Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2001

Ο Άγιος Σέργιος , η Θεοτόκος οι Χαιρετισμοί και η εξομολόγησις



168 δ
Δ' Χαιρετισμοί 2001

Το όνομα ενός μεγάλου ασκητού που έζησε κοντά στον ποταμό Νούρμα της Ρωσίας ήταν Σέργιος. Όλα αυτά τα χρόνια νήστευε αυστηρά. Ξηροφαγία για πέντε μέρες με λίγο νερό, και το Σαββατοκύριακο λαδερό, ακόμα και το Πάσχα.
Το Σαρανταήμερο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τελείως άσιτος. Είχε καταπλήξει τότε τον κόσμο με το πλήθος των αρετών του, ιδίως με την απέραντη καλοσύνη του και το ταπεινό του φρόνημα.
Η φήμη του είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη Ρωσία, φήμη αγίου και θαυματουργού, οι δε συναξαριστές και βιογράφοι του μας αναφέρουν ότι συχνά συλλειτουργούσε με αγγέλους όπως κάποτε ο Άγιος Σπυρίδων και αργότερα πολλοί ακόμα άγιοι. Είχε δε πλήθος από ουράνιες αποκαλύψεις και καταπληκτικές ενέργειες της Θείας Χάριτος και ιδιαιτέρως μάλιστα από την Υπεραγία Θεοτόκο.
Αρχίζω μ’ αυτή την ιστορία, αυτού του Αγίου διότι ο Άγιος αυτός έχει άμεση σχέση με τους Χαιρετισμούς. Έτσι ο Άγιος Φώτιος, μητροπολίτης Κιέβου, τον εγκατέστησε ηγούμενο στο μεγάλο μοναστήρι της Αγίας Τριάδος. Ο Άγιος εκοιμήθη οσιακώς, στις 7 Οκτωβρίου του 1413.
Ύστερα από πολλά πολλά πολλά χρόνια, που είχε πλέον ξεχαστεί το άγιον πέρασμά του, εμφανίστηκε ξαφνικά ένα βράδυ στον ύπνο ενός απλού και ταπεινού μοναχού, και ο μοναχός τον ρώτησε :
-Ποιος είσαι;
- Είμαι ο αμαρτωλός Σέργιος που παλαιότερα εδώ ήμουν ηγούμενος. Να πεις λοιπόν στον τωρινό ηγούμενο ν’ ανοίξει τον τάφο μου.
Πράγματι υπήκουσε ο ηγούμενος και άνοιξαν τον τάφο του, και από τότε το σκήνωμά του έγινε μια τεράστια πηγή Θείας Χάριτος και πλήθος θαυμάτων. Ο Θεός δια πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου, θέλησε να δοξάσει τον δούλον του, εδώ στη γή, τότε που ο κόσμος πλέον τον είχε ξεχάσει.
Το χαρακτηριστικό του Αγίου ήταν ότι υπεραγαπούσε την Παναγία μας και της ήταν πάντοτε υπήκουος μέχρι θανάτου. Και αυτό το διδάχτηκε στην πράξη εδώ στο Άγιον Όρος. Διότι από το Αγιορείτικο περιβόλι του Άθωνος, ξεκίνησε την ασκητική του ζωή ο Άγιος Σέργιος, για να συνεχίσει στη Ρωσία κοντά στον ποταμό Νούρμα, μέχρις ότου και εκοιμήθη οσιακώς.
Ένα άλλο πράγμα που είναι εξίσου θαυμαστό, και έχει άμεση σχέση με το σημερινό μας κήρυγμα, ήταν ότι ο Άγιος, όλη την ημέρα, όποια και αν ήταν η εργασία του, όποιο και αν ήταν το διακόνημά του, όπου και αν ευρίσκετο, συνεχώς, εψιθύριζε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, από την αρχή μέχρι το τέλος. Και πάλι από την αρχή, και πάλι από την αρχή, αμέτρητες, εκατοντάδες, χιλιάδες φορές, ίσως και εκατομμύρια σε ολόκληρη τη ζωή του. Γι’ αυτό και είχε τόση ευλογία και τόση χάρη, και τόση προστασία και τόσα θαυματουργικά χαρίσματα από την Υπεραγία Θεοτόκο. Άλλωστε αυτή ήταν που κατά μαρτυρία όσων βρισκόταν στην κοίμησή του, ήταν Αυτή η οποία κατέβηκε εν μέσω δορυφορούντων Αγγέλων και Αρχαγγέλων, Χερουβείμ και Σεραφείμ και παρέλαβε την αγία και οσία ψυχή του.

Και μείς οι δούλοι, οι δόλιοι, οι κακομοίρηδες, οι δυστυχισμένοι, οι αμαρτωλοί δε λέμε τους Χαιρετισμούς ούτε μια φορά την ημέρα. Ούτε μία στάση. Και όχι μόνον δε λέμε, αλλά ούτε και μια προσευχή της προκοπής δεν κάνουμε, και πολλές φορές ούτε και αυτόν τον Σταυρό μας. Απορώ πως μας ανέχεται ακόμα ο Θεός. Γιατί δε ρίχνει κεραυνούς και φωτιά εξ ουρανού για να μας κάψει όλους. Γιατί; Φαίνεται λοιπόν πως τον συγκρατεί από την δικαία του αυτή οργή η γλυκειά μας Παναγία, η ουράνια μητέρα μας, η μεσίτρια και προστασία πάντων των χριστιανών, παρόλο που εμείς οι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι χριστιανοί, βρίζουμε μικροί και μεγάλοι, άντρες γυναίκες και παιδιά το πανάγιο και τιμιώτατο όνομά Της. Κάθε μέρα, και πρωί και μεσημέρι και βράδυ, και νύχτα, και για την πιο ακόμα ασήμαντη αφορμή. Θα μας κάψει ο Θεός. Θα μας εγκαταλείψει ο Θεός. Θα εγκαταλείψει την πατρίδα και την Ελλάδα μας, διότι βρίζουμε τα Θεία, και το όνομα της Υπεραγίας Θεοτόκου, και για άλλα πολλά, πολλά πολλά αμαρτήματα.
Ένα άλλο πράγμα που μου έκαμε εντύπωση από τον Άγιο, ήτανε όταν φανερώθηκε στον μοναχό, πώς φανερώθηκε, πώς ονοματίστηκε. Τι του είπε; Είπε ότι είμαι ο Άγιος Σέργιος; Όχι. Είπε ότι είμαι ο αμαρτωλός Σέργιος, ο αμαρτωλός. Και το τονίζω αυτό, για να δούμε το πόσο πολύ διαφέρουμε όλοι εμείς, οι δήθεν Ορθόδοξοι Χριστιανοί, όταν πηγαίνουμε να εξομολογηθούμε. Όταν δεν πηγαίνουμε, νομίζουμε τον εαυτό μας δίκαιο και Άγιο, και μόνο το φωτοστέφανο μας λείπει απ’ το κεφάλι. Και όταν πηγαίνουμε όμως, πηγαίνουμε χωρίς την πρέπουσα συναίσθηση ότι είμαστε αμαρτωλοί. Με λάθη και πτώσεις. Με αδυναμίες και πάθη. Με πονηριές και κακίες. Με ψευτιές και κατακρίσεις. Με νεύρα και θυμούς. Με διαβολοστέλματα, με κατάρες και λόγια άλλα πολλά πικρά. Και πολλές φορές, με αμαρτίες που κινούνται στο χώρο της επιθυμίας, των αισθήσεων, της γλώσσας και των λογισμών. Πρέπει να στεκόμαστε απέναντι στον οποιοδήποτε εξομολόγο, όσο αμαρτωλός και αν είναι αυτός, εφόσον φοράει πετραχήλι, θα πάμε συντετριμμένοι, και να του πούμε «Πάτερ μου είμαι αμαρτωλός, δεν ξέρω πώς να στο πω, πώς να στο περιγράψω, αλλά νοιώθω βαθιά μέσα στο είναι μου, μέσα στην ψυχή μου, μέσα στην καρδιά μου, μέσα στο στήθος μου ότι είμαι αμαρτωλός. Ντρέπομαι να κοιτάξω τις εικόνες. Ντρέπομαι ακόμα να κοιτάξω και σένα, ντρέπομαι όλους τους συνανθρώπους που με περιβάλλουν. Ντρέπομαι την γυναίκα μου, ντρέπομαι τον άντρα μου, ντρέπομαι τα παιδιά μου, τους ντρέπομαι όλους. Είμαι αμαρτωλός και το νοιώθω αυτό. Πολύ βαθειά μέσα μου, γι’ αυτόν και γι’ αυτόν τον λόγον. Και εξηγεί πέντε λόγους. Φτάνουν οι πέντε λόγοι όταν αυτοί είναι συντετριμμένοι και βγαλμένοι μέσα από την ψυχή μας. Και τότε αμέσως μετά την συγχωρητική ευχή, όπως τουλάχιστον ορισμένοι από σας το ομολογείτε, γίνεται πιο λευκός και από το χιόνι. Πιο λαμπερός και από τον ήλιο. Πιο ελαφρός και από τα πούπουλα. Γίνεται άγγελος και πετά στους ουρανούς. Στην εξομολόγηση λοιπόν, ξεκινάμε πάντοτε από το ότι φταίμε εμείς. Και φταίω μόνον εγώ. Όλα τα κακά ξεκινούν από τις δικές μου παραλείψεις, από τις δικές μου υποχωρήσεις και αδυναμίες. Από τα δικά μου λάθη. Εγώ είμαι αμαρτωλός. Εγώ και μόνον». Δεν λέμε ότι οι άλλοι δεν κάνουν, αλλά δεν εξομολογούμεθα για τους άλλους, εξομολογούμεθα για τον εαυτόν μας. Και αναφέρουμε με συντομία στην εξομολόγηση, τις πέντε αυτές δέκα πτώσεις που έχουμε και έτσι λοιπόν δικαιώνεται ο άνθρωπος συγχωρείται και γίνεται πάλι πραγματικό παιδί του Θεού. Τα παράπονα, οι δικαιολογίες, οι μεταθέσεις της ευθύνης στους άλλους και ότι φταίνε μόνον οι άλλοι και μόνον οι άλλοι, αυτά δεν είναι εξομολόγησις. Όταν όμως, λέω όταν, όταν, υπάρχει χρόνος στον πνευματικό, στον εξομολόγο, χρόνος, τότε ασφαλώς, θα πούμε για τα προβλήματα των παιδιών μας, για κληρονομικά, για αρρώστιες, για τόσα άλλα βάσανα που καταταλαιπωρούν τη ζωή μας, από ανεργίες, από χρέη, από μαγείες, από διαζύγια, από ναρκωτικά και από χίλια δυό άλλα κακά. Βέβαια αυτά μας κάνουν πολλές φορές να αγανακτούμε και να απελπιζόμαστε και να αμαρτάνουμε. Πάντως ο χρόνος, προσέξτε τι λέω, ο χρόνος των ιερέων εξομολόγων είναι πολύ περιορισμένος, γιατί οι εξομολογούμενοι τώρα τελευταία έχουν αυξηθεί πάρα πολύ. Και η υγεία των περισσοτέρων κλονίζεται και βαρύνεται, όπως και η δική μου. Πάντως είναι βεβαιωμένο ότι υπάρχουν αρρώστιες και στεναχώριες, μεγάλες, βαριές και ασήκωτες, που όντως οι χριστιανοί έχουν ανάγκη μεγάλης παρηγοριάς και συμπαραστάσεως. Τα δράματα μερικές φορές είναι τόσο τραγικά, που όντως έχουν ανάγκη μεγάλης κατανοήσεως και φροντίδος και αγάπης. Όταν όμως δεν υπάρχει χρόνος απ’ τον κληρικό, θα πρέπει να δείξουμε κατανόηση και να ριχτούμε στην προσευχή με πολλή νηστεία, ιδιαιτέρως δε προς την Υπεραγία Θεοτόκον, διαβάζοντας προσευχές και παρακλήσεις και αν είναι δυνατόν και όλη τη νύχτα, για να μπορέσουμε να έχουμε την θεϊκή παρηγοριά, εκείνη, που ενώ θέλει ο πνευματικός να μας τη δώσει, δεν μπορεί να μας την προσφέρει γιατί ο χρόνος του είναι λίγος και μηδαμινός.
Χριστιανοί μου, το συμπέρασμα από όσα είπαμε μέχρι αυτή τη στιγμή, είναι
- πρώτον ότι πρέπει να αποκτήσουμε πραγματική αίσθηση ότι είμαστε αμαρτωλοί μέχρι τα κόκαλά μας.
- Δεύτερον με αυτή τη συναίσθηση της αμαρτωλότητος και των δακρύων να εξομολογούμεθα με συντομία εκείνα που μας βαραίνουν και που είναι παραβάσεις του Θείου Νόμου και του Θείου θελήματος. Και
- τρίτον για τις βαριές στεναχώριες της ζωής, όπως και για τα άλλα πολυποίκιλα προβλήματά μας, θα καταφεύγουμε στις προσευχές και στις παρακλήσεις προς την Υπεραγία Θεοτόκο, για βοήθεια, για χάρη, για ευλογία, για την λύση όλων των θλίψεων και όλων των στεναχωριών της ζωής μας.

Σας ανέφερα την προπερασμένη Κυριακή, πως κατάφερε μια μητέρα με τον πατέρα και τα έξι της παιδιά, με τελεία νηστεία για ένα οκταήμερο πως έσωσε το παιδί της …

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2001

Η Θεοτόκος, το δόγμα και η στερέωσιη της πίστεως από τους υμνολογούντας Χριστιανούς



168 γ
Γ' Χαιρετισμοί 2001

«Τους σούς υμνολόγους Θεοτόκε».
Η πιο σημαντική και η πιο περιεκτική ονομασία της Παναγίας μας αδελφοί μου, είναι το της Θεοτόκου. Και με αυτήν την ονομασία απευθύνεται στην Παρθένο Μαρία, την πάναγνη κόρη της Ναζαρέτ, ο ιερός υμνογράφος του κανόνος που ακούσαμε προηγουμένως.
Ολόκληρο το δόγμα της θείας οικονομίας για τη σωτηρία του ανθρώπου και γενικά του ανθρωπίνου γένους, στηρίζεται σ’ αυτή τη λέξη, τη λέξη «Θεοτόκος».
Ναι αδελφοί μου, σ’ αυτή τη λέξη στηρίζεται η πίστη μας, η θρησκεία μας, η Ορθοδοξία μας. Διότι αν η Παναγία μας δεν είναι Θεοτόκος, τότε ούτε ο Χριστός είναι Θεός ούτε και Σωτήρας και Λυτρωτής του κόσμου. Αλλ’ αυτό είναι βλασφημία και το υποστηρίζουν μόνον οι αιρετικοί, όπως είναι οι Ιεχωβάδες, οι Πεντηκοστιανοί, οι Ευαγγελικοί, οι Αντβεντιστές, οι εχθροί της πίστεως όπως είναι οι Μασόνοι, οι Σιωνιστές, οι Σατανιστές, οι άθεοι και άπιστοι, οι υλιστές, οι νέοι ειδωλολάτρες που ξεφύτρωσαν τώρα τελευταία και πλήθος άλλων κακοδόξων που έχουν πλημμυρίσει δυστυχώς την πατρίδα μας.
Ο Χριστός λοιπόν είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ο Θεάνθρωπος Κύριος. Ο Ιησούς Χριστός ως τέλειος Θεός είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος που ενηνθρώπισε εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντος και ου ποιηθέντος. Και σαν αληθινός Θεός δεν είναι κτίσμα. Και επειδή δεν είναι κτίσμα γι’ αυτό και η Παναγία μας δεν είναι Χριστοτόκος, ούτε μία απλή γυναικούλα, αλλά η Θεοτόκος και Θεομήτωρ.
Η Θεοτόκος σύμφωνα με τον ειρμό που ψάλαμε προηγουμένως, είναι η ζώσα και άφθονος πηγή θείων χαρισμάτων και απείρων ευλογιών για κάθε χριστιανό που την τιμά και την σέβεται με την προσευχή με τη λατρεία και προπαντός με την καθαρή ζωή του. Διότι όπως είπε ο Κύριος αν κάθε πιστός χριστιανός που λαμβάνει την χάριν του Αγίου Πνεύματος από το Άγιον Βάπτισμα και το Ιερόν Χρίσμα, από τη Θεία Κοινωνία και την αληθινή μετάνοια διά μέσου της Ιεράς Εξομολογήσεως, από το συντετριμμένο πνεύμα και ιδιαιτέρως από την εφαρμογή του θείου θελήματος, γίνεται μέσα στην καρδιά του αυτή η δωρεά του Αγίου Πνεύματος, αυτός ο καρπός του Πνεύματος, πηγή ύδατος αλωμένου εις ζωήν αιώνιον.
Αν όλα αυτά γίνονται στην καρδιά που έχει την χάριν του Αγίου Πνεύματος, τότε αυτό το πράγμα ισχύει ασυγκρίτως πολύ περισσότερο για το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία κατέστη το κατ’ εξοχήν δοχείον του Αγίου Πνεύματος, αφού καταξιώθηκε να κυοφορήσει στα παρθενικά της σπλάχνα και να γεννήσει τον μονογενήν Υιόν του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.
Η Παναγία μας είναι όχι μόνον τιμιωτέρα των Χερουβείμ, όχι μόνον ενδοξοτέρα των Σεραφείμ, αλλά και υψηλοτέρα όλων των αγίων, και λαμπροτέρα όλων των ηλίων και Βασίλισσα της Βασιλείας των Ουρανών. Η Θεοτόκος είναι ο βράχος της αλήθειας, της αλήθειας της πίστεώς μας, που πάνω σ’ αυτόν τον βράχον σπάνε και θα σπάνε εις τους αιώνας πάντοτε τρία φοβερά κύματα.
Το πρώτο κύμα είναι το κύμα του χρόνου. Πέρασαν δυό χιλιάδες χρόνια, και τα ονόματά Της, Θεοτόκος και Θεομήτωρ, Αειπάρθενος και Παναγία δεν μπόρεσε να τα σβήσει και να τα εξαλείψει η χρόνος. Το όνομά Της εξακολουθεί να θριαμβεύει, να θαυματουργεί, να λατρεύεται.
Δεύτερον το κύμα της βλασφημίας. Αφρίζουν τα στόματα των αμαρτωλών και ασεβών που με λύσσα κάθε μέρα, δυστυχώς, πολύ δυστυχώς, βλαστημάνε το Πανάγιον όνομά Της. Άνδρες και γυναίκες, ακόμα και παιδιά, και μικρά παιδιά, νέοι και νέες, γέροι και γριές, μεγάλοι και μικροί, βλαστημάνε συνεχώς το Πανάγιον όνομά Της και γενικώς τα Θεία. Ιδίως οι μορφωμένοι, που παραμορφώνονται και διαβολοποιούνται όταν χυδαία βρίζεται το όνομά Της. Το ίδιο ισχύει όχι μόνον για κάθε αγράμματο και για κάθε απλό Ορθόδοξο χριστιανό, αλλά και για οποιονδήποτε από μας. Η Παναγία μας όμως λυπάται, και πονάει για όλους αυτούς που Την βρίζουν, και περιμένει με καλοσύνη και αγάπη τη μετάνοια και την διόρθωσή τους.
Και τρίτον, το κύμα των αιρέσεων. Τους προαναφέραμε και πιο πάνω. Η λέξις Θεοτόκος για όλους τους αιρετικούς και θεομάχους, τους κακοδόξους, τους απίστους και υλιστάς, είναι ο κυματοθραύστης όπου όλοι τους έσπασαν και σπάνε και θα σπάνε τα μούτρα τους. Δεν είναι η «Μαρία», αλλά είναι η Παναγία. Και αλίμονον σ’ αυτούς που βρίζουν το όνομά Της. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη γρουσουζιά και κατάρα για ένα σπίτι, όταν μέσα σ’ αυτό βλαστημάνε το Πανάγιον και το Τιμιότατον όνομά Της. Δεν είναι η μητέρα – Χριστοτόκος, αλλά η Θεοτόκος και η Θεομήτωρ, η προστάτιδα όλων των χριστιανών. Δεν είναι η γυναίκα του Ιωσήφ αλλά η απλή μνηστή, της οποίας υπήρξε προστάτης και βοηθός, υπήρξε και γι’ αυτόν όπως και για όλους τους πιστούς χριστιανούς όλων των αιώνων, η Παρθένος και η Αειπάρθενος, η Θεοτόκος και Θεομήτωρ.
Υπάρχει όμως και κάποιο αίτημα στον ειρμό που ακούσαμε. Το αίτημα λοιπόν που απευθύνει προς την Υπεραγία Θεοτόκο ο ιερός υμνογράφος, είναι να στεριώσει τους υμνολόγους της, δηλαδή αυτούς που την υμνολογούν, που την ψάλλουν, να τους στερεώσει στην αληθινή πίστη που δεν είναι άλλη από την εν Χριστώ ζωή, την κατά Χριστόν ζωή, την Ευαγγελική ζωή, την Ορθόδοξη ζωή. Αυτή στερεώνει πάνω στην πίστη του Χριστού και αυτή η στερέωσις είναι και ένα από τα πιο βασικά αιτήματα για τη σωτηρία μας. Ζητούμε πίστη για να στερεωθούμε στη ζωή μας.
Και αν η πίστις μας είναι λίγη, χλιαρή, κούφια και άδεια, τότε πολύ γρήγορα κλονιζόμαστε. Τα χάνουμε. Γογγύζουμε κατά του Θεού στην πρώτη θλίψη και στεναχώρια, και βλαστημάμε ασύστολα και ξεδιάντροπα και ενώ φταίμε εμείς και η αμαρτία που διαπράττουμε καθημερινώς, και η χλιαρότητα και η αδιαφορία που έχουμε μέσα μας και που διακρίνει ολόκληρη τη ζωή μας, εν τούτοις κάθε βάσανο και θλίψη και στεναχώρια, και ατύχημα και αρρώστια τα αποδίδουμε στον Θεόν.
Χωρίς πίστη δεν σωζόμαστε. Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται. Χωρίς πίστη στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού δεν υπάρχει σωτηρία, ότι ο Χριστός δηλαδή είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος σε ένα πρόσωπο. Στο Χριστό. Χωρίς αναγνώριση της Παναγίας μας ως Θεοτόκου, δεν ανοίγει η πόρτα του Παραδείσου. Χωρίς μετάνοια και Θεία Κοινωνία δεν σώζεται κανένας. Άμα δεν εφαρμόζουμε τις εντολές του Ευαγγελίου, μην ελπίζουμε ότι θα σωθούμε.
Η Εκκλησία, ο Χριστός, η Παναγία μας, οι άγιοί μας, και τα μυστήριά μας, είναι η κιβωτός της σωτηρίας μας. Γι’ αυτό και παρακαλούμε κάθε μέρα την Παναγία μας, τη μητέρα του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όλους εμάς που ψάλαμε σήμερα τον κανόνα και τους Χαιρετισμούς, και που Την τιμάμε με την ζωή μας, να μας στερεώνει στην πίστη σ’ Αυτήν και στον Υιόν της και Θεών ημών.
Στις πρεσβείες της εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί στηρίζουμε την ελπίδα μας για την σωτηρία μας. «Την πάσαν ελπίδα μου εις Σε ανατίθημι Μήτερ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην Σου», θα ικετεύσουμε σε λίγο.
Στηρίζουμε λοιπόν τις ελπίδες μας στην Παναγία μας, αλλά με πίστη, και έργα πίστεως. Με πίστη αλλά και έργα μετανοίας. Με πίστιν. Που θα συνοδεύεται από νηστεία, πνεύματος και σώματος, αγρυπνία, εγκράτεια, προσευχή και Θεία Κοινωνία.
Είθε όλα αυτά διά πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου, να γίνουν κτήμα όλων μας,

Αμήν.

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2001

Μιά αληθινή ιστορία για την αξία της νηστείας που συνοδεύεται από προσευχή , πίστη ,μετάνοια ,εγκράτεια και συντριβή



167 γ
Κυρ.Β' Νηστειών 2001

"Ιδών την πίστιν αυτών".
Το θαύμα που ακούσαμε σήμερα από το Ευαγγέλιο είναι ήδη γνωστό σε όλους μας.
Ο Κύριος ομιλούσε σε κάποιο σπίτι, ο κόσμος πολύς και ο συνωστισμός μεγάλος. Σε λίγο φέρνουν έναν παραλυτικό ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Και επειδή δεν μπορούσαν να μπούνε μέσα, ανέβηκαν στην οροφή, ξήλωσαν τα κεραμίδια, και κατέβασαν τον παράλυτο μαζί με το κρεβάτι του μπροστά στο Χριστό. Ο Κύριος θαύμασε την πίστη των τεσσάρων αυτών ανδρών, που έφεραν τον παράλυτο μπροστά του, και απευθυνόμενος στον άρρωστο του είπε «Τέκνον αφέονταί σοι αι αμαρτίαι σου».
Στη συνέχεια τον σηκώνει όρθιο τελείως θεραπευμένο λέγοντάς του «Άρον τον κράβατόν σου και ύπαγε εις τον οίκον σου».

Στο σημερινό θαύμα βλέπουμε αδελφοί μου δυό πράγματα.
Πρώτον την σχέση αμαρτίας και αρρώστιας. Αμαρτίας και θλίψεων. Αμαρτίας και πειρασμών.
Και Δεύτερο τη σχέση πίστεως και αφέσεως των αμαρτιών. Πίστεως και θαύματος.

Εξ αφορμής αυτού του θαύματος της σημερινής Κυριακής της Δευτέρας των Νηστειών, το 1972, έκανα ένα κήρυγμα στον Άγιο Βασίλειο Πειραιώς όπου ήμουν και εφημέριος, τονίζοντας ότι το κάθε θαύμα είτε πρόκειται για θεραπεία μιας βαριάς αρρώστιας, είτε για τη λύση ενός μεγάλου πειρασμού, θλίψεως, στεναχώριας, βασάνων και λοιπά, είτε για την καταπολέμηση ενός πάθους χρειάζονται τέσσερα πράγματα, όσοι ήσαν και άντρες που σήκωσαν και έφεραν τον παράλυτο μπροστά στον Χριστό.
Πρώτον πίστις,
Δεύτερον νηστεία,
Τρίτον προσευχή και
Τέταρτον μετάνοια.
Και αυτά τα ανέλυσα με τις φτωχιές δυνάμεις που είχα τότε, και που εξακολουθώ να έχω και τώρα. Τελείωσε το κήρυγμα, τελείωσε και η Θεία Λειτουργία και μοιράστηκε το αντίδωρο.
Κάποια κυρία, τη στιγμή που έπαιρνε το αντίδωρο από το χέρι μου, είπε:
-Πάτερ θέλω να σας δω στο τέλος, θα σας περιμένω.
Πράγματι στο τέλος την συνήντησα. Σας τα λέγω αυτά, διότι προχτές το βράδυ, ψάχνοντας το αρχείο μου, βρήκα ένα φάκελο που έγραφε: «Ιστορίες για κηρύγματα που δεν ελέχθησαν». Έτσι βρήκα και την ιστορία που σας άρχισα και που είναι αληθινή.

Η κυρία λοιπόν αυτή ήλθε να επιβεβαιώσει εμπράκτως όσα ελέχθησαν από την αθλιότητά μου σε κείνο το κήρυγμα. Είχε πολύτεκνη οικογένεια. Ο σύζυγός της, αυτή και έξι παιδιά. Σύνολον οκτώ. Ο μικρότερός της γιός, ο Γιωργάκης, που ήτο τότε ετών δώδεκα, προσεβλήθηκε από καλπάζουσα λευχαιμία. Ξέχασα να σας πω ότι κατήγοντο από μια κωμόπολη που ευρίσκετο στα σύνορα μεταξύ Αρκαδίας και Μεσσηνίας.
Μόλις αρρώστησε το παιδί οι γιατροί από την Καλαμάτα, συνέστησαν αμέσως να έλθει στο αντικαρκινικό νοσοκομείο του Μεταξά. Ήταν τότε το έτος 1970. Έτσι το έφεραν στο νοσοκομείο.
Ύστερα από λίγες μέρες είπαν οι γιατροί στους γονείς ότι το παιδί σε δυο τρείς μέρες θα πεθάνει. Είχε ήδη πέσει σε κώμα. Αμέσως εκείνη η ευλογημένη μάνα, σε συνεννόηση με τον άντρα της και τα δυό της τα παιδιά τα πιο μεγάλα, που ήταν εικοσιτριών και εικοσιπέντε ετών, πήραν την απόφαση να πάρουν το παιδί τους. Υπέγραψαν, πήραν εξιτήριο, και με πολλή προσευχή μετέφεραν το παιδί τους που εξακολουθούσε να ήταν σε κώμα, στο χωριό τους.
Έκαναν μια σύσκεψη όλοι μαζί, και πήραν μια καταπληκτική απόφαση που φανέρωνε και την μεγάλη τους πίστη. Σ’ ένα μικρό βουνό, απέναντι από την κωμόπολη, στην κορφή του ήταν κτισμένο ένα ερημοκκλήσι της Θείας Μεταμορφώσεως. Εκεί λοιπόν μετέφεραν το παιδί τους. Το ξάπλωσαν μπροστά στο τέμπλο και κάτω από τις εικόνες της Μεταμορφώσεως και της Παναγίας. Η εικόνα πάντοτε του Αγίου που γιορτάζει ένας ναός, ή είναι αφιερωμένο σε μια εορτή Θεομητορική ή Δεσποτική, είναι πάντοτε όπως βλέπω εγώ, όπως είμαι εγώ δεξιά μου, και όπως βλέπετε εσείς αριστερά, δίπλα στην Παναγία δηλαδή, ήταν η εικόνα της Μεταμορφώσεως και εδώ μπροστά που βρίσκονται τα παιδιά, ξάπλωσαν το δικό τους το παιδάκι. Έβαλαν λοιπόν ένα στρωματάκι και το σκέπασαν με δυο τρείς κουβέρτες. Και άρχισαν και οι οκτώ νηστεία, αγρυπνία και προσευχή με πίστη. Νηστεία με τελεία ασιτία. Χωρίς ψωμί, χωρίς φαΐ, χωρίς νερό.
Υπήρχε στο Αναλόγιο ένα παλιό Ωρολόγιο. – μου φέρνετε παρακαλώ ένα Ωρολόγιο- και το Μηναίο του Αυγούστου, διότι μόνον αυτό χρειάζετο, αφού και το παρεκκλήσι ήταν αφιερωμένο στην εορτή τη μεγάλη, τη Δεσποτική, της Θείας Μεταμορφώσεως του Κυρίου.
Προσευχή λοιπόν όλο το εικοσιτετράωρο, την ημέρα όλοι μαζί και το βράδυ με βάρδιες, δύο δύο ή ένας ένας. Διάβαζαν τα γράμματα της έκτης Αυγούστου, δηλαδή της εορτής της Μεταμορφώσεως, του Εσπερινού και του Όρθρου, και το Ωρολόγιον ολόκληρο από την αρχή μέχρι το τέλος, αυτό το βιβλίο δηλαδή, το χοντρό που βλέπετε. Το άρχιζαν απ’ την αρχή και το τελείωναν. Και όταν το τελείωναν πάλι από την αρχή. Μέχρι το τέλος και πάλι από την αρχή μέχρι το τέλος και ούτω κάθε εξής.
Τις πρώτες μέρες άντεξαν τα τρία τους παιδιά, ετών δεκατεσσάρων, δεκαεπτά και δεκαεννιά, και από την τετάρτη ημέρα άρχισαν να πίνουν μόνο νερό από μια παρακείμενη πηγή. Οι γονείς και τα δυό μεγάλα αδέλφια κράτησαν την τελεία αποχή. Στο τέλος κάθε προσευχής ζητούσαν από τον φιλάνθρωπο Κύριο και από τα μητρικά σπλάχνα της Υπεραγίας Θεοτόκου να κάμουν το θαύμα τους.
Η νηστεία, η προσευχή, η αγρυπνία, τα δάκρυα της μετανοίας, - προσέξτε τι μου είπε, δάκρυα μετανοίας έριχναν – ομολογούσαν εις τον Θεόν και εις την Παναγία ότι ήσαν αμαρτωλοί και ότι εξαιτίας της αμαρτίας των αρρώστησε το παιδί τους, και η ζωντανή πίστις, ήσαν συνεχείς και ακλόνητες καταστάσεις μέσα στην καρδιά τους.
Την εβδόμη νύχτα, την ώρα που διάβαζαν τον Όρθρο, της έκτης Αυγούστου, της εορτής δηλαδή της Μεταμορφώσεως, και ήσαν όλοι ξυπνητοί εκτός από το δωδεκάχρονο αγόρι, που εξακολουθούσε να ευρίσκετο σε κώμα, ξαφνικά φωτίστηκε όλο το εκκλησάκι με ένα φως υπερκόσμιο. Πιο φωτεινό και πιο λαμπερό και από αυτόν τον ήλιο. Βουβάθηκαν όλοι τους από την έκπληξη και τον θαυμασμό, ενώ συγχρόνως τα μάτια τους ήσαν στραμμένα στην εικόνα της Θείας Μεταμορφώσεως. Και τότε εντελώς απροσδόκητα, βγήκε μια ολόλαμπρη ακτίνα, μια φοβερή αστραπή, η οποία έπεσε πάνω στο ξαπλωμένο παιδί.
Αυτό το γεγονός, ζήτημα μου είπε η ευλογημένη αυτή μητέρα αν κράτησε δέκα δευτερόλεπτα. Ξανάγινε σκοτάδι με μοναδικό φως το φως απ’ τα καντήλια, και τα κεριά που κρατούσαν για το διάβασμα.
Και τότε ακούστηκε η φωνή του αρρώστου παιδιού να φωνάζει «Μαμά, μπαμπά, που είστε;»
Έτρεξαν αμέσως κοντά του και κλαίγοντας το αγκάλιασαν.
«Διψώ», ψιθύρισε, «διψώ». «Πεινάω».
Το παιδί συνήλθε. Έγινε τελείως καλά. Ο Θεός έκαμε το θαύμα του.

Ευλογημένοι τέτοιοι γονείς που παίρνουν τέτοιες αποφάσεις ηρωικές.
Ευλογημένα και τέτοια αδέλφια που συνακολουθούν τέτοιους γονείς.
Ευλογημένη οικογένεια.

Ήπιαν όλοι τους λίγο νερό, λίγο ψωμάκι πολύ λίγο, ένα τέταρτο της φετούλας για να συνέλθουν λίγο.
Το πρωί κατέβηκαν στο χωριό δοξάζοντας το Θεό, φροντίζοντας πλέον για την πλήρη αποκατάσταση της υγείας του παιδιού.
Την άλλη μέρα όμως οι γονείς, είπαν στα παιδιά τους το εξής:
«Φροντίστε σεις το Γιωργάκη, και μείς θα επιστρέψουμε στο εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως, για να ευχαριστήσουμε το Θεό, για ένα ακόμα τριήμερο με τελεία και πάλι ασιτία.
Και έτσι έγινε. Θυμάστε τους δέκα λεπρούς; Ο ένας επέστρεψε από τους θεραπευμένους για να ευχαριστήσει τον Κύριο. Ο ένας.

Στα δύο χρόνια που είχαν περάσει από τότε, το παιδί τους ήταν, έγινε τελείως καλά, υγιέστατο, χωρίς ίχνος της φοβερής εκείνης αρρώστιας του καρκίνου του αίματος, που λέγεται λευχαιμία.
Στον Άγιο Βασίλειο ξαναήλθε η μητέρα αυτή, επειδή εν τω μεταξύ είχε παντρέψει το γιό της, εκεί που έμεινε, στην ενορία του Αγίου Βασιλείου, και έτσι έμαθα την ιστορία.

Κράτησα κάποιες σημειώσεις και σήμερα σας είπα την αληθινή ιστορία τους.
Στο τέλος όμως έκαμα και την εξής ερώτηση:
- Πώς αποφασίσατε να προβείτε σε μια τέτοια ενέργεια, ποιος σας το πρότεινε αυτό, πώς σας ήλθε; Κάπου το διαβάσατε; Σας φώτισε μήπως ο Θεός;
Και μου απάντησε :
- Πριν από χρόνια πέρασε από το χωριό μας ένας μοναχός Αγιορείτης που ήτανε από την Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας του Αγίου Όρους. Αυτός μας μίλησε πολύ για την αξία της νηστείας, όταν αυτή η νηστεία, μας είπε, συνοδεύεται από καθαρή προσευχή, από εγκράτεια, από δάκρυα μετανοίας, από υπομονή και πίστη. Μας είπε ακόμα αυτός ο μοναχός, για κάποιον Άγιο γέροντα, τον πατέρα Ιερώνυμο τον Σιμωνοπετρίτη, - ίσως κάποιοι από σας έχετε διαβάσει την βιογραφία του. Όταν λοιπόν αυτός ήταν πολύ μικρός είχε αρρωστήσει βαριά. Τότε οι γονείς του τον πήγαν στην εκκλησία του χωριού, και κει παρέμειναν μαζί με το παιδί τους νηστεύοντας και προσευχόμενοι σαράντα ημέρες. - οι γονείς του πατρός Ιερωνύμου, γι’ αυτό και έγινε ο γιος αυτός Άγιος. – Το παιδί τους έγινε καλά, μεγάλωσε και αργότερα κατέστη ο φημισμένος αυτός γέροντας, - είναι αυτός που ανακάλυψε και συνέγραψε την βιογραφία της ερημίτιδος Φωτεινής του Ιορδάνου ποταμού. Οι δε γονείς του μικρού Ιερωνύμου, μετά την θεραπείαν του γιού τους, παρέμειναν για άλλες δέκα μέρες στο ναό, ευχαριστώντας τον Θεόν, πάλι με νηστεία και προσευχή, σύνολον πενήντα ημέρες. Κάθε δε φορά που ετελείτο Θεία Λειτουργία, κοινωνούσαν το άρρωστο παιδί, μαζί και οι γονείς.
Αυτά θυμήθηκα, - μου είπε η ευλογημένη αυτή μητέρα – και αυτά περίπου κάναμε με όσες δυνάμεις είχαμε ο άντρας μου, εγώ και τα παιδιά μου. Πίστεψα πάτερ μου, ότι η απόλυτη καθαρή νηστεία, μαζί με την προσευχή, την ταπείνωση και την μετάνοια, ο Θεός θα σώσει το παιδί μου - και το έσωσε.
Δόξα νάχει το όνομά Του.

Αυτά μου είπε η μακαρία αυτή μάνα και τελείωσε.
Νομίζω, ή μάλλον πιστεύω χριστιανοί μου, να πήραμε όλοι μας το μάθημά μας. Και πρώτος εγώ, πούμαι και ιερεύς. Ότι η νηστεία κάνει θαύματα, αλλά όχι από μόνη της ξερή και τυπική, αλλά ουσιαστική. Όταν δηλαδή συνοδεύεται από προσευχή, από μετάνοια και δάκρυα συντριβής, από εγκράτεια και υπομονή. Από αγρυπνία και μελέτη της Γραφής, και μάλιστα από ζωντανή πίστη και ενεργουμένη αγάπη. Τότε πιστεύω πως λύνονται όλα τα προβλήματα, ακόμα και οικονομικά, επαγγελματικά, κληρονομικά, κοινωνικών σχέσεων και λοιπά. Ιδιαιτέρως όμως λύνονται αρρώστιες και βάσανα των παιδιών μας. Πρόοδος και αποκατάσταση των παιδιών μας. Βάσανα, θλίψεις, στεναχώριες, αναπηρίες, ατυχήματα, ακόμα και θάνατο μπορούμε να προλάβουμε με τέτοιου είδους νηστεία.
Δε νομίζω χριστιανοί μου ότι χρειάζονται άλλα λόγια να σας πω εγώ. Η αληθινή ιστορία μας δίδαξε όλους και μας απέδειξε εμπράκτως την αξία της αληθινής νηστείας, την αξία της αληθινής νηστείας, τρείς φορές θα το πώ, την αξία της αληθινής νηστείας, αλλά και το δικό μας καθήκον.
Είθε κατά δύναμιν να το ακολουθήσουμε όλοι μας, όσο μπορούμε,
Αμήν.

Συμπληρωματικά περί νηστείας του Ιερού Χρυσοστόμου



Σαρακοστή 2001
167-δ

Συμπληρώνω λίγα πράγματα περί νηστείας, από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, και λέμε τα εξής σε μετάφραση.
Την αληθινή νηστεία να επιδείξουμε, εννοώ δηλαδή την αποχή από τα κακά, γιατί αυτό είναι νηστεία, επειδή η αποχή από τα φαγητά, γι’ αυτό μας έχει και παραδοθεί, για να χαλιναγωγήσει την δύναμη της σάρκας και να κάνει τον ίππο των επιθυμιών μας πειθαρχικό.
Εκείνος που νηστεύει πρέπει περισσότερο από όλους και από όλα να χαλιναγωγεί το θυμό, να έχει διδαχθεί την πραότητα και την επιείκεια, να έχει συντετριμμένη την καρδιά, να απομακρύνει τις ενθυμήσεις των ατόπων και ανάρμοστων επιθυμιών, να διώχνει δηλαδή και από μέσα του όλους τους αισχρούς και πονηρούς λογισμούς, έχοντας πάντοτε μπροστά του το ακοίμητο εκείνο μάτι του Θεού, και το αδωροδόκητο δικαστήριο.
Επίσης πρέπει να είναι ανώτερος από τα χρήματα, και να δείχνει μεγάλη γενναιοδωρία στην ελεημοσύνη, διότι η πλεονεξία και η φιλαργυρία είναι ειδωλολατρία. Και να διώχνει από την ψυχή του κάθε κακία από τον πλησίον. Αυτή είναι η αληθινή νηστεία, όπως λέγει και ο Ησαΐας. «Ακύρωσε τις διεστραμμένες συμφωνίες που έχεις συνάψει με την βία, κόβε το ψωμί σου στη μέση και μοίρασέ το στους πεινασμένους, βάλε φτωχούς και αστέγους στο σπίτι σου».
Μαζί με την αποχή από τα διάφορα φαγητά, στα οποία θα πρέπει να αρκούμεθα για την αληθινή νηστεία στην ξηροφαγία, μαζί με την προσευχή, την μετάνοια, την εγκράτεια, να δείξουμε και την αποχή από κείνα που μας βλάπτουν, και για την άσκηση και εργασία των πνευματικών, αυτών που αναφέραμε προηγουμένως, πρέπει να δείχνουμε κάθε μέρα, όσο περνάει ο καιρός της νηστείας, τόσο μεγαλύτερη να είναι και η δική μας προθυμία.
Εκείνος που νηστεύει πρέπει να είναι πάντοτε μετριόφρων, ήσυχος, ήμερος, ήρεμος, ταπεινός, πράος, και να περιφρονεί οπωσδήποτε τη δόξα της παρούσης ζωής. Με πολλή ακρίβεια και συνέπεια να προσεύχεται, και να εξομολογείται προς τον Θεόν, ενώπιον του αγίου πνευματικού, ο ίδιος θα διαλέξει, και όσο μπορεί να βοηθάει τον εαυτό του με την ελεημοσύνη. Να μην κάνουμε τίποτα αποβλέποντας στον έπαινο των ανθρώπων, - ακόμα και σ’ αυτήν την νηστεία.
Εκείνος που νηστεύει πρέπει να είναι συνεσταλμένος, συντετριμμένος και τεταπεινομένος, και όχι να κάνει σαν μεθυσμένος από την οργή και από τα διάφορα άλλα τρομακτικά πάθη.
Καλύτερα να κάνουμε νηστεία κακών επιθυμιών, και όχι νηστεία πείνας.
Καλύτερα να κάνουμε νηστεία παρακινούμενοι από αγάπη, από συγχώρηση προς τον αδελφό που μας φταίει, από ανοχή και μακροθυμία προς αυτόν, που αγαπάτε αλλήλους και μακροθυμείτε προς πάντας, και αγαπήσεις Κύριον, και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν, δεν ελέχθησαν επί ματαίω. Δεν θα μας ωφελήσει τίποτα έστω και αν η νηστεία μας είναι αναγκαστική.
Ο Σωτήρας μας είπε για τους δαίμονες ότι «ουκ εξέρχεται ει μη εν νηστεία και προσευχή». Δεν βγαίνει από τον άνθρωπο παρά μόνο εν προσευχή και νηστεία. Αν λοιπόν η προσευχή και η νηστεία διώχνει δαίμονες, δεν θα απομακρύνει πολύ περισσότερο τις βάρβαρες, τις αισχρές, τις πονηρές, τις κακές και τις βλάσφημες σκέψεις, και κάθε άλλου είδους επιθυμία που έχουμε μέσα μας;

Για δε τον σκοπό της νηστείας, μας λέγει τα εξής ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Η νηστεία ταπεινώνει το σώμα και χαλιναγωγεί τις ορμές, και τα σκιρτήματα της σαρκός. Κάνει την ψυχή μας πιο καθαρή. Της δίνει φτερά, την ανεβάζει ψηλά και την κάνει ανάλαφρη.
Αν ρυθμίζαμε και κυβερνούσαμε τη ζωή μας, μας λέγει σε κάποιο άλλο σημείο, με νηφάλια σκέψη, και δείχναμε όλο μας το ενδιαφέρον για τα πνευματικά, και παίρναμε τόση μόνον τροφή όσο χρειάζεται για τις ανάγκες του οργανισμού μας, και αν δαπανούσαμε ολόκληρη την περιουσία μας στις καλές πράξεις, τότε δεν θα μας χρειαζότανε η βοήθεια από τη νηστεία, αλλά επειδή η ανθρώπινη φύση είναι ράθυμη και παραδίδεται πολύ πολύ εύκολα στις ανέσεις, στις απολαύσεις και στις ηδονές, γι’ αυτό ο φιλάνθρωπος Κύριος, σαν φιλόστοργος Πατέρας, επινόησε για μας την θεραπεία που μπορεί να γίνει με την νηστεία, ώστε και από τις απολαύσεις να μας ξεκόψει, και την φροντίδα που έχουμε για τα βιοτικά και γήινα να την μεταφέρουμε καθαρά και καθημερινά στην εργασία των πνευματικών.
Σκοπός της νηστείας μας είναι και η συμμετοχή μας στη Θεία Κοινωνία, με καθαρή ψυχή. Αυτά ας τα ακούνε εκείνοι που λένε ότι δεν χρειάζεται να προηγείται η νηστεία όταν πρόκειται να κοινωνήσουμε. Γι’ αυτό και οι Πατέρες παρέτειναν το στάδιο της νηστείας …

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2001

Προέκτασις της κατά Θεόν χαράς μέσα από τις θλίψεις και τη χαρά του συνανθρώπου μας



168 β
Β' Χαιρετισμοί 2001

Χαίρε δι ής η χαρά εκλάμψει.
Λέγαμε την περασμένη Παρασκευή χριστιανοί μου, ότι η πνευματική χαρά που για πηγή της έχει τον Χριστό, δεν μπορεί να συγκριθεί με καμιά απόλαυση, και τη χαρά της ηδονής που προσφέρει ο κόσμος της αμαρτίας.
Είπαμε ακόμα ότι αυτή η χαρά ως καρπός του Παναγίου Πνεύματος, συνίσταται στην αγάπη που συνδέει μεταξύ τους τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος.
Έτσι λοιπόν η κατά Θεών χαρά, είναι προσωπικό καμάρωμα της καρδιάς μας για το Χριστό, γεμάτο αγάπη, ταπείνωση, αφοσίωση, καλοσύνη και θυσία. Αυτό δίνει και τη δύναμη της προσωπικής εφαρμογής, του λόγου της Αγίας Γραφής που προτρέπει το «πάσαν χαράν ηγήσασθαι αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσειτε ποικίλοις». Αυτό σημαίνει ότι με την ουράνια πνευματική χαρά, χαίρεται ο αληθινός χριστιανός, μέσα στην καρδιά του χαίρεται, είτε βρίσκεται στο κρεβάτι του πόνου, είτε διώκεται, και φυλακίζεται για την πίστη του, είτε υποφέρει και βασανίζεται από αδικίες, είτε συκοφαντείται αναιτίως, είτε τέλος πειράζεται από τους δαίμονας.
Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος, που βάδιζε στα ίχνη του Χριστού, και εγένετο μιμητής του, ομολογούσε βεβαιώνοντας ότι «χαίρω εν τοις παθήμασί μου υπέρ υμών». Δηλαδή τώρα που είμαι φυλακισμένος και δέσμιος, χαίρομαι για τα παθήματα που υποφέρω για σας, και μάλιστα αναπληρώνω στο σώμα μου, όσα δεν πρόφθασε, να πάθει για όλους σας ο Χριστός. Και κατά λέξη σας το διαβάζω. «Νυν χαίρω εν τοις παθήμασί μου υπέρ ημών, και ανταναπληρώ, τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί μου». Αυτή η ανθρώπινη πλευρά των ανθρωπίνων θλίψεων, των παθημάτων και των αδικιών κατορθώνεται και σηκώνεται με χαρά πνευματική, μόνο με τη χάρη του Θεού και την βοήθεια της Παναγίας μας.
Είπαμε προηγουμένως, ότι η κατά Θεόν χαρά, πηγάζει από την ενότητα της αγάπης των προσώπων της Τριαδικής Θεότητος. Αλλά και η αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπον, είναι τόσο μεγάλη, τόσο μακαρία και ανεκλάλητος, ώστε να στήνεται πανηγύρι χαράς στους ουρανούς, από τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους, όταν κερδίζεται μια ψυχή, διά μέσου της αληθινής μετανοίας.
Ναι, χαρά γίνεται «εν τω ουρανώ, ενώπιον των αγγέλων του Θεού, επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι», όπως μας βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριός μας ο Χριστός, στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιον ιε 10. Όπως η αγάπη αυτουπάρχει στον ένα Τριαδικό Θεό, αφού ο Θεός αγάπη εστί, έτσι αυτουπάρχει και η χαρά όπως και κάθε άλλη ιδιότητά Του, παραδείγματος χάρη η πανσοφία, η αιωνιότητα, η παντογνωσία, η πανταχού παρουσία, η παντοδυναμία, και πολλές άλλες. Άρα η χαρά, όπως και η αγάπη του Θεού, έχει δύο διαστάσεις. Η μία στρέφεται προς τον άνθρωπον, και η άλλη είναι κοινωνία προσώπων εν τω Θεώ.
Το ίδιο συμβαίνει και με μας, τους πιστούς Ορθοδόξους χριστιανούς. Έχουμε την εντολή, και την εντολή την έχουμε όλοι μας, όσοι βαπτιστήκαμε στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, όσοι λάβαμε το Άγιον Χρίσμα, από μωρά παιδιά, όσοι πλημμυρίζουμε τις εκκλησίες αυτές τις άγιες ημέρες, και όσοι απουσιάζουμε από αυτές, έχουμε την εντολή «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν, αγαπάτε αλλήλους, αγαπάτε τους εχθρούς ημών, και μακροθυμείτε προς πάντας».
Όλες αυτές οι εντολές, δηλώνουν κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας μας, ότι όπως οφείλουμε, να αγαπούμε τον πλησίον μας, ανεξάρτητα από την πνευματική του κατάσταση, και ανεξάρτητα από την θέση που κατέχει ο ίδιος προσωπικά στο σχέδιο της σωτηρίας, έτσι και πρέπει να είναι αυτός ο συγκεκριμένος πλησίον, ο εχθρός ή φίλος, ο πιστός ή ο αδιάφορος, ο καλός ή ο κακός γείτονας, αντικείμενον χαράς μας, είτε αυτός βρίσκεται μέσα στην χάρη, είτε δουλεύει στην αμαρτία.
Ο αμαρτωλός αδελφός μας, λέγει ο Μέγας Βασίλειος, οσοδήποτε και αν έχει εκπέσει, οσονδήποτε και αν τα πράγματα δείχνουν ότι τον κατέχει η απώλεια της Κολάσεως και όχι ο Θεός, δεν παύει να είναι παρά την εξαχρείωσή του «λογικόν κτίσμα κατ’ εικόνα Θεού». Κατ’ εικόνα Θεού. Μια ανυπέρβλητη αξία της οποίας ολόκληρος ο κόσμος δεν είναι ισοστάσιος. Και θα πρέπει να υπάρχει γι’ αυτόν η ελπίδα, ότι η Θεία Χάρις θα νικήσει την αμαρτία.
Αυτό απευθύνεται και σε μας όλους, πούμαστε αμαρτωλοί μέχρι το κόκαλο και πρώτος εγώ. Ότι η Θεία Χάρις θα νικήσει την αμαρτία, εφόσον λιγάκι το θελήσουμε, και ότι όπως ο ληστής και η πόρνη του Ευαγγελίου, έτσι και αυτός, έτσι και συ, έτσι και συ, έτσι και γω, έτσι και όλοι μας, θα κερδίσουμε τον Παράδεισο. Διά μέσου της μετανοίας.
Αυτό σημαίνει ότι όταν η καρδιά μας φλογίζεται από την αγάπη του Θεού, και ότι και η χαρά μας προς τον οιονδήποτε πλησίον, δεν έχει κενά και διαλείμματα. Δεν κάνει διακρίσεις, ούτε και αμφιταλαντεύεται, αλλά ακολουθώντας τον δρόμον της κατά Χριστόν αγάπης, απλά και μόνον ξεχωρίζει τον αμαρτωλό από την αμαρτία. Τον μεν αμαρτωλό με τον μεν αμαρτωλό, συμπάσχει και βοηθά, αλλά την αμαρτία σιχαίνεται και μισεί.
Το πιο ψηλό όμως σημείο, πνευματικής χαράς σε σχέση με τον συνάνθρωπό μας βρίσκεται στη φωνή του Αποστόλου Παύλου που μας λέγει τον περίφημο εκείνο στίχο στην προς Ρωμαίους Επιστολή. «Χαίρειν μετά των χαιρόντων και κλαίειν μετά των κλαιόντων».
Οι πατέρες όμως της Εκκλησίας, μας βεβαιώνουν ότι το συγχαίρειν, είναι ασυγκρίτως δυσκολότερον από το συμπάσχειν. Το να μπορούμε αδελφοί μου να χαιρόμαστε με όλη μας την καρδιά, στη θεάρεστη χαρά του πλησίον μας, και να συμμετέχουμε σ’ αυτήν, σα να είναι δική μας προσωπική χαρά, φανερώνει και την πραγματική, την τέλεια αγάπη που διακατέχει την ψυχή μας.
Το «χαίρειν μετά των χαιρόντων», είναι ένας από τους ωραιότερους, και τους υψηλότερους στόχους της Καινής Διαθήκης, του Ευαγγελίου μας. Και αυτό διότι θεωρείται από τους πλέον αναγκαίους και απαραίτητους στον αγώνα της ζωής που κάνουμε κάθε μέρα για τη σωτηρία μας.
Έτσι λοιπόν η λύπη σου λύπη μου, και ο πόνος σου πόνος μου. Αλλά πιο ψηλό, πιο μεγάλο, πιο ουράνιο, είναι η χαρά σου να γίνεται χαρά μου. Η επιτυχία σου να γίνεται επιτυχία μου, να γίνεται χαρά μου. Και η ευτυχία σου να γίνεται ευτυχία μου, η επιτυχία του παιδιού σου να γίνεται και δική μου επιτυχία.
Να αδελφοί μου ο θρίαμβος της χαράς, που πηγάζει από την κατά Χριστόν αγάπη. Είναι δύσκολα αυτά. Θέλει μετάνοια. Θέλει προσευχή. Θέλει νηστεία. Θέλει δουλειά πνευματική. Θέλει αγώνα κατά Χριστόν. Δεν παίζουμε με τη σωτηρία μας. Σήμερα υπάρχουμε, αύριο θα πεθάνουμε. Οι εκκλησίες γεμίζουν στους Χαιρετισμούς αλλά αδειάζουν τις Κυριακές. Αλλά αύριο θα πεθάνουμε και οι θλίψεις και ο πόνος και ο θάνατος κτυπάει κάθε μέρα την πόρτα μας. Κυρίως δε τώρα τελευταία τα μικρά παιδιά με τη λευχαιμία. Γι’ αυτό ας πέσουμε στα γόνατα, και ας μετανοήσουμε πριν αύριο να είναι αργά.

Πέρα όμως από ό,τι είπαμε, υπάρχει χριστιανοί μου και η Αναστάσιμη χαρά, που είναι ταυτόσημη με την χαρά που περιγράψαμε μέχρι τώρα, γέννημα και αυτή της αληθινής μετάνοιας, και που πηγή της έχει το μυστήριον της Θείας Οικονομίας, το καινόν μνημείον, την Ανάσταση του Χριστού. Και η Ανάστασις του Χριστού είναι αυτή, που σφραγίζει μια για πάντα το όλο έργον της σωτηρίας μας.
Ναι χριστιανοί μου, είμαστε μαθηταί της Αναστάσεως, παιδιά του Αναστάντος Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ζούμε και υπάρχουμε μέσα στη χαρά και στο φως της σωτηρίας μας. Ναι μεν η σωτηρία μας στηρίζεται στο Γολγοθά και στη Σταυρική Θυσία του Κυρίου, αλλά η Ανάστασις είναι αυτή που την σφραγίζει διότι αν ο Χριστός δεν ανίστατο εκ νεκρών, τότε θα ήτο ματαία η πίστις ημών. Γι’ αυτό και η Αναστάσιμη χαρά, ονομάζεται Σταυροαναστάσιμη χαρά.
Όλα τα Αναστάσιμα τροπάρια της βραδιάς του Πάσχα, είναι διαποτισμένα από Θεϊκή χαρά, από φως, από ζωή, από ελπίδα, από θεία ευφροσύνη.
Η πρώτη λέξις του Αναστάντος Κυρίου, όταν πρωτοεμφανίστηκε στις Μυροφόρες γυναίκες, ήταν το «Χαίρετε». Αλλά και κείνες ευθύς αμέσως μετά χαράς μεγάλης, έδραμον απαγγείλαι το μεγάλο γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού.

Ναι αδελφοί μου. Η χαρά της Αναστάσεως είναι αυτή που διαποτίζει ολόκληρη τη ζωή μας, και την λατρεία της Εκκλησίας μας.
«Χαίρετε εν Κυρίω», συνιστά παντού και πάντοτε ο Απόστολος Παύλος στις Επιστολές του. Είσαι ενωμένος σφιχτά και αδιαίρετα με τον Χριστό; Αν ναι, τότε η χαρά σου θα είναι πνευματική, θεοφιλής, αμετάπτωτη, αδιάλειπτη και μη αναιρωμένη, όπως μας βεβαιώνουν και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας.

Χριστιανοί μου, είθε και στις καρδιές όλων μας να βασιλεύσει αυτή η πνευματική χαρά, η χαρά της Αναστάσεως, η χαρά των Αγίων, και των Αγγέλων, η πανευφρόσυνη χαρά της σωτηρίας μας, η χαρά της Παναγίας μας, η χαρά της μετανοίας μας,

Αμήν.

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2001

Η πνευματική χαρά και τα στοιχεία της



168 α
Α' Χαιρετισμοί 2001

Χαίρε δι’ ης η χαρά εκλάμψει.
Η Κεχαριτωμένη Παρθένος Μαρία χριστιανοί μου, η πάναγνος κόρη της Ναζαρέτ, η Υπεραγία Θεοτόκος, είναι αυτή που γέννησε τον Θεάνθρωπον Κύριον, τον Ιησούν Χριστόν, τον Σωτήρα του κόσμου.
Και ο Χριστός που γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, είναι αυτός που πρόσφερε και εξακολουθεί να προσφέρει στην ανθρωπότητα την αληθινή χαρά, την χαρά την πνευματική. Και είναι αυτή που μας λέγει ο ιερός υμνογράφος, που θα λάμψει σαν δυνατό φώς, φωτίζοντας τις σκοτεινές από την αμαρτία ψυχές, μέχρις ότου βρούνε το δρόμο της σωτηρίας τους. Γι’ αυτό και βάζουμε το ερώτημα : «Ποια είναι η αληθινή χαρά, η μόνιμη και διαρκής και ωφέλιμη;» Αυτή που προσφέρει ο κόσμος με τις τόσες και τόσες υλικές ηδονές και απολαύσεις, ή αυτή που προσφέρει ο Θεός μέσα από τα Πανάγια Μυστήρια, και το Ιερό Ευαγγέλιό Του, τον λόγον Του; Ασφαλώς η χαρά του Θεού και θα το αποδείξουμε.
Πέρα όμως από τις αμαρτωλές, τις πονηρές και τις διεστραμμένες χαρές του κόσμου της αμαρτίας, υπάρχουν και κάποιες άλλες που είναι νόμιμες και ευλογημένες, αλλά που κρατάνε ή που διαρκούν πολύ λίγο, όπως είναι η χαρά όταν γεννηθεί το παιδί μας, η χαρά όταν το βαπτίζουμε, η χαρά όταν το αρραβωνιάζουμε ή όταν το παντρεύουμε, γι’ αυτό και λέγεται χαρά ο γάμος, η χαρά μιας αγνής γιορτής, η χαρά μιας αγαπημενης συντροφιάς, η χαρά όταν το παιδί μας παίρνει το πτυχίον, ή το πανεπιστημιακό του δίπλωμα, και η χαρά μιας ευλογημένης επιτυχίας και τόσα άλλα.
Όλες όμως αυτές οι χαρές, όπως είπαμε, διαρκούν πολύ λίγο χρονικό διάστημα διότι ακολουθούν οι στεναχώριες και τα βάσανα της ζωής, τα οποία μας κάνουν γρήγορα να τις λησμονάμε, να τις ξεχνάμε.
Η χαρά όμως του Θεού, όταν αυτή πλημμυρίσει και κατακτήσει την καρδιά του πιστού αγωνιζομένου χριστιανού, δεν αφαιρείται από καμιά δύναμη αυτού του κόσμου. Ούτε από την μαγεία, ούτε από τον φθόνο, ούτε από την κακία του διαβόλου και των ακαθάρτων πνευμάτων.
Και μη σας φαίνεται παράξενο και εξωπραγματικό. Την εσωτερική χαρά του Χριστού, δεν μπορούν να την αφαιρέσουν ούτε οι θλίψεις, ούτε οι δυσκολίες της ζωής, ούτε οι αναπηρίες, ούτε και αυτός ακόμα ο θάνατος. Και κατά την Αγίαν Γραφήν ούτε και αυτοί οι έντονοι και μεγάλοι πειρασμοί.
Ποια όμως είναι αυτή η χαρά που λάμπει σαν τον ήλιο, μέσα στις καρδιές των αληθινών χριστιανών; Και λέγω αληθινών, διότι οι πιο πολλοί από τους χριστιανούς είμαστε νερόβραστοι, χλιαροί, ολιγόπιστοι και αδιάφοροι. Άλλοι πάλι είμαστε καιροσκόποι, περιστασιακοί και κακομοίρηδες, και άλλοι πάλι ρηχοί, επιπόλαιοι και δεισιδαίμονες, προληπτικοί δηλαδή. Ασφαλώς είμαστε και μερικοί, που ερχόμαστε στην εκκλησία κάπως τακτικά, στις μεγάλες γιορτές των Χριστουγέννων, της Μεγάλης Εβδομάδος, του Πάσχα, στους Χαιρετισμούς, και στα διάφορα μυστήρια, σε γάμους, βαπτίσια, σε μνημόσυνα και λοιπά. Αλλά στην πρώτη αρρώστια και στις πρώτες αναποδιές της ζωής, αμέσως γογγύζουμε, γκρινιάζουμε και δυσανασχετούμε κατά του Θεού. Τόσο μηδαμινή και μικρούτσικη είναι η πίστις μας.
Η χαρά όμως του Θεού είναι εκείνη για την οποίαν μίλησε ο ίδιος ο Κύριος λέγοντας: «Ταύτα λελάληκα υμίν, ίνα η χαρά η εμή, εν υμίν μείνει και η χαρά υμών πληρωθεί», δηλαδή όσα μέχρι τώρα σας έχω διδάξει, σας τα είπα για να μείνει μέσα στην καρδιά σας η δική μου χαρά, η θεϊκή, και να γίνει έτσι τελεία και ολοκληρωμένη η χαρά σας.
Σε τι συνίσταται όμως αυτή η χαρά; Είναι δύσκολο να το καταλάβουμε, αλλά θα το πούμε. Συνιστάται στην αγάπη που συνδέει μεταξύ τους τα πρόσωπα «Θεός» της Αγίας Τριάδος. Πιστεύοντας λοιπόν στο Χριστό, και τηρούντες με ακρίβεια τις θεϊκές Του εντολές, και συμμετέχοντες στα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας μας, ερχόμαστε, εισερχόμαστε και μείς, μπαίνουμε τρόπον τινά, πνευματικά μπαίνουμε, σ’ αυτή τη θεϊκή αγάπη και γινόμαστε έτσι, καθιστάμεθα είναι η ακρίβεια της λέξεως, κοινωνοί της υπερφυσικής χαράς, που πηγάζει από την Τριαδική Θεότητα. Όπως υπάρχει αγάπη, και μόνον αγάπη, διότι ο Θεός αγάπη εστί, μεταξύ των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, τον έναν Τριαδικό Θεό, σ’ αυτήν την αγάπη, γίνεται κοινωνός ο αληθινός πιστός χριστιανός.
Η πνευματική αυτή χαρά, είναι η διαρκής εκείνη ψυχική αγαλλίαση και ευφροσύνη, που μοιάζει με την χαρά του Τιμίου Προδρόμου, «τον χαίροντα χαράν διά την φωνήν του Νυμφίου», όπως μας βεβαιώνει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στο τρίτο του κεφάλαιο.
Είναι δηλαδή στην ουσία και στην εκδήλωσή της, η χριστιανική χαρά, μια έκσταση πνευματική ευφροσύνης, ένα καμάρωμα του Χριστού, δικό μας καμάρωμα, της καρδιάς μας καμάρωμα γι’ Αυτόν. Καμαρώνουμε για τον Χριστόν μας. Καμαρώνουμε όμως γεμάτοι από αγάπη, ταπείνωση, αφοσίωση, και θυσία αληθινή. Όταν δε ο Κύριος είπε «ίνα η χαρά η εμή εν υμίν μείνει», στη συνέχεια τόνισε τα εξής βαρυσήμαντα λόγια. «Ταύτα λελάληκα υμίν, ίνα αγαπάτε αλλήλους». Αυτό σημαίνει ότι η Ευαγγελική χαρά, όπως την δίδαξε ο Χριστός, στηρίζεται και αναπτύσσεται στην κορυφαία εντολή, της αγάπης που έχει δύο διαστάσεις.
Η πρώτη στο «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου, εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της διανοίας σου, και εξ όλης της ισχύος σου». Και η δευτέρα «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Αυτή η διπλή αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον, στην ολοκληρωμένη της μορφή και διάσταση, γεμίζει την καρδιά του αγαπόντος πιστού χριστιανού, από θεϊκή χαρά.
Χαρά μας λοιπόν ο Χριστός, χαρά μας και η Παναγία, χαρά μας και οι άγγελοι, χαρά μας και όλοι οι άγιοι. Χαρά μας ο εκκλησιασμός, χαρά μας η Θεία Κοινωνία, χαρά μας όμως η μετάνοια και η εξομολόγησις, χαρά μας η συγγνώμην, χαρά μας όταν ζητούμε συγγνώμην. Χαρά μας ο πλησίον, ο κάθε πλησίον, ακόμα και ο εχθρός μας – αυτός μας βάζει στην Βασιλεία των Ουρανών.
Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, προσφωνούσε τον κάθε άνθρωπο με τις λέξεις «Χαρά μου», και μάλιστα πρόσθετε «Χαρά μου Χριστός Ανέστη» ακόμα και την Μεγάλη Σαρακοστή.
Μπορεί να ακούγονται τούτα τα λόγια που είπαμε, για άλλους δύσκολα, για άλλους εύκολα. Αλλά στην πράξη είναι όντως δύσκολα και αυτό οφείλεται στην αμαρτωλή και αμετανόητη κατάστασή μας. Όταν όμως έχουμε μπροστά μας έναν Άγιο, όχι μόνον ιερέα, όχι μόνον καλόγερο και ασκητή αλλά και έναν απλό ταπεινό χριστιανό, αισθανόμαστε κοντά του ανάπαυση. Ειρηνεύουν οι σκέψεις μας, ειρηνεύουν οι λογισμοί μας, ειρηνεύουν οι αισθήσεις μας, καταλαγιάζουν οι ανησυχίες μας, και τέλος γεμίζουμε από χαρά, ειρήνη, η χαρά, η πραότητα, η αληθινή αγάπη, και ό,τι άλλο έχει μέσα στην καρδιά του ο άγιος αυτός άνθρωπος, και τα έχει πλούσια από την χάρη του Θεού, αυτά και μας μεταβιβάζει όταν τον πλησιάζουμε, ή όταν αυτός έρχεται κοντά μας. Όταν δε αυτός ο Άγιος, συντελεί με το παράδειγμά του, και με τη ζωή του και τους λόγους του, στο να μπεί ο πλησίον στον δρόμον του Θεού, και να γίνει μιμητής των αγίων, μιμητής Χριστού, τότε η χαρά του είναι απεριόριστη και ανέκφραστη. Και αυτό μας το βεβαιώνει και η Αγία Γραφή.
Πρώτον, ο Απόστολος Παύλος απευθυνόμενος στα πνευματικά του παιδιά που βρίσκονταν στους Φιλίππους, τα αποκαλεί «χαρά και στέφανός μου». Που δηλώνει το αποκορύφωμα της χαράς του.
Δεύτερον, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, στην Τρίτη του Καθολική Επιστολή, γράφει τα εξής: «Μειζοτέραν τούτων ουκ έχω χαράν, ίνα ακούω τα εμά τέκνα εν αληθεία περιπατούντα», δηλαδή, δεν έχω άλλη πιο μεγάλη χαρά, από το να ακούω, ότι τα πνευματικά μου παιδιά ζούν και πορεύονται στον δρόμο της αλήθειας, όπως την δίδαξε ο Χριστός. Αυτή είναι η αληθινή πνευματική χαρά που την βλέπουμε κυρίως στους βίους των αγίων, όταν αντιμετώπιζαν τους βαρείς πειρασμούς της ζωής, είτε πάνω στο σώμα τους, από βασανιστικές αρρώστιες και φρικτούς πόνους, είτε από τον κατατρεγμό και την συκοφαντία των κακών και φθονερών ανθρώπων, είτε από την κακία των δαιμόνων.
Εφήρμοζαν δηλαδή ολόκαρδη διάθεση και ζωντανές πράξεις τον λόγον του Θεού, που προτρέπει και συνιστά τα εξής σπουδαία λόγια. «Πάσαν χαράν ηγήσασθε αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις». Από την Πρώτη Καθολική Επιστολή του Ιακώβου, αυτό γράφεται στο Πρώτον Κεφάλαιον στίχος δύο. Το ξαναλέω. «Πάσαν χαράν ηγήσασθε αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις». Να έχετε δηλαδή μεγάλη χαρά, να πλημμυρίζει η καρδιά σας από χαρά, όταν πέσετε στους διαφόρους πειρασμούς της ζωής. Δεν μας συνιστά εδώ ο λόγος του Θεού να δεχόμαστε τους πειρασμούς, και τα βάσανα της ζωής με γενναιότητα, ή να κάνουμε σε αυτούς μεγάλη και αγόγγυστη υπομονή, αλλά μας προτρέπει ξεπερνώντας κάθε όριο λύπης, να τους υποδεχόμαστε με χαρά, αφού κάθε πειρασμός, από όπου και αν προέρχεται είναι και μια ειδική ευλογία του Θεού.
Εμείς ειδικά οι χριστιανοί, αδελφοί μου, περνάμε και έχουμε τους πιο πολλούς πειρασμούς, τις πιο πολλές θλίψεις, τις πιο πολλές στεναχώριες, και μάλιστα τώρα, τη Μεγάλη Σαρακοστή, που ο πνευματικός αγώνας οφείλει να είναι μεγαλύτερος και εντονότερος. Οι καλοί χριστιανοί, οι αγωνιζόμενοι πιστοί χριστιανοί, οι ευσεβείς και θεοφιλείς, δέχονται ακόμα και πάσης φύσεως πιέσεις και διωγμούς. Ο Θεός όμως τους προτρέπει όχι μόνον να μην απογοητεύονται, όχι μόνον να μην δυσανασχετούν, αλλά αντιθέτως μάλιστα πρέπει να χαίρονται. Να χαίρονται όπως τονίζεται με πάσαν χαράν.
Με κάθε χαρά λοιπόν, πνευματική και ουράνια, χαίρεται ο αληθινός χριστιανός, είτε βρίσκεται στο κρεβάτι του πόνου, είτε διώκεται και φυλακίζεται για την πίστη του, είτε συκοφαντείται αδίκως, και είτε τέλος πειράζεται από τους δαίμονες.
Ο Απόστολος Παύλος πολλές φορές μιλάει γι’ αυτήν την χαρά, μέσα στις επιστολές του. Μια χαρά που είναι μία εσωτερική πνευματική αγαλλίαση, ένα ειδικό χάρισμα του Θεού, καρπός του Αγίου Πνεύματος. «Ο δε καρπός του Πνεύματος, εστίν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χριστότης και λοιπά, όπως το επιβεβαιώνει ο ίδιος στην Προς Γαλάτας Επιστολή του.
Χριστιανοί μου, το θέμα της πνευματικής χαράς, που έχει για πηγή της τον ίδιο τον Χριστό, είναι ανεξάντλητο. Και μείς σήμερα είπαμε πολύ λίγα, γι’ αυτό, και θα το συνεχίσουμε και την άλλη Παρασκευή στους δεύτερους Χαιρετισμούς.
Είθε η ευλογία της Παναγίας μας, να είναι πάντοτε μαζί σας, και να σας κάνει δώρο, για τούτη τη Σαρακοστή, το 2001, ένα και μοναδικό δώρο, να σας κάνει και να μου κάνει και να κάνει σε όλους μας,
τη χαρά Της!
Αμήν.