Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2004

Κήρυγμα για τα Χριστούγεννα



190-α
(Μισό) Κήρυγμα για τα Χριστούγεννα . 19.12.2004

Και είναι πολύ φυσικό ο χριστιανός να δοξάζει τον Τριαδικό Θεό ως Πλάστη και Δημιουργό και Πατέρα του και να αντιδοξάζεται απ’ Αυτόν γιατί ενεργεί και συμπεριφέρεται όχι ως άνθρωπος του κόσμου αλλά ως παιδί του φωτός, ως παιδί του Θεού, αντάξιο της θείας του καταγωγής.
Τον λατρεύει, Τον αγαπά, Τον υπηρετεί, γίνεται κοινωνός θεότητος, γι’ αυτό και αξίως συμμετέχει στο τραπέζι της Θείας Ευχαριστίας. Αγωνίζεται θανατώνοντας την σάρκα του συν τοις παθήμασι αυτής. Περιφέρει νύχτα και μέρα, την δόξα του μεταμορφωμένου εν τω Θαβώρ Σώμα του Κυρίου Ιησού στο δικό του σώμα, γιατί κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων.
Πεινά και διψά όχι μόνον για δικαιοσύνη και την αλήθεια του Θεού, αλλά κυρίως όμως διψά για να δοξασθεί ο Πανάγιος Θεός και το Ευαγγέλιό Του.
Γυμνητεύει, διώκεται, μαρτυρεί αναιμάκτως, θλίβεται, πονά, κάθε μέραν αποθνήσκει για την αγάπη του Ιησού Χριστού.
Ναι χριστιανοί μου, για να φθάσει ο χριστιανός, σ’ αυτήν την δεδοξασμένη και θεία φωτοφόρα αυθυπέρβαση, χρειάζονται να περάσουν πολλά χρόνια. Να δοθούν σκληροί αλλά και νόμιμοι κατά Θεόν αγώνες, να προηγηθεί η κάθαρσις και ο αγιασμός ψυχής και σώματος, να συντριβεί το θεριομένο Εγώ μέσα του, να ταπεινώσει τους λογισμούς του, να νεκρώσει τις καλοθρεμένες αισθήσεις του, να μεταλλάξει τα πάθη του σε αρετές, με τις πολλαπλές ενέργειες του Παναγίου Πνεύματος.
Σ’ αυτόν και μόνον τον τρόπον ζωής βρίσκει ο χριστιανός την ειρήνη του, βρίσκει την ανάπαυσή του, την ελευθερία του, την ψυχοσωματική του ισορροπία, βρίσκει τον εαυτόν του, τον χριστοποιημένον εαυτόν του. Και έχει αποδειχτεί μέσα από τους βίους των αγίων, τα γεροντικά που τα διαβάζουμε τόσο τακτικά στις ημέρες μας και τα συναξάρια, ότι μόνον οι συντετριμμένη και η τεταπεινωμένη καρδία η απλή και άδολος δηλαδή καρδιά, αυτή και μόνον αληθινά μπορεί να λατρεύσει τον Θεόν, να δοξάσει τον Θεόν και να αντιδοξασθεί απ’ αυτόν. Μόνον οι απλές και ταπεινές ψυχούλες μπορούν να δεχτούν ότι ο σκοπός της ζωής τους δε βρίσκεται στο δικό τους θέλημα, στα δικό τους εγώ, αλλά μόνον στο Θεό.
Όταν λοιπόν ο καθένας από μας παρασυρθεί από τον διάβολο και τον εγωισμό του, αρνείται τον Θεόν, και περιφρονεί την δόξαν του. Δεν Τον ευχαριστεί, δεν Τον ευγνωμονεί, δεν Τον δοξολογεί. Είναι σα να φοβόμαστε όλοι μας, μήπως η δόξα του Θεού, αφαιρέσει τη δική μας δόξα. Γι’ αυτό και θέλομε να τρεφόμαστε διαρκώς από τις κολακείες, και τους επαίνους των συνανθρώπων μας. Όλοι θέλουμε να μας λένε μπράβο. Και αντί για φιλόθεοι, γινόμαστε φιλόσαρκοι, φιλόδοξοι, φίλαυτοι. Φτιάχνομε όλοι μας μια δική μας ηθική, κάνομε όλοι μας ένα δικό μας Ευαγγέλιο. Για ρωτήστε έξω τους χριστιανούς, και ρωτήστε τους τι πιστεύουν για το Ευαγγέλιο; Έχουν δικό τους Ευαγγέλιο. Κάνουν ένα δικό τους χριστιανισμό, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους. Στα μέτρα της φιλαυτίας και της φιλοδοξίας. Όλα για τη δόξα μας και μακριά ο Θεός και το Ευαγγέλιό Του. Εδώ βασίζεται ο λεγόμενος ουμανισμός. Αυτοδοξαζόμενος ο άνθρωπος αυτοθαυμάζεται, αυτοδοξάζεται, αυτολατρεύεται, αυτοθεώνεται. Αλλά να που ο άνθρωπος φεύγει, ως άνθος μαραίνεται, και ως όναρ παρέρχεται και μένει μόνος, έρημος, χωρίς στήριγμα, χωρίς ελπίδα και ιδιαίτερα όταν θα έλθει η στιγμή του θανάτου. Τότε είμεθα μόνοι μας! Μόνον αν δοξάζουμε με τη ζωή μας μπορούμε να μην είμεθα μόνοι μας. Διότι τότε θάχουμε για παρηγοριά τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους, την ίδια την Υπεραγία Θεοτόκο, και γιατί όχι, και Αυτόν που με τη ζωή μας μέχρι εκείνη τη στιγμή δοξάζαμε, δηλαδή τον Χριστόν.
Βυθισμένος λοιπόν ο άνθρωπος ο σημερινός, ο Νεοέλληνας Ορθόδοξος Χριστιανός, βυθισμένος στο σκοτάδι της αυτονομίας του, γρήγορα και εύκολα η αυτολατρεία του μεταβάλλεται σε ειδωλολατρία. Ώρα καλή τώρα, ο σημερινός παγανισμός και το Δωδεκάθεο, και να καταλήξει μετά απ’ αυτό και σε δαιμονολατρία.
Έτσι ο σημερινός άνθρωπος που αρνείται να λατρεύσει και να προσκυνήσει τον Θεόν μέσα από τα Πανάγια Μυστήρια, και την Σταυρωμένη Του Εκκλησία, γρήγορα υποδουλώνεται στα χείριστα των παθών, που είναι πιο ανελέητα από τους τυράννους και στο τέλος προσκυνά και τον ίδιο τον διάβολο.
Αφήσαμε τον Θεόν και λατρεύουμε τα κτίσματα. Περιφρονούμε τον Χριστόν και την Εκκλησία Του και λατρεύουμε τα είδωλα. Εγκαταλείπουμε την Τριαδική Χάρη και τους Αγίους και προσκυνάμε τους δαίμονες.
Πιστεύω όμως πως όλοι μας που σήμερα βρισκόμεθα σ’ αυτόν εδώ το Ναό, και εκκλησιαζόμαστε όπως και πολλοί άλλοι Ορθόδοξοι χριστιανοί, δοξάζομε καθημερινά το Θεό με τον εκκλησιασμό μας και τη Θεία Κοινωνία, με την μετάνοια και την Ιερά Εξομολόγηση, με την μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, με την προσευχή και τη Θεία Λατρεία, με την πίστη στη Τριαδικότητα του Αγίου Θεού και στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού, με την τιμή μας προς τις άγιες και ιερές εικόνες και την πίστη στα θαύματα των Αγίων, με την καλλιέργεια του ταπεινού φρονήματος και των άλλων αρετών, με την υπακοή μας στο θέλημα του Θεού, με το καντηλάκι μας στο σπίτι και το θυμιατό, με το κεράκι και το εικονοστάσι μας, με τον Τίμιο Σταυρό που κάνομε και την ευχούλα που λέμε, με τον μικρό και τον μεγάλο αγιασμό, όλα αυτά μαζί είναι δόξα και ευχαριστία προς τον Θεόν. Είναι όμως συγχρόνως και η αληθινή η αδιάκοπη Παράδοσή μας, είναι η Ορθοδοξία μας. Η ορθή δόξα – πίστις για τον Τριαδικό Θεό και τον σαρκωθέντα Υιό και Λόγο. Και η ορθή σωστή δοξολογία του Θεού είναι και η μέλλουσα αιώνια δόξα του ανθρώπου της οποίας η πρόγευσις αρχίζει από δω, από σήμερα, από τούτη τη στιγμή.
Η ομορφιά λοιπόν και τα κάλλη του Παραδείσου, η ξένη και νοερά έλλαμψις, και κάθε τι ουράνιο, όλα τα μακάρια και τα θεία πάθη, είναι πρόγευσις αθανασίας και της μελλούσης αιωνίου ζωής επαναλαμβάνω από σήμερα, από τώρα.

Χριστιανοί μου,
τα Χριστούγεννα που μας έρχονται σε πέντε μέρες, μας παρέχουν και πάλι την ευκαιρία, να δοξάσουμε οικογενειακώς, μαζί με τον σύντροφο της ζωής μας, τη γυναίκα μας ή τον άνδρα μας, τους γονείς μας και τα παιδιά μας, να δοξάσουμε την ενανθρώπηση του Θεού και Λόγου. Ο ανακλινόμενος και σαρκωθείς Θεός εν τη φάτνη της καρδίας ημών θα δώσει την ουράνια χαρά, να απολαύσουμε την θεϊκή του ειρήνη, και την Τριαδική Του ευδοκία.
Έτσι μας λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Και αυτό επαναλαμβάνω θα γίνει μονάχα, όταν με κατάλληλες σκέψεις και καλούς συλλογισμούς, με την μελέτη και την προσευχή, με την εξομολόγηση και τη Θεία Κοινωνία, κάνομε όλη μας την καρδιά φάτνη εντός της οποίας είθε να ανακλιθεί ο νεογεννηθείς Χριστός μέσα σ’ αυτήν, δηλαδή μέσα στην καρδιά μας,

Αμήν.