Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 1993

50 Η Θεία Λειτουργία. Καμπάνες εικόνες κατακόμβες

Ο παπα-Αρσένιος και ο πατέρας Νικόλαος

Στο Αγιον Ορος σώζωνται κάποια χειρόγραφα ενός μοναχού ονόματι Παρθενίου, ο οποίος διηγείται μέσα σε αυτά τα εξής:
Είχε γνωριστεί με δύο Αγιορείτες μοναχούς έναν παπά, τον πατέρα Αρσένιο, και τον υποτακτικό του, τον πατέρα Νικόλαο.
Και οι δύο Γέρονται και υποτακτικός έζησαν για 10 χρόνια στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου.
Ήδη όμως ζούσαν 40 χρόνια μοναχοί, δηλαδή ήσαν κάπως περασμένης ηλικίας.
Στις καθημερινές τους νυχτερινές Θείες Λειτουργίες πήγαινε πολύ τακτικά και ο πατήρ Παρθένιος, γι' αυτό και τα διηγείται.
Οι στιγμές και οι ώρες που περνούσε κοντά τους στη Θεία Λατρεία ήταν συγκλονιστικές.
Πήγαινα, γράφει ο μοναχός, εκεί στο απέριττο εκκλησάκι τους, για να απολαμβάνω και να τρέφομαι από την ουράνια, την κατανυκτική και την συντετριμμένη ψαλμωδία τους στη διάρκεια της πολύωρης Ακολουθίας.
Από την αρχή της Θείας Λειτουργίας μέχρι το τέλος η Εκκλησία πλημμύριζε από στεναγμούς, από κλαυθμούς και δάκρυα και από μία ακατάληπτη ευωδία.
Έβλεπα δύο Γέροντες αποξηραμένους από τη νηστεία, την αγρυπνία, την σκληρή άσκηση και την προσευχή.
Αδύνατοι ήταν όμως και σκελετωμένοι συγχρόνως και από τη φτώχεια της εποχής εκείνης τότε που βασίλευε.
Έβλεπα τον ένα μέσα στο Άγιον Βήμα, μπροστά στην Αγία Τράπεζα, να στέκεται σαν αναμμένη λαμπάδα και να κλαίει, να κλαίει, να κλαίει...
Απο τα δάκρυα και τους κλαυθμούς να μην μπορεί να κάνει εκφωνήσεις, να μην μπορεί να διαβάζει τις λειτουργικές αιτήσεις.
Τα Άμφιά του μούσκευαν από το πλήθος των δακρύων και το δάπεδο κάτω γίνονταν ποτάμι, λάσπη το χώμα.
Αλλά έβλεπα και τον άλλο τον υποτακτικό, τον πατέρα Νικόλαο, στο αναλόγιο, συνεχώς να ξεσπάει σε λυγμούς.
Οι πολλοί λυγμοί τον έπνιγαν και δεν μπορούσε να ψάλλει.
Έτσι κάθε τόσο και αυτός σταματούσε.
Περισσότερο ηκούοντο οι αναστεναγμοί και τα αναφιλητά των δακρύων παρά οι εκφωνήσεις και οι
ψαλμωδίες.
Εγώ, ο αμαρτωλός, συνεχίζει ο πατήρ Παρθένιος, ανάμεσα στους δύο αυτούς μεγάλους πύρινους στύλους αγιότητας και συντριβής έτρεμα.
Έτρεμα συνεχώς μη γνωρίζοντας πού να στρέψω τα μάτια μου και την ακοή μου μέσα στο Ιερό Βήμα ή πίσω στο αναλόγιο.
Από παντού δάκρυα και κλαυθμούς.
Πολλές φορές είτε στον Χερουβεικό ύμνο, είτε στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, είτε στο Αξιον Εστί, είτε στη Θεία Κοινωνία η Εκκλησία γέμιζε από ουράνιο εκθαμβωτικό φως και πλημμύριζε από αγγελικές μελωδίες και ψαλμούς.
Παρούσα και αόρατη κατά δύναμη και κατά χάρη η θριαμβεύουσα Εκκλησία της Ανω Ιερουσαλήμ.
Και τότε προορώμην τον Κύριον μου δια παντός ίνα μη σαλευθώ.
Τα πάντα ελούζοντο έμψυχα και άψυχα, ορατά και αόρατα, επίγεια και ουράνια από μιά υπέρτατη, ανέκφραστη γλυκύτητα.
Και η πανταχού μυστική Θεία παρουσία του Σωτήρος Χριστού προς τα δύο εκείνα εξαϋλωμένα πλάσματά Του ήταν σαν να έλεγε:
- Προς τι να επιβλέψω ει μη προς τον πράον, ησύχιον, ταπεινόν και τρέμοντά μου τους λόγους; κατά τον Ησαϊα 66ο Κεφάλαιο.
Αλλά για αυτό το ζευγάρι όμως Γέροντος και υποτακτικού τον παπα-Αρσένιο και τον πατέρα Νικόλαο θα μιλήσουμε και άλλη φορά.



Ο νεωκόρος που χτυπούσε τις καμπάνες

Κάποτε ήταν ένας νεωκόρος ο οποίος είχε πολύ σεβασμό, πολλή ευλάβεια, πολύν φόβον Θεού.
Ήταν από εκείνους τους νεωκόρους που τους ζητάμε και τους θέλουμε σαν υπηρέτας και σαν βοηθούς μέσα στην Εκκλησία.
Ο Ναός είχε τρεις τέσσερις καμπάνες και τις χτυπούσε βέβαια με τα δυο του τα χέρια.
Ο Ναός ήταν προς τιμήν του Τιμίου Προδρόμου.
 Κάποτε έπεσε και χτύπησε το αριστερό του το χέρι και δεν μπορούσε να χτυπήσει τις καμπάνες με το ένα του χέρι μονάχα.
Και ήταν πολύ στενοχωρεμένος.
Ερχόταν μεγάλη γιορτή, δεν μπορούσε με τον τρόπο που τις χτυπούσε τόσο γλυκά και με ρυθμό, πότε τη μία, πότε την άλλη, πότε όλες μαζί, πότε δύο δύο, πότε τρεις μία κτλ. όπως κάνουν στο Άγιο Όρος.
Δεν μπορούσε.
Λοιπόν τι να κάνει;
Πάει εδώ στον Τίμιο Πρόδρομο και του λέει:
- Για άκου, Αγιε, ναός σου είναι αυτός, το χέρι μου το είδες. Δεν μπορώ με το ένα χέρι, δεν μπορώ. Για έλα εδώ.
Τον παίρνει λοιπόν από το χέρι ο Τίμιος Πρόδρομος, τον πάει έξω στο καμπαναριό και του λέει:
- Για δείξε μου τώρα εδώ πώς χτυπάνε τις καμπάνες.
Παίρνει ο Τίμιος Πρόδρομος, κάνει θηλειές τα σχοινιά, του βάζει τη μια θηλειά στο ένα πόδι, την άλλη στο άλλο πόδι και τις άλλες δύο την μια στο χέρι εδώ και την άλλη στον αγκώνα και του έδειξε λοιπόν με ποιο θερμό τρόπο θα χτυπάει τις καμπάνες.
Έτσι και εγένηκε.
- Ευχαριστώ πολύ.



Ο χωρικός με την εικόνα του Αγίου Νικολάου

Κάποτε ένας ιεροκήρυκας έκανε μια περιοδεία και παιρνώντας έξω από ένα εξοχικό σπίτι, από μια στάνη, λέει:
- Δεν σταματώ και σε αυτόν εδώ τον χριστιανό; Κάτι θα βρω να του πω.
Μπήκε λοιπόν και άρχισε να του μιλάει για τον Κύριο.
Πρόσεξε λοιπόν ότι μέσα στα δωμάτιά του δεν είχε εικόνες.
Του λέει:
- Να μην έχεις εικόνες; Τι είναι αυτό; Εικόνες του Χριστού, της Παναγίας;
Εβγαλε ό,τι είχε στην τσεπούλα του, του έδειξε έτσι.
Του είπε και με το καντηλάκι να κάνουμε προσευχή.
- Α, λέει, θα πάω να πάρω.
Με την πρώτη ευκαιρεία λοιπόν κατεβαίνει κάτω στην πόλη και παίρνει μια εικόνα της Παναγίας.
Του άρεσε έτσι να κρατάει το Βρέφος Ιησού στην αγκαλιά της.
- Α, λέει, να πάρω και εκείνον τον Αγιο.
Τον είδε έτσι καβαλάρη εκεί απάνω με το ακόντιο να χτυπάει τον εχθρό από κάτω, τον Άγιο Δημήτριο.
- Για να πάρω και αυτόν τον μακρυγέννη τον Αγιο.
Αγιογραφημένος ο Αγιος Νικόλαος.
Τον πήρε λοιπόν, τον έβαλε μέσα στο σπιτάκι και άρχισε να κάνει την προσευχούλα του στους Αγίους, στην Παναγία, στον Αγιο Δημήτριο, στον Αγιο Νικόλαο.
Δεν περάσαν πολλές μέρες, έλειπε αυτός μια μέρα, μπήκαν μέσα στο σπίτι του κλέφτες, τον κλέψανε.
Και του τα πήραν όλα.
Δεν του άφησαν τίποτα.
Και έμειναν μόνο οι τρεις εικόνες.
Μπαίνει μέσα στο σπίτι έκπληκτος, τα βλέπει όλα, λέει:
- Μπα, κλέφτες μπήκανε, τα πήραν όλα, τίποτα δεν άφησαν.
Πάει λοιπόν στην εικόνα της Παναγίας μπροστά και λέει:
- Καλά εσύ έχεις να φροντίσεις ένα μωρό, να το ντύσεις, να το πλύνεις, να το φτιάξεις, δεν προλάβαινες, λέει, εσύ. Τι να πρωτοκάνεις; Το μωρό να κοιτάξεις ή τους κλέφτες; Δεν γίνεται.
Πάει στον άλλο.
Λέει:
- Εσύ είσαι καβαλάρης. Και εσύ ώσπου να βγάλεις το άλογο από τη στάνη, ώσπου να το ξυστρίσεις... οι κλέφτες φύγανε.
- Αμ, εσύ, του λέει, τεμπέλη τι έκανες; δεν έκανες τίποτα, απευθύνεται στον Αγιο Νικόλαο.
Δεν έκανες τίποτα, του λέει.
Τα πράματά μου γιατί μου τα πείραξαν;
Λοιπόν για τιμωρία σε βγάζω έξω.
Βγάζει λοιπόν την εικόνα του Αγίου Νικολάου και την κρεμάει έξω από την πόρτα.
- Θα καθίσεις εκεί, του λέει, μέχρι που να έρθουν τα πράγματα πίσω.
Την άλλη μέρα το πρωί καταφθάνουν οι κλέφτες φορτωμένοι με τα πράγματα.
- Παρτα γρήγορα, του λένε, γιατί ένας γέρος μας τρέλανε στο ξύλο.
Ο Αγιος Νικόλαος επέστρεψε τα πράγματα πίσω.



Οι 7 νέοι της Εφέσου

Στους βίους των Αγίων διαβάζουμε ένα πολύ σιγκινητικό γεγονός και παράδειγμα.
Είναι το παράδειγμα των 7 νέων της Εφέσου που γιορτάζει η Εκκλησία μας στις 4 Αυγούστου.
Οι νέοι αυτοί ζούσαν στην εποχή του φοβερού διωγμού του Δεκίου.
Για να μη συλληφθούν λοιπόν βγήκαν έξω από την πόλη, βρήκαν μια σπηλιά, μπήκαν μέσα, έφραξαν την είσοδο, έκαναν την προσευχή τους και κουρασμένοι όπως ήσαν έπεσαν να κοιμηθούν.
Όταν όμως ξύπνησαν και βγήκαν έξω από την σπηλιά κατάλαβαν ότι είχαν περάσει 200 χρόνια.
Είχε γίνει ένα θαύμα.
Ο Θεός έδωσε στους νέους αυτούς έναν τόσο μεγάλο ύπνο ώστε να ξυπνήσουν όταν πια ο διωγμός είχε πάψει.



Μαρτύρια στις κατακόμβες

1ο Μαρτύριο.

Στο μεγάλο διωγμό του Νουμεριανού, υιού του Μάρκου Αυρηλίου, ένα μεγάλο πλήθος χριστιανών είχε καταφύγει στις κατακόμβες των Αγίων Χρυσάνθου και Δαρείας.
Τους αντελήφθησαν όμως οι κατάσκοποι των ειδωλολατρών και μαζί με τους στρατιώτας έφραξαν
τις φανερές και τις κρυφές πύλες στις κατακόμβες καθώς και όλες τις τρύπες από όπου αερίζοντο και έτσι οι χριστιανοί παρέδωσαν τις άγιες ψυχές τους πεθαίνοντας και μαρτυρώντας μέσα εκεί από
ασφυξία.
Όταν μετά την πάροδο πολλών πολλών ετών ανοίχτηκε αυτή η κατακόμβη όλοι τους όσοι ευρέθησαν, όλοι οι χριστιανοί αυτοί του συγκεκριμένου αυτού μαρτυρίου και της συγκεκριμένης αυτής κατακόμβης, πώς νομίζετε ότι βρέθηκαν όλοι αυτοί οι χριστιανοί;
Βρέθηκαν όλοι να κρατούν στα χέρια τους Αγιο Ποτήριο.
Έτσι πέθαναν.
Γιατί φαίνεται πώς στον καθέναν είχε δοθεί από ένα.
Το κράτησαν.
Μέσα σε αυτό έβαλαν την Αγία Κοινωνία, Σώμα και Αίμα Χριστού.
Το πήραν και κρατώντας σφιχτά αυτό που έμεινε, το ξύλινο, το πήλινο, τι ήταν πέθαναν μαζί με αυτό.

2ο Μαρτύριο.

Ο Αγιος Στέφανος, Επίσκοπος Ρώμης, στο διωγμό που έγινε από τον Ουαλεριανό, υπέστη μαρτυρικό θάνατο μαζί με άλλους χριστιανούς.
Πώς; Μέσα σε μία κατακόμβη τελούσε τη Θεία Λειτουργία.
Όταν οι Ρωμαίοι στρατιώτες ανακάλυψαν την κρύπτη όρμησαν μέσα, τράβηξαν γυμνά τα σπαθιά να τους σφάξουν.
Εκεί βλέπουν λοιπόν τον Άγιο Στέφανο μέσα σε αυτές τις μικρές αίθουσες των κατακομβών να λειτουργεί.
Μια φοβερή δύναμη τους κράτησε ακίνητους.
Υπάρχει για αυτό ομολογία.
Και τους κράτησε και ακίνητους και βωβούς μέχρις ότου τελείωσε η Θεία Λειτουργία.
Μόλις επερατώθη η Θεία Λατρεία ελευθερώθησαν αυτοί, όρμησαν και άρπαξαν τον Άγιο Στέφανο, τον έριξαν κάτω και τον απεκεφάλισαν μαζί με όλους τους άλλους χριστιανούς.

3ο Μαρτύριο.

Διάδοχος του Αγίου Στεφάνου υπήρξε ο Αγιος Σίξτος.
Και αυτός περιφρονώντας τις διαταγές του ίδιου χριστιανομάχου αυτοκράτορος κατέβηκε σε μία κατακόμβη του Πρετεξτάτου, έτσι λεγόταν η κατακόμβη, και ιερουρουργούσε των Αχράντων Μυστηρίων.
Επροδώθηκε όμως, ανακαλύφθη, συνελήφθη, καταδικάστηκε να μαρτυρήσει μπροστά στο Θυσιαστήριο, όπου τον είχαν συλλάβει.
Έτσι και έγινε.
Εκεί τον αποκεφάλισαν.
Μαζί όμως με τον Αγιο Σίξτο είχαν συλλάβει και τον Αρχιδιάκονό του. Αρχιδιάκονος του Αγίου Σίξτου ήταν ο μακάριος και μεγαλομάρτυς Λαυρέντιος, τον οποίο οι εθνικοί έψησαν σε πυρακτωμένη σχάρα σαν να ήταν ψάρι ή μπριζόλα.
Και υπάρχει το εξής προς τους δημίους, οι οποίοι είδαν και θαύμασαν και έγιναν χριστιανοί ομολογώντας πίστη.
Τι τους είπε;
- Ψήθηκα από εδώ. Γυρίστε με και από την άλλη πλευρά.