Κυριακή, 25 Απριλίου 2004

Οι προϋποθέσεις εκλογής των 7 Διακόνων και τα δικά μας πνευματικά προσόντα



Κυριακή Μυροφόρων 2004

«Και εξελέξαντο Στέφανον, άνδρα πλήρης πίστεως και Πνεύματος Αγίου. Και Φίλιππον, και Πρόχωρον, και Νικάνωρα και Τίμωνα, και Παρμενάν και Νικόλαον τον προσήλυτον.»
Το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα αδελφοί μου, Κυριακή των Μυροφόρων, είναι παρμένο από τις Πράξεις των Αποστόλων, το πέμπτο κατά σειρά βιβλίο της Καινής Διαθήκης, το οποίον συνέγραψε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Σ’ αυτό περιγράφεται η ζωή της πρώτης Εκκλησίας, η δράσις των Αποστόλων με αρκετές λεπτομέρειες και ειδικότερα του Αποστόλου Παύλου, από το Δέκατο Έκτο Κεφάλαιο και μετά. Είναι βιβλίο Θεολογικό και Θεόπνευστο, όπως όλα τα ιερά βιβλία της Αγίας Γραφής.
Και ενώ ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας περιγράφει την διάδοση του Ευαγγελίου και την επέκταση της Εκκλησίας εις πάντα τα έθνη, ταυτόχρονα μας καταμαρτυρεί την σωτηριώδη επέμβαση του Αγίου Θεού μετά πάσης σοφίας μέσα στην Ιστορία του κόσμου τούτου.
Η διάδοσις της Ευαγγελικής αλήθειας και το κήρυγμα της χριστιανικής πίστεως δεν είναι μόνο λόγια. Δεν είναι απλές φιλοσοφικές ιδέες και θεωρίες. Ούτε μόνον ανθρώπινες πράξεις και ενέργειες. Ούτε και πάλι μόνον απολύτως θεϊκές.
Αλλά είναι Θεανθρώπινες. Διότι κηρύσσομεν Ιησούν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον. Τον Θεάνθρωπο Κύριο τον Σωτήρα του κοσμου. Ο Χριστός είναι η σωτηρία. Και αυτόν κηρύσσομεν. Ο Χριστός είναι το φως του κόσμου και αυτόν καταγγέλομεν. Είναι η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Ο Χριστός είναι η Ζωή και η Ανάστασις. Ο Χριστός ομιλεί και κηρύσσει και όχι εμείς. Δικός Του ο λόγος, δικό Του το Ευαγγέλιο. Δική Του και η Εκκλησία. Ο Χριστός φωτίζει, και όχι εμείς, ο Χριστός κάνει τα θαύματα, Αυτός θεραπεύει τις αρρώστιες, και ανασταίνει νεκρούς τη αμαρτία και όχι εμείς. Αυτός σώζει, αυτός είναι ο Σωτήρας, και όχι εμείς, και όχι εγώ. Αυτός μεταμορφώνει την Ιστορία και απλώνει την Βασιλεία Του στις καρδιές όλων εκείνων που Τον θέλουν για Σωτήρα τους.
Εμείς οι κληρικοί παντός βαθμού είμεθα ταπεινά Του όργανα, οικονόμοι της Θείας Χάριτος. Και μερικές φορές, ας μου επιτραπεί η έκφρασις, τενεκέδες ξεγάνωτοι, «ων πρώτος ειμί εγώ». Μας δίδει Χάρη και έχομε Χάρη, μας δίδει Θείο φωτισμό και φωτιζόμεθα, και έτσι καθιστάμεθα φωτοδότες. Χωρίς Θείο φωτισμό είμεθα απλωμένα σκοτάδια. Φωτοσβέστες τις περισσότερες φορές, με σκοτισμένο το νου, και κατεστραμένη τη συνείδηση.

Έχεις φωτισμό από τον Χριστό; Θα δώσεις!
Δεν έχεις; Δεν θα δώσεις!...
Έχεις Χάρη; Παίρνεις Θεία Χάρη από τον Θεόν; Θα δώσεις!
Δεν έχεις; Τι θα δώσεις;
Έχεις προσευχή; Έχεις καθαρή προσευχή; Έχεις καρδιακή προσευχή; Αν έχεις θα δώσεις!
Α δεν έχεις τι θα δώσεις; Προπαντός στα παιδιά σου, στους οικείους σου, στον διπλανό και σ’ όλο τον κόσμο;
Αν έχεις λοιπόν θα δώσεις, και θα δώσεις απλόχερα.
Ό,τι παίρνεις από τον Θεόν, εκείνα και δίδεις. Τα πνευματικά και τα ουράνια, και όταν τα παίρνεις δίδεις, και άρτον ουράνιον και ύδωρ ζόν.

Ό,τι πάλι δυστυχώς παίρνουμε και αποδεχόμεθα από τον διάβολο, εκείνα και θα δώσουμε. Δηλαδή τα πάθη μας. Αυτά που καλλιεργούμε. Το θυμό και τα νεύρα και την γκρίνια, τις ψευτιές και την κατάκριση. Την πονηριά και την μνησικακία, την πορνεία και την ασέλγεια, την περηφάνεια, την κενοδοξία, τον εγωισμό, το πείσμα, την κακία, την απιστία, την άρνηση, και όλο το αμέτρητο κακό συναπάντημα για να μην αναφερθούμε σε όλα τα πάθη.

Τι είχαν αυτοί που εξελέγησαν ως διάκονοι από τον πιστόν λαόν του Θεού; Είχαν Άγιον Πνεύμα. Ήσαν άνδρες πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας, όπως μας βεβαίωσε το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα. Πλήρεις Πνεύματος Αγίου, Σοφίας και Πίστεως. Εμείς τι έχουμε; Εσείς τι έχετε; Δεν ξέρω τι έχετε … πάντως εγώ δεν έχω τίποτα.

Από δε τον Πρωτομάρτυρα και Αρχιδιάκονο Στέφανο, έχουμε την πρώτη ανθρώπινη μαρτυρία, με την υπερκόσμια Θεοφάνεια για τον Ιησού Χριστό και την Ανάστασή Του.
Να πως περιγράφεται: «Υπάρχουν δε πλήρεις Πνεύματος Αγίου», «ο Στέφανος ατενίσας εις τον Ουρανόν είδε Δόξαν Θεού, και τον Ιησούν εστώτα εκ δεξιών του Θεού και είπεν : Ιδού θεωρώ τους Ουρανούς ανεωγμένους και τον Υιόν του Ανθρώπου, εκ δεξιών του Θεού εστώτα». Και καθ’ όν χρόνον έκαμε αυτή την ομολογία, μπροστά στο πλήθος και το Συνέδριο των Αρχιερέων Γραμματέων και Φαρισαίων, «είδον οι πάντες το πρόσωπον αυτού ωσεί πρόσωπον αγγέλου». Η μαρτυρία αυτή, η ομολογία, η παρρησία και ο έλεγχος του Αγίου Στεφάνου, σφραγίστηκαν με τη μεγάλη του θυσία που έγινε με λιθοβολισμό- τον σκότωσαν δηλαδή με πέτρες.
Εμάς όμως μας απασχολούν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, που είχαν οι επτά άνδρες με πρώτο τον Άγιο Στέφανο. Πολύ πριν ακόμα χειροτονηθούν διάκονοι από τους Αποστόλους, ξεχώριζαν ανάμεσα στο πλήθος των χριστιανών, για την φλογερή τους πίστη, την ενεργουμένη αγάπη, την ολοπρόθυμη θυσία, την κεχαριτωμένη ταπείνωσή τους, την αγνότητα τους ήθους, τη σοφία, τη σύνεση, και την πληρότητα του Αγίου Πνεύματος. Από τέτοιες ψυχές λαμπρύνεται η Εκκλησία μας, η Εκκλησία της Αναστάσεως. Ο διωγμός και το μαρτύριον είναι η δόξα της Εκκλησίας.
Άρα ο κανόνας της πνευματικής ζωής, ημών των Ορθοδόξων Χριστιανών, ακόμα και μέσα στα σπίτια μας, ακόμα και μέσα στις οικογένειές μας και σε ολόκληρη τη ζωή μας, είναι οι πειρασμοί, οι θλίψεις, τα βάσανα, οι αρρώστιες, οι στεναχώριες, οι κατατρεγμοί, οι αναποδιές, και τέλος ο Σταυρός και το μαρτύριον.
Όταν η Εκκλησία μας διώκεται τότε και δοξάζεται. Όταν η Ορθοδοξία μας σταυρώνεται τότε και θριαμβεύει. Και όταν η καρδιά του καθενός από μας που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή μέσα στον Ιερόν Ναόν, πληγώνεται και αιμορραγεί, αφενός μεν από την κακία του διαβόλου, και αφετέρου από τα ίδια μας τα δικά μας πάθη, και κατορθώνει και ορθοποδεί και θεραπεύεται με τη μετάνοια και το Αίμα του Σωτήρος Χριστού, τότε και αυτή συνδοξάζεται, συνεκλαμπρύνεται, συνανασταίνεται, και λαμπροφορεί μαζί με την Εκκλησία του Χριστού.

Χριστιανοί μου,
Για να μας εκλέξει και μας ο Θεός, διακόνους και κληρονόμους της Βασιλείας των Ουρανών, της δικής Του Βασιλείας, για να μας κάνει ξανά παιδιά Του, ίνα απολάβομεν την Υιοθεσίαν, απαιτείται αληθινή μετάνοια, ζωντανή πίστις, ένθεος ζήλος, αγάπη ενεργουμένη, φόβος Θεού, ταπεινόν φρόνημα, ασκητικόν πνεύμα, πνευματικοί αγώνες, συμμετοχή στα σωστικά μυστήρια, συνεχής αδιάλειπτη προσευχή και πάνω απ’ όλα το έλεος του Αγίου Θεού.

Πάντα ταύτα τα εύχομαι εις όλους σας, αλλά και σεις όμως με τη σειρά σας,
να τα εύχεστε σε μας που είμεθα διάκονοι, ιερείς, και επίσκοποι Χριστού,
Αμήν

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2004

Οι τρείς λόγοι γιά τούς οποίους είπεν ο Κύριος, Πάτερ άφες αυτοίς καί η δική μας κραυγή στούς λόγους τού Κυρίου Θεέ μου,Θεέ μου,ίνα τί μέ εγκατέλειπες



Μεγάλη Παρασκευή 2004

«Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν».
Ουράνιε Πατέρα συγχώρεσέ τους γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν. Αυτές τις ημέρες κάθε χρόνο, επί είκοσι τρία τώρα τόσα χρόνια που κηρύσσεται ο λόγος του Θεού, πάντοτε είναι διστακτικός και πολύ προβληματικός διότι τα πάντα, καλύπτονται τα πάντα από την εκκλησιαστική υμνολογία της Εκκλησίας μας, και δεν μένει κανένα κενό που να μπορούμε να το συμπληρώσουμε εμείς.
Αλλ’ όμως χριστιανοί μου, πρέπει ορισμένα πράγματα να υπενθυμίζονται, πρώτα στον κηρύσσοντα και ύστερα εις όσους έρχονται να παρακολουθήσουν και να συμμετάσχουν με την ψυχή και με την καρδιά τους, με το νου και με τις αισθήσεις τους, στην Αποκαθήλωση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Αυτή η κραυγή χριστιανοί μου άραγε να είναι μόνον λόγια απείρου ευσπλαχνίας και αγάπης, ή μήπως κρύβουν και κάτι άλλο.
«Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν».
Πρώτα πρώτα πολλές φορές βλέπομε μέσα στα Ευαγγέλια, ο Χριστός μας, ο Κύριός μας, ο Σωτήρας μας, να αποκαλεί τον Θεόν Πατέρα. Έτσι και πάνω στον Γολγοθά, καρφωμένος στον Σταυρό, παρακαλεί τον Θεόν Πατέρα να συγχωρέσει τους σταυρωτάς Του. Τους σταυρωτάς του Υιού του ανθρώπου. Ενώ εξυπακούεται πως ήδη αυτός είχε συγχωρήσει τους φονιάδες Του.
Το «άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» σημαίνει ότι συνηγορεί και υπερασπίζεται τρόπον τινά τους διώκτας Του και εγκληματίες, τους άρχοντας και τον αχάριστον λαόν. Έτσι ο Θεάνθρωπος Κύριος γίνεται ο ανυπέρβλητος μεσίτης μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων. Δεν αφήνει τον Πατέρα να τιμωρήσει παραδειγματικά τους άρχοντες, τους Αρχιερείς, τους Γραμματείς, τους Φαρισαίους, τους πρεσβυτέρους, καθώς και τους Ρωμαίους, τους στρατιώτας Ρωμαίους, ακόμα και τον Πιλάτο και τον αχάριστο λαό, γιατί πολλοί από αυτούς θα επέστρεφαν και θα ομολογούσαν την πίστη τους και θα μαρτυρούσαν στο όνομά Του, όπως συνέβη με τον Πρωτομάρτυρα και αρχιδιάκονο Στέφανο, τον Ελληνιστή εξ Ιουδαίων, τον Απόστολο Παύλο, τον εκατόνταρχο Λογγίνο, και τόσους άλλους επωνύμους και ανωνύμους για να μην τους αναφέρομε.
Και κάτι άλλο. Όταν απευθύνετο στον Πατέρα, δεν το έκαμε γιατί αγνοούσε ο Πατέρας τι ήθελε ο Υιός και Λόγος, ούτε γιατί ο Υιός αμφέβαλε για το τι ήθελε ο Ουράνιος Πατέρας Θεός. Αφού μία είναι η θεότης του Πατρός και του Υιού, του Πατρός του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αλλά ήθελε να αποκαλύψει και να φανερώσει τον Πατέρα Του πρώτα πρώτα στους άρχοντες και στον λαόν, και κατόπιν σε ολόκληρον τον κόσμον. Το έκαμε πολλές φορές. Φάνηκε αυτό στην προσευχή που έκαμε στον κήπο της Γεθσημανή. Αλλά λίγο πριν όμως στην λεγομένη Αρχιερατική Του προσευχή, αλλά και σ’ άλλες ευκαιρίες. Και ήθελε να αποκαλύψει, να αποκαλύψει ο Υιός τον Πατέρα, δηλαδή την Τριαδικότητα του Αγίου Θεού, και μάλιστα ότι Αυτός με τον Πατέρα έχουν την ίδια φύση και την ίδια ουσία. Μάλιστα. Και πάνω στο Σταυρό ο Χριστός είναι «ομοούσιος τω Πατρί», «Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού». Όπως και στην Μεταμόρφωση, ακούσθηκε η φωνή του Πατρός που μαρτυρεί και φανερώνει πρώτα στους μαθητάς και ύστερα στους ανθρώπους τον Υιόν του λέγοντας «ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα», επαναλαμβάνω, «Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού, ούτος εστί Υιός μου ο αγαπητός, αυτού ακούετε», ελέχθη και στο Βάπτισμα, έτσι λοιπόν και τώρα, ο Υιός πάνω από το Σταυρό, αποκαλύπτει και φανερώνει τον Πατέρα Του.
Ώστε λοιπόν τους λόγους αυτούς «Πάτερ άφες αυτοίς» του Εσταυρωμένου Κυρίου μας Ιησού Χριστού, βλέπουμε θεολογικώς τρία πράγματα :
- Πρώτον, την άπειρη ευσπλαχνία του Θεού Πατρός
- Δεύτερον, ότι ο Κύριος γίνεται ο μοναδικός συνήγορος και υπερασπιστής και μεσίτης όλων των ανθρώπων και
- Τρίτον, την φανέρωση του Πατρός από τον Υιό, ως έχοντες την ίδια φύση και ουσία.

Και τώρα μία δεύτερη κραυγή για να τελειώσουμε. Θα θέλαμε να τις πούμε και τις επτά αυτές φωνές που είπε ο Κύριος και να τις αναλύσουμε μία μία που είπε πάνω από το Σταυρό, αλλά θα σταθούμε μόνο σε δύο.
Η δεύτερη είναι το «Ηλί, Ηλί λαμά σαβαχθανί» τουτέστιν «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες;». Η κραυγή αυτή του Θεανθρώπου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις θεολογικές. Οι περισσότερες από αυτές κατέληξαν σε ακρότητες και σε θέσεις όχι Ορθόδοξες, δηλαδή αιρετικές. Έτσι λοιπόν οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους πλανεμένους, ισχυρίζονται ότι για λίγα δευτερόλεπτα η Θεία φύσις εγκατέλειψε την ανθρώπινη. Λένε δηλαδή ότι ο Θεός Πατέρας εγκατέλειψε έστω και για λίγο τον Ιησού Χριστό, τον Υιόν Του, για να αισθανθεί δήθεν ο Κύριος τη φρίκη, την οδύνη και τον πόνον αυτής της εγκαταλείψεως. Και δω είναι το λάθος, είναι η πλάνη, είναι η αίρεσις.
«Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλειψες»; Ο Θεός είναι απαθής και ο άνθρωπος υποφέρει. Η Ορθόδοξος θέσις είναι ότι στους λόγους αυτούς, εκπληρώνεται η προφητεία του εικοστού πρώτου ψαλμού, στίχος δεύτερος που λέγει «ο Θεός, ο Θεός μου πρόσχες μοι, ίνα τι εγκατέλειπές με;» Ο εικοστός πρώτος ψαλμός είναι Μεσσιακός και ο στίχος Χριστολογικός και προφητικός. Μας αποκαλύπτει την οδύνη του Χριστού πάνω στο Σταυρό. Ο Χριστός δεν έβγαλε αυτή την κραυγή μηχανικά, αλλά με την επανάληψη εκπληρώνει την προφητεία. Στον Ευαγγελιστή Ματθαίο, προηγούνται οι Θεϊκές οράσεις των προφητών και ακολουθούν τα έργα. Οι πράξεις και τα λόγια του Κυρίου που επαληθεύουν και σφραγίζουν τις προφητείες. Έτσι ουδέποτε εγκατέλειψε ο Θεός Πατέρας τον Υιόν και Θεάνθρωπον Κύριον. Ούτε και μπορούσε. Διότι πως ήτο δυνατόν να εγκαταλείψει η μία φύσις την άλλην, αφού ο Υιός με τον Πατέρα είναι ένα και το αυτό Πράγμα, είναι μία φύσις, είναι μία ουσία, είναι μία θέλησις, έχουν μία θέληση, έχουν μία ενέργεια; Ούτε και πάλι η Θεία φύσις μπορούσε να εγκαταλείψει ποτέ την ανθρώπινη φύση, στο πρόσωπον βέβαια του Ιησού Χριστού, διότι Θεία και ανθρωπίνη φύσις ήσαν ενωμένες, μια για πάντα και εις τους αιώνας, στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού, ατρέπτως και αναλλοιώτως και αχωρίστως και αδιαιρέτως στους αιώνες των αιώνων, σύμφωνα με τους όρους της τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου εν Χαλκηδόνι.
Αυτό σημαίνει ότι δεν χωρίστηκαν, ούτε χωρίζονται, ούτε διαιρούνται, ούτε και θα χωριστούν ποτέ η μία φύσις από την άλλη. Ενωμένη η μία φύσις, αδιαίρετα, άτρεπτα, αναλλοίωτα εις τους αιώνας, έτσι ανελήφθηκε ο Χριστός εις τους ουρανούς, μαζί με την ανθρώπινη φύση, την οποίαν Εκείνος θέωσε και δόξασε τώρα εις τα δεξιά του Θεού και Πατρός.
Αλλά η κραυγή του Χριστού προς τον Θεόν Πατερα, ήταν και δική μας κραυγή, όπως μας λέγει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Η κραυγή της αμαρτωλής ανθρωπότητος, την αμαρτία της οποίας πλήρωνε ο Χριστός με το Αίμα Του και με τη Θυσία Του πάνω στο Σταυρό. Και ο Άγιος Κύριλλος συνεχίζει λέγοντας ότι «η κένωσις του Θεού Λόγου με την ενανθρώπησή Του στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, έφθασε στο υψηλότερο σημείο που ανθρώπινο μυαλό δεν μπορεί ποτέ να συλλάβει». Και το υψηλότερο σημείο είναι η Σταυρική Του Θυσία. Άδειασε τους ουρανούς. Έγινε άνθρωπος στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, γεννήθηκε από την Παρθένον Μαρία, «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», μεγάλωσε ως άνθρωπος χωρίς να πάψει να είναι Θεός, έπαθε ως άνθρωπος χωρίς να πάψει να είναι και τέλειος Θεός. Γι’ αυτό και η κραυγή λέγεται τελεία εγκατάλειψις και εκφράζεται μ’ αυτή την κραυγή.
Επαναλαμβάνω για να τονίσω βεβαιωτικά ότι η κραυγή αυτή του Χριστού, προς τον Θεόν Πατέρα εκφράζει την δική μας αγωνιώδη κραυγή, διότι με την αμαρτία χάσαμε την κοινωνία μας με τον Θεόν. Αυτήν την κοινωνίαν την αποκτάμε μόνον με την Θεία Κοινωνία. Αφού βέβαια προηγηθεί το Άγιον Βάπτισμα, το Άγιον Χρίσμα, μέσω της πίστεως στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού, στην Τριαδικότητα του Θεού, στην ίδρυση της Εκκλησίας, στα Πανάγια Μυστήρια, στην Ιερά Παράδοση, στους Αγίους και σε τόσα άλλα που διδάσκει η Αγία μας Εκκλησία, και όλα αυτά μέσα στη Θεία Κοινωνία.
Έτσι μέσα σ’ αυτήν την Θεία Κοινωνία συσσωματούμεθα μαζί Του και καθιστάμεθα σύναιμοι και κοινωνοί Θείας Φύσεως. Αυτό σημαίνει και δηλώνει και την δική μας συμμετοχή στην Σταυρική Θυσία του Θεανθρώπου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, - άρα η κραυγή Του «Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλειψες» είναι η δική μας κραυγή. Η κραυγή που σώζει.
Δόξα τη μακροθυμία Σου Κύριε.

Και θα κλείσουμε με το πρώτο μέρος για να τονίσομε ότι παρόλα, όπως είπε η προφητεία προηγουμένως, «ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη» από την κτηνώδη κακία μας, Εκείνος πάνω από το Σταυρό μας αφήνει γλυκειά Διαθήκη.
Και ξέρετε ποια είναι η γλυκύτατη αυτή Διαθήκη;
Ακούστε την: «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2004

Η Θεία Κοινωνία του Ιούδα και η δική μας σωστή προετοιμασία



Μεγάλη Τετάρτη βράδυ 2004

Αδελφοί μου, «να με μιμείσθε λέγει ο Κύριος».
Ο πρώτος να είναι έσχατος και ο Δεσπότης να είναι ο διακονών. Δηλαδή να Τον μιμηθούμε όσο είναι δυνατόν περισσότερο στην ταπείνωση. Τα κηρύγματα νομίζω ότι δεν χρειάζονται, διότι όλη η Εκκλησιαστική υμνολογία είναι ένα κήρυγμα πολύ δυνατό, που αν κανένας το προσέχει λέξη προς λέξη και ειδικότερα αυτοί που έχουν και δίπλα λίγο τη μετάφραση, συγκλονίζονται από όλα όσα μας διδάσκει η Εκκλησιαστική μας υμνολογία, σήμερα βέβαια, για την προδοσία του Ιούδα.
Σε κάποιο σημείο ο κανόνας, αν δεν απατώμαι στον τελευταίο ειρμό, μας μιλάει για μια «ξενία δεσποτική και αθανάτου τραπέζης εν υπερώω τόπω». Αλήθεια αυτή η «δεσποτική ξενία» ποια μπορεί να είναι;

Τέσσερα πράγματα μας τόνισε σήμερα η Εκκλησία μας ότι γιορτάζουμε σήμερα και μέχρι αύριο το μεσημέρι.
- Τον ιερό νιπτήρα,
- Τον Μυστικό Δείπνο,
- Την υπερφυά προσευχή, την οποία θα ακούσουμε ως πρώτο Ευαγγέλιο αύριο βράδυ και
- Την προδοσία.
Άρα λοιπόν «δεσποτική ξενία» είναι ο Μυστικός Δείπνος. Και όπως λέει το κοντάκιον, η «παράδοσις των καθ’ ημάς φρικτών μυστηρίων».

Ο Μυστικός Δείπνος είναι η πιο μεγάλη φιλοξενία, για τον άνθρωπο πάνω στη γη. Φιλοξενία μεγάλης τιμής.
Ποιος μας καλεί να μας φιλοξενήσει και να μας παραθέσει δείπνον μέγα; Ποιος άλλος, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων, ο Κύριος των κυριευόντων, ο Δεσπότης Χριστός, που με το στόμα των ιερέων, μας καλεί όλους, «λάβετε, φάγετε, πίετε εξ αυτού πάντες, μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Ποιους καλεί ο παμβασιλεύς Χριστός εις το δείπνον αυτό το μέγα; Καλεί εσένα, καλεί και σένα, καλεί και μένα, καλεί τον άλλον, αυτόν που είναι απέξω, μας καλεί όλους, όλους μας καλεί. Εμάς τους αμαρτωλούς και αχρείους δούλους. Διότι τέτοιοι είμεθα. Παρά ταύτα όμως εκείνος μας καλεί στο βασιλικό δείπνον.

Στην πραγματικότητα δεν είμαστε τίποτα, απλώς φανταζόμαστε ότι είμαστε κάτι, διότι βλέπομε τον εαυτόν μας στον καθρέφτη σαν φάντασμα. Ε, λοιπόν είμεθα αμαρτωλοί, βρώμικοι και τρισάθλιοι, παραταύτα όμως ο Κύριος όπως είπαμε και χτες, καταδέχεται να μας φυτέψει μέσα Του για να μπορέσουμε να αποδώσουμε καρπούς. Και βότρυν όπως λέγει, να φέρομε καρπόν δηλαδή, ποιόν καρπόν; Τον οίνον της αμπέλου, διότι Αυτός είναι η άμπελος και μείς είμεθα τα κλήματα.
Όσοι από μας δεν έχουν ψευδαισθήσεις για τον εαυτόν τους, τρέμουν μπροστά σ’ αυτήν την τιμή την οποία μας κάνει ο Κύριος. Και σε ποιο τραπέζι μας καλεί; Στα τραπέζι της Θείας Λατρείας. Σ’ αυτό το μεγάλο και μυστικό βασιλικό δείπνο προσφέρει ο Κύριος το Πανάγιον Σώμα Του και το Τίμιον Αίμα Του. Μας το βεβαιώνει και ο ίδιος. «Η σάρξ μου αληθώς εστί βρώσις και το Αίμα μου εστί αληθώς πόσις. Ο τρώγων μου την Σάρκα και πίνων μου το Αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ».
Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, προσφέρεται εις βρώσιν και εις πόσιν τοις πιστοίς. Είναι ο προσφέρων και ο προσφερόμενος. Ο θυσιάζων και ο θυσιαζόμενος. Είναι ο «πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος», όπως λέγομε κατά την κλάσιν του Τιμίου Σώματός Του στο «Πρόσχωμεν. Τα άγια τοις αγίοις».
Στο Μυστικό εκείνο Δείπνο, το βράδυ της μεγάλης Πέμπτης, μας το τόνισε ιδιαίτερα η υμνολογία σήμερα, ήσαν καλεσμένοι αποκλειστικά και μόνον οι Δώδεκα Μαθηταί. Και κοινώνησαν όλοι από τα χέρια Του, εάν παρακολουθήσατε το ιερό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα και τους λόγους της υμνολογίας, θα το διαπιστώσατε. Κοινώνησαν όλοι απ’ τα χέρια Του.

Ένας όμως δεν έπρεπε να κοινωνήσει, δεν ήταν καθαρός. Το έβλεπε και το είδε ο Κύριος ως καρδιογνώστης, γι’ αυτό και είπε «Υμείς καθαροί εστέ, αλλ’ ουχί πάντες». «Ήδη (ήξερε) γαρ τον παραδιδούντα αυτόν, δια τούτο είπεν ουχί πάντες». Ήξερε Αυτός ως καρδιογνώστης ότι εκτός ενός, οι υπόλοιποι ήσαν καθαροί.
Ακάθαρτος λοιπόν ήταν ο Ιούδας ο Ισκαριώτης. Πολλές οι αμαρτίες του. Η φιλαργυρία του, η κλεψιά – «και κλέπτης ην», λέει – ο φθόνος, η κακία, η δολιότης, η σκληροκαρδία, η προδοσία και τόσα άλλα.
Σ’ αυτές τις αμαρτίες προσετέθηκε ακόμα μία. Το ότι κοινώνησε αναξίως το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Αφού ήταν ανάξιος και ακάθαρτος, γιατί προσήλθε σ’ αυτό το δείπνο ο Ιούδας; Τι ήθελε να δείξει, ότι δήθεν ήτο καθαρός; Μα αυτό είναι υποκρισία! Θα μπορούσα να πω είναι ασυνειδησία, μέσα στα τόσα φοβερά που προσδίδει η Εκκλησία μας επίθετα στον Ιούδα, του προσέδωσε και αυτό. Σε ένα τροπάριο αν προσέξατε τον αποκαλεί ασυνείδητο. Να πως το λέγει ο υμνογράφος. «Εδέξαντο το λυτήριον της αμαρτίας Σώμα, ο ασυνείδητος, και το Αίμα το χεόμενον υπερ της του κόσμου το θείον», δηλαδή, «ο ασυνείδητος Ιούδας ελάμβανε στην δεξιά του χείρα το Σώμα του Κυρίου, δια του οποίου δίδεται, παρέχεται, η άφεσις των αμαρτιών, και το Θείον Αίμα που χύνεται για τη σωτηρία του κόσμου.»

Και τίθεται ένα ερώτημα. Είναι ασυνείδητος μόνον ο Ιούδας; Αλλά όχι. Αλλά και κάθε χριστιανός που είναι ανέτοιμος όταν προσέρχεται στη Θεία Κοινωνία. Τέτοιες μέρες σαν κι αυτές χαίρεται ο Θεός, χαίρεται ο Ουρανός, χαίρονται οι άγγελοι, χαίρονται οι άγιοι, χαίρεται η θριαμβεύουσα Εκκλησία, χαίρονται οι πάντες, διότι οι πιστοί αγωνιζόμενοι χριστιανοί προσέρχονται να κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων, «ψυχαίς καθαραίς και αρίπωταις χείλεσι», όπως τονίζει. Τα χείλη μας είναι καθαρά, όπως δε και οι ψυχές μας, γι’ αυτό και τρέχομε να κοινωνήσομε του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού. Αλλά δυστυχώς όμως δεν είμαστε όλοι έτοιμοι.
Υπάρχει δε και ένα πολύ μεγάλο κακό το οποίον συνήθως το ακούμε, βιάζουν οι σύζυγοι τους άντρες των, ή και το αντίστροφο καμιά φορά, βιάζουν ακόμα δε και τα παιδιά μας τα μεγάλα, έτσι απροετοίμαστα όπως είναι, να πάνε να κοινωνήσουν «για το καλό του χρόνου». Και μάλιστα λέει και το βράδυ το Πάσχα, επειδή διαβάζεται ο Κατηχητικός Λόγος, λένε ότι αυτό είναι η συγχωρητική ευχή, δεν είναι, λόγος είναι, ένας λόγος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που μας δηλώνει για τον θρίαμβον της Αναστάσεως. Εκείνο που γίνεται μεγάλη παρεξήγησις γιατί δεν μπορούμε να τα πούμε τότε, στο «νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες», αφορά εκείνους που δεν μπορούν να νηστεύσουν για λόγους υγείας, όχι για κείνους οι οποίοι συνειδητά δεν νηστεύουν, αν και έχουν τις δυνάμεις τις σωματικές, δε μιλάει γι’ αυτούς ο Χρυσόστομος, μιλάει για κείνους που είναι άρρωστοι, που είναι ασθενείς, που είναι ανήμποροι, που είναι στο κρεβάτι, ή αν είναι όρθιοι, έχουν χίλια δυο βάσανα στο σώμα τους και οι καϋμένοι δεν μπορούν να νηστεύψουν, και όταν τρώνε, τους τρώει και μέσα τους τα σωθικά, κάθε φορά που κάνουν μια μικρή κατάλυση ή μεγάλη. Γι’ αυτούς μιλάει ο Χρυσόστομος… Λοιπόν αμαρτάνουν όλοι όσοι πιέζουν τους ανθρώπους, αυτούς τους οικείους δηλαδή, να νηστεύουν (κοινωνήσουν).

Και βέβαια ήθελα, για να τελειώνουμε κιόλας, μη σας κουράζω, θέλω να κάνω μια ερώτηση. Τι ωφέλησε τον Ιούδα που κοινώνησε και από τα ίδια τα χέρια του Κυρίου. Εμείς κοινωνάμε μόνοι μας ως ιερείς. Εσείς κοινωνάτε απ’ τα χέρια των ιερέων. Ανάξιοι, άξιοι, άγιοι, μη άγιοι, αμαρτωλοί, ξαμαρτωλοί, κοινωνάτε. Αμ’ αυτός που κοινώνησε όμως απ’ τα χέρια του Κυρίου, τι τον ωφέλησε η Θεία Κοινωνία; Αφού μετά τη Θεία Κοινωνία πήγε και πρόδωσε !... Αμαρτωλός ήταν, αμαρτωλός παρέμεινε. Βρώμικος ήταν, βρώμικος παρέμεινε. Φιλάργυρος ήταν, φιλάργυρος παρέμεινε. Ελεεινός ήταν, ελεεινός παρέμεινε. Τι τον ωφέλησε; Ξέρετε και ποιο ήταν το αποτέλεσμα. Πήγε ύστερα και κρεμάστηκε. Αυτοκτόνησε. Και όχι μόνον αυτοκτόνησε αλλά ούτε το δένδρο τον δέχτηκε. Έσπασε το κλαδί, όπως διηγείται ο Αποστολος Πέτρος, έπεσε κάτω, σχίστηκε η κοιλιά του, άνοιξαν τα σπλάχνα του και βγήκαν προς τα έξω. Ούτε η γη δεν τον δέχτηκε. Τι τον ωφέλησε η Θεία Κοινωνία όταν αφού δεν ήταν έτοιμος, δεν είχε μετάνοια… Καταδέχτηκε μάλιστα να του πλένει και τα πόδια ο Κύριος, και δεν διαμαρτυρήθηκε.
Και όταν του έδωσε το τρυβλίον, του έδωσε τον άρτο βουτηγμένο μέσα στο κρασί και του είπε ότι αυτός που θα το φάγει αυτό, αυτός θα με προδώσει, ούτε εκείνη τη στιγμή δε συνήλθε, έτσι τις περισσότερες φορές δε συνερχόμεθα και μείς.
Περνάνε τα δραματικά γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδος, έρχεται το Πάσχα, κροτούν τα βεγγαλικά, υπάρχουν και οι λάμψεις εις τον ουρανό με τις φωτοβολίδες, χαιρόμεθα, ψήνουμε το αρνί την άλλη μέρα, και ύστερα από λίγες μέρες τα ξεχνάμε όλα. Τα ξεχνάμε όλα.

Αν δεν είμαστε έτοιμοι, αν δεν είμαστε έτοιμοι, δεν το λέω για μας, το λέω για τους χιλιάδες των ανθρώπων και τα εκατομμύρια των Ελλήνων, που είναι σήμερα έξω από τις εκκλησίες, που θάπρεπε να ήταν όχι μόνο γεμάτες, να μη μας χωρούσαν ούτε οι πλατείες των εκκλησιών ούτε οι δρόμοι, ούτε και τα παραδρομάκια και τα σοκάκια. Γεμάτες οι εκκλησίες, μεγάφωνα παντού να υπήρχαν, για να συμμετείχαν ως χριστιανοί συνειδητά στο Θείο αυτό δράμα, μήπως μέσα από αυτό το δράμα, ζούσε ο καθένας μας το προσωπικό του δράμα, της αμαρτίας, των αδυναμιών του και των παθών του, και φώναζε, και αν δεν υπάρχει πνευματικός μπορεί να φωνάξει, «Θεέ μου ελέησέ με τον αμαρτωλόν, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου, και φωνάζω ως άλλος ο ληστής, Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου.» Και κακούργοι νάμαστε, αν έχομε μετάνοια θα σωθούμε. Και χωρίς πνευματικό. Θα σωθούμε. Αρκεί να το φωνάξουμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας, συνειδητά, ως αμαρτωλοί, ότι ζητούμε το έλεος του Αγίου Θεού, και ο Θεός θα μας δώσει την ευκαιρία, πέρα από τα δάκρυα που θα χύσουμε εκείνη τη στιγμή και τον στεναγμό που θα βγάλουμε απ’ τα στήθη μας, και τη γροθιά που θα τη χτυπήσουμε πάνω εδώ, θα μας δώσει την ευκαιρία, όπως την έδωσε σε χιλιάδες ανθρώπους, και ενθυμούμε έναν, πού όταν ήτανε βαριά πληγωμένος, φώναξε μια νοσοκόμα και της είπε «κάτσε εδώ δίπλα μου», «θέλω να εξομολογηθώ», «μα δεν είμαι ιερεύς», «θα τα μεταφέρεις στον πρώτο πνευματικό που θα βρείς αυτά που θα σου εξομολογηθώ» και εξομολογήθηκε στη νοσοκόμα, και πήγε στην Βασιλεία των Ουρανών, και κείνη τα είπε κατόπιν στον πνευματικό και επίσκοπο, και διάβασε συγχωρητική ευχή, και είδε την ψυχή ανάμεσα στους αγγέλους και στους Αγίους.

Καμία δικαιολογία δεν υπάρχει για κανέναν από μας, όταν θέλει να μετανοήσει για να βρεθεί στην Βασιλεία των Ουρανών.

Αδελφοί μου τέτοια μετάνοια ζητεί απ’ όλους μας ο Θεός,
Αμήν.

Κυριακή, 4 Απριλίου 2004

Οι εύκολες μεταπτώσεις του θρησκευομένου λαού, ως όχλος και μάζα



Κυριακή των Βαϊων 2004

«Έλαβον τα βαϊα των φοινίκων και εξήλθον εις απάντησιν Αυτού».
Ύστερα από λίγο χριστιανοί μου και μετά απ’ τη Θεία Κοινωνία, θα κρατήσουμε όλοι στα χέρια μας τα ήδη ευλογηθέντα βάγια που είναι
-πρώτον, σύμβολα νίκης, νίκης κατά του κακού και της αμαρτίας, νίκης κατά της φθοράς και του θανάτου, νίκης κατά των δαιμόνων
-δεύτερον, τα βάγια είναι σύμβολα των θείων αρετών, και των θείων πράξεων, δηλαδή των έργων της πίστεως και
-τρίτον, με τα βάγια αρχίζει η προετοιμασία και η προπαρασκευή της υποδοχής των Αγίων ημερών της Μεγάλης Εβδομάδος.
Κι ενώ βρισκόμεθα στην παραμονή των σεπτών Παθών του Κυρίου, παρά ταύτα, τονίζω, - το τονίζω αυτό,- η σημερινή ημέρα είναι χαρμόσυνη και θριαμβευτική, γιατί η Ανάστασις νίκησε τον θάνατον, γιατί η αρετή νικά πάντοτε την αμαρτία, και γιατί η ζωή μαζί με τον Χριστό νικά κατά κράτος τον διάβολο.

Αλλά και το Αποστολικό Ανάγνωσμα της ημέρας το οποίον ακούσαμε σήμερα, αρχίζει με την χαρμόσυνη προτροπή του Αποστόλου Παύλου. «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε, και πάλιν ερώ χαίρετε».
Σ’ αυτήν την θριαμβευτική και πνευματική χαρά, μας καλεί και ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ο οποίος μας λέγει τα εξής: «Σήμερα ας αναπέμψομε ωδές και ύμνους πνευματικούς, και ας γιορτάσομε όχι όπως τα κοσμικά πανηγύρια, αλλά όπως ταιριάζει στον Θεάνθρωπο Κύριο, τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, κρατώντας τα βάγια των φοινίκων, όχι μόνο με τα σωματικά μας χέρια, αλλά κυρίως με τα χέρια της ψυχής μας, για να μπορέσομε να απορρίψουμε και να αποτινάξομε από πάνω μας κάθε αλαζονεία και έπαρση, κάθε εγωισμό και υπερηφάνεια, κάθε κακία και πονηριά, κάθε αδικία και ψευτιά, κάθε κατάκριση και υποκρισία, κάθε θυμό και ζήλεια». Αυτά μας τονίζει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας.
Από το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αδελφοί μου πληροφορηθήκαμε, ότι ο Κύριος πριν από την θριαμβευτική του είσοδο στα Ιεροσόλυμα ήτο στη Βηθανία, και μάλιστα στο σπίτι των αδελφών του τετραημέρου εν νεκρών Λαζάρου και των αδελφών του Μάρθας και Μαρίας. Παράθεσαν και οι τρείς δείπνο ευγνωμοσύνης στο Χριστό, και η χαρά ήτο διάχυτος στα πρόσωπα όλων. Οι εκδηλώσεις όμως της ευγνωμοσύνης εκδηλώθησαν κυρίως από την Μαρία, που άλειψε τα πόδια του Κυρίου με πολύτιμο μύρο, για να σκορπιστεί η ευωδία όχι μόνον σε ολόκληρο το σπίτι αλλά και έξω απ’ αυτό, και για να τα σκουπίσει κατόπιν με τα πλούσια μαλλιά της.
Παραφωνία σ’ αυτή την όλη ευλογημένη και τρισευλογημένη σκηνή, που έμεινε εις τους αιώνας κατά την ρήση του Κυρίου που ακούσαμε στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, ήταν η στάσις του Ιούδα. Πού ήταν και δω αποκαρδιωτική, αχάριστος για πάντα, άκαρδος, άσπλαχνος, φιλάργυρος, ασυγκίνητος, σε όλα όσα εγίνοντο μπροστά του και γύρω του. Γι’ αυτό και στο τέλος προδότης. Δόλιος και προδότης. Προδότης και μοχθηρός.
Φεύγοντας ο Κύριος την άλλη μέρα το πρωί από την Βηθανία, για να εισέλθη στα Ιεροσόλυμα, παρεμβαίνει και στις εκδηλώσεις όπως είναι γνωστό, και το ακούσαμε και στο Ορθρινό, αλλά και στο Λειτουργικό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, όχλος πολύς. Πρωτοφανής και επιβλητική υπήρξε η Είσοδος του Κυρίου μας στην Αγία Πόλη της Ιερουσαλήμ. Εσείσθη, λέει, η πόλις. Όλος ο κόσμος ξεσηκώθηκε και επικρατούσε ένας απερίγραπτος ενθουσιασμός. Μία μόνο φωνή ηκούετο. «Έρχεται ο Μεσσίας! Έρχεται ο Χριστός, ο Βασιλεύς του Ισραήλ!» Παλλαϊκή και αυθόρμητη ήταν η υποδοχή του Κυρίου. Μια υποδοχή στην οποίαν έλαβε μέρος όλος ο κόσμος των Ιεροσολύμων, ακόμα και τα παιδιά. Πολλοί έκοβαν τα κλαδιά από τα βαΐα των φοινίκων, τα έσειαν, τα κουνούσαν θριαμβευτικά και ζητοκράυγαζαν με όλη τους την καρδιά. «Ωσαννά, ευλογημένος ο Ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», ενώ άλλοι έστρωναν τα ενδύματά τους εις τους δρόμους.
Ο αυθόρμητος αυτός ενθουσιασμός έκαμε τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, τους άρχοντας και τους Αρχιερείς να πρασινίσουν απ’ το κακό τους. Από τα όσα θαυμαστά έγιναν από της αναστάσεως του Λαζάρου μέχρι και της θριαμβευτικής Εισόδου του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, έκαμαν τους Αρχιερείς, τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, ώστε από κείνης της ημέρας «συνεβουλεύσαντο ίνα θανατώσωσιν τον Ιησούν».
Εμείς βέβαια δεν θα σταθούμε στο μίσος και στην κακία των αρχόντων, που είδαμε πού οδήγησαν τελικά τον Κύριο στη Σταυρική Θυσία, αλλά αυτή ήταν και ο θρίαμβος του απολυτρωτικού έργου του Κυρίου μας. Θα σταθούμε για λίγο στη διαγωγή του όχλου.

Η Μαρία η αδελφή του Λαζάρου, με την πράξη της, έδειξε ότι είχε αληθινή αγάπη και αληθινή λατρεία προς τον Ιησούν Χριστόν, τον Σωτήρα της, όχι μόνον επειδή ανέστησε τον αδελφό της τον Λάζαρο, αλλά γιατί έτσι ήταν διαθέσιμη η καρδιά της πάντοτε από τότε που γνώρισαν τον Κύριο, μέχρι και της τελευταίας στιγμής. Εν αντιθέσει βέβαια προς τον ενθουσιασμό του όχλου.
Ο ενθουσιασμός είναι κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας μας ένα πολύ ασταθές στοιχείο. Είναι της στιγμής, έρχεται και φεύγει, και αυτό φάνηκε μέσα σε πέντε μέρες. Αλίμονον. Πόσο γρήγορα άλλαξε το σημερινό «Ωσαννά, ωσαννά, Ευλογημένος !», και τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ, τη νύχτα, με την Παρασκευή το πρωί να γίνει «άρον, άρον, σταύρωσον Αυτόν…».
Όποιος δεν έχει βαθιά πίστη έχει και μεταπτώσεις. Και αυτό πρέπει να το φοβηθούμε, και το βλέπουμε πολλές φορές από τον πόλεμο που δεχόμαστε εναντίον του πνευματικού μας με τους λογισμούς που ενσπείρει ο διάβολος και κλονίζει την πίστη μας, όχι μόνον προς τους ιερείς, τους διακόνους και τους επισκόπους, αλλά και προς αυτήν την Εκκλησία του Χριστού, και προς τα Πανάγια μυστήρια και προς τον ίδιον τον Θεάνθρωπον Κύριον και το λυτρωτικό Του έργο. Να φοβούμεθα λοιπόν τον ενθουσιασμό. Περισσότερη και στερεά πίστις απαιτείται από όλους μας στις καρδιές μας, γιατί και ενθουσιαστικές εκδηλώσεις του όχλου έμοιαζαν λίγο με κάποιες άλλες, αλλά δεν υπήρχε όμως η αληθινή πίστις, δεν πίστευαν ότι ήταν ο Μεσσίας, ο Λυτρωτής, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, που σαρκώθηκε εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού, για να σώσει το γένος των ανθρώπων από την αμαρτία, από το θάνατο, από το διάβολο. Γι’ αυτό και βρέθηκαν πολύ εύκολα όλοι εκείνοι, που κάποτε ενθουσιάζονταν, όπως ήταν ο λαός, και όπως είναι πολλοί από μας σήμερα, για να βρίσκονται με πολλή ευκολία στην απέναντι όχθη, στην όχθη του Ιούδα.
Λαός λοιπόν δυσεβής και παράνομος. Γενεά άπιστος και διεστραμμένη. Και όμως αυτή η γενεά η άπιστος και διεστραμμένη είδε τα πεινασμένα πλήθη να χορταίνουν, τους τυφλούς να βλέπουν, τους βουβούς να ομιλούν, τους κουφούς να ακούν, τους παραλύτους να περπατούν, οι νεκροί να ανασταίνονται, άνθρωποι δαιμονισμένοι να ελευθερώνονται και οι λεπροί να καθαρίζονται. Εκτός βέβαια από τις αναστάσεις των νεκρών, που ήσαν τρείς, τα υπόλοιπα των θαυμάτων εγένοντο μπροστά σε δεκάδες, και εκατοντάδες, και μερικές φορές μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους. Και όμως ο λαός απεδείχθη αγνώμων και αχάριστος. Και αντί του μάννα, Του έδωσε χολήν και αντί του ύδατος Τον επότισε με όξος.

Χριστιανοί μου,
Από σήμερα το βράδυ θα αρχίσει η Μεγάλη Εβδομάδα. Ασφαλώς μερικές φορές θα συγκινηθούμε και θα δακρύσουμε, πιθανόν δε να γεμίσουμε και από τα συναισθήματα της Μαρίας. Προσοχή όμως, γιατί υπάρχει κίνδυνος μέσα σε μια βδομάδα, σε δέκα μέρες, σε ένα μήνα, να αλλάξουμε διαθέσεις, και να περάσομε στην αντίπερα όχθη, και αντί για τον Χριστόν να προτιμήσουμε χίλιες φορές τον χρυσόν. Και αντί του Ευαγγελίου να προτιμήσουμε της σαρκός την απώλεια.

Χριστιανοί μου,
Εμείς όλοι που βρισκόμαστε σήμερα σ’ αυτόν εδώ τον μικρόν ναόν, ας υμνήσομε τον Χριστόν μαζί με τους αγγέλους, και ας Τον δοξολογήσουμε μαζί με τα παιδιά, όπως τότε. Ας ζήσουμε μαζί με την Μαρία την αδελφή του Λαζάρου, την Μάρθα και τον Λαζαρον χαρμόσυνα, να ζήσουμε τα χαρμόσυνα πνευματικά σκιρτήματα και ας αναστηθούμε μαζί με τον Λάζαρον από τα νεκρά μας έργα. Μαζί με τους τυφλούς που απέκτησαν φως, ας φωνάξουμε και μείς, βλέποντας το φως του Θεού, «είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον». Και ας στρώσουμε καλά κάτω στο δρόμο της ζωής μας τα ενδύματα της μετανοίας, τα βάγια της αγάπης, της πίστεως και της ελπίδος και ιδιαιτέρως, τα βάγια της υπομονής. Ας στρώσουμε κάτω τους κλάδους της Θείας Λατρείας και των Θείων αρετών. Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά. Είναι δύσκολα. Χρειάζεται κόπος και πόνος, και βαθύς στεναγμός και καμιά φορά δάκρυα πολλά. Χρειάζεται κόπος για να σηκώσουμε τον Σταυρόν του Κυρίου μας. Να απαρνηθούμε τις αδυναμίες μας, να καταπολεμήσουμε τα πάθη μας, και εν συνεχεία με τα Πανάγια Μυστήρια να τα μπολιάσουμε και να τα μεταβάλουμε σε Θείες Αρετές. Γιατί μόνον έτσι θα μπορέσουμε να σωθούμε. Επειδή όμως ζει Κύριος ο Θεός, εμείς θα βάλουμε την προσπάθεια, και την καλή βία, διατί οι βιασταί αρπάζουσι την Βασιλεία των Ουρανών, και όλα τα υπόλοιπα είναι του Αγίου Θεού. Και από την Σταυρωμένη ζωή μας να βρεθούμε στην Ανάσταση της Βασιλείας του Θεού. Αυτήν την Ανάσταση, εκείνης όμως, εκείνη την Ανάσταση, στη Βασιλεία του Θεού, την εύχομαι σε όλους σας, και σείς να την εύχεστε στον πνευματικό σας, και σε όλον τον Ορθόδοξο κλήρο της Ελλάδος,

Αμήν.