Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2004

Η μετάνοια σε σχέση με την ταπείνωση και οι παραγόμενοι εν Χριστώ καρποί τους



Κυρ. ΙΕ' Λουκά 2004

«Σταθείς δε ο Ζακχαίος είπε προς τον Κύριον, και ή τινος τι εσυκοφάντησα αποδίδωμι τετραπλούν»
Η μετάνοια του Ζακχαίου όπως το μας το παρουσίασε το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα ήτο αληθινή και έμπρακτη.
Αν τυχόν, είπε ο τελώνης, και σαν τελώνης που είμαι και σκληρός εφοριακός αδίκησα κάποιον με ψεύτικες και συκοφαντικές μαρτυρίες, και έτσι του πήρα πολύ περισσότερα από αυτά που του έπρεπε, θα τον αποζημιώσω όπως θα λέγαμε σήμερα εις το τετραπλάσιο. Η έμπρακτη αυτή μετάνοια στην καρδιά του Ζακχαίου, εγένετο ύστερα από την επίσκεψη του Κυρίου στο σπίτι του.
Βέβαια Κύριος ο Θεός που είναι παντογνώστης, αυτός που ετάζει καρδίας και νεφρούς, που βλέπει τις καρδιές των ανθρώπων, είδε την καρδιά του Ζακχαίου που ανέβηκε πάνω στην συκομωρέα γιατί ήταν κοντός και ήθελε να δει το πέρασμα του Κυρίου, είδε και την καρδιά του.
Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι πρώτα έρχεται η χάρις, επαναλαμβάνω, πρώτα έρχεται η χάρις, του εν Τριάδι Θεού μέσα μας, και κατόπιν ακολουθεί η ενεργουμένη μετάνοια και ο υπόλοιπος πνευματικός αγώνας για τη σωτηρία της ψυχής μας.
Βέβαια πάντοτε ο Κύριος κτυπά μετά διακρίσεως τις καρδιές των ψυχών μας, και αν θα του ανοίξουμε θα περάσει. Μας λέγει στην Αποκάλυψη ότι «ιδού ίσταμαι επί την θύραν και κρούω. Εάν μου ανοίξεις θα εισέλθω και θα δειπνήσω μαζί σου, και τότε στην καρδιά σου θα γίνει πανηγύρι διότι θα μεταβληθεί ουρανός, ολοφώτεινος ουρανός, διότι μέσα σ’ αυτόν θα λάμψει η παρουσία του ηλίου της δικαιοσύνης».
Μέσα όμως από την μετάνοια γνωρίζουμε και απολαμβάνουμε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, και μόνον μέσα από την μετάνοιαν. Όταν ανοιχτεί η καρδιά μας και αποδειχθεί ότι είναι δεκτική, για να δεχτεί την Θείαν Χάριν, τότε με τρόπους που δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε, βλέπουμε μέσα σ’ αυτήν με τα μάτια της ψυχής μας την μεγαλοσύνη του Θεού, την μεγαλοπρέπεια του Θεού, την φιλανθρωπία Του και την άπειρη μακροθυμία Του. Κι όσο την βλέπουμε, κι όσο την αντικρύζουμε και όσο την βιώνουμε, τόσο και περισσότερον ταπεινούμεθα. Και δια της ταπεινώσεως συνεχώς μετανοούμε.

Μετανοούμε, μετανοούμε, μετανοούμε, μια ζωή ολόκληρη, και έτσι πρέπει νάναι. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος μας λέγει ότι η μετάνοια πρέπει να μας συνοδεύει μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής μας. Άλλωστε το «Μνήσθητί μου Κύριε, όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου» εκεινού του ληστού που άνοιξε πρώτος την πόρτα του Παραδείσου, η κραυγή αυτή ήτανε κραυγή μετανοίας.
Και όσο καλλιεργείται καθημερινά η αληθινή μετάνοια του καθενός από μας, του μικρού η του μεγάλου, και δένεται μαζί της και η ταπείνωσις, τότε ταπείνωσις και μετάνοια, μεγαλώνουν το οικοδόμημα της ψυχής, ή μάλλον ευρύνουν το δοχείο της και συντελούν αποτελεσματικά στον πλήρη καθαρισμό της. Διότι σ’ αυτό πρέπει να αποβλέπουμε όλοι μας, όπως με τη μετάνοια, όταν αυτή συνοδεύεται και πρέπει να συνοδεύεται με την ταπείνωση, διότι μετάνοια χωρίς ταπείνωση, τι σόι μετάνοια είναι αυτή, α, θέλουμε ένα μόνο πράγμα, να καθαρίσουμε την καρδιά μας. Να καθαρίσουμε τον νού μας πρώτα απ’ όλα, και ύστερα βέβαια ολόκληρον τον χώρον της καρδίας και της ψυχής.
Συνεργοί σ’ αυτή τη διπλή αρετή, την μετάνοια και την ταπείνωση, θα είναι η έμπρακτη πίστις, η ζωντανή πίστις, η ολόθερμη πίστις, πίστις που δυστυχώς μας λείπει. Εν συνεχεία χρειάζεται η μακροθυμία, η νηστεία η πνευματική, γιατί νηστεία σωματική τώρα έτσι όπως καταντήσει όλοι, μικροί και μεγάλοι με τις τόσες ποικίλες αρρώστιες και τη ραδιενέργεια που βασιλεύει στην ατμόσφαιρα και στις τροφές, είναι πολύ δύσκολη να γίνει. Αλλά η πνευματική όμως επιβάλλεται. Νηστεία στους οφθαλμούς, νηστεία στις αισθήσεις, νηστεία στη γλώσσα μας. Κατόπιν να ακολουθήσει η κατά δύναμιν εγκράτεια, η συνεχής προσευχή, η κρυφή ελεημοσύνη, -«μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου»,- αλλά και η πνευματική σου ελεημοσύνη, που θα γίνει όταν θα εισέλθεις κρυφά στο ταμείον σου, είτε θάναι αυτό το ταμείον το δωμάτιον του σπιτιού σου, είτε θα είναι το δωμάτιον της ψυχής σου, και εκεί εν τω κρυπτώ, θα προσευχηθείς για τον διπλανόν σου, και ο Θεός ο βλέπων εν τω κρυπτώ θα αποδώσει εν τω φανερώ. Η Ιερά Εξομολόγησις, η Θεία Κοινωνία, η μελέτη της Αγίας Γραφής, και τόσα άλλα, και τόσα άλλα, και τόσα άλλα, να μην τα λέμε όλα, που δεν προλαβαίνουμε, και είναι τόσα πολλά, όλα μαζί συντρίβουν τα πάθη και καθαρίζουν την καρδιά, και τότε καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει, και μάλιστα σ’ αυτή την καρδιά, την συντετριμμένη, και την τεταπεινωμένη, ο Θεός δίδει και την Χάριν του, «ταπεινοίς δε δίδωσι Χάριν». Και μάλιστα εκείνην την Χάριν που δωρίζει την ακατάληπτην Θείαν όρασιν, και τη Θεία Θεογνωσία. Διότι, τίποτα από τον Πανάγιον Θεόν δεν γνωρίζουμε, παρά μόνον όσα Εκείνος μας αποκαλύπτει. Βέβαια μπορούμε να διαβάζουμε ορισμένα πράγματα, και καλά κάνουμε και τα διαβάζουμε, αλλά άλλο γνώσις, άλλο Θεογνωσία. Άλλο διαβάζω, και άλλο με αποκαλύπτει ο Θεός. Και τα μυστήρια του Θεού και της Παναγίας Τριάδος, και της Θεανθρωπότητος του Κυρίου, και της χαράς και της δόξας της Βασιλείας των Ουρανών, αυτά μόνον εις την καθαρήν καρδίαν αποκαλύπτονται.
Μακάριοι, λέει, λένε οι μακαρισμοί, μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται. Και τους μακαρισμούς ξέρετε, τους διδάσκομε σε όσους εκ των κατηχουμένων είναι μεγάλοι και θέλουν να βαπτιστούν στην Ορθόδοξη πίστη και Εκκλησία. Διδάσκουμε τους μακαρισμούς. Διότι μέσα και απ’ αυτούς αναβαπτίζεται ολόκληρος ο άνθρωπος. Πράγματι λοιπόν, η αληθινή μετάνοια, όταν ακολουθείται από την ταπείνωση, και όταν εν συνεχεία έπονται η πίστις και η καλλιέργεια όλων των υπολοίπων αρετών, κατορθώνεται, και τότε μόνον κατορθώνεται δια του Ιησού Χριστού, η κάθαρσις εκ της καρδίας. Ύστερα έρχεται ο φωτισμός. Και ποιος ξέρει σε ποιες ψυχές κατορθούται τελικά η τελείωσις και ο αγιασμός.
Η καρδιά στην Ορθόδοξη Πίστη μας, είναι το κέντρον της ψυχής, είναι μάλλον το κέντρο του όλου ψυχοσωματικού ανθρώπου. Είναι ο πνευματικός χώρος όπου κατοικεί και βασιλεύει το Πνεύμα του Θεού. Μας το λέγει βεβαιωτικά ο ίδιος ο Κύριος. Η Βασιλεία του Θεού, εντός ημών εστί. Η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας. Πού μέσα σας; Στην καρδιά σας. Στην ψυχή σας. Στο νου που φωτίζεται. Στις καθαρές και αγιασμένες αισθήσεις. Η καρδιά είναι φωλιά μέσα στην οποία αναπτύσσονται και αναγεννώνται, ή πρώτα αναγεννώνται και ύστερα αναπτύσσονται όλες οι αρετές. Και όταν η καρδιά είναι αγνή, καθαρή, αμόλυντη, και αγία, όπως του πνευματικού μου, τότε και μόνον καθίσταται ολοφώτεινος χώρος γεμάτος Χάρη και Δόξα Θεού.
Είδατε Δόξα Θεού ποτέ μέσα σε καρδιά ανθρώπου; Είδατε; Δεν είδατε! Είθε όμως ο Θεός να σας αξιώσει να δείτε! Δόξαν Θεού, μέσα σε καρδιά ανθρώπινη. Και όλα αυτά ξεκινούν απ’ την αληθινή μετάνοια. Και βλέπεις τον Άγιο να μετανοεί πιο πολύ από μας! Με περισσότερη ένταση! Με περισσότερη ποιότητα! Με περισσότερη συντριβή! Γιατί πιστεύει στην αμαρτωλότητά του. Εγώ αμφιβάλλω αν πιστεύουμε. Λέμε ότι είμαστε, όλοι αμαρτωλοί είμαστε, αλλά, αν πιστεύουμε… Ένας Θεός ξέρει και φαίνεται και στην εξομολόγηση πόσο αληθινά, πόσο αληθινή μετάνοια έχουμε, δυστυχώς, ούτε συντετριμμένη είναι, ούτε δάκρυα τρέχουν ποτάμι, ούτε αλλάζει και ο άνθρωπος.
Πρέπει λοιπόν να υπάρχει και ο απαραίτητος όχι εξωτερικός στεναγμός, αλλά αυτόν που λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο εσωτερικός στεναγμός της ψυχής.

Διηγείται ο πατήρ Παΐσιος, θα σας το διαβάσω όπως το γράφει στο βιβλίο του, ότι κάποια βραδιά που έκαμε ολονύκτια αγρυπνία μπροστά στα οσιακά λείψανα του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκη, τον επισκέφθηκε η Χάρις του Θεού, και η Θεία Μακαριότητα ήταν τόσο συγκλονιστική, η Δόξα του Θεού ήτο τόσο μεγάλη ώστε ομολόγησε τα εξής: Όταν έρχεται η Χάρις η μεγάλη, η Δόξα του Αγίου Θεού, η καρδιά του προσευχομένου αλλά και όλος ο ψυχοσωματικός άνθρωπος, χριστιανός προσευχόμενος, δεν αντέχει. Συνταράσσεται ολόκληρος, όπως το σώμα συνταράσσεται από το ηλεκτρικόν ρεύμα. Δεν αντέχει στην τόση μακαριότητα, στην τόση Δόξα, στην τόση ευτυχία, στο τόσο φώς, κοντεύει να σκάσει. Από κείνη την ευτυχία και την ειρήνη την υπερέχουσα πάντα νουν, γι’ αυτό και κείνος είπε όπως και τόσοι άλλοι άγιοι «Ή πάρτο Θεέ μου αυτό από πάνω μου, ή πάρε εμένα τώρα αυτή τη στιγμή». Και μετά ακολουθούν πλήθος από γλυκύτατα δάκρυα, από χαρά ανέκφραστη, από απερίγραπτη μακαριότητα, από θεϊκές αλλοιώσεις, και από θεϊκό έρωτα. «Σε αυτή την κατάσταση», λέει, «που αγρυπνούσα, εμ, δεν αφήνει κανέναν ο διάβολος, μπροστά στα Άγια Λείψανα του Αγίου Αρσενίου που τα είχα βάλει πάνω στο κρεβάτι, ξαφνικά εμφανίζεται ο διάβολος, με αρπάζει λοιπόν, - πως το επέτρεψε ο Θεός – τον άρπαξε και τον πέταξε κάτω. Τι παλιοκόκαλα είναι αυτά, του λέει, που έβαλες εδωπέρα πάνω, και τα προσκυνάς συνέχεια. Με τύφλωσες, με ρίμαξες, με σκότωσες. Με είχε ρίξει όμως με πολλή δύναμη στο πάτωμα, πόνεσα και φώναξα δυνατά: «Άγιε του Θεού βοήθησέ με». Συγχρόνως με τη φωνή, ο διάβολος έγινε άφαντος, και η ψυχή μου γέμισε από ανέκφραστη μακαριότητα. Το πρωί ήλθε να με επισκεφθεί ένας γνωστός μοναχός για να μου φέρει κάτι. Και έμεινε κατάπληκτος, γεμάτος θαυμασμό για την αλλοίωση που είχε προξενήσει η Θεία Χάρις στο αμαρτωλό πρόσωπό μου, και ήταν τόση αυτή η λάμψις, ώστε δεν μπορούσε να βλέπει συνεχώς το πρόσωπό μου, και κατέβαζε το κεφάλι κάτω».

Τι άλλο να σας πω; Τι άλλο να σας πω;
Να σας εύχομαι και να με εύχεσθε.
Να αποκτήσουμε τέτοια μετάνοια, που νάχομε αυτό που είχε ο πατήρ Παΐσιος.

Αμήν

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2004

Η ζωή και η δράσις του Μ.Αθανασίου παράδειγμα προς μίμηση



Κυρ. Αγίου Aθανασίου 2004

Σήμερα η Εκκλησίας μας αδελφοί μου τιμά, δύο μεγάλους αγίους,
τον Άγιο και Μέγα Αθανάσιο και τον Άγιο Κύριλλο που υπήρξαν Πατριάρχες Αλεξανδρείας.
Εμείς θα ασχοληθούμε για λίγο με τον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως αγιότερος των ηρώων της πίστεώς μας και ηρωικότερος όλων των Αγίων. Και «μέγας στύλος της Ορθοδοξίας».
«Στύλος γέγονας Ορθοδοξίας», ψάλαμε άλλωστε προηγουμένως, με το απολυτίκιό του. Ο Μέγας Αθανάσιος γεννήθηκε το διακόσια ενενήντα πέντε, (295), - μετά Χριστόν βέβαια,- από γονείς μεν πτωχούς αλλά πλούσιους σε αρετές και πίστη ζωντανή και δυνατή.
Έτσι δεν είχε τα μέσα για ανώτερες σπουδές, και τελείωσε την στοιχειώδη εκπαίδευση εκείνης της εποχής. Είχε όμως μεγάλη όρεξη για πολλή μελέτη και έτσι από νωρίς έτρεχε στις διάφορες βιβλιοθήκες εκείνης της εποχής, και ζήτησε βέβαια και τη συνδρομή της βιβλιοθήκης του Πατριαρχείου. Έτσι τον πρόσεξε ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αλέξανδρος, και τον παρέτρεψε και τον βοήθησε σ’ αυτήν του την εργασία την πνευματική. Έτσι αυτοκαλλιεργήθηκε και έφτασε σε μεγάλα ύψη ουράνιας σοφίας.
Ο Μέγας Αθανάσιος από μικρό παιδί μελετούσε και προσηύχετο. Μελετούσε δεκαπέντε με είκοσι ώρες την ημέρα, με δυνατή πίστη, επιμονή και υπομονή. Μελετούσε και συμμετείχε συγχρόνως στα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας μας, Ιεράς Εξομολογήσεως και Θείας Κοινωνίας, τακτικά κατά εβδομάδα, και δύο και τρεις και πέντε φορές. Μελετούσε και έκανε απόλυτη υπακοή στον τότε Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Μελετούσε και νήστευε και αγρυπνούσε και φύλαγε και τις αισθήσεις του, και καθάριζε κάθε μέρα νουν και καρδίαν. Μελετούσε και ταυτόχρονα έκανε και τους πνευματικούς του αγώνες. Η σοφία και ο φωτισμός χριστιανοί μου δεν έρχονται χωρίς αγώνες, δεν έρχονται χωρίς πάλη κατά των παθών, της αμαρτίας και του διαβόλου.
Τον Μέγα Αθανάσιο τον βρίσκουμε διάκονο το τριακόσια δέκα οκτώ (318), όταν άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα κύματα της κακοδοξίας του Αρείου. Έγινε δηλαδή διάκονος σε ηλικία εικοστριών ετών, και πρώτος βοηθός στον γηραιό Πατριάρχη Αλεξανδρείας Αλέξανδρο.
Για τρία τέσσερα χρόνια πριν χειροτονηθεί, είχε μαθητεύσει και ασκηθεί σκληρά – σκληρότατα – δίπλα στον Μέγα Αντώνιο. Γι’ αυτό και αργότερα συνέγραψε τον βίο του και μέρος από την διδασκαλία του.
Στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε στην Νίκαια το τριακόσια είκοσι πέντε (325), απέβη το κυριότερο πρόσωπο της συνόδου, ο κατεξοχήν σημαιοφόρος της Ορθοδοξίας, σύμφωνα με τα κατά λέξιν εκείνης της εποχής γραμμένα. Αυτός ήταν ο ακλόνητος βράχος της Ορθοδόξου πίστεως που διέλυσε και κατετρόπωσε την αίρεση του Αρείου. Απέδειξε με Αγιογραφικά επιχειρήματα και μέσα από την Ιερά Παράδοση ότι ο Ιησούς Χριστός ήτο και τέλειος Θεός, ο Υιός και Λόγος του Θεού, το Δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ομοούσιος με τον Πατέρα και όχι ομοιούσιος. Όχι κτίσμα ο Χριστός, αλλά Θεός αληθινός, εκ Θεού αληθινού, «ομοούσιος τω Πατρί δι’ ου τα πάντα εγένετο». Τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Σωτήρας του κόσμου.
Τρία χρόνια μετά την πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, δηλαδή το τριακόσια είκοσι οκτώ (328), πέθανε ο Πατριάρχης Αλέξανδρος Αλεξανδρείας, και τότε σύσσωμος ο κλήρος και ο λαός, εξέλεξαν για Πατριάρχη τον Αθανάσιο. Η εκλογή ήτο πανηγυρική και ο Αθανάσιος ήτο μόλις τριαντατριών (33) ετών.
Από δω και πέρα όμως αρχίζει για το Μέγα Αθανάσιο, στα σαράντα έξι (46) έτη της αρχιεριετίας του, και θα αντιμετωπίζει έναν φοβερό και ανελέητο πόλεμο όλων των αιρετικών του Αρείου. Πέντε εξορίες περιλαμβάνει η πολυτάραχη και κατατρεγμένη ζωή του, πέντε εξορίες που διέρκεσαν είκοσί έξι (26) χρόνια. Όμως με ακλόνητη την πίστη του, με υπομονή και θάρρος και αγωνιστικότητα, με προσευχή και νηστεία, κατορθώνει στο τέλος να συντρίψει τους λύκους της Ορθοδοξίας.
Ο Μέγας Αθανάσιος δεσπόζει αδελφοί μου, ως ηγετική εκκλησιαστική μορφή όλων των εποχών, όχι μόνον ως ακαταμάχητος μαχητής της Ορθοδοξίας, όχι μόνο ως συγγραφεύς, με αρτιότατες θεολογικές αρχές και απόψεις, αλλά και ως άριστος αναδιοργανωτής όλων των επαρχιών, του Πατριαρχείου της Αλεξανδρείας, και με διάδοση της χριστιανικής πίστεως στην Αβυσινία.
Ο Μέγας Αθανάσιος είναι ο κατεξοχήν διδάσκαλος της Ορθοδοξίας. Πηγές της διδασκαλίας του είχε την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, την οποίαν αποκαλεί διδασκαλίαν της Καθολικής Εκκλησίας με ό,τι γραπτό και προφορικό υπήρχε από της εποχής των Αποστόλων των πρώτων αποστολικών Πατέρων μέχρι και των ημερών του.
Είναι η διδασκαλία που ο Κύριος παρέδωσε. Είναι η διδασκαλία που οι Απόστολοι εκήρυξαν, είναι η διδασκαλία που εφύλαξαν οι Πατέρες μαζί με τον πιστόν λαό. Το επαναλαμβάνω αυτό. Είναι η διδασκαλία του Κυρίου που φύλαξαν οι Πατέρες μαζί με τον πιστό λαό.

Θεματοφύλακας της ορθής πίστεως, της Ορθοδόξου πίστεως, της αληθινής πίστεως, είναι η Εκκλησία. Και η Εκκλησία είναι κλήρος και λαός μαζί. Εκκλησία είστε σεις όλοι, και μείς οι κληρικοί μαζί σας. Ούτε μόνον εσείς μόνοι σας είστε Εκκλησία, ούτε μόνον εμείς μόνοι μας είμαστε Εκκλησία. Μαζί ενωμένοι, κλήρος και λαός, είναι Εκκλησία. Και ο λαός τότε συμμερίζονταν όλα τα προβλήματα της Εκκλησίας, και έπαιρνε μέρος σ’ αυτά με όποιον τρόπον μπορούσε. Έτσι οι τότε χριστιανοί, γνώριζαν τα θέματα της πίστεως, τα γνώριζαν, διότι μελετούσαν τας Αγίας Γραφάς, μελετούσαν τους τότε παπύρους και μεμβράνες, κάθε μέρα, η ασχολία τους ήταν η μελέτη της Αγίας Γραφής, και μέχρι τότε όσα είχαν πει οι Πατέρες της Εκκλησίας. Ενώ εμείς οι σημερινοί Νεοέλληνες νερόβραστοι χριστιανοί, δεν γνωρίζουμε ούτε καν το σημείον του Σταυρού να κάνουμε, και δεν ξέρουμε ακόμα ούτε και την σημασία του. Εκείνοι γνώριζαν τις διαφορές που υπήρχαν στις δύο λέξεις, ομοούσιος και ομοιούσιος, και υποστήριζαν και μαρτυρούσαν γι’ αυτό, και έχυναν το αίμα τους, ότι ο Ιησούς Χριστός έχει την ίδια την αυτήν ουσία με τον Θεόν Πατέρα, και όχι όμοια, - αυτό είναι το γιώτα που μπήκε ανάμεσα στην λέξη ομοούσιος – διότι αυτό υποστήριζε, υποστηρίζοντας αυτό όμως είπε ότι ο Χριστός είναι κτίσμα. Αλλά ο Χριστός δεν είναι κτίσμα αλλά είναι Θεός αληθινός.
Εμείς τι μαθαίνομε σήμερα αντί γι’ αυτά; Μαθαίνομε τα ονόματα των ηθοποιών, των πολιτικών, των τραγουδιστών, και άλλων πολλών κατηγοριών ανθρώπων.
Οι πρώτοι χριστιανοί πολεμούσαν τα πάθη τους. Και μείς οι σημερινοί τα τρέφουμε με όποιον τρόπο μπορούμε καλύτερα. Εκείνοι καλλιεργούσαν τις αρετές του Ευαγγελίου, ενώ εμείς καλλιεργούμε πονηριές και κακίες, μαλθακότητα και ανάπαυση. Εκείνοι έχυναν και το αίμα τους για την αγάπη του Χριστού, και μείς μέρα και νύχτα, άνδρες και γυναίκες, νέοι γέροι και παιδιά, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, ακόμα δε και βουλευτές και υπουργοί, βρίζουν δημόσια το όνομα του Ιησού Χριστού και της Παναγίας. Αυτά είναι τα χάλια μας και αυτό είναι το κατάντημά μας, και είναι η μεγάλη μας διαφορά από τους πρώτους χριστιανούς. Εκείνοι στο φως και μείς στο σκοτάδι. Εκείνοι στολισμένοι με αρετές και μείς καταξεσκισμένοι από τα κουρέλια των διαφόρων παθών και αδυναμιών μας.

Αλλά, υπάρχει ένα «αλλά», ο Χριστός ήλθε να σώσει αμαρτωλούς και όχι δικαίους. Έτσι λοιπόν και για μας υπάρχει σωτηρία διότι μπορούμε να σωθούμε με την Χάρη του Χριστού και τα μυστήρια της Εκκλησίας, αρκεί να το θελήσουμε. Και πιστεύω ότι το θέλουμε. Η παρουσία σας όλων εδώ σημαίνει ότι θέλουμε να σωθούμε.
Και από σήμερα λοιπόν βάζουμε καινούργια αρχή. Αρχή για αληθινή μετάνοια, αρχή για πίστη ζωντανή και ολόθερμη, αρχή για αγάπη ενεργουμένη, και προς τον Θεόν, - εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας, - και προς τον πλησίον ως εαυτόν, ακόμα δε και προς τους εχθρούς, διότι «αγαπάτε τους εχθρούς ημών», «καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς», «προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζομένων υμίν», «ευλογείτε και μη καταράσθε». Και «αν ο εχθρός σου πεινά ψώμιζε αυτόν, και διψά πότιζε αυτόν».
Αρχή λοιπόν για συντριβή και ταπείνωση. Αρχή για το καλό μας παράδειγμα, παράδειγμα προσευχής και μελέτης της Αγίας Γραφής προς τα παιδιά μας. Καλή αρχή και προσοχή στη γλώσσα μας, για να μη κατακρίνει ποτέ και κανέναν και για τίποτα. Καλή αρχή για το καλό μας, για το καλό του σπιτιού μας, για το καλό της οικογένειάς μας, για το καλό των παιδιών μας. Καλή αρχή για μετάνοια και πνευματικό αγώνα, που η καλή αυτή αρχή θα αυξήσει τις πρεσβείες των αγγέλων, και των αρχαγγέλων, θα αυξήσει τις πρεσβείες των Αγίων, θα αυξήσει τις πρεσβείες του Αγίου και Μεγάλου Αθανασίου, και προπαντός και ιδιαιτέρως θα αυξήσει και θα πολλαπλασιάσει τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Πανάγνου Μητρός του Κυρίου μας.

Καλή αρχή λοιπόν, από σήμερα,
Αμήν.

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2004

Το φώς του Χριστού είναι το μόνο που διαλύει τα σκοτάδια της ψυχής μας



181-α
Κυρ. μετά τα Φώτα

«Ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα».

Αδελφοί μου για μας τους χριστιανούς, τους Ορθοδόξους χριστιανούς, αυτό το φως είναι πολλές φορές εμπειρία ζωής. Το βλέπομε με τα μάτια της ψυχής μας στις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης, όπως είναι τα Χριστούγεννα, τα Θεοφάνεια, ο Ευαγγελισμός, η Ανάστασις, η Ανάληψις, η Πεντηκοστή, η Μεταμόρφωσις, και για ορισμένες ψυχές μια ειδική κατάστασις εκστάσεως κατά την διάρκεια της προσευχής.

Φως που απολαμβάνει ο νους, φως που χαίρονται οι αισθήσεις, και οι πνευματικές και οι σωματικές, φως που καθορά ακαταλείπτως η ψυχή μας. Φως που αρπάζει το νου μας και τον εγκαθιστά στα πόδια του θρόνου του Θεού, γι’ αυτό και μερικές ψυχές από σας ψηλώνετε τόσο πολύ, τόσο μα τόσο πολύ, ώστε ο νους και η καρδιά σας στη Θεία Λειτουργία να αναλαμβάνονται στους ουρανούς. Γιατί εκεί είναι ο νους, γι’ αυτό και γεμίζει όλος ο άνθρωπος από αναστάσιμη χαρά και αγάπη. Άλλων όμως ο νους κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας όπως και η καρδιά, είναι στις διάφορες βιωτικές μέριμνες και έξω από το ναό και σε κάναν δυο κατεβαίνουν και στο υπόγειο.

Επιθυμώ λοιπόν σήμερα να σας γνωρίσω μια εμπειρία την οποίαν μας περιγράφει ο πατήρ Θεόκλητος ο Διονυσιάτης, που κυριολεκτικά τον είχε τότε συγκλονίσει. Κάπου λοιπόν γράφει :
«Θυμάμαι πριν από είκοσι ή εικοσιπέντε χρόνια πέρασα μια Χριστουγεννιάτικη αλησμόνητη λευκή νύχτα, ντυμένη στα άσπρα μαζί με κάποιους ησυχαστάς. Μέσα στην θεόκτιστη σπηλιά τους, την στολισμένη εξωτερικά με τα ραβδωτά βράχια της, που στις σχισμές τους πετάγονταν τούφες από άγρια βλάστηση, οι ερημίτες ανέπεμπαν δεήσεις και θερμές ικεσίες με πολλά πολλά ήρεμα δάκρυα προς τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, στο όνομα όλου του κόσμου και ιδιαιτέρως στο όνομα ημών των Ορθοδόξων Χριστιανών. Με αγάπη δε και πολλή ευχαριστία δοξολογούσαν την Θεία Σάρκωση και κένωση του Θεού Λόγου.
Τα πρόσωπά τους ήσαν πνευματοποιημένα, τα κομποσχοίνια πεπαλαιομένα από την πολλή χρήση της ευχής, τα στασίδια και αυτά τριμμένα, μάρτυρες για το πόσοι ερημίτες και ασκηταί έζησαν προσευχόμενοι μέσα σ’ αυτά».
Και ο πατήρ Θεόκλητος συνεχίζει.
«Μετά την Θεία Λειτουργία, που ετέλεσε ο σοφός και άγιος εκείνος ιερεύς και ησυχαστής, εξαϋλωμένος από τη βαθιά κατάνυξη και την Χάριν του Αγίου Πνεύματος και από το Θείο Ανέσπερο Φως, βγήκε στην απέριττη Ωραία Πύλη και ‘‘μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης’’ μας εκάλεσε για να κοινωνήσουμε των Αχράντων Μυστηρίων. Δόξα στη δόξα Σου Χριστέ μου, δόξα στην ευσπλαχνία Σου, δόξα στην μακροθυμία Σου, δόξα στην φιλανθρωπία Σου, δόξα στην ακατανόητη συγκατάβασή Σου. Έγινες άνθρωπος Σύ ο Θεός ημών, για να θρέψεις εμάς τους αμαρτωλούς. Με το Σώμα Σου και με το Πανάγιον και το Τιμιον Αίμα Σου.
Και τις πρώτες εκείνες πρωινές ώρες, της καθαρότατης Χριστουγεννιάτικης και χιονισμένης ερημικής αυγής, αφού πήραμε ένα ασκητικό λιτό πρόγευμα, καθίσαμε όλοι σε ένα καθαρό αδιακόσμητο αλλά υποβλητικό κελλάκι που ζεσταίνετο από μια μικρή κτιστή θερμάστρα».
Φαντάζομαι – αυτό το λέω εγώ – πόση θα ήταν η χαρά διάχυτη στα πρόσωπα των ησυχαστών, και πόσο θα ήσαν ιλαρά και γαληνόμορφα. Πιστεύω ακόμη πως θα βασίλευε μια ακατάλειπτη και παράδοξη ησυχία και ειρήνη, και θα βασίλευε παντού αυτή η ειρήνη, και στην έρημο, και στα βράχια και στα βουνά τα χιονισμένα, και στις σπηλιές των ερημιτών, και στα κελλάκια των ησυχαστών και προπαντός όμως στις καρδιές τους, στο νου, και στο λογισμό και στην καρδιά.
«Ο Ιησούς», άρχισε με τη βαθιά και γλυκιά του γεροντική φωνή ο άγιος εκείνος γέροντας να λέει – όχι πολλά πράγματα σαν και μας, πούμαστε τόσο πολύ πολυλογάδες - , «ο Ιησούς ως Θεάνθρωπος, είναι η φανέρωσις και η αποκάλυψις της Θείας βουλής για τη σωτηρία των ανθρώπων. Αλλά συγχρόνως είναι και η εκπλήρωσις της προσωπικής μας καρδιακής αναζητήσεως για φως και λύτρωση από τα δεσμά της αμαρτίας. Στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού βρήκε η ανθρωπότητα την ενότητά της, και προπαντός οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, και ολόκληρη η Ιστορία το τέλος της. Δηλαδή βρήκε το σκοπό της, που είναι η μεταμόρφωσις του κόσμου, αλλά και η θέωσις του ανθρώπου». - Η θέωσις η δική σου, και η δική σου, και η δική σου, και η δική μου. - «Κι ο σοφός άγιος εκείνος ερημίτης εσιώπησε».

Και εδώ τελειώνει η μικρή αυτή περιγραφή.
Σ’ αυτή τη λιτή και απέριττη διήγηση υπάρχει ένα μεγάλο πλήθος από πνευματικές εμπειρίες και ψυχικές χερουβικές καταστάσεις τις οποίες δεν μπορούν να καταλάβουν τα δικά μας κοσμικά μυαλά. Η ερημική ζωή να δένεται και να αγκαλιάζει ολόκληρο τον κόσμο. Ο θείος έρωτας μαζί με την άκρα ταπείνωση, η θεία έλλαμψις μαζί με την συντριβή της καρδίας. Η θεία έκστασις μαζί με την αληθινή μετάνοια, και η αγάπη μαζί με την χαρμολύπη. Πολλά και άλλα πολλά που είναι νοερές καταστάσεις πολύ πολύ ακατανόητες από την σαρκοϋλιστική εποχή των ημερών μας.

Εμείς μένομε συνήθως στα Χριστούγεννα και σε κάθε άλλη μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης στον εξωτερικό διάκοσμο, στα πολύχρωμα φωτάκια, στους φωτισμένους δρόμους, θα ξαναφωτιστούν πάλι τώρα το Τριώδιο και το Πάσχα, στις στολισμένες βιτρίνες και στο πλούσιο τραπέζι, δηλαδή μόνο στην επιφάνεια. Μόνον σ’ ό,τι λάμπει. Αλλά ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός.
Μέσα μας είμεθα γυμνοί, πτωχοί, κούφιοι και άδειοι. Είμαστε πεινασμένοι και διψασμένοι από λόγον Θεού, από φως Θεού, από παρουσία Θεού, από τους ανασασμούς του Αγίου Πνεύματος.
Επομένως τι να δώσουμε στα παιδιά μας, και στις οικογένειές μας, αφού εμείς πρώτα πεινάμε, αφού εμείς πρώτα διψάμε, αφού εμείς είμαστε οι πεινασμένοι. Δεν έχουμε. Στερούμεθα τα πάντα. «Τι έχεις να λάβεις παρά του μη έχοντος», διερωτάται και αυτή η Αγία Γραφή;

Αλήθεια Χριστιανοί μου, γιατί μέσα μας και γύρω μας τόση άγνοια, τόση σύγχυσις, τόσο σκοτάδι, τόσος φόβος και δαιμονισμός; Και είναι τόσο φανερά γύρω μας στην καθημερινή μας ζωή. Και όλα αυτά γιατί μας λείπει η αληθινή μετάνοια και ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος.

Γι’ αυτό και ο Απόστολος Πέτρος μας λέγει δύο πράγματα, μας κάνει μια παρότρυνση, και μετά από αυτό μας βεβαιώνει. «Μετανοήσατε», μας καλεί. Και «επιστρέψατε στην αληθινή ζωή, στη ζωή του Χριστού και του Ευαγγελίου Του. Όπως αν έλθωσι καιροί αναψύξεως από προσώπου Κυρίου και τότε θα δείτε την χαρά του Ουρανού». Γιατί; Γιατί ο Θεός είναι φως, «φως μέγα για τους καθημένους στη χώρα και στη σκιά του θανάτου και της αμαρτίας», όπως το επιβεβαίωσε και το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα για να κλείσει με την προτροπήν του Κυρίου, «μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών».

Φως ο Θεός και μεις διαλέγουμε τα σκοτάδια της αμαρτίας.
Φως ο Θεός και μας καλεί όλους να γίνουμε υιοί φωτός, παιδιά του φωτός.
Φως ο Θεός, φως ο Πατήρ, φως ο Υιός, φως το Πανάγιον Πνεύμα, φως απρόσιτον, ως προς την ουσία του, αλλά και φως του κόσμου όπως ο ίδιος βεβαιώνει ότι «Εγώ ειμί το φως του κόσμου, και ο ακολουθών εμοί, ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής».
Φως που οδηγεί, φως που φωτίζει, φως που σώζει, και αυτό το φως μερικές φορές όταν, επαναλαμβάνω, όταν κατοικήσει στις καρδιές σας, είναι τόσο δυνατό που καταλάμπεται στα πρόσωπά σας όταν κοινωνείτε. Αλλά δυστυχώς όχι δυστυχώς όχι αυτό για μένα.

Ω Θεέ μου συγχώρεσέ με τον αμαρτωλόν.
Συγχώρεσέ μας όλους και χάριζέ μας δάκρυα μετανοίας κάθε μέρα. Δάκρυα μετανοίας για την πνευματική μας φτώχεια, για τα νεκρά μας έργα, για τις κούφιες μας συζητήσεις. Για τις εγωιστικές μας σκέψεις. Για τις ανόητες και αισχρές επιθυμίες.
Συγχώρεσέ μας Κύριε, γιατί δεν δίνουμε στα παιδιά μας το καλό παράδειγμα του εκκλησιασμού, της Θείας Κοινωνίας, της Ιεράς Εξομολογήσεως, των δακρύων και της συντριβής και ιδίως της των γονάτων νυκτερινής αγρυπνίας.
Συγχώρεσέ μας γιατί μέσα στην οικογένειά μας, δεν είμαστε οι άνθρωποι της αληθινής προσευχής, της κατά δύναμιν νηστείας και εγκρατείας, αλλά της αγαθής υπομονής, της μακροθυμίας και της μεγάλης καρδιάς, της μεγαλοψυχίας.
Συγχώρεσέ μας Κύριε γιατί το σπίτι μας δεν το κάναμε ακόμα κατ’ οίκον εκκλησία. Οι πάντες σχεδόν γύρω μας αθεΐζουν, απιστούν, χλευάζουν, βλασφημούν, αδιαφορούν, και πολεμάνε ανοικτά την Ορθόδοξη Εκκλησία. Βλέπετε τα χάλια μας και την κατάντια μας στην Ορθόδοξη πατρίδα μας. Υπάρχουν μερικοί ακόμα που θεομαχούν και πολεμάνε το Χριστό μέσα στις παιδικές καρδούλες. Σάρκες αυτοί, σαρκοποιούν τα πάντα γύρω τους.
Συγχώρεσέ μας Κύριε και μη μας συνερίζεσαι, δεν ξέρουμε τι θέλουμε, δεν ξέρουμε τι κάνουμε. Λυπήσου Πανάγαθε και Φιλάνθρωπε Κύριε τις ψυχές μας, και σώσε μας, και χάρισέ μας το φως Σου το αΐδιον, Συ που είσαι το φως του κόσμου, το φως της δικής σου ζωής, και της δικής σου ζωής, και της δικής μου ζωής, το φως όλων μας, όλου του κόσμου,

Αμήν.

Πώς ένας μοναχός σώζει την μητέρα του από την κόλαση και ποιά η δική μας οφειλομένη προετοιμασία μέσω της μετανοίας



Κήρυγμα στο κόψιμο της πίτας 15-1-2004

Όλοι μας έχομε χάσει ανθρώπους και έχουνε μεταβεί στην άλλη ζωή την αιώνια, προγευόμενοι άλλοι μεν απ’ αυτούς την Κόλαση, άλλοι δε τον Παράδεισο. Όλοι λέω έχομε χάσει ανθρώπους, και κάποια μέρα θα ’ρθει που θα φύγουμε και μείς απ’ αυτόν εδώ τον κόσμο. Πρέπει λοιπόν να ενθυμούμεθα αυτούς οι οποίοι έφυγαν, και να τους ενθυμούμεθα τακτικά, με τους τρόπους εκείνους τους οποίους η Εκκλησία μας διδάσκει, και είναι δόγμα στην πίστη μας.

Θα αναφερθούμε βέβαια σε κάποια αληθινά περιστατικά, για να στεριώσουμε την διδασκαλία της Αγίας μας Εκκλησίας. Όλοι έχουμε την ανάγκη των προσευχών, και μείς οι ζωντανοί, - έχω εγώ ανάγκη από τις δικές σας προσευχές, έχω ανάγκη από τις προσευχές των άλλων αδελφών και συλλειτουργών, αλλά κυρίως βέβαια από όλους εσάς οι οποίοι, ας χρησιμοποιήσουμε τη λέξη, κρέμεστε στο πετραχήλι μου.

Αλλά και σεις όμως έχετε την ανάγκη των προσευχών της Εκκλησίας, οι οποίες αναπέμπονται ημέρα και νύκτα, καθ’ όλην την διάρκειαν του εικοσιτετραώρου, σε κάποιο μέρος της γης τελείται η Θεία Λειτουργία, διότι δεν έχομε σε όλα τα μέρη της γης την ίδια ώρα. Τώρα που εμείς έχουμε νύχτα, κάποιοι άλλοι έχουν μέρα, κάποιοι άλλοι έχουν μεσημέρι, κάποιοι άλλοι έχουν μεσάνυχτα και ούτω κάθε εξής. Έτσι λοιπόν ειδικότερα βέβαια στο Άγιον Όρος, ή στα μέρη της Παλαιστίνης, ή σε κάποια άλλα μέρη πλέον ακόμα, και στην μακρινή Αμερική, τελείται ολονύχτιος Θεία Αγρυπνία και εν συνεχεία Θεία Λειτουργία. Όλες αυτές οι προσευχές μετά της Θείας Λειτουργίας που είναι το κέντρον και το βάρος της Ορθοδόξου ημών πίστεως και το κεφάλαιον της σωτηρίας μας, διότι δια μέσου αυτής, προσφέρεται Σώμα και Αίμα Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον, αυτές τελούνται και προσφέρονται για όλους εμάς ζωντανούς και κεκοιμημένους.

Ο επίσκοπος Κύπρου Θεοδώρητος ο οποίος έζησε τον πέμπτον αιώνα μετά Χριστόν και ευρίσκετο εις την Κύπρο, διηγείται πως μια φορά τον επισκέφτηκε ένας μοναχός που ερχότανε από πολύ μακριά. Τον έβαλε να ξεκουραστεί και να φάγει. Καθώς λοιπόν τον είδε όταν έτρωγε, παρατήρησε ότι χρησιμοποιούσε μόνον το αριστερό του χέρι, και με αυτό τον χαιρέτισε, διότι το δεξί του το χέρι ήτο τυλιγμένο με ένα παλιόρασο. Ο επίσκοπος τον ρώτησε βέβαια, όχι από περιέργεια, αλλά από ενδιαφέρον όμως, γιατί είναι τυλιγμένο το χέρι του, και μάλιστα με ένα παλιόρασο, τριμμένο και εφαίνετο από όλη την ενδυμασία ότι δεν ήτο μοναχός από τους ρακενδύτους. Και θέλησε να το τραβήξει το κομμάτι εκείνο για να δει, όπως υποψιαζόταν ότι θα πρέπει να υπήρχε κάποια πληγή πίσω από το χέρι, αλλά το τράβηξε όμως ο μοναχός, και το σκέπασε γρήγορα διότι άρχισε να βγαίνει μία δυσοσμία. Του λέει
- «Μα τόσο πολύ πύον και να βγάζει τόση πολύ βρώμα, η οποία να μην μπορεί να την σηκώσει άνθρωπος, τι σου συνέβη;»
Κι εκείνος άρχισε να διηγείται τα εξής:
-«Σεβασμιότατε εγώ είχα μια μητέρα πολύ όμορφη, πολύ ωραία, πάγκαλη στην ομορφιά, η οποία δυστυχώς από πολύ νωρίς, αφότου εχήρεψε, παρεσύρθη εις τον κακό τον δρόμο και έγινε πόρνη. Και λόγω της μεγάλης ωραιότητος που είχε, απέκτησε πολύ μεγάλη πελατεία, και εξαιτίας της μεγάλης πελατείας έγινε και πολύ πλούσια κι έτσι εγώ μεγάλωνα μέσα στη χλιδή και στα πλούτη. Βδελυσσόμενος όμως αυτήν την κατάσταση της μητέρας μου, απομακρύνθηκα για ένα διάστημα από κοντά της, και πήγα σ’ ένα μοναστήρι. Επληροφορήθηκα λοιπόν εν συνεχεία ότι η μητέρα μου πέθανε. Και όλη η τεράστια εκείνη περιουσία την οποία είχε κάμει από την αμαρτία, ήταν πλέον δική μου. Πήγα λοιπόν και την περουσία αυτή, την εμοίρασα όλη μέχρι και της τελευταίας δραχμής στους φτωχούς και έφυγα για την έρημο ξανά, προσευχόμενος για την σωτηρία της μητέρας μου. Βέβαια και για τον πατέρα μου που όταν είχε κοιμηθεί, εγώ ήμουνα μωρό. Πάντα προσευχόμουνα όμως στο Θεό, σαν μοναχός που ήμουν, να με πληροφορήσει ο Θεός εάν η ελεημοσύνες αυτές που έκαμα μη κρατώντας ούτε μία δραχμή στα χέρια μου, αν αυτές οι ελεημοσύνες έπιασαν τόπο. Και μαζί μ’ αυτό βέβαια οι ελεημοσύνες αυτές στράφηκαν και προς όλα τα τότε γνωστά μοναστήρια, για να μπορέσουν όλα αυτά να προσευχηθούν για την ψυχή της μητέρας μου, και να κάνουν πολλά πολλά σαρανταλείτουργα, ίσως περισσότερα από χίλια. Επήγα λοιπόν στα Ιεροσόλυμα μετά από ένα χρόνο, και διηγήθηκα στον τότε Πατριάρχη το όλο γεγονός. Εκείνος μου είπε ότι
-Πολύ καλά έκαμες βέβαια και μοίρασες όλην αυτή την τεράστια περιουσία στους φτωχούς και μοίρασες επίσης έδωσες στα μοναστήρια και έδωσες πολύ περισσότερα πράγματα για να γίνονται λειτουργίες στο όνομά της. Αλλά για τις πληροφορίες όμως αυτές που μου ζητάς, για να μάθεις που βρίσκεται η ψυχή της μητέρας σου, εγώ δεν είμαι άξιος να σ’ απαντήσω. Αλλά ούτε όμως εδώ στα Ιεροσόλυμα και στα περίχωρα υπάρχει κάποιος προορατικός, που μπορεί να σε πληροφορήσει για ένα τόσο μεγάλο, για μια τέτοια μεγάλη αποκάλυψη.
Παίρνοντας λοιπόν την ευχή του Πατριάρχου πήγα στις σκήτες της Θηβαΐδος της Αιγύπτου. Εκεί», λέει, «πράγματι γνώρισα πατέρες και ασκητάς πολλούς, οι οποίοι όλοι μου υπέδειξαν έναν γέροντα ο οποίος ευρίσκετο πολύ βαθιά στην έρημο, πέρα από την Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο όρος Σινά, πιο βαθιά ακόμα, και έτσι λοιπόν μ’ έναν τουρβά, με νερό και ψωμί ξεκίνησα οδοιπορώντας για να βρω τον γέροντα αυτόν. Είπαν ότι την πρώτη σπηλιά που θα συναντήσεις, εκεί θα τον βρεις. Και πράγματι ύστερα από μία οδοιπορία τριάντα ημερών, βρήκα τη σπηλιά και βρήκα τον Άγιο εκείνον άνθρωπο, ο οποίος βγήκε στην είσοδο της σπηλιάς και με υποδέχτηκε. Εκεί έπεσα στα πόδια του, του έβαλα μετάνοια, του φίλησα τις άκρες των δακτύλων, και με δάκρυα στα μάτια ανέφερα όλο το γεγονός της ζωής της μητέρας μου, και κατόπιν βέβαια ποιες ήταν οι επόμενες ενέργειες με τις ελεημοσύνες και τα σαρανταλείτουργα.
- Παιδί μου λέει αυτό που ζητάς να μάθεις από μένα, είναι κάτι πάρα πολύ μεγάλο. Αλλά όμως για να κάνεις τόσο μεγάλο κόπο και τόσο μεγάλη πορεία τριάντα ημερών, για να φτάσεις μέχρι εδώ, θα παρακαλέσουμε τον Θεό και οι δυο μαζί, για να μας λύσει την απορία και να μας πει που περίπου βρίσκεται η ψυχή της μητέρας σου.
Βγήκε λοιπόν έξω στην πόρτα της σπηλιάς, πήρε μια κεραμίδα, και έκανε έναν κύκλο. Και τον είπε λοιπόν,
- Σ’ αυτόν τον κύκλον, έλα και στάσου εδώ όρθιος. Και θα μείνεις εδώ όρθιος χωρίς να καθίσεις, επτά ημέρες. Ούτε θα φας, ούτε θα πιείς, ούτε θα κουνηθείς. Επτά μέρες και επτά νύκτες, όρθιος και ακίνητος. Και διαρκώς θα προσεύχεσαι να ελεήσει ο Θεός, να μας φωτίσει και να μας αποκαλύψει για την κατάσταση της ψυχής της μητέρας σου. Και θα παρακαλείς τον Θεόν συνεχώς με δάκρυα, τα οποία κάθε μέρα θα πρέπει να γίνονται και πιο πολλά. Θα κάμω και γω ακριβώς το ίδιο μέσα στη σπηλιά.
Και πράγματι λοιπόν έγινε αυτό όπως ακριβώς το είπε ο άγιος εκείνος γέροντας και ασκητής, - ο φημισμένος για την εποχή του.
Όταν έφτασε λοιπόν η νύχτα της εβδόμης ημέρας, αρπάχτηκε ο νούς του εις τον ουρανό, και με έκσταση της ψυχής είδε λοιπόν τα φοβερά της Βασιλείας του Θεού. Διότι ο Θεός είναι παρών και στην Κόλαση καις τον Παράδεισο. Στον Παράδεισο χαίρονται και στην Κόλαση πονούν.
Είδε λοιπόν ας πούμε στη αριστερή του πλευρά μία φοβερή λίμνη έναν βόρβορο γεμάτο ακαθαρσίες, λάσπη και ανυπόφορη δυσωδία. Ένα φοβερό πράγμα που κόχλαζε όμως, και έβραζε έτσι, και τι έβλεπε λοιπόν; Μέσα σ’ αυτήν την φοβερά λίμνη την καιομένη του πυρός, όπως μας αναφέρει η Αγία και Ιερά Αποκάλυψις, -το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης-, να ανεβοκατεβαίνουν οι ψυχές, πότε να βυθίζονται μέσα και πότε να ανεβαίνουν ψηλά, να ανέρχονται λίγο, σαν να παίρνουν μιαν αναπνοή, κα ξανά πάλι μέσα, και ξανά πάλι… Είχε μια αίσθηση όπως ακριβώς βράζει κανείς τα φασόλια ή τα ρεβύθια και με το βρασμό ανεβοκατεβαίνουν αυτά, κατά τον ίδιον τρόπον έβλεπε και τις δυστυχισμένες αυτές υπάρξεις. Σε μια απ’ αυτές λοιπόν είδε και τη μητέρα του, της οποίας είδε το κεφάλι. Ανεγνώρισε τον γιό της που ευρίσκετο στην άκρη αυτής της λίμνης και εφώναξε:
-Παιδί μου έλεος, βοήθεια…
Και ξαναβυθίστηκε πάλι μέσα. Και ξαναβγήκε πάλι, ξαναφάνηκε μέχρι τη μέση τώρα, και ξαναφωνάζει πάλι
-Έλεος
Και
-Βοήθεια παιδί μου, βοήθησέ με, βοήθησέ με, καίγομαι, πνίγομαι, βασανίζομαι, υποφέρω
Και ξανά πάλι βυθίστηκε. Και ξαναβγήκε για τρίτη φορά, και τόσος ήταν ο πόνος μου,» λέει, «τόση ήταν η οδύνη μου, και τόση ήταν η λαχτάρα μου, που την ώρα που ξαναβυθιζόταν μέσα, βούτηξα το χέρι μου μέσα, την άρπαξα απ’ τα μαλλιά και με πολλή βία την τράβηξα έξω. Και δίπλα μου λοιπόν βλέπω, μία ωραιοτάτη χρυσή κολυμβήθρα, η οποία από κάποιο σημείο εκεί, από έναν βράχο που δεν ήταν και βράχος, και δεν ξέρομε τι ήταν, έτρεχε γάργαρο νερό, και γέμιζε αυτήν την κολυμβήθρα, χωρίς να γεμίζει και χωρίς να αδειάζει ποτέ, και πήρα τη μητέρα μου και την έβαλα μέσα σ’ αυτήν την κολυμβήθρα, και πλύθηκε και καθαρίστηκε και έγινε κατάλευκη σαν το χιόνι. Την έβγαλα κατόπιν απ’ την κολυμβήθρα, και κει κάποιοι νέοι στα ολόλευκα ντυμένοι, έδωσαν λευκά ρούχα, τυλίχτηκε μ’ αυτά, και εντάχτηκε και μπήκε μέσα σ’ αυτό τον χορόν των αγίων. Και κείνη, ανάμεσα στους φωτεινότατους εκείνους νέους, τους ολόλαμπρους, που χαίρονταν μέσα στην χαρά της Βασιλείας του Θεού, με ευχαριστούσε συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι που ξανα-συνήλθα στον εαυτόν μου. Και βρέθηκα το πρωί που τελείωνε η εβδόμη ημέρα να είμαι έξω εκεί μέσ’ στον κύκλο, παρακαλώντας θερμά για την κατάσταση της ψυχής της μητέρας μου, και βεβαίως ύστερα να Τον … να ευγνωμονώ τον Θεόν συνεχώς.
-Τι είδες» λέει, «πατέρα μου αυτό το βράδυ;
Και τότε διηγήθηκα όλα αυτά τα οποία αναφέραμε και προηγουμένως. Και βεβαίως αναλύθηκα σε λυγμούς και σε ευχαριστίες, προς τον Θεό και Σωτήρα μας για την άπειρη ευσπλαχνία Του, που έβγαλε την ψυχή από τον Άδη. Το χέρι όμως που βούτηξε μέσα σ’ αυτήν την φοβερή κατακαιομένη λίμνη του πυρός, την βρωμερά και δυσώδη, και μάλιστα μέχρι τον αγκώνα, ήτανε όχι μόνον καμένο, διότι εκαίετο εκείνη η λίμνη, αλλά και βρωμούσε απαίσια.
-Πάτερ μου, του λέει, σε παρακαλώ πάρα πολύ, κάνε κάτι και θεράπευσε το χέρι μου.
Και κείνος του είπε
-Όχι. Μέχρι που να πεθάνεις θα το δείχνεις, είναι η απόδειξις, το πόση δύναμη έχει η προσευχή της Θείας Λειτουργίας, τα μνημόσυνα και τα τρισάγια, οι προσευχές και το κομποσχοίνι, και οι ελεημοσύνες για έναν κεκοιμημένο.
Και σχίζει το ράσο του, ο μεγάλος εκείνος ασκητής και γέροντας, και του λέει τύλιξέ το, ο τόπος τώρα θα ευωδιάζει, και για κείνους που θα αμφιβάλλουν θα το ξετυλίγεις, για να αποδεικνύεις την αλήθεια της ιστορίας της ψυχής της μητέρας σου.
-Σεβασμιότατε, λέει, το τραβήξατε λίγο, για δείτε το τώρα ολόκληρο…
και το ξετύλιξε ολόκληρο το χέρι. Και ο Δεσπότης δεν άντεξε τη μυρωδιά και έφυγε απ’ το δωμάτιο. Τόση φοβερή ήταν η δυσοσμία. Το ράσο εκείνο του αγιασμένου γέροντα, ήτανε ράσο αγιασμένο, γι’ αυτό είχε και τόση ευωδία. Ξανατύλιξε λοιπόν το χέρι του και αυτή είναι η ιστορία.

Λέγεται λοιπόν αυτό από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας και είναι πίστις. Ότι η ψυχή υποφέρει, πονά, φεύγει απ’ αυτόν εδώ τον κόσμον και αλίμονον εάν φύγει απροετοίμαστη. Αλίμονον, αλίμονον. Βέβαια έχουμε την καλή έξοδο της ψυχής, έχουμε και την κακή έξοδο της ψυχής, έχουμε την ετοιμασία με την μετάνοια έστω και της τελευταίας στιγμής. Αλλά έχομε όμως και την δύναμη των προσευχών της Εκκλησίας και των αγίων ανθρώπων του Θεού.
Εμείς δεν είμαστε άγιοι, είμαστε αμαρτωλοί, και πρώτος εγώ. Και το βδέλυγμα της ερημώσεως που αναφέρει ο Προφήτης Δανιήλ, είναι πολύ μικρό εν σχέση με το δικό μου βδέλυγμα. Παρά ταύτα όμως, ο Θεός που ήλθε αμαρτωλούς σώσαι και όχι δικαίους, δέχεται τις προσευχές των αμαρτωλών και τους βάζει στον Παράδεισο αρκεί να δείξουν μετάνοια.

Ο ληστής ήταν κακούργος και φονιάς, και όμως πρώτος πήρε με ένα «Μνήσθητί μου Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου, όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου», πήρε το κλειδί και άνοιξε πρώτος την πόρτα της Βασιλείας των Ουρανών, και πρώτος μπήκε μέσα στον Παράδεισο. «Αληθώς σοι λέγω, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω».

Και ο άλλος που κατασπατάλησε την ουσίαν αυτού, ζων ασώτως, και μάλιστα την κατασπατάλησε μετά πορνών, γύρισε στον Πατέρα, τον Θεόν Πατέρα, έπεσε στα πόδια, και είπε «Ήμαρτον εις τον Ουρανόν και ενώπιόν Σου. Ουκ ειμί άξιος κληθήναι υιός Σου». Και τον κατεφίλησε, «επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού», λέει. Τον κατεφίλησε, τον έβαλε στο σπίτι, τον έπλυνε, τον καθάρισε, του έβαλε σανδάλια στους πόδας, στην στολήν την πρώτην, δακτύλιον εις την χείρα, και έθυσε τον μόσχον τον σιτευτόν, διότι «ούτος απολωλός ήν και ευρέθη, νεκρός ην και ανέζησε».

Ο Θεός την μετάνοιά μας περιμένει. Δεν θέλει πολλά πράγματα. Θέλει κάθε μέρα να του φωνάζουμε «ήμαρτον». «Ήμαρτον», όλα όσα μας συμβαίνουν στη ζωή είναι για να έρθει η μετάνοια, να έρθει η συναίσθησις ότι είμεθα άχρειοι απέναντί Του.

Ο Μέγας Αντώνιος προσηύχετο πολύ, διά τον Άγιον Παύλον τον Θηβαίον, - τον οποίον γιορτάσαμε χτές, αν δεν με απατά η μνήμη προχτές, - για να του δώσει μάλλον όταν πήγαινε στον Άγιο Παύλο το Θηβαίο για να του δώσει μια ιερατική στολή του Μεγάλου Αθανασίου, κατόπιν προτροπής του, και ενώ πλησίαζε προς στο ασκητήριό του, - ήταν το πρωί, μόλις είχε ανατείλει ο ήλιος - , είδε με τα μάτια της ψυχής του ο Μέγας Αντώνιος, τάγματα αγγέλων, τις ομάδες των Αποστόλων, τους χορούς των προφητών, και τις αμέτρητες και ατέλειωτες, ατέλειωτες φάλαγγες των μαρτύρων, και στη μέση αυτής της αξιοθαύμαστης παρατάξεως την ψυχή του Οσίου Παύλου του Θηβαίου να λάμπει με υπερβολική θεϊκή λαμπρότητα και να ανέρχεται με πολύ ευφροσύνη στους ουρανούς περιστοιχισμένη από πλήθος αγγέλων και αγίων.

Επίσης ο Άγιος Βενέδικτος μας αναφέρει κάπου, ότι όπως καθόταν στο κελί του και επροσηύχετο, σηκώνοντας τα μάτια του στον ουρανό, είδε την ψυχή της κατά σάρκα αδελφής του να ανέρχεται στα ουράνια σκηνώματα, σα μια ολόλαμπρη λευκή περιστερά, διότι υπήρχε μετάνοια.

Ένας άλλος Άγιος που έσωσε την ανιψιά του από το πορνείο, και την πήρε μαζί του, κατόπιν εν συνεχεία- διότι εκείνη δεν θέλησε να ξαναμείνει μέσα – και βγήκε όπως ήταν έτσι ξυπόλητη, και τον ακολούθησε πέρα από την πόλη πλέον, στην έρημο και στα κατσάβραχα, και στο δρόμο εκείνον που δεν είχε τίποτα που να ήτο στρωμένο καλώς, γεμάτο αγκάθια και πέτρες μυτερές, για να την πάει σε έναν ασκητή ιερέα, για εξομολόγηση και σωτηρία. Το βράδυ την έβαλε κάπου να ξαπλώσει και κείνος πήγε πενήντα μέτρα πιο μακριά προσευχόμενος, και το βράδυ όπως ξύπνησε για λίγο είδε άγγελοι να ανεβάζουν μια ψυχή στον ουρανό. Έκαμε το σημείον του Σταυρού, εδόξασε τον Θεόν, και είπε «Άραγε ποια να είναι αυτή η μακαρία ψυχή που εσυνοδεύετο από αγγέλους στην Βασιλεία του Θεού;» Και όταν πήγε το πρωί να ξυπνήσει την ανιψιά του για να τον ακολουθήσει και πάλι στο δύσκολο εκείνο μονοπάτι για να βρούνε τον ασκητή ιερέα για την εξομολόγηση, την βρήκε πεθαμένη. Και τότε αναρωτήθηκε «Πώς χωρίς εξομολόγηση αν ήταν εκείνο το βράδυ το όραμα που είδε, την έκσταση που είχε, αν ήταν η ψυχή της, πως ήταν δυνατόν χωρίς την Ιερά Εξομολόγηση να βρεθεί στην Βασιλεία του Θεού; Βέβαια φρόντισε να την θάψει, να βάλει ένα Σταυρό εκεί ξύλινο, να πάει στους πατέρες και να τους παρακαλέσει να κάνουν προσευχή για να έχουν μία απάντηση. Είπαν λοιπόν οι πατέρες ότι ο δρόμος που ακολούθησε ξυπόλητη εμάτωσε τα πόδια της, προκάλεσε τέτοια αιμορραγία, και το αίμα της εκείνο που έχυνε όλη τη νύχτα και που συνετέλεσε στο θάνατό της, ήτανε αίμα μαρτυρικό. Ήταν αίμα μετανοίας. Αυτό το αίμα του μαρτυρίου, και το αίμα της μετανοίας και του μαρτυρίου, αυτό το αίμα, ήταν αυτό που καθάρισε την ψυχή της και την κατέστησε ολόλευκη και την κατέστησε ολόλευκη ώστε να βρίσκεται και αυτή στα σκηνώματα πλέον των Αγίων. Άρα εκείνο που μετράει πάνω απ’ όλα είναι η μετάνοια, τίποτε άλλο. Η μετάνοια.

Οι δαίμονες δεν έχουν δικαιώματα να πειράζουν, όχι μόνο τους αγίους, αλλά και κάθε χριστιανό που προετοιμάζεται από πριν με δάκρυα κάθε μέρα στα μάτια, και αν δεν έχει δάκρυα να έχει έναν στεναγμό εσωτερικό, και να παρακαλά τον Θεόν γι’ αυτήν την ώρα. Γιατί κάποτε θάρθει. Εγώ την περιμένω τώρα πια, κάθε μέρα. Η ηλικία πέρασε. Σήμερα αύριο μεθαύριο, ο Κύριος εγγύς. Και το βήμα του Θεού φοβερόν, - και η απολογία; Γι’ αυτό πρέπει λοιπόν να είμεθα έτοιμοι, και όταν είμεθα έτοιμοι, τότε τα δικαιώματα των δαιμόνων φιμώνονται. Δένονται. Απομακρύνονται. Και έχει, η ψυχή αποκτά την δική της παρρησία, και άλλοι να δέχονται προφήτες, άλλοι να δέχονται αγγέλους, άλλοι να δέχονται αγίους και να τους αναγνωρίζουν, έχω μαρτυρίες πολλές, τότε που υπηρετούσα στο νοσοκομείο του Μεταξά, μία φορά το μήνα, κάθε εβδομάδα, να βλέπω πολλούς ετοιμοθανάτους οι οποίοι να αναγνωρίζουν αγγέλους και αγίους με τα ονόματά τους, όταν έρχονταν να παραλάβουν την ψυχή τους. Να φεύγουν άνθρωποι με το «Άξιον εστίν ως αληθώς», με το «Θεοτόκε Παρθένε χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία», με το «Πάτερ ημών εν τοις Ουρανοίς», με το «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία σου», με το Σημείον του Σταυρού και με τόσα άλλα και τόσα άλλα κεχαριτωμένα, κεχαριτωμένες στιγμές, για να φύγουν για την Βασιλεία των Ουρανών.

Επομένως μην διστάζετε να ομιλείτε για την Ιερά Εξομολόγηση σε όσους αρρωσταίνουν. Και έχει κατόπιν ο Θεός. Και όταν οι ψυχές θα φύγουν, να τις θυμάστε. Και κάθε βράδυ «ανάπαυσον Κύριε, τους κεκοιμημένους δούλους σου, τον πατέρα μου, τη μάνα μου, τον αδελφό μου, την αδελφή μου, το γιό μου, την κόρη μου, τον άλφα συγγενή, τον βήτα, τον κακό εκείνο γείτονα, και ούτω κάθε εξής. Και τα ονόματά τους στη Θεία Λειτουργία, και αν έχομε κάποια δυνατότητα άλφα ή βήτα να δίνουμε και να κάνουμε και ένα σαρανταλείτουργο. Και για τους κεκοιμημένους και για μας τους ζωντανούς, για να φωτιζόμαστε. Γιατί οι περισσότεροι είμαστε αφώτιστοι, σκοτισμένοι απ’ τα πάθη και τις αμαρτίες, και βουλιάζει το έθνος μας, βουλιάζει η πατρίδα μας, διότι κανένας δεν ενδιαφέρεται για την Εκκλησία και την σωτηρία της ψυχής, κανένας νόμος για να σταματήσει το κακό. Μόνον πως θα πολλαπλασιαστεί η αμαρτία. Μόνον γι’ αυτό ενδιαφέρονται. Μικροί και μεγάλοι. Άρχοντες και αρχόμενοι, πλούσιοι και πτωχοί, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, τι κάνουμε;

Μπροστά σε ένα χαζοκούτι όλη μέρα και όλη νύχτα. Αλλά δεν είναι χαζοκούτι. Είναι και διαβολοκούτι. Αυτό θα κρατάμε στη μασχάλη μας όταν θάρθει η ώρα να χωριστεί η ψυχή από το σώμα. Και τι θα πούμε στο Θεό τότε; Πάρε αυτό το μεγάλο δώρο! Αυτό είχα, γι’ αυτό φρόντιζα σε όλη μου τη ζωή, ε, αυτό έχω να σου δώσω. Και Αυτός θα μας πει τότε «Υπάγετε απ’ εμού κατηραμένοι, εις το πυρ το αιώνιον, το ετοιμασμένο τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού».

Αλλά σεις βέβαια, που ήρθατε σήμερα με τη χάρη του Αγίου Θεού εδώ, - και πιστεύω όχι μόνον για να πάρετε ένα κομμάτι απ’ τη βασιλόπιττα -, ήρθατε για τον λόγον του Θεού. Και ο λόγος του Θεού χορταίνει τον άνθρωπον όταν πεινά, και τον ξεδιψά όταν διψά. Τον ξεσκοτίζει όταν είναι σκοτισμένος, τον δυναμώνει, όταν είναι αδύνατος, του χαρίζει ζωή όταν κοντεύει να πέσει κάτω, από τα πολλά κτυπήματα των παθών και της αμαρτίας και των πτώσεων που έχουμε.

Ο Θεός είναι φως και μας χαρίζει φως και μας δίδει ζωή, και μας δίδει υγεία, και μας δίδει και μας χαρίζει ακόμα και αυτήν την αιωνιότητα. Τον Θεόν λοιπόν να αγκαλιάζομε, τον Θεόν να αγαπούμε, εις Αυτόν να είμαστε αφοσιωμένοι, πρωί και βράδυ προσευχή, και μελέτη της Καινής Διαθήκης κάθε μέρα, και ενός καλού βιβλίου. Στη Θεία Λειτουργία μετά φόβου Θεού και πίστεως ενεργουμένης, με συντριβή και ταπείνωση για να τύχουμε του ελέους του Θεού. Που είναι οι πατέρες μας, που είναι οι παπούδες μας, που είναι οι γιαγιάδες μας, που είναι οι προγιαγιάδες; Που είναι οι προ, οι προ, οι προ, οι προ, οι προ, ποιος έμεινε; Κανένας! Όλοι μας είμαστε περαστικοί, είμαστε νοικάρηδες σε αυτό εδώ τον κόσμο. Έχουμε νοικιάσει ένα μικρό σπιτάκι, καθόμαστε, και σε λίγο θα φύγουμε. Ποιος από σας κατάλαβε πότε πέρασαν, άλλος τα είκοσι χρόνια, άλλος τα τριάντα, άλλος τα σαράντα, άλλος τα εβδομήντα, άλλος τα ογδόντα. Πότε πέρασαν; Ήταν σαν χθές. Έρχεται λοιπόν αυτή η ώρα. Αν εμείς την ετοιμάζουμε σιγά σιγά, αυτήν την ώρα, θα είναι γλυκειά και ωραία. Θα είναι ανώδυνη, ανεπαίσχυντη, ειρηνική. Κι αν θα παρακαλούμε τον Θεόν για τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής μας, θα μας δώσει λοιπόν και αυτήν τη στιγμή, την τελευταία, να είναι και αυτή όπως είπα ειρηνική, ανώδυνη και ανεπαίσχυντη, για να έχομε και την καλή απολογία μπροστά στο φοβερό βήμα του Χριστού μας.

Την ελπίδα μας να μη χάσουμε,
σε απελπισία και σε απόγνωση να μην πέσουμε,
αμαρτωλοί είμεθα, αλλά όλες οι αμαρτίες σβήνουν μπροστά στην αγάπη του Θεού αρκεί να πούμε «ήμαρτον».
Και πιστεύω ότι όλοι μας, λέμε «ήμαρτον». Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος αυτή τη στιγμή εδώ μέσα, που να μην λέει «ήμαρτον εις τον Θεόν, είμαι αμαρτωλός Θεέ μου συγχώρεσέ με». Εφόσον λοιπόν το λέμε, θα σωθούμε. Αλλά να μην ξεχνάμε όμως και κείνους οι οποίοι έφυγαν. Και έτσι να τηρούμε τις εντολές, και να καλλιεργούμε τις αρετές, την ανεξικακία προπαντός, την μακροθυμία, την συγχωτητικότητα, να έχουμε αγάπη μέσα μας πολλή, να συγχωρούμε τους πάντες και τα πάντα, και να καλλιεργούμε την ταπείνωση και τη μετάνοια κάθε μέρα.
Και τα σπλάχνα του Αγίου Θεού είναι άπειρα. Και μας περιμένουν να μας σφίξουν στην αγκαλιά τους αυτά τα σπλάχνα, να μας βάλουν μέσα τους, και να μας πούνε στον καθέναν από μας, «Ευ δούλε αγαθέ και πιστέ, επί ολίγα ής πιστός, επί πολλών σε καταστήσω. Είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου».

Αυτή τη χαρά την εύχομαι με όλη μου την καρδιά σε όλους σας,
Αλλά όμως και σεις να την εύχεστε σε μένα.
Θα την εύχεστε;
- Μάλιστα !
Μμμμ όχι με το στόμα, με την καρδιά να το εύχεστε!
Όπως σας εύχομαι και γω ταπεινά και ανάξια.
Ταπεινά και ανάξια.