Πέμπτη, 1 Απριλίου 1993

46 Η Θεία Λειτουργία. Ο Χερουβικός ύμνος. Μέρος 2ον

Αυτός που έχασε τον αδελφό του και τον πατέρα του ξαφνικά

Πριν από μερικές ημέρες ένας νεαρός, 22 ετών περίπου ήταν, μου διηγήθηκε τα εξής:
Πέρυσι τον Αύγουστο είχε τη συνήθεια ο αδελφός του, που ήταν 25 χρονών περίπου, να κοιμάται το
καλοκαίρι πάνω στην ταράτσα της πολυκατοικίας.
Ένα πρωινό τον περίμεναν να κατέβει για να πιει το πρωινό του ρόφημα, τον καφέ του, και να φύγει στη δουλειά και δεν κατέβηκε.
Ανησύχησαν λοιπόν, ανέβηκαν πάνω στην ταράτσα και τον βρήκαν νεκρό.
25 χρονών.
Διαπιστώθη ότι είχε πάθει ανακοπή.
Σε τρείς μήνες ακριβώς ετοιμάζονταν να κάνουν τα τρίμηνα του 25χρονου εκείνου νέου.
52 χρονών ο πατέρας κατά τον ίδιον τρόπο, ανακοπή, πάει και αυτός.
Από τον Οκτώβριο μέχρι το Μάρτιο και πριν λίγες μέρες βλέπει ο νεαρός αυτός στον ύπνο του τον πατέρα του και τον αδελφό του μέσα σε έναν βούρκο, φοβερός βούρκος, μαύρος, λασπώδης, πηχτός, μέχρι το λαιμό, να προσπαθούν να βγούν έξω και όπως ήταν έτσι καταβρώμικοι και λασπωμένοι, με τα πρόσωπα αγριεμένα, μέσα σε ένα απέραντο φοβερό σκοτάδι - πώς τα έβλεπε δεν ξέρω από πού - αρπάχτηκαν και τραβούσαν από τα ρούχα το γιο και τον αδελφό και φώναζαν:
- Βοήθεια, γιε μου, βοήθεια, σώσε μας.
- Αδελφέ μου, βοήθεια σώσε με.
Και οι δύο με τρομαγμένες φωνές ζητούσαν βοήθεια.
Του ξέσκισαν τα ρούχα, σχεδόν τον κατασπάραξαν.
Στον ύπνο του αυτά.
Ξύπνησε τρομαγμένος.
Βλέπει το δωμάτιο όλο γεμάτο από σκιές ανθρώπινες που του ζητούσαν βοήθεια.
Κατατρομαγμένος άρχισε να φωνάζει.
Ουρλιάζοντας βγήκε από το δωμάτιο, ξύπνησαν όλοι βέβαια.
Από τότε δεν μπορούσε να συνέλθει.
Πέρασαν αρκετές ημέρες και ήρθε στο Πετραχείλι του Πνευματικού.
Η Εκκλησία βέβαια έκανε το καθήκον της.
Έδειξε και στο νεαρό ποιο είναι το καθήκον: να ξεπλυθεί ο ίδιος, να μπει στο δρόμο του Θεού και του υπέδειξε και τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να βοηθηθούν οι ψυχές του αδελφού και του πατρός.
Όσοι από μας βρίσκονται από την ηλικία των 25 ετών μέχρι των 52 και παραπάνω, είστε βέβαιοι, και εγώ είμαι βέβαιος, ότι σήμερα το βράδυ δεν θα πάθουμε ανακοπή;
Και αν πάθουμε ανακοπή είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τον δίκαιον Κριτήν Θεόν;


Ο Πατήρ Πανάρετος και η εύρεσις Αγίου λειψάνου, Ενας ευλαβέστατος παπα-καλόγερος.

Μεταξύ της περιοχής της Μεγίστης Λαύρας και των Καυσοκαλυβίων ζούσε πριν από πολλά χρόνια ένας μοναχός σε μεγάλη ηλικία, ένα γεροντάκι, ο Πατήρ Πανάρετος.
 Κάποτε λοιπόν του ήρθε η σκέψις, ο λογισμός όπως λένε οι μοναχοί, να κάνει εκεί μπροστά στο
καλυβάκι του έναν μικρό κήπο και για να ασκείται σωματικά λιγάκι αλλά και για μια παράκληση, ανακούφιση.
Αν έβαζε ένα κρεμμυδάκι, ένα μαρουλάκι στην απαράκλητο εκείνη έρημο μια και είπαμε ότι
ζούσε στα Καυσοκαλύβια, που είναι φοβερός ο τόπος εκείνος.
Μετά από αγώνα και ιδρώτα πολλών ημερών για να σκάψει το πετρώδες εκείνο μέρος αισθάνθηκε μια μέρα ότι η τσάπα του χτύπησε πάνω σε μια πλάκα.
Με πολύ βέβαια κόπο κατόρθωσε να την ανασηκώσε για να δει τι είναι από κάτω.
Και τι βλέπει λοιπόν;
Έναν τάφο με ένα λείψανο ολοζώντανο, έναν Ιερέα ενδεδυμένο με όλα του τα Ιερατικά Άμφια.
Σαν να είχε ενταφιαστεί την προηγουμένη ημέρα, τόσο ζωντανός ήταν.
Ο τάφος δε και το άγιο λείψανο ανέδιδε μια θαυμάσια υπερκόσμια άρρητη ευωδία.
Συγχρόνως απλώθηκε άπλετο παράδοξο λευκότατο φως και κάλυψε και τον τάφο και την γύρω
περιοχή.
50 χρόνια ασκήτευε εκεί στα Καυσοκαλύβια ο Πατήρ Πανάρετος αλλά δεν είχε ακούσει για τη ζωή ή για το θάνατο κάποιου Αγίου ερημίτου, όπως ήταν ο Άγιος αυτός που αντίκρυζε μέσα στον τάφο.
Μετά την πρώτη έκπληξη άρχιζε να κλαίει προσευχόμενος.
- Άγιε του Θεού, φανέρωσέ μου σε παρακαλώ ποιος είσαι, πόσα χρόνια έζησες εδώ στην έρημο. Και επιπλέον και σε ευχαριστώ διότι με αξίωσες εμένα τον ανάξιο και τον αμαρτωλό να φανερώσεις σε εμένα την αγιοσύνη σου. Αγρύπνησε όλη τη νύχτα ο ευλαβέστατος εκείνος γέρος στην προσευχή και εσκέπτετο αυτό το γεγονός βέβαια να το αναφέρει στη μονή της Μεγίστης Λαύρας.
Ε, από την πολλή αγρυπνία κουράστηκε και το πρωί σαν να λαγοκοιμήθηκε.
Οπότε έκπληκτος βλέπει τον άγνωστο Αγιο μέσα σε λάμψη μυρίων αστραπών ενώ συγχρόνως τον εκύκλωσε πλήθος Αγγέλων που έψελλαν όλοι μαζί μελωδικότατα τον Τρισάγιο ύμνο
"Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαβαώθ".
Και τότε του μίλησε ο Αγιος, ο οποίος σε αυστηρό τόνο αλλά με πολύ γλυκιά φωνή τον ρώτησε:
- Τι σκέπτεσαι να κάνεις, αββά;
- Άγιε του Θεού, είχα το λογισμό, του είπε βέβαια, να ειδοποιήσω το μοναστήρι της Λαύρας, να έρθουν να σε πάρουν διότι είσαι εδώ λησμονημένος και περιφρονημένος και να σε γνωρίσει το πλήρωμα του Αγίου Ορους και ολόκληρος η Ορθοδοξία, απάντησε έντρομος.
Και αμέσως η φωνή του Αγίου:
- Δεν κάναμε μαζί τους αγώνες. Και πώς εσύ θέλεις να ρυθμίσεις και να μετακομίσεις το λείψανό μου; Εγώ αγωνίστηκα εδώ πέρα 50 και παραπάνω χρόνια. Βάλε με σε παρακαλώ στη θέση μου. Και
τοποθέτησε την πλάκα στον τάφο. Και δεν θα φανερώσεις όσο ζεις σε κανέναν απολύτως τίποτε. Συνήλθε ο Γέρων Πανάρετος, εκάλυψε τον τάφο και ησύχασε πάντοτε προσευχόμενος εις τον ανώνυμο εκείνο Άγιο.
Όταν γήρασε ήλθε και κατώκησε στα Καυσοκαλύβια και λίγο προ του θανάτου του εγνωστοποίησε το γεγονός στους Πατέρες και σε έναν υποτακτικό που είχε χωρίς όμως να φανερώσει την τοποθεσία όπως επίσης και άλλες λεπτομέρειες.
Έτσι παρέμεινε άγνωστος.
Το γεγονός αυτό όμως το περιγράφει το βιβλίο "Αθωνικόν Γεροντικόν".

Ένας παπα-καλόγερος, Ιερεύς δηλαδή καλόγερος, τόσο πολύ κατενύχθη από τη διήγηση αυτή ώστε από εκείνην την ημέρα μέχρι της κοιμήσεώς του λειτουργούσε κάθε μέρα σε ένα απέριττο εκεί Εκκλησάκι.
Από δε τον Χερουβεικόν Υμνο και μετά, όπως διηγούνται, έβρεχε το δάπεδο του Αγίου Βήματος με ποταμούς δακρύων.
Γινόταν λάσπη το έδαφος διότι το Ιερόν Βήμα ήταν από χώμα.
Πολλές φορές του ήτο αδύνατο από την πολλή κατάνυξη να σηκώσει τα Τίμια Δώρα και να κάνει τη Μεγάλη Είσοδο.
Τα Αμφιά του, το Φελόνι του μπροστά, το Πετραχειλάκι του, το Στιχάρι εγίνοντο μούσκεμα από το πλήθος των δακρύων.
Από τότε άρχισε να αποκτά μια παράξενη συντριβή, μια συντριβή που ως ταπεινόν φρόνημα, ταπεινή έγινε η κίνησις, ταπεινός ο λόγος, ταπεινή η συμπεριφορά, όλα.
Επεκτείνετο και προς τους γύρω.
Και οι μοναχοί των γύρω Σκήτεων και οι κοσμικοί έβλεπαν μπροστά τους συνεχώς έναν συντετριμμένο παππούλη.
Και η θέα αυτή, και η όψις του αυτή ήταν για όλους πάρα πολύ ωφέλιμη.
Εδιδάσκονταν όλοι σιωπηλά από την ταπείνωση.


Ποίησόν με Κυρηναίον.

Μου διηγείτο κάποτε ένας Ιερεύς ότι σε μια Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία όταν έκαμε τη σιωπηλή αυτή Είσοδο με τα Άγια των Αγίων στα χέρια τα ένιωσε να βαραίνουν πολύ, να γίνονται ασήκωτα
όπως τα κρατούσε.
Λύγισε από το βάρος και στη μέση του Ναού σχεδόν γονάτισε.
Τρόμος τον έπιασε, τον κατέλαβε μην τυχόν και πέσουν από τα χέρια του τα Τίμια Δώρα.
Και κλαίγοντας - έκλαιγε και ο κόσμος - άρχισε σιωπηλά να Τον παρακαλεί, να Τον ικετεύει
να του δώσει τη δύναμη να σηκωθεί, να συνεχίσει. - Ο Θεός μου, φώναζε, ιλάσθητι μοι τω αμαρτωλώ. Ουκ ειμί άξιος κληθήναι Λειτουργός Σου αλλά ποίησόν με Κυρηναίον Σου ίνα άρω τον Σταυρόν του Τιμίου Σώματος και Αίματος Σου. Κυρηναίον, Κύριε, Κυρηναίον, Κύριε, Κυρηναίον, Κύριε.
Και επειδή το φώναζε κάπως δυνατά το επαναλάμβανε και ο κόσμος μαζί του.
Και σαν να πήρε δυνάμεις και σιγά σιγά με μεγάλο κόπο και ιερά συγκίνηση και πολλά δάκρυα
έφερε τα Άγια των Αγίων πάνω στην Αγία Τράπεζα.
Ο τόπος έλαμψε και μυριάδες Αγγέλων έψαλλαν θριαμβευτικές δοξολογίες για την Είσοδον του Μεγάλου Βασιλέως.
Και εκείνος παρέμεινε άφωνος, συγκινημένος, συνεπαρμένος, αγνώριστος από τις Θείες αλλοιώσεις.
Τι μέγιστον θαύμα ο καθαρός και άγιος Λειτουργός του Υψίστου!
Και δυστυχώς ουδέποτε εγώ ο ελεεινός.


Ο πατήρ Ευλόγιος και το θυμιάτισμα των Αγγέλων

Ενας Γέροντας ονόματι Πατήρ Ευλόγιος που εκοιμήθη το 1948 απεκάλυψε στον υποτακτικό του ότι σε μια γιορτή της Παναγίας και στη Μεγάλη Είσοδο της Θείας Λειτουργίας που εγίνετο στο εκκλησάκι ενός κελλιού της Σκήτης που ασκήτευε είδε πλήθος Αγγέλων να μαζεύονται μέσα στο εκκλησάκι και να θυμιατίζουν όλοι μαζί με θυμιατά τον Ιερέα που εισόδευε.
Αλλά ξαφνικά τι βλέπει!
Τα μάτια του έτσι μήπως πλανήθηκαν, μήπως δεν βλέπει καλά, όχι όμως η καρδιά του είναι χαρούμενη και χτυπά πολύ γλυκά από την ιερά συγκίνηση που ζει.
- Αλήθεια τι βλέπει; θα ρωτήσετε.
Τι είδε εκείνη τη στιγμή;
Την Υπεραγία Θεοτόκο να κρατάει στα χέρια της ένα ωραιότατο ουράνιο πέπλο με το οποίον σκέπαζε τον Ιερέα και τα Τίμια Δώρα, τον Βασιλέα των όλων.
Το θυμιάτισμα λοιπόν των Αγγέλων προς αυτήν τη μεγαλοπρεπή και ακατάληπτη σκηνή κατευθήνετο.
Όλο το εκκλησάκι λαμποκοπούσε από φως, από γλυκύτητα, από υπερκόσμια ευωδία, από εξαίσια ομορφιά και λαμπρότητα.
Τελείωσε η Είσοδος και όλα ήσυχα και ειρηνικά όπως πρώτα.
Μια ακατάληπτη γλυκύτητα και γαλήνη κυριάρχησε μέσα του στο μικρό εκκλησάκι, σε όλη τη Σκήτη, σε όλη τη φύση.


Κανόνας μοναχής για τον κεκοιμημένο πατέρα της

Κάποια μοναχή πριν από χρόνια με παρεκάλεσε να της δώσω κάποιον κανόνα ώστε με αυτόν να μπορεί να βοηθά λίγο τον πατέρα της που είχε πεθάνει χωρίς να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει.
Βέβαια οι μνημονεύσεις στη Θεία Λειτουργία εγίνοντο πάντοτε καθώς επίσης μνημόσυνα, Τρισάγια κτλ.
Ζητούσε όμως κάτι περισσότερο για να το κάνει από μόνη της.
Λαμβάνοντας αφορμή από τον Πατέρα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, τα πόσα είχε κάνει για τον Γέροντά του εκτός της Θείας Λειτουργίας, διότι ως γνωστόν είχε κάμει 39 σαρανταλείτουργα συνεχόμενα, της συνέστησα και τα εξής:
Να διαβάζει κάθε βράδυ εκτός Κυριακής τον Κανόνα και μόνον τον Κανόνα από το πρώτο Μεγάλο Ψυχοσάββατο του Τριωδίου και σε κάθε ωδή να αναφέρει το όνομά του για να τύχει του ελέους του αγίου Θεού.
Επίσης της είπα να προσθέσει κατά δύναμιν ορισμένες στρωτές μετάνοιες καθώς και σταυρωτά κομποσχοίνια.
Μετά πάροδο περίπου 6-7 μηνών, μετά από κάποια πρωινή Ακολουθία, η εν λόγω μοναχή πήγε στο κελλί της για ημίωρη ανάπαυση.
Και λέγοντας την ευχούλα ξαφνικά, απροσδόκητα βρέθηκε στο σπίτι της.
Εκεί στην κουζίνα είδε τον πατέρα της περίλυπο, θλιμμένο.
Το πρόσωπό του είχε έναν απέραντο πόνο.
Σημειωτέο ότι η μοναχή και στον κανόνα που έκανε και στη Θεία Λειτουργία όταν μνημόνευε την ψυχή του ένιωθε μέσα της μια αγωνία μεταφυσική, όπως έτσι μπόρεσε λίγο να την χαρακτηρίσει, που συνοδεύετο από πολλή θλίψη, λες και ένιωθε τον αγώνα ή την αγωνία της ψυχής του.
Μόλις τον είδε έτσι τόσο περίλυπο, τον πλησιάζει και τον ρωτά:
- Πατέρα, πώς είσαι; Τι κάνεις; Είσαι καλά εκεί που βρίσκεσαι τώρα;
Της απάντησε με πολύ σιγανή φωνή ότι είναι σε μέρος σκοτεινό, απαίσιο, χωρίς άνεση, χωρίς παρηγοριά, χωρίς ελπίδα, τόπος απαρηγόρητος, θλιβερός, σκοτεινός.
Ακούσατε τι είπε;
Χωρίς ελπίδα, χωρίς παρηγοριά.
- Μα γιατί, πατέρα, ξαναρωτά η κόρη του η μοναχή; Εκεί δεν έχεις φως, δεν βλέπετε κι εσείς τον Θεόν να χαίρεστε, να ανακουφίζεστε;
Και εκείνος απαντά θλιμμένα;
- Άλλοι είναι αυτοί που βλέπουν τον Θεόν και χαίρονται μέσα στο φως.  Βρίσκονται σε άλλον τόπο. Εμείς χωρίς φως, χωρίς χαρά, χωρίς παρηγοριά, χωρίς καμμιά ελπίδα.
Και άρχισε να κλαίει εκείνος ο άντρακλας των ένα και ενενήντα.
Έκλαιγε ο άνθρωπος που ουδέποτε τον είχε δει να κλαίει ή να συγκινείται.
Σχίσθηκε η καρδιά της από αυτό το θέαμα και τον ρώτησε:
- Πατέρα, πες μου πώς μπορώ να σε βοηθήσω; Τι να κάνω για σένα;
Τότε εκείνος της έβαλε μια βαθειά μετάνοια και της φίλησε το χέρι πριν προλάβει να το τραβήξει και με μάτια που συνεχώς τρέχανε της είπε:
- Σε ευχαριστώ, παιδί μου, για τον Κανόνα που μου διαβάζεις και για όσα κάνεις για μένα. Πολύ με
ανακουφίζουν, πολύ.
Αμέσως εξαφανίστηκε και η μοναχή βρέθηκε πάλι στο κελλάκι της έχοντας στο δεξί της χέρι την αίσθηση της αφής από το φίλημα του πατέρα και τότε εκείνη ανεφώνησε:
- Ω Κύριε, ο των όλων Βασιλεύς και Κύριος, ο Θεός και Πατέρας ζώντων τε και κεκοιμημένων ελέησε τον πατέρα μου.
Τέκνα εν Κυρίω αγαπημένα αν θέλετε περισσότερα για τους κεκοιμημένους θα πρέπει να ακούσετε ξανά την 42η ομιλία μας.