Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 1994

58 Η Θεία Λειτουργία. Προοίμιον τής αγίας αναφοράς. Μερος 3ον. Άνω σχώμεν τάς καρδίας

*******************************

58Α Ελεημοσύνη εν σχέσει με τη Θεία Κοινωνία

Διηγείται ο πατήρ Παϊσιος, ο γνωστός μοναχός, στο τρίτο του
βιβλίο που έχει εκδώσει, ότι στη μεγάλη πείνα του 1917 οι
μοναχοί της μονής Ιβήρων στο Αγιον Ορος βλέποντας τις αποθήκες
της μονής να αδειάζουν είχαν ελαττώσει κατά πολύ την φιλοξενία.
Μάλιστα ένας προϊστάμενος ήταν τόσο τσιγκούνης που επέμενε πάρα
πολύ και την έκοψαν τελείως την φιλοξενία. Επόμενο ήταν και ο
Χριστός να σταματήσει τις ευλογίες του στο μοναστήρι. Αρχισαν να
πεινάνε οι Πατέρες και να παραπονούνται στον Κύριο, στην
Υπεραγία Θεοτόκο πως δεν φρόντιζε πλέον για το μοναστήρι τους.
Δυστυχώς δεν είχαν καταλάβει το μεγάλο λάθος που είχαν κάνει.
Μια μέρα λοιπόν παρουσιάζεται στην πόρτα της μονής ένας φτωχός,
ρακένδυτος άνθρωπος και ζητάει από τον πορτάρι λίγο ψωμί.
Εκείνος λυπημένος του λέει: - Δεν έχουμε, αδελφέ μου, δεν
έχουμε. Τίποτα δεν έχουμε. Γι' αυτό κόψαμε και την φιλοξενία.
Αλλά περίμενε, όμως, σε λυπάμαι, να σου φέρω λίγο από το
κομματάκι, το ψωμάκι που έχω στο κελλί μου για τον εαυτό μου να
στο φέρω. Πήγε λοιπόν στο κελλάκι του γρήγορα γρήγορα και έφερε
το ψωμί που είχε για τον εαυτό του και του το έδωσε. Εβλεπε όμως
ότι το πρόσωπο του φτωχού, του ρακένδυτου εκείνου ανθρώπου
άρχισε σιγά σιγά να λάμπει. Οταν πήρε λοιπόν ο φτωχός το ψωμί
λέει στον πορτάρη: - Ξέρεις γιατί ήρθε αυτή η δυστυχία στο
μοναστήρι; Επειδή διώξατε από το μοναστήρι δυο. - Ποιους
διώξαμε; ρωτάει ο πορτάρης. Και απαντάει ο φτωχός: - Τον δότε
και τον δοθήσεται. Μετά από αυτά τα λόγια έγινε άφαντος,
σκορπίζοντας μια θεϊκή λάμψη που θάμπωσε τον πορτάρη. Τα 'χασε
αυτός ο καημένος και φοβισμένος όπως ήταν τρέχει στους
προϊσταμένους της μονής, γιατί ήταν ιδιόρρυθμο, και διηγήθηκε το
γεγονός. Οι Πατέρες άρχισαν να βασανίζουν το μυαλό τους για να
θυμηθούν ποιοι ήταν αυτοί που έδιωξαν. - Δότε και Δοθήσεται; Τι
ονόματα πάλι είναι αυτά; Επειτα όμως κατάλαβαν ότι αυτά τα λόγια
είναι ευαγγελικά. Αρα λοιπόν αυτός που ήρθε και εξαφανίστηκε
πρέπει να ήταν ο Κύριος. Πρέπει να ήταν ο Χριστός. Κάποια
συμπληρωματικά πράγματα για αυτό το ίδιο γεγονός είχα ακούσει κι
εγώ το 1959 όταν για πρώτη φορά είχα επισκεφτεί το Αγιο Ορος,
από έναν μοναχό εκεί, νομίζω ερημίτης ήταν στις Καρυές του Αγίου
Ορους. Μου μιλούσε τότε για την αξία της ελεημοσύνης, της
πρακτικής ελεημοσύνης, της πνευματικής ελεημοσύνης εν σχέσει με
την Θεία Κοινωνία. - Οσο περισσότερο θα ελεείς από το υστέρημά
σου, μου έλεγε αυτός ο ανώνυμος - δεν θυμάμαι και το όνομά του -
τόσο και περισσότερο θα λαμβάνεις υλικά χαρίσματα. Θα λαμβάνεις
χαρίσματα και υλικά και πνευματικά. Ειδικά μάλιστα όταν θα
λειτουργείς και θα κοινωνείς αξίως των Αχράντων Μυστηρίων. Αυτό
συνέβη και με τον πορτάρη της μονής Ιβήρων το 1917. Οταν
κοινώνησε την άλλη μέρα έγινε όλο φως, ολόλαμπρος και
ολοφώτεινος. Ενιωσε μέσα του και το αισθάνθηκε αυτό η Θεία
Κοινωνία να σκορπάει, να απλώνεται τρόπον τινά σε ολόκληρο το
είναι του μια ευφροσύνη πολύ μεγάλη, λάμψις θείας μακαριότητος.
Τον κατέλαβε συγχρόνως και πολύ ταπείνωσις, συντριβή, δάκρυα.
Εκλαιγε και δεν ήξερε γιατί έκλαιγε. Και ύστερα άρχισε να
ντρέπεται. Εντρέπετο τον Σωτήρα του Χριστό και Κύριον του που
καταδέχτηκε να τον γεμίσει με τόσες ακατάληπτες δωρεές. Και
τελείωσε ο ερημίτης. Αυτά είναι που μου είπε εμένα. - Δοκίμασε
το, Διάκο - Διάκος ήμουν τότε - και θα το δεις και στην πράξη.
Η συνέχεια μετά από αυτό το γεγονός είναι γνωστή. Το γράφει και
ο πατήρ Παϊσιος. Οι Πατέρες μετανόησαν για το σφάλμα τους και
μόλις άρχισαν να δίνουν από το υστέρημά τους στους φτωχούς
μοναχούς και στους κοσμικούς κατέφθασαν και οι πλούσιες δωρεές
του Αγίου Θεού. Αυτό το γεγονός το ανέφερα όχι μόνον για το ότι
δεν πρέπει να είμεθα αφιλόξενοι αλλά ελεούντες τους πάντες και
τα πάντα έστω και για λίγο, αλλά επειδή εκείνος ο ερημίτης το
είχε συνδυάσει την ελεημοσύνη, την προσφορά προς τον πλησίον με
την πνευματική ελεημοσύνη εν σχέσει με την Θεία Κοινωνία και
εμείς βέβαια εδώ αναλύουμε την Θεία Λειτουργία.

*****************************************************

58Β Πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης

Κάποτε σε μια μου επίσκεψη στο μοναστήρι του Αγίου Δαυίδ μου
εδιηγείτο ιδιαιτέρως ο Πατήρ Ιάκωβος ο μακαριστός, Ηγούμενος της
μονής του Αγίου Δαυίδ στην Εύβοια - την ευχή του να έχουμε. Ο
Αγιος αυτός Ιερεύς και Λειτουργός του Υψίστου μου είπε τα εξής:
- Οι χριστιανοί μας, Πάτερ μου, είναι δυστυχώς τυφλοί πνευματικά
και δεν βλέπουν τα πόσα γίνονται μέσα στη Θεία Λειτουργία. Μια
φορά λοιπόν που λειτουργούσα δεν μπορούσα να κάνω τη Μεγάλη
Είσοδο. Στο Χερουβεικό καθηλώθηκα έτσι ακίνητος μπροστά στην
Αγία Τράπεζα από αυτά που έβλεπα. Τα μάτια τα δικά μου όπως
καταλαβαίνετε άνοιξαν τόσα. - Τι έβλεπες, Πατέρα μου; τον
ρώτησα εκστατικός. Εκείνος δεν μου απάντησε και συνέχισε. - Ο
ψάλτης συνεχώς επαναλάμβανε : "Ως τον Βασιλέα των όλων
υποδεξάμενος, Ως τον Βασιλέα των όλων υποδεξάμενοι". Οπότε
ξαφνικά νιώθω ότι κάποιος με σπρώχνει από τον ώμο και με οδηγεί
στην Αγία Πρόθεση. Σαν να μου έλεγε : "Αντε, πήγαινε να κάνεις
την Αγία Πρόθεση. Τι περιμένεις;". Νόμισα λοιπόν πως ήταν ο
ψάλτης και είπα μέσα μου : "Ο ευλογημένος τόση ασέβεια έχει;
Μπήκε από την Ωραία Πύλη και με σπρώχνει;". Οπότε και γυρίζω και
βλέπω μια τεράστια φτερούγα που μου την είχε περάσει ο
Αρχάγγελος από τον ώμο μου και με οδηγούσε να κάνω τη Μεγάλη
Είσοδο. Το τι γίνεται εδώ μέσα, Πάτερ μου, στο Ιερό κατά τη
διάρκεια της Θείας Λειτουργίας δε λέγεται. Αυτά περίπου μου
είπε. Στο καινούριο βιβλίο όμως που εξεδόθη από τους Πατέρες
της μονής του Αγίου Δαυίδ και στη σελίδα 81 περιγράφει όπως και
άλλα πολλά που είχαμε ακούσει εμείς την ίδια λειτουργική θεωρία
και προσθέτει μερικά άλλα τα οποία σε εμένα δεν τα έχει πει. -
Πολλές φορές δεν μπορώ να αντέξω από αυτά που βλέπω και κάθομαι
στην καρέκλα. Οπότε όταν λειτουργώ με άλλους ορισμένοι
συλλειτουργοί μου νομίζουν ότι κάτι δεν πάει καλά με την υγεία
μου και ανησυχούν. Αλλά δεν ξέρουν τι βλέπω και τι ακούω. Τι
φτερούγισμα, παιδί μου, οι Αγγελοι, τι φτερούγισμα. Μόλις ο
Ιερέας πει το "Δι' ευχών" στο τέλος φεύγουν οι ουράνιες δυνάμεις
και μέσα στο Ιερό πλέον έχουμε απόλυτη ησυχία. Αυτά από τον
Πατέρα Ιάκωβο.

***************************

Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 1994

57 Η Θεία Λειτουργία. Προοίμιον τής αγίας αναφοράς. Μερος 2ον. Η Τριαδική αποστολική ευλογία

**************************


57Α Σκούπισμα του ναού κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας

Κάποτε, αδελφοί μου, σε κάποιο ανδρικό ρωσικό μοναστήρι, όπως
μας διηγείται ο στάρετς Σαμψών, κατά τη διάρκεια της Θείας
Λειτουργίας κάποιος μοναχός θυμήθηκε ότι του είχαν δώσει εντολή
να σκουπίσει καλά την πόρτα του Καθολικού, του κυρίου δηλαδή
Ναού, και αυτός το είχε λησμονήσει. - Ας το κάμω τώρα, είπε με
το λογισμό του, αφού αυτή τη στιγμή δεν είναι σπουδαίο το μέρος
αυτό της Θείας Λειτουργίας. Ησαν τα Πληρωτικά μετά την Μεγάλη
Είσοδο. Στη Θεία Λειτουργία όμως, έχουμε τονίσει αυτό
επανειλλημένες φορές, δεν υπάρχουν μεγάλες και μικρές στιγμές.
Ολες οι στιγμές είναι σπουδαίες. Και αυτό φαίνεται από την
ανάλυση που κάνουμε. Κάθε λόγος και ευλογία και κάθε κίνησις και
θέσις του Λειτουργού Ιερέως μέσα στη Θεία Λατρεία έχει την
ανυπέρβλητη σπουδαιότητά της. Η αξία της κάθε στιγμής της Θείας
Λειτουργίας είναι ειδική και ουράνια. Πήγε λοιπόν ο μοναχός,
πήρε τη σκούπα και άρχισε να σκουπίζει εκείνη την ώρα. Από μέσα
του νοερά έλεγε την ευχούλα, το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με",
και με τα μάτια του παρακολουθούσε πότε πότε τις εκφωνήσεις των
ειρηνικών. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και όπως έστρεψε το βλέμμα
του ψηλά βλέπει ξαφνικά να ανοίγουν οι τρούλοι της Εκκλησίας
όπως είναι οι ρωσικοί Ναοί και να παρουσιάζεται μπροστά του η
θριαμβεύουσα Εκκλησία σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Φοβερή ήταν
όντως η εικόνα. Στο κέντρο υπήρχε μια μεγάλη τράπεζα όσο και ο
ουρανός και μπροστά από αυτήν τρεις Αρχιερείς ήσαν γονατιστοί.
Αυτούς τους τρεις Αρχιερείς τους περιέβαλλαν και άλλοι και άλλοι
και άλλοι και αυτούς πλήθος Ιερέων και Διακόνων. Δεξιά και
αριστερά ίσταντο αγγελικές χωρωδίες με απερίγραπτη απαστράπτουσα
ομορφιά. Η δόξα και το φως ανέκφραστα. Οι μελίρρυτες και
ακατάληπτες μελωδίες των παρισταμένων Ταξιαρχιών τον γέμισαν από
θεία μακαριότητα και ευφροσύνη. Ετελείτο τροπον τινά η ουράνιος
Θεία Λατρεία σε μια όμως παράξενη μορφή που έμοιαζε με την
επίγεια Θεία Λειτουργία και ετελείτο ολόκληρη. Την τελούσαν
άγιοι Ιεράρχες, Ιεράρχες σαν τον Μέγα Βασίλειο, τον Αγιο
Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον Αγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, - τρεις -
σαν τον Μέγα Αθανάσιο, τον Μέγα Φώτιο και τον Αγιο Γρηγόριο τον
Παλαμά, - τρεις - σαν τον Αγιο Νικόλαο, τον Αγιο Σπυρίδωνα, τον
Αγιο Νεκτάριο, - τρεις -. Εστάθη ο μοναχός ακίνητος,
μαρμαρωμένος σαν κολώνα μέχρι που τελείωσε η Θεία Λειτουργία.
Αλλά και εκεί στον ουράνιο Ναό της Θριαμβεύουσας Εκκλησίας, της
Ανω Ιερουσαλήμ, και εκεί κοινώνησαν και κοινωνούν. Κοινωνούν
αδιαλείπτως από τη δόξα και το άκτιστον τριαδικό φως, από την
αμβροσία της θείας μακαριότητος, από το ποτήριον των απορρήτων
Μυστηρίων. Φεύγοντας οι μοναχοί από την Εκκλησία τον είδαν
ακίνητο και μαρμαρωμένο το μοναχό. Ηταν σα στήλη άλατος,
μουσκεμένος από τα δάκρυα, κυριολεκτικά μουσκεμένος. Ολα τα ράσα
του, τα πάντα ήταν μούσκεμα σαν να είχε βγει από βροχή.
Στράγγιζαν τα ράσα του λέει από τους ποταμούς των δακρύων. Τον
πήραν λοιπόν με πολλή προσοχή και τον μετέφεραν απαλά απαλά στο
κελλάκι του. Και εκεί μέσα έμεινε ώρες πολλές σα χαμένος,
τελείως εκστατικός, θαμπωμένος από τη θεία αποκάλυψη. Οταν
συνήλθε ήρθε και ο Πνευματικός του. Τον συνέφερε από τα δάκρυα
και κατόπιν πήγαν μαζί στον Ηγούμενο της μονής, όπου και
διηγήθηκε με δέος και ταπείνωση πολλή το εξαίσιον και θείον
όραμά του. Ισως να ήταν ο Αγιος Σαμψών ο στάρετς όταν πρωτομπήκε
φαίνεται νεαρός δόκιμος μοναχός στο μοναστήρι. Πιθανόν, δεν το
λέει αλλά τέτοια υποψία υπάρχει.

****************************************

57A Περιστέρι πάνω από τα Τίμια Δώρα

Από τις σημειώσεις που βρήκα τώρα τελευταία μου διηγείτο ο
παπα-Κυριάκος από το Τσατσιφλίκ της Δράμας ότι προ του 1920 είχε
γνωρίσει ένα Ιερέα ο οποίος δεν έκαμε τον καθαγιασμό των Τιμίων
Δώρων εάν προηγουμένως δεν ήρχετο ένα λευκότατο αστραφτερό
περιστέρι λουσμένο μέσα σε άπλετο λευκό φως να στέκεται ακίνητο
πάνω σε αυτά, τα Τίμια Δώρα. Και μετά τον καθαγιασμό για λίγες
στιγμές να αστράφτει ολόκληρο το Αγιον Βήμα και το περιστέρι να
εξαφανίζεται. Κάποτε δεν ήλθε το περιστέρι. Και εκείνος
περίμενε. Και μαζί του περίμενε όλο το χωριό, 1920 μιλάμε, γιατί
ήταν Χριστούγεννα. Η ώρα περνούσε και ο ευλαβής εκείνος Ιερεύς
δεν έλεγε να κάμει τη μεταβολή, διότι δεν ήξερε άλλον τρόπο.
Αυτό γνώριζε, αυτό ζούσε. Κάθε φορά που ήταν να γίνει η μεταβολή
και ο καθαγιασμός των Τιμίων Δώρων ήρχετο το πανάλευκο αυτό
περιστέρι. Και άρχισε να κλαίει. Την ευχή του να έχουμε από τους
Ουρανούς και τις πρεσβείες του. Τότε βγαίνει λοιπόν στο
εκκλησίασμα και τους λέει: - Το Αγιον Πνεύμα δεν κατεβαίνει. Το
περιστέρι δεν ήρθε. Συγχωρέστε με, συγχωριανοί μου, είμαι
αμαρτωλός. Συγχωρέστε με, συγχωρέστε με. Εγώ θα καθήσω εδώ να
περιμένω μέχρι που να έρθει. Εσείς τι θα κάνετε; Τι θα κάνει το
χωριό, θα 'φευγε; Εκατσε και εκείνο και περίμενε. Αλλά μόλις
τελείωσε βλέπει ξαφνικά το περιστέρι να κατεβαίνει σαν αστραπή
από τον τρούλο της Εκκλησίας και να στέκεται όπως πάντα πάνω από
τα Τίμια Δώρα, όλο φως και όλο δόξα. Και εκείνος ο παππούλης
είπε: - Ηρθε. Και γύρισε απλά και έκαμε τον καθαγιασμό και
συνέχισε τη χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία.

*******************************************

57Β Ο παπα-Δανιήλ

Χριστιανοί μου, πολλές δωρεές, πολλές ευλογίες και πλούσια
Τριαδικά χαρίσματα ελάμβανε κάθε μέρα, στην καθημερινή του Θεία
Λειτουργία, ο παπα-Δανιήλ ο ησυχαστής στο Αγιον Ορος. Αυτός
λειτουργούσε κάθε μέρα ακόμα και τη Μεγάλη Σαρακοστή επί 60
ολόκληρα χρόνια. Πολλά είχα ακούσει για αυτόν τον ασκητή
Λειτουργόν του Υψίστου. Ητο επίγειος Αγγελος και αγγελικά μαζί
με τους Αγγέλους λειτουργούσε. Ο Πνευματικός μου παππούς, γέρων
Ιωσήφ ο Σπηλιώτης και ησυχαστής, μαζί με τον παραδελφό του,
Γέροντα Αρσένιο, οδοιπορούσαν επί ώρες για να τον βλέπουν και να
τον απολαμβάνουν λειτουργούντα. Τίποτα άλλο δεν ήθελαν, μόνον να
τον βλέπουν λειτουργούντα. Ησύχαζε και λειτουργούσε στη σπηλιά
του Αγίου Πέτρου του Αθωνίτου. Για αυτόν γράφουν και λένε οι
Πνευματικοί Πατέρες οι Αγιορείτες ότι ήτο λειτουργικόν πνεύμα
και μια πυρός φλοξ, σύμφωνα με το ψαλμικόν: "Ο ποιών τους
Αγγέλους Αυτού πνεύματα και τους Λειτουργούς Αυτού πυρός φλόγα",
από τον 103 Ψαλμό. Οσοι είχαν παρακολουθήσει έστω και μία Θεία
Λειτουργία του παπα-Δανιήλ ομολογούσαν ότι ήταν πραγματική
μυσταγωγία, μια κατάβασις της ουράνιας λατρείας κάτω στη γη εκεί
στη σπηλιά όπου λειτουργούσε ο παπα-Δανιήλ αλλά συγχρόνως και
μια πραγματική ανάβασις του επι γης θυσιαστηρίου στην ουράνια
λατρεία, στο ουράνιον θυσιαστήριον της Ανω Ιερουσαλήμ. Και για
να έχει η Λειτουργία του μεγαλύτερο μάκρος τελούσε κάθε μέρα τη
Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, που ως γνωστόν την τελούμε
μόνον 10 φορές το χρόνο. Εδιάβαζε τις Ευχές αργά αργά και με
νόημα, με πολλή κατάνυξη. Δεν εβιάζετο καθόλου. Από ποιον να
βιαστεί και γιατί; Ολη νύχτα και κάθε νύχτα ήταν δική του.
Ησυχαστής ήταν. Ποιες θα ήταν οι εργασίες του τη μέρα; Μόνον
προσευχή και Λειτουργία. Με την κατάνυξη ήρχοντο άφθονα, ήρεμα
και γλυκύτατα δάκρυα, τα γλυκύρροα όπως τα λένε οι νηπτικοί
Πατέρες. Από την ευφροσύνη της κατανύξεως και των πολλών δακρύων
σταματούσε τις εκφωνήσεις και το διάβασμα των Ευχών. Τόση δε
ήταν η κατάνυξίς του ώστε δεν έλεγε "Δι' ευχών" εάν δεν εγίνετο
το χωματένιο δάπεδο της θεόκτιστης σπηλιάς λάσπη από τα δάκρυα.
Για 60 ολόκληρα χρόνια λειτουργούσε κάθε μέρα αδιαλείπτως χωρίς
κανένα κενό, ούτε ένα. Μετά το πέρας της τελευταίας Θείας
Λειτουργίας, όταν απεσύρθη για να ησυχάσει - είχε αυτή την αγία
συνήθεια να αποσύρεται για μια-δυο ώρες και να απολαμβάνει το
μεγαλείο των θείων δωρεών που ελάμβανε στη Θεία Λειτουργία -
εκοιμήθη. Κάθε του Θεία Λειτουργία διαρκούσε ώρες πολλές.
Μακάριες οι στιγμές και οι ώρες που ηρπάζετο ο νους του
παπα-Δανιήλ στην ουράνια λατρεία και εκεί με τις δεήσεις του και
με τις παρακλήσεις του τις γεμάτες κλαυθμούς και δάκρυα γέμιζε
την κτίσιν του Θεού - τι λένε οι Πατέρες για αυτόν - με
παραδεισένια ομορφιά αλλά και τους κλονισμένους χριστιανούς στον
κόσμο στερέωνε, τους αδυνάτους δυνάμωνε, τους εσκοτισμένους
φώτιζε, τους θλιμμένους και πονεμένους παρηγορούσε, τους
μοναχούς προστάτευε, τους αγωνιζομένους πιστούς θωράκιζε. Και
με το πλήθος αυτό των καθημερινών του δακρύων και κλαυθμών
άνοιγε δρόμους σωτηρίας για μας τους αμαρτωλούς. Ηταν ένας από
εκείνους τους λίγους της κάθε γενιάς που αγγελομόρφωνε τον
κόσμο. Είναι φράσεις των Πατέρων για τον παπα-Δανιήλ. Η χάρις
του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός
και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είοι με τα πάντων ημών.
Πιστεύω όταν θα το 'λεγε αυτό όλη η ευλογία η τριαδική αυτή του
Θεού θα περνούσε από τα χέρια του σε όλον τον κόσμο.

***************************

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 1994

56 Η Θεία Λειτουργία. Προοίμιον τής αγίας αναφοράς. Μερος 1ον. Στώμεν καλώς

****************************

56Α Φωτιές από το Αγιο Ποτήριο

Το 1950 ή 51 δεν θυμάμαι ακριβώς, πήγαμε με τα κατηχητικά
σχολεία της Δράμας στο Μπράβι Καβάλας, τη σημερινή
Ελευθερούπολη, επί τη λήξη των κατηχητικών σχολείων. Το
απογευματάκι κάναμε μια εκδήλωση εκεί με τραγούδια, τοπικούς
χορούς, με χριστιανικά σκετς και άλλα πολλά. Εγώ δεν ελάμβανα
μέρος και κάθισα εκεί κάπου κοντά μαζί με κάτι παππούληδες. Με
τραβούσε το ράσο λιγάκι και κάθισα κοντά τους. Παρακολουθούσαν
εκεί όλο το χωριό τις εκδηλώσεις. Και σε μια στιγμή λέει ο
Ιερεύς γυρίζοντας σε μένα: - Δεν θα ήταν πιο καλύτερα να
μαζεύαμε όλους αυτούς τους νέους και είστε τόσοι πολλοί - και
πράγματι ήμασταν πολλοί, μπορεί να ήμασταν και 500, όλα νέα
παιδιά - και να λέγαμε κάτι από τη Θεία Λειτουργία; Γιατί
συμβαίνουν τόσα φοβερά εκεί μέσα και οι χριστιανοί μας και οι
πιστοί μας δεν τα γνωρίζουν. - Εχεις δίκιο, λέω, παππούλη,
γιατί τέτοια πράγματα λέει και ο γέροντας από τη Σίψα. - Α, μου
λέει, τον ξέρεις; - Τον ξέρω. Για πες μου τίποτα από αυτά και
άστους αυτούς να τραγουδούν. Πού είσαι εδώ στο Μπράβι; - Οχι,
είμαι στη Νικίσιανη. Το βρήκα γραμμένο πριν από τις γιορτές και
είπα να σας το πω σήμερα αυτό. Κάποτε, λέει, έβλεπα μέσα σε
όλες τις Ακολουθίες και ειδικότερα στη Θεία Μετάληψη και στη
Θεία Λειτουργία, στις ευχές ότι ο Θεός είναι πυρ καταναλίσκον
και αλοίμονο σε αυτούς που κοινωνούν αναξίως. Καταφλέγει τους
πάντας. Ενώ στον άξιο καίει την αμαρτία και καταφλέγει το
διάβολο. Και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς είναι δυνατόν ο Θεός
να είναι φωτιά και τον μεν άξιο να φωτίζει, να χαϊδεύει, τον δε
ανάξιο να κατακαίει. Δεν μπορούσα να το καταλάβω αυτό και το
είχα για πολύν καιρό απορία. Σε μια Λειτουργία, μετά τον
καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων - τώρα πέρασαν και χρόνια δεν
θυμάμαι πώς ακριβώς μου τα έλεγε και με τον δικό του τρόπο τον
απλό, πατήρ Ιωάννης, έτσι λεγόταν, έχει κοιμηθεί τώρα - βλέπω,
λέει, ξαφνικά, όταν σηκώθηκα γιατί ήταν καθημερινή από το Αγιο
Ποτήριον να βγαίνουν φωτιές, μετά τον Καθαγιασμό των Τιμίων
Δώρων. Τρόμαξα, λέει και εγώ, γούρλωσα τα μάτια μου, και έλεγα:
"Θεέ μου, πάρτο τώρα αυτό από εδώ γιατί πώς θα κοινωνήσω
ύστερα;". Και σταμάτησα τη Θεία Λειτουργία και δεν είπα τίποτε
άλλο παρακάτω μέχρι που να φύγει αυτό. Και τελικά εδέησε ο καλός
Θεός να το πάρει. Από τότε λέει τι να πω; Δεν θα ήταν πιο
ωφέλιμη αυτή η ιστορία από όλα όσα γίνονται εδώ; Εσείς τι λέτε
δεν θα ήταν πιο ωφέλιμα από τα τραγουδάκια και τα σκετσάκια;

**********************************************

56A Φλόγα μέσα από το Αγιον Ποτήριο

Ενα παρόμοιο γεγονός το διηγείται ο στάρετς Σαμψών της Ρωσίας,
που εκοιμήθη μάλιστα οσιακώς πρόσφατα το 1979. Κάποτε κάποιος
απλός Ιερομόναχος λειτουργούσε, γράφει. Και στο "Πρόσχωμεν τα
Αγια τοις Αγίοις", καθ' ω χρόνο σήκωσε τον Αμνό, το Σώμα του
Κυρίου ψηλά και σταυροειδώς πάνω από το Αγιον Δισκάριο, βλέπει
ξαφνικά να αναπηδά από το Αγιον Ποτήριο μια φλόγα, φλόγα λευκής
φωτιάς. Δεν κατέβηκε η φλόγα από πάνω προς τα κάτω αλλά
αναπήδησε μέσα από το Αγιον Ποτήριο. Ηταν τόση η έκπληξη, ο
θαυμασμός και το δέος που τον κατέλαβε ώστε δεν μπορούσε να
κάνει την ένωση, δηλαδή να βάλει το Σώμα μέσα στο Αγιον Ποτήριο.
Το παρακολουθούσε βουβός από το δέος με αίσθημα πλήρους
ταπεινώσεως και συντριβής μέχρι που αυτό εξαλείφθηκε. Μάλιστα,
λέει, ο στάρετς Σαμψών, αυτό συνέβη στις πονηρές ημέρες μας,
στην εποχή της αποστασίας, σε έναν απλό και τυχαίο Λειτουργό της
Ορθοδόξου Εκκλησίας.

**********************************************

56A Φλόγα όταν η Θεία Κοινωνία έπεσε κάτω

Εγώ όμως έχω να προσθέσω και ένα τρίτο γεγονός, σχεδόν παρόμοιο,
που συνέβη το Δεκέμβριο που μας πέρασε. Σε ένα Ναό του Αγίου
Νικολάου που πανηγύριζε σε μια γειτονική μας Μητρόπολη, στις
6-12-1993, εκκλησιάστηκε κάποιος χριστιανός. Πολύς ο κόσμος, οι
άγιοι επίτροποι : "Περάστε μπροστά, περάστε μπροστά", βρέθηκε
λοιπόν εδώ μπροστά, στο σολέα. Μετά το κήρυγμα βγήκε ο
Αρχιερεύς, είπε "Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε"
και ένας Ιερεύς μαζί με έναν Διάκονο άρχισαν να κοινωνούν τους
πιστούς. Αλλά ο συνωστισμός πολύς, αταξία μεγάλη και μέσα στα
σπρωξίματα φαίνεται κάποιος χτύπησε το χέρι του Ιερέως και έπεσε
η Θεία Μετάληψις κάτω. Απομάκρυναν λοιπόν αμέσως τον κόσμο και ο
χριστιανός είδε. Τι είδε ο χριστιανός αυτός; Είδε ακριβώς εδώ
στο σολέα, όπου έπεσε η Θεία Κοινωνία να αναπηδά μια λευκή
φλόγα, όχι λέει σαν τις φλόγες που ξέρουμε. Αυτή ήταν άσπρη και
κυματιστή. Ετσι κινείται και η φλόγα. Ηθελα να του πω μήπως
έριξαν οινόπνευμα. Μου λέει "Στάσου, μη βιάζεσαι, άσε με να
τελειώσω". Και μπαίνει μέσα ο Ιερεύς και ο Διάκονος, αφήνουν το
Αγιο Ποτήριο πάνω στην Αγία Τράπεζα, έρχεται ο Ιερεύς έξω και
γονατίζει και σκύβει και άρχισε λέει να ρουφά - αυτό έβλεπε - τη
φλόγα. Αφού την κατάπιε ολόκληρη εξαφανίστηκε. Υστερα έρχεται
λέει ο Διάκος και ρίχνει με ένα μπουκαλάκι οινόπνευμα και με
σπίρτα, ρίχνει επάνω στο τσιμέντο, στο πλακάκι, τι ήταν εκεί,
οινόπνευμα, άναψε και ένα σπίρτο και άρχισε να καίγεται. Αυτή η
φλόγα όμως ήταν διαφορετική από την άλλη. Συγκλονίστηκε από αυτό
το γεγονός που είδε, από το πρώτο, όχι το δεύτερο, το δεύτερο
ήταν κάτι υλικό και πραγματικό. Μέρα νύχτα εβασανίζετο από αυτό
που αντίκρυσαν τα μάτια του, μέρα νύχτα. Μέσα του έγινε ένας
πραγματικός σεισμός. Και από εκείνη τη στιγμή και ύστερα είπε
πρέπει να πάω να εξομολογηθώ. Ουδέποτε είχε πάει σε Πνευματικό
και σε εξομολόγηση. Και είχε 40 χρόνια να κοινωνήσει. Ετσι μια
εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα βρέθηκε μπροστά στο Πετραχείλι και
όπως μου το διηγήθηκε σας το ανέφερα, βέβαια με την άδειά του
και ανώνυμα.

*******************************************

56Β Ο Αγιος Ιάκωβος ο Νεομάρτυς

Γύρω στο 1520, χριστιανοί μου, ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ένας
έμπορος ονόματι Ιάκωβος. Ηταν χριστιανός αλλά η πόρτα της
Εκκλησίας δεν τον ήξερε. Την περνούσε μόνο δυο τρεις φορές το
χρόνο και πώς να θυμόταν η πόρτα της Εκκλησίας ποιος ήταν ο
Ιάκωβος. Οσο δε για την πόρτα του Πνευματικού αυτή δεν την είχε
δει ποτέ. Σήμερα θα λέγαμε χριστιανός της ταυτότητας ΧΟ. Κάποια
μέρα λοιπόν ξαφνιάστηκε όταν άκουσε έναν φίλο του Τούρκο να
θαυμάζει την πίστη των χριστιανών. Τι του είπε; - Είχα τη
γυναίκα μου άρρωστη. Και αφού δεν είδα κανένα καλό από όλους
τους δικούς μας γιατρούς πήγα να τη διαβάσει ο δικός σας ο
Πατριάρχης ο Νήφων. Τελείωνε εκείνο το πρωινό η Εκκλησία σας
και φώναξα εκεί στην πόρτα και λίγο πιο μέσα τον Πατριάρχη. Ηρθε
ντυμένος όπως ήταν, με τα παράξενα εκείνα ρούχα που φορούσε,
εννοούσε βέβαια τα άμφια, και άρχισε να διαβάζει την άρρωστη
γυναίκα μου. Μόλις άρχισε το διάβασμα ο Πατριάρχης ξαφνικά
άνοιξε ο τρούλος της Εκκλησιάς σας και ξεχύθηκε ένα φως πολύ
δυνατό από τον ουρανό προς τα κάτω. Και δεν το είδα μόνον εγώ
αλλά το είδαν και οι σκλάβοι μου, οι υπηρέτες μου και τρόμαξαν.
Αυτό το ουράνιο φως σκέπασε τον Πατριάρχη και τη γυναίκα μου τη
Φατμέ, φωτίζοντας συγχρόνως πολύ παράξενα και όλη την Εκκλησία.
Και η γυναίκα μου η Φατμέ σηκώθηκε, έγινε καλά. Γι' αυτό σου λέω
ότι έχετε σπουδαία πίστη σεις οι Ρωμιοί, οι χριστιανοί. Τα
λόγια αυτά συγκλόνισαν τον Ιάκωβο, ένιωσε σαν να ξυπνάει από
όνειρο. Μαχαίρια του τρύπησαν την καρδιά. Ανοιξε ο νους του,
φωτίστηκε. Κατάλαβε πολύ καλά τι πολύτιμος θησαυρός ήτο η
ορθόδοξος πίστις του. Κατενύχθη, δάκρυσε, ντράπηκε. Και ντράπηκε
που ένας Τούρκος είχε εκτιμήσει πολύ περισσότερο από αυτόν τη
χριστιανική του πίστη. Ντράπηκε πάρα πολύ. Οι πολλές δουλειές
και η πλεονεξία του τον κοίμιζαν ή μάλλον τον τύφλωναν και δεν
τον άφηναν να δει την ομορφιά, την αλήθεια και τη δύναμη της
χριστιανικής πίστεως. Η επομένη μέρα ήτο Κυριακή. Πηγαίνει
λοιπόν από τα χαράματα στην Εκκλησία, παρακολουθεί κλαίγοντας
τον Πατριάρχη Νήφωνα, τον μετέπειτα Αγιο της Εκκλησίας μας, τον
Αγιο Νήφωνα, να τελεί την αναίμακτη θυσία της Θείας Λειτουργίας.
Κι έφτασε η στιγμή της Αγίας Αναφοράς. Μετά το "Στώμεν καλώς"
του Διακόνου ακολουθεί η τριαδική ευλογία υπό του Πατριάρχου.
Και από τα χέρια του Αγίου Νήφωνος, όπως ευλογούσε τον λαό,
βλέπει να ξεπετάγονται ακτίνες και αστραπές θείου φωτός που
χτυπάνε τα στήθη των εκκλησιαζομένων χριστιανών. Μια ακτίνα
αυτού του ακαταλήπτου, φαντάζομαι ακτίστου, φωτός χτύπησε και τα
στήθη του Ιακώβου. Και τότε πλημμύρισε από ευτυχία, από
μακαριότητα, από θεία ευφροσύνη, από ανέκφραστη μέσα του γαλήνη.
Ούτε κατάλαβε πότε τελείωσε η Θεία Λειτουργία. Ηταν μόνος του
εκεί, είχαν φύγει όλοι και αυτός είχε μείνει μόνος του. Το ίδιο
απόγεμα ζήτησε τον Πατριάρχη και εξομολογήθηκε με πολλή συντριβή
και ειλικρίνεια. Τόσα χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και δεν είχε
πάρει είδηση ότι είχε δίπλα του έναν άγιο κληρικό, έναν έμπιστο
και σοφό θησαυροφύλακα του πλούτου της αγάπης του Θεού, έναν
πιστό αληθινό οικονόμο της θείας χάριτος. Μέχρι τώρα
εμπιστευόταν μονάχα τα λεφτά του. Μέσα σε μια μέρα όμως άλλαξε ο
Ιάκωβος. Μοίρασε ολόκληρη την περιουσία του στους φτωχούς,
300.000 χρυσά νομίσματα. Για την εποχή μας ξέρετε τι θα λέγαμε;
2 δισεκατομμύρια. Και έγινε μοναχός, καλόγηρος. Η δράσις του
κατόπιν, τα κηρύγματά του ήσαν φλογερά σαλπίσματα για να
ξυπνήσει το σκλαβωμένο γένος των Ορθοδόξων Ελλήνων. Αυτό δεν
άρεσε βέβαια στους κατακτητές, στους Τούρκους, τον συνέλαβαν και
ύστερα από μαρτύρια φρικτά τον απεκεφάλισαν. Ετσι ο Αγιος
Ιάκωβος ο Νεομάρτυς μαρτύρησε για τη δόξα του Χριστού από ένα
γεγονός που συνέβη σε έναν αλλόθρησκο, σε έναν αλλόπιστο, σε
έναν Τούρκο, το Νοέμβριο του 1520.

********************