Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 1994

61 Η Θεία Λειτουργία. Η Αγία Αναφορα. Μέρος 2ον. Ο Μυστικός Δείπνος καί η σύστασιςτής Θείας Ευχαριστίας

************************

61Α Καταγραφή στο βιβλίο της ζωής του πατρός Αβερκίου

Μια από τις διηγήσεις που είχα ακούσει στη Νέα Σκήτη του Αγίου
Ορους την περίοδο 62-65 είναι η εξής περίπου: Μεταξύ του 1900
και 1934 ζούσε ένας ευλαβής μοναχός εκεί στη Νέα Σκήτη ο Πατήρ
Αβέρκιος. Ηταν ασκητικός μοναχός, ελεήμων, εργατικός, απέριττος,
πράος, ειρηνικός. Στις αγρυπνίες, όταν γινόταν οι ολονύκτιες
στις μεγάλες γιορτές και τις Κυριακές, εκκλησιαζόταν πάντοτε στο
Κυριακόν, έτσι λέγεται ο κεντρικός Ναός μιας Σκήτης. Εστέκετο δε
κατά τη συνήθεια του στο πίσω μέρος του Ναού, εκεί στο Νάρθηκα,
στο τέλος, με πολύ πολύ ευλάβεια. Κάποτε σε μια αγρυπνία κάποιας
μεγάλης γιορτής, είχε τελειώσει η μεγάλη δοξολογία, διακόπτουν
εκεί μετά τη δοξολογία και διαβάζεται χύμα η 1η ώρα. Μετά την 1η
ώρα γίνεται Απόλυσις και εν συνεχεία ο Πρωτοπρεσβύτερος ή ο
Ηγούμενος της μονής βάζει "Ευλογημένη η Βασιλεία". Βλέπουν
λοιπόν ξαφνικά οι Πατέρες τον πατέρα Αβέρκιο να αφήνει το
στασίδι του από εκεί πίσω, να διασχίζει γρήγορα όλο το Ναό και
να φτάνει μπροστά στο Ιερό, να περνά έτσι μπροστά από την Ωραία
Πύλη όπως ήταν ανοιχτή και στάθηκε εκεί μπροστά στην Αγία
Τράπεζα. Μοναχός είπαμε ήταν, δεν ήταν Ιερεύς. Κατόπιν λοιπόν
τον βλέπουν να βάζει μια μετάνοια σε κάποιον που όμως αυτός δεν
εφαίνετο. Εβαζε σε κάποιον μετάνοια αλλά πού την έβαζε; Και
χαρούμενος να απαντάει: - Ναι, Δέσποτα, βλέπω, βλέπω. Αβέρκιος
μοναχός. Ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ. Μετά κάνει πάλι μια βαθειά
βαθειά μετάνοια, μαζί με μια κίνηση ότι φιλάει το χέρι και
περνώντας πάλι μέσα από την Ωραία Πύλη γύρισε και πήγε στη θέση
του. Οσοι πρόσεξαν αυτή τη συμπεριφορά του πατρός Αβερκίου
νόμισαν ότι κάτι πήγε να πει στον εφημέριο. Ο εφημέριος ήτο στην
Πρόθεση εκείνη τη στιγμή, είδε τη στιγμή που περιγράψαμε
προηγουμένως και θεώρησε τον πατέρα επιπόλαιο και από δήθεν
σαλότητα έκανε μερικά καμώματα εκεί. Την άλλη μέρα όμως ο
εφημέριος δεν ησύχασε. Πηγαίνει και βρίσκει στο φτωχικό καλυβάκι
του τον πατέρα Αβέρκιο και τον ρώτησε: - Τι έγινε εχθές, Πάτερ
μου; Πώς τόλμησες και μπήκες από την Ωραία Πύλη; Και με ποιον
μιλούσες; Εκπληκτος λοιπόν ο πατήρ Αβέρκιος απάντησε με
απλότητα: - Καλά, εσύ παπά μου, δεν έβλεπες το Δεσπότη που
στεκόταν τόσην ώρα στην Ωραία Πύλη και με φώναξε να πάω κοντά
του; Ρώτησε το όνομά μου και του το είπα. Κατόπιν το έγραψε
αυτός σε μια πλάκα που είναι μέσα στο Αγιο Βήμα και δεξιά, από
εκείνη την πλευρά δηλαδή, και μάλιστα μου το έδειξε και εγώ το
διάβασα "Αβέρκιος μοναχός". Δεν είπε τίποτε ο Ιερεύς. Γρήγορα
όμως αυτό έγινε γνωστό και όλοι οι Πατέρες τον ρωτούσαν και τον
ξαναρωτούσαν πώς έγινε, τι του είπε ο Δεσπότης και όλα τα άλλα.
Και ο γέρων Αβέρκιος τα διηγείτο όλα με κάθε λεπτομέρεια και
πάλι από την αρχή και πάλι από την αρχή. Απορούσε όμως ο απλός
και άκακος αυτός γέρων μοναχός γιατί τον ρωτούσαν συνέχεια οι
αδελφοί αφού όλοι τους θα έπρεπε να είχαν δει, όπως πίστευε
άλλωστε, τη δική του εκστατική θεωρία. Επίστευσε τελικά ότι ήτο
θεία ενέργεια διότι πλάκα και μάλιστα μαρμάρινη δεν υπήρχε μέσα
στο Ιερό και ούτε βρέθηκε ποτέ. Τι να ήτο άραγε; Ητο το ουράνιο
βιβλίο της αιωνίου ζωής όπου ο φιλάνθρωπος Κύριος και Δεσπότης
καταγράφει τους καθαρούς τη καρδία, τους σεσωσμένους, τους
αγωνιζομένους χριστιανούς που πεθαίνουν εν μετανοία. Γράφει τους
μάρτυρες, τους ομολογητάς, τους δικαίους, τους οσίους, τους
αγίους, άνδρες και γυναίκες. Τι θαυμάσιον μυστήριον! θα
μπορούσαμε να αναφωνήσουμε όλοι μαζί, τι εξαίσια, τι θεία
μεγαλοπρέπεια, αν σε κάποια Θεία Λειτουργία ο Δεσπότης Χριστός,
ο Σωτήρας και Λυτρωτής μας έβγαινε στην Ωραία Πύλη και μας
φώναζε τον καθένα από εμάς με το μικρό του όνομα και όταν θα
πλησιάζαμε κοντά Του, όχι για να γράψει το όνομά μας στα βιβλία
της αιωνίου ζωής, αλλά για να μας κλείσει στην αγκαλιά Του τη
θεία και να μας ανεβάσει μαζί Του κατόπιν στα υπερουράνια
σκηνώματα της θριαμβεύουσας Εκκλησίας. Αλλά και τώρα όμως κάθε
φορά που τελούμε τη Θεία Ευχαριστία μας προσφέρεται ο ίδιος μέσα
από το Αγιον Ποτήριον, Σώμα και Αίμα, εις άφεσιν αμαρτιών και
εις ζωήν αιώνιον.

***********************************************

61A Καλύτερα εδώ κάτω παρά στα χέρια σου

Μου έλεγε ένας Ιερεύς την περασμένη εβδομάδα ότι είχε ακούσει το
εξής φρικτό γεγονός, φρικτότατο: Ενας Λειτουργός μετά το
"Πρόσχωμεν τα Αγια τοις Αγίοις" ύψωσε τον Αρτο και άρχισε να
τεμαχίζει τον Αμνόν του Θεού αλλά βιαστικά και απρόσεχτα. Οπως
λοιπόν τον τεμάχιζε με νευρικές κινήσεις γιατί έκανε και ο
κόσμος θόρυβο πετάχτηκε ένας μεγάλος μαργαρίτης από το Πανάγιον
Σώμα του Κυρίου μας και του έπεσε κάτω μπροστά στην Αγία
Τράπεζα. Εσκυψε λοιπόν και άρχισε να ψάχνει για να το βρει τον
μαργαρίτη. Τελικά τον είδε και άπλωσε το χέρι του για να τον
πιάσει και να τον βάλει επάνω στον Αγιο Δίσκο. Ξαφνικά έντρομος
τι βλέπει; Τι βλέπει; Το κεφάλι του Κυρίου. Μάλιστα. Και του
μίλησε. Μάλιστα του μίλησε. Και τι του είπε λέτε; - Καλύτερα
εδώ κάτω παρά στα χέρια σου. Κοκκάλωσε και ακόμα λέει να
συνέλθει. Φοβερόν για όλους, για όλους εμάς τους Λειτουργούς του
Υψίστου και για μένα τον αμαρτωλό.

***********************************************

61Α Το θαύμα του Προφήτη Ηλία

Ο Ιερός Χρυσόστομος αναφέρει το εξής παράδειγμα. Το παράδειγμα
το παίρνει από τον Προφήτη Ηλία. Ο Προφήτης Ηλίας λοιπόν για να
αποδείξει στους βασιλείς στον Αχαάβ και στην Ιεζάβελ καθώς και
στους ειδωλολάτρες ότι ο Θεός που λατρεύει ο ίδιος ο Προφήτης
είναι αληθινός Θεός, κάλεσε το λαό στην κορυφή του όρους
Καρμίλου. Εκεί χτίστηκε ένα πρόχειρο θυσιαστήριο και οι
ειδωλολάτρες έσφαξαν τα μοσχάρια τους και τα έβαλαν πάνω σε
αυτό. Τους είπε λοιπόν τότε ο Προφήτης - Ορίστε. Προσευχηθείτε
στους θεούς σας να ανάψει η φωτιά μόνη της για να γίνει η θυσία.
Αλλά μέχρι το απόγευμα προσεύχονταν, 10 ώρες, φώναζαν, τσίριζαν,
φωτιά δεν άναψε. Κατόπιν λοιπόν ο Προφήτης Ηλίας πήρε το δικό
του το μοσχάρι, το 'βαλε πάνω στο θυσιαστήριο, το βρέχει με πολύ
νερό, βρέχει τις πέτρες, βρέχει το θυσιαστήριο, κάνει ένα αυλάκι
γύρω γύρω, το γεμίζει νερό το αυλάκι αυτό. Και ο λαός βέβαια
στεκόταν εκστατικός και περίμεναν να δουν τι θα γίνει. Γονατίζει
λοιπόν ο Προφήτης Ηλίας και παρακαλά τον Θεό πολύ σύντομα, μια
πολύ μικρή προσευχή έκανε, να ρίξει ο Θεός φωτιά από τον ουρανό
και να καεί το σφάγιον για να γίνει η θυσία. Και αμέσως λοιπόν
πέφτει πυρ εξ ουρανού και καίγεται το σφάγιο. Και ήταν τόσο
δραστική η φωτιά ώστε έκαψε ακόμα και αυτές τις πέτρες που ήταν
γύρω και τα νερά σκορπίστηκαν. Ο λαός βέβαια είδε το θαύμα και
πίστεψε. Και είπε ότι ο Θεός που πιστεύει ο Προφήτης Ηλίας είναι
ο αληθινός Θεός. Αυτό το θαύμα περιγράφεται στο βιβλίο Γ'
Βασιλειών, στην Παλαιά Διαθήκη, στο 17ο κεφάλαιο. Παρά ταύτα
όμως λέγει ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος το θαύμα αυτό είναι
μικρό αν το συγκρίνουμε με το θαύμα που τελεί ο Ιερεύς κάθε φορά
που γίνεται η Θεία Λειτουργία. Ο Ιερέας παρακαλεί να έρθει όχι
μια φωτιά σαν εκείνη τη φωτιά που ήρθε στο θυσιαστήριον του
Προφήτου Ηλία αλλά να έρθει το Αγιον Πνεύμα, να συντελεστεί η
θυσία πάνω στην Αγία Τράπεζα αλλά και μέσα στις καρδιές των
ανθρώπων να πυρπολήσει τα πάθη, να κάψει τις αμαρτωλές σκέψεις
και να φωτίσει με τη Θεία Χάρη το νου.

********************************************

61Β Εκανε τη γυναίκα του να ξεράσει τη Θεία Κοινωνία

Στην αρχαία Τάδα της Κύπρου υπήρχε τα παλιά χρόνια, γύρω στον 6ο
αιώνα, ένα μοναστήρι ανδρικό. Εκεί μεταξύ των μοναχών υπήρχε και
κάποιος με το όνομα Ισίδωρος. Αυτός μέρα νύχτα έκλαιγε. Στη δε
Θεία Λειτουργία χτυπούσε διαρκώς το στήθος του. Τα αναφιλητά, οι
στεναγμοί, τα βογγητά και τα κλάμματά του ήσαν ασταμάτητα.
Κάποτε πέρασαν από το μοναστήρι δυο τρεις εκλεκτοί Ιερείς από τα
Ιεροσόλυμα. Βλέποντας την ακατανόητη γι' αυτούς συμπεριφορά του
θέλησαν να τον παρηγορήσουν, να μετριάσουν κάπως τη θλίψη του.
Αλλά εις μάτην. Εκείνος διαρκώς φώναζε: - Είμαι ένας καταραμένος
αμαρτωλός. Κανένας άνθρωπος από του Αδάμ μέχρι σήμερα δεν
αμάρτησε όσο και εγώ. Και οι Ιερείς του είπαν: - Δίκιο έχεις,
αββά, μοναχέ μου, Πατέρα μου, μα καθώς ξέρουμε όλοι μας ο μόνος
αναμάρτητος είναι ο Κύριος. Επομένως τι κάνεις έτσι; Εχει ο
Θεός. Ο Θεός είναι φιλάνθρωπος, ελεήμων, εύσπλαχνος. Μην κάνεις
έτσι. Τίποτα εκείνος. - Εγώ είμαι καταραμένος αμαρτωλός. Και
για να μη νομίσετε ότι άδικα αυτοκατηγορούμαι θα σας πω τη
φοβερή μου πτώση, την ανεπανόρθωτη αμαρτία. Στον κόσμο λοιπόν
ήμουν παντρεμένος αλλά χωρίς παιδιά. Δυστυχώς είχα παρασυρθεί
από τους αιρετικούς του Σεβήρου και δεν πίστευα στην θεανθρώπινη
φύση του Κυρίου μας και πολύ περισσότερο στη Θεία Κοινωνία. Ενα
πρωινό γύρισα ξαφνικά από την εργασία μου και στο σπίτι δεν
βρήκα τη γυναίκα μου. Σε λίγο λοιπόν έρχεται εκείνη
καταχαρούμενη. Ελαμπε ολόκληρη. Και αμέσως της φωνάζω: - Μήπως
κοινώνησες, μωρή; της λέω. Από τη στάση της κατάλαβα ότι είχε
κοινωνήσει διότι εκείνη δεν με ακολουθούσε στην πλάνη. Σα
μανιακός λοιπόν την άρπαξα από το λαιμό και άρχισα να τον πιέζω.
Οταν άνοιξε το στόμα της πάτησα και τη γλώσσα της και ύστερα με
το γόνατο την κοιλιά της μέχρι που έκανε εμετό. Και τότε, τότε
είδα τη Θεία Κοινωνία να ακτινοβολεί μέσα στα ξεράσματα σα
διαμάντι. Ενας μικρός ήλιος μπροστά μου. Και όμως εγώ δεν
συνήλθα, άρπαξα την Αγία μερίδα, το διαμάντι του ουρανού και το
πέταξα από το παράθυρο έξω στις λάσπες. Αφού πέρασαν δυο τρεις
ημέρες νά σου ξαφνικά εκεί παρουσιάζεται μπροστά μου ένας
απαίσιος και συγχρόνως αξιοθρήνητος αράπης, ντυμένος με κουρέλια
και μου λέει: - Εσύ κι εγώ, κακομοίρη μου, είμαστε για την ίδια
κόλαση. Εγώ τρομαγμένος τότε τον ρώτησα: - Και συ ποιος είσαι;
- Εγώ είμαι ο δούλος που ράπισα τον Χριστό μπροστά στους
Αρχιερείς των Ιουδαίων. Ο,τι εράπισα εγώ, εσύ το ξέρασες. Και
εξαφανίστηκε. Λιποθύμησα από την τρομάρα μου. Συνήλθα,
ομολόγησα την πράξη μου. Αρνήθηκα την αίρεση του Σεβήρου και
μαζί με τη γυναίκα μου γίναμε μοναχοί. Εγώ ήρθα εδώ και από τότε
κάθε μέρα, θρηνώ και οδύρομαι. Δεν μπορώ να σταματήσω τα
κλάμματά μου, δεν μπορώ. Είμαι καταραμένος αμαρτωλός. Κάντε μου,
Πατέρες, λίγη προσευχή. Εδώ τελειώνει η διήγησις. Μάλιστα,
ό,τι εγώ ράπισα εσύ το ξέρασες. Δηλαδή το ίδιον δεσποτικόν Σώμα
του Κυρίου που ο αχάριστος εκείνος δούλος ράπισε, χαστούκισε, το
ίδιο αυτό Σώμα ξέρασε ο δυστυχισμένος αυτός μέσα από τα σπλάχνα
της γυναίκας του. Θυμάστε εκείνη τη βραδιά στο σπίτι του
Αρχιερέως. "Εάν κακώς ελάλησα μαρτύρησον περί του κακού. Ει δε
καλώς τι με δέρεις;". Τι με δέρεις; Μήπως και κάποιοι ορθόδοξοι
χριστιανοί με τις βλαστήμιες των Θείων ή με άλλες παραβάσεις των
αγίων ευαγγελικών εντολών μοιάζουν ή μιμούνται έναν από τους
δυο; Ο Θεός να φυλάξει. Αλλά και ο Θεός ως φιλάνθρωπος περιμένει
τη μετάνοια όλων μας.

***************************************

61Β Νεφέλη πάνω από τα κελλάκια των μοναχών

Και αυτό το μέγιστο θαύμα θαυμάτων της Αγίας Αναφοράς το έβλεπε
κατά τρόπον παράδοξον ο Πατήρ Αβέρκιος στη Νέα Σκήτη που
αναφέραμε προηγουμένως. Τι έβλεπε; Τις νύχτες ο Πατήρ Αβέρκιος
αγρυπνούσε προσευχόμενος με το κομποσχοινάκι του. Προς τα
ξημερώματα πολλές φορές έβλεπε να κατέρχεται από τον ουρανό μια
φωτεινή ακτινοβολούσα νεφέλη. Και σε όσα κελλάκια οι Πατέρες
λειτουργούσαν και πλησίαζε η Αγία Αναφορά η νεφέλη αυτή η
φωτεινή απλωνόταν αδιακρίτως σε όλους τους μικρούς και
απέριττους ναϊσκους και εκάθετο τρόπον τινά πάνω σε αυτούς. Και
τότε βέβαια ο Πατήρ Αβέρκιος εβυθίζετο περισσότερο στην
προσευχή.

*************************

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 1994

60 Η Θεία Λειτουργία. Η Αγία Αναφορα. Μέρος.1ον. Ο Επινίκιος ύμνος καί τό προοίμιον Τού Μυστικού Δείπνου

*************************

60Α Η λειτουργική ζωή του πατρός Ιλαρίωνος

Ο πατήρ Ιωακείμ ο Σπετσέρης διασώζει πολλά για τους μεγάλους
γεροντάδες του Αγίου Ορους. Μεταξύ αυτών αναφέρει και τον
παπα-Ιλαρίωνα, τον οποίο πολλές φορές είδε να τελεί το Μυστήριο
της Αγίας Λειτουργίας. Δεν ήξερε πώς να περιγράψει τις ουράνιες
και ανεκλάλητες καταστάσεις του μέσα στη Θεία Λατρεία. Και πώς
να μην είχε αγγελικές επισκέψεις αφού ήτο υποτακτικός του
περίφημου γέροντος του παπα-Σάββα του Πνευματικού. Ο παπα-Σάββας
ήταν γίγαντας στο πνευματικό του ανάστημα και ουρανοβάμων στη
Θεία Λειτουργία. Υπάρχει μία σειρά γύρω από τις αγιορείτικες
μορφές του πατρός Χερουβείμ, όποιος θέλει μπορεί να τις πάρει να
τις διαβάσει. Και γράφει λοιπόν ο πατήρ Ιωακείμ: Οταν
λειτουργούσε ο παπα-Ιλαρίων είτε μόνος του είτε μετά του
γέροντός του, του πατρός Σάββα, μετά την εκφώνηση "Τον επινίκιον
ύμνο άδοντα βοόντα και κραγότα και λέγοντα", καθόν χρόνον οι
ψάλτες μοναχοί έψελναν το "Αγιος Αγιος Αγιος Κύριος Σαβαώθ",
χτυπούσε το στήθος του και έκλαιγε με λυγμούς. Ποιος ξέρει τι να
έβλεπαν εκείνη τη στιγμή τα μάτια της ψυχής του! Οι Αγιορείτες
Πατέρες μας λένε ότι θα έπρεπε να βλέπει τις ουράνιες
Αρχαγγελικές δυνάμεις να λειτουργούν με δέος μπροστά στο
αιμόφυρτο και εσφαγμένο Αρνίον. Φαίνεται πως οι ουράνιες σκηνές
της άνωθεν Λατρείας και δόξης του Εσφαγμένου Αρνίου θα ήσαν τόσο
δυσπερίγραπτες ώστε μπροστά στην ιερή φρίκη που ζούσε δεν του
απέμενε τίποτε άλλο παρά να χτυπά το στήθος του και να
πλημμυρίζει από δάκρυα και κλαυθμούς. Μαζί με τις Αγγελικές
δυνάμεις εδονείτο ο παπα-Ιλαρίων από παραδεισένια λειτουργικά
ζωή και μεταμόρφωση. Απιαστα όλα αυτά για τα δικά μας φτωχά και
κοσμικά μυαλά που τα πάντα τα μετράμε με τη λογική μας. Σε αυτά
τα πλαίσια, γράφει ο πατήρ Χερουβείμ στις Αγιορείτικες μορφές,
εκινείτο η λειτουργική ζωή όχι μόνον του παπα-Σάββα του
Πνευματικού αλλά και του υποτακτικού του πατρός Ιλαρίωνος αλλά
και πολλών άλλων αγιορειτών Ιερέων, ζωή γεμάτη δάκρυα,
συγκλονισμούς, αγγελικά σκιρτήματα, εκστάσεις και θείες αρπαγές.
"Αξιον εστί" έψαλλε μαζί με τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ και τα
πολυόμματα Χερουβείμ "το Αρνίον το Εσφαγμένον, λαβείν την
δύναμιν και πλούτον και σοφίαν και ισχύν και τιμήν και δόξαν και
ευλογίαν", από το 5ο κεφ. της Αποκαλύψεως. Ο Εσταυρωμένος
Κύριος έτρεφε και τρέφει καθημερινά τους αξίους Λειτουργούς Του
με το Πανάγιον Σώμα Του και το Τίμιον Αίμα Του καθιστώντας τον
καθένα από αυτούς, όπως τονίζει ο Αγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος,
στους περίφημους Λόγους του, τον καθένα από αυτούς και ημάς όταν
κοινωνούμε οικοδόμον και γεωργόν, παράδεισον και ξύλον ζωής,
μαργαρίτην και στέφανον, παθητόν και απαθή, άνθρωπο και θεοειδή,
οίνον και ύδωρ ζον, πρόβατον και νυμφίον, πολεμιστήν και όπλον.
Αυτώ η δόξα και το κράτος και η τιμή εις τους αιώνας των αιώνων.

************************************************

60Α Ο παπα-Ιγνάτιος ο Πνευματικός

Πριν 80 περίπου χρόνια στη Σκήτη της μικράς Αγίας Αννης
λειτουργούσε ο παπα-Ιγνάτιος ο Πνευματικός ως προεξάρχων ανάμεσα
σε πολλούς συλλειτουργούντας Ιερείς μιας κάποιας πανηγυρικής
Θείας Λειτουργίας. Τι να έβλεπαν άραγε οι συλλειτουργοί του
Ιερείς; Τι να έβλεπαν; Ποιο φοβερό θέαμα αντίκρυζαν τα μάτια
τους και είχαν γουρλώσει; Ποιος φωτεινός Αγγελος πρόβαλε μπροστά
τους; Το πρόσωπο του παπα-Ιγνατίου ήταν αλλοιωμένο, ολοφώτεινο,
λαμπερό, δοξασμένο από θεϊκή χάρη και αστραφτερό σαν το πρόσωπο
Αρχαγγέλου. Πλησίαζε η φρικτή στιγμή της Αγίας Αναφοράς. Ολοι οι
Ιερείς και οι μοναχοί σε εκείνο το εκκλησάκι της ερήμου βίωσαν
κοντά στον λειτουργούντα και εξαστράπτοντα παπα-Ιγνάτιο τη δική
τους λειτουργική μεταμόρφωση με μπροστά τους είχαν έναν έμψυχο
ναό του αγίου Τριαδικού φωτός. Κάποτε άλλοτε ιδού τι συνέβη.
Κάποιος δόκιμος μοναχός τελειώνοντας τους Χαιρετισμούς μετά το
Απόδειπνο στράφηκε να πάρει την ευχή του Πατρός Ιγνατίου. Αλλά
τι ήταν αυτό που αντίκρυσε; Συγκλονίστηκε και άρχισε να τρέμει
μπροστά στην παράξενη λάμψη. Δονίστηκε από το ρίγος της
μεταμορφώσεως. Το πρόσωπο του Πατρός Ιγνατίου είχε καταυγαστεί
από Θαβώρειο δόξα στο Απόδειπνο. Αστραφτε και ελαμπροφορείτο σαν
πρόσωπο ουρανίου Αγγέλου. Τόσο πολύ ήταν το φως. Ποιος ξέρει
όμως πόσες και πόσες φορές ακόμη θα είχε αστράψει από υπερκόσμια
δόξα το πρόσωπο του αγίου Πνευματικού όταν τελούσε τη Θεία
Ευχαριστία! Τα δύο αυτά περιστατικά είναι παρμένα από τις
"Αγιορείτικες μορφές".

******************************************

60B Μωρό πάνω στην Αγία Τράπεζα

Το 1960 έκανε φοβερό κρύο. Τόσο φοβερό κρύο, όπως μου έλεγε ένας
Ιερεύς, που λειτούργησε με το παλτό του. Ηταν Σάββατο. Επρόκειτο
να γίνει κάποιο Μνημόσυνο αλλά λόγω της φοβερής παγωνιάς δεν
ήρθαν. Ο Ιερεύς ήταν μόνος του μαζί με τον καντηλανάφτη που
έκανε τον ψάλτη. Σε αυτές τις φοβερές στιγμές που αναλύουμε και
όταν θέλησε να πει "Τα σα εκ των σων", πριν από αυτό και με την
εκφώνηση "Πίετε εξ αυτού πάντες" έπρεπε ο ψάλτης να πει "Αμήν".
Δεν το είπε το "Αμήν". Είπε την ευχή που θα αναλύσουμε κατόπιν
και γύρισε να του πει να πει "Αμήν". Τον είδε που είχε έτσι
γύρει και το είπε εκείνος "Αμήν" και γύρισε προς το μέρος της
Αγίας Τραπέζης. Και τι βλέπει επάνω στην Αγία Τράπεζα; Ενα μωρό,
ένα βρέφος από την πλευρά του οποίου έτρεχε αίμα, αίμα, αίμα...
Μες στην παγωνιά ο παππούλης έγινε φούρνος από το δέος, από το
πυρ που ανέβλυζε μέσα του, από τη φωτιά που όλα γύρω του είχαν
πάρει. Και γονάτισε και δεν μπορούσε να ξαναατενίσει μέχρι που
να ξαναγίνουν τα Τίμια Δώρα σε αυτό που έχουν την εμφάνισή τους.
Είναι ο Χριστός, είναι ο Δεσπότης Κύριος, είναι ο Δεσπότης
Κύριος. Τον συνάντησα αυτόν τον παππούλη φέτος στο Αγιον Ορος.
Δεν μπορεί να ξεχάσει το γεγονός. Πέρασαν 30 τόσα χρόνια. Δεν
μπορεί να το ξεχάσει. Ζει και τρέμει και φοβάται και ξέρει ότι
μπροστά, αυτό που βλέπει, δεν είναι ψωμί, δεν είναι ψωμί. Μακάρι
να μπορούσαμε να το καταλάβουμε όλοι μας.

**********************

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 1994

59 Η Θεία Λειτουργία. Η Αγία Αναφορα. Μέρος.1ον. Η ευχαριστήριος ευχή καί ο επινίκιος ύμνος

*******************************

59Α Ο πατέρας Προκόπιος που ήθελε να μάθει να ψάλλει

Το 1960 είχα επισκεφθεί το Αγιον Ορος για δεύτερη φορά σε ένα
κελλί στην Αγία Αννα στον παπα-Σεραφείμ, δεν ζει τώρα. Μου έλεγε
για κάποιον χαρισματούχο γέροντα, εργάτη της νοεράς προσευχής,
τον οποίο έλεγαν Προκόπιο. Ο γέροντας αυτός είχε έναν πόθο πολύ
μεγάλο. Ηθελε να υμνεί και να δοξάζει τον Χριστό, την Υπεραγία
Θεοτόκο, τους Αγίους, τους Αγγέλους αλλά δεν μπορούσε. Εστερείτο
παντελώς μουσικών γνώσεων. Ηθελε να ψάλλει αλλά δεν τα
κατάφερνε. Ηταν τελείως φάλτσος. Από μουσικό αυτί μηδέν. Σαν το
δικό μου. Αντί για πρώτο ήχο, αυτοί που ξέρουν να ψάλλουν
ξέρουν, έψελνε πλάγιο του ογδόου. Κάποια μεγάλη γιορτή λοιπόν
επέστρεψε ολόλαμπρος και μακάριος στο κελλάκι του. Η Θεία
Μετάληψις και Κοινωνία τον έκανε να ακτινοβολεί από ευφροσύνη.
Ευχαριστούσε τον Κύριό του συνεχώς αλλά του έκανε πάλι ένα απλό
γλυκό παράπονο που δεν μπόρεσε πάλι να τον δοξολογήσει ψαλτικά.
Ο διάβολος εκμεταλλευόμενος ακόμη και αυτό το αθώο παραπονάκι
παρουσιάζεται ξαφνικά μπροστά του με παράξενη φορεσιά σαν
άριστος διδάσκαλος της εκκλησιαστικής βυζαντινής μουσικής. -
Εγώ, του λέει, είμαι δάσκαλος του Ουρανού και ήρθα να σε διδάξω
ουράνια μαθήματα εκκλησιαστικής μουσικής και μουσικής των
Αγγέλων. Μόνο που θέλω αμοιβή. - Τι αμοιβή; ρωτάει ο πατήρ
Προκόπιος. - Να, να πετάξεις αυτό που κρατάς στο χέρι σου. Και
του έδειξε το κομποσχοίνι με το οποίο επικαλούνταν αδιαλείπτως
το φοβερόν όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. - Α, του λέει ο
Προκόπιος, εσύ δεν είσαι καλός δάσκαλος, δαίμονας είσαι. Και
αμέσως τον σταυρώνει και με το κομποσχοίνι του. Οπότε σκάει ο
διάβολος αφήνοντας πίσω του δυσοσμία και καπνιά. Βλέποντας ο
γέροντας μοναχός το φοβερό αυτό φαινόμενο φεύγει από το κελλάκι
του και τρέχει αμέσως στο εκκλησάκι του και πέφτει στα γόνατα
δοξολογώντας και ευχαριστώντας τον Θεό που τον έσωσε από τη
φονική μανία και την πλάνη των δαιμόνων. Και τότε μυριάδες φωνές
Αγγέλων και Αρχαγγέλων άρχισαν να ψάλλουν μελίρρυτα και
γλυκόφθογγα. Ηταν τόση η ωραιότης των ψαλμών, τόση η ευφροσύνη
και η μακαριότης που τον πλημμύρισε που δεν άντεξε και
λιποθύμησε.

*************************************

59Α Μεταφορά από τη Δάφνη με βάρκα

Από τον Πατέρα Σεραφείμ τον Κάρσονα είχα ακούσει δυο διηγήσεις
την πρώτη με τον Πατέρα Προκόπιο και τη δεύτερη που θα σας πω
τώρα. Πρόκειται για έναν γέροντα μοναχό του οποίου το όνομα δεν
θυμάμαι. Σε πολύ γεροντική ηλικία πήρε τα εργόχειρά του και πήγε
στις Καρυές. Τα διέθεσε και με τα λεφτά που πήρε αγόρασε τα
απαραίτητα γι' αυτόν τρόφιμα ή άλλα είδη για τις ανάγκες του. Το
πρωί εκκλησιάστηκε στο Ναό του Πρωτάτου, κοινώνησε των Αχράντων
Μυστηρίων και ξεκίνησε για το δρόμο της επιστροφής. Στο δρόμο
ήταν όλος χαρά. Η ψυχή του από την πολλή προσευχή και από την
πρωινή Θεία Κοινωνία πετούσε στα ουράνια. Αλλά ήταν όμως πολύ
πολύ γεροντάκι και σήκωνε και ένα φορτίο σαράντα οκάδες. Και
έτσι πάρα πολύ σιγά όπως περπατούσε άργησε να φτάσει έγκαιρα στη
Δάφνη και έχασε τη βάρκα που έκανε δρομολόγιο μια φορά το μήνα.
Μια φορά το μήνα πήγαινε και ερχότανε. Στενοχωρέθηκε πάρα πολύ
και κάθησε σε μια ακρούλα στον ταρσανά κλαίγοντας. Πότε έκλαιγε
και πότε έκανε προσευχή. - Και τώρα, Παναγία μου, Πανάχραντος
Μητέρα, τι θα γίνει; Μόνος κατάμονος. Πρώτα πρώτα ήταν
γεροντάκι. Δεύτερον είχε μεγάλο φορτίο. Οι αποστάσεις μεγάλες.
Ερημιά γύρω. Υπήρχε όμως και ένας άλλος μεγάλος κίνδυνος ο
οποίος προήρχετο από τους φανατικούς Τούρκους χωρωφύλακες που
εκείνη την εποχή σκότωναν τους μοναχούς όταν τους έβρισκαν
μόνους. Και είχαν μάλιστα σκοτώσει αρκετούς. Ετσι λοιπόν στην
κατάσταση αυτή που ευρίσκετο περίμενε ποιος ξέρει δυο τρεις
πέντε ώρες. Ενώ βρισκόταν λοιπόν έτσι βλέπει ξαφνικά να
πλησιάζει μια βάρκα με δυο νέους. Βγήκαν από τη βάρκα, πήγαν
κοντά του και τον ρώτησαν γιατί ήταν πολύ στενοχωρημένος και
γιατί σχεδόν έκλαιγε. Αυτός τους είπε τι συνέβη. Αμέσως οι δυο
νέοι του λένε: - Ελα να σε πάμε εμείς στη σκήτη της Αγίας Αννης.
Τον βάλαν στη βαρκούλα, φόρτωσαν και τα πράγματα και ξεκίνησαν.
Η βαρκούλα όμως έφευγε πολύ γρήγορα παρά τα φαινομενικά κουπιά
όπως πηγαίναν. Ο παππούλης αυτός παραδόθηκε στην προσευχή και
έχασε κάθε αίσθηση και του χρόνου και του χώρου. Συνέβη κάτι που
συνήθως μας λένε οι νηπτικοί Πατέρες : "Οστις σάρκα ενίκησε την
φύσιν ενίκησε. Οστις την φύσιν ενίκησε υπέρ φύσιν γέγονεν. Οστις
υπέρ φύσιν γέγονεν όμοιος τω υπέρ φύσιν Δημιουργώ εγένετο.
Γίνεται όμοιος με τον Θεό, τον Δημιουργό του και Πλάστη του.
Αυτός πελάγη πορευτά. Δηλαδή αυτός σχίζει με μεγάλη ευκολία τα
πελάγη. Και αποστάσεις ευπέραστοι. Και αποστάσεις
εκμηδενίζονται". Ενωμένος λοιπόν με τον Κύριον του δεν κατάλαβε
απολύτως τίποτα. Οταν έφτασαν στην παραλία τον βοήθησαν να
αποβιβαστεί, του έδωσαν και το σάκκο του που ήταν όπως είπαμε
πάρα πολύ βαρύς. Τους ευχαρίστησε θερμά και άρχισε ο καημένος να
ψάχνεται για να τους πληρώσει ή να τους δώσει καμμιά ευλογία,
κανένα κομποσχοινάκι, κάτι να τους δώσει αφού τον έφεραν από
τόσο δρόμο. Αλλά εξαφανίστηκαν! Και η βάρκα μαζί και όλα
αφήνοντας πίσω τους μια άρρητη ευωδία και γεμίζοντας το γέροντα
εκείνο μοναχό, τον υπέργηρο, με δέος και έκσταση. Και ξαφνικά
βλέπει από μακριά να έρχεται το καϊκάκι της συγκοινωνίας με
ανοιχτά τα πανάκια από μακριά μακριά. Ποιοι ήσαν οι δύο νέοι;
Το ρώτησα κι εγώ. - Ποιοι ήσαν , Πάτερ μου; Ο Αγγελος φύλακας
και ο Αγγελος του Σχήματος. Δόξασε τον Θεό αλλά είχε να κάνει
και έναν ανήφορο πεντακόσια μέτρα, εφτακόσια. - Τώρα, λέει, με
φέρατε μέχρι εδώ άντε βοηθήστε με. Και ξαφνικά μαζί με το βάρος
των σαράντα οκάδων βρέθηκε μπροστά στην πόρτα του κελλιού του.
Ο γέροντας αυτός έζησε οσιακή ζωή μέχρι που πέθανε σε βαθιά
γεράματα πάνω από εκατό χρονών στο 1850 στο καλυβάκι του.
Χαρακτηριστικό του ήταν να ζει τη Θεία Λατρεία σε έκσταση χωρίς
αίσθηση του χρόνου, του χώρου, των αποστάσεων.

******************************************

59B Θαύμα στην κορυφή του όρους Σινά

Σε ένα αρχαίο Γεροντικό αναφέρεται το εξής περιστατικό: Στην
αγία κορυφή του όρους Σινά υπήρχε συνήθεια στα πολύ παλιά χρόνια
να τελείται Θεία Λειτουργία την ημέρα της Πεντηκοστής. Εμαζεύετο
πλήθος μοναχών από τις γύρω Σκήτες και τα ερημητήρια. Ενα
φοβερό γεγονός έγινε κάποια φορά μια χρονιά κατά τη διάρκεια της
Θείας Λειτουργίας. Αλλά αυτό βέβαια πριν μιανθεί η αγία κορυφή
και ο τόπος από τις ορδές των απίστων και των βαρβάρων. Τι έγινε
λοιπόν; Οταν ο Ιερεύς έκανε την πρώτη εκφώνηση της αγίας
Αναφοράς και είπε: "Τον Επινίκιον ύμνον άδοντα, βοώντα και
κραγότα και λέγοντα" - εκείνα τα χρόνια βέβαια η εκφώνηση
ελέγετο ως εξής: "Τον Επινίκιον ύμνον της μεγαλοπρεπής Σου δόξης
λαμπρά τη φωνή άδοντα, βοώντα, δοξολογούντα και κραγότα και
λέγοντα" - ακούστηκε ένα φοβερό βουητό από όλα τα γύρω βουνά
μαζί που έμοιαζε με αντίλαλο και είχε ήχο φωνής. Και γεμάτη φόβο
και δέος μαζί αυτή η βοή απάντησε στην εκφώνηση του Λειτουργού
Ιερέως: "Αγιος, Αγιος, Αγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και
η γη της δόξης Σου. Ωσαννά εν τοις υψίστοις ευλογημένος ο
ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου". Αυτή η ακατάληπτη ομιλούσα βοή
επαναλάμβανε συνεχώς τον ύμνο μέχρι που τελείωσε η Θεία
Λειτουργία. Είναι αυτό που έλεγε ο Πατήρ Ιάκωβος. Μόλις πούμε το
Δι'ευχών τα πάντα ησυχάζουν από τις φωνές και τους ύμνους των
Αγγέλων. Από τους παρευρισκομένους μοναχούς και ασκητάς άκουσαν
αρκετοί αυτό το παράξενο και υπερκόσμιο βοητό αλλά όχι όλοι,
μόνον εκείνοι που είχαν κατάλληλα αυτιά για να ακούνε τους
ουράνιους ύμνους των Αγγέλων. Αυτό μας το λέει και μας το
διασώζει το Λειμωνάριον. Το γεγονός όμως αυτό επαναλαμβάνεται σε
άπειρες παραλλαγές κάθε φορά που τελείται το φρικτόν Μυστήριον
της Θείας Λειτουργίας.

********************