Τρίτη, 29 Μαρτίου 1994

Ο χλιαρός. Η χλιαρότης καί οί τρείς τρόποι αποκαταστάσεως




29.5.1994
117-δ



Ούτε ψυχρός εί, ούτε ζεστός. Αποκάλυψις Γ 15

Έτσι εισερχόμεθα χριστιανοί μου, σιγά σιγά, συν Θεώ, στην 7η επιστολή προς τον επίσκοπο Λαοδικείας, μέσα στην Αποκάλυψη.
Η Λαοδικεία ήτο Ελληνική πόλις. Κτίστηκε από τον Αντίοχο τον 2ο, στην εύφορη κοιλάδα του Λύκου κοντά στην Έφεσο. Οι κάτοικοί της ήταν εύποροι και πλούσιοι. Ήταν κέντρο εμπορικό, επιστημονικό, ιατρικό.
Εν τούτοις όμως, παρόλα τα πλούτη και την πρόοδο που είχαν υστερούσαν φοβερά σε θρησκευτική ζωή. Η Εκκλησία της Λαοδικείας είχε ιδρυθεί από τον Απόστολο Παύλο δια μέσου του Επαφρά, όπως μας πληροφορεί ο Απόστολος Παύλος στην προς Κολασσαείς Επιστολή του, και πρώτος επίσκοπος ήταν ο Άρχιππος.
Στα χρόνια της Αποκαλύψεως ευρίσκετο σε τελματώδη κατάσταση, χωρίς κανένα ίχνος πνευματικής ζωής. Γι’ αυτό και ο Κύριος την αναφέρει τελευταία, αφού και τελευταία ήτο στην αρετή.
Τάδε λέγει ο Αμήν, Γ-14, έτσι αρχίζει η επιστολή.
Ο Κύριος ονομάζει τον εαυτόν Του «Αμήν». Αυτό το «Αμήν» σημαίνει ο ακριβής, ο τέλειος, ο παναληθής Θεός, ο υπερτέλειος. Η δε τελειότης του είναι αιώνιος και άπειρος. Άλλωστε τα πάντα εν σοφία εποίησεν. Είναι επίσης ο μάρτυς, ο πιστός και αληθινός. Πιστός και αληθινός, τα αναλύσαμε. Δηλαδή ο μόνος αξιόπιστος και αληθής, ο μόνος βέβαιος, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού.
Επίσης ο Κύριος ονομάζει τον εαυτόν Του «αρχή της Κτίσεως του Θεού». Όχι το πρώτο κτίσμα, όπως μας λένε οι αιρετικοί και οι χιλιασταί, αλλά η δημιουργική αιτία των πάντων. Δηλαδή η αρχή της δημιουργικής ενεργείας του Θεού. Ως Λόγος του Θεού και Κύριος εδημιούργησε ολόκληρη την Κτίση, ορατή και αόρατη. Τω Λόγω Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν, βεβαιώνει η Αγία Γραφή, για να συμπληρώσει οριστικά και αμετάκλητα ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στο πρώτο του κεφάλαιο στίχος 3, «πάντα δι αυτού εγένετο», τα πάντα, όλα. Και η τελευταία πέτρα, και ο τελευταίος θάμνος, και το τελευταίο κύτταρο, και το τελευταίο ηλεκτρόνιο και νετρόνιο. Πάντα. Τα πάντα δι αυτού εγένετο. Όλα έγιναν δια του λόγου του Θεού, και «χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ό γέγονεν». Και χωρίς τον Λόγον Θεού δεν έγινε τίποτε από ό,τι έγινε στον κόσμον, άρα είναι ο δημιουργός των πάντων. Δεν είναι το αντικείμενον που δημιουργείται όπως μας είπε ο Άρειος και διεδόθη μέχρι των ημερών μας δια μέσου των αιρετικών, αλλά το υποκείμενον που δημιουργεί. Είναι η Αρχή αυτό που δημιουργεί. Είναι η αρχή του Σύμπαντος κόσμου, ορατού και αοράτου. Και πώς είναι δυνατόν να είναι κτίσμα ο Χριστός, αφού τον προσκυνούν και οι άγγελοι, «και προσκυνησάτωσαν αυτώ, πάντες οι άγγελοι αυτού, βεβαιώνει αλλού η Αγία Γραφή».
Και ένα τελευταίο από την προς Κολασσαείς Επιστολή του θείου Παύλου, Α 16, για να κλείσουμε ετούτο το κομματάκι. «Εν αυτώ τω Χριστώ», γράφει ο Απόστολος Παύλος, «εκτίσθη τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γής. Τα ορατά και τα αόρατα, είτε Θρόνοι, είτε Κυριότητες, είτε Αρχαί είτε Εξουσίαι». Όλες αυτές είναι αγγελικές τάξεις. «Τα πάντα δι αυτώ, και εις αυτόν έκτισται». Όλα έγιναν δηλαδή απ’ αυτόν τον Χριστόν, και για λογαριασμόν Του, για τον εαυτόν Του.

Επιστρέφομε όμως στην Αποκάλυψη, όπου βλέπουμε να ακολουθούν κάποιες αυστηρές παρατηρήσεις προς τον επίσκοπο Λαοδικείας. Γνωρίζω τα έργα σου λέγει ο Κύριος, σε παρακολουθώ, και δεν είμαι καθόλου μα καθόλου ευχαριστημένος μαζί σου. Έχεις τα χάλια σου και δεν σε ήθελα όπως κατήντησες τώρα. Ούτε ψυχρός εί, ούτε ζεστός. Δεν είσαι λοιπόν, ούτε κρύος, ούτε ζεστός. Έπρεπε να ήσουν ή ψυχρός ή θερμός. Συ όμως είσαι χλιαρός. Και επειδή είσαι χλιαρός και αδιάφορος, με κατέλαβε τέτοια αηδία και αγανάκτηση μέσα μου για σένα, ώστε θα σε αποβάλλω, θα σε ξεράσω από μέσα μου. Δεν σε αντέχω πλέον. «Μέλλω εμέσαι» εκ του στόματός μου, είναι η φράση. Φοβερός αυτός ο λόγος του Κυρίου.
Και γίνεται ακόμα πιο φοβερότερος, όταν σκεφτεί κανείς ότι τον να απευθύνει αυτόν τον λόγον Εκείνος που είναι το Εσφαγμένον Αρνίον, ο Χριστός, αυτός που είναι όλος αγάπη, όλος σπλάχνα οικτιρμών, αυτός που έχυσε το Πανάγιόν Του Αίμα, πάνω στον Τίμιον Σταυρόν για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων, και του καθενός από μας χωριστά. Κι όμως, αυτός ο Κύριος, ο όλος αγάπη, η Αυτοαγάπη και η Αυτοαλήθεια, ο μακρόθυμος, ο πολυέλεος, ο φιλάνθρωπος, λέγει προς τον χλιαρό. Σε αηδιάζω. Θα σε ξεράσω εκ του στόματός μου. Γιατί; Γιατί πέρα από το να είναι Πανάγαθος και Φιλεύσπλαχνος και όλος αγάπη, είναι και δίκαιος, Δίκαιος Κριτής.
Για να πει ένα τέτοιο φοβερό λόγο ο Κύριος, αυτό σημαίνει ότι η κατάστασις που επικρατούσε στην επισκοπική περιφέρεια της Λαοδικείας, ήταν τελείως απαράδεκτη. Αδιαφορία, ραθυμία, πνευματική στασιμότης, πτώσις των πάντων, πλήξις και ανία από παντού. Οι κίνδυνοι από όλες τις πλευρές μέσα και έξω. Κι όμως η ψυχή δεν κινείται, αδιαφορεί. Και το χειρότερο: Δεν βλέπει κινδύνους. Νομίζει ότι όλα πάνε πολύ πολύ καλά. Ο Θεός όμως δεν μας θέλει χλιαρούς και νερόβραστους. Προτιμά να είμαστε ψυχροί παρά χλιαροί και ράθυμοι. «Δεινών η ραθυμία», ψάλλει η Εκκλησία μας.
Ο ψυχρός και αμαρτωλός, που συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του και την βρωμερότητά του, και δεν θέλει να μπεί στην Εκκλησία, υπάρχει ελπίδα να μετανοήσει. Ο χλιαρός όμως και ράθυμος ίσως όχι. Γιατί; Διότι νομίζει τον εαυτόν του εντάξει. Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος. Ότι πιστεύει ότι είναι εντάξει.
Πάει τρείς τέσσερεις φορές το χρόνο στην Εκκλησία. Νηστεύει κάθε Μεγάλη Παρασκευή. Κοινωνάει κάθε τρία πέντε χρόνια, δεν ξέρω κάθε πόσο, και λέει ότι είναι εντάξει. Είναι όμως καλός άνθρωπος. Τη μπουκιά του θα τη βγάλει από το στόμα για να στη δώσει. Είναι και αλτρουιστής, είναι ανθρωπιστής. Αλλά άμα του πείς όμως να πάει πιο τακτικά στην Εκκλησία, τότε ή οι παπάδες του φταίνε ή οι ψάλτες ή οι επίτροποι. Άλλοτε πάλι του φταίει το λιβάνι, άλλοτε το κερί, άλλοτε ο δίσκος που περιφέρεται, οι πολυέλαιοι και τα καντήλια, προφάσεις εν αμαρτίαις. Όταν του λένε να ακούσει μια ομιλία και λίγον λόγον Θεού, είτε από την Εκκλησία, είτε από το ραδιόφωνο, απαντάει ότι αυτός τα ξέρει όλα. Όταν τον προτρέπουν πάλι να εξομολογηθεί, τι λέει; «Εγώ δεν έχω τίποτα». Είναι χριστιανός αλλά υποχωρεί. Εύκολα συμβιβάζεται και ευκολότερα ντρέπεται να ομολογήσει την πίστη του.
Αλήθεια! Πώς θα σωθεί αυτός ο άνθρωπος! Πώς θα σωθεί αφού νομίζει ότι είναι καλός άνθρωπος, και ότι αγαπάει όλον τον κόσμον. Έτσι βραβεύει ο ίδιος τον εαυτόν του. Και κάνοντας και καμιά ελεημοσύνη ή εξυπηρέτηση, αυτοκολακεύεται και ησυχάζει. Και αν τυχόν βλασφημήσει τα θεία και του κάνουν παρατήρηση, «Τώρα από συνήθεια το ’πα αυτό, από συνήθεια». Και αν πέσει σε καμιά φανερή αμαρτία, το μόνο που ξέρει να απαντήσει είναι «ε, αυτό είναι φυσικό, το κάνει όλος ο κόσμος, γιατί να μην το κάνω και γω». Δηλαδή μια κατάστασις καθόλου καθόλου ευχάριστη.
Δυστυχώς δεν καταλαβαίνει ο κακομοίρης, όπως γράφει στη συνέχεια και η Αποκάλυψη ότι είναι, ο ταλαίπωρος και ο ελεεινός, και πτωχός, και τυφλός και γυμνός.
Δυστυχώς και πάλι δυστυχώς ο εγωισμός και η υπερηφάνεια, μας κάνουν να πιστεύουμε ότι δεν έχουμε αδυναμίες και πάθη και κακίες. Ότι είμεθα πλούσιοι σε αρετές και σε καλοσύνες. Ότι όλα πάνε καλά, μη έχοντες την ανάγκην κανενός. Ο εγωισμός δεν μας αφήνει να δούμε τις ελλείψεις μας, την πνευματική μας φτώχεια και την ψυχική μας αθλιότητα, τη γύμνια μας. Έτσι δεν έχουμε όρεξη για πνευματικούς αγώνες, δεν έχουμε όρεξη για νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, μετάνοια, Θεία Λατρεία, εγκράτεια και τόσα άλλα. Καμιά βία δεν καταβάλουμε για να διορθωθούμε και να προοδεύσουμε στην αρετή. Ικανοποιούμεθα πάντοτε στο λίγο. Λίγη προσευχή, λίγη μελέτη, λίγος εκκλησιασμός, σε λίγες καλές πράξεις, και λίγη νηστειούλα και λίγη συγχωρητικότητα, και λίγη ελεημοσύνη και λίγα και λίγα και τίποτα περισσότερο. Μόνο λίγα. Έτσι με τα λίγα λίγα δεν βλέπουμε πόσο πτωχοί είμεθα και κούφιοι και στο ήθος και στην πίστη και στα έργα της αρετής που ζητάει ο Θεός. Το ότι δεν είμαστε τίποτα το αποδείξαμε και χθές το πρωί, ορισμένοι που λέγονται χριστιανοί.
Δυστυχώς όπως και τότε, έτσι και στις ημέρες μας, υπάρχουν πολλοί τέτοιοι χλιαροί και νερόβραστοι χριστιανοί. Οι χθεσινοί ήσαν φανατικοί – αυτό είναι άλλο άκρο. Και μάλιστα ασυγκρίτως περισσότεροι στις ημέρες μας κυκλοφορούν ήδη πλήθη ανθρώπων από την Λαοδικεία. Και πιστεύω πως ξεπέσαμε σ’ αυτή τη θανατηφόρα νάρκη, από τη νοοτροπία της Δύσεως, Ευρώπης και Αμερικής.
Η πληθώρα των καταναλωτικών αγαθών, ο νέος ασύδοτος τρόπος ζωής, εδημιούργησαν τον χριστιανισμό των εκπτώσεων. Ο τρόπος αυτός που δεν είναι ούτε Ευαγγελικός, ούτε πατερικός, ούτε και Ορθόδοξος, είναι αυτός που συμβιβάζει τα ασυμβίβαστα. Με το ένα πόδι στο Χριστό και με το άλλο στο χρυσό. Με το ένα μάτι στον ουρανό και το άλλο στην λάσπη της αμαρτίας. Με το ένα χέρι κλέβουν και αδικούν και με το άλλο κάνουν φανερή φιλανθρωπία προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις. Το πρωί στην Εκκλησία αλλά το βράδυ με πολλή άνεση στις αμαρτωλές σκηνές της τηλεοράσεως. Το πρωί στην Εκκλησία και το βράδυ στο χαρτάκι και στο φλιτζανάκι και τα λοιπά και τα λοιπά. Συνδυάζουν εύκολα κοσμική και θρησκευτική ζωή. Και λίγη λατρεία στο Θεό και αρκετή λατρεία στα κέντρα διασκεδάσεως. Η εκκλησία εκκλησία σου λένε, αλλά και το συμφέρον συμφέρον και η μόδα η μόδα και η διασκέδασις διασκέδασις.
Οι χριστιανοί των ημερών μας είναι έτοιμοι για κάθε συμβιβασμό αρκεί να μην χάσουν τις ανέσεις τους. Αν τους μιλήσουν για τα Πανάγια Μυστήρια δυσανασχετούν. Αν τους προτρέψουν για έργα αρετών, κατσουφιάζουν. Κι αν τους υποδείξουν τα πάθη τους για να τα κόψουν και ή να τα διορθώσουν, αντιδρούν. Θέλουν και ζητάνε την Εκκλησία του Χριστού με το αζημίωτο. Να μην κοστίζει πολύ, να μη ζητά θυσίες, να μην προβάλλει συνεχώς ου και όχι. Μια Εκκλησία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της εποχής μας. Θέλουν μια Ορθοδοξία και έναν Χριστιανισμό ευκαιρίας. Μια Ορθοδοξία εποχιακή.
Τέτοιοι είναι οι χλιαροί χριστιανοί της ολίγης πίστεως και της μπαλωμένης ηθικής, άνθρωποι του συμφέροντος, των ανέσεων και των υποχωρήσεων. Άνθρωποι που νερώνουν όλο και πιο πολύ κάθε μέρα το κρασάκι της πνευματικής ζωής. Γι’ αυτό και ο Κύριος ήταν αυστηρός στον επίσκοπο Λαοδικείας.
Νομίζεις, του λέγει, μέσ’ στην Αποκάλυψη, ότι είσαι πλούσιος σε αρετές και σε πνευματική ζωή, κάνεις όμως μεγάλο λάθος. Ο εγωισμός σε τυφλώνει. Δε βλέπεις ότι είσαι και ταλαίπωρος και ελεεινός και φτωχός, και τυφλός και γυμνός; Δεν ξέρεις ότι εγώ ως Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσομαι και ότι σκορπίζω στους 4 ανέμους οστά ανθρωπαρέσκων;
Παρά ταύτα όμως δεν είναι αργά. Υπάρχει ελπίδα σωτηρίας. Παρά την απειλή ότι θα τον ξεράσει ο Κύριος, επειδή είναι χλιαρός, ευθύς αμέσως του προσφέρει λύση και τον συμβουλεύει πώς θα θεραπεύσει την τριπλή του αρρώστεια, την φτώχεια του, τη γύμνια του και την τύφλωσή του.

Πρώτον. Συμβουλεύω σοι, αγοράσαι παρ’ εμού, χρυσίον πεπυρωμένον εκ πυρός ίνα πλουτίσεις. Σε συμβουλεύω να αγοράσεις από μένα χρυσάφι. Για να πλουτίσεις, να γίνεις πλούσιος. Το αγοράσαι παρ΄εμού, έχει μεγάλη σημασία διότι ο Κύριος εννοεί την πραγματική αρετή. Είναι σα να του λέγει «τη δική μου αρετή θα αγοράσεις». Τη δική μου αρετή θα αποκτήσεις και όχι τη δική σου όπως την φαντάζεσαι, την κάλπικη, την απατηλή και τη σάπια. Αυτό ας το ακούσουν όλοι οι αιρετικοί, και οι υπερήφανοι που ισχυρίζονται και πιστεύουν ότι έχουν αρετές. Χωρίς Χριστόν, τον Θεάνθρωπον Χριστόν, και τούτον Εσταυρωμένον, πραγματικές αρετές δεν μπορούμε να αποκτήσουμε ποτέ, και σωτηρία δεν υπάρχει. Διότι πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί καταβαίνον εκ του Πατρός των φώτων.
Οι αρετές όμως κατακτώνται όχι με χλιαρούς και νερόβραστους αγώνες αλλά με θλίψεις και πόνους, με βία πνευματική, και κόπους πολλούς. Γι’ αυτό και λέγει «αγοράσαι». Θα αγοράσουμε την αρετή από τον Θεόν, με αγώνες, με συντριβή, με προσευχή.
Δωρεοδότης είναι ο Θεός, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά βραβεύει όμως εκείνους που αγωνίζονται, που ιδρώνουν και κοπιάζουν για να τηρήσουν τις εντολές. Ο αγώνας του χριστιανού είναι και η αγορά για τον Θεόν.
Βέβαια ο Θεός δεν αμείβει τους χλιαρούς και τους τεμπέληδες.

Δεύτερον. Αγοράσαι παρ’ εμού ιμάτια λευκά, ίνα περιβάλλει και μη φανερωθεί η αισχύνη της γυμνότητός σου. Σε συμβουλεύει ο Κύριος να αγοράσεις από μένα, λευκά ιμάτια για να ντυθείς και να σκεπάσεις έτσι τη ντροπή σου, τη γύμνια σου. Και ποια είναι αυτά τα λευκά ιμάτια; Είναι της αγνότητος, της σωφροσύνης και της ηθικής καθαριότητος. Ό,τι και αν κάνομε ξανακερδίζονται τα λευκά ιμάτια. Έπεσες σε υπερηφάνεια; Περίμενε μεγάλους πειρασμούς. Έπεσες σε υπερηφάνεια; Μπορεί να ξεπέσεις και ηθικά. Γι’ αυτό διορθώσου όσο είναι καιρός. Ο Χριστός είναι και για σένα και για μένα και για όλους μας το λευκόν ιμάτιον. Φόρεσέ το. Ο Χριστός έχει το ένδυμα του γάμου, αγόρασέ το. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε Χριστόν ενεδύσασθε» βεβαιώνει η Αγία Γραφή. Στο βάπτισμα ντυθήκαμε και φορέσαμε τον Χριστόν και τον άϋλο ολοφώτεινον τρισήλιον χιτώνα του. Αν στην πορεία της ζωής τον λερώσαμε αυτόν τον χιτώνα, και ποιος δεν τον λερώνει, και ποιος δεν τον μουτζουρώνει, και ποιος δεν τον κακοποιεί, σχίζει αυτόν τον χιτώνα; Υπάρχει τρόπος αποκατάστάσεως πριν μας ξεφτιλήσει η αμαρτία και η ντροπή. Και ο τρόπος αυτός είναι ένας και μοναδικός. Η μετάνοια. Η συντριβή, η εξομολόγησις.

Τρίτον και τελευταίον. Και «κολλύριον αγοράσαι παρ΄εμού» λέγει ο Κύριος, «ίνα εγχρύσει τους οφθαλμούς σου ίνα βλέπεις», στίχος 18. Το κολλύριο είναι ιατρικό φάρμακο, οι περισσότεροι οι μεγάλοι το ξέρουν, που τακτοποιεί τα αρρωστημένα μάτια. Τι εννοεί όμως εδώ ο Κύριος; Ό,τι ο χλιαρός και αναιμικός χριστιανός δεν μπορεί από μόνος του να δει την αθλιότητά του. Του χρειάζεται κολλύριο. Δηλαδή ο φωτισμός του Θεού. Που υπάρχει ο φωτισμός του Θεού; Στον λόγον Του, στο Ευαγγέλιόν Του! Και πράγματι το Ευαγγέλιο είναι ο καθρέφτης μέσα στον οποίον μπορούμε να δούμε το πρόσωπόν μας, να δούμε την ψυχή μας, να δούμε την αθλιότητα της καρδιάς μας, και τη γύμνια μας, να δούμε την κατάστασή μας. Το Ευαγγέλιον είναι το φώς μέσα στο σκοτάδι.
Η Αγία Γραφή βεβαιώνει ο νόμος σου λύχνος τοις ποσί μου, και φως ταίς τρίβοις μου.

Χριστιανοί μου, δεν θα επεκταθούμε άλλο. Ανακεφαλαιώνοντας λέμε επιγραμματικά ότι η χλιαρότητα διακρίνεται από τρία πράγματα: Από τη ραθυμία, από τα ημίμετρα και από την άκοπη θρησκευτική ζωή. Ο δε χλιαρός καταντά ελεεινός, φτωχός, τυφλός και γυμνός.
Χλιαρός και χλιαρότητα θεραπεύονται με τρία πράγματα:
Πρώτον, από τους πνευματικούς θησαυρούς των θείων αρετών του Θεανθρώπου,
Δεύτερον από τα λευκά ιμάτια της σωφροσύνης, αγνότητος και ηθικής καθαρότητος, και
Τρίτον, από το σωτήριο Ευαγγελικό Τριαδικό φώς. Η θεραπεία αυτή θα μας καταστήσει αδελφοί μου και πάλι θερμούς. «Τω πνεύματι ζέοντες και τω Κυρίω δουλεύοντες».
Είθε να το δώσει ο Θεός,

Αμήν

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 1994

62 Η Θεία Λειτουργία. Η Αγία Αναφορα. Μέρος.3ον. Τά Σά εκ τών Σών

********************************

62Α Τα παιδιά που για παιχνίδι πήγαν να κάνουν Θεία Λειτουργία

Κάποτε, αδελφοί μου, πριν πολλά πολλά χρόνια, δυο παιδιά, όπως
μας διηγείται το Λειμωνάριον, από τον πόθο που είχαν να γίνουν
Ιερείς, είχαν μάθει από μνήμης όλα όσα λέγονται και γίνονται στη
Θεία Λειτουργία. Βοηθούσαν μέσα στο Αγιο Βήμα και πρόσεχαν τα
πάντα. Ετσι γνώριζαν και τα κατείχαν όλα. Τα δυο παιδιά ήσαν
ηλικίας 10 και 12 χρονών. Μια μέρα αποφάσισαν παίζοντας να
κάνουν τους παπάδες και να τελέσουν τη Θεία Λειτουργία αφού έτσι
και αλλιώς την ήξεραν απέξω, από μνήμης. Πήραν λοιπόν ένα
καρβέλι ψωμί και κρασί και βγήκαν έξω από το χωριό τους, το
Δοξανό της Αφαμίας. Βρήκαν δυο μεγάλες πέτρες που ήσαν από το
ένα μέρος τους πλατειές, ίσιες σαν πλάκες. Την μια την
χρησιμοποίησαν για Ιερά Πρόθεση, Προσκομιδή και την άλλη για
Αγία Τράπεζα. Εκαναν από χαρτιά το Πετραχείλι τους και για
Φελόνι φόρεσαν τσουβάλια. Και έτσι άρχισαν κανονικά τη Θεία
Λειτουργία. Οπως την παρακολουθούμε και όπως ακριβώς τελείται
έτσι την έκαμαν γιατί την ήξεραν από μνήμης όπως είπαμε. Και
φθάνουν στο σημείο να επαναλάβουν τα λόγια της συστάσεως της
Θείας Ευχαριστίας : "Λάβετε, φάγετε, πίετε εξ αυτού πάντες". Και
λέγοντας τις φράσεις: "Το υπέρ ημών και πολλών εκχυνόμενον" ενώ
ο ουρανός ήταν καταγάλανος πέφτει ένα αστροπελέκι φοβερό, με
φοβερή βροντή και κατακαίει τα πάντα, κάνοντας τα μαύρη στάχτη
και τις δυο μεγάλες πέτρες και τα είδη που είχαν πάνω σε αυτές
και τον γύρω χώρο. Τα παιδιά παρέμειναν άθικτα. Καψάλισε και
έκαψε τα χάρτινα Πετραχείλια τους και τα δυο τσουβάλια από το
επάνω μέρος και όχι από κάτω για να αποδειχθεί η αλήθεια του
θαύματος. Από πάνω κάηκαν αυτά, όχι από κάτω. Τα δυο παιδιά από
τον τρόμο τους παρέλυσαν και βουβάθηκαν. Δεν μπορούσαν ούτε να
κουνηθούν, ούτε και να μιλήσουν. Πέρασε όλη η μέρα και τα παιδιά
δεν γύρισαν πίσω. Και στο σχολείο δεν είχαν πάει. Ετσι
ανησύχησαν οι γονείς και άρχισαν να ψάχνουν μαζί με άλλους
χωριανούς για να τους εύρουν. Τελικά τους βρήκαν στην κατάσταση
που είπαμε. Σιγά σιγά συνήλθαν τα παιδιά και διηγήθησαν με
λεπτομέρεια το όσα συνέβησαν. Οι γονείς κατόπιν τα γνωστοποίησαν
στον Ιερέα του Δοξάνου και εκείνος στον Επίσκοπο της επαρχίας
του. Ηρθε ο Επίσκοπος και μαζί με τα παιδιά και τον ευλαβή
εφημέριο του χωριού, τους γονείς και πολλούς άλλους χωριανούς
μετέβησαν στον τόπο όπου συνέβη το παράδοξον αυτό θαύμα. Ο
Επίσκοπος είδε και θαύμασε και επειδή ήτο αγιασμένος κληρικός
μέσα του πληροφορήθηκε ότι έτσι πράγματι συνέβησαν τα θαυμάσια
του Θεού. Εκεί στο ίδιο μέρος έχτισε στην αρχή έναν
μεγαλοπρεπέστατο Ναό και στο σημείο που έγινε το θαύμα και
κάηκαν οι δυο πέτρες τοποθέτησε την Αγία Τράπεζα. Αργότερο
οικοδομήθηκε μεγάλο μοναστήρι όπου τα δυο παιδιά, μεγάλα πια,
έγιναν μοναχοί και αργότερο καταξιωμένοι Λειτουργοί του Υψίστου.

***************************************************

62Α Μικρός τέλεσε Θεία Λειτουργία και γέμισαν το στόμα του
σάρκες

Στην πενταετία μεταξύ 1950 και 1955 είχε πεθάνει ένας μοναχός
στο Αγιο Ορος που τον θυμούνται οι Πατέρες της Εκκλησίας μας ότι
πάντα τραύλιζε. Δεν μπορούσε να μιλήσει καλά. Είχε πάνω του κάτι
το φοβισμένο. Και όταν επρόκειτο να προσέλθει στη Θεία Κοινωνία
πάντοτε τον κρατούσαν δεξιά και αριστερά δύο μοναχοί και μετά
φόβου και τρόμου κοινωνούσε. Γιατί άραγε; Οταν ήταν μικρός,
μέχρι περίπου 14 ετών αγαπούσε τόσο πολύ την Εκκλησία και τη
Θεία Λειτουργία ώστε απεφάσισε να την κάνει μόνος του. Είχε θείο
παπά σε μια μεγάλη κωμόπολη που ζούσαν και από αυτόν και από την
Εκκλησία πήρε κρυφά όσα χρειάζονται για τη Θεία Λειτουργία,
δηλαδή πήρε τον Αγιο Δίσκο, το Αγιο Ποτήριο, το Ευαγγέλιο,
πρόσφορο, κρασί και όλα τα υπόλοιπα, ακόμα και άμφια. Βρήκε κάτι
παλιά μέσα στα συρτάρια, τα πήρε και αυτά. Κάποια μέρα λοιπόν
που ήταν μόνος του στο σπίτι του ετοιμάστηκε, ντύθηκε, έκαμε την
προσκομιδή και ύστερα τη "Θεία Λειτουργία", το βάζω σε
εισαγωγικά αυτό. Κατά το τυπικόν έφτασε η ώρα να "κοινωνήσει".
Μόλις έβαλε στο στόμα του το ψωμί έγινε ματωμένο κρέας, γούρλωσε
τα μάτια του από τον τρόμο του. Ο τρόμος βέβαια έγινε πανικός,
παγωμάρα όπως θα λέγαμε, όταν είδε ότι από το Αγιον Ποτήριον
άρχισε αυτό μέσα να βράζει. Εβραζε και δεν ήταν κρασί, ήταν αίμα
το οποίο άρχισε να χύνεται προς τα έξω. Μπροστά σε αυτό το θέαμα
και σε αυτό που είχε στο στόμα του λιποθύμησε. Γύρισαν οι δικοί
του στο σπίτι και τρομαγμένοι βρήκαν το γιο τους λιποθυμισμένο
και πάνω σε ένα μικρό τραπέζι τα σκεύη της Θείας Λειτουργίας με
όσα είχε τελέσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Φώναξαν βέβαια το
συγγενή τους τον Ιερέα, ο οποίος προσπάθησε πρώτα πρώτα να
συνεφέρει τον μικρό. Και κατόπιν να του μιλήσει γιατί ήταν πολύ
τρομαγμένος και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Τελικά
τραυλίζοντας και με πολλή πολλή δυσκολία κατάφερε να διηγηθεί τι
συνέβη. Εκλήθη ο Αρχιερεύς της περιοχής, κάπου στην Πελοπόννησο
έγινε αυτό, ο οποίος μαζί με τους Ιερείς μετέφεραν τα τελούμενα
πάνω στην Αγία Τράπεζα της Εκκλησίας του μεγάλου αυτού χωριού,
της κωμοπόλεως, όπου υπηρετούσε ο θείος του παιδιού. Την άλλη
μέρα λειτούργησαν και αγίασαν αυτόν τον τεμαχισμένο άρτο και τον
οίνο γιατί τα βρήκαν ακριβώς όπως ήταν και όχι όπως τα είδε ο
μικρός. Και όπως ακριβώς γίνεται όταν προετοιμαζόμαστε για την
Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία αγίασε τα ήδη ο Αρχιερεύς. Αυτό το
έκανε όπως περίπου κάνουμε όταν προετοιμαζόμαστε για την
Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία. Το παιδί δεν μπόρεσε να συνέλθη
ποτέ. Εκεί στα 20 περίπου χρόνια του έγινε μοναχός στο Αγιον
Ορος αλλά πάντοτε φοβισμένο το παιδί κοινωνούσε. Αναστατώνετο
στην ιδέα ότι θα μπορούσε το στόμα του να ξαναγεμίσει από
σάρκες. Το γιατί το επέτρεψε ο Θεός δεν το ξέρουμε αυτό.

***********************************

62Α

Σε κάποια Σκήτη πριν από πολλά χρόνια ζούσε ο Πατήρ Ελπίδιος,
πράος, ειρηνικός, υπάκουος, άριστος υποτακτικός, εγκρατής,
ασκητικότατος, βιαστής των πνευματικών αγώνων και εργάτης της
νοεράς προσευχής. Σε μια του αγρυπνία με το κομποσχοινάκι,
καθήμενος έξω από το κελλάκι του και αγναντεύοντας πότε το
πέλαγος και τον ουρανό, τον έναστρο ουρανό, και πότε βυθιζόμενος
μέσα στον ουρανό της καρδιάς του, είδε, με τα μάτια του είδε
κάποια στιγμή το Κυριακό. Κυριακό είναι ο κεντρικός Ναός της
Σκήτης. Και είδε τον Ναόν αυτόν φωτισμένο. - Μπα, είπε με το
λογισμό του, φαίνεται πως οι Πατέρες έχουν αγρυπνία. Αλλά για
ποιον Αγιο; Ας πάω να δω. Ετσι ξεκίνησε και πήγε προς το
Κυριακό. Οι πόρτες ολάνοιχτες. Ο Ναός πολύ φωτισμένος και οι
ψαλμωδίες κατανυχτικές. Μόλις μπήκε μέσα είδε ότι ο Ναός ήταν
γεμάτος από Πατέρες, από μοναχούς. Ολοι τους όμως ήσαν σκυμμένοι
και εφαίνοντο πολύ συγκινημένοι. Τα κουκούλια σκέπαζαν τα
πρόσωπα. Η ατμόσφαιρα γλυκειά, ευώδης, κατανυχτική και συγχρόνως
όμως λαμπροφόρα. Και αυτό προήρχετο από αυτόν που λειτουργούσε.
Τον κοίταξε καλά. Ηταν ένας μεγαλοπρεπής Αρχιερεύς
περιστοιχισμένος από 12 Ιερείς. Ολοι τους ακτινοβολούσαν. Αλλά ο
Αρχιερεύς Δεσπότης άστραφτε σαν τον ήλιο. Αυτού η λαμπρότητα
φώτιζε και τον Ναό και έξω από το Ναό. Γεμάτος δέος και
αιχμαλωτισμένος από την απαστράπτουσα αυτή μεγαλοπρέπεια του
Δεσπότου δεν κατάλαβε πώς έφτασε στο τέλος, πότε έφτασε στο
σημείο να βγει ο Αρχιερεύς και να πει "Μετά φόβου Θεού, πίστεως
και αγάπης προσέλθετε". Και λέγει ο Αρχιερεύς κατόπιν: - Ελα,
Ελπίδιε, έλα. Και πήγε. Πήγε και κοινώνησε. Μα τι άρρητη ευωδία
ήταν αυτή! Μα τι θεία ευφροσύνη τον κατέλαβε! Με τι παραδείσους
πλημμύρισε το είναι του! Πού ζούσε; Στον ουρανό; Στη γή; Ηταν
μέσα του; Ηταν έξω από τον εαυτό του; Ηταν με το σώμα του; Ηταν
χωρίς το σώμα του; Ηταν ξύπνιος; Ονειρεύετο; Και ξαφνικά μια
τρομαγμένη και απορρημένη φωνή τον ρωτάει. Και με την ερώτηση
βέβαια συνέρχεται. Αυτός που τον ακούμπησε και τον ρώτησε ήταν ο
Δικαίος της Σκήτης, ο υπεύθυνος δηλαδή της Σκήτης που είχε την
ευθύνη να ανοίγει και τον Ναό. - Πώς μπήκες μέσα, Πάτερ
Ελπίδιε; Πώς βρέθηκες εδώ τέτοια ώρα; - Συγχώρεσέ με, Πάτερ,
απαντάει ο Πάτερ Ελπίδιος. Φαίνεται πως μετά τη Θεία Λειτουργία
με πήρε ο ύπνος. Συγχώρεσέ με. Ευλόγησον, ευλόγησον. - Μα για
ποια Θεία Λειτουργία μιλάς, ευλογημένε; - Μα για αυτή που
τελείωσε λίγο πριν μαζί με την αγρυπνία. Δεν απάντησε ο
Δικαίος. Είπε όμως τα συμβάντα στους Γέροντες της Σκήτης και
είπε και το εξής: - Οταν πήγα στο Ναό η πόρτα ήταν κλειδωμένη
και γύρισα το μεγάλο αυτό κλειδί δυο φορές για να ανοίξει η
πόρτα. Πώς βρέθηκε μέσα; Και τι είδους Λειτουργία ήταν αυτή που
είδε και συμμετείχε; Οι Πατέρες βέβαια και οι Γεροντάδες πίεσαν
τον Πατέρα Ελπίδιο και εκείνος με απλότητα διηγήθηκε τα όσα
συνέβησαν. Μετά όμως από αυτό το γεγονός όταν κατάλαβε ότι αυτό
δεν ήταν γήινο αλλά υπερουράνιο, υπερφυσικό, ότι βρέθηκε στη
Λειτουργία της Ανω Ιερουσαλήμ, της Βασιλείας των Ουρανών, ότι το
υπερουράνιο θυσιαστήριο κατέβηκε κάτω στη γη και ποιος ξέρει
ποιοι ήσαν αυτοί οι δώδεκα - ισως οι Απόστολοι -

Αλλαγή πλευράς ?????

Καταλάβατε λοιπόν. Ο Πατήρ Ελπίδιος βρέθηκε στη Θριαμβεύουσα
Εκκλησία, στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, στη λατρεία της Βασιλείας
του Αγίου Θεού. Η άνωθεν λοιπόν θεία ακατάληπτος Λειτουργία
ετελείτο στη γη κατά τρόπον παράδοξον, τρόπον που δεν μπορούν να
συλλάβουν τα δικά μας φτωχά και κοσμικά μυαλά. Και ετελείτο από
τον Δεσπότη Χριστό, τον Κύριο του ουρανού και της γης, τον
Παντοκράτορα Θεόν. Και το απορίας άξιον: Τι εκοινώνησε ο Πατήρ
Ελπίδιος; Αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ. Αυτήν την ιστορία μου τη
διηγήθηκε ο Πατήρ Φιλόθεος, ένας ερημίτης μοναχός το 1959, όταν
πρωτοπήγα στο Αγιον Ορος ως Διάκονος τότε ακόμα για να μου πει
ότι πρέπει να γίνω σαν τον Πάτερ Ελπίδιο ως Λειτουργός του
Υψίστου. Και αλίμονό μου δεν έγινα τίποτα.

*************************

62 Επίμετρον Η Μακεδονία