Κυριακή, 28 Μαρτίου 2004

Μορφές δαιμονικής και κοσμικής βίας σε σχέση με την κατά Θεόν βία, την πνευματική, με πρώτο παράδεινμα την Οσία Μαρία την Αιγυπτία



Ε' Νηστειών 2004

Σήμερα η Εκκλησία μας χριστιανοί μου προβάλλει όπως κάθε χρόνο την πέμπτη Κυριακή των Νηστειών, το μεγαλύτερο υπόδειγμα μετανοίας όλων των αιώνων και όλων των εποχών, και αυτή είναι η Οσία Μαρία η Αιγυπτία.

Ονομάζεται Αιγυπτία διότι εγεννήθη στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, περίπου το τριακόσια σαράντα πέντε (345) μετά Χριστόν. Για είκοσι – εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια, τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής της, τα έζησε μέσα στην διαφθορά, την ασωτία, την αμαρτία, την πορνεία και την ανηθικότητα. Γονείς και ιερείς, διότι ήσαν χριστιανοί, προσπάθησαν να την σωφρονίσουν αλλά εκείνη «ουκ ήθελε συνιέναι». Η πλούσια σωματική της ομορφιά και τα κάλλη της κατέστησαν για την πόλη της Αλεξανδρείας μέγιστος ηθικός πειρασμός. Εξαιτίας της ένα πολύ μεγάλο πλήθος ανθρώπων και ειδικότερα χριστιανών, όχι μόνον ειδωλολατρών, παρεσύρθησαν εις την ακολασίαν.
Έρχεται όμως κάποτε και η ώρα και η Χάρις του Αγίου Θεού. Μαζί με άλλες γυναίκες, όμοιές της βέβαια, απεφάσισαν να πάνε στα Ιεροσόλυμα. Χιλιάδες τότε χριστιανοί απ’ όλη την χριστιανοσύνη, εμαζεύοντο όπως κάθε χρόνο στα Ιεροσόλυμα, και κει στο Ναό της Αναστάσεως προσκυνούσαν και γιόρταζαν την Παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού στις δεκατέσσερεις Σεπτεμβρίου. Πίστευε πως θα εύρισκε εύκολα θύματα της αμαρτίας. Έτσι θέλησε όμως και από περιέργεια και αυτή να πάει να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό. Είπαμε ότι ήτο χριστιανή από μικρή.
Ξεκίνησε και μόλις έφτασε έξω από το Ναό, κι έκανε το επόμενο βήμα για να μπει να εισέλθει από την θήρα του νάρθηκα μέσα στο Ναό, κοκάλωσε. Προσπάθησε να κουνηθεί – ήταν αδύνατη. Είχε γίνει σαν μαρμαρωμένη κολώνα. Ξαναπροσπάθησε αλλά μια φοβερή δύναμις την έσπρωχνε προς τα πίσω. Γύρω της την προσπερνούσαν οι συγχριστιανοί, ο ένας πίσω από τον άλλον κατά εκατοντάδες, πήγαιναν μέσα, προσκυνούσαν τον Τίμιο Σταυρό και έφευγαν, αλλά αυτή ακίνητη. Σαν παγοκολώνα. Και τότε την κατέλαβε φόβος. Φόβος και τρόμος, μαζί και δέος. Πολλοί σέρνονται, μπαίνουν μέσα, και είδε και έβλεπε με τα μάτια της ένα πλήθος από παράλυτους, από χωλούς, από τυφλούς, από βουβούς, σιγά – σιγά, συγκρατούμενοι τις περισσότερες φορές από τους συγγενείς των, να μπαίνουν, να βρίσκουν γιατρειά και σωτηρία, και να εξέρχονται δοξάζοντες τον Πανάγιον Θεόν.
Και όλοι μαζί κλαίνε, κλαίνε με ελπίδα. Όχι γιατί βρήκαν τη γιατρειά τους, αλλά γιατί υπάρχει η ελπίδα Αναστάσεως. Άλλωστε ο Σταυρός αυτό δείχνει, αυτό φανερώνει, αυτό αποδεικνύει. Και μόνον αυτή η Μαρία ήταν καρφωμένη πάνω στη γη. Να μερικοί, προχωράνε, τώρα τους βλέπει και νάναι γονατιστοί. Και άλλοι να σέρνονται και μόνον η Μαρία η Αιγυπτία ήτανε ακίνητη στη θέση της.
Και τότε πληγώθηκε. Πληγώθηκε πολύ, πόνεσε, δάκρυσε. Κατάλαβε λοιπόν, κατάλαβε, ότι παραήταν αμαρτωλή, παραήταν. Πέφτει κάτω λοιπόν εκεί στον τόπο που ήταν ακίνητη, και κλαίει δυνατά, και υπόσχεται. Υπόσχεται να μην ξαναμολύνει, όχι μόνον το σώμα της, αλλά ούτε και την ψυχή της. Ούτε τα μάτια της, ούτε τις αισθήσεις της, ούτε το νού της, ούτε τη σκέψη της, ούτε το λογισμό της, ούτε τη καρδιά της. Να μην ξαναντροπιάσει τον ναόν του Παναγίου Πνεύματος που λέγεται σώμα ανθρώπινο. Και ξεκολάει αμέσως, με αυτή την υπόσχεση την εσωτερική που έδωσε με όλην της την καρδιά, ξεκολάει και προχωράει. Θα μπορούσαμε όλοι μαζί οι σημερινοί χριστιανοί να φωνάξομε όπως τη Μεγάλη Εβδομάδα, «Δόξα τη μακροθυμία Σου Κύριε!»
Μπαίνει στο Ναό της Αναστάσεως και κλαίγοντας, με λυγμούς και κλαυθμούς δυνατούς προσκυνά τον Τίμιο Σταυρό. Ποιος ξέρει πόση ώρα παρέμεινε εκεί πεσμένη και γονατιστή στα πόδια του Σταυρού.
Να λοιπόν που έγινε ο σεισμός, ο σεισμός της μετανοίας στην ψυχή της, σεισμός σωτήριος, σεισμός που τα συντρίμμια τα ξανακάνει παλάτιον του Ουρανού. Να λοιπόν μπροστά μας η αξία της μετανοίας με πρότυπο την Αγία, την Οσία Μαρία την Αιγυπτία.
Σε λίγο ξεπλένεται η ντροπή στο πετραχήλι ενός πνευματικού, αφού βγήκε βέβαια απ’ το Ναό, και με τις ευχές της Εκκλησίας, και με ένα καρβέλι ψωμί στη μασχάλη, περνά τον Ιορδάνη ποταμό, και μπαίνει πολύ βαθιά μέσα και χάνεται μέσα στην έρημο.
Σαρανταοκτώ ολόκληρα χρόνια σκληρός αγώνας με την άγρια φύση της ερήμου, με τα θηρία, με την πείνα, με τη δίψα, με την ίδια της τη φύση, με νηστεία, με αγρυπνία, με προσευχή, με κακοπάθεια, με αβάσταχτο πόνο, με βία πολλή – πού είναι η δική μας βία;
Η ψυχή και το σώμα που είχαν παραδοθεί στο πολυκέφαλο θηρίο της αμαρτίας, μέσα από το πλήθος των παθών της, το εξαγιάζει.
Το χαρακτηριστικό στοιχείο των μεγάλων αγώνων που έκανε η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, ήτο η πνευματική και σωματική της βία ενάντια την ίδια της τη γυναικεία φύση, που από μόνη της, από φύση, οι αντοχές είναι λίγες. Γι’ αυτό και προβάλλεται από την Εκκλησία μας, κάθε χρόνο αυτήν την Κυριακή, την πέμπτη Κυριακή των Νηστειών. Κι αυτήν την μετάνοιαν καλούμεθα να την μιμηθούμε όλοι μας. Μετάνοια αληθινή. Μετάνοια που σημαίνει «απαρνούμαι την αμαρτία και αγκαλιάχω τον αγιασμόν», αλλά με δάκρυα, με πόνους, με πείνα, με δίψα, με προσευχή και νηστεία, με πόλεμο κατά των παθών, και με την κατά Θεόν βία.

Η θεοφιλής βέβαια βία, διότι «οι βιασταί αρπάζουσι την Βασιλεία των Ουρανών», δεν έχει καμιά σχέση με τη βία που χρησιμοποιεί ο κόσμος της αμαρτίας, με τη βία του πολέμου, που χρησιμοποιούν οι ισχυροί της γης, και οι τρελοί της γης, στο όνομα των όπλων της τελευταίας τεχνολογίας. Σ’ αυτή βέβαια την απάνθρωπη βία ισχύει πάντοτε το δίκαιον του ισχυροτέρου που όμως δεν είναι δίκαιον, αλλά είναι κατάφορος αδικία. Η βία του πολέμου γεννάει χιλιάδες καταστροφές και εκατομμύρια ανθρώπινα θύματα. Σύμμαχος η δαιμονική βία, για να οδηγηθούν τελικά όλοι οι αμαρτωλοί, και κάθε αμαρτωλός άνθρωπος, στην ατιμία, στη διάλυση, στην κατάκριση, στο έγκλημα, στις αρπαγές, και στην προδοσία, και τι δεν κάνουν. Το είδαμε βέβαια σ’ αυτά τα τελευταία γεγονότα που συμβαίνουν και εύχομαι να μην έρθουν στην πατρίδα μας.
Η ευλογημένη όμως και θεοφιλής βία των αγωνιζομένων πιστών χριστιανών, δεν έχει καμιά σχέση με την τρομοκρατική βία. Η πρώτη αποβλέπει στο να πολεμούνται τα πάθη μας, και να καλλιεργούνται οι αρετές, οι Ευαγγελικές αρετές, και η δεύτερη αποβλέπει στις καταστροφές και στη δολοφονία των αθώων ανθρώπων. Η θεοφιλής βία δεν έχει καμιά σχέση με την ψυχολογική βία της προπαγάνδας και της πλύσεως του εγκεφάλου, που επιχειρούν διάφορες ομάδες ανθρώπων, καταστρεπτικές ομάδες, όπως είναι όλες οι παραθρησκευτικές οργανώσεις, που κατά εκατοντάδες δρουν στην Ελλάδα μας, και πολλές φορές με την ανοχή του κράτους, εν ονόματι της δήθεν δημοκρατίας.
Δεν έχει η θεοφιλής κατά Θεόν βία, καμία σχέση με την βία του Μάρξ και του Λένιν, των Ινδουιστών και των γκουρουιστών και των διαφόρων αιρέσεων, και της σατανικής οργάνωσης των χιλιαστών. Υπάρχει η διαφημιστική βία, η βία της καταναλωτικής κοινωνίας, η βία που χρησιμοποιεί η γυναίκα για να σκοτώσει το έμβρυον και παιδί της που βρίσκεται στην κοιλιά της με την έκτρωση. Και δω βία χρησιμοποιεί. Βία που είναι δολοφονία. Γι’ αυτό και μόνον θα καταστραφεί η Ελλάδα, μόνον για τις τετρακόσιες χιλιάδες εκτρώσεις που γίνονται το χρόνο. Ο βιασμός των γυναικών, ο πληρωμένος βιασμός μικρών παιδιών με την παιδεραστία, είναι μορφές δαιμονικής βίας για την οποίαν θα δώσουμε λόγο όλοι μας. Επίσης υπάρχει η βία των συνειδήσεων. Η βία των σκληρών γονέων προς τα παιδιά, αλλά και η βία από τα άπονα και σκληρόκαρδα παιδιά προς τους αδυνάτους γονείς. Η βία στις πορείες από εξτρεμιστικά στοιχεία, των γνωστών αγνώστων αναρχικών, και η βία της κατευθυνομένης μάζας και του πλήθους που είναι από τις πλέον καταστρεπτικές. Η βία του όχλου όπως λέγεται. Καθημερινά είμεθα μάρτυρες βίας μέσα στην κοινωνία που ζούμε. Και όλες μαζί παλεύουν για να μας πετάξουν έξω από την Εκκλησία, και να μας γεμίσουν με τα μιάσματα της αμαρτίας. Επομένως όταν θα μας έρθουν σε λίγες μέρες, σε λίγους μήνες, σε ένα δυο χρόνια, τα φοβερά δεινά στην πατρίδα μας, δεν θα φταίει ο Θεός, αλλά εμείς όλοι, που τα ενενήντα εννιά τοις εκατό των Ελλήνων βρίζουν τα Θεία. Υπάρχει εξαπλωμένη εις ολόκληρη την Ελλάδα, πλήρης ανηθικότης.

Η θεοφιλής βία είναι ασκητική και έχει δυο μορφές, και την πνευματική και την σωματική. Στην κατά Θεόν βία υπάρχει μια απαράβατος αρχή. Ότι η θεοφιλής βία εφαρμόζεται μόνον στον εαυτό μας και ποτέ στους άλλους. Συνιστάται σαν μορφή αγώνος και άσκηση αλλά δεν επιβάλλεται. Όποιος θέλει, όποιος μπορεί, διαβάζει τα βιβλία, διαβάζει τη «Κλίμακα», διαβάζει την «Έκφραση της μοναχικής εμπειρίας», διαβάζει τον Αββά τον Σύρον, διαβάζει τα γεροντικά, διαβάζει τα λαυσαϊκά, διαβάζει τους Ευεργετινούς, διαβάζει τους βίους των Αγίων, διαβάζει τους Νεομάρτυρας και τον Κοσμά τον Αιτωλό και αποφασίζει, ποιά βία θα χρησιμοποιήσει για τον εαυτόν του, ανάλογα με τις σωματικές δυνάμεις που διαθέτει, και ποτέ δεν θα κάνει υποδείξεις στον άλλον τι θα χρησιμοποιήσει, και ποιόν αγώνα θα θελήσει να κάνει, είτε για να τηρήσει τις εντολές, είτε για να καλλιεργήσει τις αρετές, είτε για να εφαρμόσει το θέλημα του Αγίου Θεού. Αυτά μόνον για τον εαυτόν του. Τα άλλα θα τα αφήσει στην δύναμη της Αγίας Προσευχής. Θα μπορούσα βέβαια να αναφερθώ, στην χωρία των Πατέρων, που υπάρχουν εδώ μπροστά μου, και τα αντέγραψα χθες, αλλά η ώρα όμως περνάει, σήμερα αρχίσαμε λίγο αργότερα με την αλλαγή της ώρας…
Η (πνευματική) βία, όπως και η σωματική βία που λέγονται με μία λέξη, θεοφιλής βία, βγαίνει μέσα από το Ευαγγέλιο, βγαίνει μέσα απ’ την Καινή Διαθήκη, εξάγεται σαν συμπέρασμα από ολόκληρη την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, και εφαρμόζεται κατά δύναμιν, σύμφωνα και με τις αποδείξεις πολλές φορές του πνευματικού, αλλά ποτέ ο ένας δεν γίνεται στον άλλον δάσκαλος. Δάσκαλος μόνον για τον εαυτό μας.
Εάν βιάσομε τον εαυτό μας τότε, από τώρα, από σήμερα, απ’ αυτή τη στιγμή, αρπάζουμε τη Βασιλεία των Ουρανών, και την ώρα του μεγάλου πειρασμού ο Θεός θα μας σώσει, «θα σε φυλάξω» λέει, την ώρα του μεγάλου πειρασμού που θα έλθει και πειράσαι ολόκληρον την Οικουμένην, θα σε φυλάξω, θα σε σώσω, και σένα, και τη γυναίκα σου, και τα παιδιά σου, και όλους τους δικούς σου, αρκεί να είσαι κοντά μου μέχρι την τελευταία στιγμή. Και «αρκεί να είσαι έτοιμος να χύσεις και το αίμα σου για μένα», λέει ο Χριστός, και να δώσεις την καλήν ομολογίαν. «Πάς όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, καγώ ομολογήσω αυτώ ενώπιον του Πατρός μου του εν Ουρανοίς».
Είστε έτοιμοι να δώστε τέτοια ομολογία; Και να τη δώσω πρώτος εγώ, που κάνω και το δάσκαλο; Ε, στην πράξη θα φανεί. Θα έρθει η ώρα της δοκιμής για μένα, θα έρθει η ώρα της δοκιμής και για σας. Για μένα μπορεί να ’ρθεί νωρίτερα, γιατί αύριο μπορεί να πεθάνω, και την ώρα που θα φεύγει η ψυχή μου, εκεί θα δώσω την καλήν ομολογίαν; Θα έλθει η Υπεραγία Θεοτόκος; Θα έλθουν οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, ή θα έρθουν οι δαίμονες; …
Ξέρετε την ψυχή μου; Δεν την ξέρετε! Μόνο ο Θεός γνωρίζει. Αυτός ερευνά τις καρδίες των ανθρώπων. Αυτός ετάζει καρδίας και νεφρούς.
Λοιπόν αδελφοί μου, ταπεινά και ανάξια και τρισάθλια και ελεεινά, ως πατέρας και λειτουργός του Υψίστου προσεύχομαι για σας. Γι’ αυτό σας παρακαλώ, μη με ξεχνάτε και μένα κάθε βράδυ στις προσευχές σας, αλλά και όλον τον Ορθόδοξο κλήρο,

Αμήν.

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2004

Τί είδαν και τί έγραψαν οι ξένοι ιστορικοί για την Ελληνική επανάσταση



Ευαγγελισμός 2004

Θα σας ομιλήσω μόνον για δέκα λεπτά, μόνον.
Η Εκκλησία μας σήμερα γιορτάζει δυο γιορτές, η Ορθοδοξία και το Ελληνικό Έθνος, τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου, την απελευθέρωση δηλαδή του ανθρώπου από την τυραννία του διαβόλου, από την σκλαβιά της αμαρτίας, από την εξουσία του θανάτου, αυτό γιορτάζουμε, και το δεύτερο αυτό που γιορτάζουμε είναι ότι ξεσηκώθηκε το γένος των Ελλήνων εναντίον των τότε κατακτητών σαν σήμερα, εικοστή πέμπτη Μαρτίου του χίλια οκτακόσια είκοσι ένα, την Επανάσταση. Από τότε που πηγαίναμε εμείς στην Εκκλησία, εμείς οι μεγαλύτεροι εννοώ, μαθαίναμε πως η Εκκλησία μας έπαιξε έναν σπουδαιότατο ρόλο, αναντικατάστατο ρόλο, στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Άλλο βέβαια τι γράφεται και τι λέγεται σήμερα, παραποιόντας και παραχαράσσοντας την ιστορία.
Μαθαίναμε τότε την αλήθεια, την Ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στα χρόνια εκείνα της σκλαβιάς, όπου Πατριάρχες, Αρχιερείς, έγγαμοι και άγαμοι, ιερείς και ιερομόναχοι και μοναχοί, ήσαν πρώτοι στον αγώνα για την λευτεριά. Ήρωες αξεπέραστοι, οι οποίοι έβαψαν με το αίμα τους τα ράσα τους. Δεν έδιναν μόνον Σώμα και Αίμα Χριστού στο σκλαβωμένο αλλά Ορθόδοξο γένος των Ελλήνων, αλλά το πότισαν και με το αίμα τους για τη λευτεριά της πατρίδος. Επιπλέον συνέβαλλον στο να διατηρηθεί η Ελληνική και Εθνική μας ταυτότητα, που πάει στις ημέρες μας να εκμηδενιστεί και αυτή. Να διατηρηθεί η Ελληνική μας γλώσσα που τη χαλάσαμε και αυτή, ιδρύοντας τις μεγάλες σχολές του Γένους και τα κρυφά σχολειά. Τα μοναστήρια μας έγιναν τα ορμητήρια των αρματωλών, και στη διάρκεια του μεγάλου αγώνα επίσκοποι και ιερείς με την γενναιότητά τους και τη θυσία τους, έδωσαν με το λαμπρό τους παράδειγμα, στον αλυσοδεμένο για τετρακόσια χρόνια τότε λαό των Ελλήνων τη δύναμη να σηκώσει κεφάλι εναντίον της Τούρκικης τότε Αυτοκρατορίας, και το πέτυχαν αυτό το θαύμα.
Η Ελλάδα ήταν, είναι και θα είναι εις τους αιώνας των αιώνων η χώρα των θαυμάτων, θαύματα που την δύναμή τους όμως την έχουν στην πίστη του Χριστού την Αγίαν. Αυτήν την οποίαν θέλησαν τόσα και τόσα χρόνια, οι νέοι μας πολιτικοί να παραμερήσουν.

Οι λαμπροί κληρικοί μας με τα ματωμένα τους ράσα πρόλαβαν και τον κίνδυνον του ολοκληρωτικού εξισλαμισμού και τον κίνδυνο στο να χάσουν όπως είπα προηγουμένως, την Ελληνική μας ταυτότητα, στο να πάψουμε να ζούμε σαν Έλληνες Ορθόδοξοι χριστιανοί, για να σβήσει μια για πάντα, ο πόθος για τη λευτεριά. (Απ’ την Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, του Γεωργίου Ρούσσου, στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, επαναλαμβάνω, ΤΑ ΝΕΑ, στις δεκατρείς τρίτου του εβδομήντα εννιά (13/3/1979), έγραφε τα εξής -η εφημερίδα τα έγραφε, παρμένα βέβαια από τον Γεώργιο Ρούσσο): Στη διάρκεια της Τουρκικής σκλαβιάς, στον Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, ανέβηκαν εκατόν οκτώ (108) Πατριάρχες, όλοι τους πέρασαν από πλαγητές πέτρες, ζώντας κάτω από τον τρόμο. Οι περισσότεροι προπηλακίστηκαν, εξορίστηκαν, καταδιώχθηκαν, εφυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, κρεμάστηκαν, και εν φόνω μαχαίρας απέθανον. Από αυτούς μαρτύρησαν με μαρτυρικό θάνατο, έντεκα (11) Πατριάρχες, εκατό (100) ιεράρχες, και έξι χιλιάδες (6000) παπάδες, όλοι τους θύματα στο βωμό της πίστεως και της πατρίδος.

Ο κορυφαίος ιστορικός - και ξένος ιστορικός -, Κάρολος Ντίλ, υπάρχουν μάλιστα στις μεγάλες πόλεις και δρόμοι με το όνομα αυτού του ιστορικού, και τον έχουν με το όνομά του στους δρόμους της Ελλάδας, γιατί αυτός έγραψε για την Ελλάδα και είπε για την Ελλάδα. «Την ενότητα», γράφει, «που η Βυζαντινή Μοναρχία δεν την είχε ούτε στη γλώσσα ούτε στη φυλή, τη βρήκε στη θρησκεία, στην Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία, για ένδεκα (11) αιώνες που κράτησε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν αυτή, η μεγάλη προστάτιδα του Ελληνισμού, και όταν το Βυζάντιο έπεσε, η Εκκλησία διαφύλαξε και την Ελληνικήν Εθνότητα και την Ελληνικήν Παιδεία». Και συνεχίζει, «ο Ελληνικός κλήρος, οι απλοί παπάδες, οι ραγιάδες παπάδες, ήταν αυτοί που συντηρούσαν την ιδέα της απελευθερώσεως. Από τον μύθο του μαρμαρωμένου βασιλιά και του εξαδακτύλου και της κόκκινης μηλιάς και των τηγανισμένων ψαριών και άλλων πολλών φημών, διατηρούσαν οι Έλληνες ιερή και άσβεστη την ελπίδα για μια ελεύθερη Ελλάδα. Πρώτοι οι Έλληνες κληρικοί στους αγώνας για την πίστη του Χριστού την Αγία και της πατρίδος την ελευθερία. Το χίλια εξακόσια (1600), ο Μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος ο Φιλόσοφος, ηγείται τολμηρής επαναστάσεως με το λαό μαζί και όλους τους εγγάμους ιερείς, που πνίγεται στο αίμα γιατί όλοι εσφάγησαν σαν τραγιά. Το χίλια εφτακόσα (1700), ο Μητροπολίτης Κεφαλληνίας Τιμόθεος, ξεσηκώνεται μαζί με τους εκατόν πενήντα (150) εγγάμους ιερείς του, τους Έλληνας της νήσου, για να σφαγούν όλοι μαζί και σε λίγες μόνον μέρες».

Ένας άλλος ιστορικός, ο Τσάρλς Ντιέου γράφει περίπου τα εξής: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν το σύμβολον της ενότητος του Έθνους, ο Πατριάρχης απέβη Εθνάρχης των σκλαβωμένων Ελλήνων. Γύρω από την Εκκλησία, τους επισκόπους, τους ιερείς και τους μοναχούς, μπόρεσαν όλοι οι Έλληνες να αποφύγουν τον εξισλαμισμό και την αφομοίωση με τους κατακτητάς. Κάτω από τις τυραννικές πιέσεις των Τούρκων, ασφαλώς όλοι οι Έλληνες θα γίνουνταν μουσουλμάνοι και Τούρκοι με φέσι αν δεν υπήρχε η Ορθόδοξος Ελληνική Εκκλησία με τους παπάδες, τους καλογήρους, ιδίως δε οι προεχόμενοι εκ του Αγίου Όρους με πρώτον τον Άγιον Κοσμά τον Αιτωλό». Και αυτά δεν τα γράφουν Έλληνες, τα γράφουν ξένοι. Και είπα το όνομά του προηγουμένως. Τσάρλς Ντιέου. «Ούτε τα παιδομαζώματα», συνεχίζει, «ούτε οι σφαγές, ούτε οι λεηλασίες, ούτε οι καθημερινοί ξευτελισμοί κατόρθωσαν να λυγίσουν τους Έλληνες, γιατί τους εμψύχωναν και τους ενδυνάμωναν οι Ορθόδοξοι κληρικοί. Τα ωραιότερα κορίτσια τα άρπαζαν απ’ τις αγκαλιές των μανάδων, για να κλειστούν στα άντρα της ακολασίας, τα λεγόμενα χαρέμια, ενώ τα αγόρια τα μετέβαλλαν σε γενιτσάρους». Για σκεφτήτε να αρπάξουν τα παιδιά μας απ’ τις αγκαλιές μας και να μας τα κάνουν γενιτσάρους!... Πολλές φορές ήταν τόσο φοβερές οι πιέσεις, ώστε αφού έσφαζαν πρώτα τους ιερείς κατόπιν με βασανιστήρια προσπαθούσαν να λυγίσουν όχι μόνον άτομα αλλά και οικογένειες και χωριά ολόκληρα, ιδίως δε στη Βόρειο Ήπειρο που τους έσφαζαν κατά χιλιάδες τους Ορθοδόξους Έλληνες Χριστιανούς. «Μεγάλοι ήρωες και προστάτες των ραγιάδων υπήρξαν οι ιεράρχες», τους ονομάζει αυτός ο ξένος, και λέγει μερικούς «ο Σαλώνων Φιλόθεος, ο Θηβών Ιερόθεος, ο Τρίκκης Μακάριος, ο Κορίνθου Κύριλλος, ο Ευβοίας Αμβρόσιος, και ο μαρτυρικός Γρηγόριος ο Ε΄ (5ος), που τον κρέμασαν οι Τούρκοι στην πόρτα του Πατριαρχείου στις δέκα Απριλίου του χίλια οκτακόσια είκοσι ένα (10/4/1821), ύστερα από μία μαρτυρική πορεία μέσα στους δρόμους διότι τον έσερναν». Και ο μεγάλος αυτός ιστορικός, ο Τσάρλς Ντιέου, καταλήγει στο εξής συμπέρασμα που είναι αποκλειστικά δικό του. «Αν στα χρόνια της σκλαβιάς δεν υπήρχαν οι Ορθόδοξοι ιερείς και οι μοναχοί, όλοι οι Έλληνες σήμερα, θα φορούσαν φέσι και θα προσκυνούσαν τον ψευδοπροφήτη Μωάμεθ». Και αυτά δεν τα είπαμε εμείς, ούτε τα είπε ο παπα-Στέφανος.

Ο Γάλλος πρόξενος Μπουκιεβίλ Μισέλ που ήτο τότε στην Πάτρα έγραφε «όταν κρότησαν τα Ελληνικά άρματα οι κάτοικοι της πατρίδος, οι κάτοικοι των κοιλάδων του Αλφειού, αθρόοι προσέρχονται στις εκκλησίες για να τους ευλογηθούν τα καριοφίλια και να ακολουθήσουν τους οπλαρχηγούς κάτω από τους ήχους των κωδωνοκρουσιών από τις καμπάνες όλων των ιερών ναών. Οι ιερείς με λιτανείες, λειτουργίες και παρακλήσεις τονώνουν το θρησκευτικό και πατριωτικό συναίσθημα. Απ’ όλων τα στόματα ακούγεται η κραυγή ‘‘Για την πίστη του Χριστού την αγία και της πατρίδος την ελευθερία’’.» Αυτά κατά τον πρόξενο Μπουκιεβίλ που συνεχίζει και λέγει ότι «οι γυναίκες κρεμούν τα νυφικά τους στέφανα στις εικόνες της Παναγίας για να δώσει νίκη η Υπέρμαχος στρατηγός η Θεοτόκος στους Έλληνες και να διώξει τους βαρβάρους. Τα παιδιά και οι γέροντες γονατιστοί προσεύχονται. Γενικό ήταν το σύνθημα ‘Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες Σιών’». Αυτά κατά τον Γάλλο πρόξενο.

Αλλά είπα δέκα λεπτά και πέρασαν δώδεκα. Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε πολλούς ακόμα και ειδικότερα δυο λόγια για τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό τον Εθνομάρτυρα και Εθναπόστολο, που ήταν τεράστιο το έργο του. Τέσσερεις περιοδείες που διέσχιζαν τη μισή Βαλκανική χερσόνησο, έφτιαξε και δώρισε τέσσερεις χιλιάδες κολυμβήθρες στα χωριά και με τα κοσμήματα των γυναικών έκτισε διακόσια πενήντα σχολειά. Ποιος το κάνει σήμερα αυτό; Όπου πήγαινε ζητούσε ένα σχολείο και μια κολυμβήθρα. Είναι αυτός που κατήργησε πρώτος τα παζάρια της Κυριακής. Τόνωσε την καλλιέργεια της γης και την φύτευση και τον εμβολιασμό των δένδρων. Συχνά έλεγε «Για να πάψουν τα παιδιά μας να μιλάνε τούρκικα ή αρβανίτικα πρέπει να κτίσετε ένα σχολείο, και για δάσκαλο θάχετε τον παπά του χωριού σας ή τον πρώτο καλόγερο του πιο κοντινού μοναστηριού. Στο τέλος τον κρέμασαν με τη βοήθεια βέβαια των Εβραίων.

Αυτά και άλλα πάρα πολλά έκαμαν και εξακολουθούν να κάνουν ταπεινοί ιερείς για το Έθνος. Δε φροντίζουν μονάχα για τη σωτηρία των ψυχών, αλλά και για να διατηρηθεί όσο το δυνατόν αυτός ο τόπος ελεύθερος. Μακριά από τις ξένες επιταγές, και τα σφραγίσματα και προπαντός δε τις επιρροές. Πόσο αυτό θα κατορθωθεί στις ημέρες μας ένας Θεός μόνο το γνωρίζει.

Το Βυζάντιο έπεσε τότε εξαιτίας των αμαρτιών μας. Και την μεγάλη διαφθορά που υπήρχε. Η διαφθορά υπάρχει σήμερα και ξεπέρασε τα χρόνια του Βυζαντίου. Υπάρχουν όμως ακόμα άλλα δύο πράγματα που είναι πολύ πιο χειρότερα από εκείνα τα χρόνια. Και τα δυο πράγματα είναι
- οι βλασφημίες των θείων, και
- οι φοβερές εκτρώσεις κάθε χρόνο. Που κάθε χρόνο μεγαλώνουν. Πέρυσι έφτασαν τις τετρακόσιες χιλιάδες επισήμως. Τετρακόσιες χιλιάδες εκτρώσεις το χρόνο. Δεν μπορεί να το αφήσει αυτό ασυγχώρητο ο Θεός. Δεν ξέρω τι θα κάνει, Θεός είναι ό,τι θέλει κάνει. Μακάρι να ρίχνει συνεχώς βλέμμα ευσπλαχνίας στην πατρίδα μας και πάνω μας, αλλά δεν ξέρω μέχρι πότε. Γι’ αυτό λοιπόν να είμαστε έτοιμοι μέσα από τη μετάνοια και την προσευχή όταν θα έρθει η ώρα εκείνη η φοβερά και η κρίσιμος, - μπορεί να γίνει με ένα σεισμό που να ισοπεδώσει την Αθήνα, ολόκληρο το λεκανοπέδιο να το πάρει κάτω και να θαφτούν τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι, τίποτα δεν είναι αδύνατο για το Θεό, το είπε σήμερα ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στην Παναγία «ουκ αδυνατίσει παρά τω Θεώ παν ρήμα» και τότε τι θα γίνει; Τι ψυχή θα παραδώσουμε στο Θεό; Τι ψυχή θα παραδώσουμε;

Ο Θεός να μας λυπηθεί!

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2004

Στην κλίμακα των αρετών προηγείται η υπακοή στις Ευαγγελικές εντολές και έπονται οι υπόλοιπες



Δ' Κυριακή Νηστειών 2004

Την Τετάρτη Κυριακή των Νηστειών, μνήμην επιτελούμεν, Ιωάννου του Σιναΐτου, συγγραφέως της Κλίμακος.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης χριστιανοί μου, είναι ασκητικός συγγραφεύς του έκτου (6ου) αιώνος μετά Χριστόν. Είναι άγνωστον πού γεννήθηκε, αλλά εκοιμήθη οσίως γύρω στο πεντακόσια ενενήντα πέντε, μετά Χριστόν (595 μ.Χ.). Από πολύ μικρός ακολούθησε την καλογερική ζωή, και μάλιστα κάτω από την καθοδήγηση του γέροντός του, Αγίου Μαρτυρίου. Μετά την κοίμηση του γέροντός του ασκήτευσε σε μια σπηλιά, του όρους Σινά που απέχει δυο ώρες από το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης. Μετά από σαράντα χρόνια σκληρής ασκήσεως στην έρημο, εξελέγη ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Σινά. Η μνήμη του γιορτάζεται στις τριάντα Μαρτίου αλλά και την τετάρτη Κυριακή των Νηστειών.
Στο πρόσωπο αυτού του Οσίου ασκητού, συνδυάζεται η μεγάλη αγιότης, και η μεγάλη σοφία. Κι αυτό γιατί συνέγραψε ένα περίφημο βιβλίο που το ονόμασε «Κλίμακα» και στο οποίον η Εκκλησία έδωσε το όνομά του. «Κλίμαξ Ιωάννου του Σιναΐτου». Το βιβλίο αυτό έγινε το πιο προσφιλές και το πιο ωφέλιμο ανάγνωσμα, όχι μόνο στις τράπεζες και στα κελιά των μοναχών, αλλά και στα σπίτια των χριστιανών όλων των εποχών και μέχρι των ημερών μας. Ονομάστηκε «Κλίμαξ» επειδή ανεβάζει τον κάθε πιστό αγωνιζόμενο χριστιανό και τον μοναχό από τα χαμηλότερα σκαλοπάτια στα υψηλότερα των αρετών, μέχρι το τριακοστό, που είναι και το κεφάλαιο όλων των αρετών, δηλαδή την αγάπη.
Όποιος διαβάζει την Κλίμακα ωφελείται και πνευματικά οικοδομείται. Εκεί βλέπει τα χάλια του και την αμαρτωλότητά του, αλλά και τους πολλούς τρόπους με τους οποίους πρέπει να αγωνίζεται εναντίον του κακού.
Αρχίζει με την πράξιν της υπακοής στο θέλημα του Αγίου Θεού, τη μετάνοια, το πένθος και τα δάκρυα και καταλήγει στη θεωρία του Θεού.
Από τα χιλιάδες χιλιάδων βιβλία που κυκλοφορούν σήμερα, εννοώ τα Ορθόδοξα , και τα θεολογικά, για νάχουν σοφία και γνώση, από τα περισσότερα λείπει η πράξις και το βίωμα σαν ιερή πείρα, όπως λείπει και η μυστική βιωματική θεωρία. Είναι γεμάτα από γνωσιολογική θεώρηση, από γνώσεις ξερές, και διανοητικές έρευνες, όμως δεν στηρίζονται όλα αυτά στους προσωπικούς πνευματικούς αγώνες, ούτε και στην πάλη με τα πάθη και ιδιαίτερα με τα δαιμόνια. Λείπει από όλους μας, όπως και από τα βιβλία, λείπει η πράξις, λείπει το βίωμα. Δεν έχουμε βιώματα και ας κάνουμε ότι είμαστε χριστιανοί.

Στους λόγους «Περί των Αρετών», στο βιβλίο της Κλίμακος του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, την πρώτη θέση την κατέχει η υπακοή. Η υπακοή που είναι το αντίδοτο της ανταρσίας και της πτώσεως των Πρωτοπλάστων. Είναι η μίμησις του Νέου Αδάμ, του Ιησού Χριστού, που εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού. Είναι το σήκωμα του Σταυρού μέχρι το τέλος της ζωής μας αγόγγυστα. Γι’ αυτό και μας προσκαλεί και μας λέγει ο Κύριος γι’ αυτήν την υπακοή «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον Σταυρόν αυτού καθ’ ημέραν και ακολουθήτω μοι».
Η ελευθέρα υπακοή μέσα από τις Ευαγγελικές εντολές, την προσευχή και το πένθος, οδηγεί με ασφάλεια τον υπακούοντα χριστιανόν στην ταπείνωση, στο ταπεινό φρόνημα της ζωής, και από κει σιγά σιγά τον ανεβάζει στα ψηλότερα σκαλοπάτια της πνευματικής κλίμακος, δηλαδή στη σωτηρία. Αναλυτικότερα τον οδηγεί στην κάθαρση, και απ’ την κάθαρση στον φωτισμό, και απ’ τον φωτισμό στην θέωση.
Υπακοή όχι μόνον ο μοναχός στον γέροντά του, υπακοή και κάθε κοσμικός και κάθε λαϊκός χριστιανός στον πνευματικό του πατέρα, στον εξομολόγο, και δια μέσω αυτού στην Εκκλησία του Χριστού. Υπακοή στις εντολές του Ευαγγελίου. Υπακοή στους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας. Υπακοή που βασίζεται στην απόλυτη ελευθερία του χριστιανού. Αν θέλεις κάνεις υπακοή. Αν δεν θέλεις, δεν κάνεις. Δεν σ’ έπιασε κανένας απ’ το λαιμό… Αν θέλεις εφαρμόζεις τις εντολές του Χριστού, και του Ευαγγελίου, αν πάλι δεν θέλεις, δεν ακούς κανέναν και κάνεις του κεφαλιού σου.

Εκτός της υπακοής, στην Κλίμακα γίνεται μια εκτενής αναφορά στις αρετές, που πρέπει να καλλιεργούνται, αλλά και στα πάθη που πρέπει να καταπολεμούνται, να καταστρέφονται, και να εξουδετερώνονται. Και τα μεν, και τα δε, να οδηγούν στην σωτηρία. Γι’ αυτό στις μεταξύ μας και στις μεταξύ σας πνευματικές συζητήσεις σας, το κεντρικό σημείο θα είναι πως θα καταπολεμήσομε τα διάφορα πάθη μας. Γι’ αυτό και θα ρωτάμε ο ένας στον άλλον, τι μας διδάσκει το Ευαγγέλιον, τι μας συμβουλεύει ο πνευματικός, τι ακούσαμε σήμερα και εχθές στο κήρυγμα, πως μας κατευθύνει η πείρα των Πατέρων της Εκκλησίας μας, τι μας λένε τα γεροντικά, τα συναξάρια, οι βίοι των Αγίων, ο Ευεργετινός; Ασφαλώς όλα μας διδάσκουν το καλό, όλα μας οδηγούν στο σωστό και όλα μας φωτίζουν. Έτσι μαζί με την βοήθεια του Θεού, χρειάζεται λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, και ο δικός μας κόπος και πόνος. Χρειάζεται ακόμα, άκρα πνευματική νηστεία στις αισθήσεις, εγκράτεια πολλή και προσευχή αδιάλειπτη. Αλλά ποιος κάνει προσευχή; Και μακροχρόνια σκληρή πάλη με τους λογισμούς, με τις σκέψεις μας, διότι από δω ξεκινάει το κακό. Από το νου και απ’ τις σκέψεις και απ’ τους λογισμούς δημιουργούνται αδυναμίες, τρέφονται τα πάθη, και δίνουμε την εξουσία στα δαιμόνια να μας κάνουν ότι θέλουν.
Προσοχή λοιπόν. Μπορεί ο διάβολος να μας βάλει να ασχοληθούμε με πνευματικά υψηλά θέματα. Έτσι δε βλέπομε τον διάβολο, με πόση ευκολία μετασχηματίζεται σε άγγελον φωτός, ούτε το πώς μέσα μας παρουσιάζει πολλούς από τους πονηρούς λογισμούς, σαν αγαθούς και αγγελικούς. Και δεν είναι λίγες φορές που μερικές αρετές τις κάνει να τις βλέπομε σαν κακίες ή σαν κάτι που είναι ακατόρθωτο γι’ αυτή τη ζωή, και άλλοτε πάλι άλλες κακίες ή να τις μειώνει τελείως ή να τις κάμει αγαθές.
Προσοχή λοιπόν, άλλο πράγμα η αμαρτία, και άλλο η προσβολή της αμαρτίας που δεν είναι αμαρτία. Άλλο πράγμα η αμέλεια και άλλο η ακηδία. Άλλο πράγμα το πάθος, και άλλο πράγμα η πτώσις στην αμαρτία, η πράξις της αμαρτίας. Άλλο πράγμα η ακαθαρσία του νου, και άλλο η βρωμιά στο στόμα. Γιατί από βρωμιά δυστυχώς έχομε πολλή στο στόμα. Άλλο η ασχήμια στις πέντε αισθήσεις, και άλλο πράγμα η κακία, η αδικία, η πονηρία, η σκληροκαρδία, η υπερηφάνεια, η κενοδοξία, ο εγωισμός, και όλα αυτά μέσα στις πράξεις, και τέλος άλλο πράγμα η βλασφημία στο νου, και άλλο στο στόμα. Διότι η βλασφημία στο νου δεν είναι αμαρτία, είναι ένας πόλεμος του διαβόλου, που σας τον κάνει είτε μέσα στην εκκλησία ή την ώρα που έρχεστε να κοινωνήσετε. Να τον περιφρονείτε τον διάβολο σε τέτοιες περιπτώσεις ζητώντας το έλεος του Θεού και να προσέρχεστε αφόβως στη Θεία Κοινωνία.

Αγώνας λοιπόν για το πώς θα θεραπεύσουμε τις κακές μας συνήθειες τις αδυναμίες και τα πάθη μας. Ο Θεός να μας λυπηθεί και να μας ελεήσει. Γιατί μόνον το έλεος του Θεού θα φέρει τον φωτισμό και την Θεία Χάρη. Και ο φωτισμός φέρνει την πράξη, την καλή προσπάθεια και τον καλόν καθημερινό αγώνα. Και ο πνευματικός αγώνας θα αυξήσει την υπομονή μας στις θλίψεις, θα αυξήσει την αγάπη μας, την ενεργουμένη αγάπη μας, ακόμα και προς τους εχθρούς μας, θα μας δώσει την δυνατότητα να είναι απλόχερη η ελεημοσύνη και η φιλανθρωπία, να καλλιεργηθούν τα δάκρυα και η μετάνοια, το πένθος και η μνήμη του θανάτου.
Απ’ όλα όσα είπαμε φαίνεται πολύ καθαρά ότι λείπει απ’ όλους μας η πράξις, η αγία πείρα, και προπαντός και ιδιαιτέρως η μυστική εμπειρία της θείας τροφής. Μας λείπει ακόμα απ’ όλους μας η ταπείνωσις. Δεν έχουμε ταπείνωση και μη ξεροβήχετε. Δεν έχουμε ταπείνωση. Είμεθα πτωχοί, γυμνοί, πάμπτωχοι και έρημοι από κάθε αρετή, γι’ αυτό και ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος φωνάζει, το φωνάζει στην προσευχή του και το λέει ότι «Χριστέ μου ποτέ δεν νήστεψα, ποτέ δεν αγρύπνησα», - σαράντα χρόνια στην έρημο - , «ποτέ δεν προσευχήθηκα όσο έπρεπε, ποτέ δεν εγκρατεύτηκα όπως έπρεπε, ποτέ δεν εμελέτησα όσο θα ήθελε η ψυχή μου τον λόγον του Θεού και σπάνια βρέθηκα έτοιμος για Λατρεία και Θεία Κοινωνία». Θέλετε να το επαναλάβω το τελευταίο; Να το ξαναπώ. «Και σπάνια βρέθηκα έτοιμος για Λατρεία και Θεία Κοινωνία». Εκείνος που ήταν Άγιος έκαμε μια φορά δέκα χρόνια για να κοινωνήσει. Και τα βέβαια αυτά τα «ποτέ», «ποτέ», «ποτέ» του Αγίου, δεν τελειώνουν, καλόν είναι να διαβάζετε λίγο και την Αγία Κλίμακα, ιδίως την Μεγάλη Σαρακοστή. «Αλλά όμως εγώ», συνεχίζει ο Άγιος, «γονάτισα, έκλαυσα, ταπεινώθηκα, και έσωσέ με ο Κύριος, με έσωσε το έλεός Του».
Τα πένθιμα δάκρυα και η συντριβή της καρδιάς, δεν είναι μόνον ωφέλιμα αλλά είναι και λυτρωτικά, τα δάκρυα καθαρίζουν, η ταπείνωσις ανορθώνει, η πράξις των αρετών μας βοηθούν, αλλά μόνον ο Θεός σώζει. Δεν σώζουν οι παπάδες και οι δεσποτάδες. Ο Θεός σώζει, ο Θεός σώζει. Και σώζει ο Θεός όταν είμαστε μέσα στο σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και όχι έξω απ’ αυτήν. Όταν είμαστε τα σωστά και γνήσια παιδιά της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Η λυτρωτική Θυσία του Ιησού Χριστού αδελφοί μου, μας σώζει δωρεάν αλλά ζητά και την προαίρεσή μας, τη θέλησή μας, θέλει την συγκατάθεσή μας. Και αν πούμε «ναι θέλω να σωθώ» Εκείνος τότε θα μας απαντήσει «τήρησον τας εντολάς». Και ο θείος φωτισμός θα έλθει και δύναμις θα μας δοθεί, ώστε οι δωρεές να τηρηθούν, οι αρετές να καλλιεργηθούν και η συμμετοχή στα Πανάγια σωστικά μυστήρια να πραγματοποιηθεί κατά τον καλύτερο και σωστικό τρόπο.

Και κλείνουμε χριστιανοί μου με τις λυτρωτικές κραυγές του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου. Λυτρωτικές κραυγές, τις φώναζε δυνατά. Και δεν τις άκουγε αυτές τις κραυγές μόνον η έρημος, αλλά και ο ουρανός, και η άμμος, και τα βράχια και ό,τι άλλο έχει η έρημος του Σινά.
«Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, φώτισον ημάς τω θείω Σου φωτί, φώτισον ημάς δια του ζώντος ύδατος, θρέψον ημάς διά του Παναγίου Σώματός Σου, χειραγώγησον ημάς δια των θείων Σου αρετών, οδήγησον ημάς εν τη τρίβω των εντολών Σου, Κύριε σώσον ημάς, απολλύμεθα».

Και στη δική του φωνή και κραυγή χριστιανοί μου, προσθέτουμε και μεις ταπεινά, την δική μας κραυγή, τη δική μου ιερατική φωνή από καρδίας βγαλμένη.
«Κύριε ο Θεός ημών, σώσον τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου»,

Αμήν.

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2004

Η μεγίστη αξία των πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου αλλά και η ελπίδα μας



Δ' Χαιρετισμοί 2004

Χαίρε ηδύπνοον κρίνον, Δέσποινα.

Θέλουμε να πούμε τόσα πολλά για την Παναγία μας και δεν ευρίσκομε λόγια για να εκφέρομε την ευγνωμοσύνη μας προς Αυτήν, και πολλές φορές στεκόμαστε άφωνοι και βουβοί, μπροστά στο μεγαλείο Της, γιατί Αυτήν διάλεξε ο Θεός ανάμεσα στα δισεκατομμύρια των γυναικών που πέρασαν και θα περάσουν μέχρι της συντελείας των αιώνων για να Την κάμει Μητέρα Του.
Ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας με πολλή συγκίνηση εξυμνεί και χαιρετίζει την Παναγία σαν τον πάλευκον και ευωδέστατον κρίνον, γι’ αυτό στην πρώτη ακόμα ωδή, μας έψαλλε σήμερα η Εκκλησία μας δια των ιεροψαλτών, το «Χαίρε κρίνον ηδύπνοον Δέσποινα, πιστούς ευωδιάζον» που σημαίνει «Χαίρε ω Δέσποινα, του Ουρανού και της Γής Δέσποινα, συ που είσαι το εύοσμον κρίνον, που μοσχοβολά και σκορπίζει την ευωδία του στους πιστούς χριστιανούς όλων των εποχών».
Ο κρίνος βέβαια ως λευκός, αντιπροσωπεύει την αγνότητα και την καθαρότητα της ψυχής της, και δεν έχει καμία σχέση με τους μύθους οι οποίοι κατά κάποιον τρόπον έχουνε ξεπηδήσει από την παπική εκκλησία η οποία παρουσιάζει τον Αρχάγγελον Γαβριήλ, δήθεν να μυρίζει έναν κρίνον. Αυτό δεν είναι δογματικώς σωστό, άλλο παρομοίωσις, άλλο συμβολισμός και άλλο πράξις. Εκείνο που μετέφερε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ήταν το χαρμόσυνο μήνυμα, το «Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, σύ θα γίνεις μητέρα του Θεού».
Για να εγκωμιάσει λοιπόν ο ποιητής την πάναγνη κόρη της Ναζαρέτ, ο ποιητής του κανόνος, διάλεξε από τα πιο όμορφα και από τα πιο ευωδιαστά και μυρωδάτα άνθη του αγρού, τον κρίνον, που συμβολίζει βέβαια όπως είπα προηγουμένως την αγνότητα.

Αλήθεια πόσον άσπιλη και άχραντη και αμόλυντη πρέπει να υπήρξε η Υπεραγία Θεοτόκος. Διατήρησε πεντακάθαρη την ψυχή της και το σώμα της από την αμαρτία. Αγωνίστηκε με την Χάρη και την βοήθεια του Θεού, για να μην σπιλώσει την αγνότητά της, τον πολύτιμον και ουράνιον αυτόν θησαυρόν της ψυχής και του σώματος, που δυστυχώς εμείς οι σημερινοί Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί μολύνουμε κάθε μέρα με την διαγωγή μας.
Σημαίνει ότι η Παναγία παρέμεινε και άσπιλη και πάναγνη και στο σώμα και στην ψυχή, γι’ αυτό θα πούμε και θα αναφερθούμε σε μερικούς λόγους, αποσπάσματα από τους λόγους των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μας λέγει τα εξής. -Τα διαβάζουμε διότι που να τα θυμόμαστε από μνήμης.- «Έγινε με τη θέλησή της κατάλυμα της κάθε αρετής, διότι κατόρθωνε να απομακρύνει από το νου της, απ’ το μυαλό της, κάθε βιοτική και σαρκική επιθυμία. Έτσι διατήρησε την ψυχή της αμόλυντη και καθαρή μαζί με το σώμα. Άλλωστε αυτό άρμοζε σ’ Αυτήν αφού ήταν προορισμένη να υποδεχτεί στα σπλάχνα της, εκ Πνεύματος Αγίου τον Θεόν Λόγον, και Αυτόν να κρατήσει σαν ενανθρωπίσαντα Θεόν στην αγκαλιά της την παρθενική. Για να κρατήσει στην αγκαλιά της το Βρέφος, που ήτο ο Θεάνθρωπος Κύριος. Έτσι δεν άφησε λοιπόν το ρυπαρό και το άθλιο εκείνο περιβάλλον της Ναζαρέτ, διότι το αναρωτήθηκε κι ο Ναθαναήλ «εκ Ναζαρέτ δύναταί τι αγαθόν είναι», τόσο βρώμικη ήταν η πόλις, μέσα σ’ αυτήν την πόλη στην οποία έζησε τόσα χρόνια η Παναγία, φρόντισε λοιπόν να μην μολύνει στο παραμικρόν την ηθική της καθαρότητα». Παρέμεινε λοιπόν σύμφωνα και με τον υμνογράφο της Εκκλησίας μας, λευκότατος κρίνος μέσα στην γνωστή ανηθικότητα της ιδιαιτέρας πατρίδος της. Εμείς λοιπόν δεν έχομε – άρα - την δικαιολογία να πούμε ότι φταίει και κατά τρόπον και η εποχή μας, γι’ αυτό και δεν μπορούν σήμερα τα παιδιά μας, οι νέοι και οι νέες, να κρατήσουν αγνότητα και καθαρότητα. Όπως λοιπόν εκείνη αντιστάθηκε με την Χάριν του Θεού στις δαιμονικές επιθέσεις και παρέμεινε άτρωτη, καθαρή και ανεπηρέαστη, έτσι μπορούμε και μείς να βοηθήσομε με τις προσευχές μας, με τις νηστείες μας και με τους προσωπικούς μας κόπους και αγώνες, να φροντίσομε λέω, όσο είναι δυνατόν για την καθαρότητα των παιδιών μας. Γι’ αυτά Της τα πνευματικά κατορθώματα ο Άγιος Δαμασκηνός συνεχίζοντας αναφωνάζει, «Ω Ιερά Θυγατέρα των Ιωακείμ και της Άννης, που ξέφυγες από τις παγίδες και τις εξουσίες και τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού, και διατηρήθηκες πανάμωμη, για να γίνεις Νύμφη Θεού, και Μητέρα κατά το ανθρώπινον του Θεού Λόγου».
Πραγματι χριστιανοί μου, η Παναγία μας ανεδείχθη όπως τονίζει χαρακτηριστικά, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «πάσης ακτίνος φωτεινοτέρα, και πάσης καθαρότητος καθαροτερα». Ήτο ανάμεσα λοιπόν στους Ιουδαίους εκείνης της εποχής, της βρωμερής εποχής, το εύοσμον άνθος, ο αληθινός και κατάλευκος κρίνος της αγνότητος, ο γεμάτος από θεία ευωδία. Και τώρα τελευταία που διάβαζα για έναν όσιο, έλεγε λοιπόν ότι «ο διατηρών την αγνότητα στο σώμα αλλά κυρίως όμως στην ψυχή, δηλαδή στο νου, στις σκέψεις, στις επιθυμίες, στις διαθέσεις, σε όλον τον ψυχοσωματικόν κόσμον, αποπνέει το άρωμα που είναι βραβείον της Παναγίας, μέσα από αυτόν τον αγωνιστή ή την αγωνίστρια της καθαρότητος». Έχει δηλαδή το σώμα θεία ευωδία. Και επειδή σε όλη της τη ζωή η Υπεραγία Θεοτόκος παρέμεινε το πανάλευκο λουλούδι της ηθικής καθαρότητος, γι’ αυτό και προς αυτήν την θεϊκήν τελειότητα, θέλει να οδηγήσει όλους τους χριστιανούς, και ιδιαιτέρως, ιδιαιτέρως, εσάς τις γυναίκες, διότι στους χαιρετισμούς κατά κύριον λόγον σεις κατακλύζετε τους ναούς. Η γυναικεία της επιθυμία βέβαια είναι να μπορέσομε όλοι μας, όχι μόνον εσείς, αλλά και οι άνδρες και οι νέοι και οι νέες, και τα παιδιά, μικρά και μεγάλα, να αποκτήσομε τον πολυτιμότατον αυτό θησαυρό της ψυχικής και της σωματικής καθαρότητος. Δεν θέλει μόνον, η Παναγία, οι μοναχοί, να παραμένουν καθαροί και ακηλίδωτοι, αλλά θέλει και τους εγγάμους, τους παντρεμένους και τις παντρεμένες, καθαρούς και αμόλυντους. Όλοι μας οφείλουμε να αγωνιζόμαστε κάθε μέρα, ώστε να εφαρμόζουμε την θεόγραφη εντολή, δια μέσω του Αποστόλου Παύλου, που λέγει προς όλους τους χριστιανούς, «σεαυτόν, αγνόν τήρει», «να τηρείς τον εαυτό σου αγνόν».

Ο δε Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μας λέγει τα εξής, για την απόκτηση και την διατήρηση αυτής της ηθικής καθαρότητος: «Για να μπορέσομε να αποκτήσουμε αυτήν την αγνότητα και την σωφροσύνη», λέγει ο Άγιος, «πρέπει να μιμηθούμε τους Αγίους. Αυτοί τα κατάφεραν, να αποκτήσουν πρώτα, και να διατηρήσουν αυτήν την αγνότητα, αφενός μεν με την αλήθεια της πίστεως, δηλαδή με την τήρηση των Ευαγγελικών εντολών, μέχρι ομολογίας και μαρτυρικής θυσίας, και δεύτερον με το Αίμα του Ιησού Χριστού, τον εκκλησιασμό, την Θεία Λατρεία, την Θεία Κοινωνία, την συμμετοχή στο Ποτήριον της Ζωής, βέβαια δια μέσου της Ιεράς Εξομολογήσεως. Μόνο μ’ αυτούς τους δύο τρόπους» μας λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «είναι δυνατή η απόκτησις και η διατήρησις της ηθικής καθαρότητος. Γι’ αυτό πρέπει λοιπόν να απαλλαγούμε από τα πάθη μας, απ’ τις κακίες μας και τις πονηριές μας, απ’ το μίσος και την υπερηφάνεια, και τα τόσα άλλα κακά που έχουμε, και τα οποία βέβαια, δεν ξέρω πόσοι από μας τα εξομολογούμεθα. Να ελευθερώσουμε δηλαδή τον εαυτόν μας από την αμαρτία, από την εξουσίαν των δαιμόνων, και από την ποικιλόμορφη κακία. Θα πάμε στην Εκκλησία γιατί είναι το μεγάλο θεραπευτήριο, και κει ο γιατρός με το νυστέρι του θα κάμει την θεραπείαν. Θα βγάλει ό,τι σάπιο υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, για να μπορέσουμε να παραστήσουμε τα σώματά μας μπροστά στο Θεό, σαν ζωντανή θυσία, αγία και ευάρεστη. Αυτό κατορθώνεται μόνον μέσα στην Εκκλησία. Βέβαια θα πρέπει κατόπιν εν συνεχεία, να ακολουθήσουμε πιστά τις συμβουλές και τις προτροπές της Εκκλησίας, και με πολλή επιμονή να μπορέσομε να εφαρμόζουμε την εγκράτεια σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής μας». Αυτά κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο με απλά λόγια. Ο Άγιος λοιπόν μας λέγει, το επαναλαμβάνω, ότι για να πετύχουμε την καθαρότητα αυτήν την εσωτερική, και της ψυχής και του σώματος, χρειάζεται ο προσωπικός μας αγώνας για την τήρηση όλων των εντολών, και τη συμμετοχή μας στα σωστικά μυστήρια Θείας Ευχαριστίας και Ιεράς Εξομολογήσεως.

Λοιπόν ο λόγος του Θεού, που δεν τον διαβάζομε, ή δεν τον ακούμε, και τα μυστήρια, είναι αυτά τα οποία οργώνουν το χωράφι της ψυχής μας, και σπέρνεται εκεί αυτός ο σπόρος, για να φυτρώσει σ’ αυτό το χωράφι το άνθος των αρετών. Βέβαια να μην αναφέρομε τώρα το πλήθος των αρετών που είναι τόσες πολλές και έχουμε αναφερθεί αρκετές φορές σ’ αυτές. Αλλά βέβαια ο πιο πολύτιμος καρπός είναι αυτός της σωφροσύνης. Άρα η ηθική καθαρότητα μαζί με τις άλλες αρετές πρέπει να φυλαχθούν σαν πολύτιμος θησαυρός μέχρι το τέλος της ζωής μας. Καθαροί λοιπόν πρέπει να μένομε σε όλα, στα πάντα, ώστε σε μας να εφαρμόζεται ο λόγος και ο μακαρισμός του Θεού, ο οποίος λέγει το «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Πού τον Θεόν όψονται;
- Κατά πρώτον στο πρόσωπον του πλησίον, που είναι εικόνα του Θεού, έστω και αν αυτός είναι ο εχθρός μας. Αυτός που μας πειράζει και μας βασανίζει κάθε μέρα.
-Δεύτερον τον «Θεόν όψονται και οψόμεθα» μέσα στις καρδιές μας.
-Τρίτον τον «Θεόν όψονται και οψόμεθα» στο Άγιο Δισκοπότηρον, όταν ο ιερεύς καλεί όλους και λέγει «μετά φόβου Θεού, πίστεως, και αγάπης προσέλθετε», και
-Τέταρτον τον «Θεόν όψονται και οψόμεθα» στην Βασιλεία των Ουρανών.

Χριστιανοί μου όλοι εμείς, οι λίγοι ή πολλοί, που συγκεντρωθήκαμε σήμερα για να τιμήσουμε την Παναγία μας με τον κανόνα και τους Χαιρετισμούς, αυτό το «ηδύπνοον κρίνον» όπως αναφέραμε προηγουμένως, αναλάβαμε και την υποχρέωση να διατηρήσομε και τη δική μας καθαρότητα, να απαρνηθούμε τις αμαρτωλές μας συνήθειες, να νεκρώσουμε τα τυραννικά πάθη της ψυχής μας, και να γίνουμε αληθινοί χριστιανοί. Αληθινοί χριστιανοί με αληθινή μετάνοια, με αληθινή πίστη, διότι θα μας έρθουν μέρες δύσκολες, και τότε θα ζητηθεί από τον καθέναν και θα έρθει στον καθέναν ο Θεός για να βρει καρπόν, για να βρει το άνθος της αρετής και για να βρει και τον καρπόν της πίστεως, αυτόν που θα μας διατηρήσει μακριά από τον εχθρόν της κακίας, αυτόν τον καρπόν που θα είναι η σωτηρίας μας. Όσο ζούμε εδώ στη γη, και για μας τους ίδιους και για τις οικογένειές μας, και για τα παιδιά μας και για τα εγγόνια μας. Αυτόν τον καρπόν και αυτό το άνθος, πρέπει να τον έχουμε ήδη καλλιεργήσει, ανθίσει και καρποφορήσει, όταν θα έρθει η ώρα της κρίσεως, όχι της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, αλλά της κρίσεως της πίστεως.
Ας προσέχουμε λίγο περισσότερο την ζωή μας αδελφοί μου, ας την προσέχουμε.

Η Παναγία βοήθειά μας,
Αμήν.

Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2004

Η τροπική αποξένωσις από τα πράγματα του κόσμου και της αμαρτίας και ο μύθος του Αισώπου



Γ' Χαιρετισμοί 2004.mp3

«Ξένον τόκον ειδόντες, ξενοθώμεν του κόσμου, τον νουν προς ουρανόν μεταθέντες».

Πέντε αισθήσεις έχει κάθε άνθρωπος, όλοι μας έχουμε πέντε αισθήσεις, και με τις πέντε αυτές αισθήσεις συμμετέχουμε συχνά στη Θεία Λατρεία. Έτσι με τα μάτια μας βλέπουμε τα τελούμενα, βλέπουμε τις ιερές εικόνες, τις παραστάσεις εδώ από την θεανθρώπινη ζωή του Κυρίου μας, και βλέπουμε επίσης και τα διαδραματιζόμενα μέσα στη Θεία Λατρεία.
Με την ακοή ακούμε τις ευχές και τους ύμνους, τα αναγνώσματα και το ιερό κήρυγμα. Με την όσφρηση απολαμβάνουμε το μοσχοθυμίαμα, πολλές φορές έχομε όσφρηση και της Θείας Κοινωνίας, όπως και τη Χάρη και την ευωδία του Παναγίου Πνεύματος. Με την αφή ασπαζόμαστε τις ιερές εικόνες και τον Τίμιο Σταυρό, και με τη γεύση μετέχουμε της μυστικής τραπέζης, και γευόμεθα της Θείας Κοινωνίας, του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Αλλά έχουμε όμως και μια έκτη αίσθηση. Και αυτή η έκτη αίσθησις για μας τους χριστιανούς είναι η πίστις. Η πίστις λοιπόν κάνει τα μάτια μας ώστε να βλέπουν θαυμαστά και ουράνια πράγματα. Η πίστις κάνει τ’ αυτιά μας να ακούνε υπερφυσικά λόγια και ουράνιους ακόμα ύμνους, ακατάληπτα για τα σαρκικά αυτιά. Η πίστις δίνει συμβολική σημασία στο λιβάνι, όταν μ’ αυτό μας θυμιατίζουν, η πίστις πνευματοποιεί το άναμα του κανδηλιού και ενός κεριού όταν το ανάβουμε, για να έχει υγεία ένας άρρωστος συγγενής μας ή για τον φωτισμό ενός παιδιού μας, ή για την ανάπαυση ενός κεκοιμημένου φίλου και συγγενούς. Η πίστις δίνει δύναμη, όχι μόνον δύναμη αλλά παντοδυναμία, στο απλό σημείον του Σταυρού που θα κάνουμε. Η πίστις λοιπόν δίνει ακόμα και θεολογική διάσταση, στον ασπασμό της εικόνας, όπως θα κάνετε ύστερα από λίγο, στην Παναγία εδώ το Ρόδο το Αμάραντο, και ο ασπασμός αυτός δεν θα μένει πάνω στο ξύλο, στις μπογιές και στο χρώμα, αλλά θα μεταβεί στο πρωτότυπο, δηλαδή θ’ ανέβη ψηλά στον ουρανό. Η πίστις κάνει τον χριστιανό να αισθάνεται ότι αληθινά κοινωνεί Σώματος και Αίματος Ιησού Χριστού. Χωρίς την πίστη τα πάντα στην Εκκλησία είναι ξεροί τύποι. Και η τυπολατρεία είναι ο τάφος του Χριστιανισμού.
Όταν έχουμε πίστη σαν «κόκκο σινάπεως» τότε μπορούμε δια της πίστεως αυτής να κάνουμε θαύμα αλλά και να παρακολουθήσουμε όμως το θαύμα που τελείται σε κάθε ιερή ακολουθία και ειδικότερα ό,τι γίνεται μέσα στο ναό, και μάλιστα κατά τη διάρκειαν της Θείας Λειτουργίας.

Θαύμα είναι και ο Ακάθιστος αυτός Ύμνος με τους Χαιρετισμούς που παρακολουθούμε κάθε Παρασκευή την Μεγαλη Σαρακοστή, αλλά όταν και μείς από μόνοι μας τα βράδια με το Μικρό Απόδειπνο απαγγέλουμε τους Χαιρετισμούς. Θαύμα σαν άσμα, θαύμα σαν έκφρασις, θαύμα σαν σύνθεσις. Έχουν περάσει χίλια τόσα χρόνια από τότε που έχει γραφεί αυτός ο Ακάθιστος Ύμνος και οι Χαιρετισμοί, και όμως χιλιάδες και μυριάδες είναι εκείνες οι ψυχές οι οποίες εξακολουθούν να συγκινούνται απ’ τους Χαιρετισμούς και τον Ακάθιστο Ύμνο, και μάλιστα πολλές φορές να βλέπουν και θαυμαστά αποτελέσματα στην οικογένειά τους.
Ο Ακάθιστος Ύμνος κυρίως είναι θαύμα για το περιεχόμενό του. Τι μας περιγράφει; Μας περιγράφει εκείνο το οποίον αποτελεί την βάση του Χριστιανισμού. Και όποιος απορρίπτει αυτό που περιγράφει ο Ακάθιστος Ύμνος, που είναι ένα γεγονός, απορρίπτει την πίστη και το δόγμα μας, το δόγμα δηλαδή και την πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Και το γεγονός αυτό είναι η ενανθρώπισις του Θεού Λόγου. Όποιος λοιπόν απορρίπτει την Θεαθρωπότητα του Ιησού Χριστού ότι δηλαδή ο Χριστός είναι τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός, απορρίπτει συγχρόνως και το δόγμα της Αγίας Τριάδος όπως και το δόγμα της Θεοτόκου, η οποία Παναγία είναι και Θεοτόκος είναι και Θεομήτωρ είναι και Αειπάρθενος, σύμφωνα με τους δογματικούς όρους και τις αποφάσεις της Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου. Αυτό το γεγονός λοιπόν εξυμνεί ο Ακάθιστος Ύμνος. Γέννησις από Παρθένον. Φοβερό και παράξενο και τρομακτικό, πολλές φορές γίνεται συζήτησις και περίγελος και ειρωνεία των ανθρώπων.
«Ξένον τόκον ειδόντες ξενοθώμεν του κόσμου». Λογικά επιχειρήματα δεν χρειάζονται για να πιστέψει κανείς. Αν είμαστε ολιγόπιστοι, χλιαροί και δεν ξέρω τι άλλο, τότε οπωσδήποτε οι λογισμοί που θα έρχονται μέσα στην καρδιά μας, θα ταράζουν το νου μας, θα ταράζουν την ψυχή μας, αλλά και στο τέλος θα χάσομε και αυτήν.

Για όσους λοιπόν είναι ολιγόπιστοι και χλιαροί και αμφιβάλλοντες να πούμε ένα δύο έτσι ας το πούμε λογικά επιχειρήματα, ας το πούμε έτσι. Τι είναι δυσκολότερο πράγμα, από την ανυπαρξία ο Θεός να φτιάξει ολόκληρο αυτό το αστρικόν Σύμπαν και να φτιάξει έναν άνθρωπον, ή από έναν άνθρωπον να κάνει άλλον άνθρωπο; Ποιο είναι πιο δυσκολότερο, το πρώτο ή το δεύτερο; Ασφαλώς το πρώτο. Διότι από την ανυπαρξία να φέρει ολόκληρο αυτό το Σύμπαν που βλέπουμε με τα δισεκατομμύρια των γαλαξιών, αλλά και να πλάσει άνθρωπον από το τίποτα; Από το μηδέν; Και όμως ο Θεός έκαμε το δύσκολο εύκολο. Από την ανυπαρξία δεν έφερε μόνον τον άνθρωπο και από τον άνθρωπο έπλασε άνθρωπο, δηλαδή από τον πρώτο Αδάμ τον παλαιό Αδάμ έκαμε την Εύα αλλά και από την Νέα Εύα όμως έκαμε τον Νέον Άνθρωπον, τον Νέον Αδάμ, τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Ο Θεός που έδωσε τον φυσικό τρόπο να γεννιώνται οι άνθρωποι επί της γης, δεν θα μπορούσε να δώσει, αφού είναι Θεός παντοδύναμος, και έναν υπερφυσικό τρόπο για να γεννηθεί το παιδί του ουρανού, δηλαδή ο Θεάνθρωπος Κύριος; Ασφαλώς και μπορούσε, διότι ήτο Θεός και είναι Θεός. Παράξενος τόκος και παράξενο θαύμα. Ο Θεός όμως απ’ τον ουρανό κατέβηκε στη γη για να ανεβή ο άνθρωπος από τη γη στον ουρανόν.

«Ξένον τόκον ειδόντες ξενοθωμεν του κόσμου, τον νουν εις ουρανόν μεταθέντες». Μιλάει εδωπέρα ο υμνογράφος για μια μετάθεση και τη μετάθεση τη ζητούμε όλοι μας, απ’ το χειρότερο βέβαια στο καλύτερο. Απ’ το κατώτερο στο ανώτερο. Ο Χριστός λοιπόν ήλθε εδώ κάτω στη γη, για να πραγματοποιήσει και αυτός μια μετάθεση ασυγκρίτως από εκείνην την οποία επιδιώκουν οι άνθρωποι. Δηλαδή να πάρει τον άνθρωπο από τη γη και να τον μεταφέρει στον ουρανόν. Και κάτι καλύτερο. Να μεταθέσει το μυαλό μας, να μεταθέσει τη σκέψη μας, από τα γήινα στα ουράνια. Αλλά όπως βλέπομε είμαστε πολύ πεζοί. Κάθε άνθρωπος σχεδόν. Τα ενδιαφέροντά μας περιορίστηκαν μόνον στη γη και στα υλικά πράγματα και στη απόκτηση πολλών αγαθών. Τα όνειρά μας τα περισσότερα περπατούν μέσα στη λάσπη. Δεν έχουμε σκέψεις ουράνιες. Δεν έχουμε πνευματικές ανησυχίες. Δεν έχουμε εμπιστοσύνη και εξάρτηση από τον Άγιο Θεό. Η νοοτροπία μας είναι η βελτίωσις των οικονομικών πραγμάτων της ζωής μας.
Για να καταλάβουμε καλύτερα να πούμε – ας μου επιτρέψετε με δυο λόγια έναν μύθο του Αισώπου για να καταλάβουμε την νοοτροπία των σημερινών ανθρώπων, έναν μύθο ο οποίος γράφτηκε πριν δύο χιλιάδες εξακόσια χρόνια - . Κάποτε λέει τα ζώα θέλησαν να εκλέξουν αρχηγό. Σκέφτηκαν λοιπόν να δώσουν την αρχηγία στον αετό, διότι αυτός πετούσε στα ουράνια ψηλά. Αλλά κατάλαβαν ότι δεν μπορούσε να ασχοληθεί με τα χαμηλά και με τα γήινα. Άλλωστε λοιπόν σε όλα τα ζώα υπήρχε και η άφθονη ζήλεια βλέποντάς τον πόσο άπιαστος ήταν όταν πετούσε στα ουράνια, διότι ο αετός όπως ξέρουμε πετάει περισσότερο ψηλά από όλα τα πουλιά. Κι έτσι λοιπόν μεταξύ των υποψηφιοτήτων αφού απέρριψαν τον αετό, έκαναν λοιπόν ψήφους σαν τους δικούς μας, και εξέλεξαν, τι εξέλεξαν για αρχηγό, ξέρετε ποιο ζώο εξέλεξαν, για αρχηγό τότε εκείνη την εποχή, λέει ο Αίσωπος; Το γουρούνι. Το γουρούνι λοιπόν πήρε αμέσως ύφος αρχηγού, έβαλε στέμμα στο κεφάλι, - σας το μεταφράζω από τα αρχαία όπως το έχει γραμμένο ο Αίσωπος – και κάλεσε συνεδρίαση το Διοικητικό Συμβούλιο των ζώων. Η συνεδρίασις έγινε που αλλού, μέσα στη λάσπη. Ήταν το βασίλειον του νέου αρχηγού. Ύστερα από θυελλώδη συνεδρίαση αποφάσισαν λοιπόν να βελτιώσουν την χαμώδη και λασπώδη ζωή τους. Δηλαδή αν θα έχουν λιγότερη ή περισσότερη λάσπη, αν θα είναι η λάσπη πιο σκληρή ή πιο υγρή, αν θα τρώνε λιγότερα ή περισσότερα βελανίδια και άλλα τέτοια. Και την ώρα εκείνη πέρασε ένας αετός από πάνω, και με μια στροφή του κεφαλιού του έδειξε τα ύψη του ουρανού. Τον καθαρόν αέρα και τις ψηλές κορφές. Αμέσως το Συμβούλιον των Ζώων με αρχηγό το γουρούνι, ξεσηκώθηκαν εναντίον του ανεδαφικού αετού. Και τελικά τον διέγραψαν από τα μητρώα τους, μια και δεν ήθελε να προσγειωθεί ο αετός στη λασπώδη και χοιρώδη ζωή τους.
Τι δηλωνει ο μύθος αυτός; Δίνει εξήγηση ο ίδιος ο Αίσωπος αλλά και πολλοί από τους νεωτέρους συγγραφείς ασχολούμενοι, μας λένε ότι η χοιρώδης αυτή κατάστασις είναι κατάστασις του σημερινού κόσμου. Αν ήταν τέτοια η κατάστασις πριν δύο χιλιάδες εξακόσια χρόνια, εξακολουθεί να είναι και στις ημέρες μας. Και αν κάποιος χριστιανός από μας μέσα σε μια ομήγυρη, μέσα σε μια συντροφιά θελήσει να μιλήσει για τα ύψη του Ουρανού, να μιλήσει για τον Παράδεισο, να μιλήσει για την Κόλαση, να μιλήσει για την Δευτέρα Παρουσία και την Κρίση του Θεού, να μιλήσει για το άπλωμα του κακού, για μετάνοια και Εξομολόγηση και Θεία Λειτουργία. Αν θέλει να μιλήσει για το Ευαγγέλιο και για το κήρυγμα που άκουσε, για κάτι που διάβασε στους βίους των Αγίων και τα Γεροντικά, αν θέλει να μιλήσει για πνευματική ζωή, για πνευματικούς αγώνες, για προσευχή και εγκράτεια και νηστεία και άλλα, ε, τότε θα τον θεωρήσουν όχι μόνον αντικοινωνικό, και γω δεν ξέρω τι άλλη μομφή θα του δώσουν.

Και όμως οι άνθρωποι είναι πλασμένοι για τον ουρανό, «ουκ επ’ άρτον μόνον ζήσεται άνθρωπος», λέγει η Αγία Γραφή, δεν ζει ο άνθρωπος μόνον με το ψωμί, χρειάζεται αλλά δε ζει μόνον με αυτό. Και κάπου αλλού μας τονίζει ιδιαιτέρως, -τι μας λέγει ιδιαιτέρως;- ότι ζητείτε πρώτα την Βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνην του και όλες οι υλικές ανάγκες σας θα τις καλύψω εγώ, ως Παντοδύναμος Θεός, αρκεί να μου έχετε εμπιστοσύνη, εμπιστοσύνη ότι είμαι Πατέρας σας, εμπιστοσύνη ότι είμαι ο παντοδύναμος Τριαδικός Θεός, ότι είμαι ο Πλάστης σας και Δημιουργός. Τι φωνάζει ο Απόστολος Παύλος, «τα άνω ζητείτε, τα άνω φρονείτε μη τα επί της γης», εκεί από την Προς Καλασσαείς Επιστολή του.

«Ξενοθώμεν του κόσμου λοιπόν, τον νουν εις ουρανόν μεταθέντες». Ακούγοντας όσα είπαμε μέχρι τώρα, μερικοί μπορεί να μας πουν ότι έχουν δίκιο που μας κατηγορούν εμάς τους χριστιανούς, ότι ενδιαφερόμαστε μόνο για τα ουράνια και για την άλλη ζωή, και αδιαφορούμε για τα γήινα προβλήματα. Περιμένουν μόνον την άλλη ζωή και αρνούνται λέει να συμμετάσχουν στην πρόοδο του πολιτισμού, και της επιστήμης και της τέχνης, και ότι η θρησκεία είναι το όπιον του λαού που κοιμίζει τους χριστιανούς, για να μην μπορούν να κάμουν κοινωνικές επαναστάσεις, έτσι μας κατηγορούν, και αφήνουμε λέει ανενόχλητους τους διεφθαρμένους να εκμεταλλεύονται το λαό. Υπάρχουν και άλλοι που λένε και άλλα πολλά διάφορα, με κοσμοθεωρίες τις οποίες δυστυχώς πολλές φορές αυτές τις υλιστικές θεωρίες τις ασπάζονται και τα διάφορα πολιτικά κόμματα. Σ’ αυτούς βέβαια οι οποίοι μας κατηγορούν κάτι τέτοια, έχουμε να απαντήσουμε ότι πρόκειται περί παρεξηγήσεως. Ο χριστιανός δεν αδιαφορεί για τη γη. Διότι ο Θεός έγινε άνθρωπος στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και ήλθε στη γη. Και έδειξε το ενδιαφέρον Του για τους ανθρώπους. «Διά τούτο γαρ ο υψηλός Θεός, επι γης εφάνη ταπεινός άνθρωπος». Ενδιαφέρεται για τη γη. Διότι αυτή η γη καλλιεργείται. Διότι αυτή η γη δίνει τους καρπούς της τους οποίους εμείς γευόμεθα όλοι μας. Ο χριστιανός ενδιαφέρεται και για τη γη, ενδιαφέρεται και για τον κόσμο, ενδιαφέρεται και για την κοινωνία.
Όλες οι Μητροπόλεις στην Ελλάδα έχουν πολλαπλές φιλανθρωπικές δραστηριότητες, έχουν ένα πλήθος από γηροκομεία, από φιλόπτωχα ταμεία, από καθημερινά συσσίτια, αλλά βλέπετε τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, οι τηλεοράσεις, δεν ασχολούνται με τις φιλανθρωπικές δραστηριότητες, μήπως ασχολήθηκαν ποτέ ότι υπάρχουν σε αρκετές μητροπόλεις και σε νησιά φιλανθρωπικοί σύλλογοι υπό την προστασία των μητροπολιτών, που προσφέρουν πλήρη προστασία στις άγαμες κοπέλες που είναι έγκυες, αρκεί να μην κάνουν έκτρωση; Και δω στας Αθήνας υπάρχει φιλανθρωπικός σύλλογος εκκλησιαστικός του αγεννήτου παιδιού, στις οποίες πρόεδρος είναι η σύζυγος του πατρός Γεωργίου Μεταλληνού η πρεσβυτέρα. Επίσης υπάρχει στη Θέρμη της Θεσσαλονίκης φιλανθρωπικός συλλογος πάλι για το αγέννητο παιδί που ονομάζεται «Ευγγελιστής Μάρκος», και της οποίας προϊσταται ο πατήρ Κωνσταντίνος Πλευράκης.
Θα μπορούσαμε βέβαια να πούμε και άλλα φοβερά πράγματα και ενδιαφέροντα, είναι για τα κακά εκείνα τα οποία σήμερα θα κάμουν και θα μας φέρουν και θα πλημμυρίσουν και την πατρίδα μας αλλά και ολόκληρο τον κόσμο από δεινά. Ιδιαίτερα όμως μας δίδονται οι πληροφορίες από το Άγιον Όρος, και από Αγίους ερημιτάς και ασκητάς και άλλους αγίους ανθρώπους, ότι η Ελλάδα έχει να τραβήξει στο άμεσο μέλλον πολλά δεινά εξαιτίας των εκτρώσεων, διότι είναι από διακόσιες έως τετρακόσιες χιλιάδες το χρόνο εκτρώσεις. Για βάλτε τις αυτές σε μία εικοσαετία, θα βλέπατε λοιπόν ότι σήμερα θα είχαμε τρία εκατομμύρια νέους ανθρώπους, εκ των οποίων άλλοι θάταν στρατιώτες, άλλοι θάταν στα Λύκεια, άλλοι στα Γυμνάσια, άλλοι στα Δημοτικά, άλλοι στα Νηπιαγωγεία, και θα εζητούντο πλήθος δασκάλων και καθηγητών για να μπορέσουν να μορφώσουν τούτα τα παιδιά. Και όμως όλα αυτά εσφάχτηκαν από τους λεγομένους γονείς και μητέρες, αν λέγονται μητέρες αυτές.
Ώσπου να οργανωθεί το κράτος μας σε μια ολοκληρωμένη κοινωνική και νοσοκομειακή πρόνοια, τα πάντα τα είχε η Εκκλησία. Όλα τα είχε η Εκκλησία τότε. Αυτό φαίνεται βέβαια και στα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς. Αλλά τέτοια ιστορία όμως ούτε την διαβάζουμε, ούτε και διδάσκεται στα σχολεία μας.

Τότε θα πείτε τι σημαίνει «ξενοθώμεν του κόσμου;». Δε σημαίνει να αποξενοθούμε από τον κόσμο τοπικά, αλλά τροπικά. Θα ζούμε στο κόσμο αλλά δεν θα γινόμεθα κόσμος. Και μάλιστα κόσμος μέσα στην αμαρτία. Μέσα στον κόσμον αλλά όχι κόσμος. Ο κόσμος της φθοράς και της αμαρτίας. Αυτό το στίχο, αυτό το στόχο μάλλον είχε και η αγωνιώδης εκείνη προσευχή που έκανε ο Κύριος το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης πριν αρχίσει το φοβερό του πάθος, όταν έκαμε προσευχή στον ουράνιο Πατέρα και είπε «Πάτερ ουκ ερωτώ ίνα άρεις αυτούς εκ του κόσμου, αλλ’ ίνα τηρήσεις αυτούς εκ του πονηρού». Δεν σου ζητώ να τους πάρεις μέσα απ’ τον κόσμο, τους δώσεκα αυτούς Αποστόλους, και τους διαδόχους αυτών και να τους πας στας ερήμους και στα βουνά, αλλά θέλω να τους διατηρείς σώους και αβλαβείς από τον πόλεμον του πονηρού, των παθών και της κακίας. Αυτή ήταν η προσευχή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και αυτό θα πει «ξενοθώμεν του κόσμου».
Ο χριστιανός ζει την αγωνίαν του κόσμου αλλά δεν παρασύρεται από το πνεύμα του κόσμου, από το κοσμικό φρόνημα, το φρόνημα της αμαρτίας. Ενδιαφέρον για τη γη, αγάπη για τον άνθρωπο, αγώνας για κοινωνική δικαιοσύνη, ή πάλι για μια καλύτερη κοινωνία, αυτά εξασφαλίζουν συγχρόνως, όταν γίνονται με αρετή, εξασφαλίζουν και το εισιτήριο για τον ουρανό. Ο χριστιανός αν είναι αληθινός χριστιανός δεν αδικεί τον πλησίον, δεν απατά, δεν κλέβει, δεν προδίδει, δεν εκμεταλλεύεται τις ανάγκες του πλησίον, δεν βλασφημά τα θεία, δεν σκοτώνει τα έμβρυα, δεν δημιουργεί κοινωνικές αναταραχές, δεν αδικεί, δεν κοροϊδεύει, δεν συκοφαντεί, σέβεται την ελευθερία του πλησίον, αυτός είναι ο χριστιανός. Φυλάγεται από την χαρτοπαιξία, φυλάγεται από τον αλκοολισμό, φυλάγεται από τον ιππόδρομο, τα ναρκωτικά και την αναρχία. Φροντίζει να μην φανατίζεται για τίποτα και δεν είναι θορυβοποιός.

Θα μπορούσαμε να πούμε και άλλα πολλά για να καταδείξομε ότι ο χριστιανός ζώντας μέσα στην κοινωνία, είναι ο μόνος νομοταγής πολίτης, ο θεοσεβής πιστός χριστιανός. Με όλα αυτά απεδείχτηκε ότι ο αληθινός χριστιανός αγωνιζόμενος μέσα στην πληθωρική κακία και αδικία, σεβόμενος τον εαυτόν του και τον πλησίον, είναι ευεργέτης της κοινωνίας. Και όταν ο πιστός αυτός και σωστός χριστιανός, γίνει και άγιος, τότε καθίσταται ο κοινωνικότερος όλων των ανθρώπων. Όταν εσύ ο χριστιανός, και συ, και συ και γω, γίνομε άγιοι είμαστε οι κοινωνικότεροι όλων των ανθρώπων, όλων των ανθρώπων της γης. Γιατί; Γιατί αποκτούμε ως άγιοι αγιασμένη επικοινωνία με τον Θεόν, που σημαίνει ότι δια των προσευχών του ο Άγιος στηρίζει ολόκληρη την οικουμένη, όλους τους ανθρώπους. Αγαπώντας τον Θεόν, αγαπάς και τον πλησίον, και πρακτικά, και έμπρακτα. Είσαι ευεργέτης. Είσαι ο διακονών της κοινωνίας.

Χριστιανοί μου, άνω σχώμεν τας καρδίας. Αυτό θα πει «ξενοθώμεν του κόσμου και τον νουν εις ουρανόν μεταθέντες». Άνω σχώμεν τας καρδίας, και το φωνάζομεν αυτό. Και τον παρακαλούμε σε κάθε μας λειτουργία. Φτάνει πια, αρκετά χρόνια ζήσαμε κολλημένοι μέσα στη λάσπη της αμαρτίας. Καιρός πλέον να ξεκολλήσουμε από τη λάσπη δια της μετανοίας και να πετάξομε ψηλά, ψηλά στον ουρανόν όπου ο θρόνος του Τριαδικού Θεού, δια πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου Δεσποίνης ημών κα Αειπαρθένου Μαρίας,

Αμήν.