Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2004

Το φώς του Θεού και η πρακτική εφαρμογή τών Ευαγγελικών εντολών



189-α
Κυριακή Ε Λουκά. 31.10.2004

Πολλές φορές χριστιανοί μου, λέτε και ομολογείτε, ότι ο νους μας κατά τη διάρκειαν της Θείας Λειτουργίας, όπως και στις ιδιωτικές μας προσευχές, και άλλες φορές ακόμα, και στη μελέτη της Αγίας Γραφής ή άλλων ιερών βιβλίων, το μυαλό μας φεύγει και ταξιδεύει πότε εδώ και πότε εκεί.
Άλλοτε είναι ένας απλός μετεωρισμός, και ο νους ωσάν αλήτης τρέχει στα σοκάκια τα διάφορα, και άλλοτε αμαρτωλός διότι κατακρίνει ή διότι δέχεται πονηρές, αισχρές και διεστραμμένες προσβολές και φαντασιώσεις.
Η προσευχή μας είτε λέγεται προφορικά, είτε λέγεται από μέσα μας με το νου, και καμιά φορά με όλη μας την καρδιά αλλά εσωτερικά, πρέπει να είναι καθαρή. Αν δεν ακούμε αυτά που λέμε εμείς, αν δεν έχουμε την συναίσθηση της προσευχής, και λέγεται αυτή μόνον μηχανικά, έτσι για να λέγεται, πως έχουμε την απαίτηση αυτήν την προσευχή να την ακούσει ο Θεός;
Προσευχή χαριτωμένη είναι να μην φεύγει καθόλου ο νους, από τον ζώντα παρόντα Θεόν, έχοντας πλήρη τη συναίσθηση την ψυχοσωματική και της παρουσίας Του, και της αγάπης Του και της προστασίας Του.
Αυτό δε το επιτυγχάνει, το κατορθώνει ύστερα από πολύ κόπο, και πειρασμούς πολλούς η ευχή, η νοερά προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Σ’ αυτό μας ευκολύνει η μνήμη του θανάτου, της αδεκάστου κρίσεως του Θεού, κατά την Δευτέραν αυτού Παρουσίαν, και της Κολάσεως ακόμα, όπως μας τα περιγράφουν τα ιερά Ευαγγέλια, και μάλιστα η σημερινή παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου, όπου ο πλούσιος ευρίσκετο εις τον Άδην, δηλαδή εις την Κόλασην, για να ομολογεί ότι «οδυνώμαι εν τη φλογή ταύτη».
Η καθημερινή μελέτη του Λόγου του Θεού, των βίων των Αγίων και των Συναξαριστών, όπως και των διαφόρων Γεροντικών, αυξάνουν τον ζήλον μας για καθαρή προσευχή, ζωντανή προσευχή, θερμαίνουν την καρδιά μας, και εγγράφουν σ’ αυτήν, χαράσσουν σ’ αυτήν, το Πανάγιον όνομα του Ιησού Χριστού.

Πριν από πολλά χρόνια, ήμουν στο Άγιον Όρος μαζί με κάποιους λαϊκούς προσκυνητάς. Κάποιος γέροντας στο προαύλιο μας σκήτεως, απευθυνόμενος σε κάποιον από μας λαϊκόν, του λέγει:
«Γιώργο, τι είναι αυτό που έχεις μέσα στο στήθος σου;»
«Ποιο», ρωτάει αυτός έκπληκτος, «τι, φοράω μπουφάν, πουκάμισο, αυτό το Σταυρό μήπως;»
«Όχι, όχι, αυτό που βλέπω είναι φως, βλέπω στην καρδιά σου πολύ φως»
«Μα άγιε γέροντα συγχωρέστε με αλλά εγώ δε βλέπω τίποτα», απάντησε ο Γιώργος.
«Εμ, πώς να το δεις, αφού τα μάτια της ψυχής σου είναι τυφλά και νους σου σκοτεινός; Και όμως έχεις φως, και μάλιστα μέσα σ’ αυτό, βλέπω χαραγμένο με χρυσά γράμματα ένα όνομα», -ένα όνομα.
«Ποιο όνομα;», ρώτησε εκείνος σαστισμένος ο Γιωργάκης,
«Βλέπω το όνομα του πνευματικού σου πατρός. Αυτό σημαίνει ότι τον αγαπάς και τον σέβεσαι πολύ. Και με αυτήν την πίστη, αν τυχόν γίνεις μοναχός, θα προκόψεις πολύ πνευματικά.»
Όλοι μας παραμείναμε άφωνοι και βουβοί από την κατάπληξη και τον θαυμασμό.
Αλλά συνέχισε εκείνος ο γέροντας.
«Α, τι βλέπω ακόμα; Πίσω απ’ αυτό το όνομα βλέπω και ένα άλλο, βαθύτερα χαραγμένο, και φωτεινότερο μυρίων μεσημεριάτικων ηλίων λαμπρότερον», -μυρίων ηλίων λαμπρότερον!
«Και ποιο είναι αυτό»; Πετάχτηκα εγώ τότε και ρώτησα.
«Είναι το όνομα Ιησούς», - Ιησούς!
«Όσο θα σέβεσαι, θα αγαπάς,» συνέχισε ο γέροντας, «και θα υπακούς τον γέροντά σου, «ως εις Θεόν, τόσο και περισσότερον θα προκόπτεις στην αρετή και θα χαριτώνεσαι από το Πανάγιον Πνεύμα. Για να σου αποκαλυφθεί όμως αυτό το φως, θα χρειαστούν ματωμένες προσπάθειες, για την πιστή τήρηση πρώτα των αγίων εντολών του Θεού, γιατί τις εντολές δεν τις τηρούμε. Θα χρειαστεί άκρα υπομονή και ταπείνωση σε όλους τους πειρασμούς της ζωής, νηστεία, αγρυπνία, εγκράτεια και καθαρή έμπονη προσευχή».
Αυτά είπε ο εκείνος ο γέροντας στο Γιώργο.

Τα ίδια περίπου περιγράφει και ο μακάριος γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, όπως τα έχω ακούσει απ’ το στόμα του τονίζοντας ότι
το πρώτο φως, είναι το φως της χάριτος του Αγίου Βαπτίσματος. Ούτε και αυτό το βλέπουμε. Βλέπουμε μόνον την εξωτερική του ενέργεια. Αν έχουμε και λίγο τα μάτια καθαρά, θα το δούμε στο νεοβαπτιζόμενο βρέφος, και ειδικότερα θα το δούμε όταν βαπτίζουμε έναν μεγάλον άνθρωπον. Αυτό το φως. Θα δούμε την ενέργεια του φωτός.
Το δεύτερο φως είναι το φως του μοναχικού αγγελικού σχήματος, κατά τον γέροντα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη επαναλαμβάνω,
το τρίτον είναι του πνευματικού πατρός και γέροντος,
και το τέταρτον είναι το φως της θείας τελειώσεως, το άκτιστον φως του Σωτήρος Χριστού.

Ας έλθομε όμως σε μας τους αμαρτωλούς, τους αγωνιζομένους εν τω κόσμω χριστιανούς, λαϊκούς και κληρικούς. Υπάρχει και για μας φως, φως σωτηρίας. Όπως φάνηκε στην περίπτωση ενός ταπεινού προσκυνητού στο Άγιον Όρος, με το όνομα Γεώργιος.
Με τη συμμετοχή μας λοιπόν στα Πανάγια Μυστήρια, την ακριβή τήρηση των Ευαγγελικών εντολών, την καλλιέργεια των θειοτάτων αρετών, και την υπακοή μας, πρώτα στη φωνή της Εκκλησίας,
δεύτερον στη φωνή του σεβαστού μας πνευματικού πατρός,
και τρίτον στη φωνή της συνειδήσεώς μας,
να είτε βέβαιοι ότι θα πετύχομε εν Χριστώ Ιησού, την μεταμόρφωσή μας. Και όχι μόνον αυτή αλλά και την θέωσή μας. Όταν μεταμορφώθηκε ο Κύριος στο όρος Θαβώρ, μας είπε ότι «έτσι και σεις, ενωμένοι μαζί μ’ εμένα, θα μεταμορφωθείτε, θα αλλοιωθείτε, θα αναγεννηθείτε, θα θεωθείτε».
Θα δούμε τα χάλια μας, και τα βλέπουμε τα χάλια μας. Αλλά αν τηρήσουμε όλα όσα είπαμε, θα δούμε και πρόσωπο Θεού. Όχι σαν τούβλα, όπως είμεθα τώρα, «ων πρώτος ειμί εγώ», αλλά σαν πρόσωπα, σαν υπάρξεις, σαν εικόνες Θεού. Σαν πλάσματά Του, σαν παιδιά Του, σαν κληρονόμοι της Βασιλείας των Ουρανών.

Αυτό το κατόρθωσε και ο νέος άγιος της Ορθοδόξου Ρωσικής εκκλησίας, Άγιος Λουκάς και ιατρός. Η αγάπη του για τον Χριστό και την Εκκλησία έγινε χρυσή ουράνια μελάνη, για να γραφτεί στην καρδιά του το όνομα του Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και ευρέθη στην ανακομιδή των λειψάνων του, τελείως άθικτη, σκορπίζοντας υπερουράνιες ευωδίες στους χιλιάδες πιστούς που παρέστησαν στην εκταφή του. Σύσσωμος λαός και διοικούσα εκκλησία τον ανεκήρυξε άγιο.

Λοιπόν ποια είναι η δική μας προσευχή, έναντι αυτής, την οποία ζητά από μας ο Πανάγιος Θεός; Γι’ αυτό και με το στόμα του Αποστόλου Παύλου, ζητά απ’ όλους μας «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Και αν αδιαλείπτως προσεύχεσθε, και το φως του Θεού θα δείτε, και πρόσωπον Θεού θα δείτε στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού, και τα ουράνια μακάρια ανεκλάλητα αγαθά θα απολαύσετε. Αυτά μας λέγει ο Κύριος.

Χριστιανοί μου,
Αν προσέχουμε λιγάκι στη ζωή μας, που δεν προσέχουμε,
αν προσέχουμε την γλώσσα μας, που δεν την προσέχουμε γιατί διαρκώς κατακρίνει,
τις αισθήσεις μας και το νου,
αν προσέχουμε στην εφαρμογή των Ευαγγελικών εντολών και των συμβουλών που δίνει ο πνευματικός, - δεν δίνει διαταγές, συμβουλές δίνει ο πνευματικός -,
αν με φόβο Θεού προσερχόμεθα στην Θεία Μετάληψη, στην Θεία Κοινωνία, και με αληθινή μετάνοια στην Ιερά Εξομοόγηση,
αν υπομένουμε καρτερικά τις αδικίες της ζωής, τους πειρασμούς της και την αχαριστία των συνανθρώπων μας,
τότε θα ’χουμε ανάπαυση και ειρήνη στην καρδιά, και φωτοπλημμύρα Θείας Χάριτος σε ολόκληρη την ύπαρξή μας.
Η στιγμή τότε του θανάτου, δεν θα μας τρομάζει, δεν θα είναι οδυνηρή. Η παρουσία των δαιμονικών τεράτων δεν θα μας κλονίζει την πίστη, αφού θα μας στηρίζει η παρουσία των φωτοφόρων αγγέλων του Θεού, και ειδικότερα του αγγέλου φύλακος της ψυχής μας. Η συνείδησή μας, δεν θα μας ελέγχει, γιατί το ποινικό μας μητρώο θα ’ναι πεντακάθαρο σαν το γαλάζιο ουρανό, δυνάμει της δικής μας καθαράς εν μετανοία εξομολογήσεως.
Οι αισθήσεις μας θα απολαμβάνουν το φως του Θεού, την αίγλη της Αγίας Τριάδος, η δε ψυχή μας θα απολαμβάνει την απρόσιτη θέα της Τριαδικής Θεότητος.

Ώ χριστιανοί μου και αδελφοί μου,
είθε και στις καρδιές όλων μας να γραφτεί το όνομα του Σωτήρος Ιησού Χριστού, του και Θεού ημών.
Αν γραφτεί από τώρα, -και μπορούμε αυτό να το πετύχουμε, όπως μας διαβεβαιώνουν και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, και σε μια ώρα, και σε μια μέρα, και μέσα σε μια νύχτα,- τότε πήραμε και το εισιτήριο για τον Παράδεισο. Το διαβατήριο είναι σφραγισμένο με το όνομά Του.
Γι’ αυτό λοιπόν, πάρε και συ την πέννα της υπομονής, και βούτηξέ την στη μελάνη των πειρασμών και γράψε, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν».
Τις προϋποθέσεις τις έχουμε, και τον αγώνα μας τον αρχίσαμε – η παρουσία σας εδώ, μέσα σ’ αυτόν τον Ναόν, αλλά και σε κάθε Ναόν-, το δείχνει και τα αποδείχνει.
Ιδού μας ανοίχθηκε λοιπόν ένα παράθυρο στον ουρανό γεμάτο φως,
φως κατά πρώτον λόγον του Αγίου Βαπτίσματος,
φως του Αγίου Ποτηρίου τώρα που θα εξέλθει, για να φωνάξει ο ιερεύς «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε»,
το φως της μετανοίας,
το φως του Ευαγγελίου,
το φως της αδιαλείπτου προσευχής,
το φως Ιησούς Χριστός, το αείδιον παναείδιον εράσμιον άκτιστον Τριαδικόν φως του Θεού,
το φως της Βασιλείας των Ουρανών,
το φως της σωτηρίας μας,

Αμήν

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2004

Η Αποστολική ζωή και το μαρτύριο Ιακώβου του Αδερφόθεου με γενική περίληψη της επιστολής του



188-δ

“Έτερον δε των Αποστόλων ουκ είδον, ή μη Ιάκωβον τον αδελφόν Κυρίου”.
Χθες η Εκκλησία μας χριστιανοί μου γιόρταζε τον Αδελφόθεον Ιάκωβον, Απόστολον και Ιερομάρτυρα.
Ονομάζεται αδελφός του Κυρίου διότι ήταν γιος του μνήστορος Ιωσήφ από τον πρώτον του γάμο. Όταν εκείνος εμνηστεύθη την Υπεραγία Θεοτόκο, και στην οποίαν εγένετο προστάτης μέχρι τον θάνατόν του, χωρίς να γίνει ποτέ σύζυγος, είχε εν τω μεταξύ ήδη παιδιά. Τέσσερα αγόρια και τρία κορίτσια, τα ονόματα των οποίων μας αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος στο δέκατο τρίτο κεφάλαιο.
Ο Ιάκωβος όμως και τα άλλα έξι αδέλφια του, δεν είχαν πιστέψει ευθύς εξαρχής το Χριστό, ως Μεσσία και Σωτήρα του κόσμου. Και ασφαλώς είχαν παρεξηγήσει την δράση του, και εσκανδαλίζοντο κατά πολύ που ξαφνικά Τον έβλεπαν μεγάλο διδάσκαλο του λαού και θαυματουργό, και μάλιστα να διακηρύττει ότι Αυτός είναι το φως του κόσμου, ο Σωτήρας.
Μετά όμως από την Ανάσταση του Κυρίου, τα πράγματα άλλαξαν. Και όπως είναι γνωστό σε όλους μας, ο Κύριος άρχισε να κάμνει εμφανίσεις κατά πρώτον λόγον εις τους μαθητάς Του, πολλές εμφανίσεις. Επίσης ενεφανίσθη στην Παναγία Του Μητέρα, χωριστά εις την Μαρία την Μαγδαληνή και χωριστά στον Απόστολο Πέτρο. Επίσης στην πορεία δύο αποστόλων εκ των εβδομήκοντα προς Εμμαούς. Ενεφανίσθη και σε μια σύναξη επάνω πεντακοσίων αδελφών, όπως μας το διασώζει ο Απόστολος Παύλος, και ιδιαιτέρως, ιδιαιτέρως ενεφανίσθη, στον Αδελφόθεο Ιάκωβο, και επί λέξη "ώφθη δε αναστάς Κύριος και Ιακώβω", από την πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή, το δέκατο πέμπτο κεφάλαιο.
Απ' αυτή τη στιγμή αδελφοί μου, αρχίζει και η καινούργια ζωή του Ιακώβου. Αναγνωρίζει την θεότητα του Ιησού Χριστού και δέχεται και αυτός, όπως και πολλοί άλλοι το βάπτισμα πυρός την ημέρα της Πεντηκοστής. Συγκλονισμένος από τις αποκαλύψεις αφιερώνει πλέον τη ζωή του στον Χριστό και στην Εκκλησία Του.
Η αγιασμένη μεταβολή του Ιακώβου γίνεται αμέσως αισθητή, μεταξύ των πρώτων χριστιανών στην πόλη των Ιεροσολύμων. Έτσι όλοι αναγνωρίζουν και σέβονται την προσωπικότητά του και θεωρείται πρότυπον αρετής και δικαιοσύνης γι' αυτό απεκαλείτο "ο Δίκαιος Ιάκωβος", και πολύ σταθερός στην πίστη, φλογερός και ακλόνητος.
Για το πλήθος των χαρισμάτων σύσσωμος ο λαός των Ιεροσολύμων, με την έγκριση των Αποστόλων τον ανακηρύσσει "Πρώτον Επίσκοπον αυτής", δηλαδή πρώτο επίσκοπο των Ιεροσολύμων. Έτσι καθίσταται όχι μόνον ο καλός ποιμήν, αλλά αναδεικνύεται και ο στοργικός πατέρας, ο προστάτης των κατατρεγμένων τότε χριστιανών. Γι' αυτό και ομόφωνα ανεγνωρίσθη από την Εκκλησία και από τη Νεστορία ως ένας από τους τρείς στύλους, μαζί με τον Πέτρον και τον Ιωάννην, της νεοσυσταθείσης τότε Εκκλησίας του Χριστού.
Προς τον Ιάκωβο ο Απόστολος Πέτρος μετά την θαυμαστήν αποφυλάκισή του, - όταν έπεσαν οι αλυσίδες από τα χέρια του, ενεκρώθησαν οι φύλακες, άνοιξαν οι πόρτες των φυλακών όλες η μία μετά την άλλην, και ευρέθη ελεύθερος έξω εξ αυτών, - λέω μετά από αυτήν την θαυμαστήν αποφυλάκιση, ο Πέτρος λέγει σε κείνους που πρωτοσυνάντησε ότι "πηγαίνετε αυτό το θαύμα αμέσως να το ανακοινώσετε στον Ιάκωβο".
Τον Ιάκωβο και τον Πέτρον συνάντησε ο Απόστολος Παύλος ύστερα από τρία χρόνια μετά από την αποστολική του κλίση, διότι τα τρία αυτά χρόνια όπως είναι γνωστόν και το μαρτυρεί ο ίδιος, ευρίσκετο εις την Αραβίαν σε πολύ προσευχή και νηστεία.
Στο σπίτι του Αδελφοθέου Ιακώβου εγίνοντο πολλές συγκεντρώσεις, αποστόλων και χριστιανών, και είναι αυτός που προήδρευσε της πρώτης Αποστολικής Συνόδου.
Από την Καθολική Επιστολή του Ιακώβου της Καινής Διαθήκης, που είναι έργο δικό του, καταφαίνεται ότι ήτο θεόκλητος Ευαγγελιστής και Απόστολος. Θερμός διδάσκαλος της πίστεως και των έργων αυτής. Ήτο λιτός, ασκητικός και με χάρη προφητικής αυστηρότητος. Είναι αυτός που έγραψε και συνέγραψε και συνέταξε την πρώτη γραπτή Θεία Λειτουργία της Εκκλησίας, η οποία σήμερα τελείται μια φορά το χρόνο. Πολλές Μητροπόλεις σήμερα Κυριακή εικοσιτέσσερεις του μηνός, θα τελέσουν την Θεία Λειτουργία στους μητροπολιτικούς των ναούς.
Η αποστολική του όμως ζωή, γεμάτη από αγιότητα, δικαιοσύνη και έργα φλογερής πίστεως, τον οδήγησαν και στο μαρτύριο. Γραμματείς και Φαρισαίοι με επικεφαλής τον Αρχιερέα Άννα, τον τότε Αρχιερέα Άννα, εγγονό του αρχιερέως Άννα της εποχής του Χριστού, εκμεταλεύτηκαν τον ξαφνικό θάνατο του ηγεμόνος της Παλαιστίνης Φήστου, τον απέδωσαν οι Εβραίοι στους χριστιανούς, θεώρησαν υπεύθυνο τον Ιάκωβο, τον συνέλαβαν, και τον κατεδίκασαν εις θάνατον με λιθοβολισμό. Τον ανέβασαν πρώτα πρώτα στο υψηλότερο πτερύγιον του Ναού του Σολομώντος, τον έσπρωξαν και τον πέταξαν κάτω, και κείνος πέφτοντας ο μάρτυς του Χριστού στο έδαφος, αιμόφυρτος και μισοπεθαμένος, κατατσακισμένος ασφαλώς από τόσο ύψος, - και τότε άρχισαν να τον πετροβολούν. Κατάφερε όμως να σηκώσει τα χέρια του και να υψώσει την φωνήν του Πρωτομάρτυρος και Πρωτοδιακόνου Στεφάνου, "Κύριε μη στήσεις αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην". Με την αναξίκακη αυτή στάση του μάρτυρος, η μανία του όχλου μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ, έγινε πιο φρικτή, και ένας απ' αυτούς, αρπάζοντας ένα ρόπαλο, πήγε κοντά του και τον συνέτριψε, με αλλεπάλληλα χτυπήματα την κεφαλή, την αγία του κεφαλή, την οποία έκαμε θρύψαλα.
Για τους χριστιανούς η μέρα εκείνη ήταν Κυριακή, Κυριακή του Πάσχα.
Του Πάσχα του εξήντα δύο ή εξήντα τρία μετά Χριστόν.
Αυτό ήταν και το μαρτυρικόν τέλος (του Αδελφοθέου Ιακώβου.)

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2004

Ο ευαγγελικός λόγος του είναι ο ίδιος ο σεσαρκωμένος Κύριος



188-γ
Κυρ. Δ' Λουκά, 2004

«Εξήλθεν ο Σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού».
Πολλές φορές χριστιανοί μου, ο Κύριος ομιλεί και ομιλούσε βέβαια τότε με παραβολές. Μέσα όμως από τις καθημερινές εικόνες της ζωής, απεκάλυπτε τις μεγάλες αλήθειες της πίστεώς μας. Τα λόγια Του, όσο και αν φαίνονται μερικές φορές απλά, - άλλοτε νομίζουν μερικοί δύσκολα - , εν τούτοις όμως, ό, τι και αν είναι κρύβουν βαθειά και υψηλά θεολογικά νοήματα. Γι’ αυτό και δεν μπορούν οι μεταφράσεις, όποιες και αν είναι αυτές, το επαναλαμβάνω, όποιες και αν είναι αυτές, δεν μπορούν την αυθεντίαν του Ευαγγελικού και Λειτουργικού λόγου που έχει τον χαρακτήραν του απολύτου, να τον αποδώσουν ερμηνευτικά.
Τα του Θεού τα λόγια και τα ακατάληπτα μυστήρια του Θεού δεν μεταφράζονται, - βιώνονται. Τα θεόπνευστα κείμενα δεν πρέπει να αποδίδονται με προχειρότητες, όπως το τονίσαμε εκτεταμένα την περασμένη Κυριακή. Ο Ευαγγελικός και Λειτουργικός Λόγος ήταν είναι και θα είναι πάντοτε σωτήριος και αποκαλυπτικός. Αυτό σημαίνει ότι ο Κύριος με την ανυπέρβλητη θεϊκή Του διδασκαλία, δεν έδωσε ποτέ την εικόνα ενός κοινωνικού συντρόφου, - και μάλιστα κόκκινου -, ούτε την εικόνα ενός φτηνού ηθικολόγου, ούτε την εικόνα ενός ταξικού επαναστάτου, ούτε πολύ περισσότερο την εικόνα ενός φιλοσόφου της αγοράς. Όχι, - χίλιες φορές όχι.
Ήταν ο λόγος του Θεού, ο Θεός Λόγος, πού έγινε άνθρωπος στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Σωτήρας και Λυτρωτής του κόσμου.
Είναι Αυτός που κατέβηκε από τον Ουρανό, - άδειασε τους Ουρανούς – και από Θεός έγινε εδώ στη γη άνθρωπος για να μας φανερώσει την αλήθεια. - Την αλήθεια για το ποιος είναι αληθινός Θεός.
Κανένας δεν μας μίλησε και δεν μας ομιλεί από τις θρησκείες που υπάρχουν σήμερα, και πολύ περισσότερες αυτές που εκφράζουν την αθεϊα και τον υλισμό, αλλά και οι άλλες όμως θρησκείες οι γνωστές, δεν μας ομιλούν για τον αληθινό Θεό, για το Ποιος είναι Αυτός. Την αλήθεια δηλαδή για τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. Για τον Ένα εν Τριάδι Θεό. Την αλήθεια για τον Εαυτόν Του. Την αλήθεια για το ποιος είναι ο Υιός του ανθρώπου, δηλαδή ο Υιός της Παρθένου, ο Υιός της Θεοτόκου, αλλά και συγχρόνως ο Υιός του Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.
Και τέλος μας μίλησε και μας είπε και μας απεκάλυψε την αλήθεια για τον άνθρωπο. Την αξία και τον προορισμό του, γιατί δυστυχώς δεν ξέρουμε γιατί ζούμε εμείς οι χριστιανοί. Σ’ αυτήν την αλήθεια απέβλεπαν όλες οι θεϊκές Του διδασκαλίες και αποκαλύψεις. Στη μοναδική δηλαδή αλήθεια που σώζει τον άνθρωπο μέσα από την Σταυρική Θυσία, την ταφή και την Ανάστασή Του, την ίδρυση της Εκκλησίας και την σύσταση των μυστηρίων.
Έτσι φανέρωσε τον εαυτόν Του, έτσι Τον απεκάλυψε.
Μας απεκάλυψε και μας φανέρωσε ότι Αυτός είναι η αλήθεια, η Αλήθεια είναι πρόσωπο, «Εγώ είμαι η Αλήθεια, Εγώ είμαι η ζωή, Εγώ είμαι το φως του κόσμου, ο ακολουθών εμοί, ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής. Εγώ είμαι η Ανάστασις, Εγώ είμαι η ζωή και η οδός».

Ο σπόρος λοιπόν που σπείρεται στις καρδιές μας, μέσα από τον Ευαγγελικό και Λειτουργικό λόγο είναι ο ίδιος ο Χριστός. Το καταλαβαίνεται αυτό; Νοιώθετε ότι η γη της καρδιάς σας, της καρδιάς μας, ημών των λειτουργών, και υμών ως εκκλησιαζομένων πιστών χριστιανών, νοιώθουμε όλοι μας ότι οργώνεται η ψυχή μας και ότι αυτή τη στιγμή σπέρνεται ο Χριστός στις καρδιές μας;
Δε ζούμε όπως ο Χριστός για να το νοιώθουμε, δε ζούμε όπως ζει η Παναγία, σεις οι γυναίκες, δε ζούμε όπως ζούσαν οι Άγιοι, πού ήσαν έτοιμοι να πεθάνουν για την αγάπη του Χριστού, δεν ζούμε όπως οι άγγελοι στον ουρανό, λατρεύουν τώρα τον Θεόν, στο υπερουράνιο Θυσιαστήριο για να το λατρεύουμε και μείς κατά τον ίδιον τρόπο στο επίγειον Θυσιαστήριο.
Έχουμε τέτοια λατρεία μέσα μας; Σας ρωτώ, έχουμε; Εσάς όλους. Καθισμένοι και όρθιοι, έχουμε; Δεν έχουμε ..!
Ε, αφού δεν έχουμε, να γονατίζουμε το βράδυ, να κλαίμε το βράδυ, και να λέμε ότι δεν είμαστε σωστοί, σωστοί χριστιανοί, «Χριστέ μου», να κτυπάς το στήθος σου, και να φωνάζεις και να λες «δε σε ζω μέσα μου». Το φωνάζετε; Γι’ αυτό λέω ότι ο Σπόρος που σπάρθηκε σήμερα στις καρδιές μας, είναι ο σπόρος του Παραδείσου, της ουράνιας ευτυχίας, της κοινωνίας της αγάπης του Χριστού.
Και όταν ο Χριστός συνιστούσε το «αγαπάτε αλλήλους» ή «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν», ή εκείνον το φοβερόν «αγαπάτε τους εχθρούς ημών», δεν μοίραζε παχιά λόγια, για να δημιουργήσει ηθικοκοινωνικά συστήματα προστασίας του πολίτου. Αλλά θεολογούσε, και προσέφερε τον λόγον της σωτηρίας, τον σπόρον της σωτηρίας, την αγάπη ως κοινωνία προσώπων μετά του Αγίου Θεού, μέσα στην ίδια την καρδιά μας.
Δηλαδή εγώ να σας βάζω μέσα μου, εσείς όλοι να με βάζετε μέσα σας, να βάζετε ο ένας τον άλλον μέσα του, ο άνδρας την γυναίκα, η γυναίκα τον άνδρα, οι γονείς τα παιδιά, τα παιδιά τους γονείς, τα αδέλφια μεταξύ τους, και όλοι μαζί τον Θεόν, τον Τριαδικό Θεό ως κοινωνία αγάπης. Αυτά τα έχουμε; Δεν τάχουμε..! Τότε τι λέμε ότι είμαστε χριστιανοί, γι’ αυτό δε δίνουμε το καλό παράδειγμα..! Ξέρετε τι είπε προχτές ο ραδιοφωνικός εκκλησιαστικός σταθμός της Εκκλησίας της Ελλάδος που έκανε μια απαρίθμηση των διαζυγίων;

Μια πόλις, - να την πούμε κιόλας -, η Πάτρα, το δύο χιλιάδες τρία (2003), είχε δύο χιλιάδες (2000) γάμους. Χίλια (1000) ήταν τα διαζύγια. Πενήντα τα εκατό (50%). Στους δυο γάμους ο ένας διαλύεται. Γιατί; Γιατί δεν έχουμε Χριστόν. Κι όταν εγώ το χίλια εννιακόσια πενήντα έξι (1956), πήγα να πάρω πιστοποιητικό αγαμίας απ’ την Μητρόπολη Δράμας, ερώτησα τον ευλαβή εκεί κληρικόν, τον πατέρα Θεόδωρο, απ’ το χίλια εννιακόσια τριάντα και τριάντα ένα (1930), μέχρι τώρα το χίλια εννιακόσια πενήντα έξι (1956), «πόσα διαζύγια είχε η Μητρόπολις»; Και μου είπε : «κανένα».
Γιατί; Γιατί τότε είχαν Χριστόν. Και σήμερα μπορεί να ’χουμε χρυσό! Ή να ’χουμε ειδωλολατρεία, ή να ’χουμε εγωισμό, ή να ’χουμε αλαζονεία, ή δεν ξέρω τι άλλο πάθος κυριαρχεί μέσα στις ψυχές και στις καρδιές μας.
Ακόμα και οι μαθηταί του Χριστού δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τον λόγον του και γι’ αυτό έλεγαν «φράσον την παραβολήν ημίν, ταύτην την παραβολήν». Ανάλυσέ μας σε παρακαλώ αυτήν την παραβολή γιατί δεν την καταλαβαίνουμε…Ήταν εύκολες οι παραβολές; Ορισμένες ναι, ορισμένες όχι. Παραβολή του άφρονος πλουσίου, του ασώτου υιού, του Τελώνου και Φαρισαίου, του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου, τις διαβάζουμε… Τώρα θέλουν να μας τις δώσουν και ερμηνεία, εύκολες είναι, μοιάζουν σαν παραμυθάκι … Αμ δεν είναι εύκολες, ούτε είναι απλές.

«Υμίν δέδοτε» λέει «γνώναι τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού», δηλαδή σε σας δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσετε τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού μέσα από αυτές τις παραβολές που νομίζετε και σας φαίνονται εύκολες και κατανοητές. «Τοις δε λοιποίς», λέει, «ίνα βλέποντες μη βλέπωσιν και ακούοντες μη συνιώσιν», ενώ κοιτάζουν δεν βλέπουν, και ενώ ακούουν δεν καταλαβαίνουν. Γιατί; Διότι δεν μπορούσαν να πιάσουν τον Χριστό. Δεν μπορούσαν να Τον καταλάβουν. Και γιατί δεν μπορούσαν να Τον καταλάβουν; Γιατί οι καρδιές τους ήταν πέτρινες! Πέτρινες είναι και σήμερα! Όχι μεταφρασμένα να μας τα δώσουν … Πέτρινες θα μένουν οι καρδιές μας! Και τα μάτια εκεινών ήταν τυφλά. Ε, και τα δικά μας είναι τυφλά. Τα μυαλά εκεινών εκείνης της εποχής ήταν σκοτισμένα, ε, και τα δικά μας μυαλά είναι σκοτισμένα.

Κάτω λοιπόν από τα λόγια της θεϊκής διδασκαλίας του Ευαγγελίου, υπάρχει ο ίδιος ο Λόγος του Θεού, ο Χριστός. Και μέσα στα κείμενα όπως τα διαβάζομε, γι’ αυτό λέμε κι έχει μαλλιάσει η γλώσσα μου, εικοσιτέσσερα χρόνια τώρα εδώ, να σας λέγω και να σας επαναλαμβάνω, να επαναλαμβάνω, «Μελετάτε το Ευαγγέλιο και την Καινή Διαθήκη κάθε μέρα, - λίγο. Δεν μπορείτε ένα κεφάλαιο, μισό. Δεν μπορείτε μισό, - πέντε στίχους, μη μου πείτε τώρα ότι δεν μπορείτε να διαβάσετε πέντε στίχους απ’ το Ευαγγέλιο. Αλίμονό μας τώρα». Στην τηλεόραση καθόμαστε δέκα ώρες, πέντε λεφτά δεν μπορούμε να αφιερώσουμε για τον Λόγον του Θεού, που καταντήσαμε! Ύστερα λέμε γιατί αποτυγχάνουν οι γάμοι των παιδιών μας, γιατί έχουμε γκρίνια μέσα στην οικογένεια και στο σπίτι, εμ γι’ αυτό το λόγο τά ’χουμε, γιατί δεν έχουμε Χριστόν, δεν Τον ζούμε τον Χριστόν, ούτε καν μέσα στην Θεία Λειτουργία. Συγχωρέστε με, έτσι που έχω κάπως, σήμερα έντονη τη φωνή.

Βέβαια οποιοσδήποτε λόγος μπορεί μερικές φορές να φαίνεται άτεχνος, και ασύντακτος σαν τον δικό μου δηλαδή, πού ’ναι για κλάματα ο λόγος μου, αλλά όμως μέσα ο λόγος του Θεού, όποιος και αν είναι, έχει τεράστιες πνευματικές δυνάμεις, που μερικές φορές καταπλήσσει. Έτσι μόνον εξηγείται, πώς μερικές φορές από το άκουσμα ενός κηρύγματος, από την μελέτη δύο στίχων του Ευαγγελίου, να γίνεται ένας πνευματικός σεισμός και να οδηγείται ο άνθρωπος στη μετάνοια και απ’ τη μετάνοια στην Ιερά Εξομολόγηση.

Χριστιανοί μου, όταν δεν καταλαβαίνουμε το Ευαγγελικό ανάγνωσμα, όπως τη σημερινή παραβολή, την οποίαν έχουμε αναλύσει τουλάχιστον δεκαπέντε φορές στα προηγούμενα χρόνια, ή το Αποστολικό Ανάγνωσμα, που ήταν πολύ κατανοητό, το ογδόντα τοις εκατό (80%) έπρεπε να το είχατε καταλάβει, εάν λοιπόν δεν το καταλαβαίνουμε, και μάλιστα και όσα τελούνται ή λέγονται στη Θεία Λειτουργία, το λάθος και η δυσκολία δεν βρίσκονται στα κείμενα, δεν βρίσκεται στην προσφορά του Λόγου του Θεού, αλλά το λάθος βρίσκεται μέσα μας, ξέρετε τι θα πει μέσα μας; Μέσα μας. Μέσα στις ψυχές και στις καρδιές μας είναι που είναι σκοτεινιασμένα και τα δυο. Στην εποχή, στην εποχή του Χριστού, δεν έβλεπαν οι Ιουδαίοι ότι σήκωνε τους παραλύτους, δεν Τον έβλεπαν να βγάζει δαιμόνια; Δεν Τον έβλεπαν να καθαρίζει λεπρούς; Δεν Τον έβλεπαν να χορταίνει τα πλήθη; Δεν Τον έβλεπαν να ανασταίνει νεκρούς; Και όμως δεν πίστεψαν! Ότι ήταν ο Μεσσίας, ο Υιός του Θεού, και Τον σταύρωσαν!
Τους το έλεγε, τους προειδοποιούσε! Ότι εσείς θέλετε να με φονεύσετε, παρόλα όσα βλέπετε και ακούτε. «Ζητείτε με αποκτείναι, ότι ο λόγος ο εμός ου χωρεί εν υμίν». Ζητάτε να με σκοτώστε, διότι ο θεϊκός μου λόγος, η διδασκαλία μου, δεν μπαίνει μέσα στις ψυχές, στις ψυχές σας.
Επομένως λοιπόν, κακά τα ψέματα, εμείς φταίμε και κανένας άλλος.
Α, να πάρουμε τους δυο μαθητάς που πήγαιναν προς Εμμαούς και να τελειώσω.
Ώρες πεζοπορίας μαζί με το Χριστό. Στη μέση Τον είχαν! Ο Κλεόπας δεξιά, και αριστερά δεν ξέρουμε το όνομά του, - ένας απ’ τους εβδομήκοντα ήταν αποστόλους. Μαζί περπατούσαν, ώρες συνομιλούσαν και δεν ήξεραν ποιος ήταν! Ούτε Τον κατάλαβαν, ούτε Τον αντελήφθησαν, ούτε τα μάτια τους είχαν ανοίξει για να Τον δούν. Μόνον όταν ήλθε η ώρα, μόνον όταν θέλησε ο ίδιος ο Κύριος, διότι είδε σε ποια στιγμή κατάλληλη ήταν ανοιχτή η καρδιά τους, και τότε απεκαλύφθηκε μπροστά τους ως αληθινός Θεός.

Γι’ αυτό λοιπόν και μείς, πρώτα πρώτα ας καθαριζόμεθα με την Ιερά Εξομολόγηση και με τα δάκρυα της μετανοίας, ας ετοιμαζόμεθα κατάλληλα, πολύ κατάλληλα, με πολλή προετοιμασία, με νηστεία, με αγρυπνία, με προσευχή, με εγκράτεια, με φυλακή στις αισθήσεις, με ταπείνωση, με υπομονή, - είδατε πως τελείωσε το Ευαγγέλιο σήμερα, το προσέξατε, είπε κάτι ότι «αυξάνεται ο Λόγος του Θεού και καρποφορεί», αλλά «εν υπομονή πολλή».
Επομένως λοιπόν, θέλει και την αγάπη την ενεργουμένη, θέλει και την ζωντανή πίστη, θέλει και την αγία υπομονή, -για να μάθουμε να περιμένουμε-, και κείνος θα έλθει. Θα έλθει σίγουρα, για να μάθουμε να περιμένουμε. Τώρα σε λίγο θα πούμε «μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης» και να εκείνος στις καρδιές μας.

Είτε λοιπόν τηρούντες τις Ευαγγελικές εντολές, είτε εργαζόμενοι καθημερινά τις θείες αρετές, είτε μελετώντας το Ευαγγέλιο, είτε βρισκόμαστε σε στάση προσευχής, σε στάση προσευχής, είτε μέσα στα δάκρυα της μετανοίας, ή στη Θεία Λειτουργία, είτε κοινωνούντες των Αχράντων Μυστηρίων, Εκείνος έρχεται, θα έλθει, ήδη έχει έλθει για να μας σώσει!
Και θα μας σώσει!
Γιατί είναι ο Σωτήρας του κόσμου.
Αρκεί να φωνάξουμε :
«Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον πάντας ημάς»

Αμήν.

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2004

Η προσβολή τών λειτουργικών κειμένων από τη δημοτική γλώσσα καί ο αγιασμός τών ποιμένων



188-β
Κυρ Γ' Λουκά 2004

«Εξεκομίζετο τεθνηκώς»
Τον καιρό εκείνο ο Ιησούς Χριστός εισήλθε στην πόλη που την λέγανε Ναϊν, και μαζί Του ήσαν αρκετοί μαθητές Του και πολύς κόσμος. Όταν πλησίασε στην πύλη της πόλεως, έβγαζαν έξω έναν νεκρό, πού ήταν το μονάκριβο παιδί της χήρας μάνας του και πολύ λαός απ’ την πόλη ήταν μαζί της.
Μόλις την είδε ο Κύριος την λυπήθηκε και της είπε «Μην κλαίς!»
Και αφού πλησίασε άγγιξε το φέρετρο και είπε «Νεανίσκε, σού λέγω, σήκω», και ο νεκρός αναστήθηκε!
Αυτά μας διηγήθηκε το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα με απλά λόγια, σε μετάφραση.

Κάλλιστα, ύστερα από τον θόρυβο που γίνεται εδώ και τόσες μέρες, ίσως οι περισσότεροι να μην έχουν αντιληφθεί τι ακριβώς γίνεται, θα μπορούσαμε το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, την ώρα που ο ιεροκήρυκας θα βγει να κάμει το λόγο του, να κάμει και τη μετάφραση, ή του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, ή του Αποστολικού. Με απλά λόγια.
Δόξα σοι ο Θεός, μεταφράσεις της Καινής Διαθήκης, - ολόκληρης -, υπάρχουν πολλές, και μάλιστα πολύ καλές. Έτσι ο καθένας από μας μπορεί να πληροφορηθεί και στην απλή γλώσσα τον λόγον του Θεού.
Αλλά όπως πιστεύω όμως, και όπως κατάλαβα και όπως σήμερα άκουσα, το ένα μεν το διαβάσαμε, το άλλο δε το ακούσαμε από τους ιεροψάλτες, αυτά τα οποία ακούσαμε ήσαν κατανοητά. Κατά ογδόντα με ενενήντα τοις εκατό (80-90%) γνωστά. Ελάχιστες ήσαν οι λέξεις εκείνες τις οποίες πιστεύω ότι εσείς δεν καταλάβατε. Θα μπορούσατε λοιπόν παίρνοντας την Φωνή Κυρίου, την οποίαν πετάμε κάτω με τόση περιφρόνηση, να διαβάσομε σε μετάφραση και ερμηνεία το Ευαγγελικόν Ανάγνωσμα.
Το Ευαγγέλιο το σημερινό το έγραψε ο Ευαγγελιστής Λουκάς, και το έγραψε στα Ελληνικά εκείνης της εποχής του, δηλαδή στα Αρχαία Ελληνικά, και έτσι διαβάζετο το Ευαγγέλιο εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια, ακόμη μάλιστα και στα τετρακόσια χρόνια της Τούρκικης σκλαβιάς, που οι Έλληνες χρόνο με χρόνο ξεχνούσαν την γλώσσα τους. Κατάλοιπα έχουμε ακόμα και στις ημέρες μας από αυτήν την γλώσσα.
Και όμως οι σκλαβωμένοι Έλληνες το Ευαγγέλιο το καταλάβαιναν, γιατί τον λόγον του Θεού τον ρουφούσαν κυριολεκτικά με την ψυχή τους, και όσα δεν καταλάβαινε το μυαλό τα έπιανε με την πνευματική της αίσθηση η καρδιά. Αγράμματοι ήσαν, αλλά είχαν φόβον Θεού, αγράμματοι αλλά με πίστη δυνατή, αγράμματοι μεν αλλά έφταναν μέχρι ομολογίας και μαρτυρίου, ποτάμι το αίμα των Νεομαρτύρων χύθηκε στα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς. Χωρίς ερμηνείες και μεταφράσεις της Καινής Διαθήκης.
Αγράμματοι ήσαν αλλά ήσαν ευσεβείς, ευλαβείς, αγράμματοι αλλά πιστοί στις παραδόσεις και στις αξίες της χριστιανικής διδασκαλίας. Τα «γράμματα σπουδάματα, του Θεού τα πράματα» τα μάθαιναν στα κρυφά σχολειά με την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι και τα Μηναία, τα οποία όλα είναι γραμμένα στα Αρχαία Ελληνικά, - ακόμα και σήμερα έτσι ακούγονται και έτσι ψάλλονται.
Τα κρυφά σχολειά ήσαν τότε τα μοναστήρια με τους καλογήρους και τους ρακένδυτους παπάδες. Και τα φανερά ήσαν μέσα στους ιερούς ναούς, με τους εσπερινούς, με τους όρθρους. Με τη Θεία Λειτουργία, όπως ακριβώς είναι και σήμερα και γίνεται και σήμερα. Και όμως μόνο με τα ακούσματα της Θείας Λειτουργίας, κράτησαν αναμμένη την φλόγα της πίστεως και την αγάπη για την πατρίδα μας, την Ελλάδα. Και οι βραδινές προσευχές των σκλαβωμένων Ελλήνων μπροστά στο εικονοστάσι με το αναμμένο κανδηλάκι, ήταν αυτές που διατήρησαν την ενότητα της πίστεως και την αγάπη για την ελευθερία, και την αγάπη μεταξύ τους.

Σήμερα, το δύο χιλιάδες τέσσερα (2004), - τελειώνει και αυτό - , η Ορθόδοξη πίστις μας είναι νερόβραστη, η αγάπη μας ανύπαρκτη, και το Ευαγγέλιο κλειστό. Αλλοπρόσαλλη η διαγωγή μας μέσα στα σπίτια. Τίποτα δεν μπορούμε να μεταδώσουμε στα παιδιά μας – γι’ αυτό είναι αναιμικά, δεν πάσχουν απ’ την αναιμία του αίματος, πάσχουν από την αναιμία της πίστεως, της Ορθοδόξου πίστεως, των ναμάτων της πίστεως, απ’ αυτήν την αναιμία πάσχουν σήμερα τα Ελληνόπουλα.
Όλα τα θέματα της πίστεως και δη των Παναγίων Μυστηρίων, είτε τα κοροϊδεύομε στις ημέρες μας, είτε τα περιφρονούμε. Άμα σκοτώσεις την γλώσσα ενός λαού, σκοτώνεις και τον λαό και έθνος. Αυτό επιθυμούν μερικοί κουλτουριάρηδες εδώ και χρόνια, παρασυρόμενοι από τους εχθρούς της πίστεως να σκοτώσουν την πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου, και μάλιστα την Λειτουργική. Γι’ αυτό θα ήταν καλό να σταματήσουν οι κάποιοι καινοτόμοι τα πειράματα με την γλώσσα της Εκκλησίας μας, και δη της Θείας Λειτουργίας. Απαρασάλευτα πρέπει να παραμείνουν τα Ιερά και τα όσια της Παραδόσεώς μας.
Ο Εβραιοσαταλόπληκτος Κίσινγκερ, ο άλλοτε υπουργός Εξωτερικών, των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, είχε πει για μας: «Για να διαλύσουμε τους Έλληνες πρέπει να τους κτυπήσουμε σε δύο πράγματα, στη γλώσσα και στη θρησκεία». Έτσι, από τότε, η Ορθόδοξη χριστιανική πίστη μας, χτυπιέται εδώ και σαράντα χρόνια, αφενός μεν με τις εκατοντάδες προτεσταντικές αιρέσεις και τις Ινδουιστικές παραφυάδες και προπαγάνδες, που κατέκλεισαν την πατρίδα μας, και αφ’ ετέρου χτυπήθηκε και η γλώσσα μας. Και επισήμως, από κάποιους άθεους υπουργούς παιδείας, και συνεχίζεται και σήμερα, στο μήνα που πέρασε, να καταστρέφεται η ουράνια γλώσσα των Ελλήνων, όλως αυθαιρέτως, και μάλιστα στη Θεία μας Λατρεία, στη Θεία Λειτουργία και στο Ιερό Ευαγγέλιο. Και αυτό το κτύπημα είναι μέσα από τα σπλάχνα της Εκκλησίας, από κάποιους καινοτόμους και μάλιστα επισήμως.
Προσωπικά, ως πατήρ Στέφανος, είμαι αντίθετος σ’ αυτή την καινοτομία, και ο Θεός να μας φυλάξει από όλους τους εχθρούς της πίστεως, και τους εσωτερικούς και τους εξωτερικούς.
Οι νεωτερισμοί και οι καινοτομίες που δεν αποβλέπουν στον αγιασμό των χριστιανών, αντί να οικοδομούν γκρεμίζουν. Τις απόψεις μου εκφράζω. Και μάλιστα δημοκρατικά και με σεβασμό προς την Εκκλησιαστική μου αρχή. Ο σεβασμός όμως αυτός, δεν με εμποδίζει να διαμαρτύρομαι ήρεμα και πολιτισμένα.
Οι νέοι λοιπόν, θα έρθουν στην Εκκλησία όχι μέσα από τις κοσμικές καινοτομίες και παραδοξολογίες αλλά με τον αγιασμό των ποιμένων της. Νέοι γέροι και παιδιά, άντρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι ελκύονται στην χριστιανική μας πίστη και Εκκλησία, στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αποκλειστικά και μόνον από την Χάρη του Θεού. Όταν οι ποιμένες της, οι κληρικοί παντός βαθμού, είναι ευλαβείς και χαριτωμένοι, και θεοσεβείς. Και το επαναλαμβάνω. Για να γεμίσουν οι ναοί μας από αληθινούς πιστούς χριστιανούς, έχομε ανάγκη από ιερείς και επισκόπους που να είναι ταπεινοί και όχι ψωροϋπερήφανοι. Πραότατοι, και όχι θυμώδεις και νευρικοί σαν και μένα. Φωτεινοί στο ήθος, και όχι σκοτεινοί στα έργα, ελεήμονες, και όχι φιλάργυροι, φιλόθεοι και όχι φιλόχρυσοι, ειρηνικοί και όχι αλαζόνες, ευλαβείς και όχι θεομπαίχτες. Να είναι ακόμα καταδεχτικοί και χαριτωμένοι, και θεόκλητοι εκ κοιλίας μητρός. Να διακρίνονται επίσης από ταπεινό φρόνημα, από ιεραποστολικό ζήλο και από πνεύμα αυτοθυσίας, να σέβονται και να κρατούν σταθερά τις παραδόσεις της Εκκλησίας μας, τα ήθη και τα έθιμα της Ορθοδόξου πίστεως. Να διατηρούν ακεραία και αγνή την Ευαγγελική διδασκαλία της Εκκλησίας, και ανόθευτη τη Θεία μας Λατρεία, τη Θεία Λειτουργία. Να κατέχουν με πάσα ακρίβεια τα δόγματα και τους ιερούς κανόνας της Εκκλησίας, και ανόθευτα να τα προσφέρουν στον λαόν του Θεού, δηλαδή σε σας. Να είναι οι θεματοφύλακες της πίστεως, και να χύνουν το αίμα τους γι’ αυτήν. Και επιπλέον να αγαπούν με όλη τους την ψυχή, την μελέτην των Γραφών και των Πατέρων, την αδιάλειπτη εν μετανοία προσευχή, τη νηστεία, την αγρυπνία, την εγκράτεια. Τι άλλο να πω; Τι άλλο να πω;
Αν από μέσα μας δεν βγούνε, πηγαίως, οι ανεκλάλητοι στεναγμοί του Αγίου Πνεύματος, ούτε η πατρίδα μας θα σωθεί από τις σκοτεινές δυνάμεις, ούτε και τα λογικά πρόβατα της μάνδρας του Χριστού, που τα περισσότερα είναι ουσιαστικά χωρίς ποιμένα, θα σωθούν από τους προβατόσχημους λύκους που έχουν κατακλείσει την Ορθόδοξη Ελλάδα μας.
Παρά ταύτα, και πύλαι Άδου, ου κατισχύσουσιν αυτής, αυτής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, διότι «ζει Κύριος ο Θεός», και υπάρχουν άγιοι, που πρεσβεύουν, που έχουν χέρια οσίων, και με τις πρεσβείες τους δημιουργούν προϋποθέσεις σωτηρίας. Και οι άγιοι δεν έχουν λείψει από καμιά εποχή και από κανέναν αιώνα. Και η εποχή μας έχει αγίους, από τους οποίους οι περισσότεροι είναι αφανείς. Διότι οι αρετές δε βάζουν μπροστά στο στήθος ταμπέλες. Έχουμε και κληρικούς αγίους. Έχουμε και μοναχούς αγίους. Έχουμε και απλούς χριστιανούς που ζουν μέσα στον κόσμο αγίους. Ζουν ανάμεσά μας με ζωντανή την πίστη, με ενεργουμένη την αγάπη, με ολονύχτια την προσευχή, με την φωτιά του Αγίου Πνεύματος να κατακαίει τα σπλάχνα τους, τα στήθη τους, την καρδιά τους, την ψυχή τους, το είναι τους, σε μια ανύσταχτη αγωνία, για την σωτηρία των ψυχών της δικής των πρώτα, του συντρόφου κατόπιν, των παιδιών, των γονέων, των αδελφών, όλων των χριστιανών και σύμπαντος του κόσμου.
Ο πατήρ Ιωσήφ ο Ησυχαστής και παππούς και Όσιος, ο πατήρ Παϊσιος ο ασκητής, ο πατήρ Αμφιλόχιος ο Μακρής, ο πατήρ Φιλόθεος ο Ζερβάκος, ο πατήρ Ιάκωβος ο Τσαλίκης, ο πατήρ Γεώργιος ο Καρσλίδης, ο πατήρ Πορφύριος Μπαϊρακτάρης, ο πατήρ Δημήτριος Γκαγκαστάθης, για να μην αναφερθώ στους δέκα – δώδεκα που έχει ανακηρύξει η Εκκλησία μας ως Αγίους τον εικοστό αιώνα, όλοι αυτοί και άλλοι πολλοί, πρεσβεύουν στον Πανάγιο Θεό και στον Ουράνιο Θρόνο Του, για να αποστείλει Αγίους εργάτας στον αμπελώνα Του. Και ο Θεός θα στείλει. Ήδη τους έχει στείλει, μόνον που δεν ήλθε ακόμα η ώρα της αποκαλύψεως και της δράσεώς των. Και έτσι μόνον θα σωθούμε. Το μόνο που μένει από μας, είναι να παραμείνουμε ακέραιοι και σωστοί, όσα σύννεφα και αν μαζευτούν γύρω μας απειλητικά, μέσα στην Κιβωτό, μέσα στην Εκκλησία, που είναι η Κιβωτός της Σωτηρίας.
Με δυνατή την πίστη. Με συμμετοχή στα δύο σωστικά μυστήρια, Ιεράς Εξομολογήσεως και Θείας Κοινωνίας, αλλά με συνέπεια στο ήθος και στην διαγωγή μέσα στο σπίτι και έξω στη ζωή και στην κοινωνία. Με ασκητικό πνεύμα και ζωή, με αληθινή μετάνοια και τέλος με φρόνημα ταπεινό.
Αδελφοί μου, «άνω σχώμεν τα ς καρδίας»,
και να η ελπίδα,
και ιδού η σωτηρία,
όλους μας περιμένει ο Παράδεισος,
είναι ανοικτός,

Αμήν.

Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2004

Η αίσθησις οτι είμεθα υιοί τού Υψίστου περνά μέσα από τήν πίστη, τά μυστήρια, τήν κάθαρσι, καί τήν ευχή



188-α
Κυρ. Β' Λουκά 2004

«Και έσεσθε υιοί του Υψίστου».
Χριστιανοί μου, πολλοί άνθρωποι ανεξαρτήτου φυλής, γλώσσης, θρησκεύματος, χρώματος, εθνικότητος, λευκός, μαύρος, άσπρος, κίτρινος, κοκκινωπός, μελαμψός, και τα λοιπά, είναι πρώτα παιδιά του Θεού, πλασμένα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, και ύστερα των φυσικών γονέων παιδιά. Ακόμα και τα νόθα, τα εξώγαμα, και τα αγνώστου πατρός τε και μητρός, όλοι και όλα, είναι πλασμένα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση.
Πλάστης και Δημιουργός Κύριος ο Θεός! Αυτός δίδει την αθάνατη αιώνια ζωή, τη λογική ψυχή, το κατ’ εικόνα. Η φυσικοί γονείς δίνουν μόνο το σώμα, και κληροδοτούν στον όλο άνθρωπο αφενός μεν το πρωπατορικόν αμάρτημα και τις συνέπειες, και αφετέρου τη ροπή προς την αμαρτία, την πονηριά, την κακία, τον εγωισμό, την υπερηφάνεια, το πείσμα, τον θυμό, την διαστροφή, και τόσα πολλά άλλα που αυτός ο κατάλογος δεν τελειώνει, από κακίες και πάθη.

Ειδική υιοθεσία, αποκτούν οι άνθρωποι όταν θέλουν και όταν αποφασίζουν να βαπτιστούν Ορθόδοξα στο όνομα του Πατρός, και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, μέσα στην κολυμβήθρα, είτε είναι μικροί είτε είναι μεγάλοι.
Αυτή όμως η υιοθεσία, που επιτυγχάνεται δια του Αγίου Βαπτίσματος και του Χρίσματος, είναι η βασική προϋπόθεσις για να γίνουν οι άνθρωποι μέλη της Εκκλησίας του Χριστού, μέλη της στρατευομένης Ορθοδόξου Εκκλησίας. Προϋπόθεσις πάλι του Αγίου Βαπτίσματος, είναι η σωστή πίστις και η αληθινή μετάνοια. Δεν γνωρίζω πόσοι από μας, τους λεγομένους Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς, έχουν αυτές τις δυο βασικές προϋποθέσεις, όταν βαπτίζουμε τα παιδιά μας.

Στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, «υιοί του Υψίστου», παιδιά του Θεού, είναι όλοι εκείνοι αφενός μεν, που τηρούν με συνέπεια τις Ευαγγελικές εντολές, και αφετέρου συμμετέχουν μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, στα δύο σωστικά μυστήρια, Θείας Κοινωνίας και Ιεράς Εξομολογήσεως. Αυτό σημαίνει ότι μακάριοι δεν είναι αυτοί απλώς και μόνον, που ακούν τον λόγον του Θεού, αλλά οι φυλάσσοντες αυτόν. Δηλαδή αυτοί που τον τηρούν, τον εφαρμόζουν και τον κάνουν πράξη στη ζωή τους.
«Ου πας ο λέγων με ‘Κύριε Κύριε’ εισελεύσεται εις την Βασιλείαν των Ουρανών, αλλά ο ποιών το θέλημά μου, το θέλημα του Πατρός μου του εν Ουρανοίς». Αυτό το θέλημα του Ουρανίου Πατρός, το τήρησε πρώτος ο Υιός του Θεού, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, όστις «εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού». Έκανε υπακοή δηλαδή ο Χριστός ως Θεός εις τον Ουράνιο Πατέρα Του. Έκανε όμως και υπακοή και ως άνθρωπος, στην Παναγία Μητέρα Του, την Θεοτόκο Μαρία, και στο φυσικό προστάτη τον μνήστορα Ιωσήφ, όπως μας βεβαιώνει ο Ευαγγελικός λόγος που μας λέγει ότι «ην ο Χριστός υποτασσόμενος αυτοίς».
Ο Θεάνθρωπος όμως Κύριος έκανε και μια άλλη υπακοή. Τήρησε όλον τον Νόμον, τον τότε Νόμον, τον Μωσαϊκόν, και τις διατάξεις αυτού, όπως και τις ρήσεις των προφητών. Εμείς τι κάνουμε; Ούτε τις Ευαγγελικές εντολές τηρούμε, ούτε τις αντίστοιχες αρετές καλλιεργούμε, ούτε σωστά στα μυστήρια συμμετέχουμε όπως πρέπει, ούτε το θέλημα του Θεού εφαρμόζουμε, ούτε να λειτουργούμεθα δεν ξέρουμε. Ούτε πώς να πάρουμε αντίδωρο δεν γνωρίζουμε. Πάτε στην Ρωσσία να δείτε πως παίρνουν αντίδωρο και πως παίρνουν ευχή, το ένα χέρι κάτω απ’ τα’ άλλο, με ευλάβεια και σεβασμό, - όχι για τον παπά, ο παπάς είναι αμαρτωλός, και πρώτος είμαι εγώ, πάνω απ’ όλους – αλλά για την ιεροσύνη που φέρει, και η ιεροσύνη που φέρει είναι του Χριστού, το Χριστό προσκυνάτε. Όχι τον παπα-Γιώργη και τον παπα-Νικόλα και τον παπα-Στέφανο.
Λοιπόν δεν κάνομε απολύτως τίποτα, και πρώτος εγώ, και πρέπει να διορθωθούμε όλοι μας, αρχίζοντας βέβαια εγώ από σήμερα.
Άρα το προνόμιον της υιοθεσίας το έχουν αυτοί και μόνον, από τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, που τηρούν τις Ευαγγελικές εντολές, με ζωντανή την πίστη, με ενεργουμένη την αγάπη, με αληθινή τη μετάνοια, με ταπεινό το φρόνημα. «Εάν αγαπάτε με», λέγει ο Κύριος, «τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε», αλλά και «αγαπάτε αλλήλους», τώρα αν αγαπάμε αλλήλους αυτό το ξέρει η κάθε καρδιά του καθενός. Προπαντός δε «αγαπάτε τους εχθρούς ημών», το τόνισε το Ευαγγέλιο, πάλι σήμερα, «καλώς ποιείτε τοις μισούσιν ημας», και «μακροθυμείτε προς πάντας» και «αδιαλείπτως προσεύχεσθε», και «εν παντί ευχαριστείτε», και «ευλογείτε και μη καταράσθε», και «γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς ο Πατήρ ημών ο Ουράνιος οικτίρμων εστί». Και ο χρυσός κανόνας της χριστιανικής διδασκαλίας, «καθώς θέλετε να ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Και πλήθος άλλων Ευαγγελικών εντολών, που αναφέρονται στην πράξη της πραγματικής αγάπης προς τον πλησίον και προς τον Θεόν.

Ολόκληρο το κοσμοσωτήριον έργο αδελφοί μου, της ενανθρωπίσεως του Θεού Λόγου στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, απέβλεπεν «ίνα την υιοθεσίαν απολάβομεν». «Ίνα την υιοθεσίαν απολάβομεν», να πάρομε την υιοθεσία, να γίνουμε δηλαδή παιδιά του Θεού και έτσι να καταστούμε κληρονόμοι της Βασιλείας των Ουρανών. Γι’ αυτό και μείς, γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος είπε σήμερα ότι «πάσαν χάριν περισσεύσειν εις ημάς», όλη την πλούσια χάρη του Αγίου Θεού διά μέσου των Αγίων Μυστηρίων, σας την έδωσε με κάθε περίσσευμα, - πως την εκμεταλεύεται; πως την εκμεταλεύεσθε; - μας λέει εμάς, κι εμένα, αυτό ανήκει στην προαίρεσή σας.

Η ανταρσία των Πρωτοπλάστων όμως, Αδάμ και Εύας, μας αποξένωσε από τον Θεό, ενώ η πίστις στην Τριαδικότητα του Θεού, στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού και στο όλον έργο που έφθασε μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού, στην Εκκλησία, στην θεϊκή της διδασκαλία, και στα μυστήριά της, μας ξαναεντάσσει στους κόλπους της Εκκλησίας κι είμεθα πλέον παιδιά του Θεού.
Κι όλα αυτά όμως, όχι χωρίς κόπους, χωρίς πόνους και χωρίς θυσίες… Αυτό σημαίνει καθημερινό αιματηρό αγώνα για την κάθαρσιν εκ των ψεκτών παθών της κακίας.
Πώς θα γίνει αυτό; Με την κατά δύναμη νηστεία, την πνευματική ιδίως γιατί στη σωματική δεν αντέχουμε, θα είμεθα οι περισσότεροι ασθενείς, με αγρυπνία στο νου, με προσευχή και εγκράτεια, με φυλακή των αισθήσεων, με τη νίψη, με τη μελέτη των Αγίων Γραφών, της Καινής Διαθήκης και του Ψαλτηρίου, με τα δάκρυα της μετανοίας, με συντριβή και με κατάνυξη, και με τη συμμετοχή όπως χιλιάδες φορές το τονίσαμε στα μυστήρια Θείας Ευχαριστίας και Ιεράς Εξομολογήσεως.
Έτσι καθαρίζονται τα πάθη και φωτίζεται ο νους. Μόνον τότε φωτίζεται ο νους. Και όταν ο φωτισμένος νους, βοηθηθεί και από το γλυκύτατον, από το παμπόθητον όνομα του Ιησού Χριστού, από την ευχούλα, από το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», τότε κατέρχεται ο νους στο βάθος της καρδιάς, και τότε θα νοιώσετε τον Ουρανόν μέσα σας, τότε θα δείτε την καρδιά σας να γίνεται Ουράνιο Θυσιαστήριο, όπου θα θυσιάζεται με πολλή συντριβή και κατάνυξη ο νούς. Και τότε η καρδιά, ελεύθερη πλέον από τα σκοτάδια της αμαρτίας, και απ’ την τυραννίαν του διαβόλου, δια του Παναγίου Πνεύματος, θα αρχίζει να φωνάζει, να κραυγάζει και να διαλαλεί, να διαλαλεί θριαμβευτικά «Αββά ο Πατήρ»! Είμαι ο υιός σου, είσαι ο Πατέρας μου, είναι ο Πατέρας όλων μας, είναι ο «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς».

Ιδού χριστιανοί μου, πώς λαμβάνουμε πνεύμα υιοθεσίας, και καθιστάμεθα υιοί κατά χάριν, και υιοί του Υψίστου, και κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Ιησού Χριστού.
Η αίσθησις και το βίωμα ότι είμεθα υιοί του Υψίστου, λαμβάνεται μέσα από την πνευματική πορεία που αναφέραμε προηγουμένως. Την κάθαρση δηλαδή και τον φωτισμό και κυρίως με την νοερά καρδιακή προσευχή.
Βέβαια εμείς μέσα στον κόσμο, δεν μπορούμε να καταφέρουμε και πολλά πράγματα, αλλά τίποτα δεν μας εμποδίζει από το να λέμε την ευχούλα, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», με το στόμα, με τα χείλη ψιθυριστά και ιδιαίτερα με το νου. Παντού, στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο, στο αυτοκίνητο, και ειδικότερα εδώ, στη Θεία Λειτουργία. Να λέμε συνεχώς και να φωνάζουμε από μέσα μας, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Και τότε πολύ το όφελος, πολύ το πνευματικό κέρδος. Τότε θα δείτε άμεση τη βοήθεια του Αγίου Θεού και την συμπαράστασή Του. Και τότε θα καταλαγιάσει και το άγχος, και η ταραχή και η ανησυχία, και θα φύγουν οι βρώμικοι λογισμοί και όλος ο άνθρωπος θα ειρηνεύσει. Γι’ αυτό λοιπόν, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Και αν τυχόν αδελφοί μου, δεν έχομε άμεσα τα αποτελέσματα αυτής της νοεράς εργασίας, κάπου φαίνεται ότι φταίμε και μείς, και φταίει κυρίως ο εγωισμός μας. Ύστερα είναι η ολιγωρία, η αναβολή, η ακηδία, η αμέλεια, ο διάβολος, οι κακές συνήθειες του παρελθόντος, οι αδυναμίες και τα πάθη μας.

Αλλά είμεθα υιοί του Υψίστου, παιδιά του Θεού.
Και η Χάρις του Θεού, δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δεν θα μας εγκαταλείψει ποτέ.
Άπειρον το θείον έλεος, άπειρη και η φιλανθρωπία Του, η μακροθυμία Του, η ευσπλαχνία Του.
Ο Χριστός η ελπίδα μας, ο Χριστός η σωτηρία μας.
Είμεθα όλοι μας αμαρτωλοί, ναι είμεθα όλοι μας αμαρτωλοί, να το διαλαλούμε, να το ομολογούμε, να το φωνάζουμε, και πρώτος εγώ.
Αλλά ο Χριστός αμαρτωλούς ήλθε να σώσει.
Και μας σώζει με τη Σταυρική Του Θυσία και την Ανάστασή Του.
Τον πιστεύουμε; Να τηρήσουμε τις εντολές.
Τον πιστεύουμε; Να καλλιεργήσουμε τις αρετές όσο μπορούμε.
Τον πιστεύουμε; Να συμμετέχουμε σωστά στα Θεία Μυστήρια.
Τον πιστεύουμε; Τότε να ελπίζουμε στο Πανάγιον έλεός Του.
Γι’ αυτό ας Τον φωνάζουμε και ας Τον εκλιπαρούμε συνεχώς για έλεος, για έλεος, για έλεος.
Και κείνος δια της μετανοίας μας, θα μας σώσει όλους.
Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον πάντας ημάς,

Αμήν.