Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2004

Ποιά τα όπλα του σκότους και ποιά του φωτός διά των οποίων νικάται η αμαρτία, ο διάβολος και ο κόσμος των παθών



Κυρ. Της Τυρινής 2004

Επί πολλά χρόνια χριστιανοί μου, αυτήν την ημέρα, Κυριακή της Τυρινής, είχαμε ασχοληθεί με την νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής, και την πολλαπλή σημασία της, κυρίως βέβαια την πνευματική. Επίσης είχαμε ασχοληθεί με την έξωση του Αδάμ, ημέρα κατά την οποίαν είναι αφιερωμένη σ’ αυτήν την εξορία μας από τον Παράδεισο. Και πολλά άλλα θέματα που είναι συναφή με την ημέρα αυτή.

Σήμερα όμως θα πάμε στο Αποστολικό Ανάγνωσμα, το οποίον ακούσαμε προηγουμένως στην Θεία Λειτουργία, και που είναι από την «προς Ρωμαίους Επιστολή» και ο στίχος δώδεκα (12) από το δέκατο τρίτο (13ο) κεφάλαιο μας λέγει ότι «η νυξ προέκοψεν, η δε ημέρα ήγγικεν, αποθώμεθα ουν τα έργα του σκότους και ενδυσόμεθα τα όπλα του φωτός».
Το σημερινό ανάγνωσμα είναι ένα εγερτήριο σάλπισμα, μια σειρήνα διαπεραστική η οποία μας ξυπνάει από τον λήθαργο της καθημερινής μας αναισθησίας. «Έφθασε η ώρα», φωνάζει ο Απόστολος Παύλος, «ξυπνήστε, και πετάξτε από πάνω σας τα έργα του σκότους, και να ενδυθείτε τα όπλα του φωτός, γιατί η νύκτα πέρασε και γλυκοχαράζει η καινούργια ημέρα της αιωνιότητος».
Ας αναλύσουμε όμως, νομίζω μία μία αυτές τις λέξεις, για να δούμε τα βαθύτερα νοήματα αυτού του στίχου.
«Η νύξ προέκοψε», δηλαδή η νύχτα προχώρησε. Νύχτα ονομάζει ο Απόστολος Παύλος εδώ την παρούσα ζωή. Διότι αφενός μεν διακατέχεται από το νοητό και αισθητό σκοτάδι της κακίας, και αφετέρου διότι η ζωή, και η γνώμη κάθε ανθρώπου είναι τόσο σκοτεινή και τόσο καλά κρυμμένη, που κανένας δεν την ξέρει, παρά μόνον ο Θεός, διότι αυτός είναι ο «ετάζων καρδίας και νεφρούς». Τι είναι η κρυφή ζωή του ανθρώπου; Κακή ή καλή; Άδολη, αγνή, ή πονηρή και διεστραμμένη; Νύχτα λοιπόν η παρούσα ζωή μας, κατά την διάρκειαν δυστυχώς επικρατεί η άγνοια και η ημιμάθεια για το Ευαγγελικό θέλημα του Αγίου Θεού, που αποβλέπει στην αιώνια σωτηρία της ψυχής μας, διότι η ζωή γρήγορα περνά. Νύχτα όπου κυριαρχεί το κράτος της αμαρτίας, και διαφεντεύουν η αδικία, η κακία και η πονηριά και βασιλεύουν οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες και επιπλέον οι επιτήδειοι, - οι καπάτσοι να το πω απλοϊκά -, οι πονηροί, και οι έχοντες την δύναμη της εξουσίας. Το καλό και η αρετή θεωρούνται ντεμοντέ, - πώς να το πω, παλιά μόδα που πέρασε, - οι ηθικές αξίες έχουν κατατσαλακωθεί κυρίως, ανετράπησαν και βασιλεύουν στις ημέρες μας – το βλέπετε εσείς οι ίδιοι – κάθε μέρα το βλέπετε και το αντικρύζετε, ότι επικρατεί η ανηθικότητα, οι ελεύθερες σχέσεις, η ασυδοσία, η αναρχία, οι εκτρώσεις, οι δολοφονίες αθώων παιδιών κάθε μέρα, η εύκολη ζωή, η βία, το έγκλημα, η απιστία, η αθεΐα, ο υλισμός, η ομοφυλοφιλία, μάλιστα έχουμε και γάμους τώρα ομοφυλοφίλων, τα ναρκωτικά, οι κλοπές, κλέβουν ακόμα και μέσα από τα σπίτια μας, και χίλια δυο άλλα τόσα κακά.
Αλλά η ζωή κάποτε τελειώνει. Και όλοι μας μα όλοι μας, βαπτισμέμοι και αβάπτιστοι, θα δώσουμε λόγο για τη ζωή μας και για τα έργα μας.
Αφού λοιπόν κατά τον Απόστολο Παύλο, η νύκτα της παρούσης ζωής φεύγει, γι’ αυτό όσο μας μένει καιρός, πριν ακόμα φύγομε απ’ αυτόν τον κόσμο, πριν δηλαδή πεθάνομε, πριν μας προλάβει η αυγή του μέλλοντος αιώνος, ας μετανοήσουμε αληθινά με συντριβή και με δάκρυα. Όχι επιπόλαια, αλλά με βαθιά συναίσθηση ότι είμαστε αμαρτωλοί. Είμεθα αμαρτωλοί. Είμεθα αμαρτωλοί.
Ας ζωογονήσουμε μέσα μας την πίστη, διότι ο καιρός που έρχεται και οι μέρες που θα ακολουθήσουν, θα είναι με μεγάλους πειρασμούς ειδικότερα στα θέματα της Ορθοδόξου Πίστεως, και των Ορθοδόξων δογμάτων, και θα δώσουμε λόγον, και θα αποδείξουμε με έργα τότε την πίστη μας. Να καλλιεργήσουμε όσο είναι δυνατόν όλες τις αρετές, την αγάπη και την πίστη, και την μετάνοια και όλες τις αρετές, και περισσότερο από όλα το ταπεινό φρόνημα, και να γίνουμε
φιλόστοργοι προς τους γέροντες, διότι βλέπουμε ότι οι πάντες τους εγκαταλείπουμε,
φιλοελεήμονες προς τους πάσχοντες, και
φιλόθεοι, προς τα πανάχραντα μυστήρια και προς τις ιερές ακολουθίες της Εκκλησίας μας.
Θα μείνουμε μόνοι και γυμνοί μπροστά στο βήμα του Θεού μας και Χριστού μας και Κριτού μας.

Η νύχτα είπαμε, ποια είναι κατά τον Παύλο, και ημέρα ονομάζει τον μέλλοντα αιώνα. Το φως που έχουν και λαμπρύνονται απ’ αυτό οι άγιοι και οι δίκαιοι. Αλλά και όλοι όμως οι σεσωσμένοι από μας χριστιανοί, εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια, και άλλα πόσα δεν ξέρομε μέχρι που να έρθει η μέρα της Κρίσεως.
Τότε στο αιώνιο φως εκείνης της ημέρας, θα φανερωθούν τα κρυπτά όλων των ανθρώπων, οι κρυφές παράνομες πράξεις… - μας βλέπει το μάτι του Θεού - , οι κρυφές ατιμίες, οι κρυφές πονηρές σκέψεις, οι κρυφές κακές επιθυμίες, οι κρυφές κακές κινήσεις του σώματος.
Όλα μαζί ο Παύλος τα ονομάζει έργα του σκότους. Και είναι τα έργα κατά πρώτον λόγον των αμετανοήτων αμαρτωλών. Είναι οι πράξεις της αδικίας, της πονηριάς και της κακίας, είναι οι παραβάσεις των Ευαγγελικών εντολών, του Αγίου θελήματος του Θεού. Έργα του σκότους είναι τα φοβερά πάθη. Έχουμε πει πολλές φορές, τα έχουμε κατονομάσει, τα έχουμε απαριθμήσει πάρα πολλές φορές, δεν τα ακούμε όμως στην Ιερά Εξομολόγηση. Και τα έργα αυτά είναι της υπερηφανείας και του εγωισμού, της υποκρισίας και της σκληροκαρδίας, της κοιλιοδουλίας και της φιλοσαρκίας, της κατακρίσεως, της καταλαλιάς, του κουτσομπολιού, και της συκοφαντίας, της φιλαργυρίας και της πλεονεξίας, της φιληδονίας και της λαγνείας, της κλεψιάς και της αδικίας, της μνησικακίας και του φθόνου, της ακηδίας και της αδιαφορίας για τα θέματα πίστεως και σωτηρίας. Όλα αυτά είναι έργα του σκότους. Και δεν τα απαριθμούμε … και είναι κάτι που υπάρχουν σαν σπέρματα μέσα μας, μέσα στις καρδιές όλων μας. Άλλος σε μεγάλο μέτρο, άλλος σε μέτριο, άλλος σε μικρό, αλλά υπάρχουνε!
Είναι λοιπόν τα έργα της αμαρτίας που προέρχονται από το σκοτισμένο μυαλό μας, από την άγνοια και την πλάνη, και επειδή χριστιανοί μου τα «οψώνια της αμαρτίας θάνατος», όπως βεβαιώνει η Γραφή, άρα τα έργα του σκότους οδηγούν τον άνθρωπο, στο αιώνιο σκοτάδι της κολάσεως, στο ψηλαφητό σκοτάδι της κολάσεως, στη φρίκη της κολάσεως, εκεί όπου «ο σκώληξ ου τελευτά και το πυρ είναι άσβεστον». Εκεί όπου «ο βρυγμός και ο τριγμός των οδόντων» από τη φρίκη στην αιώνια θέα των δαιμόνων και του Σατανά.

Αλλά, υπάρχει ένα «αλλά», και αυτό το «αλλά» μας χαρίζει την ελπίδα. Είναι η φράσις που κατέληξε ο Απόστολος Παύλος λέγοντας «και ενδυσόμεθα τα όπλα του φωτός».
Όπως είναι γνωστό, το πρωί μόλις σηκωθούμε από τον νυκτερινόν ύπνον, βγάζουμε τις πιτζάμες κα ντυνόμαστε τα καλά ρούχα της εξόδου. Κατά τον ίδιο τρόπο, διά μέσου της εμπράκτου αληθινής μετανοίας, αποβάλλουμε τα έργα της αμαρτίας και εργαζόμεθα τα έργα της αρετής, τα οποία ο Απόστολος Παύλος εδώ ονομάζει «όπλα φωτός».
Όπλα φωτός είναι όλα εκείνα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος τα οποία καλλιεργεί συνειδητά και καθημερινά ο χριστιανός.
Για να χρησιμοποιήσει ο Παύλος τη λέξη «όπλα», σημαίνει ότι εμείς οι χριστιανοί, είμεθα στρατιώτες του Χριστού, και μάλιστα ετοιμοπόλεμοι, έτοιμοι δηλαδή να δώσουμε τις πνευματικές μας μάχες για το κακό, το τριπλό κακό.
Πρώτον, οι εχθροί μας είναι οι δυνάμεις των ακαθάρτων πνευμάτων, που σπέρνουν κάθε μέρα στις καρδιές μας τα ζιζάνιά τους.
Δεύτερον είναι η διεφθαρμένη φύσις μας που ρέπει προς τα πονηρά καθημερινώς,
και τρίτον είναι ο κόσμος της κακίας που μας περιβάλλει, καμιά φορά και μέσα απ’ το σπίτι,, αλλά κυρίως βέβαια από την κοινωνία και το επαγγελματικό περιβάλλον.
Αλίμονόν μας αδελφοί μου, αν κάθε μέρα δεν οπλιζόμαστε με τα όπλα του φωτός, με τις αρετές και τα χαρίσματα που μας δωρίζει ο Κύριος, ο Σωτήρας μας. Οι εχθροί της ψυχής μας δεν πολεμούνται χωρίς όπλα θεϊκά, χωρίς πνευματικές δυνάμεις, - δεν πολεμάται ο διάβολος με τις γροθιές, αλλά με την Θεία Χάρη που έχουμε πάρει από το Άγιον Βάπτισμα, με τη νηστεία, με την αγρυπνία, με την προσευχή, με τη συμμετοχή μας στη Θεία Λατρεία, στη Θεία Λειτουργία, στη Θεία Κοινωνία, στην Ιερά Εξομολόγηση.
Αυτά ακριβώς είναι εκείνα τα οποία μας δίνουν τις απαραίτητες πνευματικές δυνάμεις για να τηρηθούν οι εντολές και να καταπολεμηθούν τα πάθη μας και για να γίνει φανερή η πνευματική προκοπή και στους γύρω μας ανθρώπους.
Έτσι οι μικρές μας καθημερινές προσπάθειες με τη βοήθεια του Θεού και την πρεσβεία της Υπεραγίας Θεοτόκου, θα γεμίζει η ψυχή μας από το φως του Χριστού.

Το στόμα μας να φροντίζουμε να παραμένει κλειστό,
ο νους μας καθαρός από βρώμικες σκέψεις,
το σώμα μας σε ησυχία από αμαρτωλές κινήσεις
για να είναι και η συνείδησή μας αναπαυμένη.

Έχουμε όμως και οικογένεια. Έχουμε όμως και παιδιά. Έχουμε γονείς και αδέλφια. Και ειδικότερα τα παιδιά μας θέλουν χίλιες φορές περισσότερη προσοχή και αγωνία από ό,τι πριν σαράντα και πενήντα χρόνια. Το κακό είναι οργανωμένο και έχει τρομακτικές πάρει διαστάσεις. Πως θα φυλάξουμε τα παιδιά μας από τους κινδύνους αυτούς τους πνευματικούς, που παραμονεύουν ακόμα και από το Δημοτικό Σχολείο, διότι ακούμε φρικτά πράγματα και από τα παιδιά αυτά; Πως θα τα διαπαιδαγωγήσουμε χριστιανικά, ηθικά και Ορθόδοξα, αν εμείς ως γονείς, δεν έχουμε ενδυθεί τα όπλα του φωτός, δηλαδή δεν είμεθα ενδεδυμένοι από τις αρετές του Χριστού;
Γι’ αυτό λοιπόν πρέπει να αυξηθεί η αγωνία μας, να αυξηθεί η αγωνία μας στις προσευχές μας, στη νηστεία και στην εγκράτεια, και να μεγαλώσει το ταπεινό μας φρόνημα και η καθημερινή μας μετάνοια.
Γι’ αυτό λέγω ότι πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα μετράει η προσωπική μας αφανής και φανερή θυσία, δηλαδή το δικό μας φωτεινό παράδειγμα, ως γονέων και ως συζύγων. Όχι μόνον λόγια και συμβουλές, αλλά έργα πίστεως και μετανοίας, έργα και φωτεινό παράδειγμα.

Έτσι μόνον αδελφοί μου, θα σώσουμε κατά δύναμιν, και με τη βοήθεια πάντοτε του Χριστού, διότι «άνευ εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν», θα καταφέρουμε έτσι και τα παιδιά μας να οδηγήσουμε στη σωτηρία, αλλά και τις δικές μας ψυχές να σώσουμε με την δύναμιν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού,
εις Τον οποίον ανήκει πάσα δόξα τιμή και προσκύνησις,
τώρα και πάντοτε και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,

Αμήν.

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2004

Η συναίσθησις της αμαρτωλότητας και ο χορτασμός της ψυχής μας καθίστανται και ζωή για τον πλησίον


187-β
Κυρ. των Απόκρεω 2004

“Επείνασα και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και εποτίσατέ με».
Πάνω στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αδελφοί μου, ομιλούμε για πολλά χρόνια, και πήραμε σαν ερμηνεία και την πρακτική εφαρμογή των λόγων του Κυρίου μας, κατά λέξη δηλαδή, στην εφαρμογή των έργων της αγάπης, πήγαμε όμως και σε αναγωγικές ερμηνείες, και θεολογικές και ουράνιες, υψηλές και ακατάληπτες πολλές φορές, αλλά απαραίτητες όμως για τη σωτηρία μας. Για την εν Χριστώ πορεία μας.

Πριν από τέσσερα χρόνια, ή πέντε, δεν ενθυμούμαι καλά, σας είχα αναφέρει ένα γεγονός, δεν ξέρω πόσοι από σας το είχατε ακούσει, το ξαναεπαναλαμβάνω, διότι έχει άμεση σχέση με το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα.
Ήρθε κάποιος χριστιανός, επαναλαμβάνω πριν από τέσσερα χρόνια, πέντε, δεν θυμούμαι, μου είπε το όνομά του, και ήλθε σε μένα επειδή είχε πεθάνει ο πνευματικός του, - γνωστός, από το Λοιμωδών, - και αμέσως μετά μου είπε:
«Εγώ πάτερ μου, για να ξέρεις είμαι πολύ καλός χριστιανός, είμαι και ταπεινός, είμαι και δίκαιος»,
και τον ρώτησα από πού αυτό το συμπέρασμα.
Και μου απαντάει,
«Έχω πολύτεκνη οικογένεια, είμαι τμηματάρχης στη Άλφα Δημόσια Υπηρεσία, πηγαίνω κάθε Κυριακή και γιορτή στην Εκκλησία, κάνω την προσευχή μου πρωί και βράδυ, δίνω πολλές ελεημοσύνες, και μάλιστα φτάνω μέχρι και την εντολή που δίνει ο Θεός, να δίνουμε μέχρι και το δέκατο από το μισθό μας, επισκέπτομαι τους αρρώστους στα νοσοκομεία, κατάκοιτους στα σπίτια, νηστεύω Τετάρτες και Παρασκευές και όλες τις Σαρακοστές, εξομολογούμαι τακτικά, κοινωνώ επίσης …»
Όλα αυτά μου θύμισαν αμέσως τον Φαρισαίο, διότι τίποτε περισσότερο από το Φαρισαίο δεν είπε, όχι ο Φαρισαίος όλα τα έκαμεν,
«Διαβάζω την Καινή Διαθήκη», κι ο Φαρισαίος ήξερε τον Νόμον του Θεού,
«Και μάλιστα πολύ καλά, και πολλά όλα ωραία βιβλία, όπου κι αν πάω, όπου κι αν σταθώ, μιλάω για τον Αντίχριστο, για το φοβερό ΕΚΑΜ, για το εξακόσια εξήντα έξι, και καυτηριάζω το κακό, κάνω αυστηρές παρατηρήσεις στο όνομα του δικαίου, και καυτηριάζω το κακό, και του Ευαγγελίου, σε όλους, στη γυναίκα μου, στα παιδιά μου, στους συγγενείς μου, στους υφισταμένους μου, στους γειτόνους μου, στους εργάτες μου, στους συγκάτοικούς μου, σ’ αυτούς που είναι στο δρόμο, παντού, σε όλους, σε όλους, …» δεν τον άφησα να, συνεχίσει βέβαια, διότι είχα καταλάβει αρκετά, και κείνη τη στιγμή, με φώτισε ο Θεός, αν και είμαι αμαρτωλός, όντως αμαρτωλός είμαι, αμαρτωλός και άθλιος και του είπα τα εξής :
«Αν θέλεις να μάθεις συ ο ίδιος, πόσο καλός άνθρωπος είσαι, και τι είδους χριστιανός είσαι, και αν αυτό που νομίζεις ότι είσαι, αρέσει στο Θεό, θα πας αμέσως τώρα μόλις φύγεις από δω, στη γυναίκα σου, και στα παιδιά σου, και αύριο μεθαύριο στους συγκατοίκους της πολυκατοικίας, στους συγγενείς, στους συναδέλφους και λοιπά, και θα τους ρωτήσεις να σου πουν με απόλυτη ειλικρίνεια, τι γνώμη έχουν για σένα. Και μάλιστα τι μουρμουρίζουν πίσω από την πλάτη σου, και τι γνώμη έχουν για τον Χριστιανισμό που εσύ αντιπροσωπεύεις. Αυτός είναι ο κανόνας που σου βάζω. Και θα ’ρθείς ύστερα από μερικές μέρες να μου απαντήσεις. Μέχρι τότε δεν έχει Θεία Κοινωνία. Και μόνον την αλήθεια, και όσοι διστάζουν να σου την γράψουν ανώνυμα, να την τυπώσουν στην γραφομηχανή, και στα κομπιούτερς που υπήρχαν τότε, και να στα παραδώσουν μέσε σε κλειστά φάκελλα για να ξέρεις. Και όταν βέβαια θα ακούσεις και θα διαβάσεις τις γνώμες των συνανθρώπων σου, να σταθείς, να πάς στην Εκκλησία και να σταθείς μπροστά στην εικόνα του Χριστού, και να Τον ρωτήσεις, ύστερα από όσα μου είπαν, και από όσα διάβασα, αν πεθάνω σήμερα Χριστέ μου, κληρονομώ την Βασιλεία Σου;»
Βέβαια έφυγε θιγμένος, θυμωμένος, στεναχωρημένος και προβληματισμένος. Γύρισε όμως ύστερα από τρεις εβδομάδες. Έπεσε στα γόνατα και ομολόγησε φωνάζοντας: «Πάτερ μου είμαι αμαρτωλός, είμαι εγωιστής, μού ’παν ότι είμαι σκληρόκαρδος, θυμώδης, καβγατζής, γκρινιάρης, άδικος, κουτσομπόλης, υπερήφανος, καινοδοξής, λαίμαργος, φιλάργυρος, άπιστος, άθεος, και όλοι μηδενός εξαιρουμένου μου είπαν ότι είμαι υποκριτής, υποκριτής. Και αν πεθάνω σήμερα, δεν έχω κανένα ίχνος μετανοίας, διότι έρχεται η εβδομάδα της Κυριακής των Απόκρεω, και ξέρω ότι εκείνη την Κυριακή διαβάζεται το Ευαγγέλιον της Κρίσεως. Αν πεθάνω που θα πάω;»

Δυστυχώς αδελφοί μου οι πιο πολλοί από μας, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο του μοιάζουν. Πιστεύουμε ότι είμαστε καλοί άνθρωποι και καλοί χριστιανοί αλλά κάνουμε μεγάλο λάθος. Η πορεία μας στη ζωή μας, όπως αυτή αποκαλύπτεται μέσα στην οικογένειά μας, και στον εργασιακό χώρο και στο κοινωνικό περιβάλλον, είναι απορία που ικανοποιεί τα πάθη, και δεν είναι πορεία για την κάθαρση, για τον αγιασμό, για την θέωση, για τη σωτηρία.
Όσο μας ξέρει ο σύντροφος της ζωής μας, δεν μας ξέρει κανένας άλλος. Και καμιά φορά όσο μας ξέρουν τα παιδιά μας, και όσο μας ξέρουν συνεργάτες, υφιστάμενοι και προϊστάμενοι, και τόσοι άλλοι, που γνωρίζουν και βλέπουν τα στραβά μας και τα λάθη μας και τις κακίες μας, τόσο καλά ώστε να ’μαστε εμείς τυφλοί και να μη τις βλέπουμε. Μόνον βέβαια ο Θεός γνωρίζει καλύτερα από όλους, ποιοι είμεθα στο βάθος του είναι μας, διότι Αυτός βλέπει μέσα στις καρδιές μας. Μέσα μας βλέπει ο Θεός, δε βλέπει από έξω.
Και δυστυχώς αν κρατήσουμε αυτήν την στάση, θα ακούσομε αυτό που είπε σήμερα ο Κύριος στους εξ αριστερών: «Υπάγετε απ’ εμού κατηραμένοι, εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιμασμένω τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού». Γι’ αυτό και χρειάζεται η καθημερινή μετάνοια και η αλλαγή της ζωής μας, να μάθουμε από τώρα να ζούμε την αιώνια ζωή, ή μάλλον την ίδια ζωή που έζησε ο Χριστός πάνω στη γη. Να παλεύουμε λοιπόν και να αγωνιζόμαστε κάθε μέρα, για την κάθαρση, τον φωτισμό και τον αγιασμό. Και αν δεν τα καταφέρνουμε, άνθρωποι είμαστε, κι αν λυγίζουμε, και αν κάθε μέρα πέφτουμε, να σηκωνόμεθα, να ομολογούμε ότι είμεθα αμαρτωλοί, ότι είμεθα ένα τίποτα, μπροστά στον αγιασμό των αγίων και μπροστά στην Παναγιότητα και Παναγαθότητα του Αγίου μας Θεού. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε όπως έζησε ο Χριστός, και πρέπει να μάθουμε να τρεφόμεθα καθημερινά από τον άρτον της ζωής, απ’ τον άρτον της δικαιοσύνης, απ’ τον καθημερινό άρτο της κάθε αρετής που πρέπει να καλλιεργούμε.

«Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες» είπε ο Κύριος, «ότι αυτοί χορτασθήσονται.» Και δεν είναι δικός μας μόνον χορτασμός. Είναι και χορτασμός του Χριστού, αλλά είναι και χορτασμός του πλησίον. Αν εγώ χορτάσω από αγάπη, θα την προσφέρω πρώτα στον Θεόν, και ύστερα θα την προσφέρω στον πλησίον. Θα αναπαυθεί ο Θεός, και θα πολλαπλασιάσει τις δωρεές Του μέσα μου. Και έτσι, δι’ αυτών των δωρεών, και δι’ αυτών των χαρισμάτων, θα χορτάσω με τον Άρτον του Χριστού, της δικαιοσύνης και της κάθε αρετής. Και τον πλησίον μου θα Τον ξεδιψάσω με τον λόγον του Θεού, τον αληθινόν λόγον, που θα βγαίνει μέσα από την πείρα της ζωής μου και της ζωής σου. Όχι μόνο από αυτά που διαβάζουμε, καλά είναι αυτά που διαβάζουμε, και καλώς πολύ καλά κάνουμε να τα μεταφέρουμε συχνά πυκνά στους δικούς μας, στα παιδιά μας, στις συντροφιές μας. Αλλά όμως πέρα απ’ τις πείνες και τις δίψες τις υλικές που υπάρχουν γύρω μας, και τις οποίες κατά τον άλφα ή βήτα τρόπο ας πούμε ότι καλύπτονται είτε από μας, είτε από την κοινωνική πρόνοια, αυτό είναι καθήκον όμως, υπάρχει πείνα και δίψα για αληθινό λόγο Θεού, και τον λόγον του Θεού ΔΕΝ τον συζητάμε στα σπίτια μας, δεν τον συζητάμε μεταξύ μας στις συντροφιές μας, δεν τον συζητάμε τον λόγον του Θεού και τους βίους των Αγίων και τα γεγονότα που περιγράφονται στα γεροντικά όταν συναντόμεθα μεταξύ μας, φιλικά απ’ το ένα σπίτι στο άλλο. Θα πείς, μας κοροϊδεύουν. Να μας κοροϊδέψουν αλλά εμείς να πούμε τον λόγον του Θεού.

Και ο αγώνας ο δικός μας, και των κληρικών και των λαϊκών, είναι να μοιάσουμε με τον Χριστόν. Όλες οι ευχές της Θείας Λειτουργίας, αν τις προσέξτε καλά, γιατί σαν εδώθησαν προς μελέτη, οι ευχές αυτές της Θείας Λειτουργίας, με πάρα πολύ καλή ανάλυση και μέσα από την πράξη της ζωής, αγίων ανθρώπων, αγίων πιστών, αγίων απλών εφημερίων, κληρικών και ασκητών, σας εδόθη η ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας. Αν λοιπόν προσέξουμε καλά, θα δούμε ότι ο σκοπός είναι ο αγιασμός της ψυχής μας, είναι να χορταίνουμε από τον ίδιο τον Χριστό, και αυτό που περισσεύει, να το δίνουμε στους άλλους.
Έχω αγάπη; Θα σας δώσω.
Δεν έχω; Δε θα σας δώσω.
Έχετε αγάπη; Θα τη δώσετε.
Έχετε υπομονή; Θα τη δώσετε, κάνοντάς την.
Έχετε πραότητα και ειρήνη; Θα τη δώσετε!
Δηλαδή έχετε χάρη Θεού; Θα δώσετε.
Έχουμε Χάρη; Θα δώσουμε.
Δεν έχουμε; Δεν θα δώσουμε.

Μας παρασέρνουν πότε το ένα πάθος και πότε το άλλο, και έτσι λοιπόν αντί να προσφέρουμε την ταπείνωση και την πραότητα που ζητάει ο Θεός από μας, εμείς προσφέρουμε αγριότητα, αποτομοσύνη, θυμό, νεύρα, αντιλογία, αντιρρήσεις, και χαλάμε την ειρήνη του σπιτιού μας. Και ξεχνάμε αυτό που μας είπε ο Πανάγιος Θεός «μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς ημών». Δεν έχουμε ειρήνη μέσα μας. Δεν έχουμε ανάπαυση. Δεν έχουμε γαλήνη, όχι επειδή είμαστε άρρωστοι, - οι αρρώστιες βέβαια είναι αλήθεια ότι προσφέρουν ταραχή, δεν αφήνουν ήσυχο και το σώμα, οι πολλές και ποικίλες που έχουμε - αλλά όμως όταν υπάρχει μέσα μας ειρήνη, η ειρήνη του Θεού που υπερέχει, κάθε σκέψη και κάθε νουν που φτάνει μέχρι τον ουρανό, αυτή η ειρήνη ειρηνεύει και το σώμα, ειρηνεύει τις αισθήσεις, ειρηνεύει τους λογισμούς και άμα αυτή η ειρήνη πλημμυρίσει την ψυχή μας ύστερα από προσευχή, η ειρήνη επικρατεί και στο σπίτι. Η ειρήνη επικρατεί και στο περιβάλλον. Η ειρήνη επικρατεί και την ώρα που οδηγείς το αυτοκίνητο. «Μάθετε απ’ εμού λοιπόν ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία».

»Γυμνός και δε με ντύσατε ή με ντύσατε»; Και κανένας ντύνεται με αρετές, δεν ντύνεται κανένας μονάχα δίνοντας κάλτσες και παπούτσια και ρούχα, χρειάζονται και αυτά, διότι όπως μας λένε οι στατιστικές και οι πολιτικοί μας, ένα πολύ μεγάλο μέρος του Ελληνικού λαού ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας, και αυτοί έχουν τις ανάγκες μας, αλλά όμως μαζί με το φαγητό, μαζί με το ψωμί και το νερό, μαζί με τη θέρμανση, μαζί με τον ρουχισμό και μαζί με τα πρώτα είδη ανάγκης, τα φάρμακα και τα λοιπά, χρειάζεται να του προσφέρουμε την αγάπη της καρδιάς μας. Να του προσφέρουμε τον λόγον του Θεού, να του προσφέρουμε αυτό το μάννα, που έθρεψε εμάς, να το βγάλουμε απ’ την καρδιά μας, για να του δώσουμε και αυτόν να χορτάσει. Αυτό το δίνουμε; Αυτό είναι το ερωτηματικό.

Το να τηρούμε πέντε δέκα εντολές και να νομίζουμε ότι είμαστε κάτι επειδή πηγαίνουμε στην Εκκλησία, δεν λέει πολλά πράγματα. Πρέπει να έχουμε αληθινή μετάνοια, και να την διδάσκουμε και έμπρακτα στους άλλους. Και την αληθινή μετάνοια δεν την βλέπω ούτε στον εαυτόν μου, αλλά ούτε και στους περισσοτέρους απ’ αυτούς που έρχονται να εξομολογηθούν.
Και θα ’ρθουν ημέρες σκληρές. Σκληρότατες ημέρες, δεν το καταλαβαίνετε ότι οδηγούμεθα σε καταστροφή της πίστεως και της πατρίδος. Δεν το ’χετε καταλάβει καλά. Γι’ αυτό και δεν προετοιμάζεστε ψυχικά, για να αντέξετε αυτά που θα έρθουν, σαν φοβερές βροντές και δεν θα αφήσουν τίποτα όρθιο, και ξαφνικά. Τώρα εργάζεται ο εχθρός μας ύπουλα, μας δίνει την ανάπαυση και την ησυχία και την ειρήνη, και σιγά σιγά με τα επιτεύγματα της επιστήμης, μας αφαιρεί την πίστη, μας αφαιρεί τον χρόνον, τον χρόνον, τον πολύτιμο χρόνον, για να ασχοληθούμε με την σωτηρία της ψυχής μας.
Μας γέμισε ο διάολος με μέριμνες, και μέσα στις μέριμνες πεθαίνουμε, και ο Κύριος είπε «μη μεριμνάτε, ούτε τι θα φάτε, ούτε τι θα πιείτε, και μη μεριμνάτε για την αύριο, γιατί αρκετή είναι η κακία της σημερινής ημέρας. Ζητάτε πρώτα την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού, και όλα τα άλλα θα πληρωθούν, διότι πρώτα θα χορτάσετε, και όταν θα είστε δυνατοί στην πίστη, τότε θα γίνει και το θαύμα και της προσωπικής σας σωτηρίας, αλλά και της σωτηρίας των άλλων».

Λοιπόν, τον Χριστό στην καρδιά μας.
Αυτός να είναι ο σκοπός και του εκκλησιασμού,
και της προσευχής,
και της μελέτης των γραφών,
και της τηρήσεως των εντολών,
και ό,τι και αν κάνομε ένας να είναι ο σκοπός μας,
ο Χριστός να μπει στην καρδιά μας,
ο Χριστός να μπει στις καρδιές μας,

Αμήν.

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2004

Η κατακριτέα διαγωγή του πρεσβύτερου υιού σε σχέση με την αληθινή μετάνοια του Ασώτου και την αγάπη του Θεού πατρός



Κυριακή του Ασώτου 2004

«Άνθρωπός τις, είχε δύο υιούς».
Την περασμένη Κυριακή είπαμε «Χρόνια Πολλά» επειδή υπήρξαμε και υπάρχουμε όλοι μας αμαρτωλοί και υποκριταί και Φαρισαίοι. Εγωιστές και κενόδοξοι. Να πούμε και σήμερα «Έτη Πολλά», για τη σημερινή μεγάλη ημέρα της επιστροφής του Ασώτου, και ας θεωρήσει και ημάς ο Θεός Πατήρ, ως επιστρέψαντας στην κιβωτό της σωτηρίας που είναι η Εκκλησία. Γι’ αυτό και σήμερα η Εκκλησία συγχαίρει πάντας ημάς.
Αμαρτωλός ο νεώτερος γιος, όπως τον ακούσαμε στην σημερινή παραβολή, όπως τον ακούμε τόσα και τόσα και τόσα και τόσα χρόνια, αυτή την Κυριακή, και όσες φορές από μας την παραβολή αυτή την διαβάσαμε μέσα στην Καινή Διαθήκη. Ο άσωτος που κατασπατάλησε την ουσία του πατρός αυτού στην αμαρτία, στην αμαρτωλή ζωή.
Αμαρτωλός όμως και ο πρεσβύτερος γιος. Που αντιπροσωπεύει τους Φαρισαίους και υποκριτάς, τους σκληρόκαρδους και εγωιστάς και υπερήφανους.
Άσωτος γιος είναι ο αμαρτωλός, ο απολωλός όμως που ευρέθη και ο νεκρός που ανέζησε. Ο άσωτος γιος είναι ο δίδυμος αδελφός μας. Είναι η σάρκα από τη σάρκα μας. Είμεθα εμείς οι ίδιοι. Στο πρόσωπο του ασώτου υιού, υπάρχουμε και μείς. Είμεθα εμείς και ολόκληρη η εποχή μας. Άσωτος γιός είμεθα πρώτος εγώ, ύστερα εσύ, και συ, και συ, και συ, και αυτός, και ο άλλος, και κείνος, και αυτοί που είναι απέξω, και όλοι μας. Είμεθα εμείς όλοι, άσωτος, που νομίζουμε, ότι πιστεύουμε, ότι μπορούμε να ζήσουμε και να σταθούμε στα πόδια μας χωρίς τον Πατέρα μας, χωρίς τον Θεόν. Με μόνο το μυαλό μας, ή με μόνες τις σωματικές μας δυνάμεις, τις ικανότητες που τυχόν έχουμε, και έτσι δεν Τον χρειαζόμαστε τον Θεόν. Είμαστε εμείς εκείνοι οι οποίοι φτιάχνουμε τους δικούς μας κανόνες για την παρούσα ζωή.
Ο μεγάλος πάλι και φρόνιμος δήθεν γιος, που στην εν μετανοία επιστροφή του αδελφού του, αντί να χαρεί, διαμαρτύρεται και αγανακτεί, - πολλοί θα το θεωρήσετε και φυσικό – σου λέει να παίρνει τη μισή περιουσία, να την τρώγει και να την κατασπαταλά στην ασωτία, στην βρωμιά και στην αμαρτία, και να ξαναγυρίζει πίσω, και να αποκτά πάλι ίσα δικαιώματα και να στήνεται και γλέντι. Διαμαρτύρεται όμως κατά τέτοιον τρόπον που αν προσέξατε καλά την παραβολή, δεν απεκάλεσε τον Θεόν ούτε «Πατέρα».
Τι είπε όμως ο αμαρτωλός, ο εν μετανοία επιστρέψας; «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου». Αυτός διαμαρτυρόμενος, δεν Τον αποκαλεί Πατέρα. Αυτός ο πρεσβύτερος γιος, κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, είναι ο χριστιανός των τύπων. Των ξηρών των τύπων. Που νηστεύει, που δήθεν εξομολογείται, που δήθεν εκκλησιάζεται και δήθεν κοινωνεί επιδεικτικά, που προσεύχεται, μας λέει ότι προσεύχεται, μας λέει ότι κάνει και ελεημοσύνες, μερικές φορές είναι και φανερές, εν τούτοις όμως μέσα στην καρδιά του παραμένει σκληρός και άσπλαχνος, που δεν συγχωρεί εύκολα τον πλησίον του που αμαρτάνει. Που του φταίει. Έστω που του έκαμε κακό. Μπορεί να πιστεύει, μπορεί να πιστεύει ο ίδιος ότι είναι άνθρωπος του Θεού, μπορεί να σέβεται κιόλας και όλες τις εντολές, ας πούμε, και είναι μάλιστα ηθικός και άμεμπτος, δεν είναι ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, και σαν και αυτούς μάλιστα που μας περιέγραψε το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, όχι. Δεν είναι τέτοιος, είναι ηθικότατος, αλλά στην καρδιά του όμως, δεν επικρατεί καλοσύνη, ή συμπάθεια, ή συγχωρητικότητα, ή αγάπη.
Η μόνη εντολή και προτροπή της Αγίας Γραφής, που διαφεύγει από τον πρεσβύτερο γιο, και από τον καθέναν από μας που του μοιάζει, είναι το «ανεχόμενοι αλλήλων», και χαριζόμενοι εαυτοίς, εάν τινα προς τινα έχειν μομφήν, καθώς και ο Θεός εν Χριστώ εχαρίσατο ημάς. Αναλύοντας αυτό το Αγιογραφικό χωρίο, από την προς Κολασσαείς Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, σε σχέση με την σημερινή παραβολή του Ασώτου υιού, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας λέγει τα εξής περίπου. «Μπορείς συ χριστιανέ μου, να μην παρέβης τις εντολές του Θεού, του Πατρός, όπως ο πρεσβύτερος γιος, μπορεί να τήρησες και το Νόμο, μπορεί να έχεις φυλαχτεί από καθαρές πτώσεις, μπορεί να έχεις διατηρήσει και καθαρό το σώμα σου. Μπορεί να έζησες δηλαδή με κάθε σωφροσύνη και αρετή, μπορεί και ακόμα και οι αμαρτίες σου να μην είναι καθόλου σοβαρές, και μεγάλες, τόσες, όσες ήταν του ασώτου υιού. Αλλά με την σκληροκαρδία σου, την αρνητική και την υπερήφανη στάση σου, απέναντι σε όλους εκείνους οι οποίοι σε αδικούν και σε κατατρέχουν, στους αδελφούς σου δηλαδή, κινδυνεύεις και συ αλίμονον, να μείνεις έξω από το πατρικό σπίτι πεισματικά, και να μην εισέρχεσαι σ’ αυτό, όπως ο πρεσβύτερος γιος. Να μείνεις δηλαδή έξω του Νυμφώνος Χριστού, και να μην ακούς τη φωνή της Εκκλησίας, εκείνη η φωνή της Εκκλησίας, που την επαναλαμβάνουν πάλιν και πολλάκις οι ιεροψάλτες μας τη Μεγάλη Εβδομάδα, «Μη μείνομεν έξω του Νυμφώνος Χριστού».

Ας αφήσουμε όμως τον πρεσβύτερο γιο, που άλλοι του μοιάζουμε και άλλοι όχι, και ας έλθουμε τον Άσωτο, τον δίδυμο αδελφόν μας.
Δύο πράγματα θα παρατηρήσουμε από τη σημερινή παραβολή, διότι επί εικοσιδύο χρόνια όλο και κάτι λέμε σ’ αυτήν την παραβολή.
Η έμπρακτη και αληθινή μετάνοια του αμαρτωλού, πρώτον είναι αυτό, και δεύτερον η άπειρη ευσπλαχνία και φιλανθρωπία του Θεού Πατέρα.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, μας βεβαιώνουν ότι αν εχάνετο ολόκληρος η Αγία Γραφή, και εσώζετο απ’ αυτήν μόνον αυτή η παραβολή του Ασώτου Υιού, ήταν αρκετή αυτή η παραβολή, υπέρ αρκετή μάλιστα, για να μας σώσει. Να σώσει ολόκληρον τον κόσμο, να σώσει όλους τους εν μετανοία αμαρτωλούς. Και να καταδείξει και να φανερώσει εις όλους μας, το άπειρον έλεος του Θεού, την άπειρη μακροθυμία Του, την άπειρη φιλανθρωπία Του, την άπειρη αγάπη που έχει ο Θεός, για τον άνθρωπο τον αμαρτωλό που μετανοεί, διότι αμαρτωλούς ήλθε να σώσει. Επιστρέφει ο άσωτος γιος, δηλαδή ο αμαρτωλός άνθρωπος, είτε αυτός είναι άνδρας, είτε γυναίκα, είτε έγγαμος, είτε άγαμος, είτε μεγάλος, είτε μικρός. Πάντως είναι αμαρτωλός. Και επιστρέφει με αληθινή μετάνοια, με συντριβή και με δάκρυα. Πέφτει στα πόδια του πνευματικού και φωνάζει «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου». Πάτερ μου, «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, συγχώρεσέ με, υπήρξα αμαρτωλός». Και την έμπρακτη αυτή μετάνοια δεν ντρέπεται να την ομολογήσει και στον πλησίον του, όταν και εφόσον κάθε φορά του έχει φταίξει, ή τον έχει πληγώσει θανάσιμα. Και τότε η στάση του Αγίου Θεού, του Πατρός και Δημιουργού και Πλάστου, γίνεται θάλασσα αγάπης, γίνεται ωκεανός αγάπης, σπλάχνα οικτιρμών.
Η Πατρική αυτή καρδιά συγκινείται μέχρι στα κατάβαθά της. Προσέξατε μία φράση του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, τι είπε, ότι «ειδών αυτόν ο Πατήρ εσπλαχνίσθη». Και μετά το «εσπλαχνίσθη» υπάρχει άλλη μια λεξούλα. Και η λεξούλα αυτή λέγει «και δραμών», τι θα πεί «δραμών»; Θα πει έτρεξε τροχάδην, να πάει να αγκαλιάσει το παιδί του, που επέστρεφε στο πατρικό το σπίτι. Έτσι ο Πατέρας παρουσιάζεται ως «δραμών», αυτός που τρέχει όταν εμείς μετανοούμε, μας αγκαλιάζει, και κατόπιν μας ξεπλένει, μας καθαρίζει, μας φορά την στολήν την πρώτην, μας βάζει δακτύλιον εις την χείρα, και δεν ξέρω τι άλλο μας κάμει, εν τούτοις εμείς θα περιμέναμε κάτι άλλο, όταν το παιδί μας θα επιστρέψει ύστερα από δέκα χρόνια, αφού θα μας έχει φάει ολόκληρη την περιουσία, μέσα στην αμαρτία και στην ασωτία. Να του κάνουμε αυστηρές παρατηρήσεις, να τον επιπλήξουμε, να του δώσουμε βαριές τις κατηγορίες, να σηκώσουμε επιτέλους το χέρι και να του δώσουμε και ένα μπάτσο. Και όμως Αυτός τον αγκαλιάζει, τον καταφιλά, τον βάζει στο σπίτι του, τον περιποιείται, τον πλένει και τον καθαρίζει, του βάζει την στολή την πρώτη, και σανδάλια εις τους πόδας, δακτύλιον εις την χείρα, και σφάζει τον μόσχον τον σιτευτόν.

Η πρώτη στολή χριστιανοί μου είναι η στολή της δικαιοσύνης, είναι η λαμπροφόρος εκείνη ενδυμασία η πάλλευκη, που την ενδύονται όσοι μετανοούν αληθινά, το επαναλαμβάνω, όσοι μετανοούν αληθινά, την αισθάνονται αυτή τη στολή ότι την φορούνε, διότι βγαίνουν από το ιερό εξομολογητήριο σα να πετάνε, ξελαφρωμένοι, αυτή είναι η ιδιότητα αυτής της πάλλευκης στολής της θείας δικαιοσύνης. Να φεύγεις απ’ την Ιερά Εξομολόγηση πετώντας.
Ποίος είναι και τι είναι, - επειδή υπάρχουν και άλλα πολλά και η ώρα πέρασε – να σταθούμε στο δαχτυλίδι του αρραβώνος, που είναι το δαχτυλίδι του Αγίου Πνεύματος, δια του οποίου σφραγιζόμεθα εις ημέραν απολυτρώσεως με το πετραχήλι του πνευματικού και τις σωτήριες εκείνες λέξεις, «έστω λελυμένος και συνκεχωρημένος και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι». Όταν ακούγονται αυτές οι λέξεις, και συ και γω βρισκόμεθα κάτω απ’ το πετραχήλι του πνευματικού, εκείνη τη στιγμή φορούμε το δαχτυλίδι του Αγίου Πνεύματος, τον αρραβώνα της Βασιλείας των Ουρανών. Και αποκτούμε δια του δακτυλιδίου αυτού, εκείνη τη στιγμή που βγαίνουμε από το εξομολογητήριο, τεράστια δύναμη και έχουμε τέτοια εξουσία ώστε να δυνάμεθα του «πατείν επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού». Έτσι πρέπει να αισθάνεται όποιος εξομολογείται. Τρέχουν, τρέχουν οι χριστιανοί, κατά χιλιάδες τώρα στις ημέρες μας και στην εποχή μας στην Ιερά Εξομολόγηση, αισθάνονται όμως αυτά τα δύο πράγματα; Αυτά τα δύο που σας είπα; Πρώτον τη στολή της δικαιοσύνης ότι πετάνε κυριολεκτικώς, και δεύτερον ότι απέκτησαν εξουσίαν και δύναμιν του να μπορούν να πατάνε επάνω στο διάβολο και σε κάθε εξουσία και δύναμη του εχθρού; Τότε έχουμε αληθινή μετάνοια, τότε έχουμε αληθινή εξομολόγηση. Αυτά ακριβώς τα δύο πράγματα είναι και τα δείγματα της απείρου φιλανθρωπίας, μακροθυμίας και αγάπης και της παντοδυναμίας του Θεού, που χαρίζονται, που δωρίζονται μέσα απ’ το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως, όταν όλοι μας έλθουμε σε μετάνοια.

Αδελφοί μου, συ και γω, πρώτος εγώ, είμαι ο απολωλός που ευρέθη, και ο νεκρός που ανέζησε.
Χαρείτε, βρισκόμαστε στην κιβωτό της σωτηρίας, μέσα στην Εκκλησία.
Αμήν.

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2004

Η φαρισαϊκή διαγωγή μας σκοτώνει την εν Χριστώ σωτηρία μας



Κυρ. του Τελώνου και Φαρισαίου 2004

Χρόνια μας Πολλά.
Και λέω Χρόνια μας Πολλά, γιατί σήμερα όλοι μας που αρχίζει το Τριώδιο, γιορτάζουμε. Και γιορτάζουμε επειδή η παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου με την οποίαν αρχίζει το Τριώδιο, μας αφορά όλους μας, γιατί άλλος λίγο, και άλλος πολύ, έχει συμμετοχή στην υπερηφάνεια και στον Φαρισαϊσμό. Γι’ αυτό λοιπόν έχουμε και την ονομαστική μας εορτή και ευχήθηκα λοιπόν Χρόνια μας Πολλά.
Λέγεται Τριώδιο, αφενός μεν διότι αποτελείται από τρείς περιόδους, η πρώτη αρχίζει με την σημερινή Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου και τελειώνει με την Κυριακή της Τυρινής, η Δευτέρα περίοδος αρχίζει από την Καθαρά Δευτέρα και τελειώνει την Κυριακή των Βαΐων, και η Τρίτη περίοδος είναι η περίοδος της Μεγάλης Εβδομάδας. Καλείται όμως «Τριώδιο» και για άλλον έναν λόγο. Διότι οι καθημερινές ακολουθίες δεν αποτελούνται από οκτώ ωδές, όπως αυτές υπάρχουν στην Παρακλητική και στα Μηναία, αλλά μόνον από τρείς ωδές.

Λέγεται δε η σημερινή Κυριακή όπως την ακούσατε και την τονίσαμε δυο φορές «Τελώνου και Φαρισαίου», διότι αυτή ήταν και η παραβολή που ακούσαμε προηγουμένως. Μικρή αυτή η Ευαγγελική περικοπή, αλλά με πολύ μεγάλα, και βαθιά τα νοήματα. Διδακτικά και σωτήρια για όλους μας. Αρκεί βέβαια να τα προσέχουμε. Για εικοσιτρία ολόκληρα χρόνια, σ’ αυτόν εδώ τον μικρόν ναό, ομιλούμε αυτή την ημέρα για την υποκρισία και τον Φαρισαϊσμό, που είναι γεννήματα της υπερηφάνειας, της κενοδοξίας και του εγωισμού που έχουμε όλοι μας. Και άλλες φορές πάλι ομιλήσαμε για την ταπείνωση.
Χιλιάδες σελίδες έχουν γραφεί και για τα δυο αυτά μεγάλα θέματα. Και για την υποκρισία και τον Φαρισαϊσμό, ακόμα πιο περισσότερες χιλιάδες για την υπερηφάνεια και πολύ περισσότερες για την ταπείνωση.
Ο Φαρισαίος θεωρείτο για την εποχή του, άνθρωπος ενάρετος και ευσεβής. Πήγαινε πολύ τακτικά στο ναό, ή στις διάφορες συναγωγές κατά περιοχές. Προσευχόταν φανερά και επιδεικτικά. Σήκωνε δηλαδή ας πούμε τα χέρια ψηλά, και αν είχε και κανένα κομποσχοίνι το κρατούσε και αυτό ψηλά να το βλέπουν όλοι, έκανε αγαθοεργίες και ελεημοσύνες πολύ φανερές για να τις βλέπουν όλοι, και ήλεγχε μετά φανατισμού τους αμαρτάνοντας. Και δεν ήθελε να έχει καμιά σχέση μαζί τους, διότι εθεωρούσε τον εαυτόν του αμόλυντο και αναμάρτητο. Επιπλέον δε ο Φαρισαίος, εγνώριζε πάρα πολύ καλά τον Μωσαϊκό Νόμο. Και με δυο λόγια θα λέγαμε ότι ήταν ο άνθρωπος του Θεού.
Ήταν όμως άνθρωπος του Θεού; Δεν ήταν! Όπως δεν είμαστε και πολλοί από μας. Διότι ο Θεός δεν τον δικαίωσε, αντιθέτως τον καταδίκασε. Γιατί αφενός μεν ξεχώρισε τον εαυτόν του από τους συνανθρώπους του, τους οποίους θεωρούσε μολυσμένους και μεγάλους αμαρτωλούς, και αφετέρου διότι φανερά κορόιδευε τον εαυτόν του. Δεν προσηύχετο στον Θεό. Προσηύχετο και απευθυνόταν μόνον στον εαυτό του. Ήταν σα να λέμε ότι είχε στήσει έναν καθρέφτη, έβλεπε τον εαυτόν του στον καθρέφτη και σ’ αυτόν προσηύχετο. Με τον εαυτόν του ομιλούσε, για τον εαυτόν του ομιλούσε, και από τον εαυτόν του έπαιρνε απαντήσεις. Αφού μιλούσε στον καθρέφτη!
Γι’ αυτό και η στάση του ήταν ανάλογη. Στάθηκε όπως μας είπε ο Κύριος στην παραβολή, στάθηκε εις εαυτόν. Στάθηκε μπροστά στον εαυτόν του, μπροστά δηλαδή σ’ έναν καθρέφτη. Καμαρωτός καμαρωτός λοιπόν απέναντι στον εαυτόν του. Αυτός όμως ο τρόπος δεν είναι προσευχή! Είναι διαστροφή. Είναι αυτοδικαίωσις. Είναι αυτοθέωσις. Είναι εγωλατρεία. Και αυτό διότι πίστευε ο Φαρισαίος της εποχής εκείνης, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ότι ο Θεός ήταν υποχρεωμένος απέναντί του. Και ο Θεός του χρεωστούσε ευγνωμοσύνη επειδή αυτός έπραττε κάποια φανερά καλά. Του χρωστούσε ευγνωμοσύνη ο Θεός, επειδή ήτανε καλός άνθρωπος, επειδή δεν έκανε τις ατιμίες και τα διάφορα άλλα φανερά αμαρτήματα, και δεν έμοιαζε βέβαια σαν τους λοιπούς αμαρτωλούς, και μάλιστα έδειξε και τον τελώνη. «Όπως ούτος ο τελώνης». Δεν είμαι εγώ, λέει, σαν τους άλλους. Δεν είμαι ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων! Ή όπως αυτός ο τελώνης!
Τέλειος λοιπόν ξεπεσμός του ανθρώπου, του θρησκευομένου ανθρώπου. Καμαρώνει και φαντάζεται, φαντάζεται ότι ευχαριστεί τον Θεό διότι είναι καλός άνθρωπος. Άλλο καλός άνθρωπος, άλλο καλός χριστιανός. Και μάλιστα να σας πω και κάτι περισσότερο. Δεν φτάνει το καλός χριστιανός. Γιατί ο χριστιανός πρέπει να φτάσει στην τελείωση. Στον αγιασμό και στη θέωση. Πέραν λοιπόν απ’ το καλός χριστιανός, είναι η θέωσις.
Ο Θεός σε ευχαριστώ σοι, διότι δεν είμαι ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων. Άρπαγες, άδικοι, πόρνοι, φονιάδες, κακούργοι, και τα λοιπά και τα λοιπά. Και απαριθμεί δηλαδή, γνωστά αμαρτήματα, που ήσαν φανερά. Που τα βλέπουν και τα ξέρουν όλοι οι άνθρωποι. Ξέρουν ότι αυτός είναι κλέφτης, ότι αυτός πήγε στη φυλακή, ότι ο άλλος σκότωσε, ότι ο άλλος πρόδωσε το σπίτι του, ότι ο άλλος έκανε αυτό, ότι ο άλλος έκανε εκείνο. Αλλά για τα εσωτερικά όμως αμαρτήματα και τις κρυφές του αδυναμίες, και τα ύπουλα πάθη που δουλεύουν μέσα μας, δεν έκανε κανέναν λόγο.
Δεν μίλησε παραδείγματος χάριν για την υπερηφάνεια, για την πονηριά, για την εσωτερική ασέλγεια. Ποιος δεν έχει ασέλγεια εσωτερική. Για την μνησικακία. Για την ακαταδεξία. Και για το φθόνο και τη ζήλεια. Υπάρχει κανένας από σας που να μη φθονεί και να μη ζηλεύει; Να μην αισθάνθηκε καμιά φορά αυτό το φιδάκι να δαγκάνει λίγο την καρδούλα του; Εγώ το αισθάνθηκα πολλές φορές! Εσείς ούτε μία; Δε μίλησε για την πλεονεξία! Δεν μίλησε για την φιλαργυρία! Δεν μίλησε για την βουλιμία και για την ακράτεια. Δεν μίλησε για τους αισχρούς λογισμούς! Τις αισχρές σκέψεις. Τις αισχρές επιθυμίες! Τα δουλέματα τα εσωτερικά της ψυχής του, πούσαν όλα μαύρα. Δε μίλησε για το δόλο και τη δειλία, για την αχαριστία και την συκοφαντία και τόσα άλλα, να μην τα απαριθμούμε κι όλα.
Και στη συνέχεια ο Φαρισαίος πάλι καμαρώνοντας μπροστά στον καθρέφτη, είπε στον εαυτόν του : «Νηστεύω δις του Σαββάτου και αποδεκατώ όσα κτώμαι». Δηλαδή νηστεύω Τετάρτη και Παρασκευή, και από το μισθό μου που είναι τριακόσιες χιλιάδες δραχμές το μήνα, κάθε μήνα τις τριάντα, το δέκα τοις εκατό δηλαδή, τις δίνω για ελεημοσύνη. Εγώ είμαι εντάξει, δεν είμαι σαν τους άλλους, ούτε σαν αυτόν τον τελώνην.
Ο τραγικός αυτός κομπασμός, δυστυχώς αδελφοί μου, δημιουργεί όπως είπα και προηγουμένως, αυτοδικαίωση και κακομοιριά. Έτσι ο Φαρισαίος δεν κέρδισε απολύτως τίποτα, με τον τρόπον αυτόν που προσηύχετο, καταδίκασε τον εαυτόν του εις τους αιώνας των αιώνων, και ο άλλος που ήταν αμαρτωλός, και ποιος ξέρει σε πόσες μεγάλες αμαρτίες είχε πέσει, με το να ομολογεί όμως συντετριμμένος την αμαρτία του ενώπιον του Αγίου Θεού, να μην έχει την τόλμην να σηκώσει τα μάτια του για να ατενίσει τον Θεόν, με το να φωνάζει «ο Θεός μου, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», αυτός δικαιώθηκε, και όχι ο Φαρισαίος και υπερήφανος. Έτσι λοιπόν συμβαίνει και σε όλους εμάς.
Η υπερηφάνεια, η κενοδοξία και ο εγωισμός, μας κάνουν τις περισσότερες φορές, να είμαστε υποκριταί. Ο Φαρισαϊσμός είναι τόσο μεγάλο πάθος, ώστε μερικοί από τους Πατέρες να τον θεωρούν πολυκέφαλο θηρίο σαν την Λερναία Ύδρα. Γι’ αυτό και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει τα εξής: «Για όλα τα κακά, φταίει η υποκρισία, αφού όλοι μας λίγο ή πολύ, είμαστε εγωισταί και υπερήφανοι. Μας κάνει ακόρεστα να διψάμε τη δόξα, την επίδειξη, τη δύναμη, την εξουσία, τον πλούτο και τα λοιπά, για να μας ρίξει στο λάκκο της μεγαλομανίας, και από κει στην αιώνια απώλεια και την κόλαση. Και σ’ αυτήν την κατηγορία, δεν υπάγονται»,- προσέξτε, το λέγει αυτό ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, - «δεν υπάγονται οι πιο πολλοί από τους χριστιανούς, αλλά και πολλοί από μας, που φοράμε το ράσο, τους παπάδες, τους μοναχούς, τους καλογήρους, τους διακόνους, τους δεσποτάδες», και πρώτος από όλους, αφορά και μένα. Δεν ξεχωρίζω τον εαυτό μου σε τίποτα από τους άλλους.
Δυστυχώς η υποκρισία, σαν διαβρωτική υγρασία εισέρχεται παντού.
Η υποκρισία; Στην ελεημοσύνη. Μπαίνει μέσα. Υποκρινόμεθα ότι είμεθα ελεήμονες, θέλομε να φαινόμαστε απέναντι στους άλλους, ενώ δεν είμεθα. Τι θα μας πει μεθαύριο ο Θεός; «Μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου».
Στη νηστεία επίσης και στην προσευχή. Και κει μπαίνει η υποκρισία. Τι λέει ο Θεός; Θέλεις να προσευχηθείς; Κάντο κρυφά! Είσελθε εις το ταμείον σου, και ο Θεός ο βλέπων εν τω κρυπτώ, αποδώσει εν τω φανερώ. Νηστεύεις; Νήστευε. Μην το φανερώνεις. Μην το αποκαλύπτεις! Δεν τρώω σοκολατάκι, λέει. Σήμερα νηστεύω. Και μόλις πάει σπίτι, ανοίγει το ψηγείο, και καταβροχθίζει τα λουκάνικα.
Λοιπόν… Α, μπαίνει και στην αγρυπνία, και να μας συγχωρέσουν και οι άγιοι μας οι ιεροψάλτες, αλλά λέγει ο Άγιος ιερός Χρυσόστομος, ότι η υποκρισία μπαίνει και στο ωραίο ψάλσιμο. Συγγνώμην, ε; Θα λέμε.
Λοιπόν, μπαίνει στο σεμνό το ντύσιμο, βάζουμε βλέπεις και τη μαντίλα, δε λέω ότι δεν πρέπει, ο Παύλος το επιβάλλει, αλλά προσέξτε την υποκρισία, αυτό θέλει να πει.
Επίσης και στα φτωχικά ρούχα. Ο άλλος φοράει φτωχικά ρούχα, από υποκρισία, υποκρινόμενος.
Αμ, που μπαίνει στη διδασκαλία και στο κήρυγμα… Εδώ είμαι πρώτος. Γιατί είμαι και διδάσκαλος, είμαι και κήρυκας του λόγου του Θεού, άρα λοιπόν και πρώτος φταίχτης σ’ αυτό το μεγάλο αμάρτημα.
Παντού λοιπόν εισέρχεται, και πάντοτε με το φόρεμα της ευσεβοφάνειας, και έτσι κυριευόμαστε όλοι μας, άλλος λίγο και άλλος πολύ από αυτοθαυμασμό και από αυτοϊκανοποίηση.
Είναι αυτό που βγάζει ο Φαρισαίος προς τα έξω. Τις καλές του πράξεις. Για το θεαθήναι τοις ανθρώποις. Και όλα τα κρυφά, τα άσχημα, τα βρωμερά, τα ύπουλα, τα δόλια, αυτά τα κρύβει μέσα του.

Ήρθε κάποιος πριν πάρα πολλά χρόνια, και μου είπε, -και για να τελειώνω, για να δω, και πόσα λεφτά σας μίλησα κιόλας, για να μην σας κουράζω-. Λέει, εγώ πάτερ αγαπώ όλο τον κόσμο. Και βγάζω και το ψωμί, την μπουκιά μου απ’ το στόμα μου, και τη δίνω στον άλλον. -Μπράβο του.- Πάω λέει και στα νοσοκομεία, πάω και στα γεροκομεία. Πάω και στις φυλακές. Τρέχω εδώ, τρέχω εκεί. -Πολύ καλά. Χίλιες ευλογίες ναχεις απ’ το Θεό.- Να αλλά τον αδελφό μου όμως που μου έκανε πλαστογραφία στην υπογραφή της μάνας μου, όχι δεν θέλω να τον δω στα μάτια μου, αλλά όταν θα πεθάνει θα πάω πάνω στον τάφο του και θα κάνω ακαθαρσίες. -Δε μου τόπε έτσι, μου τόπε πιο βαριά, εγώ σας το λέω ελαφριά.- Τάκανε όλα, αλλά τον αδελφό δεν τον συγχωρούσε. Βλέπετε λοιπόν ότι η μνησικακία που υπήρχε στο βάθος της ψυχής του, ήταν ασυγκρίτως πολύ πιο μεγαλύτερη και εξουδετέρωνε, όλα τα καλά έργα τα οποία έκανε, και τα οποία όντως τα καλά του έργα, όπως τα απαρίθμησε ήταν αξιοθαύμαστα. Αλλά αυτό δεν φτάνει.

Πως θα σωθούμε. Θα σωθούμε με την μετάνοια. Και τον τρόπο μας τον δίδαξε ο τελώνης. Θα πέφτουμε στα πόδια του πνευματικού και θα ζητάμε έλεος. Πάτερ κάνε προσευχή να με συγχωρέσει ο Θεός. Ζητάω έλεος απ’ τον Θεόν. Σήμερα, αύριο πεθαίνω. Έλεος θέλω απ’ τον Θεόν. Έλεος. Γιατί το έλεος θα μας σώσει. Και μόνον το έλεος θα μας σώσει. Η κραυγή του τελώνου. «Ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρωλώ»,

Αμήν.