Πέμπτη, 18 Μαρτίου 1993

45 Η Θεία Λειτουργία. Ο Χερουβικός ύμνος. Μέρος 1ον

Εγώ είμαι αυτός που θα πάρεις αύριο

Κάποτε μια χριστιανή εξομολογήθηκε στον Πατέρα Ιάκωβο στο παρεκκλησάκι του Αγίου Χαραλάμπους στη μονή του Οσίου Δαυείδ.
Εν συνεχεία μετά την εξομολόγηση ενώ παρέμεναν οι δικοί της για να πάρουν σειρά κατέβηκε αυτή στον κυρίως Ναό.
Όσοι έχετε πάει στον Οσιο Δαυίδ ξέρετε πώς είναι.
Ο Ναός ήταν άδειος, μπήκε μέσα, άναψε ένα κεράκι και άρχισε να προσκυνάει τις εικόνες.
Μπαίνοντας μέσα όμως βλέπει για μια στιγμή την Ωραία Πύλη ανοιχτή και πάνω στην Αγία Τράπεζα να κάθεται ένας νεαρός.
Πάνω στην Αγία Τράπεζα.
Η Ωραία Πύλη ήταν ανοιχτή και εκείνος καθόταν πάνω στην Αγία Τράπεζα.
Μόλις τον είδε του έβαλε τις φωνές:
- Βρε, του λέει, δεν ντρέπεσαι να κάθεσαι πάνω στην Αγία Τράπεζα;
Κατέβα γρήγορα κάτω.
Βγες έξω.
Αλλά να τέτοιοι είστε οι σημερινοί νέοι.
Δεν έχετε πάνω σας τσίπα.
Κακομαθημένοι είστε, ασεβείς, χαραμοφάηδες, τεμπέληδες, μακρυμάλληδες.
Φαίνεται θα είχε μακριά μαλλιά ο νεαρός.
- ... Αναρχικοί... Και ποιος ξέρει άλλα πόσα του έσυρε εκεί πέρα.
Αλλά ο νέος όμως την διακόπτει και με πολύ γλυκειά και ουράνια φωνή της λέει:
- Και εσύ γιατί δεν εξομολογήθηκες λίγο πριν την τάδε αμαρτία που έκανες;
Και της είπε ακριβώς την αμαρτία.
Εκείνη δάκρυσε, αποσβολώθηκε.
Άφωνη από το ξάφνιασμά της.
- Και εσύ ποιος είσαι; τον ρώτησε ψελλίζοντας και τρέμοντας ύστερα από την αποκάλυψη.
- Εγώ είμαι αυτός που θα πάρεις αύριο, είπε και εξαφανίστηκε.
Μόλις συνήλθε λοιπόν έτρεξε προς τον Πατέρα Ιάκωβο φωνάζοντας πανικόβλητη για το τι είδε και τι της συνέβη.
Αυτό μας το διηγήθηκε ο ίδιος ο Πατήρ Ιάκωβος.
Ήταν μπροστά και η πρεσβυτέρα.
"Εγώ είμαι αυτός που θα πάρεις αύριο".
Κι εσύ κι εσύ κι εγώ και κάποιοι άλλοι και όλοι μας θα Τον πάρουμε εις βρώσιν και πόσιν και εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν την αιώνιον.
Αλλά όλοι μας όμως θα βρεθούμε στην Εκκλησία μεθαύριο Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως και θα Τον υποδεχθούμε στην Μεγάλη Είσοδο ως Βασιλέα των όλων δορυφορούμενον υπό των
ουρανίων Αγγελικών τάξεων.


Ο παπα-Τύχων

Αλλά κάτι ανάλογα με αυτά που ζούσε ο πατήρ Γεώργιος, ζούσε κι ένας ευλαβέστατος Ρώσος Αγιορείτης Ιερεύς, ο παπα-Τύχων.
Ο πατήρ Γεώργιος εχάνετο στον Χερουβεικό ύμνο μέσα στην ασύληπτη ωραιότητα του ουρανίου θυσιαστηρίου και της θριαμβεύουσας Εκκλησίας.
Στους ίδιους λοιπόν αστραφτερούς τόπους του ουρανού και της Ανω Ιερουσαλήμ μετέφερε την ώρα του Χερουβεικού ύμνου τον Αγιορείτη μοναχό του Υψίστου ο Αγγελος φύλακάς του.
Να πώς περίπου βίωνε αυτήν την αρπαγή.
Με τα λίγα ελληνικά που ήξερε ο Ρώσος αυτός ευλαβής Ιερεύς έλεγε:
- Την ώρα του Χερουβεικού φύλακας Άγγελος ανεβάς, ανεβάς μισή ώρα, μια ώρα, δεν ξέρω.
Άγγελος πάλι κατεβάς.
Καταλαβαίνετε τότε μόλις συνερχόταν ο Άγιος αυτός Λειτουργός ότι βρισκόταν στη μέση της Θείας
Λειτουργίας κι έπρεπε να συνεχίσει.
Κι έλεγε:
- Πω, πω, εγώ λειτουργήσει. Εγώ λειτουργήσει. Πω, πω! Πω, πω!
Πολλές φορές τον ρωτούσαν:
- Γέροντα, τι έβλεπες και τι άκουγες τόσην ώρα, μισή ώρα, μια ώρα;
Κι εκείνος απαντούσε ταπεινά:
- Χερουβείμ, Σεραφείμ, Άγγελοι, πολλά, πολλά, πολλά μαζί δοξολογούσε Θεό, Θεό Τριαδικό. Πω, πω!
Και κατέβαζε το κεφαλάκι του συντετριμμένος και κλαίγοντας.
Αυτά όπως τα άκουσα στο Άγιον Όρος.


Περί της αρπαγής των αξίων Ιερέων

Ας μεταφερθούμε για λίγο στον 18ο λόγο του ανωνύμου ησυχαστού της "Νηπτικής Θεωρίας".
Εδώ τώρα ας προσέξουμε με κατάνυξη πολλή τη θαυμάσια περιγραφή της θείας του εκστάσεως στον Χερουβεικό ύμνο και στη Μεγάλη Είσοδο:
- Αλήθεια σας λέγω, λέγει ο ανώνυμος Άγιος ησυχαστής, ω ευλογημένον ποίμνιον της μάνδρας του Χριστού.
Μεγίστη βοήθεια της Ιεροσύνης σε ολόκληρο το γένος των ανθρώπων, διότι όταν ο άξιος και καθαρός Ιερεύς και Λειτουργός του Υψίστου εν μέσω πολλών δακρύων, μπροστά στην Αγία Τράπεζα και ειδικά κατά τη διάρκεια του Χερουβεικού ύμνου κλίνει αισθητώς και νοητώς τα γόνατα του σώματος και της ψυχής του ενώπιον του Πανοικτίρμονος και φιλανθρώπου και Σωτήρος Ιησού Χριστού και δέεται και παρακαλεί για τις ψυχές υπέρ ων Εκείνος έχυσε επί του Σταυρού το Τίμιον και Πανάγιον Αίμα Του είναι αδύνατον να μην εισακουστεί η δέησίς του.
Όταν λοιπόν δυσωπείται θερμώς ο Κύριος από των αγνών και άξιων Λειτουργών Του, ο οποίος χύνει μπροστά στην Αγία Τράπεζα σαν καθαρότατον έλεον, σαν καθαρό λάδι, τα δάκρυά του, πώς είναι δυνατόν να μην του εκπληρώσει τα ψυχοφελή και σωτήρια αιτήματά του;
Το θέλημα γαρ, λέγει η Αγία Γραφή, των φοβουμένων αυτώ ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται Κύριος.
Οι καθαροί και άξιοι Λειτουργοί του Κυρίου όταν στον Χερουβεικόν ύμνον χτυπούν με την φοβεράν εκείνην ευχή: "Ουδείς άξιος των συνδεδεμένων ταις σαρκικαις επιθυμίαις και ηδοναίς" την ουράνιον πύλη της Ανω Ιερουσαλήμ, ευθύς αμέσως ένα άπειρο πλήθος από Χερουβείμ ανοίγουν τις πύλες του ουρανού, τις πύλες των ουρανών, και μπάζουν τους αξίους Ιερείς μαζί με τις ψυχές που κρέμονται στο λαιμό τους, στο Πετραχείλι τους, ως αστραπή, έστω και για λίγο, για λίγα δευτερόλεπτα, για ένα λεπτό, για να προσκυνήσουν νοερώς τον Ουράνιον Θρόνον του εσφαγμένου Αρνίου.
Ο ιερεύς δέεται εδώ κάτω στον Ναό, η ψυχή είναι εις έκστασιν και διά του νοός προσκυνά αυτή τη Θεία Παρουσία εν ουρανοίς.
Ας θυμηθούμε λίγο τον παπα-Τύχωνα και τον Πατέρα Γεώργιο Καρσλίδη για όσα είπαμε πριν και θα τα καταλάβουμε και αυτά.
Αλλά από την ουράνια αυτή παραμονή στον Θρόνο της Χάριτος έστω και για λίγα δευτερόλεπτα των αξίων αυτών Ιερέων, λέγει και συνεχίζει ο ανώνυμος ησυχαστής, η θέα αυτών έσωθεν και νοητά λάμπει ως το φως του ηλίου.
Και αν οι Αγγελοι και οι Αρχάγγελοι και τα Χερουβείμ είναι φλόγες πύρινες, έτσι και αυτοί οι Λειτουργοί Ιερείς κατά την ψυχήν είναι φλόγα ουρανίου πυρός καθώς είναι γεγραμμένον:
"Ο ποιών τους Αγγέλους αυτού Πνεύματα και τους Λειτουργούς αυτού, τους Ιερείς, πυρός φλόγα".
Σε αυτήν την αρπαγή των αξίων συναρπάζονται κατά την βιωματική εμπειρία του ανωνύμου ησυχαστού και όλοι εκείνοι εκ των εκκλησιαζομένων χριστιανών, οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες.

Για να μας γίνουν αυτά που είπαμε μέχρι τώρα κάπως νοητά θα πρέπει να πάμε στην Αποκάλυψη και να διαβάσουμε εκεί και να δούμε μια εικόνα όπως μας την παρουσιάζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης
στο 4ο του κεφάλαιο, Στιχ. 3-4.
Και ιδού θρόνος έκειτο εν τω ουρανώ, και επί του θρόνου όμοιος οράσει λίθω ιάσπιδι ο Κύριος.
Και κύκλοθεν του θρόνου θρόνοι είκοσι τέσσερις και πάνω σε αυτούς τους θρόνους είδα πρεσβυτέρους καθημένους, περιβεβλημένους εν ιματίοις λευκοίς και επί τας κεφαλάς αυτών στεφάνους χρυσούς.
Και ανάπαυσιν ουκ έχουσιν ημέρας και νυκτός λέγοντες: Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ, ο ήν, ο ών και ο ερχόμενος.
Μέσα λοιπόν σε εκείνο το ασύληπτο κάλλος του ουρανίου θυσιαστηρίου, της απερίγραπτης δηλαδή ομορφιάς της θείας ζωής μύριοι μυριάδες Χερουβείμ και Σεραφείμ και χιλιάδες χιλιάδων Αγγελοι και Αρχάγγελοι, Θρόνοι, Κυριότητες, Δυνάμεις, Αρχαί και Εξουσίαι κυκλώνουν τον θρόνο του Τριαδικού Θεού.
Και δίπλα, ω του θαύματος, οι θρόνοι των πρεσβυτέρων λειτουργών της θριαμβεύουσας Εκκλησίας, της Άνω Ιερουσαλήμ.
Είναι εκείνοι που τον διακόνησαν άξια, καθαρά και ορθόδοξα στο επίγειο θυσιαστήριο εδώ κάτω στη γη.
Και όχι ως εγώ ο ταλαίπωρος και ο ανάξιος.
Είναι αυτοί που τον υπηρέτησαν αφοσιωμένοι μέχρι θυσίας και μαρτυρίου εδώ στη στρατευομένη Εκκλησία.
Κατάλευκες οι στολές τους, γεμάτες από το πανάλευκο, εράσμιο Τριαδικό φως.
Τις λεύκανε το Πανάγιον Αίμα του Αρνίου, αυτό που καθαριεί την συνείδισην ημών από νεκρών έργων, αυτό που ανασταίνει τους νεκρωθέντας τη αμαρτία.
Και στις κεφαλές τους οι Πρεσβύτεροι έφεραν χρυσά στεφάνια και διαδήματα που ακτινοβολούσαν.
Και ανάπαυσιν ουκ έχουσιν.
Δεν είχαν ανάπαυση.
Το βλέμμα τους και η ψυχή τους στραμμένα πάντοτε και αιώνια στην άφθαρτο θεϊκή δόξα.
 Προσβλέπουν συνεχώς προς το ειρηνόδωρον και άρρητον θείον κάλλος προσφέροντες αδιαλείπτως ύμνους και ωδές πνευματικές.
Ασταμάτητα άδουν και ψάλλουν τον επινίκιον ύμνον:
Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης Αυτού.
Αδιάκοπα λοιπόν και ατελεύτητα εις τους αιώνας αναμέλπουν δοξολογίες και ευχαριστίες προς το Εσφαγμένον Αρνίον και συμμετέχουν όλοι μαζί στο πανηγύρι του ουρανού που δεν τελειώνει
ποτέ.
Ναι, θα συνεχίζεται αιώνια αυτή η πανήγυρις, η θεία των πρωτοτόκων των εν τοις ουρανοίς απογεγραμμένων.

Ναι, Χριστιανοί μου, σε ένα τέτοιο όμοιο κομμάτι της Θριαμβεύουσας Εκκλησίας μεταβάλλεται ο επίγειος Ναός, ο κάθε ναός και ο πιο φτωχός και ο πιο απέριττος, όταν τελείται η Θεία Λειτουργία και μάλιστα από τον Χερουβεικόν ύμνον και μετά.
Από το κάτω θυσιαστήριο μαζί με τα Χερουβείμ ο άξιος λειτουργός του Υψίστου κατά τη διαβεβαίωση του ανωνύμου ησυχαστού συναρπάζει μαζί του και ψυχές χριστιανών οι τα Χερουβείμ ψυχικά εικονίζοντες.
Πού τα συναρπάζει;
Στο υπερουράνιο θυσιαστήριο.
Κι ενώ ο λειτουργός θαρρετά ικετεύει Εκείνον, τον Εσταυρωμένον Σωτήρα Χριστό παρατηρεί μετά εκπλήξεως την άφραστον λαμπρότητα των Σεραφείμ, τα οποία μη τολμώντα ατενίσαι το Θείον Πρόσωπον του Κυρίου, με τας δύο πτέρυγας σκεπάζουν το πρόσωπο αυτών, με τας άλλας δύο καλύπτουν τας πόδας αυτών για να μην καούν από το πυρ της θεότητος και με τας άλλας δύο περιίπτανται ευλαβώς πέριξ του θρόνου της θείας μεγαλειότητος ενώ συγχρόνως αναμέλπουν, ψάλλουν δηλαδή μελωδικά και ουράνια το
Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαβαώθ και το Αλληλούια, Αλληλούια, Αλληλούια.
Και κατά τον ίδιον ανώνυμον ησυχαστή ενώ πλησιάζει η φρικτή ώρα της μεταφοράς και Μεγάλης Εισόδου θεωρεί εν εκστάσει όχι μόνον τον εαυτόν του αλλά και τα ιερατικά του άμφια με τα οποία είναι ενδεδυμένος, τα φτωχά ή τα πλούσια, τα πένθιμα ή τα πασχαλινά, τα λευκά ή τα κόκκινα ως αν φλόγα πυρός.
Σαν να είχαν πάρει, λέει, φωτιά χωρίς να καίγεται ούτε ο ίδιος ούτε τα άμφιά του.
Και σαν φλεγομένη βάτος και πάνω από το έδαφος υποβασταζόμενος υπό των Αγγέλων επραγματοποίησε τη Μεγάλη Είσοδο.
Επί λέξει γράφει:
- Θεωρούσα τον εαυτόν μου ως πυρίνην φλόγα και δεν ήμουν μόνον μια απλή πυρακτωμένη ανθρακιά μαζί με τα Τίμια Δώρα, ούτε πάλι μόνον πύρινη φλόγα αλλά ήμουν εν ταυτώ συγχρόνως και πυρ καθαρόν ως ανθρακιά και πυρπολουμένη φλόγα φλογίζουσα. Όλος πυρ, όλος φως. Θεωρώντας δε τούτα θαύμαζα.
Και συνεχίζοντας ο Άγιος αυτός ανώνυμος ησυχαστής κατέληξε:
- Ήτο πραγματικόν το φαινόμενον. Διά τούτο εβρισκόμουν εις έκπληξιν και θαυμασμόν.
Και στη συνέχεια διηγείται το πώς δεν μπορούσε να κάνει την εκφώνηση:
"Πάντων ημών μνησθείοι Κύριος ο Θεός" διότι επνίγετο από την άμετρην κατάνυξιν και το πλήθος των δακρύων.

Και κάποιος ασκητής, πριν χρόνια πολλά, μου έλεγε τα εξής:
Αυτό από στόμα. - Αρχομένου του Χερουβεικού ύμνου, παπά μου, και εμού κάπτοντος όλο το σώμα και την ευχή εν κατανύξη και φόβω Θεού λέγοντος:
"Η άπλετος καθαρότης και άϋλος θεία γνώσις φωταγωγεί την ψυχήν μου ώστε αρρήτως να κατανοείς τα απόρρητα μυστήρια του Θεού", η Αγία Τράπεζα γίνεται ο τόπος του Θεού, το ουράνιον θυσιαστήριον, όπου η ιερατική καθαρά καρδία φλογιζομένη καλλωπίζεται από το άναρχον θείον φως.
Ταυτόχρονα οι γλυκόφθογγες μελωδίες των ουρανίων δυνάμεων ασιγήτως δοξολογούν την φωτοφόνιαν του Εσφαγμένου Αρνίου.
Συ, ο κάτω ιερουργός της Θείας Λατρείας, συνέχισε ο συνομιλητής μου, συγκαταριθμείσαι θεία δυνάμει μαζί με τους πανάλευκους πρεσβυτέρους του ουρανού σε αυτήν την Θεία Λειτουργία και την αυτήν στιγμήν.
Και όλος έκσταση και θάμβος θα νιώθεις να ζεις στην ίδια με εκείνους πανάλευκη αυγή την πάντοτε πλημμυρισμένη από το θεοειδές, εράσμιον, Τριαδικόν φως του ουρανίου θυσιαστηρίου.
Αυτό το θείον φως, την τρισήλιον δόξα και τις άκτιστες φλόγες με συλλειτουργούς Διακόνους, Πρεσβυτέρους και Αρχιερείς της ουρανίου Θείας Λατρείας πολλοί, καταξιωμένοι Λειτουργοί Ιερείς κατά καιρούς εβίωσαν και βιώνουν όπως π.χ. ο Πατήρ Γεώργιος Καρσλίδης.

Οπως διηγούνται αυτόπτες μάρτυρες κατά την Μεγάλην Είσοδον υποβαστάζεται κι αυτός από Αγγέλους διότι μερικές φορές ήτο τόσο αδύνατος, έτοιμος να καταρρεύσει.
Άλλοτε πάλι, λόγω αυτής της σωματικής αδυναμίας και εξαντλήσεως εβοηθείτο από χριστιανούς.
Τον έπιαναν κάτω από τις μασχάλες, ένας δεξιά και άλλος αριστερά για να μπορέσει να κάνει τη Μεγάλη Είσοδο τρέμοντας.
Οι χριστιανοί τώρα που τον έπιαναν από τις μασχάλες τον Λειτουργόν Πατέρα Γεώργιο ένιωθαν να καίγονται χωρίς να βλέπουν φωτιά.
Και σαν ασφαλή βεβαίωση των όσων έζησαν εκείνη τη στιγμή που τον κρατούσαν, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, και αφού ο αγιασμένος γέροντας Πατήρ Γεώργιος Καρσλίδης είχε κάνει Κατάλυση, τα άμφια που έβγαζε από πάνω του, το Φελόνι, το Πετραχείλι, τη Ζώνη, τα Επιμάνικα, τα πετούσε προς τα έξω στους χριστιανούς.
Ναι, τα πετούσε.
Και εκείνα, ω του εξαισίου και παραδόξου θαύματος, έβγαζαν φωτιές, φλόγες, φως, χωρίς να καίγεται.
Υπήρχε μια γλυκιά απέραντη θερμότης και παράξενη φλογίζουσα φωτοχυσία.
Και οι χριστιανοί τα καταφιλούσαν, τα ασπάζοντο, τα ακουμπούσαν στα διάφορα μέρη του σώματος που υπέφεραν.
Κανένας γιατρός δεν τους χρειάζονταν.
Είχαν τα άμφια του Ιερέως.
Τα τύλιγαν στο λαιμό τους. Σκέπαζαν ή έτριβαν το πρόσωπό τους και πλημμύριζαν όλοι από χαρά, δοξάζοντας τον Θεόν γιατί είχαν τέτοιον Πατέρα, τέτοιον Γέροντα.


Ο παπα-Σάββας ο Πνευματικός

Ας αναφερθούμε όμως, αδελφοί μου, για λίγο και στη λειτουργική ζωή του παπα-Σάββα του Πνευματικού, του Αγιορείτου.
Κυκλοφορεί και σχετική βιογραφία γραμμένη από τον Πατέρα Χερουβείμ στη σειρά Σύγχρονες Αγιορείτικες μορφές Νο6.
Πολλές φορές στη Θεία Λειτουργία είτε στον Χερουβεικό ύμνο, είτε στο Άγιος, Άγιος,
Κύριος Σαβαώθ χτυπούσε το στήθος του και έκλαιγε με ποταμούς δακρύων.
Οπωσδήποτε τα διορατικά του μάτια θα έβλεπαν τους Αγγέλους να παρίστανται με φρίκη μπροστά στο αιμόφυρτο και εσφαγμένο Αρνίον.
Αλήθεια, τι του απέμενε παρά να χτυπά το στήθος του και να αναλύεται σε λυγμούς!
Όταν λειτουργούσε, διηγούνται, πολλές φορές στον Χερουβεικό ύμνο περιέπειπτε σε έκσταση.
Ατένιζε τα Χερουβείμ, άκουγε τον Τρισάγιον ύμνον και το Αλληλούια.
Οι μοναχοί ψαλτάδες από έξω με ιερό δέος περίμεναν μισή ώρα, μια ώρα και περισσότερο για να συνέλθει ο λειτουργός από τη Θεία αρπαγή.
Αγγελικές και παραδεισένιες ώρες λειτουργικής ζωής.
Χαρά σε αυτούς που βρίσκονταν σε εκείνη τη Θεία Λειτουργία.
Ετσι εκινείτο η λειτουργική ζωή του παπα-Σάββα του Πνευματικού, ζωή γεμάτη συγκλονισμούς, δάκρυα, αγγελικά σκιρτήματα, εκστάσεις και θείες αρπαγές.
Άξιον Εστί, έψαλλε μαζί με τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, το Αρνίον το Εσφαγμένον λαβείν την δύναμιν και πλούτον και σοφίαν και ισχύν και τιμήν και δόξαν και ευλογίαν από αυτό το Εσφαγμένον Αρνίον, όπως μας λέγει η Αποκάλυψις Ε 12.
Και ο Σταρωμένος και Αναστάς Κύριος τον έτρεφε καθημερινά με το Σώμα του και με το Αίμα του, γιγνόμενος παράδεισος, ξύλον ζωής, μαργαρίτης τίμιος, στέφανος, οικοδόμος, γεωργός, ποθητός, απαθής, άνθρωπος, Θεός, οίνος, ύδωρ ζων, πρόβατον, νυμφίος, πολεμιστής, όπλον κατά τις εκφράσεις του Αγίου Μακαρίου του Μεγάλου.
Έτσι λοιπόν μαζί με την προσευχή, την ευχούλα, το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, που τόσο περιφρονούν μερικοί και με την καθημερινή Λειτουργία, ποτιζόταν συνεχώς στις πηγές της ζωής και της αθανασίας.
Γινόταν ξύλον ευθυνούν τα ύδατα, όπως λέει ο Προφήτης Ιερεμίας.
Και ανέδιδε ανθηρούς κλάδους και γλυκούς καρπούς δικαιοσύνης.
Κάθε φορά που ιερουργούσε των Αχράντων Μυστηρίων μονολογούσε δυνατά:
"Ως φοβερός ο τόπος τούτος, ως φοβερός ο τόπος τούτος".
Όλη η Αγία Τράπεζα ήταν μια φλεγομένη βάτος αλλά μη κατακαιομένη.
Φοβερός ο τόπος, ο τόπος του Θεού.
Τον βλέπετε.
Πολλές φορές ο παπα-Σάββας εδαπανάτο ώρες στο να μνημονεύει ψυχές ζωντανών και πεθαμένων.
Έκρυβε κάποιο μυστικό.
Επρόκειτο για κάποιο όραμα που είχε δει όταν ήταν ακόμη νέος Ιερεύς στο κάθισμα του Αγίου Ιακώβου.
Για κάποιον Αγγελο που με τη μορφή Ιερέως έπλενε και έσβηνε τα αμαρτήματα εν τω αίματι του Αρνίου.
Στο τέλος πριν από την κοίμησή του σκέφτηκε πως δεν έπρεπε να κρατήσει μυστική την αποκάλυψή του, την κατέγραψε και την άφησε σε χειρόγραφο.
Το 1925 ανακατεύοντας τα χαρτιά του ο Πατήρ Ιωακείμ ο Σπετσέρης την βρήκε και την αντέγραψε.
Θα την διαβάσουμε όπως ακριβώς είναι γραμμένη:
Προς τους ερωτώντας πόθεν παρακινηθείς μνημονεύω κατ'όνομα και εξάγω μερίδας εις την Προσκομιδήν εις τας καθ'εκάστην τελουμένας Λειτουργίας.
Κατά το έτος 1843 από των Ιβήρων ήλθομεν εις την μονήν Διονυσίου ησυχάζοντες άνωθεν της
μονής εις το κάθισμαν έχον Εκκλησία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου η οποία ήτο παλαιά.
Και είπε ο Γέροντας μου τω ηγουμένω αν εκείνωσεν αυτή εκ θεμελίων και ήλθεν Αρχιερεύς να την εγκαινιάσει.
Και το εσπέρας ήλθεν εις ιερομόναχος της μονής και έρραψεν τας ποδιάς της Θείας Τραπέζης και της Προσκομιδής και έβρασε τα μίγματα τα απαραίτητα για τα εγκαίνια.
Και το πρωί μετά τα εγκαίνια και την Λειτουργίαν είπε προς τον Γέροντά μου:
- Παρακαλώ να δώσεις μερικά ονόματα του παπα-Σάββα επειδή κάμνει κάθε ημέρα Λειτουργία να τα μνημονεύει σαράντα ημέρας εις την Προσκομιδήν.
Και έγραψεν ο Αρχιερεύς εις ένα χαρτί 62 ονόματα και εις το τέλος έγραψε και όσα έδωκεν ελεημοσύνη τον παπα-Στέφανον.
Και αφού τα εμνημόνευσα τας 39 ημέρας την ημέρα όπου θα εγίνοντο 40 ακουμβών εις το αναλόγιο και περιμένων να έλθει ο Γέροντάς μου να πάρω καιρόν διά να λειτουργήσω απεκοιμήθην.
Και βλέπω εις τον ύπνον μου ότι ήμην ήδη φορεμένος την ιερατικήν μου στολήν άπασα και ιστάμενος έμπροσθεν της Αγίας Τραπέζης, κείτο επάνω της Αγίας Τραπέζης ο Αγιος Δίσκος της
Λειτουργίας γεμάτος με Αίμα του Χριστού.
Βλέπω να έρχεται ο παπα-Στέφανος, όχι εγώ βέβαια, και παίρνει το χαρτί από την Προσκομιδή και την λαβίδα και ήλθε εις την Αγία Τράπεζα.
Και βάλει το χαρτί με τα 62 ονόματα επάνω κοντά εις τον Αγιον Δίσκο και βουτά την λαβίδα εις το Αίμα του Χριστού και σβήνει ένα όνομα.
Και πάλι βουτά και σβήνει έως ότου ετελείωσαν όλα και εκαθάρισε το χαρτί.
Εξύπνησα κι εγώ και ήλθεν ο Γέροντάς μου και του είπον και μου είπε:
- Δεν σου είπα να μην πιστεύεις στα όνειρα;
Και μετά τη Λειτουργία μου είπε:
- Εσύ δεν είσαι άξιον να συγχωρεθούν αι αμαρτίαι εκείνων. Με την πίστιν έλαβον την άφεσιν
των αμαρτιών. Δια τούτο και σβήνεται το όνομα. Αυτή είναι η αιτία που μνημονεύω τα ονόματα όλων. Το παράδειγμα του παπα-Σάββα ας ενισχύσει μέσα μας εμάς τους Ιερείς του 1993.

Αυτή λοιπόν ήτο η λειτουργική ζωή του παπα-Σάββα του Πνευματικού.
Πιστεύω πως όμοια ήτο και του Πατρός Γεωργίου Καρσλίδη, του Πατρός Φιλοθέου Ζερβάκου, του παπα-Τύχωνα, του Πατρός Αμφιλοχίου Μακρή, του πατρός Ιακώβου του Οσίου Δαυίδ της Ευβοίας, του Πατρός Δημητρίου Γκαγκαστάδη και πολλών άλλων ων ουκ έστι αριθμός και εξαιρώ ασφαλώς όλους εκείνους που πρόσφατα ανακηρύχτηκαν Άγιοι όπως ο Πατήρ Ανθιμος από τη Χίο, ο παπα Νικόλας ο Πλανάς και άλλοι πολλοί.






Πέμπτη, 11 Μαρτίου 1993

44 Η Θεία Λειτουργία. Οι ευχές των πιστών

Ο μάρτυρας που ήταν δεμένος από το επιτίμιο του Γέροντά του

Στις 15 του μηνός Οκτωβρίου αναφέρεται μέσα στον Συναξαριστή μια διήγησις πολύ ωφέλιμη η οποία μάλιστα μας αφορά μια και ο λόγος μας την περασμένη Πέμπτη ήταν για τους κατηχουμένους. Την ημέρα του Αγίου Στεφάνου την ανέφερε ο Πατήρ Δημήτριος εδώ περιληπτικά.

Το Μηνιαίον γράφει:
Την 15η του αυτού μηνός Οκτωβρίου μνήμη της αθλήσεως μοναχού τινός μάρτυρος και ωφέλιμος διήγησις περί αυτού.
Η διήγησις αυτή εγράφη τον 12ο αιώνα από τον Μαυρίκιο, Διάκονο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
Κάποιος μοναχός ζούσε σε μια σκήτη της Αιγύπτου που ήτο για αρκετά χρόνια ο μοναχός αυτός υποτακτικός ενός Γέροντος.
Από το φθόνο του διαβόλου και υποχωρώντας στις δαιμονικές προσβολές αθέτησε την υπακοή του και παρατώντας τον Γέροντά του κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια για να γίνει Ιεραπόστολος.
Ο Γέροντάς του βέβαια τον προειδοποίησε ότι θα έχει βαρύ επιτίμιο και κανόνα αν φύγει από την υπακοή.
Αυτός τίποτα.
Έκανε το θέλημά του και κατέβηκε στην πόλη της Αλεξανδρείας.
Βρισκόμαστε στις τελευταίες περιόδους διωγμών των χριστιανών.
Εκεί στην πόλη τον πιάνει ο ειδωλολάτρης άρχοντας διότι είχε το διακριτικό γνώρισμα του ενδύματος του μοναχού.
Τον συλλαμβάνει λοιπόν και τον πιέζει να αρνηθεί και το Σχήμα του και τον Χριστόν.
Εκείνος παίρνοντας θάρρος επιμένει στην πίστη του.
Του αφαιρούν το μοναχικό Σχήμα και τον μαστιγώνουν σκληρά.
Εκείνος μένει στην πίστη του.
Οπότε ύστερα και από άλλα αρκετά βασανιστήρια αποφασίζουν και τον αποκεφαλίζουν.
Έτσι και έγινε.
Άρπαξαν το μοναχό οι παριστάμενοι ειδωλολάτρες, του έκοψαν το κεφάλι και πέταξαν το σώμα του έξω από την πόλη για να το φάνε τα σκυλιά.
Ευσεβείς όμως χριστιανοί οι οποίοι παρευρίσκοντας στο μαρτύριο πήγαν τη νύχτα κρυφά και το σήκωσαν, το άλειψαν με μύρα όπως έπρεπε σε έναν τιμημένο μάρτυρα, το τύλιξαν με σεντόνι
καθαρό και το έβαλαν μέσα σε μία λάρνακα.
Ύστερα το τοποθέτησαν στο Αγιο Βήμα ενός Ναού της πολιτείας της Αλεξάνδρειας για να τιμάται σα μαρτυρικό λείψανο.
Κάθε φορά όμως που γινόταν Θεία Λειτουργεία, μετά, όταν ήρθε η πρώτη Κυριακή, και ο Διάκονος
εκφωνούσε:
"Οσοι κατηχούμενοι προέλθετε, οι κατηχούμενοι προέλθετε, μη τις των κατηχουμένων", η λάρνακα, το λείψανο αυτό σηκωνόταν στον αέρα και από το Ιερό έβγαινε πάνω από τα κεφάλια των χριστιανών και πήγαινε στον Νάρθηκα και παρέμενε εκεί μέχρι την Απόλυση.
Όταν ο Ιερεύς έλεγε: "Δι'ευχών των Αγίων Πατέρων..."  ξανά πάλι μόνο του γύριζε και ξαναεπέστρεφε στον τόπο του, δηλαδή μέσα στο Αγιον Βήμα.
Όλοι απορούσαν, θαύμαζαν για το γεγονός αλλά δεν μπορούσαν να το ερμηνεύσουν.
Τίποτα περισσότερο από αυτό.
Να γίνει κάτι τέτοιο εδώ όλη η Ελλάδα θα μαζευτεί να το βλέπει.
Και βέβαια άρχισε να προκαλείται στους χριστιανούς φόβος και δέος μαζί.
Κατέφυγαν τότε σε έναν διακριτικό και φημισμένο Πατέρα της Εκκλησίας για να δώσε εξήγηση στο παράδοξο αυτό γεγονός.
Εκείνος που θα καταφύγει, όταν έχουμε μπροστά δυσκολίες, όταν έχουμε ανερμήνευτα γεγονότα, όταν έχουμε πειρασμούς, όταν έχουμε θλίψεις, όταν έχουμε στεναχώριες, πού θα καταφύγουμε;
Στην προσευχή και στη νηστεία.
Υστερα από μέρες παρουσιάζεται Αγγελος Κυρίου και του λέει:
- Μη θαυμάζεις και μην απορείς.
Αυτόν τον αδελφό που αξιώθηκε να χύσει το Αίμα του για τον Χριστό και όμως δεν του επιτρέπεται να βρίσκεται μέσα στο Αγιον Βήμα όταν τελείται η Θεία Λατρεία, όταν προσφέρεται η αναίμακτη θυσία, μάθε πως Αγγελος Κυρίου, ο Αγγελος φύλακάς του τον παίρνει και τον βγάζει και τον πάει στον Νάρθηκα.
Γιατί ενώ ήταν υποτακτικός του τάδε συνασκητή σου αθέτησε την υπακοή και όταν ο Γέροντας εύλογα του έδωσε επιτίμιο και κανόνα εκείνος τον άφησε και δεμένος από το επιτίμιο κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια.
Σαν μάρτυρας μεν έλαβε το μαρτυρικό στεφάνι, σαν δεμένος όμως από το επιτίμιο δεν μπορεί να βρίσκεται μέσα στο Ιερόν Βήμα κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας των πιστών, διότι ανήκει στην τάξη των μετανοούντων, σε εκείνους δηλαδή που έχουν κανόνα ατακτοποίητο.
Άρα στην Λειτουργία των πιστών πρέπει να βρίσκεται στον Νάρθηκα μαζί με τους κατηχουμένους και μαζί με τους μετανοούντες.
Οι κατηχούμενοι έφευγαν και από τη Θεία Λειτουργία τελείως.
Ποιοι παρέμεναν στον Νάρθηκα;
Μια κατηγορία μετανοούντων.
 Το πρόβλημα αυτό τακτοποιείται αν λύσει τον κανόνα ο ίδιος ο Γέροντάς του που σημειωτέον δε γνωρίζει ότι ο υποτακτικός του πέθανε μαρτυρώντας για την πίστη του Χριστού την Αγία.
Μη θέλωντας βέβαια να θυσιάσει στα είδωλα είναι ένας μάρτυρας.
Όλα αυτά τα είπε Άγγελος Κυρίου στον μεγάλο αυτό Πατέρα.
Σαν τα έμαθε λοιπόν ο Άγιος αυτός πήρε το ραβδί του, πήγε στον Γέροντα του μάρτυρος
και του διηγήθηκε τα πάντα.
Έπειτα τον πήρε και κατέβηκαν μαζί στην Αλεξάνδρεια.
Πήγαν στον Ναό όπου βρισκόταν το μαρτυρικό λείψανο.
Άνοιξαν τη θήκη που περιείχε το σώμα του μάρτυρα και του διάβασαν τη συγχωρητική ευχή της λύσεως του κανόνα και του επιτιμίου που είχε βάλει ο Γέροντας.
Έπειτα αφού τον ασπάστηκαν, έκλεισαν τη λάρνακα, έκαναν πολλή προσευχή δοξολογώντας τον Θεόν και έφυγαν.
Από τότε όταν γινόταν Θεία Λειτουργία παρέμενε ο μάρτυρας μοναχός ασάλευτος στη θέση του μέσα στο Αγιον Βήμα σκορπώντας ευωδία σε ολόκληρο τον Ναό και σε όλους τους παρευρισκομένους πιστούς και παραμένει εκεί μέχρι σήμερα.
Πότε μέχρι σήμερα;
Μέχρι τον 12ο αιώνα, τότε που έγραφε το γεγονός ο Αγιος Διάκονος Μαυρίκιος.
Έκτοτε δεν έχουμε ειδήσεις για τον μάρτυρα και τον ανώνυμο αυτόν μοναχό.
Η αληθινή και μαρτυρική αυτή ιστορία έχει άμεση σχέση με τα όσα είπαμε για τις τάξεις των μετανοούντων και κατηχουμένων στην περασμένη μας ομιλία.
Επαναλαμβάνω αυτό αναγράφεται στο Μηνολόγιο της 15ης Οκτωβρίου από τους Συναξαριστάς τους τότε που συνεγράφησαν τον 12ο αιώνα και υπάρχει μέχρι σήμερα και η Εκκλησία μας δεν το έβγαλε και είναι η μνήμη του Αγίου ανωνύμου αυτού μάρτυρος μοναχού και ωφέλιμος διήγησις για αυτόν. Μας αφορά άμεσα.
Εκείνη την εποχή δηλαδή ετηρούτο με αυστηρότητα η τάξις των μετανοούντων και των
κατηχουμένων.
Μην κοιτάζετε σήμερα που είναι ανοιχτές οι πόρτες και μπαίνουν ακόμαι και οι λύκοι μέσα.
Έτσι λοιπόν μας φανερώνει το θαύμα αυτό δύο πράγματα αφ'ενός μεν την καταστρεπτική συνέπεια της παρακοής προς τον Γέροντα μιας μοναχικής συνοδείας αλλά και γενικά την τραγικότητα της παρακοής προς το Αγιον θέλημα του Τριαδικού Θεού και την αποκάλυψη που μας έκανε ότι αν και μαρτύρησε εφ'όσον ήταν άλυτος ως προς το επιτίμιο έπρεπε να βρίσκεται στη Λειτουργία των πιστών τοποθετημένος στον Νάρθηκα.
Προσοχή λοιπόν όσο είναι καιρός ακόμη, όσο ζούμε.



Ο Χαρτουλάριος Νικήτας

Κάποτε στην Κωνσταντινούπολη υπηρετούσαν στον ίδιο Ναό ένας Ιερέας με έναν Διάκονο πολύ ευλαβή.
Από συγκυρία και φθόνο του διαβόλου εδημιουργήθηκε μεταξύ τους πικροχολία και μνησικακία.
Και όταν βέβαια το έμαθε ο Επίσκοπος μετέθεσε τον Διάκονο σε άλλη ενορία αλλά η πικρία και η κακία παρέμειναν.
Ο ψυχικός διχασμός όμως στενοχωρούσε αφόρητα τη συνείδηση του Διακόνου.
Το κακό έγινε ακόμη μεγαλύτερο όταν ο Ιερεύς ξαφνικά πέθανε και έτσι η συμφιλίωσις και η αλληλοσυγχώρησις περέμενε απραγματοποίητη παρ' όλο που όταν πλησίαζε στο τέλος του ο Ιερεύς ζήτησε από το Διάκονο για συγχώρεση.
Τον κεντούσε λοιπόν η συνείδησις τον Διάκονο γιατί δεν έτρεξε αυτός πρώτος σαν μικρότερος να ζητήσει συγγνώμη και έτσι να ξαναζεσταθούν από την αγάπη οι ψυχές τους.
Πήγε λοιπόν και εξομολογήθηκε σε έναν από τους πλέον διακριτικούς Πατέρες.
Εκείνος τον συμβούλεψε πάλι να πάει σε έναν ερημίτη μοναχό και να του φανερώσει το βάρος αυτό της καρδιάς του.
Και ο Διάκονος άρχισε με μεγάλη λαχτάρα να περιδιαβαίνει τας ερήμους και να αναζητάει τον γιατρό που θα του θεραπεύσει την πληγή της ψυχής του.
Βρίσκει λοιπόν έναν διακριτικό Γέροντα διάσημο και φημισμένο και του φανερώνει τους ελέγχους της συνειδήσεώς του ζητώντας να του δώσε σαφή πληροφορία αν συγχωρέθηκε η κακία του, αυτή του δηλαδή η αμαρτία.
Και εκείνος του αποκρίθηκε:
- Παιδί μου, ο πιστός αιτών λαμβάνει και τω κρούοντι ανοιγήσεται. Δεν είναι δικά μου τα λόγια αυτά αλλά του Κυρίου. Και σε σένα λοιπόν αφού ζητάς κάτι καλό και το ζητάς καλοπροαίρετα... Αλλαγή πλευράς. Χαιρέτησέ τον εκ μέρους μου και δόστου αυτό το σφραγισμένο γράμμα.
Και του παραδίδει ένα φάκελλο.
Από εκείνον θα έχεις σίγουρη την επανόρθωση του σφάλματός σου, την αποκατάσταση της συνειδήσεώς σου και όλη την αλήθεια.
Ο Διάκονος έκανε ό,τι του είπε ο μοναχός και νωρίς τη νύχτα πάει λοιπόν και πιάνει θέση στο κατώφλι του Ναού της Αγίας Σοφίας, της του Θεού Σοφίας.
Και να, φάνηκε αμέσως ο άνθρωπος που του είχε πει ο μοναχός.
Ο Διάκονος τον χαιρέτησε, του έδωσε το γράμμα του Γέροντος ερημίτου και του αποκάλυψε το δράμα του.
Εκείνος όντας διορατικός κατάλαβε πως αυτό έγινε από Θεία Οικονομία και άρχισε να χύνει ποταμούς δακρύων λέγοντας:
- Ποιος είμαι εγώ ο ελάχιστος για να τολμήσω ένα τέτοιο πράγμα;
Έχοντας όμως το θάρρος μου στις ευχές του Αγίου Γέροντος που σε έστειλε σε μένα θα κάνω υπακοή.
Και καθώς στεκόταν μπροστά στις κλειστές πύλες του Ναού γονάτισε, ακούμπησε το κεφάλι του στο έδαφος, σήκωσε κατόπιν τα χέρια του ψηλά στον ουρανό και άρχισε προσευχή.
Μετά από λίγο σηκώθηκε και λέει ο Διάκονος,
- Φρίττω και να το πω νιώθοντας το μέγεθος του μυστηρίου και την παρρησία που είχε στον Θεό εκείνος ο άνθρωπος- , σηκώθηκε λοιπόν ο άνθρωπος αυτός του Θεού και είπε:
- Άνοιξέ μας τη θύρα του ελέους σου, Κύριε.
Δεν πρόφθασε να τελειώσε τον λόγο του και οι εξώθυρες άνοιξαν, οι βασιλικές πύλες της του Θεού Σοφίας.
Μπαίνει μαζί με τον Διάκονο στην αυλή του Νάρθηκα και από εκεί πάλι προχώρησαν μέχρι τις αργυρές πύλες του Ναού.
Τότε ο θείος εκείνος άνθρωπος είπε στον Διάκονο:
- Εσύ στάσου εδώ, μην προχωράς παραπέρα.
Ο ίδιος όμως κάνοντας τη συνηθισμένη μετάνοια στο κατώφλι άνοιξε και αυτές τις πύλες, μπήκε στο Ναό και ο Διάκος είδε τότε ένα παράδοξο θέαμα ότι από την οροφή του Ναού κατέβαινε μια δέσμη φωτεινή με τόσο δυνατό φως που φώτιζε ολόκληρο τον Ναό.
Στάθηκε πάνω από το κεφάλι εκείνου του ανθρώπου και τον ακολούθησε όπου πήγαινε και προσηύχετο.
Όταν έφτασε λοιπόν μπροστά από το Αγιον Βήμα έκλινε και εκεί την κεφαλή του για προσευχή.
Τελείωσε και ήλθε ήσυχα ήσυχα έξω.
Αγωνία και φόβος κυρίεψαν το Διάκονο.
Δεν τολμούσε ούτε να πλησιάσει αυτόν τον άγνωστο άνθρωπο και καθώς έλεγε αργότερα ότι το πρόσωπό του ήτο τόσο πολύ αλλοιωμένο από την προσευχή και τυλιγμένο σε ουράνια δόξα σαν πρόσωπο Αγγέλων πολλών.
- Μήπως είναι Αγγελος, λέει, και όχι άνθρωπος; άρχισε να αναρωτιέται.
Και μέσα του οι λογισμοί δούλευαν.
Αλλά και αυτοί όμως δεν εκρύφτηκαν από τον άνθρωπο εκείνον.
- Γιατί πολιορκείσαι και ταράζεσαι από λογισμούς για μένα; είπε στον Διάκονο. Πίστεψέ το και εγώ άνθρωπος χωμάτινος είμαι από αίμα και σάρκα.
Χαρτουλάριος σε φιλανθρωπικό ίδρυμα είναι το επάγγελμά μου και από αυτό κερδίζω τα αναγκαία για τη ζωή.
Χαρτουλάριος ήτο ο φροντιστής, ο οικονόμος των τότε φιλανθρωπικών ιδρυμάτων της Εκκλησίας.
Κοσμικός αλλά φαίνεται ότι ήτο άνθρωπος της πολλής προσευχής, της αγρυπνίας, της εγκράτειας, της σκληράς ασκήσεως και των μεγάλων πνευματικών αγώνων.
Δεν τον εμπόδιζε ο κόσμος.
Ήταν χριστανός μεγάλης αρετής ώστε να μπορεί να κάνει και θαύματα μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Διακόνου και όσα θα ακολουθήσουν μετά.
Δεν μας εμποδίζει ο κόσμος έξω, μας εμποδίζει ο κόσμος μέσα μας.
Λέει "μας κολάζει ο άλλος".
Δεν μας κολάζει κανένας από έξω.
Μας κολάζει από μέσα.
Μας κολάζουν τα πάθη μας.
Να μην ξεχνάμε ότι η περιγραφή αυτή, του θαύματος αυτού εμπεριέχεται στα επίσημα βιβλία της Εκκλησίας, στα Μηναία και μάλιστα την 8η Σεπτεμβρίου.
Αφού πέρασαν και από άλλους δύο Ιερούς Ναούς ύστερα κατέληξαν στον Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών.
Καθώς διηγείτο αργότερα ο Διάκονος ένιωθε πως περπατούσαν τόσο γρήγορα πηγαίνοντας από Ναό σε Ναό ώστε ούτε πέταγμα πουλιού δεν μπορούσε να συγκριθεί με την ταχύτητά τους.
Και να, για άλλη μια φορά μόλις έφθασαν στις πύλες της Παναγίας άνοιξαν και εκείνες αυτόματα.
Προσευχήθηκε εκεί ο άνθρωπος του Θεού, καταβρέχοντας με δάκρυα το πρόσωπό του και μετά ήλθε στις θύρες της Αγίας Σωρού.
Τι ήταν η Αγία Σωρός;
Η Αγία Σωρός ήταν παρεκκλήσι πλάι στον μεγάλο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών.
Το παρεκκλήσι αυτό το ανήγειρε ο αυτοκράτωρ ο Λέων ο 1ος ο Μακέλης, το 470 μΧ.
Μέσα σε αυτόν τον μικρό Ναό της Αγίας Σωρού εφυλάσσετο σε ειδική θήκη ολόκληρη η Τιμία Εσθήτα της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Το 1070 ο ναΐσκος κάηκε αλλά ξαναχτίστηκε.
Το 1434 πάλι ξανακάηκε.
Κατεδαφίστηκε όμως τελείως μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453 και σήμερα σώζωνται ελάχιστα ερείπεια του.
Η Τιμία Εσθήτα διεσκορπίσθη σε ολόκληρη την Ορθοδοξία και υπάρχουν ελάχιστα τεμάχια εδώ και εκεί όπως και στο Άγιον Όρος.
Σε αυτόν λοιπόν τον Ιερό Ναό της Αγίας Σωρού μετέβησαν ο χαρτουλάριος μαζί με τον Διάκονο.
Έβαλε το Διάκονο να σταθεί στο πλάι των θυρών και του είπε:
- Πρόσεξε να παρατηρείς προσεχτικά αυτούς που θα αρχίσουν τώρα σιγά σιγά να μπαίνουν μέσα.
Ο ίδιος έκαμε τη συνηθισμένη προσευχή μπροστά στις θύρες και εκείνες άνοιξαν και τον άφησαν να περάσει μέσα.
Έφτασε ακριβώς στη μέση του Ναού, γονάτισε στο έδαφος και άρχισε να κάνει θερμή και έντονη προσευχή.
Τα πάντα πλημμύρισαν μέσα στον Ναό από ένα υπερκόσμιο, άκτιστον φως.
Και καθώς στεκόταν έκθαμβος στα σκαλιά της πύλης του Ναού ο Διάκονος είδε πολύ καθαρά κάποιον Διάκονο σαν και αυτόν να βγαίνει από το Ιερό με ένα θυμιατό στο χέρι και να θυμιάζει όλον τον Ιερό χώρο της Αγίας Σωρού και ιδιαιτέρως βέβαια την θήκη της Τιμίας Εσθήτος.
Και μετά από λίγη ώρα είδε να μπαίνουν πολλοί, πάρα πολλοί κληρικοί ενδεδυμένοι με Ιερατικά Αμφια λευκόλαμπρα.
Ήταν λευκά αλλά λαμπρά, φωτισμένα.
Και ύστερα άλλη ομάδα πλέον πάλι Ιερέων που ακτινοβολούσαν φως ντυμένοι με ποδήρεις πορφυρούς χιτώνες.
Και αφού έκαναν δύο χορούς, έναν δεξιά και έναν αριστερά άρχισαν να ψέλνουν εξαίσια μέλη και γλυκύτατα.
Ο Διάκονος δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτε από αυτά που εψέλλοντο, ζαλίστηκε.
Εκείνο που καταλάβαινε ήταν το Αλληλούϊα.
Και μαζί τους έψελλαν συγχρόνως μυριάδες στρατιές Αγγέλων και Αρχαγγέλων.
Αμέτρητοι Διάκονοι θύμιαζαν με ουράνια αρώματα την Τίμια Εσθήτα της Θεοτόκου, την Αγία Τράπεζα και όλον τον Ναό.
Αστραποφόροι στρατιωτικοί Αγιοι άρχισαν να κατεβαίνουν και να φυλάσσουν γύρω γύρω τον Ναό.
Οι ουράνιες μελωδίες έπαιρναν τις ακατάληπτες αυτές ευωδίες των θυμιαμάτων και μέσα από το πανάλευκο, εκτυφλωτικόν, άκτιστον, Τριαδικό φως τις πρόσφεραν στον υπερουράνιον θυσιαστήριον.
Μέσα σε αυτό το θείο μεγαλείο προσηύχετο ο άγνωστος εκείνος χαρτουλάριος ο κοσμικός, ο λαϊκός. 'Οταν τελείωσε την προσευχή ο χαρτουλάριος πηγαίνει στις θύρες και λέει στον Διάκονο:
- Έλα τώρα, μπες μέσα εδώ ελεύθερα στον Ναό. Παρατήρησε προσεχτικά τους Ιερείς του αριστερού χορού μήπως ανάμεσά τους αναγνωρίσεις εκείνον με τον οποίο έχεις το συνειδησιακό πρόβλημα.
Μπήκε τρέμοντας ο Διάκονος.
Μετά από λίγο όμως ήρθε πίσω στον άνθρωπο εκείνον του Θεού, τον Χαρτουλάριο, και του είπε πως δεν τον είδε ανάμεσα στους Ιερείς του αριστερού χορού.
- Ε, τότε πήγαινε, του λέει, να ψάξεις στον δεξιό χορό.
Πήγε ο Διάκονος, γύρισε αμέσως γρήγορα και του λέει:
- Ναί, είναι εκεί. Τον είδα καθαρά, είναι ανάμεσά τους.
- Α, αφού τον είδες λοιπόν πήγαινε να του πεις σε παρακαλώ: ο χαρτουλάριος Νικήτας, μας λέει τώρα και το όνομά του, στέκεται έξω και σε καλεί να έρθεις για λίγο.
Ο Διάκονος ξαναμπήκε στον Ναό αλλά δεν μπόρεσε να πλησιάσε αμέσως τον δεξιό χορό διότι ξαναμέθυσε από τις υπερουράνιες μελωδίες των Αγγέλων, των Αγίων και των χορών των Ιερέων από το Αλληλούϊα.
Εδώ κάνοντας μια παρένθεση λέγω ότι το Αλληλούϊα η Ορθόδοξος Εκκλησία μας το χρησιμοποιεί πολύ στη Θεία Λατρεία σαν σημείο θριάμβου του Ουρανίου Θυσιαστηρίου και σαν σημείο χαράς και ευφροσύνης για τα θαυμάσια του Τριαδικού Θεού στις Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές.
Όταν ο Διάκονος συνήλθε από τη θεία αυτή μέθη της ακαταλήπτο μελωδίας πλησίασε τον δεξιό χορό, πήρε τον Ιερέα και τον έφερε στις πύλες του Νάρθηκος.
Και τότε ο χαρτουλάριος Νικήτας του είπε:
- Τίμιε Ιερέα της Ουρανίου Θείας Λατρείας, εδώ στη γη πρόλαβες και εξομολογήθηκες την ψυχική διάσταση που είχες με τον Διάκονο εξαιτίας της μνησικακίας. Παρά ταύτα όμως το σφάλμα παρέμεινε αδιόρθωτο και ατακτοποίητο. Για αυτό και οι τύψεις της συνειδήσεως δεν αφήνουν σε ησυχία τον Διάκονο από εδώ μέρα και νύχτα. Παρακαλώ συγχωρεθείτε.
 Γονάτισαν και οι δύο, ο ένας από τον ουρανό και ο άλλος από τη γη. Ο ένας ουράνιος, ο άλλος χωμάτινος.
Έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
Αντάλλαξαν ασπασμόν αγάπης και συγχωρήσεως διαλύοντας την ψυχική τους διαφθορά.
Μετά ο Ιερεύς επέστρεψε στον Ναό και πήρε τη θέση του στο δεξιό χορό ενώ συνεχιζόταν η ουράνιος ψαλμωδία.
Ο Νικήτας πήρε τον Διάκονο και βγήκε από τον Ναό.
Έβαλε για τελευταία φορά μετάνοια στην είσοδο της Αγίας Σωρού και οι θύρες κλείστηκαν πάλι με θεία δύναμη.
Περπάτησαν για λίγο μαζί, στάθηκαν σε έναν τόπο όπου ο άνθρωπος του θεού, ο Νικήτας ο χαρτουλάριος, ο κοσμικός, ο λαϊκός είπε στον Διάκονο:
- Αδελφέ, αδιάλειπτα να εργάζεσαι για την σωτηρία και να φροντίζεις την ψυχή σου.
Πήγαινε τώρα στον Γέροντα που σε έστειλε σε μένα τον ασήμαντο και πέστου:
"Η καθαρότητα των προσευχών σου, των προσευχών του Γέροντος δηλαδή, και η παρρησία που έχεις μπροστά στον Τριαδικό Θεό μπόρεσαν να κατεβάσουν τη λατρεία του Ουρανίου Θυσιαστηρίου στον επίγειο Ναό της Αγίας Σωρού και από τον χορό των σεσωσμένων και λαμπροφόρων Ιερέων να ξεχωρίσεις εκείνον με τον οποίο έπρεπε να ειρηνεύσει ο Διάκονος. Εγώ, πεστου, δεν είχα καμμιά συμβολή σε ό,τι έγινε. Όλα οφείλοντο στις καθαρές προσευχές του".
Αυτά είπε και έγινε άφαντος από τα μάτια του Διακόνου.
Εκείνος έσκυψε και προσκύνησε τον τόπο που πατούσαν τα πόδια του θαυμαστού εκείνου ανθρώπου του ουρανίου.
Πήρε ύστερα συγκλονισμένος δρόμο για τον Γέροντα δοξάζοντας τον θεό γιατί σε αυτόν τον Τριαδικόν Θεόν πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις τώρα και πάντοτε και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων.
Αυτή είναι η ωφέλιμη διήγησις από τον Μαυρίκιο, Διάκονο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.







Πέμπτη, 4 Μαρτίου 1993

43 Η Θεία Λειτουργία.Η τάξις τών κατηχουμένων καί τών μετανοούντων

Το ψυχορράγημα του πλουσίου

Κάποτε ένας Γέροντας ασκητής έφυγε από την έρημο και κατέβηκε στην πόλη για να πουλήσει τα εργόχειρά του.
Κατά σύμπτωση κάθησε - συμπτώσεις δεν υπάρχουν, πάντοτε υπάρχει το έργο της Θείας Πρόνοιας - κάθησε στην πόρτα ενός πλουσίου, ο οποίος ψυχορραγούσε.
Καθώς λοιπόν εκάθετο, κοίταξε με προσοχή και βλέπει μερικούς τρομερούς αιθίοπες οι οποίοι προκαλούσαν φόβο μόνο που τους έβλεπε κανείς, διότι επέβαιναν πάνω σε μαύρα άλογα και κρατούσαν στα χέρια τους φλογισμένα τύμπανα.
Αυτά λοιπόν τα κατάμαυρα τέρατα έφθασαν με τα μαύρα άλογά τους έξω από την πόρτα του σπιτιού του πλουσίου, της βίλας όπως θα λέγαμε σήμερα.
Αφησαν εκεί και οι ίδιοι μπήκαν μέσα στο σπίτι.
Μόλις τους είδε ο άρρωστος που ψυχορραγούσε άρχιζε να κραυγάζει απεγνωσμένα:
- Βοήθεια, σώστε με. Τρέξτε, βοήθεια, βοήθεια...
 Τότε του λένε αυτοί:
- Τώρα που βασίλεψε ο ήλιος και βράδιασε θυμήθηκες για να φωνάξεις βοήθεια, για σωτηρία πνευματική; Γιατί όταν έλαμπε ο ήλιος και ήταν ημέρα δεν έτρεξες προς τον Θεόν για να σε σώσει; Εμείς όταν σε σπρώχναμε στην αμαρτία, εσύ γιατί δεν αντιστάθηκες; Γιατί δεν έπεσες στα γόνατα; για μετάνοια ασφαλώς.
Τώρα δεν υπάρχει για σένα καμμιά ελπίδα σωτηρίας ούτε και παρηγοριά.
Και αποσπώντας βιαίως την ψυχή του, την άρπαξαν και έφυγαν.
 Αυτά τα είδε ο Γέρων ασκητής.



Αυτός που ομολόγησε το πάθος του δημόσια

Στη διετία 1976-1978 μια Κυριακή της Μεγάλης Σαρακοστής, την πέμπτη Κυριακή αν δε με απατά η μνήμη μου είχα κάνει ένα κήρυγμα στον Αγιο Βασίλειο Πειραιώς εξ αφορμής της Μαρίας της Αιγυπτίας περί μετανοίας.
Αναφέρθηκα στις διάφορες κατηγορίες των μετανοούντων, θα μιλήσουμε κατόπιν, και στη δημόσια εξομολόγηση που γινόταν τα πρώτα χρόνια στην ιστορία της Εκκλησίας μας μέσα στις κατακόμβες και στους τότε βέβαια Ιερούς Ναούς που χρησιμοποιούσαν.
Ένας χριστιανός γύρω στην ηλικία των 60 ετών είχε ένα μεγάλο πάθος από το οποίον και στην ηλικία αυτή δεν μπορούσε να απαλλαγεί και έτσι εστερείτο των Αχράντων Μυστηρίων.
Την επομένη Κυριακή ήταν των Βαϊων και είχαμε Αρχιερατική Θεία Λειτουργία.
Όταν συν Θεώ φτάσαμε στο τέλος και σταθήκαμε όλοι μας στην Ωραία Πύλη για να γίνει η Απόλυσις και του Διακόνου λέγοντος "Του Κυρίου δεηθώμεν" και του Μητροπολίτη να αρχίζει
την Απόλυση με το "Ευλογία Κυρίου και έλεος έλθει αυτού εφ' ημάς" πάνω από τον δεσποτικό θρόνο ακούσαμε μια δυνατή φωνή ενός χριστιανού.
Ήταν ο χριστιανός που σας είπα με το μεγάλο πάθος.
Ανέβηκε λοιπόν στον δεσποτικό θρόνο και φώναξε δυνατά δυο φορές:
- Είμαι τέτοιος, είμαι τέτοιος.
Και είπε το πάθος του.
Δεν μπορώ λόγω αυτής της θέσεως αυτή τη στιγμή να σας πω τι φώναξε.
Μπροστά σε δύο χιλιάδες χριστιανούς ομολόγησε το πάθος του.
'Ολοι μείναμε κατάπληκτοι.
Ο Δεσπότης όμως δεν τά'χασε, συνέχισε και τελείωσε την Απόλυση.
Ποιό ήταν το αποτέλεσμα αυτής της ομολογίας για τον χριστιανό;
'Οπως μου έλεγε κατόπιν, έφυγε από τα μέλη του σώματός του ένας βράχος και απαλλάχτηκε από το πάθος του μια για πάντα.
Δεν σας το συνιστώ βέβαια να το κάνετε και εσείς.
Μη μου ανέβει κανένας στο Δεσποτικό Θρόνο καμμιά φορά και μου πει "είμαι τέτοιος και είμαι τέτοια", έτσι;
Εκείνο όμως το οποίο επιμένω να κάνετε είναι όταν εξομολογείστε να ομολογείτε με ακρίβεια και ειλικρίνεια τα αμαρτήματά σας.
Και εγώ το ίδιο πρέπει να κάνω.



Ο Επίσκοπος Νικηφόρος και η αρχόντισσα Μαρκεζίνη

Ο Επίσκοπος Νικηφόρος, δεν θυμούμαι πότε, στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, μόλις είδε να εισέρχεται στον κυρίως Ναό για να εκκλησιαστεί η περίφημη αρχόντισσα Μαρκεζίνη, ερωμένη του τότε αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως, την έδιωξε ο Νικηφόρος αμέσως από το Ναό.
Ζήτησε να αποκαταστήσει την αμαρτία της μοιχείας με έμπρακτη μετάνοια και να πάρει τον κανόνα της.
Μέχρι δε λήξεως του κανόνος της θα παρέμενε στον Νάρθηκα όπως όλοι οι μετανοούντες μαζί με τους κατηχουμένους.
Όλα αυτά ελέχθησαν τόσο δυνατά ώστε τα άκουσαν όλοι οι εκκλησιαζόμενοι.
Ο δε ιστορικός Ευσέβιος τα έγραψε και τα κατέγραψε στα ιστορικά του χειρόγραφα.



Ο Οσιος Παύλος ο απλούς και ο μοναχός που μετανόησε

Ο Όσιος Παύλος ο απλούς πήγε κάποτε επισκέπτης σε ένα μοναστήρι.
Ήταν Κυριακή.
Οι καλόγεροι μαζεύονταν στην Εκκλησία να λειτουργηθούν.
Ο Οσιος Παύλος ο απλούς στάθηκε σε μια γωνιά και από εκεί παρατηρούσε χωρίς να φαίνεται τους αδελφούς που έμπαιναν στην Εκκλησία ένας ένας.
Είχε χάρισμα από τον Θεό να βλέπει μέσα στις ψυχές των ανθρώπων, των ψυχών.
Οι περισσότεροι αδελφοί είχανχαρούμενο πρόσωπο που έδειχνε αμέσως και την εσωτερική τους διάθεση.
Ο καθένας είχε πλάι του το φύλακα Αγγελό του που ακτινοβολούσε και εκείνος από χαρά.
Όλα αυτά έδειχναν αγιότητα, πρόοδο στην αρετή.
Ο αββάς Παύλος όταν τα έβλεπε όλα αυτά ευχαριστούσε τον Θεό από την καρδιά του. Καθυστερημένος λοιπόν έφτασε στο τέλος και ένας άλλος καλόγερος.
Αυτός ήταν διαφορετικός από τους άλλους.
Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό, άγριο, ήταν ταραγμένος.
Τον ακολουθούσαν πολλοί δαίμονες που προσπαθούσαν ο καθένας χωριστά να τον τραβήξει προς το μέρος του.
Όλοι του βομβάρδιζαν τα αυτιά, το νου, την καρδιά.
Εκείνος ο δυστυχισμένος φαινόταν σαν χαμένος.
Ο Αγγελός του ακολουθούσε από πίσω περίλυπος με κατεβασμένο το κεφαλάκι.
Κάτι τον εμπόδιζε να πλησιάσει.
Ο Όσιος έβγαλε βαθύ στεναγμό.
Έκλαψε με συμπόνοια για τη βασανισμένη ψυχή του αδελφού και άρχισε να κάνει κομποσχοίνι για αυτόν.
Η Θεία Λειτουργία τελείωσε.
Οι καλόγεροι με τη σειρά άρχισαν να βγαίνουν.
Ο Όσιος πάλι έβλεπε.
Τώρα έδειχναν πιο λαμπροί, οι Αγγελοί τους φωτεινότεροι.
Ο αββάς Παύλος δεν κινήθηκε καθόλου από τη θέση του.
Περίμενε να δει και εκείνον τον άλλο που τόσο είχε προσευχηθεί για αυτόν σε ολόκληρη τη Θεία Λειτουργία.
Δεν άργησε να φανεί και εκείνος αλλά τι αλλαγή!
Η όψις του ακτινοβολούσε, τα πονηρά πνεύματα είχαν εξαφανιστεί, ο φύλακας Αγγελος τον σκέπαζε με τις φτερούγες του.
Πόσο ευχαριστημένος έδειχνε τώρα!
Πόσο ήτο λαμπερός!
- Δόξα Σοι ο Θεός, ξέφυγε χωρίς να το θέλει από τα χείλη του Οσίου.
Οι αδελφοί γύρισαν και κοίταξαν με απορία.
Εκείνος τότε τους φανέρωσε τι είχε δει εκείνο το πρωινό στην Εκκλησία.
Ύστερα ανάγκασε τον αδελφό να πει με τι διαθέσεις πήγε στη Λειτουργία και πώς έφευγε.
Εκείνος βέβαια δεν δίστασε να κάνει δημόσια εξομολόγηση και να πει τα εξής:
- Μέχρι σήμερα περνούσα με αμέλεια τις ημέρες μου.
Τα πάθη μου είχαν φουντώσει, οι λογισμοί οργίαζαν μέσα στην καρδιά μου.
Ο νους μου είχε σκοτισθεί.
Σήμερα όμως με ελέησε ο Θεός.
Άκουσα μια προτροπή στην ανάγνωση από τον Προφήτη.
"Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε, αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών, παύσασθε από των κακιών υμών, μάθετε το καλόν ποιείν. Και εαν ώσιν αι αμαρτίαι υμών ως φοινικούν - κατακόκκινες οι αμαρτίες από τις φονικές διαθέσεις και πράξεις γι'αυτό λέει φοινικούν- τότε ως χιόνα λευκανώ".
Ησαίας 1ο Κεφάλαιο.
 Αυτή την προφητεία την διαβάσαμε Καθαρά Δευτέρα το πρωί.
Η καρδιά μου συνετρίβη, συνέχισε ο μοναχός.
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα, έπεσα στα γόνατα και ζήτησα το έλεος του Θεού
όπως ο άσωτος: " Πάτερ ήμαρτον ε ις τον ουρανόν και ενώπιόν σου",
όπως ο ληστής: "Μνήσθητι μου Κύριε εν τη βασιλεία σου",
όπως ο τελώνης: "Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ",
όπως ο λεπρός: "Ιησού επιστάτα ελέησόν με"
ή όπως ο τυφλός: "Ιησού, υιέ Δαυείδ, ελέησόν με".
Σηκώθηκα ξαλαφρωμένος, πήρα την απόφαση να μην ξαναμαρτήσω.
 Ο Όσιος Παύλος και οι μοναχοί θαύμασαν σε αυτήν την εξομολόγηση και είπαν:
- Πράγματι ανυπολόγιστη η αξία της μετανοίας, της αποφάσεως του ανθρώπου να μην ξαναμαρτήσει.



Ο Επίσκοπος μου βρήκε μόνον ένα χριστιανό και άφησε μόνον έναν ειδωλολάτρη.

Είχα διαβάσει στο βίο ενός Αγίου, δεν το θυμάμαι το όνομά του αυτή τη στιγμή.
Όταν πήγε σε μια πόλη ειδωλολατρική υπήρχε μόνον ένας χριστιανός.
Αυτός άλλωστε τον είχε και καλέσει.
Η πόλις ήταν μεγάλη και πολυάριθμος.
Σε λιγότερο από 10 χρόνια ύστερα από μια βαριά αρρώστεια ο Επίσκοπος αυτό πέθανε.
Λίγο πριν πεθάνει οσίως ακούστηκε να δοξάζει και να ευχαριστεί το Θεό λέγοντας:
- Σε ευχαριστώ, Χριστέ μου, ερχόμενος εδώ βρήκα μόνον έναν χριστιανό. Φεύγοντας τώρα για να έρθω κοντά σου αφήνω πίσω μου μόνον ένα ειδωλολάτρη.
Όλοι μαζί οι υπεύθυνοι, οι ποιμένες της Εκκλησίας και εσείς σαν υπεύθυνοι οικογενειάρχες στα σπίτια σας θα σταθούμε μπροστά σε αυτόν τον Επίσκοπο και θα μας κρίνει όλους.



Ο Πατήρ Αγάπιος της Διονυσίου

Στη μονή του Αγίου Διονυσίου του Αγίου Ορους ζούσε ο Πατήρ Αγάπιος ο μοναχός.
Όταν ήτο στον κόσμο και εδώ στην Ελλάδα και στη Γαλλία που έζησε ένα διάστημα ζούσε έκλυτη ζωή γεμάτη ασωτία.
Ήταν οικοδόμος στο επάγγελμα.
Η ιστορία είναι αληθινή και το ονόματα αληθινά.
Προσέξτε να δείτε πώς κατηχήθηκε στην πίστη του Χριστού την αγία.
Όχι ότι δεν ήτο χριστιανός αλλά είπαμε όλοι μας έχουμε ανάγκη νέας κατηχήσεως και επανευαγγελισμού.
Μια νύχτα λοιπόν στον ύπνο του του παρουσιάζεται ένας νεαρός τσομπάνης και του λέγει:
- Είμαι ο Δημήτρης από το χωριό σου. Με θυμάσαι;
Μέσα στον ύπνο του δεν απάντησε αυτός.
- Και πρόσεχε να μην ξαναμαρτήσεις κι εγώ θα σε προστατεύω.
Ξύπνησε αυτός και λέει:
- Μα ποιον Δημήτρη είχαμε τσομπάνο στο χωριό; Δημήτρης;
Δεν μπορούσε να το βρεί.
Την άλλη μέρα όμως πάει στη δουλειά του και πέφτει από μια σκαλωσιά εφτά ορόφων και σώζεται χωρίς αμυχή, χωρίς γραντζουνιά.
Όλοι λοιπόν του λέγανε εκεί και οι Γάλλοι και οι Ελληνες:
- Άγιο έχεις για να σωθείς από τόσο ύψος.
Ενθυμούμενος το όνειρο με τον Δημήτριο λέει:
- Α, πρέπει να ήταν ο Αγιος Δημήτριος γιατί στο χωριό μας το εκκλησάκι μας τιμάται προς τιμήν του Αγίου Δημητρίου. Αυτός λοιπόν πρέπει να είναι ο προστάτης μου.
Από τότε άρχισε πιο προσεχτική ζωή χωρίς αμαρτίες και κάθε Κυριακή στην Εκκλησία.
Από έναν Ελληνα εκεί ράφτη έμαθε μερικά πράγματα από προσευχούλες και έκανε.
Ένα πρωί λοιπόν που έκανε προσευχή να'σου και ο ίδιος ο νέος ο τσομπανάκος μπροστά του.
- Τι προσευχή, του λέει, κάνεις τώρα.
- Να, Άγιος ο Θεός λέω, Παναγία Τριάς, Πάτερ ημών... Του είπε εκεί πέρα.
- Α, πολύ καλά, του λέει. Αλλά θέλω να μάθεις και "Τον Σταυρό μου χαράξας Μωσής". Είναι η πρώτη καταβασία του Τιμίου Σταυρού.
- Μα, Κύριε, του λέω, αυτό δεν το ξέρω. Πού να το μάθω;
Τα διηγείται ο ίδιος.
Παρ' όλο που ήταν πολύ νέος τσομπανάκος τον είπε Κύριο.
- Ακουσέ με, του λέει, και μάθε το.
Και άρχισε λοιπόν να το ψέλνει ο τσομπανάκος:
"Τον Σταυρόν μου χαράξας Μωσής" με πολύ γλυκειά φωνή και πολύ μελωδία.
Λέει ο ίδιος:
- Εμεινα άφωνος γεμάτος δέος και θαυμασμό. Τον κοίταζα με ανοιχτό το στόμα. Πρόβαλα όμως αντιρρήσεις, λέει, επειδή εγώ είμαι αμαθής και αγράμματος.
- Ε, λέει, πώς θα το μάθω εγώ αυτό; Δεν μπορώ.
- Θα στο ξαναπώ.
 Πάλι αντιρρήσεις ο κυρ Αντώνης.
Το κοσμικό του όνομα ήταν Αντώνης.
- Τότε, λέει, θα πας στο ράφτη στο φίλο σου στον Γιώργο που ψάλλει στην Εκκλησία και αυτός θα σου το μάθει.
Και γίνεται άφαντος από μπροστά του.
Σκεφτικός λοιπόν ο τότε Αντώνιος πήγε βρήκε το φίλο του το ράφτη και του φανέρωσε την οπτασία και την εντολήν του Αγίου.
Ήταν βέβαιος τώρα μέσα του ότι ήταν ο Άγιος Δημήτριος.
Σαν άκουσε βέβαια αυτά ο φίλος του ο ράφτης εξεπλάγην.
Επειδή είχε όμως εκείνην την ώρα εργασία στο ραφείο του είπε να' ρθεί το απόγευμα.
Και ήρθε πράγματι ο Αντώνιος το απόγευμα, του το έψαλε πολλές φορές, το έγραψε επάνω και σε χαρτί κτλ. για να το μάθει.
Τότε για μια στιγμή φωτίστηκε ο ψάλτης και του λέει:
- Κυρ Αντώνη,- γιατί τον λέει κυρ Αντώνη τώρα; διότι ο Αντώνης ήταν τότε ηλικίας 50 ετών
- Παράτησε τα, φίλε μου, όλα. Ο Θεός σε προορίζει για άλλη ζωή. Μάζεψέ τα και φύγε τώρα. Και πάνε ή στα Ιεροσόλυμα ή στο Άγιον Όρος.
Αυτά λοιπόν τα διηγείτο στον Πατέρα Λάζαρο τον Διονυσιάτη το 1954 όταν αρρώστησε ο Πατήρ Αγάπιος και τον διακονούσε στην ασθένειά του.
- Από τότε κι εγώ, Πάτερ Λάζαρε, άρχισα να σκέπτομαι να παρατήσω τον κόσμο και την αμαρτωλή ζωή που έκανα και που περνούσα με τις γυναίκες, με τα μεθύσια κτλ. κτλ.
Όλα αυτά επί λέξει.
Όπως τα ξέρεις, να μην στα πολυλογώ τα ξεπούλησα όλα και ήρθα εδώ στο Άγιον Όρος.
- Α, εύγε σου, του λέει ο Πατήρ Λάζαρος, είσαι αξιέπαινος.
Έδωκες μια μεγάλη πληγή στο διάβολο σε τέτοια ηλικία που γλύτωσες από τις μαγγανείες του.
Διότι επαναλαμβάνω ήταν τότε ηλικίας 50 ετών που εγκατέλειψε τον κόσμο και πήγε στο Αγιον Ορος.
Ο Θεός δεν έχει χρόνους και καιρούς.
Τον άνθρωπο στην πιο κατάλληλη στιγμή τον καλεί στον δρόμο της σωτηρίας.
Διαλέγει πολλούς τρόπους για να φέρει τον κάθε άνθρωπο κοντά του.
Αυτό που κάνει σήμερα η Εκκλησία με το κήρυγμα, με την ποικιλλότροπη ιεραποστολική δράση, με την κατήχηση, με την έκδοση την πληθωρική των Πατερικών βιβλίων, διαμέσου των εκκλησιαστικών ραδιοφωνικών σταθμών κτλ.
Στον Πατέρα Αγάπιο, τον πρώην Αντώνιο, το έκανε ο ίδιος ο Θεός διά του Αγίου Δημητρίου.
Έτσι τον κάλεσε και έτσι τον κατήχησε.
Και όλοι εμείς εδώ μέσα είμεθα κατηχούμενοι και επανευαγγελιζόμενοι στον λόγον της σωτηρίας.
Μη στρέψουμε λοιπόν την πλάτη μας στην κλήση του Θεού και ας την εκμεταλλευτούμε όσο μπορούμε καλύτερα με την χάρη και την βοήθεια του Αγίου Θεού και μέσα από τα Πανάγια Μυστήρια.



Απομαγνητοφώνηση της συζήτησης με τον πατέρα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη.

Αυτή η ευχή λέγεται κατά διαφόρους τρόπους κατά την κατάσταση του προσευχομένου.
Ευρισκόμενος εγώ σε μια κατάσταση χάριτος είδα τα δάκρυά μου επήγαιναν ποτάμι και έτσι πήγα να εξετάσω τι δάκρυα είναι αυτά.
Τα δάκρυα τα έχω δοκιμάσει αλλά αυτά είναι άλλα δάκρυα και ακούω μια φωνή και μου λέγει ...