Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2003

Περί Ιεροσύνης και Θείας Λειτουργίας στην Αγία Βαρβάρα Αμφιάλης



177 β

Η Εκκλησία μας σήμερα τιμά χριστιανοί μου τον Άγιο Απόστολο Τιμόθεο, μαθητή του Αποστόλου Παύλου. Ως Απόστολος ο Άγιος Τιμόθεος ασφαλώς θα κατείχε και το υψηλό αξίωμα της ιεροσύνης. Επίσης με το αξίωμα της ιεροσύνης τιμάται σήμερα και ο Όσιος Ιωσήφ ο Σαμάκος. Τιμάται ακόμα και ο Άγιος Εμμανουήλ, Μητροπολίτης Αδριανουπόλεως. Ήτο και αυτός επίσκοπος. Χθες εόρταζε ο Άγιος Ζώσιμος, επίσκοπος Συρακουσών. Αύριο η Εκκλησία μας εορτάζει τον Άγιο Κλήμεντα, επίσκοπο Αγκύρας. Και κάθε μέρα και κάποιος Άγιος, κάποιος ιερεύς, κάποιος επίσκοπος, κάποιος ιερωμένος.
Αν διαβάζουμε τακτικά τους Συναξαριστάς, θα διαπιστώσουμε χριστιανοί μου ότι κάθε μέρα τιμάται και κάποιος Άγιος, γνωστός ή άγνωστος, που κατείχε όμως αυτόν τον βαθμό όπως είπα, τον υψηλό βαθμό της ιεροσύνης. Απ’ τον Πρωτομάρτυρα και Αρχιδιάκονο Στέφανο, μέχρι τους τελευταίους ανακηρυχθέντες αγίους, τον Άγιο Νεκτάριο, τον Άγιο Νικόλαο τον Πλανά, τον Άγιο Σάββα εν Καλύμνω, αλλά και τους οσίους κοιμηθέντας πατέρας, τον πατέρα Πορφύριο Μπαϊρακτάρη, τον πατέρα Φιλόθεο Ζερβάκο, τον πατέρα Ιάκωβο Τσαλίκη, τον πατέρα Γεώργιο Καρσλίδη, τον πατέρα Δημήτριο Γκαγκαστάθη, τον πατέρα Αμφιλόχιο Μακρή, και εκατομμύρια άλλους ανωνύμους αγίους, που συγκαταλέγονται στους Αγίους Πάντες, πολλοί εξ αυτών υπήρξαν κληρικοί παντός βαθμού, εκείνο που μας ενδιαφέρει βέβαια είναι οι ιερείς και οι επίσκοποι, και όλοι τους ασφαλώς πρόσφεραν την αναίμακτη θυσία της Θείας Λειτουργίας, υπέρ του κόσμου ζωής και σωτηρίας.
Επάνω στη γη λέγει, ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων. Και ο πλέον ταπεινός παπάς, αυτόν που δεν του δίνουμε σημασία, γιατί φοράει τσαρούχια στα πόδια και έχει λερωμένα και ξεσχισμένα τα ράσα του και τσαλακωμένα, με τη χάρη της ιεροσύνης που πήρε στη χειροτονία του, από τα χέρια του επισκόπου, τελεί όλα τα άγια μυστήρια, και μάλιστα τη Θεία Λειτουργία, όπου διά της επικλήσεως του Παναγίου Πνεύματος μεταβάλλεται το ψωμί και το κρασί σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Αληθινό Σώμα. Αληθινό Αίμα.
Οι ιερείς, συνεχίζει ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, πραγματοποιούν τους Αγίους, και αφθαρτοποιούν τους χριστιανούς. Αυτοί αγγελοποιούν τις ψυχές. Οι ιερείς γεμίζουν τον Παράδεισο και αδειάζουν την Κόλαση, οι ιερείς, όπου τελούν αυτό το φοβερότατο αναίμακτο μυστήριο. Ο λειτουργός ο ιερεύς και ο πιο αμαρτωλός, ανοίγει και κλείνει τις πύλες του ουρανού, και το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως, όταν βέβαια λέγει εξ ονόματος του Αγίου Θεού, «έστω λελυμένος και συγκεχωρημένος, και εν τω νύν αιώνι και εν τω μέλλοντι». Αλίμονον όμως για κείνον που θα ακούσει «έστω δεδεμένος και εν τω ουρανώ και εν τη γή και εν τω νύν αιώνι και εν τω μέλλοντι». Έχει αυτήν την εξουσία, να ανοίγει και να κλείνει τις πόρτες του Ουρανού. Χιλιάδες και εκατομμύρια χριστιανοί, όλοι σας, εσείς, έστω και αν είστε άγιοι, μπορείτε να υψώσετε τα οσιακά σας χέρια στον ουρανό, παρά την ευλάβιά σας όμως, και την ζωντανή σας πίστη που μπορεί να κάνει ακόμα και θαύματα, και παρά την αγιότητά σας, την εμφανή ή την κεκρυμένη, δεν μπορείτε να ιερουργήσετε τα Άχραντα Μυστήρια. Διότι δεν έχετε ούτε το βάρος ούτε την δύναμιν, ούτε και την χάρη ενός και μόνου ιερέα.
Ο λειτουργός ιερεύς, ο άξιος και αγνός, συνεχίζει ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, είναι εκείνος, που φέρνει μέσα στην καρδιά του και πάνω στο κεφάλι του στα αγιασμένα χέρια του, και στα κεκαθαρμένα μέλη του το θείο πυρ, τη θεϊκή φωτιά και φλόγα, τη δική του πύρινη γλώσσα, όπως την δέχτηκε στην δική του προσωπική Πεντηκοστή την ημέρα της χειροτονίας του. Να πω πώς το διατυπώνει ο ίδιος ο Άγιος; Να σας το πώ. «Ώσπερ σίδηρος πυρί προσομιλήσας, ούτος, δηλαδή αυτός, γίνεται όλος πύρ Πεντηκοστής, όλος θείον φώς». Αυτό μας θυμίζει την πρώτη θυσία του Ααρών, αδελφού του προφήτου Μωυσέως, όταν έλαβε το αξίωμα του Αρχιερέως, πυρ εξήλθεν παρά Κυρίου, και κατέφαγε πάντα τα επί του θυσιαστηρίου. Αυτό όμως το πυρ είναι κτιστό. Και δεν έχει καμιά σχέση με τις γλώσσες του πυρός της Αγίας Πεντηκοστής, που είναι φλόγες ακτίστου φωτός.
Το ίδιο συνέβη και σε κάποια άλλα παραδείγματα που θα πούμε από την Παλιά Διαθήκη, για να εδραιωθεί μέσα μας, έτι περισσότερον και με φόβο ιερό μέσα στην καρδιά μας αυτό που γίνεται στη Θεία Λειτουργία.
Κάπου τόχουμε γράψει, αν τόχετε διαβάσει και τόχουμε ξαναπεί. Τι λένε οι ξένοι; Εμείς κάνουμε εράνους, εμείς κτίζουμε πτωχοκομεία, γηροκομεία, ορφανοτροφεία, έχουμε συσσίτια, έχουμε αυτήν την δραστηριότητα, έχουμε την άλλη δραστηριότητα, έχουμε χορωδίες, έχουμε μουσικές, έχουμε όργανα, έχουμε αυτό, έχουμε εκείνο, εσείς οι Ορθόδοξοι τι έχετε; Πάμε και μείς οι φουκαράδες τώρα τελευταία να τους μιμηθούμε. Αλλά εκείνος ο ευλαβέστατος ιερεύς, ξέρετε τι απάντησε; Εμείς έχουμε τη Θεία Λειτουργία. Και βγάζουμε ψυχές από την Κόλαση και τις βάζουμε στον Παράδεισο. Αυτό έχουμε. Τη Θεία Λειτουργία. Αυτό έχουμε.
Και όμως δεν συμμετέχουμε σ’ αυτήν όπως πρέπει. Συγχωρέστε με. Συγχωρέστε με. Ούτε εμείς σαν κληρικοί, και πρώτος εγώ βέβαια, ο θεοπάλαβος, ούτε και σεις ως εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί. Στα εγκαίνια του μεγάλου ναού του Σολομώντος, που χρειάστηκαν σαράντα περίπου χρόνια για να ανεγερθεί βλέπουμε το εξής φαινόμενο που είναι μάλλον διπλό. Πυρ κατέβη εκ του ουρανού και κατέφαγε τα ολοκαυτώματα και τας θυσίας. Εδώ πρόκειται περί κτιστής, υλικής φωτιάς - πώς να το πούμε αλλιώς. Και συμπληρώνει το κείμενο των Παραλειπομένων. «Και δόξα Κυρίου έπλησε άπαντα τον οίκον». Εδώ μας λένε οι πατέρες της Εκκλησίας μας, ότι πρόκειται περί θείας ελλάμψεως που όμως βέβαια δεν έχει σχέση με τις πύρινες γλώσσες, της Αγίας Πεντηκοστής.
Αλλά και στα χρόνια όμως του Κριτού Γεδεών που τα διαβάζουμε Αγία Γραφή, αυτά υποπίπτουν στην αντίληψή μας με την μελέτη που κάνουμε, συνέβη κάτι παρόμοιο με υλική φωτιά από κάποιον ξένον, που ήταν όμως στην πραγματικότητα άγγελος Κυρίου. Να πως μας το λέγει το κείμενο. «Και εξέτεινε ο άγγελος Κυρίου το άκρον της ράβδου, εκ της χειρός αυτού, και ευθύς αμέσως εξήλθον φλόγες πυρός και κατέφαγον τα επί της πέτρας προτεθέντα δέσματα».
Ονομαστή ακόμα είναι και η υλική φωτιά στη θυσία που επρόκειτο να προσφέρει ο προφήτης Ηλίας, ενώπιον των ειδωλολατρών ιερέων του Βάαλ. Και πύρ παρά Κυρίου εκ του ουρανού επέπεσεν και κατέβαλε τα ολοκαυτώματα και τας _____. Όλες όμως αυτές οι αστραπές, οι φωτιές και οι φλόγες ήσαν κτιστές, υλικές, παρότι δημιουργήθηκαν από την παντοδυναμία του Αγίου Θεού.

Παρά ταύτα, σαν μικρός και ανάξιος που είμαι, - είμαι, και εξακολουθώ να είμαι, - είδα πρίν από πολλά χρόνια έναν πραγματικόν άνθρωπον του Θεού, αυτό δε το’ χομε γράψει στα βιβλία, θα το βάλουμε τώρα, έναν καταξιωμένον λειτουργόν του Υψίστου ο οποίος αφού μετά τη Θεία Λειτουργία μας προσέφερε στο απέριττο και φτωχότατό του εκεί αρχονταρίκι, το καθιερωμένο κερασματάκι με το λουκουμάκι, τον καφέ ή το τσάι, άρχισε να μας ομιλεί εκεί με λόγους παρακλητικούς. Μας έλεγε λόγια Θεού. Σε λίγο καθ’ όν χρόνον ομιλούσε, άρχισαν να εξέρχονται από το στόμα του φλόγες, φωτιές. Φωτιές θεϊκού πυρός, φωτιές. Συνέβησαν και ταυτόχρονα δύο πράγματα. Αφενός μεν οι θεϊκές αυτές ελλάμψεις τον περιέβαλαν ολόκληρον, και αφετέρου, ως δέσμες θεϊκού φωτός, εκπέμποντο προς το σύνολον των παρευρισκομένων - διότι είμασταν αρκετοί. Αυτόπτες μάρτυρες του ακαταλήπτου αυτού γεγονότος ήσαν τέσσερεις άνδρες, ένα παιδάκι έξι ετών και εγώ ο ταλαίπωρος. Οι υπόλοιποι εκ των είκοσι δεν αντελήφθησαν τίποτα. Άρα δεν επρόκειτο για πλάνη, παραισθήσεις και φαντασιώσεις αφού η μετέπειτα ψυχοσωματική μας αλλοίωση ήταν πρωτόγνωρη, ειρηνόδωρη, εκστατική, και μπήκε κάτω από την παρατήρηση εμπείρων γερόντων.
Τέτοιοι καταξιωμένοι υπάρχουν δόξα τω Θεώ αρκετοί, αλλά αφανείς στο πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, διότι τέτοιου είδους πράγματα δεν διατυμπανίζονται ποτέ. Μη κοιτάζετε που το είπα εγώ τώρα ύστερα από τριάντα χρόνια..

Επαναλαμβάνω για να τονίσω ότι η θεϊκή αυτή φλόγα της νέας χάριτος είναι πυρ του ουρανού, πυρ από το υπερουράνιο θυσιαστήριο, που διαπερνά κάθε αγιασμένη ιερατική καρδιά και δια της οποίας θερμαίνει τις παγωμένες ψυχές των χριστιανών, φωτίζει τον σκοτισμένο νου μας, και καθαρίζει τη λερωμένη και βρώμικη από την αμαρτία διάνοιαν.
Πάλι ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων μας διδάσκει τα εξής. Χρειάζεται ο λειτουργός ιερεύς, να έχει θεϊκή τη φωτιά μέσα στην καρδιά του, για να φωτίζει πρώτα πρώτα το νου του. Για να χαριτώνει δεύτερον τις αισθήσεις του. Τρίτον για να φλογίζει την πίστη του. Τέταρτον για να καταφλέγει τους δαίμονες που κακοποιούν τα πλάσματα του Θεού. Πέμπτον για να καταστρέφει τα φρύγανα της ατιμίας. Και έκτον για να πυρπολεί τους αχυρώδεις λογισμούς των αισχρών, πονηρών, και βλαστήμων φαντασιών. Και τη θεϊκή αυτή φωτιά την παίρνει ο κάθε ιερεύς όπως είπα και προηγουμένως στην προσωπική του Πεντηκοστή, δηλαδή στη χειροτονία. Υποχρέωσή του είναι να την κρατάει πάντοτε φλεγομένη και πάντοτε ζωντανή. Πάντοτε ζωντανή.
Ο δε Όσιος Θεόγνωστος στο δεύτερο τόμο της φιλοκαλίας, μας λέγει ότι ο λειτουργός ιερεύς στη Θεία Λατρεία παρουσιάζεται πάντοτε ως υπουργός του υπερουσίου πυρός και θύματος. Η ιερή και πανάμωμη εστία από την οποίαν παίρνουν οι ιερείς το δικό τους θεϊκό πύρ, είναι Κύριος ο Θεός, ο απτόμενος των ορέων και καπνίζονται. Αυτός ο οποίος ώφθη εν πυρί φλογός στην κατακαιομένη και μη καταφλεγομένη βάτο. Είναι Αυτός που κατέρχεται εν πυρί και είναι πύρ καταναλίσκον. Ο Θεός είναι πύρ καταναλίσκον. Αλήθεια πόση καθαρότητα και αγιότητα πρέπει να έχει ο λειτουργός ιερεύς, όταν μελίζει το πανάγιον Σώμα, Θεϊκό Σώμα του Κυρίου, στο «μελίζεται και διαμερίζεται ο αμνός του Θεού», γι’ αυτό σας παρακαλώ πάρα πολύ, στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων και όταν ακούτε το «πρόσχωμεν τα άγια τοις αγίοις», να λέτε μέσα σας «να με λυπηθεί και να με ελεήσει και μένα ο Θεός». Κανένας δεν είναι βέβαιος για τη σωτηρία του. Είθε μέχρι το τέλος να μας ελεεί ο Θεός, μέχρι την τελευταία στιγμή, εκείνη που βγαίνει η τελευταία πνοή της ζωής μας. Να μας ελεεί ο Θεός.
Και πόση παρρησία ρωτά πάλι ο Όσιος Θεόγνωστος, αφού γίνεται μεσίτης Θεού και ανθρώπων, και παίρνει συμπρεσβευτές μαζί με την Υπεραγία Θεοτόκο, όλες τις υπερουράνιες δυνάμεις Αγγέλων και Αρχαγγέλων, τους Αποστόλους, τους μάρτυρας, τους ιεράρχας, τους οσίους και όλους τους Αγίους και δικαίους από αρχής κόσμου; Εγώ πιστεύω, συνεχίζει ο Άγιος, ότι όπως οφείλει, ο κάθε ιερεύς να έχει αρχαγγελική την αξία της ψυχής του, άλλο τόσο και περισσότερο πρέπει να έχει και την οικειότητα της αγάπης του με τον εν Τριάδι Θεό. Και μείς δεν αγαπούμε το Θεό. Δεν τον αγαπούμε. Εδώ δεν αγαπούμε τον άνθρωπό μας, τον άντρα μας, τη γυναίκα μας, τα παιδιά μας, δεν τα αγαπάμε. Πιστεύετε κάτι εσείς ότι αγαπάμε; Πού είναι η θυσία προς το σύντροφο της ζωής; Που είναι ο καλός λόγος; Πού είναι η υπομονή σας; Και η υπομονή μου, που είναι; Πού είναι η προσευχή σας και η προσευχή μου, πού είναι η συντριβή και τα δάκρυα; Πού είναι;
Όλα αυτά μου θυμίζουν κάτι που είχα γράψει το 1974 πάνω σε μια σημείωση ενός γεγονότος - λειτουργικού βιώματος, ενός αγίου εφημερίου.
Πρώτα συναντάς τον Θεό στο ταμείον σου, εις το δωμάτιό σου δηλαδή, κρυφά, εκεί συναντάς πρώτα τον Θεόν, πρώτα άπτεσαι των θείων εκεί στο ταμείον σου, πρώτα πάσχεις τα θεία και ύστερα λειτουργείς και λειτουργείς.
Χριστιανοί μου, ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς λειτουργούσε κάθε μέρα, με πολύωρες μνημονεύσεις ονομάτων, υπάρχει η βιογραφία του, μπορείτε να τη διαβάσετε, και πολύ θα ωφεληθείτε. Ονομάτων ζώντων τε και τεθνεώτων, με δυο δισάκια που τα είχε στους ώμους του και έλεγε ότι είναι τα συμβόλαιά του. Υπερίπτατο του εδάφους όταν λειτουργούσε. Μάλιστα όταν ένας αρχιερεύς, ο Πατρών που τον υπηρετούσε ως παπαδάκι μέσα στο Ιερό Βήμα, μας καταμαρτύρησε πολλά από την αγιότητα του οσίου Νικολάου του Πλανά. Ελάμπετο αυτός από το θείον Τριαδικό φώς. Τι ευδοκία μια φορά όπως απεκαλύφθη, ελλείψει προσφόρου για την τέλεση της αναιμάκτου θυσίας, δέχτηκε πάνω στην Αγία Τράπεζαν ουράνιον άρτον. Μια λειτουργιά, ένα πρόσφορο. Του τόστειλε ο Θεός, αφού δεν είχαν φέρει οι χριστιανοί. Και έτσι προχώρησε στην τέλεση της Θείας Λειτουργίας, διότι όταν είδε ότι δεν έχει πρόσφορο, άρχισε να κλαίει. Και μεις ξερετε τι θα λέγαμε, α, δεν έχουμε πρόσφορο, ευκαιρία να μη λειτουργήσουμε. Χάλια έχουμε, θα πάμε στην Κόλαση. Πλήθος και καταπληκτικές οι πληροφορίες, για τον τρόπον με τον οποίον λειτουργούσε ολονυκτίως με την βοήθεια ολίγων αλλά θεοσεβών αφιερωμένων χριστιανών. Άρχισε ο βράδυ και τελείωνε την άλλη μέρα το μεσημέρι. Την άλλη μέρα το μεσημέρι τελείωνε, όχι το πρωί, το μεσημέρι.

Όταν για δύο χρόνια είχα υπηρετήσει στην Αγνούσα της Χίου, είχα ακούσει για κάποιον απλοϊκόν έγγαμον, χήρον ιερέα, όπου στα απρόσιτα κατσάβραχα της Χίου, εξυπηρετούσε ως εφημέριος ένα μικρό ησυχαστήριο. Ζούσε σχεδόν ως σαλός εν Χριστώ. Έτσι πληροφορήθηκα. Όταν ιερουργούσε των Αχράντων Μυστηρίων, η Αγία Τράπεζα έπαιρνε ολόκληρη φωτιά. Χωρίς να καταφλέγεται. Ενώ συγχρόνως εξήρχετο από αυτήν μία άρρητος ευωδία. Τίποτα δεν έβλεπαν και τίποτα δεν άκουγαν. Πολλές φορές δε μετά τον καθαγιασμόν των Τιμίων Δώρων, χόχλαζε το Πανάγιον Αίμα του Κυρίου μας πάνω στην Αγία Τράπεζα. Ώστε βέβαια να ξεχειλίζει αυτό πάνω στο άγιον αντιμήνσιον. Πολλά έλέγοντο γι’ αυτόν και από τις σπάνιες μαρτυρίες βέβαια στα είκοσι χρόνια, δεν ήταν ποτέ τα ίδια πρόσωπα, άλλοτε ένας, άλλοτε άλλος, και δεν μπορούσαν να αντέξουν αυτά που έβλεπαν, από τον απλούστατον εκείνον παπά τον ξυπόλητο και έπεφταν λιπόθυμοι. Λιποθυμούσαν οι άνθρωποι. Το θείον δεν αντέχεται από την ανθρώπινη σάρκα. Δεν αντέχεται. Εις αυτά τα ακατανόητα και τα υπερακατάληπτα φρικτά θεάματα, όπως είπα προηγουμένως, υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες, ένας εκ των οποίων βέβαια μου τα διηγήθηκε τότε, πριν από τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια. Δεν σας είχα μιλήσει άλλη φορά γι’ αυτόν. Τώρα σας λέγω.

Κάποτε ένας έγγαμος ιερεύς, κρατώντας απ’ το χεράκι ένα πεντάχρονο αγοράκι, το δικό του παιδί, πήγαινε στην εκκλησία για εσπερινό. Ο μικρός καθώς βάδιζαν, όλο και κάτι έλεγε, ώσπου στο τέλος του έκαμε και την εξής ερώτηση.
«Γιατί μπαμπά στη Θεία Λειτουργία όταν πρόκειται να αγιάσεις τη Θεία Κοινωνία όλο κλαίς; Και κλαίς; Ύστερα ανεβαίνεις πετώντας στον ουρανό, και ύστερα κατεβαίνεις κρατώντας πολλή φωτιά στα χέρια σου; Και γιατί πρώτα τη βάζεις πάνω στο ψωμάκι, και ύστερα πάνω στο Άγιο Ποτήριο με το κρασάκι; Και γιατί δεν καίγεσαι; Εγώ τα χεράκια σου δεν τα είδα ποτέ καμένα..»
Ο παππούλης σταμάτησε άφωνος από την έκπληξη και ύστερα έντρομος, ρώτησε το παιδί του.
«Πότε τα είδες όλα αυτά παιδάκι μου;»
«Να, προχτές, που ήταν Κυριακή».
Και τότε λέγει του παιδιού του πολύ σοβαρά.
«Πρόσεξε να μην τα πείς αυτά παιδάκι μου σε κανέναν, μέχρι να πεθάνω. Ακούς; Σε κανέναν».
«Καλά μπαμπά. Να, φυλάω και Σταυρό».
Κι έκαμε έτσι... Το παιδάκι.
Αυτά μου τα διηγήθηκε το ίδιο το παιδάκι, που ήταν πενηντάρης πλέον άνδρας για τον ιερέα πατέρα του, γύρω στο 1930 που συνέβη αυτό το γεγονός, τότε που το παιδί, το 30 δηλαδή, ήταν 5-6 ετών. Που μου το διηγήθηκε. Στον Άγιο Βασίλειο. Όταν ήμουν εφημέριος εκεί. Γι’ αυτό η αληθινή αυτή ιστορία έχει την πνευματική της βαρύτητα, για την οποίαν και σας την είπα, όταν ήμουν εφημέριος όπως είπα στον Άγιο Βασίλειο, στη δεκαετία 70-80. Μόλις τελείωσε ο παπα-γιός την ιστορία με τον πατέρα του, πρόσθεσε τα εξής :
«Αυτές της ημέρες πάτερ μου, κατέκρινα συγκεκριμένα, δύο ιερείς για κάποιες κακές τους πράξεις, όπως μου τις μετέφεραν. Ξέρετε τώρα τελευταία… Κανά δυο μέρες στην τηλεόραση ασχολούνται πολύ με τους αρχιερείς. Και κουτσομπολιά, άλλο πράμα. Και μέσα μου, τους κατέκρινα. Τους έβρισα. Και τους συνέκρινα με το ήθος του αγίου πατέρα μου, του παπα-Γιώργη». Ο πατέρας του άγιος ήταν, από το γεγονός αυτό φάνηκε ότι ήταν άγιος. «Κι όμως ήρθε χθές το βράδυ στον ύπνο μου, ο πατέρας μου, και ήταν ολόλαμπρος σαν τον ήλιο, με κοίταξε σοβαρά και μου είπε: «Δεν ξέρεις ότι στα πρόσωπα εκείνων των ιερέων, κατέκρινες εμένα τον πατέρα σου;»
Ακούτε τι του είπε; Κατέκρινες τον ξένον ιερέα, όμως κατέκρινες εμένα. Κι όταν κρίνεις και κατακρίνεις τον οποιονδήποτε ιερέα, στο είπα πολλές φορές, κρίνεις τον Θεό που τον έκανε ιερέα. Κι ο γιός του αγίου εκείνου ιερέως, άρχισε να κλαίει. Κι εγώ βέβαια έμεινα άφωνος από την έκπληξή μου, κατόπιν ζήτησα την άδεια να μπορώ να διηγούμαι αυτήν την ιστορία, το φοβερότατο αυτό λειτουργικό βίωμα, ανωνύμως ασφαλώς, πήρα την άδειά του, και την διηγήθηκα για δεύτερη φορά. Αυτή είναι η δεύτερη φορά που την λέω. Η πρώτη ήταν στην Πάτρα, κι η δεύτερη είναι τώρα.


Αλήθεια χριστιανοί μου, εμείς που καθημερινά κατακουτσομπολεύουμε τους παπάδες, τους ιερείς και τους επισκόπους, τους κρίνουμε και τους κατακρίνουμε, στεναχωρεθήκαμε καμιά φορά; Απ’ τ’ αυτί θα μας πιάσει ο Θεός, απ’ τ’ αυτί. Η ιεροσύνη είναι κάρβουνο. Ή καίγεσαι, ή μουτζουρώνεσαι. Διαλέγεις και παίρνεις. Ανέπαφος δεν πρόκειται να μείνεις. Ή θα μουτζουρωθείς, ή θα καείς.

Ύστερα από όσα είπαμε χριστιανοί μου, τα πολύ λίγα και τα πλέον ελάχιστα, βγαίνει το συμπέρασμα, ότι όλοι μας, κληρικοί και λαϊκοί, πρέπει να αποκτήσουμε ουσιαστικότερη συμμετοχή στο μέγα μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας για τη σωτηρία μας. Με τέτοιες εμπειρίες και τέτοιες ιστορίες είχα αρχίσει πριν από πολλά χρόνια, από 10 χρόνια, την ανάλυση της Θείας Λειτουργίας. Και σε κάθε κήρυγμα αν ενθυμείστε και όσοι ενθυμείστε, λέγαμε και 3-4 τέτοιες ιστορίες που είχαν και που έχουν άμεση σχέση με τη Θεία Λειτουργία και την ιεροσύνη. Πρόσεξα λοιπόν ότι όταν σας έλεγα ιστορίες το ενδιαφέρον σας ζωντάνευε. Τα αληθινά αυτά γεγονότα εσφράγιζαν αυτά που στην πραγματικότητα συμβαίνουν. Για ό,τι λέμε για τη Θεία Λειτουργία. Την ίδια τακτική χρησιμοποιούσε και χρησιμοποιεί και ο δικός μου πνευματικός, να ομιλεί πάντοτε με παραδείγματα και γεγονότα, ακόμα και στην Ιερά Εξομολόγηση, πολύ περισσότερον στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις του και στις απλές συμβουλές του. Ή σε κάποια πιο επίσημη ομιλία. Πρώτος βέβαια σε αυτού του είδους της προφορικής διδασκαλίας υπήρξεν ο Χριστός. Ο ίδιος ο Κύριός μας, σχεδόν ομιλούσε πάντοτε με παραβολές. Παραβολές ανυπέρβλητες σε αξία και τιμή. Γιατί; Γιατί διδάσκουν και οδηγούν, διδάσκουν και φωτίζουν, οι παραβολές διδάσκουν και σώζουν. Η Αγία Γραφή είναι η ζωή. Το Ευαγγέλιο είναι ο Χριστός. Και μείς δεν καταδεχόμαστε να το ανοίγουμε, να το διαβάζουμε και να το μελετάμε. Το Χριστό διαβάζουμε. Άμα το ανοίγεις με προσοχή, έτσι, εκεί, και το μελετάς, και ρουφάς τα λόγια αυτά που δεν καταλαβαίνεις, μπαίνει ο Χριστός μέσα σου, και συ Τον περιφρονείς, όπως και γώ. Το πρόσεξα όμως αυτό, στα 43 χρόνια που έχω ιερεύς, σε διακριτικούς και διακεκριμένους αλλά κεκαθαρμένους μοναχούς και πνευματικούς εξομολόγους στο Άγιον Όρος και δω στον κόσμο, ότι χρησιμοποιούσαν πάντοτε στο λόγο τους παραδείγματα από τους βίους των αγίων, παραδείγματα από τους Συναξαριστάς, τα διάφορα γεροντικά, τον Ευεργετινό, και ιδιαιτέρως αληθινές ιστορίες από τη ζωή τους, είτε από αυτά που είδαν, είτε από αυτά που άκουσαν. Και λοιπόν βλέποντας αυτήν την μεγίστη ωφέλεια, έκαμα και γώ αυτό το ταπεινό πράγμα, χωρίς να λέει αυτό τίποτα, γι’ αυτό πρέπει να μελετάμε πολύ τακτικά, όσοι πήρατε το βιβλίο της Ερμηνείας της Θείας Λειτουργίας, να το μελετάμε, για να μπορούμε να συμμετέχουμε ουσιαστικότερα στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Και αυτό θα μας σώσει. Εγώ προσωπικά δεν διαθέτω, ούτε ικανότητα, ούτε προσόντα, ούτε αρετές έχω, ούτε τίποτα δεν έχω, όλο ελαττώματα είμαι και κακίες, και αδυναμίες. Τίποτα δεν έχω. Ό,τι έχω του Θεού είναι. Ό,τι έχω, αν έχω, του Θεού είναι. Δικό μου, τίποτα. Τα άλλα του Θεού. Α, δικά μου, ξέρετε ποια είναι; Οι αμαρτίες μου.

Πρίν από 15-20 μέρες, εκεί στις γιορτές γύρω, προς τα Θεοφάνεια, δεν ξέρω αν είναι εδώ, είχαν πάει οικογενειακώς στην Αριζόνα και είχαν δεί τον πνευματικό μου και γέροντά μου και δικό σας παππού, και το μικρό τους το παιδάκι, δεν ξέρω αν είναι τριών ετών, μπορείτε να ρωτήσετε, είναι αληθινό, θα σας το πούν, του είπε «γέροντα κάνεις θαύματα, ε; - Τέντωσε τα αυτιά σου να ακούς. - Κάνεις θαύματα. - Άμα φωνάζει, η φωνή μου αγριεύει, και αυτό δεν είναι για φωνή, είναι για κλάματα. - Και απάντησε «εγώ παιδάκι μου, μόνο αμαρτίες κάνω». Μία ομολογία μπροστά σε ένα παιδάκι τριών ετών. «Εγώ μόνον αμαρτίες κάνω». Και εγώ, μόνον αμαρτίες κάνω. Ό,τι από του Θεού είναι, και ό,τι σας λέω, είναι του Θεού.

Εδώ τώρα και για μένα έκπληξη, και για σας βέβαια, θα διαβάσω εδώ το εξής: «Την Κυριακή 18/1/2003, στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Ψειρή στην Αθήνα, χοροστάτησε κατά την Θεία Λειτουργία ο προσφάτως παραιτηθείς Μητροπόλεως, Θήρας, κύριος Παντελεήμων, ο οποίος στο κήρυγμά του είπε περίπου τα εξής: «Προ 40 ετών, ο Παντελεήμων, υπηρετούσε στο Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Ψειρή ως διάκονος, και η Κυριακή 19 πρώτου, ήταν η πρώτη φορά όπως είπε, που ξαναβρέθηκε στον ίδιο ναό, μετά από 40 έτη. Και θυμήθηκε τα εξής: Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας και το «Δι’ ευχών», ο λειτουργός ιερεύς του έδωσε εντολή να καταλύσει εκείνος τη Θεία Κοινωνία, πλησιάζοντας ο νέος διάκονος την Αγία Πρόθεση και παίρνοντας στα χέρια του το Άγιο Ποτήριο, με έκπληξη και φόβο αντίκρυσε μέσα σ’ αυτό, ανάμεσα στις μερίδες του Σώματος του Κυρίου ένα μικρό φιδάκι. Μιλήσαμε γι’ αυτά. Δυο φορές. Μια με τον πατέρα Γερβάσιο Παρασκευόπουλο και μια στο νησί των Ψαρών. Για το φίδι που κατέλυσαν οι ιερείς. Με αγωνία και καταϊδρωμένος το έδειξε στον ιερέα. «Και τώρα»; Ρωτησε ο διάκονος. Η Θεία Κοινωνία είναι πιο δυνατή και απ’ το φίδι και απ’ το δηλητήριό του, και από κάθε τι, απάντησε ο ιερεύς. Ο διάκονος, κατάλαβε, έκαμε το Σταυρό του και σιγά σιγά κατέλυσε την Θεία Κοινωνία μαζί με το φιδάκι. Αναφέραμε δύο τέτοια γεγονότα και αυτό είναι το τρίτο για να πιστοποιήσει ό,τι και τα άλλα δύο που μας αναφέρουν γραπτώς καταξιωμένοι κληρικοί, είναι πέρα για πέρα αληθινά.

Το κήρυγμα αυτό χριστιανοί μου, παρουσιάστηκε ενώπιον του Μητροπολίτου Πατρών και πλήθους κληρικών της ιδίας μητροπόλεως στο Μητροπολιτικό Ναό στις 15 Δεκεμβρίου του 2002, για να γίνει και η παρουσίασις του βιβλίου «Εμπειρίες κατά τη Θεία Λειτουργία». Με τέτοιες ιστορίες και βιώματα πλαισιώθηκε αυτό το βιβλίο. Που είναι η γραπτή και η συμπυκνωμένη απόδοσις των 52 βραδινών ομιλιών κηρυγμάτων, μιας ώρας και πλέον, με κύριο θέμα την ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας. Από την ελάχιστη πείρα που είχα, παρατήρησα ότι οι ομιλίες και τα κηρύγματα αυτά, η μελέτη και η ανάλυσις των πατερικών κειμένων σε κύκλους ανδρών, εμπεδώνονται καλύτερα και πρόσφεραν μεγαλύτερη ωφέλεια στους χριστιανούς, όταν συνοδεύοντο από αληθινά γεγονότα που είχαν άμεση σχέση με το θέμα. Και όπως είπα προηγουμένως, την ίδια τακτική, χρησιμοποίησε όπως και χρησιμοποιεί, ο πνευματικός μου πατέρας και γέροντας πατήρ Εφραίμ, όπως και άλλοι έμπειροι και διακριτικοί Αγιορείτες πνευματικοί, εξομολόγοι, όπως επίσης και πολλοί που χειρίζονται, άριστα τον λόγον, ιεροκήρυκες, επίσκοποι, και λοιπά.
Εκείνο, εν καταλήξει, που θέλω να σας πω, ή μάλλον να σας παρακαλέσω όλους σας, όσοι με βλέπετε και με ακούετε αυτήν την στιγμή, είναι να σας παρακαλέσω να προσεύχεσθε για μένα. Να εύχεσθε. Και να εύχεσθε και να προσεύχεσθε πολύ, για να με ελεήσει ο Θεός, γιατί θα δώσω βαρύτατον τον λόγον για όσα μέχρι σήμερα στα 43 μου χρόνια έχω πει, και για όσα όλως αναξίως έγραψα σ’ αυτό το βιβλιαράκι. Διότι «ο γνούς και γράψας και μη ποιήσας, δαρήσεται πολλάς».
Εύχεσθε, προσεύχεσθε,
παρακαλώ, προσεύχεσθε πολύ,
Αμήν.