Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2005

Η προφορική ευχή Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με καί η κάθαρσις εκ τών παθών (μέρος 1ον)



Ομιλία 127
16.2.2005

Ενθυμούμαι βέβαια τις πολύ καλές ημέρες, και τα παλιά εκείνα καλά χρόνια όταν κάναμε τις βραδινές ομιλίες, κατ’ αρχάς με την ανάλυση του Συμβόλου της Πίστεως, το οποίον τώρα θα μας βγει σε βιβλίο, πιστεύομε ότι μέσα στο Μάρτιο θα κυκλοφορήσει, εν συνεχεία με την ανάλυση της Θείας Λειτουργίας, μαζί με τις σχετικές εμπειρίες της, κατόπιν με την εκτεταμένη ή άλλοτε περιληπτική απόδοση της ερμηνείας στην Προς Ρωμαίους Επιστολή, κατόπιν τους μακαρισμούς όπως και άλλες περιστασιακές ομιλίες.
Θα ήθελα με όλη μου την καρδιά, και το πιστεύω, πρέπει να το πιστεύετε αυτό, ότι θα ήθελα να σας συγκεντρώνω κάθε Τετάρτη, όλο το χρόνο, θα το ήθελα, αλλά οι δυνάμεις μου οι σωματικές δεν επαρκούν, και αφετέρου η προετοιμασία είναι πολύ κουραστική. Παρά ταύτα όμως κατά περιόδους, πιστεύω ότι θα κάνουμε μια προσπάθεια να λέμε πέντε πράγματα.

Κάποτε σας είχα ομιλήσει για έναν πολύ δραστήριο ιερέα σε μια επαρχιακή πόλη, ο οποίος είχε πλούσια εξωτερική δράση, μεγάλη δράση. Και μάλιστα έλεγε ότι ποιος κληρικός άλλος δουλεύει σαν και μένα. Η δική μου δράσις έχει θαυμάσια αποτελέσματα. Έκτισα έναν μεγαλοπρεπέστατο ναό, δέκα παρεκκλήσια, τρείς αίθουσες, κόσμος από δω, κόσμος από κει, κηρύγματα, κύκλους, ομάδες, κατασκηνώσεις. Πόσα έργα έστω και πνευματικά περισσότερα από τα δικά μου, έλεγε, κάνουν αυτοί οι ξακουστοί ιεροκήρυκες, και είπε μερικά ονόματα, ο τάδε και ο τάδε, βέβαια εμείς θα πούμε μόνον δύο, αλλά γιατί έχουν κοιμηθεί αυτοί, τους ζώντας δεν μπορούμε να αναφέρουμε, ο πατήρ Αμφιλόχιος ο Μακρής και από τον πατέρα ακόμα Φιλόθεο τον Ζερβάκο, περισσότερη εργασία κάνω εγώ, και από τον τάδε και τον τάδε και άλλα.
Ένα βράδυ λοιπόν καθώς κοιμόταν, - πιστεύω να σας την έχω ξαναπεί αυτήν την ιστορία, δεν ξέρω βέβαια πόσο αναλυτικά ή περιληπτικά, όταν κάναμε τις σχετικές ομιλίες, τις βραδινές, αλλά την επαναλαμβάνω γιατί έχει τη θέση εδώ σήμερα. Ένα βράδυ λοιπόν όπως κοιμόταν, ξαφνικά ξύπνησε, τρόμαξε. Κάτι μέσα του τον είπε να σηκωθεί. Δεν τον φώναξε κανένας, αλλά από μια ακατανίκητη δύναμη σηκώθηκε. Συμβαίνει καμιά φορά αυτό. Σηκώθηκε λοιπόν, και σαν αυτόματο, ντύθηκε, έβαλε το καλημάφχι του, κοίταξε την ώρα, ήτανε δυόμισι περίπου μετά τα μεσάνυχτα. Βγήκε έξω σα ρομπότ. Σαν κάποιος να τον κατηύθυνε. Και πήγε προς τον Μητροπολιτικό ναό. Ερχόταν από την πίσω πλευρά του ναού. Έτσι κάνοντας κύκλο βρέθηκε μπροστά στον εξωνάρθηκα του ναού. Το σκοτάδι ήταν πυκνό και ο ουρανός γεμάτος σύννεφα. Μάλλον θα έβρεχε. Εκείνη τη στιγμή μια αστραπή δυνατή φώτισε τον τόπο για να ακολουθήσει και μετά δυνατή βροντή. Στο δευτερόλεπτο που κράτησε η αστραπή, και που φώτισε όλον τον τόπο διάπλατα, είδε ο ιερεύς στον εξωνάρθηκα και μπροστά στην πόρτα του ναού, να στέκεται ένας άνθρωπος. Ταυτόχρονα τον είδε να κάνει το σημείο του Σταυρού, να ανοίγει την αμπαρωμένη πόρτα και να μπαίνει μέσα. Ο ιερεύς τον ακολούθησε αθόρυβα μέσα στον ναό, όπως ήταν επόμενον, και στάθηκε πίσω από μια κολώνα, - όλα αυτά γινόνταν ασυναίσθητα, παρακολουθώντας σιωπηλά τον άγνωστο αυτόν χριστιανό. Ο χριστιανός γονάτισε μπροστά στην εικόνα του Χριστού, εδώ στο ιερό τέμπλο, και άρχισε να προσεύχεται. Τα αναμμένα καντηλάκια μπροστά στις ιερές εικόνες, χάριζαν ένα γλυκύτατο ιλαρόν φως. Ξαφνικά από την εικόνα του Χριστού άρχισε να ξεχύνεται μια ολόλαμπρη και πάλλευκη φωτοχυσία. Που κατ’ αρχάς τύλιξε τον προσευχόμενο χριστιανό, ο οποίος υπερίπτατο του εδάφους, τον είδε δηλαδή να είναι στον αέρα, και στη συνέχεια απλώθηκε σ’ όλο το ναό. Ο θαυμασμός και το δέος που κατέλαβε τον ιερέα εκείνη τη στιγμή δεν περιγράφεται. Δεν μπορούσε βέβαια και ο ίδιος να το περιγράψει. Ύστερα από αρκετή ώρα, το γαληνόμορφο αυτό φως, άρχισε σιγά σιγά πολύ απαλά να χαμηλώνει, να σβήνει, να χάνεται. Σηκώθηκε ο χριστιανός, είπε «Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς, Αμήν», και με το «Αμήν» ακούστηκε μια βροντή φοβερή. Αληθινή όμως βροντή. Άστραψε πάλι ο ουρανός και μαρτύρησε φαίνεται, έβαλε τη σφραγίδα ο ουρανός δηλαδή στην αλήθεια εκείνου του γεγονότος. Ποιανού γεγονότος; Της πνευματικής λατρείας αυτού του ανωνύμου χριστιανού.
Ο παππούλης βγήκε αμέσως έξω αθόρυβα, χωρίς να γίνει αντιληπτός, και σε λίγο ο ανώνυμος εκείνος ευλαβής χριστιανός, βγήκε κλείνοντας πίσω του την πόρτα του ναού. Ο ιερεύς στη συνέχεια ακολούθησε τον θεοσεβή αυτόν άνθρωπο, μέχρις ότου εισήλθε σε κάποιο σπίτι. Κράτησε τη διεύθυνση του σπιτιού και έφυγε. Στο δρόμο φάνηκαν και οι πρώτοι άνθρωποι να κινούνται σιγά σιγά και προς τις εργασίες τους. Δεν υπήρχαν τουλάχιστον εκείνη την εποχή αυτοκίνητα. Είχε φτάσει ήδη πεντέμισι το πρωί. Ο ιερεύς πήγε στο σπίτι του και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ήταν διαρκώς ανήσυχος. Τι συνέβη; Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Ποιος; Ποιος;
Την άλλη μέρα πήγε και περπατούσε μπροστά στο σπίτι, αυτού του παράξενου χριστιανού. Στεκόταν και το κοίταζε. Περνούσε, ξαναπερνούσε, προσπαθούσε να βρει κανένα γνωστό να τον ρωτήσει. Τελικά βρήκε πράγματι κάποιον και του λέει:
- Ποιος κάθεται εδώ, για πες μου.
- Τι τον θέλεις παππούλη; τον ρώτησε, θάταν περίεργος.
- Τι σε νοιάζει, λέει, τι το θέλω, πες μου ποιος μένει εδώ.
Του είπε ένα όνομα, δεν τον ήξερε ο ιερεύς.
- Καλός άνθρωπος;
- Πολύ καλός!
- Πηγαίνει στην εκκλησία;
- Βεβαίως πηγαίνει. Και η γυναίκα του και τα παιδιά του.
- Ααα, είναι παντρεμένος, ε, έχει και παιδιά; Πόσα παιδάκια έχει;
- Οκτώ νομίζω, δεν ξέρω κιόλας.. Μήπως τα μέτρησα ποτέ;
Τέλος πάντων κατάφερε με κάποιους γνωστούς μετά από δυο τρείς μέρες να κάνει μια επίσκεψη στο σπίτι του αγνώστου, αυτού, του χριστιανού. Το είδε. Ένας συνηθισμένος ανθρωπάκος, με ασυνήθιστα όμως φωτεινό πρόσωπο και καταγάλανα καθαρά μάτια. Με χαμόγελο γλυκύτατο και συγχρόνως ταπεινός, χαμηλομένο το κεφαλάκι, πράος, αγαθός. Τον περιποιήθηκαν φιλόξενα και κείνος τους ρώτησε ορισμένα πράγματα και κείνοι απαντούσαν πρόθυμα. Ο χριστιανός εξομολογείτο τακτικά στη πρωτεύουσα του νομού, σε γνωστό πνευματικό. Καλλιεργούσε και μάλιστα, όπως το είπε, και την ευχούλα, όπως του το είχε μάθει ένας για τον εν λόγω ιερέα άγνωστος ιερομόναχος ασκητής απ’ τη Σίψα, ο πατήρ Γεώργιος ο Καρσλίδης, που του είπε όλη την ημέρα να λες "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Όλη η οικογένεια αυτού του χριστιανού κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων, και ζούσαν όλοι μαζί μια απλή, ήσυχη ζωή, με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή και εγκράτεια. Φρόντιζε όμως ο χριστιανός ν’ αλλάζει κάθε Κυριακή εκκλησία, για να μη φαίνεται ότι κοινωνούσε τακτικά, διότι για εκείνην την εποχή η Θεία Κοινωνία η τακτική ήταν πολύ παράξενο πράγμα. Οπωσδήποτε θα τον θεωρούσαν για τρελό. Μισθοσυντήρητος ήταν ο άνθρωπος, ο πολύτεκνος αυτός οικογενειάρχης με τα οκτώ παιδιά, τραπεζικός υπάλληλος. Έτρεφε τα παιδιά του, την γυναίκα του, τον υπέργηρο πατέρα του και τον εαυτό του. Τον έτρωγε όμως από μέσα η αγωνία, η αγωνία, τον ιερέα, ποια ήταν τέλος πάντων η κρυφή πολιτεία αυτού του ανθρώπου; Ποια ήταν τέλος πάντων η ζωή του για να έχει μια τόσο πολύ μεγάλη χάρη, στην νυκτερινή του προσευχή μέσα στην εκκλησία; Και μάλιστα νύχτα δυόμισι με πέντε, τα μεσάνυχτα μέχρι το πρωί. Έφυγε ο ιερεύς και μια βδομάδα δεν βγήκε έξω. Ήταν αμίλητος και σκεφτικός. Ύστερα αρρώστησε. Μάλιστα. Ο παππούλης απ’ τη στεναχώρια του αρρώστησε. Ένα μήνα ολόκληρο. Και στον μήνα εκείνον πήρε το μάθημά του. Οι καλές πράξεις και τα πολλά και μεγάλα έργα αδελφοί μου, χωρίς το ταπεινό φρόνημα στα μάτια του Θεού δεν έχουν καμιά αξία. Και ο Φαρισαίος έλεγε, - θα το ακούσουμε την Κυριακή – ότι έκανε πολλά καλά έργα και μάλιστα έδινε και το εν δέκατο του μισθού του στις ελεημοσύνες. Ούτε λοιπόν τα παχιά λόγια και τα ωραία κηρύγματα σαν και μένα, αυτά τα δικά μου οικοδομούν, αν το πνεύμα του ιερέως δεν είναι συντετριμμένον και τεταπεινομένον. Τι να κάνουμε, στραβώνει η μύτη μας, και ιδίως η δική μου. Και τότε πικραμένος θυμήθηκε ότι και τις προσευχές του, και τις νηστείες του, και τις ελεημοσύνες του, και τα έργα του όλα τα έκανε προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις. Όπως βέβαια και οι συγκρίσεις του προς την πνευματική εργασία τόσων και τόσων αγίων επισκόπων, ιερέων και γεροντάδων ήσαν καθαρά από φθόνο. Ένας απλός πτωχός οικογενειάρχης αλλά ταπεινός τω πνεύμα είχε ασυγκρίτως πολύ μεγαλύτερη παρρησία στο Θεό απ’ αυτόν τον ιερέα που εθεωρείτο ευλαβέστατος, με πλούσια δράση και άγιος, άγιος ανάμεσα στους ανθρώπους, τις ενορίες του, και του έβαζαν μάλιστα και βαθειά μετάνοια. Αλήθεια λοιπόν, τι τραγική ειρωνεία. Έμαθε καλά το μάθημά του ότι ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς σε δίδωσιν την χάριν. Έμαθε ακόμη ότι μακάριοι είναι μόνον οι πτωχοί τω πνεύματι, δηλαδή οι ταπεινοί, όσοι έχουν καρδίαν καθαράν, διότι αυτοί και μόνον τον Θεόν όψονται, και σ’ αυτούς ανήκει η Βασιλεία των Ουρανών. Αυτόν τον ιερέα, τον εξομολήγησα και τον κοινώνησα στο αντικαρκινικόν του Μεταξά, στην πενταετία 70-75 λίγο πριν πεθάνει.

Το βίωμα του ανωνύμου αυτού χριστιανού αδελφοί μου, είναι μια από τις άπειρες δωρεές του Θεού προς το πλάσμα του που αγωνίζεται μέρα νύχτα με ταπείνωση πολλή και με την ευχούλα "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Που αγωνίζεται με αγρυπνία στις αισθήσεις του, με εγκράτεια στη γλώσσα, με προσοχή στα μάτια, με την πίστη ζωντανή και φλογερή, με την ακρίβεια στην τήρηση των Ευαγγελικών εντολών, με την αληθινή μετάνοια και συντριβή, με την ταπείνωση στο νου και στην καρδιά. Με την καθαρότητα σ’ ολόκληρη την καθημερινή του ζωή κατά δύναμη, όσο μπορεί. Και ασφαλώς βέβαια με την μελέτη των Αγίων Γραφών, και άλλων καλών ωφελίμων βιβλίων.

Να λοιπόν μερικές βασικές προϋποθέσεις αγιασμού και θεώσεως του κάθε αγωνιζομένου πιστού χριστιανού, που αγωνίζεται με πολλή συνέπεια και φόβον Θεού, μέσα σ’ αυτήν την αλλοπρόσαλλη και παράλογη κοινωνία που ζούμε. Το παράδειγμα και βίωμα αυτού του ανωνύμου χριστιανού, μας βεβαιώνει ότι είναι δυνατή μέσα στον κόσμο του παρόντος αιώνος, του απατεώνος, όχι μόνον η σωτηρία, αλλά και η θέωσις, με βασική προϋπόθεση ότι προηγείται η κάθαρσις από όλα τα πάθη, και τα ψυχικά, και τα πνευματικά και τα σωματικά, για να ακολουθήσει ο φωτισμός και έπειτα η τελείωσις και ο αγιασμός του όλου ανθρώπου. Επαναλαμβάνω, ότι για να καθαρισθούμε από τα πάθη χρειαζόμεθα τη βοήθεια του Θεού, και ο Θεός αποτελεσματικά μας βοηθάει, - θα τα επαναλάβομε πολλές φορές, για να μη νομίζουμε ότι εύκολα εξαγιάζεται ένας άνθρωπος, και εύκολα μπορεί να δεχτεί δωρεές από το Θεό, γιατί πρέπει να τηρούμε τις Ευαγγελικές εντολές, και μάλιστα της διπλής αγάπης και προς τον Θεόν, «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» - δεν τον αγαπάμε τον πλησίον μας, κακά τα ψέματα, καμιά φορά ούτε καλημέρα δεν θέλουμε να του πούμε, και άλλες φορές του γυρίζουμε και την πλάτη. Όταν καλλιεργούμε κάποιες αρετές, να, η αρετή της μακροθυμίας, της συγχωρήσεως, της επιεικείας, δεν είμεθα επιεικείς απέναντι στα σφάλματα και στα λάθη των άλλων, παρόλον που η εντολή του Λόγου του Θεού λέει ότι «το επιεικές υμών γνωσθήτω πάσιν ανθρώποις». Την επιείκειάν σας να την δείχνετε έμπρακτα προς όλους τους ανθρώπους, - ε, δεν το τηρούμε αυτό… Βέβαια όταν έχουμε πάλι συναίσθηση στην Κοινωνία, στη Θεία Κοινωνία, ή στην Ιερά Εξομολόγηση… Προ παντός δε, όταν δεν συγκρατούμε τη γλώσσα μας, και δεν έχουμε ταπεινό πνεύμα, και δεν πενθούμε για τις αμαρτίες μας. «Μακάριοι οι πενθούντες», λέει, «ότι αυτοί παρακληθήσονται». Και ασφαλώς δεν έχουμε νήψη και προσοχή στους λογισμούς μας, όταν κάνουμε προσευχή, όταν διαβάζουμε την Καινή Διαθήκη, όταν είμαστε μέσα στο ναό. Όλα αυτά και άλλα πολλά τα έχουμε πει επανειλημμένες φορές, και για να μη σας κουράζω, να μην πούμε και άλλα τόσα, όσα οφείλουμε να κάνουμε δηλαδή, όλα αυτά στο σύνολό τους πρέπει να συνοδεύονται από την επίμονη επίκληση του ονόματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δηλαδή από την πνευματική μας κοινωνία μετά του Σωτήρος Χριστού.
Όταν τηρείς, και συ, και συ, μια εντολή και την εφαρμόζεις, να επικαλείσαι συγχρόνως και το όνομα του Ιησού Χριστού, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Όταν θέλεις να καταπολεμήσεις ένα πάθος και μια αδυναμία σου, να φωνάζεις "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Όταν θέλεις να πνίξεις μέσα σου τον θυμόν, και την οργήν, ή να κατανικήσεις τη ζήλεια σου, που σου κατατρώγει τα σπλάχνα, να επικαλείσαι την βοήθεια του Σωτήρος Χριστού, λέγοντας "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Όταν είσαι μέσα στην εκκλησία, όπως τώρα, και κυρίως βέβαια όταν εκκλησιάζεσαι, είτε στον όρθρο, είτε όταν μπούμε στη Θεία Λειτουργία, - τι αρχίζετε τα μουρμουρητά, μπουρ μπουρ μπουρ μπουρ ο ένας με τον άλλον; καμιά φορά λέτε «καλημέρα σας, τι κάνετε, πώς είστε», αγκαλιάζεστε και φιλιόσαστε, - "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", ναός του Θεού είναι. Και ναός είστε σείς! Κάθε φορά που εγώ ως παπάς και λειτουργός του Υψίστου, και σεις ως εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί, λέτε το όνομα του Ιησού μέσα στο ναό, γίνεστε ναός! Κάθε χάρις ναοποιεί την ύπαρξή μας. Κάθε κάλεσμα του Ιησού Χριστού, μας κάνει ουράνιο ναό, και αυτό δεν το έχουμε καταλάβει, ασχολούμεθα με το τι λένε οι τηλεοράσεις συνέχεια. Μόνο κουτσομπολιό ξέρουμε να κάνουμε.
Όταν έρχεσαι εδώ να κοινωνήσεις, μη δίνεις σημασία τι σου λέει ο διάολος, λέγε "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". «Ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ».
Παντού και πάντοτε να φωνάζετε το γλυκύτατον όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Έτσι παλεύουμε με τα πάθη μας, αλλά πάντοτε όμως με τη βοήθεια της ευχής. Είναι δηλαδή, για να αντιμετωπίσουμε μια ασθένεια πρέπει να πάρουμε αντιβίωση, πρέπει να μας βάλουν μια ένεση, και αυτή η ένεσις είναι το όνομα του Ιησού Χριστού. Δεν επιτυγχάνεται η κάθαρσις απ’ την τυραννία των παθών και απ’ την εξουσία του διαβόλου, χωρίς τη βοήθεια του Ιησού Χριστού, αφού ο ίδιος το λέει, «άνευ εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν», άρα "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Δεν ξέρουμε άλλες προσευχές. Δεν ξέρουμε τι προσευχή να κάνουμε… Λέγε "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". «Θεέ μου βοήθησέ με». «Παναγία μου σώσε με, με τις πρεσβείες σου». Αυτά δεν ξέρουμε να τα πούμε; Όλοι μας ξέρουμε. Η ευχή λοιπόν συνδράμει στην τήρηση των εντολών του Θεού και στην κάθαρση από τα πάθη και τις αδυναμίες.

Στον πρώτο καιρό πρέπει να λέμε την ευχή προφορικά, με το στόμα. Και μάλιστα όσο μπορούμε συχνότερα. "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με","Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Ψιθυριστά. Η φωνή που βγαίνει απ’ το στόμα συγκεντρώνει τον νου πάνω στις λέξεις, που αρχίζει σιγά σιγά να τις προσέχει. Όταν επιμένουμε λοιπόν πολύ στην καθημερινή προφορική προσευχή όλη την ημέρα, ανεξάρτητα απ’ τη δουλειά που κάνουμε, όσο θα περνάει ο καιρός τόσο και πιο απαραίτητη θα μας γίνεται. Δημιουργείται μέσα μας ένα παράδοξο κλίμα γλυκύτητος και ειρήνης. Ακόμα και το στόμα γλυκαίνεται. Σα να έχει μέσα της μια γλυκιά καραμέλα και την πιπιλίζει διαρκώς, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", και το θέλει και το ζητάει γιατί έχει γλύκα το στόμα. Τότε βέβαια για κανέναν λόγο δεν θέλουμε να σταματήσουμε το όνομα του Χριστού. Και όταν μας διακόπτουν, για τον αλφα ή βήτα λόγο, υπάρχει βέβαια ή επιβάλλεται ανάγκη της διακοπής της ευχής, αισθανόμαστε σα να μας λείπει κάτι το πολύτιμο. Η ψυχή αισθάνεται την έλλειψη της ευχής και την αναζητά και τότε μόλις βρει την ευκαιρία ξαναρχίζει και πάλι "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Εκείνο που βοηθά βέβαια αποτελεσματικώς την ευχή είναι όταν τη λέμε με το νου, και μάλιστα κατά τη διάρκεια της νυκτός. Στην αρχή θα την λέμε δεκαπέντε λεπτά, με το ρολόι δεκαπέντε λεπτά, όρθιοι, δεν μπορούμε όρθιοι; καθιστοί. έχουμε και γεράματα, έχουμε και ανημποριές, έχουμε και αρρώστιες, και καθιστοί. Ο Θεός δεν κοιτάζει αν είσαι καθιστός στο σώμα, κοιτάζει αν κοιμάται η ψυχή σου. Όταν λοιπόν η ψυχή είναι εν εγρηγόρσει, και το καθιστό είναι αποδεκτό είναι αποδεκτό απ’ τον Θεόν, όπως και το γονατιστό για όποιον μπορεί. Πάλι για όποιον μπορεί. Δεν επιβάλλεται τίποτα με τη βία. Όποιος μπορεί και όσο μπορεί. Και ύστερα αυτά τα δεκαπέντε λεπτά να γίνουν μισή ώρα. Όταν περάσουν δυο τρείς μήνες, τέσσερεις, και που συνηθίζουμε σ’ αυτό το ημίωρο, και αρχίζει ο νους πλέον συγκεντρωμένα, να λέει την ευχή, να την απολαμβάνει, τότε αυξάνεται αυτός ο χρόνος λίγο παραπάνω. Επαναλαμβάνουμε ότι εμείς ζούμε μέσα στον κόσμο. Άλλος μπορεί να το κάνει τρία τέταρτα, άλλος μπορεί να το κάνει μια ώρα, άλλος μπορεί να το κάνει παραπάνω. Αλλά αν όμως αυτό το συνηθίσει έστω και μισή ώρα να το λέει κάθε βράδυ, είναι πολύ ευλογημένο, θάχει πολύ χάρη και πολλά αποτελέσματα θα δει.
Βέβαια θα διακόψουμε, και αν θέλουμε να συνεχίσουμε τότε μπορούμε να κάνουμε μερικές μετάνοιες. Στρωτές ή μισές, ή αν έχει περάσει η ηλικία μας, καμία. Ο Θεός μετράει τη διάθεση της ψυχής, και βλέπει μέσα σου, έχεις καρδιά καθαρή; «Καρδίαν καθαράν», λέει. Και «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει». Πρώτα θα μετρήσει την καρδιά σου, πρώτα θα μετρήσει το μυαλό σου, πόσο καθαρό είναι, και ύστερα θα δει τη στάση του σώματος την οποίαν θα μετρήσει ανάλογα με την ηλικία σου. Κατόπιν θα διαβάσεις Καινή Διαθήκη, θα πεις «μπορεί να με πάρει ύπνος», να σε πάρει ύπνος, αλλά να τη διαβάσεις. Μια σελίδα, μια σελίδα, δυό σελίδες, δυό. Πέντε, .. πέντε, δέκα, .. δέκα. Να διαβάσεις. Εκεί μιλάει ο Θεός σε σένα. Με την προσευχή μιλάς εσύ στο Θεό. Αν μπορείς να διαβάσεις κάποια άλλη στιγμή της ημέρας, κάποιο άλλο καλό πατερικό φιλοκαλικό βιβλίο, και αυτό βέβαια ασφαλώς θα το κάνεις. Θες να διαβάσεις μια παράκληση; Διάβασέ την. Δεν σε εμποδίζει κανένας… Θες τη Μικρή, θες τη Μεγάλη, θέλεις ενός Αγίου… Έχεις μια ανάγκη, υπάρχει μια αρρώστια στο σπίτι… Κάτι κακό συμβαίνει και θέλεις να διαβάσεις κάτι, διάβασέ το. Κάνε όμως και κομποσχοινάκι. Πάρε στο χέρι σου το κομποσχοίνι. Κράτησέ το κρυφά, μέσα στη νύχτα δε σε βλέπει κανένας. Και κάθε κόμπο λέγε: "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με","Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με","Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με","Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", δεν είναι τόσο σπουδαίο … Όλοι μας μπορούμε να το κάνουμε…
Αργότερα μπορούμε να την κάνουμε και με την αναπνοή. Εισπνέουμε «Κύριε Ιησού Χριστέ», εκπνέουμε «ελέησόν με». Εισπνέουμε, κρατούμε λίγο την αναπνοή, το λέμε πέντε φορές, και εκπνέουμε. Αλλά αυτά δεν έχουν καμιά σημασία. Δεν τα λέμε καθόλου, αν μας εμποδίζουν και μας έχουν, μας προκαλούν κάποια δυσκολία. Τα λένε αυτά στην αρχή, αυτά… Για κάνα μήνα – δυό, διότι η προσευχή δεν έχει μέθοδο. Όταν πάμε να μιλήσουμε με έναν φίλο μας, όταν πάμε να μιλήσουμε με ένα επίσημο πρόσωπο δεν έχουμε μέθοδο, ανοίγουμε την καρδιά μας και λέμε το αίτημά μας. Κύριε το παιδί μας δεν μπορεί! Σε παρακαλώ, κάν μου αυτή τη χάρη. Έτσι μιλάμε. Έτσι θα μιλάμε και στο Χριστό, χωρίς μεθόδους και χωρίς τρόπους. Αλλά πάντοτε όμως παρακλητικά και με συντετριμμένη την καρδιά.
Όταν λέμε την ευχή, φροντίζουμε να μην έχουμε μετεωρισμούς, να μη φεύγει δηλαδή το μυαλό μας πότε εδώ και πότε εκεί. Να μη χαζεύει σε εικόνες, να μη σκέφτεται απολύτως τίποτα. Να λέγει μόνον, να προσέχει μόνον στα λόγια της ευχής, τίποτε άλλο.
Με απόλυτη συναίσθηση ότι αυτό που λέει, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", το λέγει μπροστά στο Χριστό. Ο Χριστός είναι μπροστά μας, δεν είναι πίσω μας. Ούτε μακρυά στον ουρανό σε εκατομμύρια μίλια. Είμαστε ενώπιόν Του. Αν τα μάτια της ψυχής μας δεν ήταν τυφλά, θα Τον βλέπαμε, και αν ήταν βέβαια και προς το συμφέρον μας. Και με αυτή τη συναίσθηση Τον παρακαλούμε θερμά, Τον ικετεύουμε δυνατά για να μας ελεήσει και να μας σώσει, «Χριστέ μου ελέησόν με, εκ των κρυφίων μου καθάρισόν με».
Η Χαναναία Τον είχε μπροστά της και φώναζε: «Ιησού Υιέ Δαυΐδ ελέησόν με, ότι η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται».
Έτσι και μεις Τον έχουμε μπροστά μας και Τον φωνάζουμε «ελέησόν με τον αμαρτωλόν, διότι εγώ έχω μέσα μου το δαιμόνιο, τον δαίμονα ή τους δαίμονας των παθών. Εγώ έχω μέσα μου το σκοτάδι. Το σκοτάδι της αμαρτίας.
Εγώ κυριαρχούμαι από τα πάθη και υποφέρουν όλοι γύρω μου.
Εγώ φταίω για όλα.
Χριστέ μου ελέησέ με.
Άμα ελεήσεις εμένα, θα ελεήσεις και τον σύντροφο της ζωής μου.
Ελεείς τότε και τα παιδιά μου.
Ελεείς τον άρρωστο αδελφό μου που βασανίζεται απ’ τον καρκίνο.
Ελεείς και τον ξάδελφό μου τώρα που έπαθε εγκεφαλικό.
Ελεείς το παιδί μου για την αποκατάστασή του ή για να βρει εργασία.
Ελέησόν με Κύριε, γιατί ελεώντας εμένα, ελεείς και τους κληρικούς της Εκκλησίας σου. Ποιος είσαι σύ και σύ που κατηγορείς τον άλφα ή τον βήτα κληρικό; Κάνε το παιδί σου; Και συ που φωνάζεις ως άνδρας γίνε εσύ για να διορθώσεις τα κακώς κείμενα. Συ που κατηγορείς, θα το πληρώσεις. Γιατί κατακρίνεις. Και δεν έχεις το δικαίωμα γιατί δεν είσαι Θεός.
Ελέησόν με Κύριε διότι δεν έχω αληθινή μετάνοια και συντριβή. Δεν έχω. Γι’ αυτό ελέησόν με.
Δεν έχω δάκρυα παρακλητικά, ελέησόν με.
Δεν έχω ταπείνωση, ελέησόν με.
Δεν έχω πίστη, ελέησόν με.
Δεν έχω υπομονή, ελέησόν με.
Δεν πενθώ για τις αμαρτίες μου, ελέησόν με.
Δεν κλαίω, ελέησόν με.
Κι όλο αυτό το έργο θα γίνεται χωρίς φαντασίες, χωρίς μετεωρισμούς, χωρίς εικόνες, χωρίς μορφές, χωρίς ιδέες που μπορεί να σχηματίζει ο νους, είτε από τις πολλές μας παλιές συνήθειες, είτε από τις πολλές έγνοιες και τις μέριμνες και τις σκοτούρες που έχουμε, είτε από την πολλή κούραση, είτε από την ενόχληση του διαβόλου. Από πολλές αιτίες μας έρχονται οι λογισμοί στο κεφάλι μας και δεν μας αφήνουν να κάνουμε προσευχή. Εύκολα λοιπόν, πολύ εύκολα φεύγει η προσοχή μας, από την ευχή, από το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", και χάνεται ο πολύτιμος, ο πολυτιμότατος πνευματικός καρπός της. Χάνεται ο ουράνιος θησαυρός της Θείας Χάριτος.

Χριστιανοί μου, εργασία πνευματική με την ταυτόχρονη πρακτική εφαρμογή των Ευαγγελικών εντολών, μας δίδει η παρακάτω αληθινή ιστορία, του μπαρμπα Νικόλα του ψάλτου από την Καρλίκοβα της Δράμας.
Υπήρχε ένας χωρικός γύρω στο 1930, και ήταν και ψάλτης στο χωριό, αλλά ψάλτης πρακτικός. Αυτός λοιπόν πήγαινε κάθε πρωί στην εκκλησία και το βράδυ στον εσπερινό και βοηθούσε τον παπά. Άφηνε όποια δουλειά είχε, είτε στα χωράφια, είτε οπουδήποτε αλλού και πήγαινε. Ήτο φιλόξενος, ελεήμων. Όποιος χωρικός αρρώσταινε πήγαινε αυτός σαν οργώσει το χωράφι του, να το σπείρει, να το θερίσει, να του μαζέψει τα ξύλα για το χειμώνα, άμα ήταν άρρωστος και δεν μπορούσε. Εκείνα τα χρόνια εύκολα χήρευαν οι άνθρωποι, είτε από την γυναίκα, που πέθαινε πάνω στις γέννες, είτε από πρόωρες ασθένειες στους άνδρες. Παντού και πάντοτε ο μπαρμπα Νικόλας βοηθούσε. Όποιος έκτιζε μάνδρα ή σπίτι πήγαινε και τον βοηθούσε. Έτρεχε και στο μαραγκό και στο σιδερά για δωρεάν βοήθεια, - αυτούς που έκαναν τις ρόδες από τους αραμπάδες εκείνης της εποχής. Ο καλός Σαμαρείτης λοιπόν σε όλους τους κατοίκους του χωριού. Και συνεχώς έψελνε. Ό,τι κι αν έκανε όλη την ημέρα έψελνε. Γλυκαινόταν δε πάρα πολύ όταν εκατοντάδες φορές έλεγε το «Κύριε ελέησον» σ’ όποιον ήχο νόμιζε ότι μπορούσε να το πει. Αλλά έλεγε το «Κύριε ελέησον». «Κύριε ελέησον», «Κύριε ελέησον». Γι’ αυτό τον είχαν βαφτίσει οι χωρικοί ο «μπαρμπα Νικόλας ο Κύριε ελέησον». Τι καλά να μας δίναν και μας ένα τέτοιο όνομα !... Ήταν δε περίπου πενήντα ετών.
Ένα βράδυ λοιπόν, όπως έκανε ολονύκτια προσευχή, βλέπει ξαφνικά να ανοίγουν τα ουράνια, να κατεβαίνουν άγγελοι και να του βάζουν, ουράνιο στεφάνι στο κεφάλι. Ο άνθρωπος είχε γαλήνη, ειρήνη, και θεϊκή ακατάληπτη ευτυχία μέσα του. Αλλά είχε την απορία. Ποιος πάνω, τι ήταν αυτό, και ποιος είμαι εγώ; Και πως γίνεται αυτό; Άντε δε βαριέσαι, όνειρο ήταν, θα περάσει. Φαίνεται αποκοιμήθηκα και το είδα έτσι. Την άλλη νύχτα κάνει πάλι προσευχή, πάλι το ίδιο θεϊκό όραμα. Την τρίτη ημέρα το ίδιο, την τετάρτη ημέρα το ίδιο, μα λέει, πρέπει να πάω να το πω στον παπα Μιχάλη.
Τρέχει λοιπόν του λέει παπά, το πρωί μετά την ακολουθία του όρθρου, το και το μου συμβαίνει.
- Τι να σου πώ, του λέει. Ίσως είναι του Θεού, ίσως είναι και του διαβόλου. Ε, ξέχασέ το καλύτερα, κάνε τη δουλειά εσύ, πήγαινε στο σπίτι σου, τούπε καλά πράγματα, αλλά φεύγοντας όμως είπε μέσα του ο παπα Μιχάλης, βρέ και μπας και από το πολύ ψάλσιμο και το πολύ διάβασμα που κάνει ο μπαρμπα Νικόλας του σάλεψε το μυαλό και τον τρέλανε ο διάολος; Μάλλον δε θάναι καλά, ας ψέλνει, αλλά καλά δεν θάναι. Μπορεί νάναι καλός άνθρωπος, να τρέχει εδώ, να τρέχει από κει, αλλά φαίνεται τον πήρε τούμπα η τρέλα.
Δεν πέρασαν μερικές ημέρες και αρρωσταίνει ο «μπαρμπα Νικόλας ο Κύριε ελέησον». Το πρώτο πράγμα που ζήτησε ήταν να εξομολογηθεί στον παπα-Μιχάλη και να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων. Μέχρι την τελευταία του στιγμή, έδινε τις καλές του χριστιανικές και πατρικές συμβουλές, όλες γεμάτες από αγάπη και θεία ευλογία. Και προς τα παιδιά του και προς όλους εκείνους που τον επισκέπτονταν.
Σε λίγες μέρες πέθανε. Κι όταν πέθανε όλο το χωριό βρέθηκε στην κηδεία του, γιατί ήξεραν την καλοσύνη του και γιατί πληροφορήθηκαν τις κρυφές του ελεημοσύνες, και σχεδόν όλες του τις κρυφές προσφορές, αγρυπνίες, προσευχές, συνδρομές και τα λοιπά. Όλο το χωριό πήγε στην κηδεία του. Και τον έθαψαν με πολλή συγκίνηση μακαρίζοντας την αγία του ζωή, παρά τις επιφυλάξεις του παπα Μιχάλη.
Ύστερα από δύο ακριβώς χρόνια, πέθανε ο πατέρας του παπα Μιχάλη. Σε ηλικία ενενήντα δύο ετών. Ο ιερεύς με δυο συγγενείς, μετέβησαν στο νεκροταφείο του χωριού κατά τις δέκα η ώρα το πρωί, και άρχισαν να σκάβουν ένα λάκκο δίπλα στον τάφο του «μπαρμπα Νικόλα του Κύριε ελέησον». Όσο έσκαβαν και κατέβαιναν προς τα κάτω από το πλάι και από την μεριά του τάφου του μπαρμπα Νικόλα, άρχισε να βγαίνει μια παράξενη ευωδία πολύ γλυκειά, σαν να υπήρχαν χιλιάδες λουλούδια με έντονη μυρουδιά, μυρίπνοα ουράνια άνθη, τόση άρρητη ευωδία έβγαινε από κει μέσα.
Συγκλονίστηκε ο παπα Μιχάλης και είπε φωναχτά: «Τον αδίκησα τον άνθρωπο, αυτός πράγματι ήταν άγιος, σαν τους Αγίους που προσκυνάμε στην Εκκλησία». Και φεύγοντας για το σπίτι του το διέδωσε παντού.
Άρχισαν αμέσως να καταφθάνουν οι χωρικοί, άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι, οι περισσότεροι όμως από περιέργεια, για να δουν τι το παράξενο συμβαίνει. Όταν όμως έφταναν στον τάφο, θαύμαζαν έκπληκτοι, την πρωτοφανή ευωδία που εξήρχετο τόσο άφθονη από τον τάφο του «μπαρμπα Νικόλα του Κύριε ελέησον» και δε χόρταιναν να την απολαμβάνουν δοξάζοντας τον Θεό του διδόναι τοιαύτα τοις ανθρώποις.

Αυτά είναι τα θαυμάσια της πίστεώς μας, και της αληθινής κατά Χριστόν, ζωής, προσφοράς και θυσίας. Πρώτα ο πνευματικός αγώνας, πρώτα η πρακτική τήρησις των εντολών και δη της αγάπης, μαζί με την συμμετοχή στα πανάγια μυστήρια, την αδιάλειπτη προσευχή και το ταπεινό φρόνημα, και ύστερα οι αμοιβές, και τα δώρα του Αγίου Θεού.

Η ιστορία του κεχαριτωμένου αυτού απλού χριστιανού, του «μπαρμπα Νικόλα του Κύριε ελέησον» χριστιανοί μου, μας φανερώνει τις πιο μεγάλες αλήθειες της πίστεώς μας. Προηγείται η εφαρμογή του θελήματος του Θεού. Η πράξις και τα έργα των Ευαγγελικών εντολών. Η Συμμετοχή στα μυστήρια. Και ύστερα ακολουθεί η ενέργεια της προσευχής στην καρδιά. Αν δεν αιχμαλωτίζουμε καθημερινά παν νόημα στην υπακοή του Χριστού, και κάθε σκέψη μας και κάθε ενέργεια της ζωής μας σ’ αυτήν την υπακοή, οι προσευχές μας θα είναι άκαρπες, στείρες και μουχλιασμένες.

Θυμώνεις; Νευριάζεις; Ταράζεσαι; Χάθηκε η προσευχή.
Κατακρίνεις, ιδίως το ράσο; Τότε όχι μόνον αχρηστεύεται η προσευχή σου, αλλά μολύνεται και θανάσιμα, κολάζεται.
Ζηλεύεις; Φθονείς; Θυμάσαι το κακό που σου έκαμε ο συγγενής σου, ο φίλος, ο γείτονας, ο συνάδελφος; Και τον μνησικακείς; Τάχασες όλα.
Εκδηλώνουμε τον εγωισμό μας; Η προσευχή μας δε εισακούεται.
Έχουμε κρίσεις και ορέξεις λαιμαργίας, φιλαργυρίας, φιληδονίας; Τότε ψυχραίνεται η καρδιά μας και μας εγκαταλείπει η χάρις του Θεού.
Και χωρίς χάρη προσευχή αληθινή δεν γίνεται.
Έτσι λοιπόν οι σαρκικές και βλάσφημες σκέψεις, η απερίσκεπτη μέριμνα και το άγχος, η αγάπη για τα εγκόσμια, ο πολύς ύπνος, η ακράτεια της γλώσσης, η ραθυμία και η ακηδία, η ασυδοσία των πέντε αισθήσεων και η κατάκρισις και άλλα πολλά πολλά πολλά, αρρωσταίνουν την ψυχή, εξασθενούν τη θέληση, σκοτίζουν τον νουν, και αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι δεν μπορούμε να κάνουμε ούτε την πιο μικρή μας προσευχή. Δεν μπορούμε να πούμε ούτε το «Πάτερ ημών». Ούτε να πούμε "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", διότι ουδείς δύναται ειπείν, «Κύριον Ιησούν, ει μη εν Πνεύματι Αγίω». Άρα προηγείται η κάθαρσις από όλα τα πάθη, ή πρέπει να βρισκόμαστε στο δρόμο της προσπάθειας για να καθαριστούμε από τις αδυναμίες μας, και με τον σκληρό πνευματικόν αυτόν αγώνα που κάνουμε, και ύστερα να ακολουθήσει σιγά σιγά η θέρμη της καρδιάς και η νοερά ενέργεια αυτής της ευχούλας που λέμε, που μπορούμε να πούμε όσο το δυνατόν συχνότερα, το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Τότε αυτού του είδους η προσευχή, μαζί με την Θεία Κοινωνία, γίνεται φάρμακο αθανασίας. Και γεύσις αιωνιότητος, και γεύσις Παραδείσου και θείας μακαριότητος.
Γι’ αυτό "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", παντού και πάντοτε. Είτε φωναχτά, είτε ψιθυριστά, είτε με το μυαλό μας, από μέσα μας δηλαδή, με το νου μας. Ναι στο "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", αλλά με τις οδηγίες του πνευματικού και με τη δική σας προσωπική ακρίβεια στην εξαγόρευση των λογισμών και των σκέψεων, των διαθέσεων και των τάσεων και όσα κινούνται στο χώρο της καρδιάς όταν λέγεται η ευχή. Ναι λοιπόν στην ευχή αλλά πρώτα στην προφορική. Οι κίνδυνοι από τον διάβολο ή από τις κινήσεις των παθών μας είναι πάρα πολλοί.

Ο μεγάλος ασκητής – βρε πως πέρασε η ώρα – και Άγιος ο όσιος Κύριλλος ο Φιλεώτης διηγείται ο ίδιος το εξής περιστατικό.
Κατά την διάρκειαν μιας νυχτερινής του προσευχής στο κελάκι του, αγρυπνώντας τη νύχτα, όταν ήταν αρχάριος, νεαρός μοναχός και ασκητής, ξαφνικά μπροστά του εμφανίστηκε το εσωτερικόν ενός ωραίου ναού, εντός του οποίου λειτουργούσε ένας πολύ γνωστός και ξακουστός ασκητής ιερεύς, ερημίτης.
Τον βλέπει να βγαίνει στην Ωραία Πύλη και χωρίς να πει «Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης» κάλεσε λοιπόν τον όσιο Κύριλλο, τον απλό τότε Κύριλλο να κοινωνήσει.
- Έλα Κύριλλε, του λέει, να κοινωνήσεις, έλα.
Πηγαίνοντας προς τον ιερέα, χωρίς να το καταλάβει βέβαια, πώς κινήθηκε προς τα εκεί για να μεταλάβει, από τη συνήθεια που είχε και από τον φόβο τον πολύ, έκαμε το Σταυρό του λέγοντας, «Χριστέ μου, σε μένα τον ανάξιο», έ, βροντή γέγονεν, έγινε φοβερή βροντή, κεραυνός εν αιθρία, όπως θα λέγαμε, και τα πάντα διελύθησαν μέσα σε καπνό και απαίσια δυσοσμία. Βρώμισε όλο το κελί. Άνοιξε τις πόρτες και τα παράθυρα να φύγει η βρωμιά.
Γιατί όμως; Ποιο είναι το γιατί. Γιατί αυτή η σατανική οπτασία; Με τέτοιο μάλιστα θανάσιμο κίνδυνο να χάσει και την ψυχή του. Κάθισε λοιπόν και ζόρισε το μυαλό του, και θυμήθηκε ότι κάπου άφησε το μυαλό του, σε κάποιες φαντασίες που το ενόχλησαν, να κάνει κάποιες κάποιες πολύ πολύ πολύ μικρούτσικες συγκαταθέσεις. Και επειδή ήταν ακόμα αρχάριος, θέλησε να το εκμεταλευτεί ο διάβολος και να τον ρίξει σε παγίδα ώστε να τον κάνει να τον προσκυνήσει και να τον δαιμονοποιήσει.
Προσοχή λοιπόν, εκείνο που μας φυλάσσει αποτελεσματικά είναι η ακριβής εξομολόγησις, η μνήμη του θανάτου, το ταπεινό φρόνημα, το να μην μετεωρίζεται ο νούς μας, και να θυμώμαστε πάντοτε ότι όταν φωνάζουμε το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", το φωνάζουμε και το λέμε μπροστά στο Χριστό, παρόντος.

Με το σημερινό κήρυγμα θάθελα να σας πω και άλλα πολλά, αλλά ήδη πέρασαν, κοντεύουν 55 λεπτά, αν σας εκούρασα συγγνώμην, με το σημερινό όμως κήρυγμα, δεν θέλουμε και δεν επιθυμήσαμε βέβαια, να κάνουμε μια συστηματική προσφορά της νοεράς προσευχής, που ξεκινά με την προφορική επίκληση του ονόματος του Ιησού Χριστού, αλλά ήθελα να σας κάνω ένα εγερτήριο σάλπισμα, να σας ξεσηκώσω πνευματικά, όλους σας, για να αρχίσετε να λέτε την ευχούλα.

Εδώ βέβαια θα σταματήσουμε παρόλον που είχα σκοπό να πω και άλλα πάρα πολλά πράγματα. Αλλά θα τα πούμε όμως άλλη φορά. Θα συνεχίσουμε. Διότι με την φτωχή αυτή ομιλία, δεν τελειώνουν ποτέ, τα κηρύγματα για την ευχή και πολύ περισσότερο για την νοερά καρδιακή προσευχή. Θα υπάρξουν και συνέχειες, στην κατά δύναμιν υγεία μου, και στο φωτισμό που θα μου δώσει ο Θεός. Εδώ τελειώσαμε λέγοντας
«Αμήν».

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2005

Η πορεία της Θείας Χάριτος στη ζωή του Χριστιανού



191-γ
Αποστολικό Ανάγνωσμα, ΙΖ Ματθαίου 2005

«Και ενοικήσω εν αυτοίς και ενπεριπατήσω και έσομαι αυτών Θεός» από το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα. Στο σημερινό ανάγνωσμα αδελφοί μου συνιστά ο Απόστολος Παύλος να μην έχουν οι χριστιανοί της Κορίνθου καμιά σχέση με τους απίστους και τους ειδωλολάτρες της εποχής των. Και η εντολή δίδεται με τις φράσεις: «Μη ετεροζυγούντες απίστοις», δηλαδή «μη μπαίνετε στο ζυγό, κάτω από το ζυγό των απίστων. Διότι αυτός ο ζυγός είναι ζυγός αμαρτίας.

Υπάρχει όμως κι άλλος ζυγός – είναι ο ζυγός του Χριστού, του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Υπάρχει λοιπόν ο ζυγός της αμαρτίας, ο ζυγός της κακίας, της πονηρίας και γενικά των ακαθάρτων παθών που μας προσφέρει η απιστία, η αθεΐα, ο υλισμός και αυτός ο πόλεμος εναντίον της Εκκλησίας. Αλλά ο Κύριος διακηρύσσει όμως ότι «ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίο μου ελαφρύ». Ο ίδιος το βεβαιώνει. Ενώ ο ζυγός της αμαρτίας, σε άλλη περίπτωση μας λέγει ότι είναι κόλασις και θάνατος. Συγκρίνοντας λοιπόν τους δύο αυτούς ζυγούς – αν προσέξατε το αποστολικόν ανάγνωσμα που δεν χρειάζεται την ερμηνεία του έτσι όπως την απαγγέλουν σήμερα, αφού εμείς ως ιεροκήρυκες του λόγου του Θεού ασχολούμεθα μ’ αυτή, σας λέμε λοιπόν ότι ρωτάει ο Απόστολος Παύλος: «Ποιά συνάφεια και σχέση αδελφική μπορεί να έχει η δικαιοσύνη με την παρανομία»; Καμιά. «Ποιά επικοινωνία και συνύπαρξις μπορεί να υπάρχει μεταξύ φωτός και σκότους»;. Ανάμεσα δηλαδή στο φως και στο σκοτάδι; Ή με το μέρος της δικαιοσύνης θα’σαι ή με το μέρος της παρανομίας. Μέσος δρόμος δεν υπάρχει. Ή μέσα στο φως βαδίζεις ή μέσα στο σκοτάδι. Ή λοιπόν θα ζεις στο φως και θα το απολαμβάνεις ή θα ζεις μέσα στο σκοτάδι με τα μάτια της ψυχής σου τυφλά, με το νου σου σκοτισμένον και με μαυρισμένους λογισμούς και σκέψεις. «Μπορεί ν’ αγαπήσει ο διάβολος τον Θεόν»;, συνεχίζει τις ερωτήσεις του ο Απόστολος Παύλος, «μπορεί να συνεννοηθεί μαζί Του»;. Ασφαλώς όχι. Τι σχέση μπορεί να υπάρχει μεταξύ Θεού και διαβόλου; Γι’ αυτό τι κοινό μπορεί να έχει ο πιστός αγωνιζόμενος σημερινός χριστιανός μ’ έναν βλάσφημο και μ’ έναν άπιστο; Τι κοινό μπορεί να έχει ο αγνός, ο καθαρός, ο αμόλυντος με τον ακάθαρτο και τον βρωμιάρη; Τι κοινό μπορεί να έχει ο φιλαλήθης με τον ψεύτη; Και ο τίμιος με τον συκοφάντη και τον κλέφτη;

Τους χωρίζει λοιπόν τους μεν από τους δε, γέφυρα αγεφύρωτος, εκτός αν υπάρξει μετάνοια και βάπτισμα. Γι’ αυτό λοιπόν τονίζει η Εκκλησία μας και ο λόγος του Θεού, ότι η μόνη γέφυρα είναι η πίστις στο Χριστό μέσα από τα τέσσερα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας: Βάπτισμα, Χρίσμα, Θεία Κοινωνία και Ιερά Εξομολόγηση, με την παράλληλη τήρηση των ευαγγελικών εντολών και την αντίστοιχη καλλιέργεια των Θείων αρετών. Γι’ αυτό και καταλήγει και πάλι ο Απόστολος Παύλος ρωτώντας: «Μπορεί να συνυπάρξει ναός του Θεού με ναόν των ειδώλων, με ναόν του διαβόλου;» Ασφαλώς όχι. Άλλο λατρεία του Θεού, άλλο ουράνια νοερά προσευχή, άλλο άκτιστο και ειρηνόδωρο Τριαδικό φως που είναι εντελώς αντίθετο από το δαιμονικό σκοτάδι του διαβόλου, που είναι αντίθετο με τη σατανολατρεία, τη μαγεία και το νεοπαγανισμό των ημερών μας. Σεις οι χριστιανοί, λέγει ο Απόστολος Παύλος, είστε ναός του ζώντος Θεού, του αληθινού Τριαδικού Θεού. Δεν είστε ναός αμαρτωλών, ειδωλολατρικών θεών. Δεν είστε ναός γεμάτος πάθη, δεν είστε ναός των πονηρών δαιμόνων. Δεν είστε ναός πάσης ακαθαρσίας, αλλά είστε ναός του ζώντος και μόνου αληθινού Θεού. Και για όλους τους χριστιανούς που πιστεύουν στον Τριαδικό Θεό, στην Εκκλησία, στα μυστήρια, αλλά και που βιώνουν την ύπαρξή τους ως ναόν του ενός Τριαδικού Θεού, βεβαιώνει ο Χριστός, ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος λέγοντας ότι «Εγώ και ο Πατήρ και το Άγιον Πνεύμα προς αυτούς ελευσόμεθα και μονήν (δηλαδή κατοικία) παρ’αυτοίς ποιήσομεν».

Όταν ο κάθε χριστιανός από μας – κι ο λαϊκός κι ο κληρικός – και σεις και εγώ (δεν εξαιρώ τον εαυτό μου) καθαριστεί από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος (όπως τελείωσε το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα) και από κάθε πάθος ψεκτόν και από κάθε ακαθαρσία πνευματική, αναγεννάται, φωτίζεται, αγιάζεται. Δικαιώνεται δια της μετανοίας και της λυτρωτικής σταυρικής θυσίας του Κυρίου πάνω στον Γολγοθά. Επανακτά την υιοθεσία, και τότε έρχεται το βίωμα της ενοικήσεως της Αγίας Τριάδος μέσα στην καρδιά του ήδη κεκαθαρισμένου, φωτισμένου, τεταπεινωμένου χριστιανού. Κι ο ίδιος ο Κύριος ενπεριπατεί – τι θα πει ενπεριπατεί; Περπατά την Θεία Χάρη μέσα του που τον πλουτίζει με τους ανασασμούς του Αγίου Πνεύματος, που τον χαριτώνει με θεϊκές εμπνεύσεις, που τον λαμπρύνει με φως άκτιστον και εράσμιον και ειρηνόδωρον, που τον εισάγει νοερά στη χώρα των αγγέλων, στη χώρα του Παραδείσου, στη χώρα της Βασιλείας των Ουρανών, που του αποκαλύπτει τα κεκρυμμένα τα μυστήρια της Αγίας Γραφής και του λόγου του Θεού (που δεν μελετάμε δυστυχώς) και του χαρίζει δόξα και τιμή. Αυτή είναι η αποκαλυπτική ερμηνεία των λόγων του σημερινού αποστολικού αναγνώσματος «Και ενοικήσω εν αυτοίς και ενπεριπατήσω και έσομαι αυτών Θεός».

Αισθάνεσαι και ζεις μέσα σου την παρουσία του Αγίου Θεού για ν’αποκτήσει η καρδιά σου παρρησία στο Θρόνο Του. Μην παρασύρεστε λοιπόν από τα απατηλά και ψευδώς λεγόμενα των τηλεοράσεων των ημερών μας, συμπαρασύροντας την αδυναμία των χριστιανών. Και προπαντός μην κατακρίνετε και μην ιεροκατηγορείτε. Μεγάλο το κρίμα στο λαιμό κάθε χριστιανού που ιεροκατηγορεί. Η αλήθεια βρίσκεται εδώ, εδώ στην Εκκλησία, στην Εκκλησία του Χριστού, η αλήθεια βρίσκεται στη Θεία Λατρεία, στο Σώμα και στο Αίμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού που δίδεται εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον κι όχι στο διάβολο, κι όχι στα σκάνδαλα. Ο αληθινός χριστιανός δεν σκανδαλίζεται ποτέ! Αν σκανδαλίζεται, τότε είναι νερόβραστος και χλιαρός. Δεν έχει μέσα του τίποτα. Σεις κι εγώ τον Χριστό ν’ αγκαλιάζουμε, στα πόδια Του να μαθητεύσουμε, στην Αγία Του Εκκλησία με τα μυστήριά της, να φωτισθούμε, να λυτρωθούμε, να θεωθούμε, αν θέλετε. Τις Άγιες Γραφές και τους Πατέρες της Εκκλησίας να μελετάμε κάθε μέρα. Να προσευχόμεθα ανελλιπώς, να πολεμούμε τα πάθη μας, τις αδυναμίες μας και προπαντός τις ιδιοτροπίες μας. Να τηρούμε τις εντολές κάνοντας απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Αγίου Θεού, αφού ο ίδιος το ζητάει μέσα από το λόγο Του όταν μας λέγει ότι πρέπει να υπακούουμε σε παν νόημα εις Αυτόν. Κάθε νόημα και κάθε λογισμός μέσα στις σκέψεις μας να ταυτίζεται με το θέλημα του Αγίου Θεού.

Να καλλιεργούμε την αγάπη κατόπιν, την αγάπη τη διπλή προς τον Θεόν και τον πλησίον, την μετάνοια, την ταπείνωση, την υπομονή (που δεν την έχουμε), και να δηλώνουμε με ζωντανή την πίστη, την πίστη μας προς τον Χριστόν μέχρι θανάτου.

Αν όλα αυτά γίνουν πράξις και βίωμα τότε αδελφοί μου θα δούμε και το φως του Θεού μέσα στις καρδιές μας. Τότε ο Θεός θα εμπεριπατήσει τη χάρη Του μέσα μας. Και για το χατήρι μας θα φυλάξει όχι μόνον την οικογένειά μας, όχι μόνον τα παιδιά μας, τα αδέλφια, τους γονείς και τους οικείους ακόμα και τους εχθρούς, αλλά θα φυλάξει και αυτό το έθνος μας που τόσο πολύ ταλαιπωρείται.

Χριστιανοί μου όλα όσα σας είπα, είναι αλήθεια, πέρα για πέρα αλήθεια, η μόνη αλήθεια – η αλήθεια που σώζει. Η αλήθεια που χαρίζει την αιώνια ζωή. Αυτήν την αλήθεια, σας την εύχομαι εις όλους σας και σεις να την εύχεσθε σε μας τους κληρικούς.

Αμήν.

Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2005

Ποιά τα τάλαντα και τα χαρίσματα του χριστιανού και πώς καλλιεργούνται



191-β
ΙΣΤ Ματθαίου 2005

«Συνεργούντες παρακαλούμε μη εις κενον την χάριν του Θεού δέξασθαι υμάς».
Επειδή χριστιανοί μου αυτές τις ημέρες υπάρχει κάποιος βρώμικος πόλεμος κατά της Εκκλησίας και των Επισκόπων της, και γενικά εναντίον του κλήρου, εμείς ως χριστιανοί με καλή πρόθεση, ας πάρουμε λίγη πνευματική στάχτη στα χέρια μας και με την προσευχή μας ας σκεπάσουμε την δυσοσμία που απλώθηκε σε ολόκληρο τον ορθόδοξο ελλαδικό χώρο.

Και προπαντός να μην πέσουμε στις ιεροκατηγορίες και κατακρίσεις, διότι έτσι θα αποδείξουμε ότι μάταια και ανώφελα δεχτήκαμε τη χάρη του Θεού, είτε του ενός ταλάντου, είτε των δύο, είτε των πέντε, σύμφωνα με τη σημερινή ευαγγελική παραβολή των ταλάντων και των χαρισμάτων του Αγίου Θεού. Το ένα τάλαντο το έχουμε, ας είμεθα βέβαιοι όλοι όσοι είμεθα ορθόδοξοι χριστιανοί, διότι βαπτιστήκαμε στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Και αυτό το χάρισμα δεν μπορούμε να το θάψουμε και να το εξαφανίσουμε. Και ας μην αναρωτιέται ο οποιοσδήποτε από μας ότι δήθεν «εγώ δεν έχω κανένα χάρισμα ή αν έχω δεν ξέρω ποιό είναι». Είναι η Χάρις, είναι η Θεία δωρεά, είναι το θεϊκό τάλαντο του Αγίου Βαπτίσματος που σφραγίστηκε από το Άγιον Χρίσμα. Και μόνον με αυτό το χάρισμα είμεθα φίλοι του Θεού, παιδιά του Θεού Πατρός, και αδελφοί του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού του Σωτήρος ημών.

Φαίνεται λοιπόν, χριστιανοί μου, ότι κατείχε μεγάλη αγωνία την καρδιά του Αποστόλου Παύλου, καθώς απευθύνεται γραπτώς στους χριστιανούς της Κορίνθου, αλλά και σ’όλους εμάς τους σημερινούς χριστιανούς, διότι ο λόγος του Θεού είναι αιώνιος και ισχύει για κάθε εποχή, για κάθε μελλοντικό αγώνα και για κάθε άνθρωπο, διότι ο Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας. Η ανησυχία του Παύλου έγκειται στον κίνδυνο που διατρέχουμε όλοι μας να χάσουμε τη Βασιλεία του Θεού, αφού δεν ανταποκρινόμεθα σωστά στις ευαγγελικές εντολές και το χειρότερο, ότι με αναίδεια περιφρονούμε τις καθημερινές πολλαπλές ευλογίες του Αγίου Θεού. Θάβουμε δηλαδή τα χαρίσματά Του, τα τάλαντα που μας έδωσε, το ένα ή τα δύο ή τα τρία ή τα πέντε ή τα δέκα και έτσι εθελοτυφλούντες χάνουμε το φως της Θείας Χάριτος. Άπειρος ο Πανάγιος Τριαδικός Θεός, άπειρα και τα θεϊκά του ιδιώματα ως θείες ευλογίες καταπλημμύρισαν την ψυχή μας στο Άγιον Βάπτισμα. Την δε ειδική χάρη της Πεντηκοστής, τη λάβαμε με το Άγιον Χρίσμα. Τώρα πλέον τα δύο αυτά πανάγια σωστικά μυστήρια καθάρισαν το κατ’εικόνα, δυνάμωσαν τη θέλησή μας, μπόλιασαν ευεργετικά την προαίρεσή μας, αναζωπύρρωσαν την πίστη μας, ενεργοποίησαν την αγάπη, αύξησαν τα όρια της υπομονής μας και τέλος ολοφώτισαν τον σκοτισμένο μας νου, που ταπεινώνει τον λογισμό του χριστιανού και του χαρίζει την απαραίτητη δύναμη για να μπορεί να τηρεί τις εντολές, τις εντολές του Αγίου Θεού και να καλλιεργεί τις αντίστοιχες αρετές.

Όλα όσα είπαμε και αναφέραμε, είναι δωρεές και χαρίσματα του Αγίου Θεού, είναι τα ευλογημένα τάλαντά Του, που τόσο απλόχερα και πλουσιοπάροχα τα χορηγεί ο Πανάγιος Θεός σ’όλους μας δωρεάν. Άρα τη δωρεάν του Αγίου Βαπτίσματος και τη χάρη του Αγίου Χρίσματος πρέπει να τα καλλιεργήσουμε μέσα από τα άλλα δύο σωστικά μυστήρια...της Θείας Ευχαριστίας και της Ιεράς Εξομολογήσεως. Έτσι συμμετέχουμε στη θεία λατρεία, δηλαδή στη Θεία Λειτουργία της κάθε Κυριακής και μεγάλης γιορτής, μεταλαμβάνουμε του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού, με την ευλογία της Εκκλησίας και την άδεια του πνευματικού. Η Θεία Κοινωνία αναζωπυρώνει και αναγεννά τα τάλαντα που μας έδωσε ο Θεός και έτσι με πολλή θέρμη κάνουμε προσευχή, καλλιεργούμε καθημερινά τη μετάνοια, μελετάμε την Καινή Διαθήκη, το Ψαλτήρι και άλλα πνευματικά βιβλία με πατερικό και φιλοκαλικό πνεύμα, πενθούμε για τις αμαρτίες μας, συμπάσχουμε στον πόνο του πλησίον μας, και τον βοηθούμε στις ανάγκες του, μαθαίνουμε σιγά σιγά να συγχωρούμε και να υπομένουμε τους προσωπικούς μας πειρασμούς, τις θλίψεις, τις στεναχώριες, τις αρρώστιες και γενικά τα βάσανα αυτής της ζωής. Μαθαίνουμε να αντιμετωπίζουμε σωστά και ορθόδοξα τα προβλήματα των παιδιών μας αλλά με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Διδασκόμεθα από τα ίδια μας τα λάθη και από το φούντωμα των παθών μας και φροντίζουμε για την διόρθωσή τους. Μαθαίνουμε με υπομονή και σιωπή να συνυπάρχουμε με τους συνανθρώπους μας, τους συγγενείς, τους φίλους, τους συνεργάτες που έχουν πλήθος από αδυναμίες αλλά που και εμείς με τη σειρά μας έχουμε τα δικά μας πολλά ελαττώματα.

Όλα αυτά που είπαμε μέχρι τώρα, τα πολύ ελάχιστα, είναι τα τάλαντα και τα χαρίσματα του Αγίου Θεού που θέλουν όμως καλλιέργεια. Και η καλλιέργεια κατορθώνεται με την τήρηση των ευαγγελικών εντολών και με την υπακοή μας στον λόγον του Θεού. Τάλαντα και χαρίσματα δεν είναι μόνον η ζωγραφική, η αγιογραφία, η γλυπτική, η ποίησις, η ρητορία, η συγγραφή, η μουσική στη σύνθεση και στην εκτέλεσή της, ή η σκιτσογραφία ή η αρχιτεκτονική και τόσα άλλα. Είναι ιδιαιτέρως όμως, χαρίσματα και τάλαντα όλα όσα είπαμε και που αναφέρονται για τη σωτηρία της ψυχής μας. Διότι αυτή προηγείται και έπονται όλα τα άλλα αδελφοί μου. Αλλά και αυτά όμως τα τάλαντα τα φυσικά, με τα οποία γεννιέται ο άνθρωπος, πρέπει και αυτά να λαμπροφορούνται μόνον για τη δόξα του ονόματος του Αγίου Θεού και όχι να καθίστανται σημεία δοξομανίας και φτηνής συναλλαγής, ούτε ασφαλώς για να ικανοποιούνται πάθη και κατώτερα ένστικτα και πολύ περισσότερον να καταστρέφονται ηθικές αξίες και αθώες ψυχές.

Άρα η πρώτη μεγάλη δωρεά είναι ότι γεννηθήκαμε από ορθοδόξους γονείς.
Η δευτέρα δωρεά είναι ότι βαπτιστήκαμε ορθοδόξως στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Τρίτη δωρεά ότι λάβαμε το Άγιον Χρίσμα και σφραγιστήκαμε από το Άγιον Πνεύμα.
Τετάρτη δωρεά είναι ότι κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον.
Πέμπτη δωρεά ότι ο Πανάγιος Θεός μας καθαρίζει απ’όλα τα αμαρτήματά μας, τα εκούσια και τα ακούσια, τα εν γνώσει και εν αγνοία, τα κατά νουν και τα εν διανοία, τα εν έργω και λόγω γενόμενα μεσ’ απ’το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως και της προσωπικής μας όμως συντριβής και μετανοίας.
Έκτη δωρεά ότι μας χαρίζει την δυνατότητα να επικοινωνούμε μαζί Του νοερά και πνευματικά δια μέσου της αδιαλείπτου προσευχής. Και επειδή ο Θεός αρέσκεται και αγαπά πολύ στο να ακούει την επίκληση του ονόματός Του, όπως παραδείγματος χάρη «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» ή «Ιησού επιστάτα ελέησον ημάς» ή «Ιησού υιέ Δαυίδ ελέησόν με τον τυφλόν» ή «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου» όπως ο ληστής, «ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» χτυπώντας τα στήθη μας όπως ο τελώνης, «Κύριε, Κύριε μη με απορρίψεις τον αμαρτωλόν αλλά ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ, πρίν εις τέλος απόλλων με, σώσον με» και το «Κύριε ελέησον». Σε κάθε Θεία Λειτουργία, εσπερινό, όρθρο, παράκληση, αγιασμό και στις υπόλοιπες ιερές ακολουθίες και μυστήρια. Γι’αυτό και αποδέχεται τις πονεμένες αιτήσεις και ευχαριστίες μας και τη δοξολογία και απαντά όπως ορίζει η αγαθότητά Του, η ευσπλαχνία Του, η μακροθυμία Του, η φιλανθρωπία Του και η άπειρος αγάπη Του. Και έτσι μας εναγκαλίζεται τρυφερά και μας συγχωρεί, μας συγχωρεί και όχι μόνον μας συγχωρεί αλλά μας αναγεννά, μας ξανακάνει παιδιά Του, μας χαρίζει δηλαδή την υιοθεσία και μας καθιστά κληρονόμους της Βασιλείας των Ουρανών.

Ιδού λοιπόν, το ιδιαίτερο χάρισμα του καθενός από μας. Η δυνατότητα της καθάρσεως απ’όλες τις αμαρτίες μας, τις πονηρίες και τις κακίες μέσα από τα τέσσερα σωστικά μυστήρια: Βάπτισμα, Χρίσμα, Θεία Ευχαριστία και Ιερά Εξομολόγηση. Και δια της καθάρσεως ο πλήρης φωτισμός του νοός και η καθαρότης της τεταπεινωμένης καρδίας. Και δια του φωτισμού, η σωτηρία, ο αγιασμός, η θέωσις. Γι’αυτό και ο Απόστολος Παύλος…κακώς ελέχθη άλλο ανάγνωσμα σήμερα…στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα μας προειδοποιεί λέγοντας «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας». Είναι σαν να μας λέγει «Εκμεταλλευτείτε χριστιανοί μου, τις δωρεές και τα χαρίσματα που σας έδωσε στη σημερινή ημέρα, όχι αύριο, αλλά όσα σας έδωσε σήμερα ο Πανάγιος Θεός. Διότι, σήμερα είναι η σωτηρία μας και όχι αύριο. Σήμερα η μετάνοια, σήμερα η συντριβή, σήμερα η προσευχή μετά δακρύων και όχι αύριο. Δεν ξέρεις αύριο αν θα ζεις. Σήμερα δείξε υπομονή, σήμερα κάμε την ελεημοσύνη σου, σήμερα η αλληλοσυγχώρησις, σήμερα η αλληλοσυγχώρησις, όχι αύριο. Σήμερα καλλιέργησε το τάλαντό σου πριν να είναι αύριο αργά. Σήμερα η σωτηρία σου, σήμερα και η δική σου σωτηρία και η δική σου σωτηρία και η δική μου σωτηρία και η σωτηρία όλων μας.
Αμήν.