσε να το φάει.
Έτσι έμεινε για πολλές μέρες νηστικός.
Έτρωγε μόνον αποφάγια.
Περνώντας κάποτε έξω από έναν φούρνο βλέπει μια γυναίκα ωραιοτάτη να του προσφέρει ένα κάτασπρο ψωμί και ζεστό. Χρήματα δεν είχε για να πληρώσει ρούβλια.
Μπήκε όμως, αφού η γυναίκα βγήκε από το φούρνο και ξαναμπήκε μέσα, θέλησε να μπει μέσα στο
φούρνο να βρει την γυναίκα αυτή και να την ευχαριστήσει.
- Πού είναι η γυναίκα αυτή, λέει, που μου έδωσε το ψωμί; ρώτησε το φούρναρη.
- Καμμιά γυναίκα, λέει, δεν βγήκε από το μαγαζί μου. Οπως βλέπεις είμαι μόνος. Αλλωστε ούτε και έχω άσπρο ψωμί που κρατάς τώρα στο χέρι σου. 
Ο νεαρός κοίταξε το άσπρο αχνιστό ψωμί που κρατούσε στα χέρια του και βέβαια βούρκωσαν τα μάτια του από ιερή συγκίνηση. 
Τότε μέσα του τον πληροφόρησε ότι αυτό ήτο δώρον της Παναγίας που τον καλούσε κιόλας για να τηνυπηρετήσει.
Ευχαρίστησαν όμως και οι δύο την Υπεραγία Θεοτόκο και ο φούρναρης πήρε ένα κομματάκι για ευλογία.
Με το λευκό αυτό ψωμί ο παπα-Τύχων τρεφόταν σε όλο το διάστημα της μεγάλης εκείνης προσκυνηματικής του περιοδείας.
 Υστερα από αυτό  αποφάσισε να γίνει μοναχός. Ενα τέτοιο φαινόμενο και καλύτερο
και ζωντανότερο είχαμε με τον νέον Αγιο της Εκκλησίας μας, τον
απλοϊκό ποιμένα των απλών προβάτων, τον Αγιο Νικόλαο, τον
παπα-Νικόλα τον Πλανά, ο οποίος θέλησε να λειτουργήσει και περίμενε βέβαια...
Οι γυναίκες που εγνώριζαν ότι θα λειτουργούσε και λειτουργεί κάθε μέρα ότι θα του φέρουν πρόσφορο. Προχωρούσε ο Ορθρος και το πρόσφορο δεν εμφανιζόταν. Πώς τώρα; Τόσα χρόνια έκανε Θεία Λειτουργία και τώρα θα τη διακόψει; Δηλαδή μία μέρα να μη λειτουργήσει; Αυτό του ήταν
αδιανόητο.
Και άρχιζε σα μωρό π αιδί να κλαίει. Δεν είχεπρόσφορο.
Και έκλαιγε.
Δεν μπορούσε να κάνει Θεία Λειτουργία και έκλαιγε.
Και τότε βγαίνει χαρούμενος έξω στον κόσμο κρατώντας ένα μικρό προσφοράκι, τόσο, με τη σφραγίδα επάνω μονάχα, τόσο μικρό όσο φαινόταν μονάχα η σφραγίδα, οι τρεις που χρειαζόταν
για να γίνει η Θεία Λειτουργία.
- Κοιτάξτε, λέει, τι μου έστειλε ο καλός Θεός πάνω στην Αγία Τράπεζα, ένα φρέσκο, μυρωδάτο πρόσφορο.
Ετσι θα συνεχίσουμε και σήμερα Θεία Λειτουργία. Αν και νομίζω ότι ούτε αυτό χρειάζονταν, αφού ήρθε από τον ουρανό, ουράνιο άρτο.
Εγινε ύστερα και η μεταβολή.
Ποιος ξέρει τι Θεία Κοινωνία θα ήταν εκείνη την ημέρα. Αυτά τα Μυστήρια τα ακατάληπτα ζούμε σε κάθε Λειτουργία.
Απλές αιτήσεις
φαίνονται και όμως πόσα μυστήρια αποκαλύπτονται μπροστά στα μάτια μας.






 

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 1992

34 Η Θεία Λειτουργία. Ο ναός, ο λαός καί η πόλις αύτων

Ενας ταπεινός ιερέας που έλαμπε

Ενας Επίσκοπος περιοδεύοντας στην επαρχία του έφτασε ένα Σάββατο βράδυ σε ένα χωριό.
Πρώτη φορά παιρνούσε από εκεί και ζήτησε όταν έφτασε και τον φιλοξένησε ο πρόεδρος του χωριού να δει τον παπά.
Του λένε:
- Είναι στο χωράφι. Δεν ήρθε ακόμα. Υστερα από αρκετή ώρα παρουσιάστηκε μπροστά του, ντυμένος βέβαια με τα ρούχα της δουλειάς, και καταλαβαίνετε σε ποια κατάσταση ήτο.
Δεν έμεινε ευχαριστημένος ο Δεσπότης.
Τον ήθελε πιο ευπρεπισμένο.
Την άλλη Κυριακή, την άλλη μέρα ήταν Κυριακή.
Ετοιμάστηκε ο παπάς για τη Θεία Λειτουργία μπροστά στο Δεσπότη.
Ο Επίσκοπος, ο οποίος θα παρευρίσκετο στη Θεία Λειτουργία οπότε θα την παρακολουθούσε από το Θρόνο τον επισκοπικό και εν συνεχεία από το Ιερό Βήμα θα εύρισκε ασφαλώς πολλά λάθη σε εκείνον τον αγροίκο παπά.
Παράδοξο όμως όταν ο παππούλης έβαλε "Ευλογημένη η Βασιλεία", εκείνος ο ιερεύς σκεπάστηκε από ουράνιο φως που τον θέρμαινε και τον λάμπρυνε ολόκληρο, χωρίς να τον καίει.
Και αυτό μέχρι το "Δι' ευχών", μέχρι το τέλος.
Αφού μοίρασε Αντίδωρο ο ιερεύς στους εκκλησιαζομένους χριστιανούς του χωριού και τελείωσε το μοίρασμα, πέρασε μέσα.
Μέσα ο Δεσπότης πήγε κοντά του και έπεσε στα γόνατα και ζήτησε συγχώρεση για την κατάκριση που έκανε μέσα του για αυτόν και ζήτησε να τον ευλογήσει.
Ο απλοϊκός εκείνος ιερέας σάστισε.
- Πώς είναι δυνατόν, λέει, ο ανώτερος να ευλογηθεί από τον κατώτερό του. Συ ευλόγησέ με Αγιε Δέσποτα.
- Αδύνατον να ευλογήσω εκείνον που στέκεται μέσα στη θεϊκή άκτιστη φλόγα όταν ιερουργεί στο Πανάγιον Θυσιαστήριον. Το έλαττον υπό του κρείττονος ευλογείται, απάντησε ο Δεσπότης.
Και ο ιερεύς ρωτάει:
- Υπάρχει τάχα, Σεβασμιότατε Δεσπότη, παπάς που να τελεί τη Θεία Λειτουργία και να μη κυκλώνεται από το ουράνιο φως;
Αυτή ήταν η απορία του ιερέως, του απλοϊκού εκείνου παππούλη.
Τι να απαντήσει ο Επίσκοπος σε εκείνον τον παπά που έβλεπε το υπερφυσικόν σαν το πλέον φυσικότερο πράγμα μέσα στη Θεία Λατρεία;
Για αυτό θαύμασε και την καθαρότητα και την ταπείνωση και την αγιότητα εκείνου του ιερέως από το χωριό και έφυγε ωφελημένος και διδαγμένος από πάρα πολλά πράγματα.


Ο Επίσκοπος που αμάρτησε και μετάνιωσε

Στο Γεροντικό αναφέρεται η εξής ιστορία.
Ισως να την έχετε διαβάσει, ίσως όχι.
Κάποτε ένας Επίσκοπος έπεσε σε μία μεγάλη αμαρτία.
Την άλλη μέρα ήταν γιορτή.
Πήγε λοιπόν στην εκκλησία που γιόρταζε, που πανηγύριζε, και οπωσδήποτε βέβαια ο πολύς λαός
της Μητροπόλεως θα ήταν συγκεντρωμένος εκεί.
Ανέβηκε στον άμβωνα, έβγαλε το ωμοφόριό του, το σύμβολο της αρχιεροσύνης, το άφησε κάτω και μπροστά σε όλους ομολόγησε το αμάρτημά του και κατέληξε:
- Παραιτούμαι. Είμαι ανάξιος. Φεύγω. Δεν μπορώ. Τα παρατάω. Δεν είμαι άξιος πλέον να σας ποιμαίνω εγώ. Να διαλέξετε έναν καινούριο και να σας ποιμαίνει και να σας λειτουργεί και να
σας κηρύττει και να σας εξομολογεί κτλ.
Και έκανε να κατέβει από τον άμβωνα και να φύγει.
Ο κόσμος λοιπόν επαναστάτησε.
Τον εμπόδισε.
Τον συγκράτησε.
- Στάσου εκεί, του λέει. Δεν σε αφήνουμε. Μείνε στη θέση σου. Τον αγαπούσαν τόσο πολύ.
- Και ας πέσει επάνω μας η αμαρτία σου.
Φοβερό.
Φοβερός λαός αυτός.
Πολλή μεγάλη η αγάπη.
- Εμείς σε θέλουμε για πατέρα, φώναξαν όλοι με μια φωνή.
Συγκινημένος ο Επίσκοπος από την αγάπη του λαού του είπε:
- Αν θέλετε να μείνω, αν και είμαι ανάξιος, τότε θα κάμετε ότι θα σας πω, διαφορετικά φεύγω.
- Θα κάνουμε, συμφώνησαν όλοι μαζί, ότι θέλεις. Πες μας μονάχα, αρκεί να μείνεις.
- Θα πάω και θα ξαπλώσω μπροστά στην πόρτα ανάσκελα και θα βγείτε όλοι και βγαίνοντας θα πατάτε πάνω στο στήθος μου. Και θα με φτύνετε. Και θα μου λέτε και Θεός σχωρέστον. Τότε θα μείνω. Ολοι σας μέχρι ενός.
- θα το κάνουμε, είπαν παρόλο που δεν ήθελαν γιατί ήταν και αυτό φοβερό.
Χωρίς να υπάρξει κάποτε αμαρτία όλο αυτό για να σε πράξει από ηγούμενο.
Να κάτσει στην πόρτα και είπε να περάσουν όλοι από πάνω του.
Έτσι κερδίζουν οι ψυχές.
Οι χριστιανοί για να μην τον χάσουν λοιπόν το έκαναν αυτό.
Πατούσαν επάνω του.
Ο,τι τους είπε.
Οταν πέρασε και ο τελευταίος, ακούστηκε φωνή εξ ουρανού, την οποία άκουσε και ο Επίσκοπος και οι χριστιανοί.
- Διά την πολλήν του μετάνοια και ταπείνωση, συγχωρέθηκε η αμαρτία του. Μόνον έτσι νικιέται ο
δαίμονας και ο κάθε συκοφάντης των ιερέων.
Οταν όμως ο ιερεύς είναι καλός, τίμιος και ηθικός και ελέγχει και καυτηριάζει την αμαρτία και τα διεστραμμένα έργα του λαού, τότε και μισείται και συκοφαντείται.
Διαβάλλεται οπωσδήποτε.



Για την ευχή

Θυμήθηκα να μου την διηγείται το ίδιο πράγμα ένας πεπειραμένος ασκητής στο Αγιον Ορος, το 1965. Ακούστε την.
Μια ψυχή κάνει προσευχή μία ώρα, δύο ώρες, τρεις ώρες, τέσσερις, πολλή προσευχή.
Σκύβει, βυθίζει τον εαυτό της, επαναλαμβάνει συνέχεια το όνομα του Κυρίου.
Και μέσα στην ησυχία και σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να αιωρήσει η ψυχή εμφανίζεται μπροστά της, μπροστά στην ψυχή, όχι μπροστά της, όχι έτσι μπροστά εδώ σε αυτή τη στάση, μπροστά στην ψυχή, την προσευχομένη ψυχή, την ευρισκομένη εν εκστάσει, ο διάβολος ολόκληρος, ο οποίος διάβολος πέφτει στα γόνατα και της λέει:
- Σε παρακαλώ - ο διάβολος να παρακαλεί, ο διάβολος που είναι ο φόβος και ο τρόμος των
χριστιανών, των δειλών δηλαδή και των ολιγοπίστων, ο διάβολος γονατίζει και παρακαλεί - σε παρακαλώ, της λέει, μη λες αυτό το όνομα, σε παρακαλώ μην το λες.
Πριν από την προσευχή όμως είχε θυμηθεί κάποια αμαρτία την οποία είχε ξεχάσει, παιδική, και
είπε:
- Α, και αυτήν πρέπει να την πω.
- Και αυτήν μην την πεις στον παπα-Στέφανο. Και άμα δε λες αυτό το όνομα εγώ θα σου
χαρίσω όλον τον κόσμο.
Είπε ό,τι είπε και στον Χριστόν.
- Προσκύνησέ με και όλη αυτή η Κτίσις θα γίνει δική σου.
Το ίδιο πράγμα περίπου είπε.
Δεν του είπε "Πέσε, προσκύνησέ με", είπε "Μη λες το όνομα, μην προσκυνάς το όνομα του Κυρίου και εγώ θα σου χαρίσω όλον τον κόσμο. Θα σου δώσω όση δόξα θέλεις και εξουσία και δύναμη" και επειδή επρόκειτο για νεαρό άτομο είπε "και έρωτες πολλούς, θα σέρνονται στα πόδια σου. Μόνο μη λες αυτό το όνομα".
Η ίδια ακριβώς σκηνή πριν από 8 χρόνια, το ίδιο ακριβώς πράγμα είχε υποσχεθεί και σε εκείνον τον ασκητή: "Μη λές το όνομα και εγώ θα σε κάμω Πατριάρχη".
- Εχω τη δύναμη - γιατί είχε βγάλει Φιλολογία, είχε κάποια τυπικά προσόντα - μη λες μόνο
αυτό το όνομα.
Τώρα λοιπόν τι λέτε, θα το λέμε ή δεν θα το λέμε; Θα το λέμε, θα το λέμε και θα το φωνάζουμε μέρα νύχτα όπως ακριβώς λέγαμε και την προπερασμένη Πέμπτη με τον ανώνυμο εκείνο ησυχαστή όπου τέτοια ήταν και η εντολή της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Παναγίας Μητρός του Κυρίου.
- Θέλεις όλοι αυτοί οι δαίμονες να εξαφανιστούν; Θα φωνάζεις το όνομα του Υιού μου και το όνομα το δικό μου. Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με. Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
Αμήν.


34 Η Θεία Λειτουργία. Η αρχιερωσύνη,ιερωσύνη