Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2000

Η έννοια του χρόνου και ο προορισμός μας μέσα από αυτόν στην αιωνιότητα



166-α
Κυρ. 31.12.2000

Σήμερα χριστιανοί μου, δεν κλείνει μόνον το έτος 2000, δεν κλείνει μόνον ο εικοστός αιώνας, αλλά και μια χιλιετία, η δεύτερη, και αρχίζει κανονικά από αύριο η τρίτη χιλιετία. Ένας χρόνος τελειώνει πάντοτε την τριακοστήν πρώτη Δεκεμβρίου. Επομένως το επόμενον έτος, ο επόμενος αιώνας, η επόμενη χιλιετία είναι αφού συμπληρωθεί και ο χρόνος ο κανονικός, και όχι στην αρχή του όπως έγινε πέρσι.
Δύο χιλιάδες χρόνια έκλεισαν από τότε που γεννήθηκε ο Χριστός, 2000 σωτήρια χρόνια. Σωτήρια για τον κάθε άνθρωπο που πιστεύει στον Θεάνθρωπον και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, που βαπτίζεται στο όνομά Του, στο όνομα της Αγίας Τριάδος, που εκείνος φανέρωσε και απεκάλυψε. Σωτήρια επαναλαμβάνω για τον άνθρωπον που πιστεύει και βαπτίζεται, που συμμετέχει στα μυστήρια με αίσθημα ευθύνης, που τηρεί το πανάγιον θέλημά Του και που καλλιεργεί κατά δύναμιν, όσο μπορεί, το ταπεινό φρόνημα, την συντριβή και την αληθινή μετάνοια.

Ας έλθουμε όμως στη σημερινή βραδιά, που θα κλείσει το έτος 2000. Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, ο κόσμος τον καινούργιο χρόνο θα τον υποδεχθεί με φωταψίες και βεγγαλικά, με τραγούδια και ευχές. Κυρίως θα ευχηθούμε να είναι καλός και ευλογημένος ο καινούργιος χρόνος, να ζήσουμε Χρόνια Πολλά. Χαρά και ευτυχία να συνοδεύει ολόκληρη τη ζωή μας.
Ασφαλώς στα Χρόνια Πολλά που θα δίνουμε και θα παίρνουμε, υπάρχουν στο βάθος ευχές που αναφέρονται στην καλή υγεία και μακριά από μας οι στεναχώριες, τα βάσανα, οι αρρώστιες, οι θλίψεις και οι πόνοι, σωματικοί και ψυχικοί.
Γιατί όμως όλες αυτές οι ευχές, η χαρά, τα τραγούδια, τα βεγγαλικά, τα σφυρίγματα των πλοίων και τόσα άλλα; Γιατί οι δοξολογίες στις εκκλησίες και στους μητροπολιτικούς ναούς με τόση επισημότητα με την ανατολή του Νέου Έτους;
Γιατί πιστεύω πως η Πρωτοχρονιά που είναι και αυτή ένας ξεχωριστός σταθμός μέσα στη ροή του χρόνου, μας βοηθάει στο να συνειδητοποιήσουμε ότι η ζωή προχωράει, ότι η ζωή συνεχίζεται και μείς αυτής της ζωής απολαμβάνουμε τα αγαθά της. Όλα αυτά τα αγαθά τα απολαμβάνουμε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού; - ή όχι;
Αυτό είναι κάτι που θα το δούμε παρακάτω.
Πάντως οι πιο πολλοί από μας, νοιώθουμε τον θρίαμβο της ζωής για τη ζωντανοί μπήκαμε στον καινούργιο χρόνο. Ζωντανοί. Και χαιρόμαστε, και γιορτάζουμε.
Όμως αδελφοί, η ζωή προχωράει. Και όσο προχωράει, τόσο και μικραίνει, τόσο και λιγοστεύει, προχωράει αλλά προς το τέλος της. Τυλίγεται σιγά σιγά, όπως λέγει και ο λαός, το κουβάρι της ζωής και φθάνουμε στο τέρμα, στο θάνατο. Και αυτό είναι περισσότερο από βέβαιο, όσο και αν αποφεύγουμε να το συζητάμε, να το κουβεντιάζουμε ή να το σκεπτόμαστε. Ο θάνατος θα έλθει.
Μερικών χριστιανών, που τα βάσανα είναι πολλά και αξεπέραστα ή ανεπανόρθωτα, κατά το ανθρώπινον, εύχονται στον καινούργιο χρόνο να πεθάνουν, να μη ζήσουν. Γιατί πόνεσαν πολύ, γιατί εξακολουθούν να υποφέρουν.
Και όμως, όπως μας λένε και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο βαθύτερος πανανθρώπινος πόθος είναι και τα βάσανα να τελειώσουν, αλλά και η ζωή να μην τελειώσει. Και αυτή να είναι γεμάτη χαρά, ευτυχία, και να συνεχίζεται για πάντα. Να είναι δηλαδή αιώνια η ζωή μας.
Σαν πιστοί όμως και Ορθόδοξοι Χριστιανοί που είμαστε, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι αυτός ο πόθος εκπληρώνεται οπωσδήποτε, πλήρως και καθολικά μόνον κοντά στον Θεόν. Ή αποκλειστικά από τον Θεόν. «Ζωήν αιώνιον έδωκεν ημίν ο Θεός», βεβαιώνει η Αγία Γραφή. Έτσι λοιπόν όσοι πιστεύουν στην Τριαδικότητα του Θεού, στην ενανθρώπισή Του στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού εν Βηθλεέμ τη πόλη, εκ Πνεύματος Αγίου και Παρθένου της Μαρίας, πριν από 2000 χρόνια, και συμμετέχουν στα πανάγια σωστικά μυστήρια με συνέπεια στη ζωή τους, όπως το τονίσαμε και προηγουμένως, σε όλους αυτούς ο Θεός δίνει αιώνια ζωή.
Η αιώνιος όμως ζωή υπάρχει στον Υιόν του Θεού, στον Θεάνθρωπον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, «και αύτη η αιώνιος ζωή, εν τω Υιώ αυτού εστίν», λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.
Ο Χριστός λοιπόν είναι αυτός που χαρίζει στον άνθρωπον την αιώνια ζωή. Γι’ αυτό ήλθε στον κόσμο. Γι’ αυτό έγινε άνθρωπος χωρίς να πάψει να είναι και τέλειος Θεός. Τι λέγει; «Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσιν και περισσόν έχωσιν». Εγώ ήλθα στον κόσμο, λέγει ο ίδιος, για να έχουν τα λογικά πρόβατά μου, οι πιστοί μου χριστιανοί, ζωή, και περίσσια αιώνια ζωή. Πλούτος ανεξάντλητος ζωής. Πολύ ανώτερος και πολύ περισσότερος από όλα τα αγαθά της γής. Γιατί αυτός ο πλούτος είναι άφθαρτος και αιώνιος.
Ο Χριστός λοιπόν, ο Λυτρωτής του κόσμου και προσωπικός Σωτήρας του καθενός από μας, μας χαρίζει διά της πίστεως και της συμμετοχής βέβαια στα μυστήρια, μια υπερφυσική δύναμη, που μέσα από το Άγιον Βάπτισμα, το βασιλικόν Χρίσμα και την Θεία Κοινωνία του Παναγίου Σώματος και του Τιμίου Αίματος αυτού και της μετανοίας, μας αναγεννά και μας δικαιώνει. Και όσο περισσότερο διαρκούν η αληθινή μετάνοια και το ταπεινό φρόνημα, τόσο και περισσότερο κάθε μέρα μεταμορφώνει ολόκληρη τη ζωή μας, την καρδιά μας, την ψυχή μας, το μυαλό μας, τις σκέψεις μας, τις αισθήσεις μας, ακόμα και το σώμα μας.
Και αν στο διάβα της ζωής και του χρόνου που κυλάει πέσουμε και βρωμίσουμε την στολήν της ψυχής μας, Εκείνος και πάλι μέσω της αληθινής μετανοίας μας ξαναδίδει τα πλούσια χαρίσματά Του για να μη χάσουμε την αιώνια ζωή.
Ξαναχαρίζει την υιοθεσία και μας κάνει κληρονόμους της Βασιλείας Του. Εκείνος, ο Χριστός, είναι ο φιλάνθρωπος Θεός, ο πανάγαθος, ο εύσπλαχνος, ο παντελεήμων, ο πανοικτίρμων, αυτός και μόνον.
Εκείνος γίνεται η αστείρευτη πηγή της πνευματικής μας ζωής που δεν έχει τέλος, που δεν φοβάται τον θάνατον, που δεν τρέμει μπροστά στον διάβολο. Που δεν λυγίζει στις θλίψεις της ζωής.
Και κάτι άλλο. Η ζωή μας μαζί με τον Χριστόν, η πνευματική μας δηλαδή ζωή, είναι ξένη προς την αμαρτία, την κάθε είδους αμαρτία. Και θα κάνουμε ένα ειδικό κήρυγμα γι’ αυτό, και μια δική μου μικρή αναδρομή και απολογία.
Την κάθε είδους αμαρτία, της οποίας η πιο οδυνηρή και τελική κατάληξις είναι ο θάνατος. Ο αιώνιος θάνατος, και του σώματος και της ψυχής, δηλαδή η κόλασις, η αιώνιος κόλασις.
Η αμαρτία λοιπόν αδελφοί μου, μας χωρίζει από Κείνον που είναι ο αληθινός Θεός και Ζωή αιώνιος, σύμφωνα με την βεβαιωτική γλώσσα του Ευαγγελιστού Ιωάννου, Πρώτη Επιστολή, 5ο Κεφάλαιο, στίχος 20.
Μας χωρίζει όμως και από τον πλησίον μας, από τον συνάνθρωπό μας, από τον δικό μας άνθρωπο, που είναι και αυτός εικόνα του Θεού. Γι’ αυτό και μεταξύ μας δεν έχουμε ειρήνη, ομόνοια, αγάπη, χαρά. Μπορεί να φταίω μόνον εγώ, μπορεί κάπου αλλού να φταίνε και οι δύο, και οι τέσσερεις, και οι έξι, και οι δέκα, και οι εκατό, όλοι μας.
Έτσι στο χρόνο που πέρασε αυτό να μας απασχολήσει και αυτό να μας προβληματίσει. Η αμαρτία!
Ο Δαυΐδ λέγει κάθε μέρα. Πιστεύω ότι όλοι μας λέμε τον πεντηκοστό ψαλμό. «Την αμαρτία μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί διά παντός».
Το πόσο λυπήσαμε το Θεό και το πόσο τραυματίσαμε τον πλησίον μας, γι’ αυτό χρειάζεται να μετανοήσουμε. Και όχι να μετανοήσουμε μια φορά, αλλά να μετανοούμε κάθε μέρα, πρωί μεσημέρι βράδυ και να κλαίμε. Και τότε και μόνον τότε στην Ιερά Εξομολόγηση και στην κρυφή μας προσευχή θα έλθει η Θεία Χάρις και θα καθαρίσει την ψυχή μας, και θα την καταστήσει κατοικία της, θρόνο της. Αυτή η Θεία Χάρις θα μας ξαναενώσει με τον Χριστόν και τον πλησίον. Γι’ αυτό και οι αποφάσεις που θα πάρουμε σήμερα το βράδυ θα πρέπει να είναι μια καινούργια ζωή μαζί με τον Χριστό!
Αν δεν την πάρουμε και δεν την βάλουμε σε πράξη, αύριο μπορεί ή μεθαύριο να είμαστε νεκροί. Χωρίς Χριστόν αιώνιος κόλασις.
Να πάρουμε μια απόφαση για μια ζωή αληθινής μετανοίας, πίστεως, προσευχής, υπομονής και ταπεινού φρονήματος. Μια ζωή πνευματικών αγώνων. Τη ζωή της Χάριτος! Της Χάριτος εκείνης που απορρέει από τα πανάγια σωστικά μυστήρια, για να ζήσουμε όχι μόνον ένα χρόνο, έναν ακόμα χρόνον, ή χρόνια πολλά, αλλά για να ζήσουμε αιώνια στη χαρά της Βασιλείας των Ουρανών.
Γι’ αυτό και ’γω σας εύχομαι να ζήσετε όχι χρόνια πολλά, εκατό ή διακόσα, - μακάρι να ζήσετε – αλλά να ζήσετε ΑΙΩΝΙΑ μαζί με τον Χριστόν στην Ουράνια Βασιλεία της Τριαδικής Θεότητος,

Αμήν.

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2000

Το πνευματικό νόημα των Χριστουγέννων και με ποιούς τρόπους βιώνεται από μας τους Χριστιανούς



165-γ
Κυρ. Προ των Χριστουγέννων, 2000

Την περασμένη Κυριακή αδελφοί μου είπα τι λέγει η εντολή του Θεού μέσα στην Αγία Γραφή, σχετικά με την ενδυμασία ανδρών και γυναικών, και παρατηρήθηκε και προηγουμένως αυτό.
Η ενδυμασία των ανθρώπων από αρχαιοτάτους χρόνους μέχρι και σήμερα, έχει υποστεί πολλές αλλαγές. Μάλιστα δε κατά τόπους, φυλές και έθνη υπάρχουν πολλές διαφοροποιήσεις.
Πάντοτε όμως και παντού υπήρχε διαφορά στον τρόπον ενδυμασίας των γυναικών από τους άνδρες. Αυτό το βλέπουμε ακόμα και μέσα στην Αγία Γραφή. σαν νόμος και εντολή Θεού, και όπως καταλαβαίνετε για μας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ο Λόγος του Θεού ισχύει πάντοτε, είναι ο ίδιος, αναλλοίωτος και αιώνιος, χωρίς να τροποποιείται ανάλογα με τις εποχές και τα πάθη μας. «Ο Χριστός χθες και σήμερον, ο αυτός και εις τους αιώνας», βεβαιώνει ο Απόστολος Παύλος. Έτσι αν στις ημέρες μας οι χριστιανοί, με την ενδυμασία τους αλλάζουν φύλο, από γυναικείο σε ανδρικό και αντιστρόφως, αυτό απαγορεύεται ρητά από τον νόμον του Θεού.
Εμένα προσωπικά σαν ιερέα της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας με ενδιαφέρει η ενδυμασία όλων, μόνον μέσα στον Ιερό Ναό, στη Θεία Λατρεία, εδώ στη Θεία Κοινωνία όταν έρχεσθε, όταν προσέρχεσθε στο γάμο, στη βάπτιση ή στην εξομολόγηση.
Εξ αφορμής λοιπόν μιας κακής και πεισματάρικης συμπεριφοράς μιας ψυχής, ο Θεός για να την συνετίσει, της έδειξε με όνειρο πολύ αποκαλυπτικό ποια θα πρέπει να είναι η ενδυμασία της όταν εκκλησιάζεται, όχι όταν είναι έξω.
Το πώς όμως θα ντύνεσθε εσείς, στην ιδιωτική σας ζωή, άνδρες και γυναίκες, στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο, στις κοινωνικές σας υποχρεώσεις και λοιπά, αυτό είναι και δική σας ευθύνη. Αυτό που αφορά εμένα σαν ιερέα, το επαναλαμβάνω, είναι αποκλειστικά και μόνον ο χώρος εδώ της εκκλησίας που είναι και ιερός.
Παρά ταύτα, εγώ προσωπικά, πολύ σπάνια όπως θα το γνωρίζετε κιόλας, κάνω παρατηρήσεις και υποδείξεις πάνω σ’ αυτό το θέμα. Αφήνω να έλθει ο φωτισμός, για να καταλάβετε έτσι σεις, πιο είναι το καθήκον σας απέναντι στο Θεό και να το εφαρμόζετε. Αυτά είπα και αυτά εννοούσα την περασμένη Κυριακή και νομίζω ότι έγινα σαφής.

Και ας έλθουμε στη σημερινή μας Κυριακάτικη ομιλία.

Χριστός γεννάται, δοξάσατε.
Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε.
Χριστός επί γης, υψώθητε.

Σαράντα δύο χρόνια χριστιανοί μου που είμαι κληρικός, ιερεύς, και λειτουργός του Υψίστου και εξομολόγος, αυτές τις ημέρες των Χριστουγέννων, αλλά και όλων των άλλων εορτών του Δωδεκαημέρου, με απασχολεί πάντοτε το πνευματικό νόημα αυτών των αγίων ημερών, που ασφαλώς είναι κάτι το πολύ βαθύ, το υπέροχο και συγχρόνως ακατάληπτο.
Αν τις ημέρες αυτές τις αντιμετωπίζουμε και τις χαιρόμαστε μόνον με τους στολισμούς και τα Χριστουγεννιάτικα δένδρα, και μάλιστα με τους φαντασμαγορικούς στολισμούς, με τους χιλιάδες πολύχρωμους φωτισμούς στους δρόμους και στις βιτρίνες των καταστημάτων, τις φωτοβολίδες, τα γλέντια και τις διασκεδάσεις, και τότε δεν πετύχαμε, δεν πετύχαμε απολύτως τίποτε για την ωφέλεια της ψυχής μας απ’ αυτές τις άγιες ημέρες. Είναι όντως πολύ ωραία και εντυπωσιακά, και εγώ εντυπωσιάστηκα και ευχαριστήθηκα, όταν την νύχτα βλέπουμε τους πολύχρωμους φωτισμούς, στα μπαλκόνια και στα δένδρα των σπιτιών, στους κεντρικούς δρόμους και στις βιτρίνες των μεγάλων καταστημάτων. Όλα αυτά και θα τα απολαύσουμε και θα τα θαυμάσουμε.
Αλλά, υπάρχει ένα αλλά. Θα κρατήσουμε εκείνα που δένουν ολόκληρη την οικογένεια, σε μια πνευματική ενότητα μέσα στο αληθινό πνεύμα των εορτών. Να ζήσουμε δηλαδή σε μια ατμόσφαιρα καθαρώς μυστηριακή, με εκκλησιασμό από τις πέντε το πρωί. Με Ιερά Εξομολόγηση που θα προηγηθεί πριν από μέρες αρκετές. Με Θεία Κοινωνία και με πνευματικές συζητήσεις και ιερά μελέτη γύρω από το βαθύ και πνευματικότητα νόημα της εορτής των Χριστουγέννων, που μπορούμε να το κάνουμε και στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Αλήθεια, πώς θα δοξάσουμε τη Γέννηση του Σωτήρος Χριστού;
Πού θα Τον προϋπαντήσουμε και με ποιόν τρόπον θα υψωθούμε μέχρι τον ουράνιο θρόνο Του;
Αυτά ψάλαμε και αυτά ζητάει η Εκκλησία μας αυτές τις ημέρες.
Αν μέσα μας αδελφοί μου, αν μέσα μας λέω, δεν ζήσουμε μια ζωογόνο αλλαγή, μεταβολή της ψυχής μας σε φάτνη πνευματική, τότε σε τίποτα δεν θα μας ωφελήσουν οι φαντασμαγορικές και πολύχρωμες διακοσμήσεις και διασκεδάσεις και τα δώρα. Αν εσείς και γω δεν βιώσουμε την προσωπική μας αναγέννηση, και αν μέσα στις καρδιές των παιδιών μας δε γεννήσουμε την ελπίδα της σωτηρίας, ότι Χριστός αληθινός Θεός εγεννήθη εν Βηθλεέμ τη πόλη μέσα σε ένα στάβλο, από μια παρθένα γυναίκα, τη Μαριάμ, την Υπεραγία Θεοτόκο.
Αν λέω δεν γίνουν όλα αυτά, τότε οι γιορτές απέτυχαν το σκοπό τους. Και τον απέτυχαν επειδή βρήκαν τις καρδιές μας παγωμένες, αδιάφορες, κλειστές… Οι γιορτές που έρχονται αδελφοί μου, κάθε χρόνο δεν είναι μόνο για ευχές και «χρόνια πολλά», και «χρόνια πολλά», αλλά για Ευαγγελικούς και πνευματικούς προβληματισμούς.
Στο πώς δηλαδή θα γίνουμε σωστότεροι χριστιανοί, και
με περισσότερο ταπεινό πνεύμα,
με περισσότερη υπομονή, μακροθυμία και ανοχή.
Με περισσότερη αγάπη στις πράξεις μας, που δεν την έχουμε αυτήν την αγάπη, ούτε εγώ.
Με περισσότερη πίστη προς τον Θεόν και
με περισσότερη αληθινή και συντετριμμένη μετάνοια.
Όλα τα άλλα μπορεί να χρειάζονται, και τα παιχνίδια και τα δώρα και τα στολίσματα, όπως τα τονίσαμε προηγουμένως, αλλά χωρίς Χριστόν τα πάντα είναι ανώφελα, άχρηστα, ουτοπία, ένα τίποτα. Και αυτό διότι η Ευρωπαϊκή νοοτροπία και ο Αμερικανισμός εμποροποίησαν την πνευματικότητα και την ουσία των μεγάλων αυτών εορτών, και έτσι μείναμε και μένουμε μόνο στη φιγούρα, στη βιτρίνα, δηλαδή στην επιφάνεια. Μια ματιά γύρω μας και η διαπίστωση είναι όντως τραγική και απογοητευτική. Και παιχνίδια και δώρα και στολισμοί, και δένδρα και φώτα και ρεβεγιόν, όλα για την κατανάλωση, όλα για την κατανάλωση, τίποτα για την ψυχή.
Τα πάντα για την ψυχή προσφέρονται μέσα στον ναό. Μέσα στην εκκλησία, τις ιερές ακολουθίες, τις ιερότατες αυτές ακολουθίες αυτών των ημερών με τα υπέροχα γράμματα που ψάλλει η Εκκλησία μας.

Δύο πράγματα θα σας πω από την παιδική μου ηλικία για να τα συγκρίνουμε με την σημερινή άνοστη πραγματικότητα.
Το πρώτο πράγμα που βλέπαμε εμείς τα παιδιά εκείνη την εποχή του ’35 του ’38 και του 1940 και ’45, ήταν το γενικό άσπρισμα. Άσπριζαν τις μάντρες, τις αυλές, τα πέτρινα πεζοδρόμια, τα σπίτια μέσα και έξω, τους κορμούς των δένδρων μέχρι τη μέση. Γενικό καθάρισμα. Ο στολισμός ήταν πολύ φτωχικός. Εκείνο στο οποίο επέμεναν ήταν η καθαριότητα και η εξωτερική και η εσωτερική.
Έτσι το πρωινό των Χριστουγέννων, ξυπνούσαν μια ώρα νωρίτερα οι νοικοκυρές, για να συγυρίσουν και στρώσουν το σπίτι, έτσι ώστε όταν θα γυρίσουν από την εκκλησία, να τους περιμένει ολοκάθαρο το σπιτικό. Γιατί; Εμείς όλα τα πιτσιρίκια εκείνης της εποχής ρωτούσαμε γιατί αυτή η τόση σχολαστικότητα στο άσπρισμα και γενική ετοιμασία του σπιτιού και η απάντησις των μεγάλων ήταν συνήθως διπλή.
Πρώτον γιατί ήταν Χριστούγεννα και
Δεύτερον γιατί ο Χριστούλης που γεννήθηκε στη Βηθλεέμ θα ήταν ο ΠΡΩΤΟΣ επισκέπτης στο σπίτι μας, μαζί με τους αγγέλους και τους μάγους εκ Περσίας.
Πω πώω, λέγαμε εμείς, θα ήρχετο ο Χριστούλης; Στο σπίτι μας; Μα πώς; Πότε; Πώς μπορεί να γίνει αυτό το πράγμα; Με ποιο τρόπο; Και οι μεγάλοι μας απαντούσαν με πολλή φυσικότητα, απάντηση που πρέπει να δίδετε και σεις οι γονείς. Δεν θα πάμε όλοι μαζί οικογενειακώς να κοινωνήσουμε; Ναι, ε λοιπόν όλοι εμείς, ο μπαμπάς, η μαμά, ο παππούς, η γιαγιά, τα παιδιά, μαζί με τη Θεία Κοινωνία θα φέρουμε και τον Χριστό στο σπίτι μας. Μαζί Του θα γιορτάσουμε, μαζί Του θα περάσουμε καλά και αγιασμένα Χριστούγεννα.
Καταπληκτικό και θαυμάσιο και εξαίσιο αλλά δεν υπάρχει σήμερα στην εποχή μας πάρα πολύ σπάνια. Ο Χριστός στο φτωχικό μας ή στην καλύβα μας, ή και στο αρχοντικό μας.
Επαναλαμβάνω Χριστούγεννα με τον Χριστόν στο σπίτι. Με τον Χριστόν στο σπίτι και στην οικογένειά μας.
Δυστυχώς σήμερα οι περισσότεροι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, γιορτάζουν Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν.

Το δεύτερο πράμα που ήθελα να σας πω, αναφέρεται στα δώρα. Τα δώρα χαρίζονταν σε δυο κατηγορίες. Τα πρώτα είχαν σχέση με τα Χριστούγεννα, και ήταν συνήθως ένα ζευγάρι κάλτσες, ένα ζευγάρι παπούτσια, το παντελόνι, μια γραβάτα, ένα πουκάμισο και τα λοιπά και τα λοιπά, ένα παλτό, ένα φόρεμα,… Αυτά τα φορούσαν οι χριστιανοί τα Χριστούγεννα για πρώτη φορά, για να αγιαστούν και αυτά μέσα στην εκκλησία. Όπως η Εκκλησία αγιάζει τα σπίτια, αγιάζει τα χωράφια, τα αμπέλια και τις στάνες με τα ζώα τους κήπους και τα πηγάδια, τα γεννήματα με τους καρπούς και τόσα άλλα, έτσι και στο Χριστουγεννιάτικο εκκλησιασμό κάθε τι καινούργιο που φορούσαμε πάνω μας, έπρεπε να αγιαστεί εκείνη την ημέρα για να στεριώσει, για να φορεθεί με υγεία, με χαρά πνευματική.
Χάθηκε και αυτό το ευλογημένο έθιμο, έθιμο που έφερνε πιο κοντά τον άνθρωπο με την Εκκλησία και τις γιορτές, που τον έντυνε πνευματικά γιατί τα πάντα αγιάζει ο Χριστός με την Εκκλησία Του.
Τα δεύτερα δώρα ήταν για την Πρωτοχρονιά και ήσαν βέβαια διάφορα παιχνιδάκια για τα μικρά παιδιά που έφερνε συνήθως ο Άγιος Βασίλειος ή αργά το βράδυ ή το πρωί πρωί.
Θα μπορούσα βέβαια να αναφερθώ και σ’ άλλα, αλλά ήδη πέρασε η ώρα.

Σήμερα οι γιορτές βγήκαν από την Εκκλησία και από την δεμένη οικογένεια και δόθηκαν στις φιέστες, στις ξενόφερτες μουσικές στη διασκέδαση και στο φαγοπότι.
Χάθηκαν δυστυχώς οι πνευματικές αξίες, και παραμερίστηκε η ουσία και το πνεύμα των θρησκευτικών εορτών και μάλιστα των Χριστουγέννων. Και όχι μόνον.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η Ορθοδοξία μας αδελφοί μου, δεν αρνιέται επαναλαμβάνω τις πανηγυρικές εκδηλώσεις και δεν αποστρέφεται τις πληθωρικές διακοσμήσεις, εορταστικές διακοσμήσεις που γίνονται κάθε φορά, αλλά δε μένει σ’ αυτές. Η Εκκλησία κάνει κάτι πολύ μεγάλο. Προχωρεί βαθύτερα. Γι’ αυτό κάνουμε το κήρυγμα, για να μπορέσουμε όλοι μαζί να μπούμε βαθύτερα στο πνευματικό νόημα των εορτών και αυτό να μεταβιβάσουμε, στους συντρόφους μας, στα παιδιά μας, στους γείτονές μας, στους συγγενείς μας και στους φίλους μας.
Προτείνει και εφαρμόζει δηλαδή, την αδιάσπαστη αρμονία μεταξύ τους πνευματικού και υλικού στοιχείου των εορτών με σκοπό την πνευματοποίηση των τύπων και όλων των ποικίλων εκδηλώσεων, των εξωτερικών εκδηλώσεων που έχουν αυτές οι εορτές. Και από κεί να μας οδηγήσει σε προσωπική συνάντηση με τον Θεόν, με τον Σωτήρα μας Ιησούν Χριστόν, με αυτόν που πρέπει να προϋπαντήσουμε.
Ο Χριστός για μας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, δεν γεννήθηκε απλώς και μόνον πριν 2000 χρόνια – τώρα τελειώνουν τα 2000 χρόνια, από μεθαύριο αρχίζει ο καινούργιος αιώνας – αλλά εξακολουθεί να είναι παρών, ο ζωντανός Θεός και μας προσφέρεται κάθε μέρα μέσα από τα πανάγια μυστήρια, μέσα από την Αγία Του Εκκλησία, μέσα από το Άγιόν Του Ποτήριον.
Η Θεία Κοινωνία, το πνεύμα της μετανοίας, η Ιερά Εξομολόγησις, η δακρύβρεκτος προσευχή, ο Ευαγγελικός λόγος και πολλά άλλα, είναι αυτά που φέρνουν τον Χριστόν στις καρδιές μας και έτσι μόνον μπορούμε να γιορτάσουμε Χριστούγεννα.
Και τότε και τα πάντα πνευματοποιούνται, και οι τύποι, και οι διακοσμήσεις των εορτών και πλημμυρίζει η καρδιά μας από αγάπη και συγγνώμη.
Βέβαια η πραγματικότητα είναι τραγική, γιατί γύρω μας βλέπουμε οι άνθρωποι να σωριάζονται σε ερείπια. Είναι η τρομακτική διάλυση της οικογένειας, είναι η αύξησις των εκτρώσεων, είναι η πείνα, είναι η ανεργία, είναι η φτώχεια, είναι η αύξησις των ασθενειών και ειδικά των ποικίλων μορφών του καρκίνου, τα τρομερά ατυχήματα που έχει η πατρίδα μας, οι αναπηρίες και τόσα άλλα.
Εντούτοις όμως ο αληθινός Ορθόδοξος Χριστιανός, ανησυχεί, αγωνιά, προσεύχεται. Και παρακαλεί αυτόν τον Θεόν που συνεχώς γεννάται εκ Παρθένου, ΓΕΝΝΑΤΑΙ εκ Παρθένου, γεννιέται κάθε φορά, κάθε μέρα μέσα στην Αγία μας Εκκλησία, πάνω στην Αγία Τράπεζα και στις καρδιές μας. Και προσεύχεται σ’ αυτόν. Και νηστεύει και αγρυπνεί τις νύχτες και κλαίει και για τις δικές του αμαρτίες τις πολλές, αλλά και για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων που βρίσκονται μακριά και δεν ξέρουν πώς να γιορτάσουν Χριστούγεννα. Άλλωστε είναι και ο μόνος που μπορεί να βιώσει αυτό το μεγάλο νόημα της εορτής αυτής.

Αδελφοί μου, τη χαρά των Χριστουγέννων την εύχομαι σε σας, προσωπικά και στις οικογένειές μας, και στις οικογένειές σας, αλλά και σείς όμως να την εύχεσθε σε μένα, και πριν πω το «αμήν», επειδή το βράδυ δεν θα βρεθούμε στις εκκλησίες για να παρακολουθήσουμε τον εσπερινό, τον οποίον εμείς κάναμε χθες το βράδυ μαζί με τις Μεγάλες Ώρες, γι’ αυτό αργά και καθαρά από τους ιεροψάλτες μας, να ψάλουμε όλοι μαζί το απολυτίκιο των Χριστουγέννων.

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2000

Το Μαρτύριο, οι Μάρτυρες, οι Άγγελοι και η προτροπή γιά νέους Αγίους

4.12.2000 Αγ. Βαρβάρας
165 - α



Αλήθεια αδελφοί μου, πώς τιμάται ένας Άγιος της Εκκλησίας μας; Ή μάλλον πώς πρέπει να τιμούμε εμείς οι σημερινοί Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, την Μεγαλομάρτυρα Αγία Βαρβάρα; Και μάλιστα εμείς που εκκλησιαζόμαστε στον Ιερό Ναό της;

Πολλές φορές έχουμε πει ότι τους Αγίους τους τιμάμε όταν μιμούμεθα το φρόνημά τους. Όταν ακολουθούμε τον τρόπον της ζωής τους. Όταν καλλιεργούμε τις δικές τους αρετές και ειδικά την έμπρακτη πίστη τους, που έφτανε μέχρι την ομολογία και το μαρτύριο.
Την βοήθεια για την μίμηση των Αγίων, μας την προσφέρει η Αγία μας Εκκλησία με τα σωστικά της Μυστήρια, το Βάπτισμα, το Χρίσμα, τη Θεία Ευχαριστία και την Ιερά Εξομολόγηση, καθώς επίσης και με την ακριβή τήρηση των Ευαγγελικών εντολών και την καλλιέργεια των θειοτάτων αρετών.
Οι Πατέρες λένε ότι στους εσχάτους καιρούς που τα αγιασμένα παραδείγματα θα λείπουν από τις κοινωνίες των ανθρώπων, και θα βασιλεύει και θα επικρατεί τότε η υλοκρατία, η ειδωλολατρία, ο πανσεξουαλισμός και ο σατανισμός ή η σατανολατρεία, τότε οι ολίγοι σωζόμενοι χριστιανοί, το μικρό ποίμνιον, θα λάβουν δόξα και τιμή μαρτύρων.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αδελφοί μου, απευθυνόμενος στους μάρτυρας, λέγει τα εξής:
-Σεις οι άγιοι μάρτυρες, ανεδείχθητε το μέγιστο παράδειγμα υπομονής, υπομονής μέχρι θανάτου. Σεις οι άγιοι μάρτυρες, νέοι και νέες, παρακινείτε όλους ημάς τους ολογιψύχους, τους ραθύμους και αμελείς προς μίμησιν του μαρτυρίου σας. Σεις όλοι οι άγιοι μάρτυρες, από τα νήπια της Βηθλεέμ και του τριετούς Αγίου Κηρύκου, μέχρι και τους πλέον γεροντοτέρους μάρτυρας και ιερομάρτυρας, όπως ήταν ο Άγιος Χαράλαμπος, πάνω από εκατό ετών, σεις λοιπόν που αναπληρώσατε κατά τον Απόστολο Παύλο τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί ημών και εγεννήθητε θέατρον τω κόσμω, και αγγέλοις και ανθρώποις, εις μεν τους αιρετικούς και απίστους κατέστητε ντροπή και λύπη και ατιμία και έλεγχος δριμύς. Εις τους δε ευσεβείς χριστιανούς, τιμή και καύχημα και δόξα και χαρά.
Και συνεχίζοντας ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης βεβαιώνει τα εξής:
-Όπως στα πονηρά πνεύματα, στους δαίμονας δηλαδή, το Άγιον και σωστικόν μαρτύριόν σας έγινε πόνος και φρίκη και αθυμία ανυπόφορος, έτσι και στους αγγέλους, στα μακάρια αυτά ουράνια πνεύματα, το μαρτύριό σας έγινε χαρά ανέκφραστος. Αγαλλίασις ανεκλάλητος και ευφροσύνη αιώνιος.
Ναι αδελφοί μου, τα αγγελικά λειτουργικά πνεύματα και τάγματα όντως χαίρονται και συναγάλλονται στο άκουσμα μαρτυρίου και σταυρωμένης ομολογίας. Γι’ αυτό και επιθυμούν να σκύβουν στη θεωρία αυτή των μαρτυρικών θανάτων των μαρτύρων βοηθώντας και ενισχύοντας αυτούς.

Ο δε Άγιος Κυπριανός μας λέγει περίπου τα εξής:
-Όσον αγάλλονται και δοξάζονται οι ουράνιες ταξιαρχίες των ασωμάτων δυνάμεων, από την μακαρία θέα της τρισηλίου ακτίστου δόξης του εν Τριάδι Θεού, άλλο και τόσον μακαρίζονται και χαίρονται διότι βλέπουν και απολαμβάνουν τους αγίους μάρτυρας ανάμεσα στα δια Χριστόν και Κύριον μακάρια πάθη και μαρτύρια.
Εδώ δηλαδή ο Άγιος Κυπριανός, ταυτίζει την δόξα και την μακαριότητα των αγγέλων με τα μαρτύρια των Αγίων Μαρτύρων με το πάθος και το μαρτύριον που γίνεται δια τον Σωτήρα Ιησούν Χριστόν.
Και συνεχίζει τονίζοντας κάτι πολύ σημαντικό:
-Αν, αν λέγει, μπορούσαν να ζηλέψουν οι άγγελοι, εκείνο που θα ζήλευαν θα ήταν το μαρτύριο των Αγίων μαρτύρων. Βέβαια τέτοιο πράγμα δε γίνεται γιατί οι άγγελοι είναι απαθείς, αλλά έτσι τονίζεται όμως από τον Άγιο Κυπριανό επίσκοπο Κύπρου, το ανυπέρβλητο μεγαλείο των Αγίων μας μαρτύρων.

Πολλοί εκ των Αγίων μαρτύρων είναι θαυματουργοί, είναι μυροβλήτες, είναι τροπαιοφόροι, είναι ιατροί και ιαματικοί, οι δε άγιοι μάρτυρες διακρίνονται στις εξής κατηγορίες.
Στους μεγαλομάρτυρες,
στους καλλινίκους μάρτυρες,
στους ιερομάρτυρες,
στους οσιομάρτυρες,
στους οσιοπαρθενομάρτυρες,
στους νεομάρτυρες και
στους εθνομάρτυρες.
Όλοι τους όμως υπήρξαν φωστήρες της οικουμένης, ματωμένοι πύργοι της ευσεβείας, φύλακες ομολογηταί της Εκκλησίας, αιματοβαμμένα ρόδα του Ουρανού.

Χριστιανοί μου, η Αγία Βαρβάρα, υπέστη μαρτυρικό διωγμό και θάνατο από τα χέρια του πατέρα της. Μήπως το ίδιο δε συμβαίνει κατά κάποιον τρόπον και σήμερα όταν νέοι και νέες στρέφονται προς την Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού και μάλιστα όταν επιθυμούν να ενδυθούν το τιμιότατον ράσο;
Πόλεμοι, διωγμοί, πιέσεις, απειλές, κοροϊδίες, ειρωνίες, ακόμα και εκβιασμοί από το οικείον περιβάλλον, δημιουργούν μια αφόρητη κατάσταση σε όλους εκείνους, μικρούς και μεγάλους, νέους και νέες, εγγάμους και αγάμους, που αποφασίζουν να βρουν τον προορισμό τους και την σωτηρία τους κοντά στο Χριστό, στην Εκκλησία Του και στα Μυστήριά της, στο Ευαγγέλιο και στις θείες του εντολές.

Βλέποντας και θαυμάζοντας την Αγία Βαρβάρα, τη μικρή αυτή παρθένο κόρη και μεγαλομάρτυρα, ας προσέλθουμε όλοι μας σιωπηλά, και σήμερα το βράδυ και αύριο ολόκληρη την ημέρα, και με ευλάβεια πολλή ας ασπασθούμε στην Αγία της εικόνα το ιερό μαρτυρικό πρόσωπό της που ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός το στεφάνωσε με δόξα και τιμή πολλή. Ας μας επιτραπεί ακόμα να τολμήσουμε να πούμε όπως λέγει ένας άγιος να ασπαστούμε και τα χείλη της Αγίας με τα οποία ομολόγησε φωνάζοντας: «Είμαι χριστιανή πατέρα!» Και έπεσε κάτω σφαγμένη από τον σκληρόκαρδο και δήμιο εκείνον πατροκτόνον.

Είναι όντως μέγιστο και εξαίσιο το θαύμα της Ορθοδόξου μας πίστεως αδελφοί μου. Και αν γυρίσουμε πίσω στα χρόνια των μαρτύρων και μαζί εκεί με τις ουράνιες αρχαγγελικές δυνάμεις, νοερά θα παρακολουθήσουμε ένα εξαίσιο θαύμα : τους αθλητάς της πίστεως να συμπλέκονται μέσα στο μαρτύριο με τους αντιπάλους της αμαρτίας, παρακολουθούμενοι και ενισχυόμενοι από τους αγγέλους.

Χριστιανοί μου, πολλά και ποικίλα τα κατορθώματα των Αγίων μαρτύρων της Εκκλησίας μας. Είναι αυτά που έθρεψαν γενεές γενεών πιστών χριστιανών. Γενεές πιστών μέσα από τα συναξάρια και τα γεροντικά, που οι πατέρες έλεγαν στα παιδιά τους, οι μητέρες στις θυγατέρες τους, οι παππούδες και οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους. Είναι αυτά που τρέφουν και τροφοδοτούν όσους από μας σήμερα το θέλουν και το επιθυμούν.

Έχουμε όμως και σήμερα ανάγκη από νέο αίμα μαρτύρων. Αίμα και ιδρώτα αγίων. Στην εποχή μας, την άγονη εποχή μας, την άγονη από ήθος αληθινό, τη στείρα εποχή μας, τη στείρα από την πίστη, την ολιγόψυχη και μοιχαλίδα αυτή εποχή μας, στην εποχή μας αυτή λέω, μας λείπουν όχι τα αγαθά, όχι οι γνώσεις, όχι οι επιστήμες, όχι οι ευκολίες της ζωής, όχι οι απολαύσεις, αλλά μας λείπουν οι ιεραπόστολοι, οι όσιοι, οι ομολογηταί και οι μάρτυρες. Ναι, μας λείπουν και οι άγιοι χριστιανοί. Από τέτοιους έχουμε σήμερα ανάγκη. Από κανέναν άλλον. Μόνον από αγίους χριστιανούς. Από αποστόλους και ομολογητάς και μάρτυρας και οσίους έχει ανάγκη η εποχή μας, η πατρίδα μας, η Ορθόδοξη Ελλάδα μας, την οποίαν θέλουν να αποχριστιανοποιήσουν οι κρατούντες σήμερα, και έχοντες στα χέρια τους το χρήμα και τον πλούτο.
Και θέλουν να διώξουν την πίστη μας από την πατρίδα μας, απ’ την κοινωνία μας, απ’ τις εργασίες μας, απ’ τα σπίτια μας, και το καταφέρνουν σιγά σιγά μέσω της τηλεοράσεως. Διά τούτο λοιπόν, γι’ αυτό και εμείς, ας μου επιτρέψετε να κάνουμε μια προσευχή και να κλείσουμε μ’ αυτήν:
Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών,
δια πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου και της Αγίας ενδόξου Μεγαλομάρτυρας Βαρβάρας,
στείλε μας Αγίους για να μας διδάξουν,
στείλε μας αγίους για να μας φωτίσουν,
στείλε μας αγίους για να τους ακολουθήσουμε,
στείλε μας αγίους για να τους μιμηθούμε,
στείλε μας Κύριε αγίους διότι ο θερισμός πολύς και οι εργάται ολίγοι.
Στείλε μας Κύριε και αγίους ιερείς, και όχι σαν και μένα, για να ποιμάνουν μετά συνέσεως και ορθοφρόνως τα λογικά Σου πρόβατα. Ναι Κύριε,
στείλε μας αγίους και μάρτυρας και αποστόλους και εργάτας του Ευαγγελίου,
στείλε μας αγίους χριστιανούς,
στείλε μας αγίους ιερείς
,
Αμήν.