Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 1993

42 Η Θεία Λειτουργία. Οι κεκοιμημένοι αδελφοί μας στή Θεία Λατρεία, η μέση κατάσταση τών ψυχών καί ο τελωνισμός αυτών

Ο υπομονετικός Σέρβουλος

Σήμερα θα αρχίσουμε την ομιλία μας με ένα αληθινό περιστατικό όπως μας το περιγράφει ο Άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος στον Ευεργετινό, Τόμος 1ος.
Αναφέρεται δε αυτό σε κάποιο χριστιανό ονόματι Σέρβουλο που έζησε μεταξύ του 550 και 600 μΧ. Ήτο πάμπτωχος, ζούσε με πολλές στερήσεις και υπερβολικές δυσκολίες μέσα σε μια στοά.
Από μια πολυχρόνια αρρώστεια είχε παραλύσει ολόκληρος.
Δεν μπορούσε να κινήσει ούτε τα πόδια, ούτε τα χέρια.
Η σωματική του κατάστασις, όπως καταλαβαίνετε, ήτο τραγική.
Η συμπαράστασις όμως των χριστιανών της εποχής του ήτο πολύ μεγάλη.
Να τον πλένουν, να τον καθαρίζουν από τις πληγές και τα κόπρανα, να τον ταϊζουν, να τον αλλάζουν, να τον περιποιούνται, να του συμπαραστέκονται με πολλούς, πάρα πολλούς τρόπους.
Παρά όμως την τραγική του κατάσταση ήτο πλούσιος στις αρετές της αγογγύστους υπομονής, της δοξολογίας προς το Θεό, της ευχαριστίας προς τους χριστιανούς - για ό,τι του έκαναν οι χριστιανοί, κάθε ευκολία που του πρόσφεραν και την πλέον μικρά ήταν με το ευχαριστώ στο στόμα - της μακροθυμίας, της αγάπης της καλοσύνης, της πνευματικής ανδρείας και ιδιαιτέρως ήταν πλούσιος
στον λόγο του Θεού.
Γιατί;
Γιατί παρακαλούσε πάντοτε τους χριστιανούς να του διαβάζουν από τα τότε που υπήρχαν χειρόγραφα την Αγία Γραφή και να του διηγούνται τα μαρτύρια των πρώτων χριστιανών.
Έτσι και αυτός με τη σειρά του κατόπιν απηύθυνο στους επισκέπτας του και σε αυτούς που τον περιποιούνταν λόγους παρακλητικούς, παρηγορητικούς, ενισχυτικούς, λόγους σωτηρίας για
την ψυχή.
 Και έτσι αντί να τον παρηγορούν, όταν πήγαιναν οι χριστιανοί, αναχωρούσαν όλοι τους ωφελημένοι.
Μια τέτοια περίπτωση είχαμε στη Θεσσαλονίκη με μια επίσης παράλυτη κοπέλα, η οποία είχε κάνει περισσότερο από 20 εγχειρήσεις.
Με την πρεσβυτέρα την γνωρίσαμε.
Ήτο άνθρωπος της προσευχής και έτσι είχε την περιποίηση των χριστιανών και πολλοί χριστιανοί όταν πήγαιναν και την επισκέπτονταν δεν την παρηγορούσαν, παρηγορούντο οι ίδιοι και έφευγαν πολύ ωφελημένοι, ενισχυμένοι πνευματικά, και στην πίστη ενισχυμένοι.
Προσηύχετετο πολύ και κοινωνούσε τακτικά των Αχράντων Μυστηρίων.
Κάποτε έφτασε ο καιρός να ανταμοιφθεί για την ιώβειο υπομονή του στη βαριά του αρρώστεια, στις σωματικές κακώσεις, στους πόνους, στην κακοσμία του σώματος και των πληγών, στη θλίψη, στη φτώχεια.
Κατά πρώτον σταμάτησαν όλοι οι πόνοι και ξελάφρωσε όλο το σώμα.
Κατάλαβε ότι ήρθε η ώρα του.
Παρακάλεσε τους παρευρισκομένους χριστιανούς να γονατίσουν και να ψάλλουν ύμνους προς τον Θεόν εν αναμονή της εξόδου της ψυχής του από το βασανισμένο του σώμα.
Ξαφνικά πλημμύρισε η φτωχή καλύβα από ουράνιους ύμνους.
Όλοι μέσα βουβάθηκαν.
Ο παράλυτος σήκωσε τα παράλυτα χέρια του, έκαμε το σημείον του Σταυρού και τα σταύρωσε στο στήθος ενώ συγχρόνως απελευθερώνετο η ψυχή του από το σώμα.
Με την έξοδο της ψυχής ο τόπος γέμισε από παράδοξη και γλυκύτατη ευωδία.
Το πρόσωπο του Σέρβουλου έλαμψε σαν το φως.
Ένας μοναχός που ήταν μάρτυρας όλων αυτών εδιηγείτο κατόπιν στον Αγιο Γρηγόριο με δάκρυα στα μάτια και γεμάτος συγκίνηση ότι μέχρι που ετάφη το σώμα του ευλογημένου εκείνου χριστιανού, του Σέρβουλου, η ακατάληπτη και ουράνια εκείνη ευωδία δεν είχε φύγει.
Να, λοιπόν, αδελφοί μου, μια μαρτυρία από τα γραπτά των Αγίων μας ότι την έξοδο της ψυχής που αποθνήσκει έτοιμη και εν μετανοία παραλαμβάνεται από ουράνιες Αγγελικές δυνάμεις και με σημείο φανερό την παρουσία της ευωδίας του Παναγίου Πνεύματος.



Η Αικατερίνη με το γάλα. Η ανηψιά και το ψάρι. Το ναυάγιο και η Θεία Λειτουργία.

Και θα αναφερθούμε σε κάποια παραδείγματα από το βιβλίο του αειμνήστου Παναγόπουλου "Ινα μη αδικώμεν τους νεκρούς μας".
Και το πρώτο που λέγεται "Η Αικατερίνη και το γάλα".
Μια κυρία ονομαζομένη Αικατερίνη, που όταν εγράφη αυτό ήτο σε ζωή, και είχε αδελφούς κεκοιμημένους εδιηγήθη στον αείμνηστο Παναγόπουλο τα εξής:
Είδε στον ύπνο του κάποιος τον αδελφό του τον Αντώνη που έχει πεθάνει εδώ και χρόνια να κατεβαίνει χαρούμενος στο δρόμο του χωριού μας με μια κατσαρόλα στο χέρι.
Τον ρωτά:
- Πού πας Αντώνη;
- Πάω να πάρω, λέει, το γάλα που μας στέλνει η αδελφή μας η Αικατερίνη κάθε μέρα αλλά του μικρού μας αδελφού όμως δεν του στέλνει μερίδα γάλα.
Και πράγματι η ευσεβής αυτή κυρία που κάθε Σαββατοκύριακο πήγαινε πρόσφορα για τα αδέλφια
της και τους γονείς της τους κεκοιμένους, τα δύο νήπια δεν τα έγραφε για να μνημονευθούν με τη σκέψη ότι αυτά δεν έχουν ανάγκη.
Αυτά φύγαν αγγελούδια.
Ο Θεός όμως μέσα στην άπειρη αγάπη που διαθέτει για τα πλάσματά του εδίδαξε ότι πρέπει να
στέλνει και για αυτά μερίδα.
Δηλαδή να τα γράφει στο δίπτυχο για να τα μνημονεύει ο Ιερεύς στην Ιερά Πρόθεση.

Δεύτερον.
Απέθανε κάποτε μια ανηψιά ενός κυρίου ο οποίος ονομαζόταν Κωνσταντίνος.
Το απόγευμα μετά την κηδεία ένας ψαράς του έφερε ένα μεγάλο ψάρι.
Ο θείος Κώστας λοιπόν λυπημένος όπως ήταν από το θάνατο της ανηψιάς του δεν ήθελε να το κρατήσει το ψάρι.
Λέει:
- Τι να το κάνω τώρα;
Αλλά για να μην διώξει τον ψαρά, διότι τον είχε ανάγκη για άλλες φορές, πλήρωσε το ψάρι ενώ μέσα του έλεγε:
- Ας είναι. Θα το πάρω για την ψυχή της ανηψιάς μου.
Παρ' ότι δεν πίστευε σε αυτά και γενικότερα βέβαια δεν πίστευε στην πέρα του τάφου ζωή.
Την άλλη μέρα τον συναντάει ένας δικός του άνθρωπος, φίλος και συγγενής, και του λέει:
- Μου είπε η ανηψιά σου που ήλθε απόψε στον ύπνο μου να σου πω ότι το έλαβε το ψάρι, το πήρε
και σε ευχαριστεί.
Κόκκαλο ο θείος Κώστας.
Μέσα του το είπε αυτό που είπε "Ας είναι. Θα το πάρω για την ψυχή της ανηψιάς μου".
Στο πρώτο γεγονός έχουμε την ανάγκη της μνημονεύσεως των ονομάτων όλων ακόμα και των νηπίων και στο δεύτερο το καλό αποτέλεσμα της ελεημοσύνης υπέρ των κεκοιμημένων.

 Τρίτον.
Ο Μέγας Γρηγόριος στους διαλόγους του λέγει ότι κάποτε ένα καράβι τσακίστηκε πάνω στα βράχια λόγω μεγάλης θαλασσοταραχής και με τα πολλά μποφώρ και τους ανέμους που υπήρχαν επίστευαν ότι μάλλον δεν θα εσώθη κανείς.
Έτσι οι άνθρωποι της πόλεως βλέποντας από μακριά το γεγονός αυτό βέβαια λυπήθησαν και επένθησαν διότι οι περισσότεροι από τους ναυτικούς που βρίσκονταν μέσα σε αυτό το καράβι ήταν από την ίδια εκείνη πόλη.
Ένας Ιερεύς όμως έσπευσε αμέσως να κάνει Λειτουργία για την ψυχή του αδελφού του που ήτο μέλος του πληρώματος, εκείνη τη στιγμή.
Την άλλη μέρα λοιπόν βλέπει τον αδελφό του ζωντανό να πηγαίνει στο σπίτι.
Εξεπλάγησαν όλοι.
Και τον ρώτησαν λοιπόν πώς γλύτωσε ενώ όλοι οι άλλοι οπωσδήποτε θα είχαν πνιγεί.
Και αυτός λέγει:
- Οταν χτύπησε το πλοίο πάνω στα βράχια και έσπασε και διαλύθηκε και πέσαμε όλοι στη θάλασσα, εγώ άρπαξα μια σανίδα και όσο μπορούσα μαζί με το σανίδι πάλευα μέσα στα κύματα.
Από πολλές ώρες και είχε νυχτώσει κιόλας ατόνησα, κόντευα να λιγοθυμήσω και να πνιγώ.
Τότε βλέπω έναν ωραιότατο νέο να έρχεται δίπλα μου στο σανίδι μες στα κύματα της θαλάσσης και να μου δίνει ένα ψωμί πάρα πολύ ωραίο και να μου λέει να το φάω.
Και εγώ έφαγα το ψωμί και πήρα τόση δύναμη ώστε δεν αισθάνθηκα κανέναν κόπο, πάλεψα με τα κύματα και βρέθηκα στην ξηρά.
Να λοιπόν που η Θεία Λειτουργία εδώ έκαμε το θαύμα της.



Προτεστάντης πάστορας έναντι Ρώσσου Ιερέως

Κάποτε ένας προτεστάντης πάστορας βρήκε έναν Ρώσσο Ιερέα σεβάσμιο και ευλαβή και του λέει:
- Εμείς κάνουμε φιλανθρωπίες, κάνουμε γηροκομεία, κάνουμε ορφανοτροφεία, κάνουμε αίθουσες,
κάνουμε νοσοκομεία. Οργανώνουμε συναυλίες στα στάδια με μουσική ποπ και ροκ, πώς τα λένε αυτά, και μαζεύουμε χιλιάδες ανθρώπους, γεμίζουν τα στάδια από νέους και από κάθε ηλικίας ανθρώπους. Κάνουμε εκδρομές, ορειβασίες, αθλητισμό, έχουμε κατασκηνώσεις, έχουμε εκείνο, έχουμε αυτό...
Πόσα δεν είπε εκεί ότι κάνουν οι διάφορες προτεσταντικές αιρέσεις.
- Επεμβαίνουμε ακόμα και στην πολιτική ζωή του τόπου και των εθνών μας. Είμαστε γεμάτοι από
ζωή και από δραστηριότητες. Εσείς τι κάνετε;
Θα μπορούσε βέβαια να απαντήσει και ο Ρώσσος ευλαβής Ιερεύς ότι και η Εκκλησία έχει φιλανθρωπικές και κοινωνικές δραστηριότητες αρχίζοντας από την Βασιλειάδα μέχρι τα πόσα έργα επιτελεί κάθε Μητρόπολις αφανώς.
Αλλά δεν απάντησε έτσι.
Και με το "εσείς τι κάνετε" απάντησε αλλιώς.
- Εμείς τι κάνουμε; Εμείς κάνουμε Θεία Λειτουργία και η Θεία Λατρεία γεμίζει δωρεάν τον Παράδεισο και αδειάζει την Κόλαση. Αυτό κάνουμε εμείς, Θεία Λειτουργία.



Για τον ετοιμοθάνατο στο Μεταξά

Εχω προσωπική πικρή εμπειρία στο διαγνωστικό του Μεταξά, στην δεκαετία 70-80, με πολλούς ετοιμοθανάτους.
Μάλιστα κάποιος εξ αυτών ήταν μεγάλος στο όνομα, με εξουσία κοσμική δύναμη και πλούτο πολύ.
Πήγαινα να τον κοινωνήσω ένα πρωί κατόπιν βέβαια παρακλήσεως των δικών του.
Παρακάλεσα τους οικείους να μας αφήσουν μόνους.
Ήταν στον τελευταίο όροφο, σε μονόκλινο δωμάτιο πολυτελείας βέβαια.
Και τους παρακάλεσα να βγουν έξω έστω και την τελευταία στιγμή μήπως μπορέσω και προκαλέσω κάποια εξομολόγηση και πάρω μια μικρή εξαγόρευση όσο μπορούσε βέβαια να ομιλήσει εκείνη τη στιγμή.
Μόλις λοιπόν του έκανα την πρώτη ερώτηση:
- "Μήπως κάνατε αυτό;" δεν μου απάντησε αλλά άρχισε να φωνάζει τρομαγμένος να διώξω τους μαύρους δαίμονες από το δωμάτιο.
Αρχισε να τρέμει, κιτρίνησε, μαύρισε.
Τα μάτια του γουρλωμένα από τον τρόμο.
Με έπιασε από τα ράσα, άρχισε να με τραβάει.
Ευτυχώς που η Θεία Κοινωνία ήταν κλειστή.
- Δεν τα θέλω, λέει, αυτά που μου έφερες. Παρ'τα από εδώ, πάρ'τα. Σώσε με μονάχα, σώσε με, σώσε με. Βοήθεια, βοήθεια, βοήθεια.
Άρχιζε να στριφογυρίζει στο κρεββάτι.
Τρόμος, φόβος.
Ο πανικός ήταν διάχυτος.
Έκλεινε το πρόσωπό του, φαινόταν φαίνεται.
Ποιός ξέρει τι έβλεπε!
Έκανα συνέχεια προσευχή.
Μου είχε σηκωθεί και εμένα η τρίχα.
Φοβερό πράγμα.
Προσπαθούσα να τον καθησυχάσω εις μάτην.
Κι ενώ με τραβούσε από τα ράσα άρχισε να ζητά προθεσμία ζωής.
Αυτό ήταν το πλέον τραγικό.
 Τα βρήκα σε αυτές τις σημειώσεις που έχω κρατήσει.
- Αφήστε με να ζήσω μια ημέρα, μια ώρα, μια ώρα.
Γιατί ζητούσε μια ώρα ζωή;
Γιατί;
- Για να χορτάσω τη ζωή. Μια ώρα για να τη χορτάσω. Να τη χορτάσω, να τη χορτάσω, να τη
χορτάσω...
 Και ύστερα κοίταξε τα χέρια του και φώναξε:
- Μια ώρα, μια ώρα.
Φοβερό, τι να σας πω.
Από τις φωνές έτρεξαν οι δικοί του, τρέξαν και οι γιατροί, τραβήχτηκα σε μια άκρη κι
έκανα όση προσευχή μπορούσα ο φουκαράς.
Εκείνος εξακολούθησε να φωνάζει συνέχεια.
Σιγά σιγά λιγόστευε η φωνή του, λιγόστευε η φωνή του.
- Βοήθεια, βοήθεια, μια ώρα να τη χορτάσω, να τη χορτάσω...
 Και σε λίγο άρχισε ο ρόγχος.
Ούτε να τον κοινωνήσω δεν πρόλαβα.
Δεν πρόλαβα να τον κοινωνήσω.
Σε δυο ώρες πέθανε.
Είδατε;
Δεν ζήτησε μια ώρα ζωής για μετάνοια.
Και είπε:
"Παρ' τα αυτά από εδώ".
Αλλά για να χορτάσει τη ζωή.
Αν τη ζητούσε για μετάνοια πιστεύω, είμαι βέβαιος μέσα μου από την καρδιά μου πως ο φιλάνθρωπος Θεός θα του την έδινε αυτή τη μια μέρα ζωής που ζητούσε.
Αλλά για μετάνοια, για να πει τις πέντε λέξεις αυτές που έπρεπε να πει, να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και να φύγει.
Για μέρες αυτό δεν μπορούσε να μου φύγει από το μυαλό αυτή η τραγική εικόνα.
Συνεχώς τον εμνημόνευα.
Θυμάμαι εκεί στον Αγιο Βασίλειο και έλεγα και στους Πατέρες να κάνουν το ίδιο.
Όλοι μας ως χριστιανοί πρέπει να μάθουμε, να διδαχθούμε, να φοβηθούμε επί τέλους και να διορθωθούμε.
Μας περιμένει ο θάνατος.
Πριν να είναι πολύ αργά να μάθουμε.
Όχι να μάθουμε αφού πεθάνουμε.
Τότε δεν θα μάθουμε.
"Νυν καιρός ευπρόσδεκτος, νυν ημέρα σωτηρίας".
Η μετάνοια καλλιεργείται από τώρα και κάθε μέρα και κάθε στιγμή.
Πρέπει να ταυτίζεται με την αναπνοή μας.
 Αν μας διακρίνει δηλαδή η αναβολή και η χλιαρότης, τότε την ώρα και τη στιγμή του θανάτου μπορεί να μην μπορέσουμε να μετανοήσουμε γιατί υπάρχει και ο ξαφνικός θάνατος.
Υπάρχουν και τα αυτοκινιτιστικά ατυχήματα.
Καθόλου απίθανο να μην έχουμε ούτε τη θέληση ούτε και τη διάθεση για να μετανοήσουμε.



Για τον παππούλη με τον ιδρώτα αγωνίας

Θα αναφερθούμε σε ένα γεγονός που μου ανέφερε ένας εγγονός ενός Ιερέως περίπου το 1975.
Ήλθε κάποιος κύριος να εξομολογηθεί ο οποίος ήτο περίπου 40 ετών και κάτι.
Ητο εγγονός Ιερέως.
Όταν, λέει, ήμουν 5-6 χρονών περίπου σε κάποιο χωριό της Μακεδονίας ο παππούς μου που ήτο Ιερεύς πέθανε.
Τον κήδεψαν κανονικά και την τρίτη ημέρα έπρεπε να διαβαστούν τα κόλυβα πάνω στον τάφο.
 Ξεκίνησαν όλοι από το σπίτι.
Ο Ιερεύς ήτο πολύτεκνος, είχε πολλά παιδιά 7-9, δεν θυμάμαι τώρα πέρασαν τα χρόνια όπως βλέπετε, και πήγαν όλοι μαζί στο νεκροταφείο.
Έμειναν εκεί δυο άλλοι συγγενείς να ετοιμάσουν καφέδες και κεράσματα όταν θα γύριζαν να προσφέρουν στους συγγενείς και έμεινε και τούτος εδώ ο μικρός, ο οποίος ήτο εκεί σε αυτήν την ηλικία περίπου των 5 ετών.
Ξαφνικά λοιπόν χτύπησε η πόρτα, η κάτω πόρτα.
Τα σπίτια ήταν διώροφα με πατώματα ξύλινα κτλ.
Και του λέει εκεί μια θεία:
- Κατέβα, αγοράκι μου, να ανοίξεις την πόρτα να δεις ποιος είναι, ποιός χτυπάει κάτω.
Λοιπόν κατεβαίνει ο μικρός και ανοίγοντας την πόρτα ποιον βλέπει;
Τον παπά.
Τον παππού του βλέπει ολοζώντανον.
- Α, λέει, παππού. Εξω η μέρα ηλιόλουστη, απόγευμα. Ούτε συννεφάκι δεν είχε.
- Μπα, παππού. Πώς βρέθηκες εδώ; Καλά εσύ δεν πέθανες; λέει ο μικρός με όλη την αφέλεια που είχε την παιδική τότε για εκείνη την εποχή.
- Καλά, λέει, και πώς έγινες μούσκεμα έτσι;
Από πάνω από το καλλιμαύκι μέχρι κάτω σαν να είχε βγει από το νερό, τόσο μούσκεμα ήταν.
Αφού στάζαν τα νερά και τρέχαν και πέφταν κάτω στο πάτωμα.
- Πω, πω, πω, πώς έγινες μούσκεμα; Καλά έξω δεν βρέχει, εσύ πώς έγινες μούσκεμα;
- Άκουσε εδώ, λέει, να δεις, αγοράκι μου. Αυτά δεν είναι νερά από βροχή, αγοράκι μου. Αυτά είναι ιδρώτας αγωνίας. Ιδρώτας αγωνίας. Είναι τώρα μόλις τρεις ημέρες που περνούσα να πεις στους θείους και στις θείες, στον μπαμπά και στη μαμά και σε όλους τους άλλους και στη γιαγιά ότι τρεις ημέρες περνούσα τελώνια. Από την αγωνία μου είναι αυτά. Από την αγωνία μου. Τώρα λυτρώθηκα. Τώρα γλύτωσα. Τώρα, αγοράκι μου, σώθηκα. Και όταν θα γυρίσουν θα τους πεις να σκύψουν και να γλύψουν τα νερά αυτά εδώ που έμειναν κάτω, αυτόν τον ιδρώτα όλοι τους για να πειστούν ότι ήλθα, ότι σου μίλησα.
 Και ανοίγοντας την πόρτα την ξανάκλεισε και έφυγε και εξαφανίστηκε.
Ξανανοίγει ο μικρός την πόρτα να κοιτάξει πού είναι ο παππούς, πού πήγε.
Δεν υπήρχε.
Έρχονται οι δικοί του και πράγματι λοιπόν υπήρχε μία λίμνη από νερά κάτω, όπως έτρεχαν από τα ράσα του, από τα γένεια του, από παντού, από τα ενδύματά του, ό,τι του είχαν βάλει.
Μου φαίνεται και το πετραχείλι του, γιατί ήταν μαζί με πετραχείλι.
Έτσι θάβομε τους Ιερείς μαζί με το πετραχείλι και το Ευαγγέλιο.
Ήρθαν οι δικοί του, τα διηγήθηκε ο μικρός, δεν τον πίστεψαν αλλά όλοι όμως έσκυψαν και έγλειψαν τα νερά.
Ήταν αλμυρά γιατί και ο ιδρώτας είναι αλμυρός.
Λοιπόν, τέκνα εν Κυρίω, προσευχή, πολλή προσευχή και για μας και για τους κεκοιμημένους.
Και προσευχή για μένα.
Μνημονεύσεις στη Θεία Λειτουργία, ελεημοσύνες.
Όταν μπορούμε Σαρανταλείτουργο στο Άγιον Όρος, τρισάγια, μνημόσυνα, νηστείες, αγρυπνίες, στρωτές μετάνοιες όταν μπορείτε και έχετε υγεία, κομποσχοίνια, προσευχές.
Είναι όσο είναι καιρός.
Αύριο μπορεί να είναι αργά.
Σήμερα είναι η μέρα της σωτηρίας.
Σήμερα είναι η ευκαιρία να προσευχηθούμε και για μας, και για τους άλλους και για τους νεκρούς και λίγο για τον Πνευματικό σας που τόσο ανάξια προσφέρει αυτό που προσφέρει.


Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 1993

41 Η Θεία Λειτουργία. Τό κήρυγμα, η εκτενής δέησις καί η εν Χριστώ αδελφότης

Μνημονεύσεις γονέων

Θα αναφερθούμε σε δυο τρία γεγονότα που αναφέρονται στην αίτησή μας υπέρ αναπαύσεως των ευσεβών ορθοδόξων κεκοιμημένων χριστιανών και αδελφών ημών.
Στο βιβλίο "Οδός Αναπαύσεως" του κ. Σωτήρχου αναφέρεται η εξής πραγματική ιστορία:
Ένας Αγιοταφίτης μοναχός, δεν αναφέρει το όνομά του αλλά από την επίσκεψη που είχε κάνει στον Πανάγιο Τάφο, εκεί στα Ιεροσόλυμα τον εγνώρισε, ο οποίος μοναχός αναφερόμενος στους γονείς του είπε τα εξής:
Ο πατέρας μου ήταν φτωχός αλλά πολύ ευσεβής.
Όταν περίμενε να γίνει Λειτουργία επερίμενε τον παπά στην πόρτα της Εκκλησίας.
Ενώ η μητέρα μου βέβαια δεν ήτο ασεβής αλλά σπανίως εκκλησιάζετο.
Προτιμούσε την Κυριακή να καθήσει στο σπίτι, να μαγειρέψει για την οικογένεια, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού όπως προτιμάμε οι περισσότεροι, παρά να πηγαίνει στην Εκκλησία.
Όταν εκοιμήθησαν οι δύο γονείς του είδα, λέει ο μοναχός, και τους δύο στον ύπνο μου και τον μεν πατέρα μου να βρίσκεται σε ένα ωραιότατο πανευφρόσυνο περιβόλι και εκεί να απολαμβάνει την
ευτυχία του Παραδείσου.
Η δε μητέρα μου με μεγάλο πόνο είπε:
- Δος μου, παιδάκι μου, και μένα να φάγω λίγο από το πιάτο σου. Πεινάω.
Την άλλη μέρα όταν ξύπνησα σκέφτηκα:
- Αφού είναι πεθαμένος ο άνθρωπος τι είδους φαγητό μπορεί να επιθυμεί η μητέρα μου. Ως πνεύμα άρα έχει ανάγκη από πνευματική τροφή.
Χωρίς κανένα δισταγμό πήγα στην Ιερά Μονή του Αγίου Σάββα και έδωσα τα απαραίτητα με την παράκληση να κάνουν ένα Σαρανταλείτουργο, σαράντα Λειτουργίες, στο όνομα της μητέρας μου. Αλλά έβαλα μόνο το όνομα της μητέρας μου με σκοπό να υψώσω τη μητέρα μου, να τη σηκώσω λιγάκι για να είνα μαζί με τον πατέρα μου, να χαίρονται και να συνευφραίνοντο μαζί στο κάλλος του Παραδείσου.
Πριν όμως τελειώσει το Σαρανταλείτουργο, στη μέση περίπου, είδα στον ύπνο μου τον πατέρα μου να μου λέει με σκυθρωπό ύφος:
- Γιατί μου αφήρησες τη μερίδα μου;
Σας βεβαιώ, λέει ο μοναχός στον κ. Σωτήρχο, ότι έμεινα κόκκαλο, δεν ήξερα τι να απαντήσω.
Την άλλη μέρα παρήγγειλα να προστεθεί αμέσως και το όνομα του πατέρα μου στο Σαρανταλείτουργο και μόλις τελείωσε έκανα και ένα δεύτερο και για τους δυο γονείς μου μαζί και κατόπιν τους ξαναβλέπω να είναι αναπαυμένοι και ευχαριστημένοι χωρίς πλέον να μου παραπονούνται.
Έκτοτε πέρασαν πάρα πολλά χρόνια, περισσότερα από 20, κάνω συνέχεια μνημόσυνα υπέρ αυτών
και κάθε χρόνο από ένα Σαρανταλείτουργο για να έχουν περισσότερη ανάπαυση εν Κυρίω.


Οι κεκοιμημένοι που φωνάζουν βοήθεια

Μου διηγήθηκε κάποτε ένας νεαρός Ιερεύς, 3 ετών Ιερεύς, όταν πέθανε η μητέρα του που δεν ήθελε ο γιός της να γίνει παπάς, να γίνει Λειτουργός του Θεού, και για το θάνατό της δεν είχε δώσει ο παπάς μεγάλη σημασία.
Έκανε αυτά που είναι απαραίτητα, τα μικροαπαραίτητα, και τίποτε περισσότερο από αυτό.
Ένα απογευματάκι, προς το σούρουπο, περνώντας έξω από το νεκροταφείο - ήταν σε κωμώπολη , δεν ενθυμούμαι πού - λέει:
- Δεν πάω να της ανάψω το καντηλάκι.
Το άναψε λοιπόν το καντηλάκι και κάθησε σε μια πέτρα.
Δεν είχε μαζί του πετραχείλι ο Ιερεύς και έτσι δεν της διάβασε Τρισάγιο.
Σαν να ζαλίστηκε όμως λίγο.
Και ξαφνικά νόμισε ότι άρχισαν να ανοίγουν οι τάφοι, να σηκώνονται τα νεκρά σώματα και να φωνάζουν.
Ήταν πραγματική, τρομακτική και φρικιαστική ιστορία μόνο που μου την εδιηγείτο.
- Βοήθεια, βοήθεια, Ιερείς του Υψίστου. Βοήθεια, ορθόδοξοι χριστιανοί, βοήθεια... Λειτουργίες, προσευχές, μνημόσυνα, Τρισάγια, βοήθεια χριστιανοί.
Και σε λίγο τρομαγμένος βλέπει και τη μάνα του.
- Βοήθεια, γιε μου, του λέει, βοήθεια. Βοήθεια τώρα που είσαι παπάς, βοήθεια για όλους, βοήθεια, βοήθεια...
Και έπεσε πάνω του σπαράζοντας από κραυγές απελπισίας.
Συνήλθε τρομαγμένος.
Είχε πλέον βραδιάσει και έφυγε τρέχοντας.
Τρέχοντας σχίστηκαν και τα ράσα του.
Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε.
Την άλλη μέρα λέει το πρωί στην παπαδιά του:
- Κοίταξε να δεις, της είπε το όνομά της, για τρία χρόνια θα ζούμε σαν αδέλφια. Θα λειτουργώ κάθε
μέρα και τις Σαρακοστές, κάθε μέρα για τη μάνα μου, για όλους τους νεκρούς, για όλους τους πεθαμένους, για όσους θυμάμαι, για όσους είναι γραμμένοι εκεί και για όσους θα μου δώσουν.
Έκανε 1100 Λειτουργίες συνεχώς χωρίς διακοπή, 1100 μνημόσυνα με κόλυβα, με Τρισάγια, με ό,τι έπρεπε κάθε μέρα.
Πολλές φορές τις νύχτες έβλεπε να του λένε ευχαριστώ άλλες ψυχές γιατί ξεδίψασαν, άλλες γιατί δροσίστηκαν, άλλες γιατί χόρτασαν, άλλες γιατί ζεστάθηκαν μέσα στις παγωνιές.
Και του έλεγαν:
- Ευχαριστώ, ζεστάθηκα, παπά μου. Κρύωνα ζεστάθηκα, ευχαριστώ.
Αλλες γιατί είδαν λίγο φως και άλλες με ψωμάκια στα χέρια.
Για σκεφθείτε.
Φωνάζει η μάνα μου, ο πατέρας μου, η μάνα σου, ο πατέρας σου, ο αδελφός σου, η γιαγιά σου, ο παππούς σου βοήθεια.
Τι κάνετε;
Τι κάνω εγώ ο ταλαίπωρος παπάς;



Ο παπα-Χαράλαμπος στην Ανω Βροντού

Το 1940 ένας ξενιτεμένος για χρόνια επέστρεφε στο χωριό του στην Ανω Βροντού.
 Χαρές, γέλια, καλωσορίσματα, κεράσματα για την επιστροφή του νοικοκύρη.
Ένα από τα πρώτα πράγματα που ρώτησε ήταν το εξής:
- Τι κάνει ο παπα-Χαράλαμπος;
-Α, του λένε, στην Εκκλησία θα'ναι, στον Αγιο Δημήτρη. Η Εκκλησία του χωριού εκεί είναι ο Αγιος Δημήτριος.
- Α, λέει, πάω να πάρω την ευχή του και ξαναγυρίζω.
Πηγαίνει στην Εκκλησία από το πίσω μέρος.
Έτσι ερχόταν το σπίτι.
Τα παράθυρα ήσαν ανοιχτά, ακούει ζωηρές ομιλίες.
Σκύβει λοιπόν από ένα παράθυρο και λόγω περιεργείας και βλέπει μέσα στον Ναό.
Ο παπα-Χαράλαμπος συζητούσε ζωηρά με έναν ωραιότατο νέο, υψηλό, παράξενα ντυμένο και του έλεγε:
- Α, όλα κι όλα. Θα μου κάνεις αυτό που σου ζητώ. Δεν ξέρω τι λογαριασμό έχεις εκεί πέρα πάνω αλλά εμένα θα μου το κάνεις αυτό, αυτό που σου ζητώ.
Άφησε το παράθυρο γεμάτος απορία και πάει από μπροστά αλλά βρίσκει την πόρτα κλειστή.
Χτυπά δυνατά, τίποτα.
Ξαναχτυπά και λέγει:
- Παπα-Χαραλάμπη, ξέρω ότι είσαι μέσα. Ανοιξέ μου.
Ησυχία.
Ξαναχτυπάει πάλι και του λέγει:
- Την ευχή σου θέλω μόνο, παπα-Χαραλάμπη. Είμαι ο Σιδερής. Σήμερα μόλις ήλθα από το
ταξίδι.
Τίποτα, τελεία ησυχία.
Σπρώχνει την πόρτα, ξανασπρώχνει, δεν άνοιγε.
Απογοητευμένος κίνησε να φύγει.
Ανεβαίνοντας το ανηφοράκι βλέπει να κατεβαίνει με την μαγγούρα του ο παπα-Χαράλαμπος.
- Βρε, βρε, καλώς τον, λέει ο παπα-Χαράλαμπος.
Άφωνος ο Σιδερής.
- Ε, Σιδερή, του λέει, μη δίνεις σημασία σε αυτά στον Αγιο Δημήτρη. Δεν πειράζει, παιδάκι
μου. Φαντασία είναι, φαντασία σου. Καλώς όρισες.
Αυτά τα διηγούντο στην Δράμα.
Αλλά ερωτώ ήταν μέσα ο παπα-Χαράλαμπος;
Ήταν οπωσδήποτε.
Πώς;
Ο Θεός ξέρει.
Ο Θεός γνωρίζει πώς μπορεί να έχει έναν άνθρωπο και εδώ και εκεί.
Με ποιον μιλούσε τόσο άνετα σαν να ήταν φίλος του;
Μάλλον με τον Αγιο του Ναού.
Πιθανόν.
Αυτά είναι τα θαύματα της πίστεώς μας από τους παλαιούς εκείνους ευλαβείς Ιερείς και που είναι τα καλύτερα κηρύγματα γιατί είναι ζωντανά, πραγματικά αλλά για τις ημέρες μας πιστευτά μόνον από εκείνους που πιστεύουν, μάλλον από εκείνους που θέλουν να πιστέψουν.


Το Αξιον Εστί & Η νεκρανάσταση του γιου

Κάποτε, χριστιανοί μου, γύρω στο 1900 υπήρχε στο Άγιον Όρος ένας περίφημος Πνευματικός, ο παπα-Γιάννης.
Ήταν Γέροντας στο κελλί Αξιον Εστί όπου κατά την παράδοση ο Αρχάγγελος Γαβριήλ με μορφή μοναχού παρέδοσε σε έναν άλλο μοναχό και αυτός ονόματι Γαβριήλ, τον μετέπειτα Οσιο Γαβριήλ τον Αγιορείτη, τον αγρυπνούντα μοναχό πάνω σε μια πλάκα με το δάχτυλό του τον Θεομητερικό ύμνο Αξιον Εστί.
Να θυμηθούμε λίγο την ιστορία του Αξιον Εστί.
Ο πατήρ Γαβριήλ, ο μετέπειτα Οσιος δηλαδή, ένα βράδυ έψαλλε κάνοντας τον Ορθρο και είχε φτάσει στην Ενάτη.
 Και έψαλλε:
"Την τιμιωτέρα των Χερουβείμ.." όπως τον έγραψε ο Αγιος Κοσμάς ο Μελωδός.
Λίγο πριν όμως είχε μπει ένας ξένος μοναχός και παρακολουθούσε τον Όρθρο του πατρός Γαβριήλ σιωπηλός.
Όταν έφτασε στην Ενάτη ο πατήρ Γαβριήλ τότε παρεμβαίνει ο ξένος μοναχός και με γλυκυτάτη
ουράνια μελωδία και φωνή άρχισε να ψάλει: "Αξιον Εστί ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών".
Και στη συνέχεια συνάπτει και το υπόλοιπον ήδη γνωστό κομμάτι του Αγίου Κοσμά του Μελωδού δηλαδή:
"Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν την όντως Θεοτόκον σε μεγαλύνομεν".
- Πω, πω, είπε τότε ο Πατήρ Γαβριήλ. Τι ωραίος, τι υπέροχος, τι μεγαλοπρεπής, τι θεοπρεπής ύμνος είναι αυτός.
Κάνε, όμως, του λέει, αγάπη σε παρακαλώ να μου τον γράψεις.
- Ευχαρίστως, λέει ο ξένος. Φέρε μου χαρτί και μελάνι.
Τότε ήταν η μελάνη, ο κοντυλοφόρος.
Ψάχνει, δεν βρίσκει.
- Α, λέει, δεν έχω.
- Ε, τότε φέρε μου μια πλάκα απ' έξω.
Πάει λοιπόν, κουβαλάει αυτός μια μεγάλη πλάκα και τη φέρνει μέσα και αμέσως ο ξένος άρχισε με το δάχτυλό του να χαράσσει πάνω στην πλάκα: "Αξιον Εστί ως αληθώς", με το δάχτυλό του. Και όπως λοιπόν εχάραζε η πλάκα χαράσετο σαν να ήταν πηλός.
Δηλαδή φαίνονταν καθαρά τα γράμματα.
Και μόλις τελείωσε η χάραξις του ύμνου ο ξένος μοναχός εξαφανίστηκε από μπροστά του αφού
προηγουμένως του παρήγγειλε ότι αυτή ήτο η επιθυμία της Υπεραγίας Θεοτόκου έτσι να ψάλλεται ο ύμνος από τώρα και στο εξής.
Το θαύμα έγινε γνωστό και άρχισε να ψάλλεται ο ύμνος σε όλον τον κόσμο και όλοι οι μοναχοί του Αγίου Όρους να προσέρχονται βέβαια για να προσκυνήσουν την πλάκα που είχε χαραχθεί από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ.
Η πλάκα όμως εστάλη στον τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως με σχετική Αγιορείτικη συνοδεία και έγγραφα πολλά.
Με τη λαίλαπα όμως των μωαμεθανών και την καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως η πλάκα αυτή μαζί με άλλα ιερά κειμήλια εσυλήθησαν και εχάθησαν.
Αυτά μας τα λέγει η Αγιορείτικη παράδοσις σχετικά με τον ύμνον "Αξιον Εστί" και με την εικόνα βέβαια την οποία έχουμε και πριν 3-4 χρόνια που ήλθε τόσο πανηγυρικά στην Αθήνα και επροσκυνείτο από όλον τον κόσμο.
Σε αυτό λοιπόν το κελλάκι ζούσε ο παπα-Γιάννης ο Πνευματικός.
Διηγείται λοιπόν αυτός ο παπα-Γιάννης που ήταν Σερραίος ότι κάποτε ήλθε να του εξομολογηθεί ένας νέος που εργαζόταν στη Σκήτη του Αγίου Ανδρέως, το σεράι το λεγόμενον, και ήταν εργάτης.
Και τι του είπε:
Όταν ήταν μικρός πέθανε και η μητέρα του αμέσως έτρεξε στην Εκκλησία να προσευχηθεί.
Ήταν κοντά εκεί στα περίχωρα των Σερρών.
Οι γειτόνισσες πήγαν αμέσως και εφρόντισαν, άλλαξαν το παιδί, το ετοίμασαν για τον ενταφιασμό.
Μία πρόχειρη κασούλα και τα σχετικά.
Η μητέρα όλο αυτό το διάστημα των 2, 3, 5 ωρών ήταν στον Ναό του χωριού και επροσηύχετο θερμά στην Υπεραγία Θεοτόκο.
Κατόπιν επέστρεψε στο σπίτι της, τους έδιωξε όλους, παραξενεύτηκαν όλοι.
Ήταν και χήρα με μονάκριβο παιδί.
Και όλοι έλεγαν μήπως έπαθε και τίποτα.
- Βρε αμάν, βρε ζαμάν.
- Θα δείτε, λέει. Βγείτε όλοι έξω.
Βγήκανε.
Άλλαξε ρούχα, ετοιμάστηκε, πήγε δίπλα στο νεκρό παιδί της, ξάπλωσε και είπε:
- Σήκω εσύ, παιδί μου, είσαι μικρός. Εγώ θα πάρω τη θέση σου. Είναι εντολή της Παναγίας. Οταν μεγαλώσεις θα πας να την υπηρετήσεις στο Άγιον Όρος. Το παιδί αναστήθηκε και η μητέρα πέθανε. Όταν έγινε 20 περίπου ετών πήγε στο Άγιον Όρος.
Αυτό είναι γραμμένο στα αγιορείτικα βιβλία.
Για λίγο διάστημα εργάστηκε σαν εργάτης.
Όταν όμως εξομολογήθηκε στον παπα-Γιάννη και του είπε το τι συνέβη στην ζωή του, τι είδε και
τι άκουσε η ψυχή του όσο το σώμα του παρέμεινε νεκρό και το φρόντιζαν οι γυναίκες του χωριού τότε ο Γέροντας, ο παπα-Γιάννης δηλαδή, του συνέστησε μια συνοδεία πολύ μακρινή στα Κατουνάκια και εκεί γενόμενος μοναχός εκοιμήθη οσιακώς ύστερα από λίγα χρόνια.
Έτσι μετά την κοίμηση του νέου το διηγείτο αυτό το γεγονός της νεκραναστάσεως ο παπα-Γιάννης, όχι όμως και τι είδε ο νεκρός.
Και το διηγείτο βέβαια ελεύθερα διότι δεν εδεσμεύετο πλέον από το μυστικό του.
 Τα γεγονότα αυτά έλαβαν χώρα επαναλαμβάνω γύρω στο 1900, πριν δηλαδή 93 περίπου χρόνια.
Αν της πονεμένης και πιστεύουσας αυτής μάνας η προσευχή έφερε τέτοιο πλούσιο και παράδοξο καρπό και αποτέλεσμα πόσο μάλλον οι αιτήσεις μας και οι παρακλήσεις μας μέσα στη Θεία Λατρεία όταν γίνονται εξ όλης ψυχής και εξ όλης καρδίας!
Γίνονται όμως;
Σας ρωτώ γίνονται εξ όλης ψυχής και εξ όλης καρδίας;
Συμμετέχουμε στη φωνή του Ιερέως, στη φωνή των Ιεροψαλτών, στα γεγονότα που γίνονται μέσα στη Θεία Λατρεία;



Πώς πίστεψε ο Γενάδιος.

Κάποτε ο Ιερός Αυγουστίνος εδιηγήθηκε το εξής γεγονός.
Ζούσε στην εποχή του Ιερού Αυγουστίνου ένας γιατρός που τον έλεγαν Γενάδιο.
Ο Γενάδιος ήταν υλιστής.
Δεν πίστευε ούτε σε Θεό, ούτε σε ψυχή, ούτε σε αθανασία, ούτε σε κόλαση, ούτε σε παράδεισο,
ούτε σε Αγγέλους, ούτε σε διαβόλους.
Σε τίποτα δεν πίστευε και καμάρωνε για αυτό όπως και πολλοί σήμερα.
Μια νύχτα ενώ κοιμόταν ο Γενάδιος είδε ένα όνειρο.
Παρουσιάστηκε δίπλα στο κρεββάτι του ένας νεαρός.
 Του φάνηκε τάχα πως τον ξύπνησε και του είπε:
- Ακολούθησέ με.
Ο Γενάδιος βέβαια σηκώθηκε πρόθυμα και τον ακολούθησε.
Περπάτησαν ώρα πολλή μαζί μέσα σε ωραία μέρη και έφθασαν σε μια ωραιοτάτη πόλη όπου άκουσαν μια υπέροχη μουσική με ουράνιες μελωδίες μυρίων Αγγέλων.
Ο Γενάδιος ξύπνησε ύστερα από λίγο ήσυχα ήσυχα.
Η περιπέτεια αυτή του άρεσε πολύ.
Σαν υλιστής όμως που ήταν δεν της έδωσε σημασία και είπε:
- Τι κρίμα!
Όνειρο ήταν.
Πάει κι έφυγε.
Και το ξέχασε.
Πέρασε αρκετός καιρός και να που ξαναβλέπει λοιπόν στον ύπνο του τον ίδιο νέο να στέκει δίπλα του και να του λέει:
- Με γνωρίζεις, Γενάδιε;
- Βέβαια, λέει, σε θυμάμαι καλά, πολύ καλά.
- Τι θυμάσαι;
- Θυμάμαι, λέει, που ήρθες και πήγαμε μαζί σε μια πόλη ανεκφράστου ομορφιάς και ακούσαμε εκεί υπέροχες μελωδίες. Τι ωραία που ήταν!
- Πώς την είδες, λέει, την πόλη αυτή; Πώς την άκουσες εκείνη την ωραία μελωδία; Ησουν ξύπνιος ή σε όνειρο;
- Σε όνειρο, λέει.
- Πού ήταν το σώμα σου;
- Στο κρεββάτι.
- Τα μάτια του ήσαν ανοιχτά ή κλειστά;
- Κλειστά.
- Με έβλεπες όμως;
- Σας έβλεπα.
- Με άκουγες;
- Σε άκουγα.
- Πώς τότε με έβλεπες; Με ποια μάτια και με ποια αυτιά άκουγες εμένα και την μελωδία εκείνη;
Ο γιατρός δεν ήξερε τώρα τι να απαντήσει.
Τότε εκείνος ο λαμπροφόρος νέος του είπε:
- Βλέπεις; Παρ' ότι τα μάτια σου είναι κλειστά, οι αισθήσεις σου αδρανείς και το σώμα σου ναρκωμένο στον ύπνο και ακίνητο, εσύ ζεις και δρας και έχεις ευχάριστες περιπέτειες. Έχεις μια ζωή ανεξάρτητη από το σώμα. Το ίδιο συμβαίνει και με τον θάνατο. Θα βλέπεις με άλλα μάτια και θα ακούς με άλλα αυτιά και θα ζεις χωρίς το σώμα. Πάψε να αμφιβάλλεις ότι δήθεν δεν υπάρχει άλλη ζωή.
Ο Γενάδιος ξύπνησε απότομα και θέλησε να πει: "Ονειρο ήταν" αλλά σταμάτησε τη φράση.
Και διερωτήθηκε:
- Όνειρο ήταν; Πραγματικότης ήταν; Διδασκαλία του... του...του... Του Θεού ήταν;
Δεν μπορούσε να δώσει μια σίγουρη απάντηση.
Υλιστής ήταν.
Μα από τότε όμως άρχισε σιγά σιγά να πιστεύει.
Ο ίδιος ο Γενάδιος χριστιανός πια διηγήθηκε την περιπέτειά του αυτή στον Άγιο Αυγουστίνο.
Και ο Άγιος Αυγουστίνος την έγραψε στις "Εξομολογήσεις" του.
Μπορείτε αυτή την ιστορία να την διαβάσετε εκεί.
Πώς καταλαβαίνεται η ζωή;
Πώς νιώθεται η ζωή;
Ζώντας τη ζωή.
Όταν ζούμε ήδη έχουμε ζωή.
Η αιώνια ζωή είναι ζωή.
Επομένως νιώθεται αυτή η ζωή και καταλαβαίνεται αυτή η ζωή, συλλαμβάνεται αυτή η ζωή όταν ζούμε την αιώνια ζωή, όταν μπορούμε απ'αυτή να έχουμε πρόγευση της αθανασίας και της αιωνίου ζωής.
Και ζούμε την αιωνιότητα, ειδικά μέσα στη Θεία Λατρεία.
"Ο τρώγων μου τη σάρκα και πίνων μου το Αίμα έχει ζωήν αιώνιον", Ιωάννου ΣΤ'54.
Και δεν τη ζούμε μόνοι μας αλλά μαζί με όλους του πιστούς χριστιανούς ζωντανούς και πεθαμένους ως μέλη του σώματος της Εκκλησίας του Χριστού.






Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 1993

40 Η Θεία Λειτουργία. Τό Ευαγγελικόν ανάγνωσμα

Οι συνέπειες της ανυπακοής στο Γέροντα

Κάποτε ανέβαιναν στην κορυφή του Αγίου Ορους, του Αθωνος, για να λειτουργήσουν επάνω στο εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως δύο μοναχοί, ένας Γέροντας με τον υποταχτικό του, ο παπα-Αβέκιος με τον υποταχτικό του τον Πρόχωρο.
Τελικά φτάσαν στην κορυφή του Αθωνος και διανυκτέρευσαν στο κάθισμα της Παναγίας, όσοι από τους άνδρες έχουν ανέβει το γνωρίζουν αυτό, εκεί όπου είχε εμφανιστεί η Υπεραγία Θεοτόκος στον Οσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη.
Μετά το λιτό δείπνο τους γιατί βράδιαζε, έκαναν το Απόδειπνο, τους Χαιρετισμούς και βέβαια θα πήγαιναν να ξεκουραστούν σε δυο χωριστά κελλιά.
Ο Γέροντας λέει στον υποταχτικό του:
- Κοίταξε, πριν κοιμηθείς, να διαβάσεις ολόκληρον το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο και ύστερα θα ξαπλώσεις.
- Ευλογημένο, είπε ο υποταχτικός.
Πήγε στο κελλί του, κλείδωσε την πόρτα και έπεσε να κοιμηθεί χωρίς να κάνει αυτό που του είπε ο Γέροντάς του.
Μετά τα μεσάνυχτα, δεν αναφέρεται ποια ώρα ακριβώς, ακούει δυνατές φωνές ο Γέροντας.
Κάποιος καλούσε βοήθεια, ξυπνάει τρομαγμένος, πετάγεται επάνω.
Οι φωνές ακούγονταν από το κελλί του υποταχτικού.
Τρέχει απ'έξω.
- Τι συμβαίνει; τον ρωτάει. Γιατί φωνάζεις, παιδί μου;
- Με δέρνουν οι δαίμονες, λέει, Γέροντα, βοήθεια.
Τρέχει, μπαίνει στο κελλάκι του, παίρνει τον Σταυρό του ο Γέροντας και πάει και αρχίζει και σταυρώνει την πόρτα και λέει ότι προσευχές και ευχές εξορκιστικές ήξερε από μνήμης.
Τίποτα.
Ξανασταυρώνει την πόρτα, ξανά πάλι προσευχές, τίποτα.
Προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα, αδύνατον.
Ηταν κλειδωμένη από μέσα.
Εν τω μεταξύ, το ξύλο το έτρωγε ο υποταχτικός.
Τότε ο παπα-Αβέκιος βγαίνει έξω, πηγαίνει από το παράθυρο του κελλιού, που ήταν ανοιχτό ευτυχώς και λέγει επιτακτικά στους δαίμονες:
- Με ποιο δικαίωμα εσείς χτυπάτε τον υποταχτικό μου;
Και αμέσως οι δαίμονες εξαφανίστηκαν.
Γιατί είναι γνωστό στους μοναχούς ότι μόνο ο Γέροντας έχει δικαιώματα πάνω στον υποταχτικό.
Ο Πρόχωρος έτσι πλήρωσε την ανυπακοή του.
Ο ευλογημένος, καταλαβαίνετε τώρα, αν έκανε υπακοή και διάβαζε το Ευαγγέλιο όχι μόνο θα ήτο ασφαλής, αλλά και πλήρης ειρήνης.
Θα κοιμόταν ήσυχος. Υπακοή, Αγία Γραφή και Προσευχή εξασφαλίζουν πολύ την παρρησία ενώπιον του Αγίου Θεού.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λέγουν ότι η υπακοή στον Πνευματικό και στην Αγία Εκκλησία, η μακροθυμία και η αγάπη προς τους εχθρούς, η συμμετοχή στα Μυστήρια, η διαρκής, επίμονη μελέτη των Αγίων Γραφών μας ανοίγουν δρόμους και πόρτες στην Βασιλεία των Ουρανών.
Ας το έχουμε αυτό υπόψη μας.



Ο παπα-Γιάννης από τον Τσεσμέ

Ενας ιερεύς στα παλιά χρόνια, προ του 1940, μου διηγείτο ένας εγγονός του, πήγε ένα πρωινό που ήταν γιορτή στην Εκκλησία.
Τα κανδήλια ήταν όλα σβηστά.
Από κάποιο σπασμένο τζάμι έμπαινε αέρας και τα είχε σβήσει όλα, ακόμα και το καντήλι το ακοίμητο.
Στενοχωρέθηκε ο παππούλης, ήτο ευλαβής.
Ψάχνεται για σπίρτα, δεν είχε.
Κοιτάζει στο παγκάρι, κοιτάζει στα ντουλάπια, ψάχνει από εδώ, ψάχνει από εκεί, δεν βρίσκει.
Του ήρθαν δάκρυα στα μάτια.
Τώρα γιατί έπρεπε να πάει πάλι πίσω στο σπίτι.
Ήταν χειμώνας, έβρεχε, φυσούσε δυνατός αέρας, παγωμένος ο βοριάς.
Μεγάλη ήταν η κακοκαιρία.
Ξαφνικά λοιπόν όπως γυρίζει έτσι, κοιτάζει το θυμιατό αναμμένο.
Υπήρχαν μέσα κάρβουνα ολοκόκκινα.
Λέω κάρβουνα.
Την παλαιά εποχή, τα πρόλαβα και εγώ αυτά βέβαια, μέσα στο Ιερό Βήμα είχαμε ένα μικρό μαγγάλι.
Και άναβε ο καντηλανάφτης από πολύ πρωί τα κάρβουνα, κοκκίνιζαν αυτά και παίρναμε με τη μασιά και βάζαμε στο θυμιατό και πάνω σε αυτό ρίχναμε ύστερα το θυμίαμα.
Όσοι από σας ξέρετε από κάρβουνα κτλ. καταλαβαίνετε τι ακριβώς θέλω να πω.
Αφού το είδε λοιπόν έτσι αναμμένο και το κοίταζε με έκπληξη, έβαλε ένα χαρτάκι, άναψε το
χαρτάκι, με αυτό ανάβει ένα κερί και με το κερί άναψε πρώτα το ακοίμητο καντηλάκι και ύστερα όλα τα άλλα καντήλια του Ναού.
Κάθε τόσο λοιπόν γύριζε και κοίταζε το θυμιατό και έλεγε:
- Μπρε, μπρε, μπρε, τι θαύματα κάνει ο Θεός! Όταν θέλει κάνει θαύματα, όταν θέλει. Και έλεγε ξανά:
- Μπρε, μπρε, μπρε, τι θαύμα ήταν πάλι αυτό!
Ήρθε ο ψάλτης, άρχισε ο Ορθρος, το θυμιατό παραμένει ολοκόκκινο.
Στην Ενάτη, την "Τιμιωτέρα", το παίρνει για να θυμιάσει και βλέπει μέσα από το θυμιατό να βγαίνουν στήλες ευώδους καπνού σαν να είχε ρίξει μέσα θυμίαμα.
- Μα, λέει, εγώ δεν έβαλα θυμίαμα. Κύριε ελέησον! Τέλος πάντων, είπε, γυρίζει προς την Αγία Τράπεζα και λέει:
- Θεός είσαι, ό,τι θέλεις κάνεις.
Σε λίγο ήρθε ο εγγονός του.
- Μην το πειράξεις, του λέει, καθόλου το θυμιατό. Αφησέ το έτσι. Γιατί ο Θεός ό,τι θέλει κάνει, αγοράκι μου, λέει, ό,τι θέλει κάνει.
- Καλά, παππούλη, αυτός απαντάει.
Όσες φορές λοιπόν χρειάστηκε να θυμιατίσει, από την Πρόθεση μέχρι το τέλος της Θείας Λειτουργίας, το θυμιατό ολοκόκκινο με αναμμένα τα κάρβουνα και πάντοτε έτοιμο για θυμιάτισμα.
Δηλαδή έβγαζε από μόνο του και μπροστά στα μάτια του εγγονού θυμίαμα ευώδες.
Μόλις το σήκωνε λοιπόν, έβγαιναν και οι ευωδέστατοι αυτοί καπνοί οι οποίοι απλώνονταν σε όλο το Ναό.
Όλος ο Ναός ευωδίαζε.
Έκανε εντύπωση και στους χριστιανούς και όταν τελείωσε του έλεγαν:
- Ε, παπά μου, πού το βρήκες αυτό το καλό θυμίαμα;
Στον εγγονό του είπε το εξής:
- Μην το πεις πουθενά, μόνον όταν πεθάνω.
Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει.
Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει.
Αυτά έλεγε ο παπα-Γιάννης από τον Τσεσμέ.



Φιλοξενία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ

Κάποτε ένας μοναχός που ήταν αρχοντάρης σε ένα μοναστήρι του Αγίου Ορους
- Αρχοντάρης είναι αυτός που φροντίζει για τους ξένους, οι άνδρες το ξέρουν πολύ καλά, ετοιμάζει τα δωμάτια, προσφέρει τον καφέ και το κέρασμα και αν είναι κουρασμένοι και νηστικοί να τους πάει στην Τράπεζα για λίγο φαγητό, να τους ετοιμάσει τα δωμάτια κτλ., πάντως είναι πολύ κουραστικό
διακόνημα, ιδίως στο Αγιον Ορος που οι προσκυνηταί κάθε μέρα μπορεί να είναι 20, 30, 50, 100, 200 καμμιά φορά
- Αυτός λοιπόν ο Αρχοντάρης είχε κουραστεί πολύ από το διακόνημα, το είχε 5 χρόνια συνέχεια, και ζήτησε από τον ηγούμενο να τον αντικαταστήσει.
- Κάνε υπομονή, του λέει, και θα φιλοξενήσεις και Αγγέλους.
- Να είναι ευλογημένο.
Υστερα από λίγον καιρό, ένα βραδάκι, αφού είχαν κλείσει οι πόρτες της μονής, και όπως ήταν κατάκοπος έκατσε στο Αρχονταρίκι λίγο και άνοιξε την Καινή Διαθήκη και άρχισε να διαβάζει.
Βλέπει λοιπόν ξαφνικά να μπαίνει από την πόρτα του Αρχονταριού ένας ωραιότατος νέος, ντυμένος στα λευκά.
- Ευλογείτε, Πάτερ μου, του λέει. Ω, τι διαβάζετε; Το Ευαγγέλιον του Ουρανού; Είστε μακάριος. Και πριν προλάβει να απαντήσει ο Αρχοντάρης, που τα έχασε.
- Ω, με συγχωρείτε που σας διακόπτω, του λέει, αλλά είμαι πολύ πεινασμένος.
Κατάπληκτος λοιπόν ο Αρχοντάρης, τα είχε χάσει είπαμε αλλά πολύ ευγενικά είπε:
- Ορίστε, ορίστε, καθείστε να σας ετοιμάσω κάτι.
Πώς λέγεστε;
- Μιχάλης, απαντά ο νέος.
Γρήγορα γρήγορα λοιπόν ολοπρόθυμα άρχισε με ζήλο να ετοιμάζει το τραπέζι για να φάει ο
νέος που ήρθε στα λευκά.
Διότι ύστερα άρχισε να του κάνει εντύπωση το πώς ήταν ντυμένος.
- Εσείς όσο θα τρώτε, του λέει, εγώ θα ετοιμάσω και το κελλάκι σας και θα σας φέρω μια στιγμή
και τη λίγη σαλάτα.
Και πήγε να πάρει το πιάτο με τη λίγη σαλάτα.
Από ένστικτο όμως γύρισε το κεφάλι του ξανά να δει αυτόν το νέο που του έκανε τόση κατάπληξη.
Ο ωραιότατος εκείνος νέος είχε εξαφανιστεί.
Οπωσδήποτε ήταν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ.
Από τότε η προθυμία του για φιλοξενία είχε μεγαλώσει.
Θυμόταν το γεγονός με συγκίνηση αλλά και τον συγκλόνιζε η φιλοξενία του Αβραάμ που φιλοξένησε την ίδια την Αγία Τριάδα με το τρίμορφο εκείνο Αγγελικό σχήμα.
Απευθυνόταν ο Αβραάμ προς αυτούς τους τρείς
Αγγέλους στον ενικό αριθμό και τους έλεγε Κύριε.
Η αγιογραφική εντολή, αδελφοί μου, είναι "Την φιλοξενίαν διώκοντες", να την επιδιώκεται δηλαδή, "Φιλόξενοι εις αλλήλους άνευ γογγυσμών" Α' Πέτρου Δ9.
Να το επαναλάβω "Φιλόξενοι εις αλλήλους άνευ γογγυσμών".
Και όταν στη φιλοξενία μας προστεθεί και ο λόγος του Θεού, γιατί πρέπει να προστεθεί και ο λόγος του Θεού, για να είναι η φιλοξενία μας τελεία, δηλαδή ο λόγος για την πίστη μας, για την Εκκλησία μας, για τους Αγίους μας, για τα θαύματά τους, για τις εικόνες μας, για τα Μυστήριά μας τότε μέγα μισθό παίρνουμε.
Γιατί με αυτού του είδους τη φιλοξενία φέρνουμε ανάμεσά μας τον ίδιο τον Κύριο.
Άλλωστε και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ μακάρισε τον Αρχοντάρη, που δεν ήτο άλλος από τον παπα-Φιλάρετο της Κωσταμωνίτου για τον οποίο σας μίλησα και στην περασμένη μας ομιλία.



Περί του μοναχού Σάββα

Η καταγωγή του ήτο από το χωριό Μαζέικα των Καλαβρύτων.
Εκάρη μοναχός στο κελλί Αγιος Νικόλαος, εξάρτημα άλλοτε του παρακειμένου μονιδρίου του Ραβδούχου, σήμερα της μονής Παντοκράτορος.
Ενα διάστημα κοινοβίασε ο μοναχός Πατήρ Σάββας στη μονή Εσφιγμένου και είχε το διακόνημα του Τυπικάρη.
Διακρινόταν για το φιλακόλουθο, τη μεγάλη του ευλάβεια, την αντοχή στους σωματικούς κόπους και την υπομονή του.
Εκείνο που τον ξεχώριζε πολύ ήτο η μελέτη της Καινής Διαθήκης.
Κάθε μέρα διάβαζε και ένα βιβλίο.
Ως γνωστόν τα βιβλία της Καινής Διαθήκης είναι 27.
Τέσσερα τα Ευαγγέλια, οι Πράξεις, οι Επιστολές του Αποστόλου Παύλου 14, οι 7 Καθολικές και η Αποκάλυψη.
Αρα κάθε μήνα τελείωνε μία φορά ολόκληρη την Καινή Διαθήκη.
Έτσι την Καινή Διαθήκη 12-13 φορές το χρόνο τη διάβαζε.
Με τη σειρά την πρώτη μέρα τον Ματθαίο, τη δεύτερη το Μάρκο, την τρίτη το Λουκά, την τέταρτη τον Ιωάννη και ύστερα τις Πράξεις και ύστερα προς Ρωμαίους και ύστερα Α' Κορινθίους, Β' Κορινθίους κτλ. μέχρι το τέλος.
Πολλές φορές όταν είχε την Καινή Διαθήκη έτσι και την διάβαζε έβγαινε πολλή ευωδία μέσα από τις σελίδες της Καινής Διαθήκης.
Ο ίδιος ο Κύριος του χάιδευε τις αισθήσεις, του χάριζε ειρήνη, του δώριζε αγιασμό και χαρίσματα πολλά.
Και εμείς δεν θέλουμε, και βαριόμαστε να διαβάσουμε ένα κεφάλαιο την ημέρα.
Εντροπή μας.
Με συγχωρείτε αλλά ντροπή μας.
Όταν προείδε το θάνατό του, επέστρεψε στη μετάνοιά του.
Οι παράδελφοί του και ο Γέροντάς του τον υποδέχθησαν με πολλή χαρά γιατί ποτέ δεν τους
είχε στεναχωρήσει παρά μόνο βέβαια όταν έφυγε για να ζήσει ως ασκητής και ερημίτης. Περιμένοντας τους Αγγέλους, τους Αγίους και την Υπεραγία Θεοτόκο για να τον πάρουν μαζί τους στον Ουρανό παρακάλεσε τους αδελφούς όλη την ημέρα και όλη τη νύχτα ένας ένας να του διαβάζουν Καινή Διαθήκη και Ψαλτήρι μέχρι που να κοιμηθεί.
Τόση ήτο η αγάπη του για τις Αγιες Γραφές, για τις επιστολές του Ουρανού προς τον άνθρωπο.
Άραγε ο καθένας από εμάς τι αγαπά περισσότερο;
Λέγει ο Κύριος κάπου:
"Οπου θησαυρός εκεί και η καρδία".
Ποιός είναι ο θησαυρός σου, άνθρωπέ μου;
Εκεί είναι και η καρδιά σου.
Του Πατρός Σάββα ήταν στο Λόγο του Θεού.
Και εκοιμήθηκε οσίως.
Μετά τρία έτη από τον ήσυχο θάνατό του έγινε η εκταφή του και η κάρα του ευωδίαζε.
Διαδόθηκε βέβαια το γεγονός και πήγαιναν πολλοί να την προσκυνήσουν.
Ένας δόκιμος της συνοδείας νόμισε ότι οι Γεροντάδες για να καυχηθούν ότι είχαν έναν Αγιο μεταξύ τους ρίχνουν άρωμα στην κάρα του.
Την παίρνει λοιπόν κρυφά και την έριξε στη στέρνα με βάρος.
Η στέρνα ήταν εκεί στον κήπο.
Οι άνδρες ξέρουν πώς είναι.
Είναι κάτι μεγάλες στέρνες με βρώμικα νερά που ποτίζουν με αυτά τους κήπους και τα μαζεύουν.
Έβαλε και ένα βάρος εκεί πέρα για να μη φαίνεται και το πέταξε μέσα.
Οι Γεροντάδες την έχασαν.
Δεν ήξεραν ποιος την πήρε και τι έγινε.
Άνω κάτω λοιπόν το μοναστήρι.
Τίποτα, δεν βρέθηκε.
Άρχισαν να υποψιάζονται.
Σου λέει κάποιος από αυτούς που ήρθαν για προσκύνηση μοναχούς την πήρε και έφυγε.
Πω, πω, στεναχώρια οι καημένοι.
Δόστου παρακλήσεις εκεί πέρα.
Τίποτα, ο δόκιμος εκεί.
- Τώρα θα σας δείξω εγώ, έλεγε μέσα του.
Λοιπόν μετά 12 ημέρες την βγάζει ο δόκιμος από τη στέρνα και τον πνίγει περισσότερη ευωδία.
Τρόμαξε λοιπόν, πίστεψε ότι πράγματι πρόκειται περί Αγίου μοναχού και ομολογώντας κατόπιν την πράξη του βέβαια ζήτησε έλεος και συγγνώμη.
Και μέχρι σήμερα αυτή τη φήμη έχει ο Πατήρ Σάββας, ότι υπήρξε ένας Αγιος μοναχός, ένας Όσιος. Η κάρα του εξακολουθεί και ευωδιάζει.
Είδατε λοιπόν τι κάνει η μελέτη της Αγίας Γραφής, η υπακοή, η άσκησις, η προσευχή, η Θεία Λατρεία και όλα όσα είπαμε;
Λοιπόν, όλοι μας επί το έργον.










Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 1993

39 Η Θεία Λειτουργία. Οι ευχές τού τρισαγίου ύμνου καί τά ιερά αναγνώσματα

Ο παπα-Φιλάρετος

Κάποτε ο παπα-Φιλάρετος, ηγούμενος της μονής Κωσταμωνίτου του Αγίου Ορους, θέλησε να λειτουργήσει του Αγίου Αντωνίου σε ένα ερημοκλήσι του Αγίου, που ήταν 500 μέτρα πιο ψηλά από τη μονή.
Πήρε μαζί του, τη νύχτα βέβαια, σε ένα ταγάρι δύο τρία προσφοράκια από τα μικρά και το νάμα και με ένα λαδοφάναρο, φανάρι που καίγεται με λάδι, κίνησε λοιπόν μέσα στην άγρια φύση που την έκανε ακόμα αγριότερη η ασέληνη χειμωνιάτικη εκείνη νύχτα.
Στη μέση ακριβώς της διαδρομής, σκοντάφτει σε κάποια πέτρα εκεί, σε ένα εμπόδιο, και πέφτει κάτω και με το ταγάρι όπως έπεσε, έσπασε το μπουκαλάκι με το νάμα.
Αναγκάστηκε λοιπόν να γυρίσει πίσω.
Ξαναπαίρνει καινούριο νάμα και ξεκινάει πάλι για το ερημοκλήσι.
Στο ίδιο ακριβώς σημείο ξαναπέφτει, ξανασπάει πάλι το μπουκαλάκι με το νάμα.
Τότε οργίσθηκε με ιερό θυμό και είπε:
- Πειρασμέ, όσες φορές και αν το σπάσεις και χύσεις το νάμα, εγώ θα πάω και θα λειτουργήσω, έστω και αν γίνει αυτό δέκα φορές.
Γυρίζει πάλι πίσω, ξαναπαίρνει το νάμα και φωνάζοντας δυνατά το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" ξεκίνησε και έφτασε στο ερημοκλήσι και λειτούργησε.
Φυσικά βέβαια ύστερα ήλθαν και δύο μοναχοί οι οποίοι τον βοήθησαν στο ψάλσιμο και στην όλη
προετοιμασία και τέλεση της Θείας Λειτουργίας.
Όταν τελείωσε είπε:
- Σμήνος, σμήνος πολύ με τύλιξε.
Και εκεί τον ρώτησε έτσι ο Πατήρ Παχώμιος.
- Να, λέει, Άγγελοι, Άγγελοι του ουρανού πλημμμύρισαν τα πάντα, το Ιερό, το Ναό, γύρω γύρω όλο το Ναό, όλο το δάσος, αμέτρητες χιλιάδες Άγγελοι Αρχάγγελοι και άρχισε να κλαίει.
Διηγούνται για αυτόν ότι όταν λειτουργούσε ήταν όλο φως, όλος χαρά, όλος ειρήνη, σύννους στη Θεία Λειτουργία, σοβαρός, δακρύβρεχτος, όπως τα γράφει ο αγιογράφος.
Συχνά συχνότατα έκλαιγε για τις απροσεξίες και τις ατέλειες των άλλων κληρικών και Ιερέων.
Ήταν εκείνος ο Ιερεύς που λειτουργούσε στη γη αλλά με τον νου και την καρδιά του συγχρόνως συλλειτουργούσε στο θυσιαστήριο της Ανω Ιερουσαλήμ.
Άραγε τι να ζούσε, πώς τα βίωνε, τι μακαριότης, τι ευφροσύνη, τι αγαλλίασις!
Ουδείς γνωρίζει παρά μόνον αυτός, η καρδιά του, αυτοί που τον περιτείχιζαν, ο Κύριος, η θριαμβεύουσα Εκκλησία.
Αυτός ήταν ένας από τους αξίους Ιερείς της εποχής μας.


Η κληματαριά

Και μερικές από τις δικές μου σκέψεις είναι ότι ο αμπελώνας του Κυρίου μας μας θυμίζει μια οπτασία του Οσίου Εφραίμ του Σύρου την οποία διηγείται ο ίδιος.
Την διάβαζα προχθές.
Μου φαίνεται την είχα πει παλαιότερα σε ένα κήρυγμα με την ευκαιρεία της εορτής του Αγίου Εφραίμ του Σύρου.
Την επαναλαμβάνω σήμερα.
Αυτήν την οπτασία την διηγείται ο ίδιος και λέει:
- Είδα μια κληματαριά που είχε άφθονα σταφύλια αλλά αυτή είχε φυτρώσει στη γλώσσα μου.
Είχε τις ρίζες μέσα σε αυτήν και αφού βγήκε έξω από το στόμα μου, απλώθηκαν τόσο πολύ οι κληματόβεργες ώστε σκέπασαν όλη τη γη.
Και όλα τα πουλιά κάθονταν πάνω στην κληματαριά, στο απέραντο και ατελείωτο αυτό αμπέλι και πετώντας πάνω από αυτό, χαρούμενα τα πουλιά, έβρισκαν τροφή και βοσκή, πλούσια βοσκή,
στα σταφύλια της.
Και όσο τα πουλιά έτρωγαν τον καρπόν της, τόσο και περισσότερο τα σταφύλια πλήθαιναν και όλο πλήθαιναν.
Τι ευλογία Θεού θα ήτο αν ο καθένας από εμάς τους ιερείς και τους επισκόπους εγίνετο μια τέτοια παρόμοια κληματαριά!
Τι ευλογία, τι δόξα για τον Πανάγιο Θεό αλλά και τι τραυματισμός θανάτου για τους δαίμονες και τι θεοσωτηρία για τις ψυχές των ευσεβών ορθοδόξων πιστών χριστιανών!



Αυτός που χάθηκε μες στο δάσος τη νύχτα με τους λύκους

Κάποτε ένας από τους δικούς μας επιστήμονας έκανε τον πολύξερο.
Είχε διαβάσει πολλά, ήταν πτυχιούχος τριών επιστημών, κατείχε έξι γλώσσες αλλά στον Θεό δεν πίστευε.
Ούτε είχε σχέσεις με την Εκκλησία και διεκήρυσσε ότι ήταν άθεος και το καμάρωνε.
Και έτσι λοιπόν φρόντιζε να μεγαλώνει και τα παιδιά του.
Ενθυμούμαι βγήκα ένα πρωινό από το σπίτι, όχι εδώ, στη Θεσσαλονίκη, και ήθελα να πάω από την Ανάληψη, να πάρω το αυτοκίνητο και να πάω στον Εβρο.
Ήταν πρωί.
Ένας κύριος ετοιμαζόταν να πάει εκδρομή και ρωτούσε το παιδάκι, παιδάκι 5 χρονών 6, πόσο ήταν, για να μπούνε στο αυτοκίνητο.
Το παιδάκι λέει:
- Να ένας παππούλης.
Ήθελε να τρέξει.
- Ελα εδώ, του λέει. Μην πας σε αυτόν.
Και είπε μια βαριά φράση.
Τέτοιος ήταν και αυτός.
Ένα χειμώνα λοιπόν μαζί με τους φίλους του πήγε για κυνήγι.
Το θήραμα λοιπόν, παρακολουθούσε μιαν αλεπού, δεν ξέρω τι παρακολουθούσε, τον συνεπήρε, απομακρύνθηκε από τους φίλους του και χάθηκε μες στη νύχτα.
Εδώ σε θέλω κάβουρα πώς πατάς στα κάρβουνα.
Εσύ που μου κάνεις τον άθεο, μείνε μια νύχτα μόνος σου στο νεκροταφείο να φυσάει ο αέρας, να τρίζουν τα τζάμια, να τρεμοσβήνουν τα καντήλια, ε;
Αυτοί που σας κάνουν τον έξυπνο αυτό να πάτε να τους πείτε.
Αμ πώς;
Χάθηκε λοιπόν μες στη νύχτα.
Τώρα μόνος μες στο δάσος και στην παγωνιά!
 Χειμώνας ήταν.
Σε λίγο ακούει ουρλιαχτά.
Ένα κοπάδι από λύκους λοιπόν κατά πάνω του.
Προλαβαίνει λοιπόν και σκαρφαλώνει πάνω σε ένα δέντρο.
Οι λύκοι, μόλις τον πήραν είδηση από κάτω, δεν έφευγαν, τον περίμεναν.
Ούρλιαζαν, πετιόντουσαν πάνω στο δέντρο.
Ευτυχώς που ήταν ψηλά.
Ώρες αφάνταστης αγωνίας πέρασε ο άνθρωπος.
Παρ' όλο το χειμώνα ίδρωνε και ξείδρωνε.
Ο ιδρώτας ποτάμι.
Και τότε θυμήθηκε ότι υπάρχει Θεός.
- Θεέ μου, σώσε με, λέει, σώσε με Θεέ μου, σώσε με.
Έκανε θερμή προσευχή στο Θεό και από τον τρόμο του άρχισε και να κλαίει κιόλας.
- Και πώς θα με βρούν;
Και πόσα άλλα σκέφθηκε και είπε!
Από τότε βέβαια πιστεύει στο Θεό, εκκλησιάζεται, συμμετέχει στα Μυστήρια και μόλις σηκωθεί από τον ύπνο, στέκεται με πολλή ευλάβεια και μπροστά στις εικόνες λέγει:
- Χριστέ μου, μια ακτίνα από το φως Σου στέλνε μου κάθε μέρα και φώτιζέ με, γιατί εξακολουθώ να παραμένω τυφλός.
Μια ακτίνα του Χριστού φτάνει για να φωτίσει τα σκοτάδια του ανθρώπου, μια ακτίνα.
Λοιπόν, από τότε πιστός χριστιανός, πιστός σε όλα.
Αν θέλετε λοιπόν να δοκιμάσετε κάποιου την αθεία του, την εξυπνάδα του στείλτε τον μια βραδιά στο νεκροταφείο.
 Η ιστορία που σας είπα είναι αληθινή.



Η Διάκονος του Αγίου Νεκταρίου

Εγώ και η πρεσβυτέρα είχαμε γνωρίσει την Διάκονο του Αγίου Νεκταρίου.
Με Ωράριο Διάκονο χωρίς εκφωνήσεις βέβαια όπως ήταν οι αρχαίες Διακόνισσες η Ολυμπιάς κτλ. Μέσα στο σκοτάδι αυτή η γριούλα των 80 ετών, πόσο ήταν τότε, το πρόσωπό της έλαμπε και έλαμπε ως μικρού παιδιού, Αγγέλου.
Αν την άλλη μέρα την έβλεπες θα έβλεπες μια ζαρωμένη γριούλα και όμως το πρόσωπο έλαμπε.
Είχε μια τέτοια πάγκαλη ομορφιά που θα τη ζήλευαν και οι "μις Κόσμος " και "Ευρώπη" κτλ., πώς τα λένε αυτά.



Ο ιερέα που του κράτησαν οι Αγγελοι το Ευαγγέλιο

Ενθυμούμαι έναν ιερέα, στα προπολεμικά χρόνια, πριν γίνει ο πόλεμος ο Β', πριν το 1940.
Έλεγαν εκεί για έναν Ιερέα στην Ανω Βροντού που κάποτε ήταν άρρωστος πολύ, είχε 39.5 πυρετό.
Επειδή ήταν μεγάλη ημέρα έπρεπε οπωσδήποτε να λειτουργήσει να μη μείνουν οι χριστιανοί του αλειτούργητοι.
Το Ευαγγέλιο βαρύ.
Εστερείτο ακόμη και τη σκέλη και βγήκε να το κρατήσει και λέει:
- Τώρα, Χριστέ μου, τι θα γίνει; Εδώ έχεις τόσα εκατομμύρια και δισεκατομμύρια Αγγέλους, δεν στέλνεις κάνα δυο να μου κρατήσουν το Ευαγγέλιο; Πώς θα το κρατήσω; 40 πυρετό έχω. Να, λοιπόν. Το Μυστήριον του Θεού και της Θείας Λειτουργίας, το ακατάληπτο, που δεν το καταλαβαίνουμε, δεν το βλέπουμε γιατί δεν λειτουργούν τα μάτια της ψυχής μας, δεν το ακούμε γιατί είμαστε κουφοί.
Γι' αυτό λέει ο Κύριος κάθε τόσο "Ο έχων ώτα ακούεις ακουέτω".
Με τα μάτια της ψυχής μας θα δούμε τα πνευματικά, θα δούμε τα ουράνια, όσο μας συμφέρει.
Και το κράτησαν οι Αγγελοι το Ευαγγέλιο.
Και θα πούμε ύστερα όταν θα έλθει η ώρα του, πώς τον κρατούσαν από τις μασχάλες για να κάνει τη Μεγάλη Είσοδο με τα Τίμια Δώρα στο χέρι και ύστερα να κοινωνήσει τους χριστιανούς.