Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2005

Η μυστηριακή καί πνευματική κοινωνία



Δυστυχώς λόγω κακής ποιότητας του ήχου, σε πολλά σημεία του κηρύγματος, η απομαγνητοφώνηση γίνεται δύσκολα.

216-α
Β' Χαιρ., 2005

Τυπικό της Εκκλησίας μας σήμερα, επειδή η ημέρα του Ευαγγελισμού έπεσε ημέρα Παρασκευή, πάντοτε, οποιαδήποτε ημέρα και αν πέσει ο Ευαγγελισμός, το βράδυ της ίδιας μέρας και λέγεται και γίνεται με εσπερινό η απόδοση της εορτής. Γι' αυτό και δοξάζεται μεσημέρι και βράδυ, γιατί δεν έχει απόδειπνο, δεν έχει κανόνα δηλαδή και ___ αλλά έχει εσπερινό.
Έτσι λοιπόν εάν σήμερα δεν ήταν Παρασκευή, αν έπεφτε Πέμπτη, ή Τετάρτη ή οποιαδήποτε άλλη μέρα, πάλι θα γινόταν εσπερινός, αλλά δεν θα κάνουμε τους Χαιρετισμούς. Επειδή όμως συνέπεσε να είναι ημέρα του Ευαγγελισμού, ημέρα Παρασκευή, μαζί με την απόδοση της εορτής, του εσπερινού, διαβάζονται ____ οι Χαιρετισμοί, όποιοι και αν πέσουν. Πρώτοι, δεύτεροι, τρίτοι και τα λοιπά και ούτω κάθς εξής.
Όταν έχουμε μεγάλες εορτές, και Θεομητορικές και Δεσποτικές, όταν προσέχουμε με προσοχή τα γράμματα, και μέσα μας λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», φώτισέ με, να καταλάβω αυτά τα υπέροχα λόγια τα οποία ακούγονται και λέγονται και ψάλλονται μέσα στην Εκκλησία μας, η καρδιά μας, μάς πληροφορεί, αναπαύεται μέσα, γλυκαίνεται, ξεκουράζεται, φεύγει από δω ειρηνική, τρέφεται πνευματικά, πώς να σας το πώ, είναι όπως ακριβώς μασάμε μια τροφή και χορταίνουμε, το ίδιο γίνεται όταν υπάρχει ευσεβής διάθεση από μας, να ακούσουμε τα λόγια του Θεού, τα οποία ψάλλονται και λέγονται, κατά την διάρκειαν είτε του Όρθρου, είτε του Εσπερινού, και προπάντος και ιδιαιτέρως της Θείας Λειτουργίας.
Όπως μας μπολιάσει η Θεία Κοινωνία, μας μεταγγίζει τρόπον τινά, να πω πιο καλύτερα, ο Ένας που ο Θεός ___, πως γίνεται με τους ασθενείς, που παίρνουν ζωή, επειδή μεταγγίζουμε αίμα, το οποίον δανείζονται από κάποιους συνανθρώπους, ανθρώπους που θέλουν να προσφέρουν το αίμα τους, και δίνουν μια φιάλη, και άλλος κάποια άλλη, και άλλος κάποια άλλη, και ούτω κάθ' εξής, και έτσι παίρνει ζωή ο ασθενής, κατά τον ίδιον τρόπον λοιπόν, η Θεία Κοινωνία είναι μία μετάγγισις του Θεϊκού Αίματος μέσα μας, και παίρνω μέσα ζωή.
Αλλά δεν έχουμε όμως τέτοια μετάγγιση μονάχα με τη Θεία Κοινωνία, έχουμε και με την προσευχή, όταν η προσευχή είναι ζωντανή, όταν είναι δυνατή, όταν είναι θερμή, όταν είναι βγαλμένη μέσα από τα σπλάχνα της καρδιάς, όταν βγαίνει με πόνο, τότε βλέπουμε ότι πράγματι μας μεταγγίζει ο Θεός αίμα μέσα μας. Πνευματικά δηλαδή αποκτούμε μία κοινωνία. Κοινωνία αποκτούμε του Αγίου. Αποκτούμε κοινωνία μετά της Υπεραγίας Θεοτόκου, στις Θεομητορικές εορτές, ή που όταν το βραδάκι, λέμε «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς». Ή όταν λέμε «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον με» και προσθέτουμε ευθύς αμέσως στον άλλον κόμβο «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε». Καθε μέρα να το διαλαλείτε, πόσο όμορφο είναι. «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον με», «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε», και ξανά πάλι, και ξανά πάλι, πενήντα, εκατό, διακόσιες, πεντακόσιες φορές. Έχει μεγάλη ευλογία ___ αυτό το πράγμα.
Άλλη πνευματική κοινωνία είναι αυτή, όταν βρισκόμαστε στο ναό, και παρακολουθούμε και τον Εσπερινό, και ____, και τα λόγια κάθε ___ όταν προέρχονται από τα δοξαστικά, όπως αυτό που εψάλη προηγουμένως στα απόστιχα, που είναι περίπου, είχαμε την ευκαιρία κάποια Παρασκευή στα είκοσι τόσα χρόνια που λέμε και ξαναλέμε εδώ, κηρύγματα τις Παρασκευές των Χαιρετισμών, το είχαμε αναλύσει αυτό το δοξαστικό.
Γι' αυτό λοιπόν πρόσεξα και γω παρακολουθώντας από μέσα, το κείμενο όπως το έψελναν, με τόση ευλάβεια οι ιεροψάλτες μας, πράγματι λοιπόν ένοιωσα αυτήν την πνευματική μετάγγιση και κοινωνία, τον λόγον του Θεού και των υμνογράφων, στα υπέροχα αυτά βαθύτατα νοήματα, που μας δίδει η Αγία μας Εκκλησία. Μετάγγισις λοιπόν, πνευματικής Θείας Κοινωνίας, μέσα στον ιερό και λαμπρό ναό. Έχουμε τη μυστηριακή μετάγγιση, τη μετάγγιση μέσω προσευχής, και μετάγγιση μέσω ιερών ακολουθιών.
Μου έλεγε κάποτε μια ψυχή πώς είχε μεταγγιση πνευματικής κοινωνίας μετά του Αγίου Θεού, αυτός ο οποίος μου το διηγείτο ήτο ιερεύς, - αλλά δεν θα σας ψάλουμε το λόγον του Θεόυ μέσα, όσοι είναι δημοσιογράφοι, ψάλλουμε να βρούμε τους που κάνουν λάθη. Όλοι κάνουμε λάθη και όλοι μας είμαστε αμαρτωλοί, στο ίδιο καζάνι βράζουμε, - πώς σηκώθηκε μια φορά τη νύχτα, ο ίδιος, μάλλον νύχτα, πήγε σ' έναν γεροντάκο, που ήταν μόνος του ο παππούς, που καίγονται συνήθως, είτε με το τσιγάρο στο χέρι, είτε αφήνοντας τη σόμπα αναμμένη, ή κανένα ηλεκτρικό ξεχασμένο και παίρνουνε φωτιά, και το ακούτε στις ειδήσεις πώς καίγονται, καμιά φορά είτε μόνοι τους, είτε με τον σύντροφό τους, καίγονται μαζί, σα λαμπάδα μέσ΄ στο σπίτι. Πήγε λοιπόν σαν τον ___, τα μεσάνυχτα ώρα μία τη νύχτα, καθάρισε το σπίτι, ολόκληρο, τον έπλυνε, τον έλουσε, τον άλειψε με κολώνια για να μην βρωμάει, αφου καθάρισε όλο το σπίτι επί τέσσερεις ώρες, στις πέντε το πρωί επέστρεψε στο σπίτι του απ’ αυτή τη δουλειά. Λοιπόν κάποιοι τον είδανε, το μαρτύρησαν. Τόμαθα και γω, και μου είπε λοιπόν όταν τον ρώτησα όταν πήγε στο σπίτι είχε την αίσθηση ότι είχε κοινωνήσει χίλιες φορές, σα να είχα πάρει, λέει, εκείνη τη βραδυά πουχα στέφανο στο σπίτι, σα να είχα πάρει χίλιες Θείες Κοινωνίες μαζί. Τόση ευφροσύνη, τόση ωραιότητα, τόση ευτυχία και τόση υπέροχη ___ ένοιωσα μέσα στην ψυχούλα μου. Αν λοιπόν και που μέσα από τις πράξεις της ευδοκίας, της καλοσύνης, της αγάπης, της προσφοράς, της θυσίας χωρίς βέβαια ανταμοιβή. Γιατί αυτό δεν είχε καμιά ανταμοιβή, από κανέναν άνθρωπο, από κανέναν πιστό... Έρχεται λοιπόν η ευλογία του Θεού. Είναι κι αυτός ένας τρόπος πνευματικής κοινωνίας.
Άλλα ήθελα να σας (πώ απόψε). Έβγαλα από την κατάψυξη ένα κήρυγμα, έναν σκελετό για να τον πω, αλλά … άλλα μου ήρθαν στο στόμα.
Και ένας άλλος τρόπος να σας πω, πνευματικής κοινωνίας, τον οποίον έτσι κατά καιρούς ορισμένες ψυχές που έχουν ομολογήσει, είναι η πνευματική κοινωνία όταν μελετάνε την Καινή Διαθήκη. Και εδώ είναι (?). Διαβάζουμε ευχάριστα πολλά βιβλία, πνευματικά βιβλία, μας φέρνουν για τον πατέρα τάδε, τον πατέρα Σίμονα, τον πατέρα Σταύρο, τον πατέρα Παΐσιο, τον πατέρα Εφραίμ, τον πατέρα Χαράλαμπο, τον πατέρα τάδε, και τα διαβάζουμε και αυτά, διαβάζουμε τα γεγονότα, και τα λοιπά και τα χαιρόμαστε… δεν έχετε ώρα να ανοίξετε την Καινή Διαθήκη … ζόρι πολύ. Εκεί δεν μας αφήνει ο διάβολος! Δεν θέλει να διαβάζουμε, γιατί; Ο λόγος του Θεού είναι, είναι ζωή, είναι φύσημα μέσα του, είναι ένεσις μέσα του. Τι κάνει αυτή η ένεσις, ξέρετε; Πάει στο νού! Όχι στο σέρτικο μυαλό… στο πνευματικό μυαλό, στο νού, και την αίσθηση όπως πατάει ο λόγος του Θεού μέσα από κείνες τις σελίδες, χάνεται. Και όλα όσα κάνουμε τα καταλαβαίνουμε, όλα, τι γίνονται μέσα μας, ένας βράχος δυνατός, ένας δυναμίτης, ένας σεισμός, που μας δημιουργεί τις βάσεις για να ξεκινήσουμε μια καινούργια ζωή, αλλά και μαθαίνομε όμως και τα μυστήρια του Θεού γιατί μέσα από αυτό το πράγμα μας αποκαλύπτεται ο Θεός. Έτσι αποκαλύπτετο στους πατέρας, και τα έγραψαν ότι ο Θεός είναι Τριαδικός, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Θεάνθρωπος, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, και αυτός μας έκανε αποκάλυψη για τον αληθινό Θεό, οι άλλοι δεν έχουν, ποιος τους αποκάλυψε; Ο Μωάμεθ ήταν άνθρωπος, ο Βούδας ήταν άνθρωπος, και τόσοι άλλοι πού έχουν τόση ___ θρησκείες, άνθρωποι, άμα πάρεις δε τους παγανιστάς, ξεκίνησε τώρα μια καινούργια το ένα πάλι απ’ το – εγώ δεν το ξέρω , θα το μάθω, ξαναφύτρωσε το σάπιο αυτό, άνθρωποι σαν και μας γεμάτοι πάθη, και μάλιστα φοβερά πάθη, ακατανόμαστα πάθη ο καθένας από αυτούς, δεν έχουν να μας αποκαλύψουν τίποτα, ο Χριστός όμως μας αποκάλυψε, μας αποκάλυψε την αλήθεια, και η αλήθεια δεν είναι πράγμα, η αλήθεια επαναλαμβάνω ότι δεν είναι πράγμα, είναι πρόσωπο, είναι ο Χριστός, γιατί είπε «εγώ είμαι η αλήθεια», «εγώ είμαι ο λαλών σοι», «εγώ είμαι ο Μεσσίας, ο Λυτρωτής του κόσμου», «εγώ είμαι ο Χριστός, το φώς του κόσμου, η αλήθεια, η ζωή, η Ανάστασις».
Για να σας πούνε πώς …
Δεν έχουμε παρά να παρακαλέσουμε τον Θεόν, πηγαίνοντας στα διάφορα αυτά πνευματικά θεραπευτήρια, που είναι η Εκκλησία, που είναι η προσευχή, που είναι οι ιερές ακολουθίες, που είναι η Αγία Γραφή, που είναι η Θεία Λατρεία, πού είναι η Ιερά Εξομολόγησις, που είναι η Θεία Κοινωνία, όπως ο ακριβώς ο ασθενής καταλαβαίνει τη ζωή που μπαίνει μέσα του και σιγά σιγά συνέρχεται με την μετάγγιση του αίματος, έτσι λοιπόν και μείς, να καταλάβουμε αυτού του είδους, τη Θεία πνευματική μετάγγιση την οποίαν βέβαια σας την εύχομαι εις όλους σας,
αλλά και σείς όμως να την εύχεστε σε μένα, εκεί κάνω λάθη … και γώ λίγο ακόμα,

Αμήν

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2005

Τρόποι εκφράσεως τής ευχής καί οί καρποί της



Ομιλία 130, Περί Νοεράς Προσευχής 4η
22.3.2005

Ένας περιπλανώμενος εξόριστος ιερεύς, κάνοντας τον τσαγκάρη στα φοβερά εκείνα χρόνια των τρομακτικών διωγμών στη Ρωσία, από το 1918 έως το 1925, μας δίδει μέσα από κάποιες γραπτές σημειώσεις του σε ένα πρόχειρο ημερολόγιο, κάποια βιώματα, όντως φοβερά και ανήκουστα ανοσιουργήματα. Γράφει και διηγείται ο ίδιος τα εξής:
Θα σας τα διαβάσω όπως τα γράφει.
Με έφεραν στη μικρή παραποτάμια πόλη, στο σπίτι ενός τσαγκάρη, του Σάββα Γρηγόριεβετς. Άρχισα να μαθαίνω την τέχνη του παπουτσή. Ο Σάββας, όμως, ήταν πιστός άνθρωπος. Καθόμασταν τα βράδια κάτω από μια φλαμουριά και μελετούσαμε την Αγία Γραφή, συζητούσαμε πνευματικά, προσευχόμασταν. Ήταν ο Σάββας ένας λεβεντόκορμος γέροντας, με φωτεινή, καθαρή ψυχή. Κρατούσε από σόι παραδοσιακό, καθαρά Ορθόδοξο. Με τη ζωή του λες και ζωγράφιζε την εικόνα του Χριστού. Τα Σάββατα και τις Κυριακές έρχονταν οι συγγενείς του και άλλοι ευσεβείς άνθρωποι, τελούσαμε κρυφά τη Θεία Λειτουργία, στα πίσω δωμάτια.
(Εδώ τη Θεία Λειτουργία την έχουμε ελεύθερη τώρα.)
Οι χριστιανοί έμαθαν για μένα. Μου έφερναν κρυφά τα παιδιά τους, τα βρέφη τους, για να τα βαφτίσω. Μου ζητούσανε να τους εξομολογήσω, να τους κοινωνήσω, να τους παντρέψω εκκλησιαστικά. Η πόλη δεν είχε πλέον ιερείς. Πριν έρθω εδώ, ως τσαγκάρης εξόριστος, τους είχαν εξαφανίσει όλους. Άλλους, βέβαια, τους είχαν εξορίσει στο Σολόφκ, και άλλους τους θανάτωσαν μετά από φρικτά βασανιστήρια. Όρμισαν σε έναν ιερέα την ώρα που κρατούσε το Άγιο Ποτήριο. Έχυσαν στο πάτωμα το Αίμα του Χριστού. Το λειτουργό τον έβγαλαν έξω με τα άμφια μαζί, έξω από την εκκλησία, και τον κρέμασαν στην πλατεία σε έναν ηλεκτρικό στύλο. Στο χωριό Ντουμπλάχ τον πατέρα Δημήτριο, συμμαθητή μου στην ιερατική σχολή, τον τύφλωσαν με τις λόγχες. Βαρύς ο Σταυρός της αμαρτίας, που έχει φορτωθεί όχι ο αμαρτωλός, γιατί ο αμαρτωλός μετανοεί, αλλά ο θεομάχος και ο πολέμιος της Ορθοδόξου πίστεως.
Κάποια νύκτα σε ένα καλύβι έγινα μάρτυρας μιας άγριας Ρωσικής κραιπάλης. Πέντε άνδρες του κόκκινου στρατού, μαζί με τον σπιτονοικοκύρη, τον ψαρά Συμεών, και τον καμπούρη Γιώτη Πέτρο, έφτιαχναν παράνομο πιοτό. Το ξέρω πως πρέπει να είχα φύγει από εκεί αλλά έμεινα. Γιατί από το μεθύσι και την αμαρτία του Ρώσου, που έχει πάντα μέσα του κάτι το μελαγχολικό, μπορεί κανείς να βγάλει πολλά χρήσιμα συμπεράσματα. Τότε η ψυχή αποκαλύπτεται. Και σ’ αυτές τις θανάσιμες ώρες του χρειάζεται η παρηγοριά του Θεού από τον Ορθόδοξο ιερέα.
(Και μεις τον στήνουμε τον παπά στα έξι μέτρα.)
Οι στρατιώτες ήταν γεροδεμένοι, στρογγυλοπρόσωποι. Με πλακουτσωτές τις μύτες. Όσο τους έβλεπα ξεμέθυστους και νηφάλιους τους καμάρωνα και συλλογιζόμουν. Τι καλά που θάταν αν δούλευαν παραγωγικά για την πατρίδα μας και τον λαό μας, αν καλλιεργούσαν τα χωράφια, αν θέριζαν το στάρι; Τα λόγια τους ήταν, όμως, σκληρά, άρχισαν να φτύνουν και να βλαστημάνε. Με είδαν σε μια γωνιά, «ποιος είναι αυτός;» και ένας με έφτυσε αηδιαστικά. Περιπλανώμενος τσαγκάρης, απεκρίθηκε ο Συμεών.
- Ε, τότε φτιάξε μου τις μπότες, πετάχτηκε ένας άλλος.
- Θα σε πληρώσω, μη φοβάσαι.
Καταπιάστηκα με τη δουλειά. Εκείνοι κάθισαν και άρχισαν να πίνουν. Θέλησαν να με κεράσουν. Ήπια ένα ποτήρι αλλά μου προσέφεραν και δεύτερο. Για να το αποφύγω, δικαιολογήθηκα.
- Όχι άλλο, παιδιά, η καρδιά μου είναι αδύνατη.
Και τότε εκείνοι, σαν μικρά παιδιά, άρχισαν να περιγράφουν αναιδέστατα τους ηρωισμούς των. Πολλές και φοβερές ιστορίες διηγήθηκαν. Αλλά μια από όλες αυτές με συνεταραξε έως θανάτου. “Περίλυπος εγένετο η ψυχή μου έως θανάτου”, είπε και ο Κύριος, γονατιστός στον κήπο της Γεθσημανή. Ακούστε τι έγινε:
- Ε, τι είναι αυτά που είπαμε ως τώρα, λέει κάποιος. Μείς κάναμε πιο πιαστρικές δουλειές που ούτε στον ύπνο σας δεν τις έχετε δει.
Μιλούσε ένας μικροσωμος νεαρός με κόκκινα στρογγυλά φρύδια. Και η φωνή του ήτο τσιριχτή και διαπεραστική.
- Θυμάσαι πως κοινωνήσαμε τους ηλίθιους τους χωρικούς με σαμογόν;
(Το σαμογόν είναι βότκα οικιακής κατασκευής με πολύ δυνατή και βαριά μυρουδιά.)
- Σώπα καλύτερα, κατσούφιασε ο άλλος.
- Σκάσε βρε, φώναξε άλλος.
Αυτός, όμως, είχε πάρει φόρα.
- Δεν είναι καιρός που έγινε, λέει. Είχαμε φτάσει σε ένα κεφαλοχώρι. Η εκκλησία ήταν ήδη κλειστή και σφραγισμένη. Τον παπά τον καψαλίσανε σαν γουρουνόπουλο πάνω στην φωτιά και έπειτα του χώσανε στο λαρύγγι έναν αναμμένο δαυλό. Ναι, λοιπόν. Αρχηγός μας, τότε, ήτανε ο Παύλος, λέει εδώ Νιντουγκομίμποβιτς, δεν μπορώ να τα βγάλω τα Ρωσικά. Κεφάλας και φαφλατάς, τέλος πάντων, να όμως που σπούδαζε κάποτε σε ιερατική σχολή … Ακούς εκεί, παπάς ήθελε να γίνει. Και άρχισαν τα γέλια. Σε μια στιγμή, λοιπόν, εκεί που του γλεντούσαμε, σηκώνεται αυτός ο Παύλος και λέει με την βροντερή του φωνή «Σύντροφοι, θέλετε να κάνουμε μια φάρσα στους βλάκες αυτούς χωρικούς;» Και έδειχνε τα δόντια του σαν πεινασμένος λύκος. Και τα φλογισμένα του μάτια, ω, πόσο φοβερά ήταν.
- Μα γιατί τα λες τώρα, τον έκοψε πάλι με οργή ο μαλλιαρός.
- Πάψε. Λοιπόν, θέλετε, λέει, να κάνω τη φάρσα;
Εμείς βέβαια ρωτήσαμε τι φάρσα εννοούσε.
- Να, βρόντηξε ο Παύλος τη γροθιά του στο τραπέζι, αύριο θα λειτουργήσω στην εκκλησία και θα κοινωνήσω το λαό του χωριού με σαμογόν.
Εμείς χλωμιάσαμε απ’ την ταραχή και τον φόβο. Αλλά μετά το γλέντι, αφού σκορπίσαμε, τα είχαμε ξεχάσει, ή μάλλον αδιαφορήσαμε, αφού η θρησκεία είναι το όπιον του λαού. Αφού ο Θεός δεν υπάρχει πουθενά, τι μας νοιάζει;
- «Φτύστε τα βρε!»
(Σας τα διαβάζω, όπως τα γράφει.)
Την άλλη μέρα, γύρω στις δέκα, ένας δικός μας χτύπησε την καμπάνα. Όλο το χωριό σηκώθηκε στο πόδι.
- Καμπάνα; απορούν, τι συμβαίνει;.
Τους ανακοινώσαμε ότι η κρατική εξουσία, δείχνοντας κατανόηση στα λαϊκά αιτήματα, απεφάσισε να επιτρέψει την ελεύθερη τέλεση της δημόσιας λατρείας. Γι’ αυτό έστειλε ακόμα και ιερέα. Οι χωρικοί άρχισαν να πανηγυρίζουν. Κίνησαν ομαδικά για την εκκλησία. Ήσαν δακρυσμένοι απ’ τη χαρά. Πέσανε πάνω στις εικόνες και τις φιλούσανε με λαχτάρα. Τις στολίζανε με λουλούδια. Τις ξεσκονίζανε. Ο Παύλος έβαλε τα ιερατικά άμφια και έγινε και μια αυτοσχέδια χορωδία, βρέθηκε και ένας γέρος νεωκόρος και τέτοια λειτουργία έγινε, που όλοι μέσα στην εκκλησία κλαίγανε με λυγμούς.
Όσο διηγόταν ο νεαρός, το μαλλιαρό παλικάρι, του έριχνε οργισμένες ματιές.
- Πάψε, κάθαρμα.
Μεσολάβησε μικρή σιωπή.
- Και, λοιπόν, τι έγινε; Κοινώνησε τους χωριάτες; ρώτησε ψιθυριστά ο καμπούρης γιος του Συμεών.
- Ναι, τους κοινώνησε, είπε.
Και συνέχισε πιο χαμηλόφωνα.
Τους κοινώνησε και ύστερα βγήκε για να κάνει κήρυγμα.
- Τι έγινε τότε;
- Άρχισε να βλαστημάει και να βρίζει το Χριστό, την Παναγία, τους Αγίους. Εγώ, απ’ την τρομάρα μου, είχα κολλήσει στο πάτωμα και είχα κοκαλώσει.
- Και ο λαός; Τι έγινε με το λαό;
Και κείνος δεν ήξερε. Δεν μπορούσε να συνεχίσει.
- Αν δεν μπορείς, λέει, μη συνεχίζεις.
- Όχι, πρέπει να το τελειώσω. Δεν μπορώ να μην τα πω όλα. Ο λαός... έχετε δει πώς η θύελλα σηκώνει τις σκεπές, πως ξεριζώνει τα δένδρα και τα σπίτια, πως ξεριζώνει τα βράχια και τα συντρίβει; Έτσι έκαναν και αυτοί στον Παύλο. Τον σήκωσαν, τον πέταξαν κάτω και άρχισαν να τον χτυπάνε, κραυγάζοντας αγανακτισμένα. Να τον χτυπάνε με τις μπότες, με τις γροθιές, με τα κηροπήγια. Να τον χτυπάνε στο κεφάλι, στο στήθος, στην κοιλιά. Χύθηκαν τα μυαλά του, τα σωθικά του, τα έντερά του. Κι όλες οι εικόνες γύρω πιτσιλίστηκαν με το αίμα του.
- Λοιπόν, μετά τι έγινε; Μετά, μετά, μετά;
- Δεν σου φτάνουν όσα άκουσες;
- Ρωτάς τι έγινε; είπε ένας άλλος.
- Κάλεσαν ένα απόσπασμα και άρχισαν με τα πολυβόλα και σκοτώσανε καμιά πενηνταριά χωρίς να λογαριάσουμε όλους τους άλλους που τραυματίστηκαν. Ύστερα μιλήσανε για στάση και εξέγερση ενάντια στη νόμιμη εξουσία.
Δεν ήθελε πια κανένας να μιλήσει. Κάθισαν πολλή ώρα αμίλητοι και σκυθρωποί. Ύστερα άρχισαν να φεύγουν ένας ένας. Τις μπότες δεν κατόρθωσα να τις διορθώσω. Από ένα λεπτότατο νήμα αράχνης κρατιόταν το μυαλό μου. Λίγα ακόμα και θα το έχανα. Όλα αυτά σας τα διάβασα από το βιβλίο «Οδοιπορικό Ραβδί», εκδόσεις Παρακλήτου, Ωροπός Αττικής 1999, Έκδοσις 9η.

Έτσι και σήμερα, και τώρα και στις ημέρες μας, αρκετοί από τους λεγομένους νεωτεριστάς, αλλά άθεους, και δεδηλωμένους απίστους, είναι και θεομάχοι. Έτσι έχοντας στα χέρια τους τα μεγάλα τεχνητά μέσα ενημέρωσης και με ακροαματικότητα χλιαρών χριστιανών, αιρετικών, δωδεκαθεϊστών και δεν ξέρω ποιων άλλων, διογκώνουν την πραγματικότητα, κάνουν τον ψήλο καμήλα, και με την καθημερινή επιτηδευμένη παραπληροφόρηση θεομαχούν κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Σκοπός τους δεν είναι η αλήθεια, αλλά πώς να σπιλώσουν συνειδήσεις, να τις καταρρακώσουν πανελλαδικώς, κλονίζοντας και κολάζοντας αδύνατες ψυχούλες. Ο Θεός, όμως, δεν εμπαίζεται. «Θεός ου μηκτυρίζεται» λέγει η Αγία Γραφή.
Δε λέγω ότι δεν γίνονται λάθη, δε λέγω ότι δεν υπάρχουν και επίορκοι, αλλ’ όμως όλοι μας είμεθα αμαρτωλοί. Και ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω. Και δεν είμεθα αναμάρτητοι. Και για τους αμαρτωλούς υπάρχουν πολλοί τρόποι διορθώσεως. Αν τους ψάξουμε, θα τους βρούμε. Και τότε πολλά μπορούν να διορθωθούν χωρίς να κλονίζονται οι συνειδήσεις των ανθρώπων.

Ύστερα από το συνταρακτικό γεγονός της ψευτολειτουργίας, και της θεομπαιξίας των αθέων Ρώσων στρατιωτών του 1918, και την δίκαιη αλλά φρικιαστική αντίδραση των αγανακτισμένων χωρικών, επανερχόμεθα στο θέμα μας που είναι η αγία μας προσευχή που είναι το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Η νοερά προσευχή, η καρδιακή προσευχή, η καρδιακή ησυχία.
Η προφορική μας ευχή, το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με" δεν πρέπει να είναι ποτέ ξερό. Ούτε πολύ περισσότερο αφηρημένο. Γιατί βρίσκεται μπροστά μας και ενώπιόν μας ο Κύριος. Όπως δεν είμαστε αφηρημένοι μπροστά στον πνευματικό, έτσι δεν πρέπει να είμαστε, και πολύ περισσότερο, όταν κάνουμε προσευχή. Σιγά σιγά πρέπει να συγκεντρώνουμε το νου μας στις λέξεις που λέμε, που είναι λίγες, ελάχιστες, πέντε είναι όλες και όλες, «Κύριε» «Ιησού» «Χριστέ» «ελέησον» «με», πέντε είναι οι λεξούλες, για να αρχίσει, αυτός ο τρόπος να αποδίδει και καρπούς.
Όσο πιο θερμή και πιο δυνατή είναι η προσευχή μας, τόσο και τα αποτελέσματα είναι πιο θεαματικά. Και πιο θεάρεστα, και στο Θεό, και πιο ωφέλιμα για την ψυχή μας.
Η προσευχή είναι η πνευματική επικοινωνία και ένωσις μετά του Ιησού Χριστού. «Ο μένων εν εμοί, καγώ εν αυτώ, ούτως φέρει καρπόν πολύν». Λατρεύουμε το Θεό που έγινε άνθρωπος στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και τον λατρεύουμε γιατί είναι ο Σωτήρας μας, ο αληθινός Θεός.
Είναι ο πλάστης μας, είναι ο δημιουργός μας.
Είναι ο Κύριος ο Θεός ημών και Σωτήρ.
Και Τον φωνάζουμε, και Τον παρακαλούμε, να μας ελεήσει και να μας σώσει και λέμε και ξαναλέμε
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.
Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς.
Ιησού, Υιέ Δαυΐδ, ελέησόν με τον αμαρτωλό ή «την αμαρτωλή».
Και πολλές φορές ζητάμε και την βοήθεια της Παναγίας Μητέρας Του, που Τον γέννησε εκ Πνεύματος Αγίου ως τέλειον άνθρωπον, ενώ ήτο και τέλειος Θεός, δηλαδή ο Θεάνθρωπος Κύριος. Και την παρακαλούμε να μας βοηθήσει και Αυτή, λέγοντας συνεχώς
«Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι».
Ή το άλλο πιο συχνά που Τη ζητάμε να μας σώσει με τις πρεσβείες της και τις μεσιτείες της προς τον Υιόν της και Θεόν ημών.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς, - το λέμε και στη Θεία Λειτουργία. Ή
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με.

Έχουμε μια προσωπική μαρτυρία, της αείμνηστης γερόντισσας Μακρίνας, μοναχής, από την Πορταριά του Βόλου, που την διηγείτο τακτικά. Την άκουσα και γω, προσωπικά, παρουσία και άλλων χριστιανών.
Μια νεαρά σχετικώς κυρία, είχε υποστεί κάποιο εγκεφαλικό επεισόδιο με αποτέλεσμα να παραλύσει τελείως από τη μέση και κάτω, έμεινε παράλυτη από τη μέση και κάτω, και ελαφρά από τη δεξιά της πλευρά. Το μυαλό της, όμως, και η ομιλία της δεν πειράχτηκαν καθόλου. Από τη γερόντισσα Μακρίνα, αυτή η συγκεκριμένη κυρία είχε μάθει, πριν από τέσσερα – πέντε χρόνια, την ευχή και επικαλείτο συνεχώς, όχι μόνο το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αλλά και της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έτσι, κατάκοιτη και ακίνητη, όπως ήταν, με το ελεύθερο αριστερό της χέρι, έκαμε συνέχεια κομποσχοίνι στο όνομα της Παναγίας, λέγοντας και φωνάζοντας με πόνο και θέρμη
«Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι».
«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με».
«Παναγία μου, σώσε με, είμαι αμαρτωλή».
Ύστερα από αρκετές ημέρες συνεχών επικλήσεων, ω του θαύματος θα ανακράζαμε όλοι μαζί, παρουσιάστηκε ένα βράδυ την ώρα που ήτο ξυπνητή, και απευθυνόταν προς την Παναγία με το κομποσχοινάκι της, παρουσιάστηκε Εκείνη ολόλαμπρη μπροστά της. Φωτεινή σαν τον ήλιο. Και είχε τέτοια ομορφιά που θαμπώθηκε, όχι μόνον από την θεϊκή ακτινοβολία της, αλλά και από την απερίγραπτη ωραιότητά της. Το ανάστημά της ήτο μεγαλοπρεπέστατο, ουράνιο και ακατάληπτο. Ενώ πίσω της εφαίνοντο πολύ καθαρά ένα πλήθος από τάγματα αγγέλων και αρχαγγέλων. Ταυτόχρονα είχε την ορατή αίσθηση ότι με τη θεία της παρουσία η Παναγία σκέπαζε ολόκληρο τον κόσμο.
Και μέσα στο ιερό δέος της, τον θαυμασμό και την κατάπληξή της, άκουσε την ουράνια φωνή Της να την ρωτάει.
- Τι θέλεις να σου κάνω, Μαρία, παιδί μου; - Μαρία την λέγανε.
Και η άρρωστη αλλά η ευλαβής εκείνη χριστιανή, χωρίς δισταγμό, Της απάντησε:
- Θέλω να γυρίζω από το ένα πλευρό στο άλλο, γιατί είμαι παράλυτη απ’ τη μέση και κάτω, και δεν μπορώ. Κουράστηκε η πλάτη μου απ’ την ακινησία. Ιδιαιτέρως, όμως, θέλω να σωθώ. Τη σωτηρία μου ποθώ, γι’ αυτό και Σε φωνάζω.
Και η Υπεραγία Θεοτόκος, η γλυκυτάτη Παναγία μας, που συμπονάει με τους πόνους μας και τα βάσανά μας, της απάντησε:
- Αυτά θα σου τα δώσω. Και, γι’ αυτό ήλθα, επειδή με φωνάζεις κάθε μέρα, απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Γιατί θέλω να με φωνάζετε! Να με φωνάζετε συνεχώς. Και γω ακούω και έρχομαι. Θέλω να με φωνάζεις, της είπε. Θέλω να με φωνάζετε όλοι σας, όλοι οι χριστιανοί, αυτό εννοούσε τώρα.
Πλημμύρισε, όχι μόνον το δωμάτιο από την υπέρλαμπρη φωτοχυσία της, και το ουράνιο άρωμά της, αλλά και ολόκληρο το σπίτι της. Όλα τα μέλη της οικογένειάς της, κατά την μαρτυρία της αείμνηστης γερόντισσας, έζησαν αυτό το ολοζώντανο θαύμα. Η δε ουράνια αυτή ευωδία παρέμεινε διάχυτη για μέρες μέσα στο σπίτι, και ιδιαίτερα στο δωμάτιο της άρρωστης. Το πρόσωπο της Μαρίας έλαμπε από την πολλή χάρη που έλαβε. Και όχι μόνον άρχιζε να κινεί το σώμα της, και να γυρίζει πλευρό με ευκολία, αλλά σε λίγες μέρες έγινε τελείως καλά και σηκώθηκε υγιεστάτη.
Εγώ όμως δεν θα μείνω στο καταπληκτικό αυτό θαύμα της θείας παρουσίας της Υπεραγίας Θεοτόκου, ούτε στο θαύμα της θεραπείας της άρρωστης. Αλλά θα παραμείνω σ’ αυτά που είπε η Παναγία μας, η Μητέρα όλων μας. Τι είπε; «Θέλω να με φωνάζετε». «Θέλω να με επικαλείσθε. Και ’γω ακούω και έρχομαι. Θέλω να με φωνάζετε. » «Υπεραγία Θεοτόκε βοήθησέ με»,
«Υπεραγία Θεοτόκε σώσε με»,
«Υπεραγία Θεοτόκε σώσε το παιδί μου»,
και ό,τι άλλο νομίζετε ότι μπορείτε να φωνάξτε απ’ το βάθος της καρδιάς σας, αυτό που μας πονάει συνήθως περισσότερο. Αν η Παναγία μας θέλει να Την επικαλούμεθα συνεχώς, πόσο πολύ περισσότερο το θέλει και το αγαπά και αρέσκεται σ’ αυτό ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός που είναι ο προσωπικός Σωτήρας μας αλλά και ο Σωτήρας του κόσμου;
Και το όνομα του Κυρίου μας είναι παντοδύναμο, γι’ αυτό και βεβαιώνει ο αγιογραφικός λόγος, ότι «εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού πάν γόνυ κάμπτει, και επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων». Και τα δαιμόνια υποτάσσονται στο όνομα του Ιησού Χριστού. Πρέπει, λοιπόν, να το φωνάζουμε και αυτό κάνουμε με τα βραδινά μας αυτά κηρύγματα. Να τονίσουμε τη μεγάλη αξία της προσευχής, και ιδιαιτέρως του ονόματος του Ιησού Χριστού, που στη γλώσσα των νηπτικών πατέρων είναι και λέγεται νοερά καρδιακή προσευχή. Στον κανόνα που κάνουν οι μοναχοί, και ιδιαιτέρως οι ερημίτες, συμπεριλαμβάνεται και το κομποσχοίνι, περαστό και σταυρωτό.
Η τάξις ορίζει, όπως τρία κομποσχοίνια αναφέρονται στο όνομα του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", και ένα στην Υπεραγία Θεοτόκο, «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι», ή «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με», ή «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς». Αυτή είναι η τάξις, τρία συν ένα. Τρία στο Χριστό και ένα στην Παναγία. Θα μιλήσουμε αργότερα γι’ αυτήν την τάξη, δεν ήλθε η στιγμή αυτήν την ώρα.
Εκείνο, που μας ενδιαφέρει όλους εμάς που ζούμε στον κόσμο, που είναι φοβερά αμαρτωλός και ξεδιάντροπος, είναι να λέμε την ευχούλα "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", κατ’ αρχάς και για αρκετόν καιρό προφορικά. Φωναχτά ή ψιθυριστά. Και ύστερα να την λέμε από μέσα μας. Από μέσα μας έχουμε και μια ευκολία. Και σ’ αυτή την ευκολία που την λέμε από μέσα μας, τότε βλέπουμε ότι την αρπάζει ο νους, όπως είπαμε, σα να έχει έτσι πλοκάμια γύρω της και φραπ, αρπάζει την ευχή και την κλείνει ο νους μέσα του, και ακούγεται σα να την λέγει καθαρά πλέον ο νους. Και αυτό είναι ευχάριστο. Διότι πολλές φορές ξυπνούμε έχοντας την αίσθηση ότι λέμε την ευχή μέσα μας.

Η ευχούλα είναι σύντομη και εύκολη, αρκεί να την λέμε παντού και πάντοτε. Όσο περισσότερο θα λέγεται η ευχή με υπομονή και με θέρμη ψυχής, τόσο και γρηγορότερα θα γίνει κτήμα μας, o νέος τρόπος ζωής μας, ψυχοσωματικά και ύστερα από αρκετές προσπάθειες και μέσα από πολλούς πειρασμούς, το επαναλαμβάνω αυτό, μέσα από πολλούς πειρασμούς αισθανόμεθα και βιώνουμε την προσευχή μέσα μας. Πυρπολούμεθα τότε από την ευχούλα, απ’ το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", από το όνομα του Κυρίου μας. Γεμίζουμε, πληρούμεθα από τη χάρη της ευχής, δηλαδή της νοεράς προσευχής, και καθιστάμεθα, γινόμεθα ολόκληροι μια προσευχή. Και τότε η Θεία Χάρις λάμπει στο πρόσωπό μας.

Μέσα στους πειρασμούς έχουμε ειρήνη στην καρδιά, όταν λέμε συνεχώς την ευχούλα. Μέσα στους διωγμούς και στα μαρτύρια έχουμε την χάρη της υπομονής και της συνειδήσεως από την καλή μαρτυρία της συνειδήσεώς μας. Μας θλίβει ο ένας; Μας κατατρέχει ο άλλος; Μέσα μας βασιλεύει μια παράδοξη και ανείπωτη γλυκύτητα.
Οι θεοφελείς ευεργεσίες της ευχούλας γρήγορα μας αποκαλύπτουν και μας καταπλήσσουν, ακόμα και η κούρασις είναι γλυκειά, και ο πόνος που αισθανόμεθα σωματικά είναι ελαφρύς.

Χριστιανοί μου, όσο θα προχωράνε τα κηρύγματα, τόσο και βαθύτερα και ορμητικότερα θα γίνονται τα πνευματικά ρεύματα της διδασκαλίας των νηπτικών πατέρων, για τη νοερά ενέργεια αυτή της ευχής. Εμείς θα επιμένουμε στην προφορική ευχή ή τουλάχιστον να την λέμε από μέσα μας, όσο μπορούμε συχνότερα, και με περισσότερη επιμονή την ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Και τότε τα σύννεφα θα διαλύονται και ο ήλιος της ειρήνης και της αγάπης θα λάμπει ολόλαμπρα μέσα μας. Και τότε μέσα μας χωρούνε όλοι.
Ό,τι και αν θα σας συμβαίνει στην προσευχή σας, θα μου το λέτε. Γιατί ο φθόνος του διαβόλου θα μεγαλώσει. Αλλά «μη φοβείσθε, ζει Κύριος ο Θεός, θαρσείτε» μας βεβαιώνει ο ίδιος και θα το επαναλάβουμε και αργότερα, «εγώ νενίκηκα τον κόσμο της αμαρτίας, της φθοράς και των δαιμόνων».
Οι πράξεις των εντολών, αδελφοί μου, με πρώτη
την διπλή αγάπη, προς τον Θεόν και τον πλησίον,
η συμμετοχή μας κατόπιν στη Θεία Λατρεία, δηλαδή στη Θεία Λειτουργία και
στα Πανάγια σωστικά μυστήρια,
το καθημερινό πνεύμα, που θα καλλιεργούμε, της συντριβής και της μετάνοιας,
η μελέτη της Αγίας Γραφής, που πρέπει να την κάνουμε καθημερινά,
και άλλων πνευματικών βιβλίων, και
η αδιάλειπτος αυτή προσευχούλα, το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με",
ανοίγουν τις θύρες του θείου ελέους. Ανοίγει η αγκαλιά του Θεού και μας κλείνει μέσα της. Και τότε η ουράνια χαρά της ψυχής μας είναι ανέκφραστη. Δεν περιγράφεται με λόγια. Γι’ αυτό και μείς όλοι θα φωνάζουμε το όνομα του Χριστού μας, όπως μας προέτρεψε και η Παναγία μας. Και το παντοδύναμο όνομα του Κυρίου μας Ιησού, δηλαδή το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με",
θα διατηρήσει και θα ενισχύσει το πνεύμα της μετανοίας,
θα αποκαταστήσει τις κλονισμένες μας σχέσεις με τον Θεό και τον πλησίον, ιδιαιτέρως αν ο πλησίον είναι συγγενής μας, είναι αδελφός μας, είναι αδελφή μας, είναι η νύφη μας, είναι η πεθερά μας, είναι η κουνιάδα μας, πω, πω, πω, πω τι γίνεται εδώ. Θα αποκαταστήσει, λοιπόν, αυτές τις σχέσεις. Γι’ αυτό και θα λέμε συνεχώς "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
Θα ηρεμήσει την ταραγμένη μας συνείδηση και θα δυναμώσει την πίστη μας.
Θα δυναμώσει, ακόμα, την θέληση για την τήρηση των εντολών και την καλλιέργεια βέβαια των άλλων αρετών που θα προκύπτουν στην πορεία της ζωής μας και
θα αυξήσει τα όρια της ευδοκίμου υπομονής. Κάθε άνθρωπος έχει τα όριά του, κάποτε πίστευα το αντίθετο. Αλλά η πείρα μας διδάσκει ότι έχει όρια ο άνθρωπος. Ε, αυτά τα όρια τα αυξάνει η προσευχή και από κει και ύστερα, όταν τελειώσουν και φθάσουν στο αμήν, επεμβαίνει ο Πανάγιος Θεός με τη δική Του χάρη και παντοδυναμία και αγάπη. Και έτσι μαλακώνει το εγωιστικό μας κάλυμμα, το κάλυμμα της καρδιάς.
Και το όνομα του Ιησού Χριστού στο τέλος
θα πυρακτώσει την ψυχούλα μας για Θεία Λατρεία και για Θεία Κοινωνία.
Και, όταν, για τον άλφα ή βήτα λόγο, δεν θα μπορούμε ή δεν θα μας επιτρέπει ο πνευματικός να κοινωνούμε των Αχράντων Μυστηρίων, έχομε μαρτυρίες πολλών χριστιανών ότι αισθάνονται στο «μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε», βλέποντας τους άλλους χριστιανούς να κοινωνούν, να ’χουν την αίσθηση ότι και αυτοί εκείνη την ώρα κοινώνησαν. Σα να κατέβηκε κάτι από το λαιμό και πήγε προς όλο το ψυχοσωματικό τους Είναι. Γιατί εκείνη την ώρα λένε την ευχή, που οι άλλοι κοινωνούν, και λαχταρούν το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χριστού και ο Θεός με το δικό Του τρόπο επικοινωνεί μαζί τους. Έχει, δηλαδή, Θεία Κοινωνία πνευματική.

Μεγάλη, όμως, προσοχή θα δώσουμε στο να μην διακόπτεται η προσευχή μας από σκέψεις και λογισμούς, έστω και αν αυτοί οι λογισμοί είναι αγαθοί και καλοί. Να μην απορροφάται, δηλαδή, ο νους μας από αγαθά νοήματα, έτσι ωραία και όμορφα για τον Θεό, την Παναγία και τους Αγίους, και να περιφρονεί τους μετεωρισμούς και τις ποικίλες προσβολές που δεχόμεθα από το διάβολο. Φαντασίες, εικόνες, σχήματα, πλήθος από μέριμνες και μέριμνες, προσβάλλουν και χτυπούν χωρίς έλεος το νου κάθε προσευχομένου χριστιανού. Πάμε να προσευχηθούμε, όλα τότε μαζί έρχονται στο κεφάλι, είναι στην εκκλησία, όλα μαζί τότε. Ο διάβολος κοιτάζει να μας αρπάξει και να μας σκορπίσει. Θέλουν, δηλαδή, οι δαίμονες να κουρσεύσουν, όπως θα λέγαμε, ή να συλήσουν τους καρπούς της προσευχής και να αφήσουν μόνον ή να μας αφήσουν μόνο με τα οστά της, όπως μας βεβαιώνει ο δικός μου ο γέροντας, δηλαδή μόνο με τον κόπο και την προσπάθεια. Αυτό σημαίνει ότι χάνεται πολύτιμος χρόνος στους μετεωρισμούς και στις σκέψεις, άρα η προσευχή, μπορεί να πει κανείς ότι εκείνη τη στιγμή πάει χαμένη. Δε μπορώ να το πω και έτσι ακριβώς διότι αν εμείς δε καταλαβαίνουμε τι λέμε, καταλαβαίνει ο διάβολος. Γιατί ο διάβολος καίγεται.
Για να δώσει, όμως, αποτελεσματικό εύσχημο καρπό η προσευχή μας, πρέπει συνεχώς με πολλή επιμονή και πολλή βία, η προσευχή μας και, αν είναι δυνατόν και με πόνο και κόπο σωματικό, να περιφρονούμε όλες αυτές τις σκέψεις και τους μετεωρισμούς που προσβάλλουν το νου και την καρδιά μας. Ο νους, βέβαια, είναι παντεπίσκοπος, γι’ αυτό πρέπει να τοποθετείται με πολλή προσοχή απέναντι στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ή στις λέξεις "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", χωρίς αυτές οι λέξεις να σχηματοποιούνται, ή σα να έχουμε ένα μαυροπίνακα και με κιμωλία γράφουμε "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", και το προσέχουμε, ούτε αυτό, τίποτα. Αόριστα, έτσι, ασχημάτιστα, ανεικόνιστα και ανίδεα, θα παρατηρούμε, θα παρατηρεί μάλλον ο νους τις λέξεις, που λέγονται μέσα μας.
Βοηθούμενος ύστερα κατόπιν ο νους, καμιά φορά και από την αναπνοή, εισπνέουμε "Κύριε Ιησού Χριστέ", εκπνέουμε "ελέησόν με". ´Η μπορούμε σε μια εισπνοή να πούμε ολόκληρο "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", και σε μια εκπνοή, πάλι, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Να σταματήσουμε λίγο την αναπνοή μας, να το πούμε τρείς τέσσερεις, πέντε φορές, δέκα, και ύστερα ξανά πάλι το ίδιο και ούτω κάθε εξής. Δεν είναι βέβαια απαραίτητο αυτό αλλά μπορούμε να το κάνουμε για λίγες μέρες για να μάθουμε να συγκεντρώνεται λίγο πολύ ο νους μας πάνω σ’ αυτές τις λέξεις.

Ας προσέξουμε γιατί σαν πέτρα σκανδάλου, λέγει ο δικός μου ο γέροντας, σαν δόλιος νυκτοκόρακας και σαν άγριο θηρίο, επιτίθεται κατά του προσευχομένου χριστιανού ο διάβολος. Και αυτό διότι καταφλέγεται, μαστιγώνεται και δέρνεται απ’ αυτού του είδους την προσευχή.
Ο ίδιος διηγείται, ο γέροντάς μου δηλαδή, ότι ένας νέος έχοντας πολλά ψυχολογικά προβλήματα, είχε φθάσει μέχρι δαιμονοκρατίας. Απεφάσισαν οι δικοί του, και με τη δική του βέβαια συγκατάθεση, του ιδίου ας πούμε, να μεταβεί στο Άγιον Όρος και να ενταχτεί σε μια μικρή Αγία Αδελφότητα κα συνοδεία. Ο γέροντας και παππούς Ιωσήφ, περίφημος για την δύναμη της νοεράς του προσευχής, τον κράτησε και τον έμαθε την ευχή και τον έβαλε βοηθό να σκαλίζει μερικά ξύλινα σταυρουδάκια. Αλλ’ οποιαδήποτε και αν ήταν η εργασία του, νύχτα, πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, μέσα στην εκκλησία και έξω, όπου και αν ευρίσκετο, ό,τι και αν έκανε, θα έπρεπε να λέει συνεχώς "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Έλα, όμως, που τον έπιανε το δαιμόνιο… Και αναποδογύριζε τα τραπέζια και τάφερνε άνω κάτω σε κείνο το μικρό κελάκι, κλείδωνε τις πόρτες, ξερίζωνε τα πάντα, ακόμα και τα σπαρμένα μικρά λαχανικά, έκοβε τα δεντράκια, πετούσε πέτρες, φώναζε, τσίριζε, έβγαζε αφρούς απ’ το στόμα. Μέσα στη νύχτα, πολλές φορές, συνέβαινε να αποκτά γυναικεία φωνή και να βωμολοχεί χυδαιότατα, και να ακούγεται η φωνή του διαβόλου, η οποία του έλεγε «πάψε ρε, πάψε, με καις, με καις, πες τίποτε άλλο, πες ό,τι θέλεις, γιατί δεν πας μέσα τώρα, που έχει λειτουργία να ψάλλειςς μαζί με το γέροντά σου;». Στη Λειτουργία τον ήθελε, να ψάλλει τον ήθελε, δεν τον ήθελε να λέει την ευχή. Καταλάβατε τι αξία έχει αυτό;
Η συμβουλή, βέβαια, του αγίου γέροντος και παππού ήταν να μη βγει έξω στον κόσμο διότι το κακό θα επαναλαμβανόταν, μια και είχε αρχίσει να συνέρχεται και μάλιστα για κάμποσο καιρό ήτο πολύ καλά. Γιατί θα έδινε συγκατάθεση με τον τρόπο της ζωής που θα ακολουθούσε μέσα στον κόσμο, για να επανέλθει ο διάβολος ισχυρότερος. Το λέει και η Γραφή. Θα έπαιρνε άλλα επτά πνεύματα και θάμπαιναν μέσα του για να ξαναδημιουργήσουν χειρότερες καταστάσεις από ό,τι ήταν οι προηγούμενες. Και πράγματι δεν τον άκουσε τον μεγάλο αυτόν γέροντα, τον όσιο και άγιο και τελευταίο ασκητή των ημερών μας και ησυχαστή, αυτός που διέδωσε την νοερά προσευχή στα νεώτερα χρόνια μας, μετά το 1950 και εντεύθεν σ’ ολόκληρο τον κόσμο πλέον, γύρισε στον κόσμο ο άμοιρος, τι να πω και γω δεν ξέρω, και με την άτσαλη ζωή που έκανε, ξαναδαιμονίστηκε. Γύρισε πίσω στο Άγιον Όρος αλλά τα κουσούρια πλέον της δαιμονοκρατίας είχαν μείνει.

Η εντολή των Αγίων και Θεοφόρων Πατέρων ημών είναι «Ιησού ονόματι, μάστιζε πολεμίους». Με το όνομα του Ιησού πρέπει να μαστιγώνουμε τους αόρατους αυτούς εχθρούς της ψυχής μας. Και μάλιστα ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος συμπληρώνοντας, λέει, δεν υπάρχει ισχυρότερο όπλο στον ουρανό και στη γη, πέρα απ’ το όνομα του Ιησού Χριστού. «Ου γαρ εστίν εν τω ουρανώ και επί γής ισχυρότερον όπλον», λέγει επί λέξει. Μαστιγώνεται, λοιπόν, και θρηνεί ο διάβολος με την ευχή του παντοδυνάμου ονόματος του Ιησού, που είναι το υπέρ παν όνομα, κατά την Αγία Γραφή. «Ανδρείοι ως οι λέοντες γινόμεθα, κατά τις φράσεις του δικού μου πνευματικού πατρός, όταν από την ευχή κρατηθώμεν κρατεώς. Όχι αμελώς, αλλά μετά βίας πολλής. Όχι χλιαρώς, αλλά μετά ζέσεως πνευματικής και μετά δυνάμεως ψυχικής». Πρέπει να τονωθούμε με τη σκέψη ότι η ευχή, μαζί με τα πανάγια σωστικά μυστήρια είναι το παν. Χωρίς την ευχή είναι φτωχά τα αποτελέσματα και συνήθως έρχεται ο μαρασμός της ψυχής.

Οι μεγάλες δωρεές και τα πλούσια και πολλαπλά χαρίσματα του Παναγίου Πνεύματος χωρίς πλάνη έρχονται κατεξοχήν μέσω της νοεράς προσευχής, αρχίζοντας από την προφορική. Στην αρχή τη λέμε συχνά πυκνά με το στόμα, αργότερα με τα χείλη βέβαια, με το νου, και βοηθουμένη η ευχή πότε πότε και με την αναπνοή, εισέρχεται στο βάθος, στο πνευματικό βάθος της καρδιάς, στο απύθμενο βάθος της ψυχής μας, και
εκεί συναντά την άνωθεν ειρήνη, την υπερέχουσα πάντα νουν.
Εκεί συναντά ο νους μας τον θείο Σαββατισμό. Την απόλυτη ησυχία. Την ευωδία, την πνευματική.
Εκεί συναντά τη θεία και ουράνια μακαριότητα.
Εκεί συναντά την ευδαιμονία, την πνευματική.
Εκεί συναντά και συγχαίρει με την χαρά των αγγέλων,
εκεί η υπερουράνιος αγαλλίασις.
Εκεί το εράσμιον, το ανέσπερον, το άκτιστον, το θεϊκόν, το ειρηνόδωρον Τριαδικό φώς.
Εκεί η αίσθησις η πνευματική του μέλλοντος αιώνος.

Και πάλι ο πνευματικός μου βεβαιώνει και συμπληρώνει:
Όποιος προσεύχεται μ’ αυτή την ευχούλα, μ’ αυτή την προσευχή, είτε από μέσα του είτε ψιθυριστά, φωτίζεται. Όποιος ουδόλως εύχεται σκοτίζεται. Η προσευχή αυτή είναι πάροχος του θείου ακτίστου φωτός. Διά τούτο και ο κάθε καλώς και απαθώς ευχόμενος, εν τη καρδία αυτού χριστιανός καθίσταται όλος φωτοειδής, όλος φως ανέσπερον και το Πνεύμα του Θεού ενοικεί εν αυτώ.
Αυτά με τις ίδιες φράσεις που χρησιμοποιεί ο πνευματικός μου.

Κατά την εποχή του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά κατηγόρησαν τους χριστιανούς, τους αγωνιζομένους διά της καρδιακής ευχής, και ιδιαίτερα τους μοναχούς τους Αγιορείτας, σαν ομφαλοσκόπους, επειδή έσκυβαν το κεφάλι πάνω στο στήθος και αριστερά προς το μέρος της καρδιάς. Στα κατοπινά χρόνια τους κατηγόρησαν σαν πλανεμένους, όπως συμβαίνει και σήμερα. Αλλά αυτά τα κάμει η άγνοια και το πνεύμα της εκκοσμικεύσεως, που άρχισε σιγά σιγά να επιβάλλεται και στον χώρο της Εκκλησίας μας, ακόμα και στην διδασκαλία της. Τα λάθη και η άγνοια, όμως, πληρώνονται ακριβά διότι δεν πλουτίζουμε πνευματικά. Και παραμένουμε φτωχοί, πάμπτωχοι, γυμνοί από τη Θεία Χάρη. Υπάρχουν όμως και αγιασμένοι άνθρωποι, όχι μόνον μοναχοί, αλλά αυτό μπορώ να το βεβαιώσω και μεθ’ όρκου, αλλά και χριστιανοί μέσα στον κόσμο, οι οποίοι με την ζωή τους διαψεύδουν τους συκοφάντας και τους εχθρούς της πίστεως. Αλλά βέβαια η αρετή δεν διατυμπανίζεται, δεν διαφημίζεται, όπως διαφημίζεται το κακό και το αισχρό και το πρόστυχο… Όπως διαφημίζεται η συκοφαντία και η βρισιά. Η πίστις μας είναι ζωντανή και αληθινή και φαίνεται μέσα από την προσευχή. Φαίνεται μέσα απ’ τη Θεία Λειτουργία.
Εμείς μπορεί να μην έχουμε πολλά πράγματα, να μην έχουμε αίθουσες, να μην έχουμε χορωδίες, να μην κάνουμε συναυλίες, να μην έχουμε στάδια να μαζέψουμε τον κόσμο αλλά έχουμε ένα μόνο πράγμα. Έχουμε τη Θεία Λειτουργία, έχουμε το παντοδύναμο όνομα του Ιησού Χριστού στο οποίο κάμπτει παν γόνυ, επουρανίων, επιγείων και καταχθονίων. Και μ’ αυτό μας φτάνει για να μας βάλει στον Παράδεισο.

Η Ορθοδοξία μας, με τη νηπτική της εργασία και τους ασκητικούς πνευματικούς αγώνες της, είναι ο μόνος ασφαλής δρόμος σωτηρίας, και νηπτική εργασία είναι η νήψις, η προσοχή, η εγκράτεια, η αγρυπνία, η προσευχή, η μετάνοια, τα δάκρυα, το συντετριμμένο πνεύμα, δηλαδή η ταπείνωσις και τόσα άλλα.

Στο Άγιον Όρος σώζονται χειρόγραφα κάποιου μοναχού ονόματι Παρθενίου, ο οποίος διηγείται τα εξής: Είχε γνωρισθεί, γράφει, με δύο Αγιορείτες μοναχούς, έναν παπά, τον πατέρα Αρσένιο, και τον υποτακτικό του, τον πατέρα Νικόλαο. Γέροντας και υποτακτικός έζησαν για δέκα χρόνια στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Στις καθημερινές τους νυκτερινές Θείες Λειτουργίες, διότι λειτουργούσαν κάθε νύκτα, πήγαινε πολύ τακτικά και ο πατήρ Παρθένιος. Οι στιγμές και οι ώρες που ζούσε κοντά τους στη Θεία Λατρεία, ήσαν συγκλονιστικές. Η Θεία Λειτουργία και το κομποσχοίνι βγάζει ανθρώπους απ’ την Κόλαση και τους βάζει στον Παράδεισο.
Πήγαινα, γράφει ο μοναχός Παρθένιος, εκεί στο απέριττο εκκλησάκι τους, για να απολαμβάνω και να τρέφομαι απ’ την ουράνια, την κατανυκτική και την συντετριμμένη ψαλμωδία τους, στη διάρκεια της πολύωρης ακολουθίας. Από την αρχή της Θείας Λειτουργίας μέχρι το τέλος, η Εκκλησία πλημμύριζε από στεναγμούς, από κλαυθμούς και δάκρυα και από ακατάληπτη ευωδία. Έβλεπα δύο γέροντες απεξηραμένους από τη νηστεία, την αγρυπνία, τη σκληρή άσκηση και την προσευχή, αδυνάτους και σκελετωμένους στο σώμα, και από την πολύ φτώχεια βέβαια εκείνης της εποχής. Έβλεπα τον έναν μέσα στο Άγιο Βήμα, μπροστά στην Αγία Τράπεζα, να στέκεται σαν αναμμένη λαμπάδα, και να κλαίει, να κλαίει, να κλαίει και για τις δικές του αμαρτίες, και για τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Από τα δάκρυα και τους κλαυθμούς, δεν μπορούσε να κάμει τις εκφωνήσεις, δεν μπορούσε να κάνει τις λειτουργικές του αιτήσεις, τα άμφιά του μούσκευαν από το πλήθος των δακρύων, και το δάπεδο κάτω εγίνετο λάσπη το χώμα.
Αλλά έβλεπα και τον άλλον, τον υποτακτικό, τον πατέρα Νικόλαο στο αναλόγιο, συνεχώς να ξεσπάει και αυτός σε λυγμούς. Οι πολλοί λυγμοί τον έπνιγαν και δεν μπορούσε να ψάλλει. Έτσι κάθε τόσο και αυτός σταματούσε. Περισσότερο ηκούοντο οι αναστεναγμοί και τα αναφιλητά, παρά οι εκφωνήσεις και οι ψαλμωδίες. Εγώ, αμαρτωλός, συνεχίζει ο πατήρ Παρθένιος, ανάμεσα στους δύο αυτούς μεγάλους πύρινους στύλους αγιότητος και συντριβής έτρεμα, έτρεμα συνεχώς, μη γνωρίζοντας που να στρέψω τα μάτια μου και την ακοή μου. Μέσα στο Ιερό Βήμα ή πίσω στο αναλόγιο; Από παντού δάκρυα και κλαυθμούς. Πολλές φορές, είτε στο Χερουβικό ύμνο, είτε στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, είτε στο Άξιον Εστί, είτε στη Θεία Κοινωνία, το εκκλησάκι γέμιζε από ουράνιο εκθαμβωτικό φώς και πλημμύριζε από αγγελικές μελωδίες και ψαλμούς. Παρούσα και ορατή κατά δύναμιν και κατά χάριν η θριαμβεύουσα Εκκλησία της Άνω Ιερουσαλήμ. «Και τότε προορώμην τον Κύριόν μου, δια πάντός ενώπιόν μου ίνα μη σαλευθώ». Τα πάντα, έμψυχα και άψυχα, ορατά και αόρατα, επίγεια και ουράνια, λούζονταν από μια υπέρτατη ανέκφραστη γλυκύτητα ενώ συγχρόνως η καρδιά μου επάλετο μαζί με την ευχή του ονόματος του Ιησού Χριστού, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με και σώσον πάντας ημάς", με πολύ κατάνυξη και άκρα ταπείνωση. Εξίστατο και θαύμαζε ο νους του πατρός Παρθενίου, με όσα βίωνε με τις αισθήσεις του ψυχοσωματικά, και από την πολλή χάρη που έπαιρνε η καρδιά του, έψαλλε και κείνη από μέσα της ουρανόφωνα το γλυκύτατον όνομα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
-Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, τον αμαρτωλόν, διότι δεν είμαι άξιος να ατενίζω επιγείους αγγέλους στο πανάγιον θυσιαστήριόν Σου.
Ιδού πως συνυπάρχουν η παρουσία μας στη Θεία Λατρεία και ταυτόχρονα από μέσα μας η καρδιά να φωνάζει "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", ή να διαλαλεί θριαμβευτικά «Αββά ο Πατήρ. Είσαι ο Πατέρας μου, είσαι ο Θεός μου, είσαι ο Σωτήρας μου. Είσαι ο Λυτρωτής μου, είσαι η αιώνια αγάπη».

Η ευχή, το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", χωρίζεται σε δύο μέρη. Το δογματικό και το ικετευτικό. Το δογματικό μέρος περιλαμβάνει τις τρεις πρώτες λέξεις της ευχής "Κύριε Ιησού Χριστέ", που είναι αναγνώρισις της θεότητος του Ιησού Χριστού. Το ικετευτικό μέρος περιλαμβάνει τις άλλες δυό λέξεις, "ελέησόν με", που είναι η παράκλησις και η ικεσία για τη σωτηρία μας. Δηλαδή, η ομολογία πίστεως στο Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, συνδέεται ταυτόχρονα με την ομολογία της αδυναμίας μας να σωθούμε μόνοι μας. Ούτε τα έργα μας μάς σώζουν. Ούτε οι πολλές μας ελεημοσύνες. Μας σώζει το έλεος του Θεού. Τα άλλα απλώς είναι απόδειξις ότι πιστεύουμε. Αποδεικνύουμε την πίστη μας με τα έργα μας. Αλλά αυτά καθεαυτά τα έργα δεν σώζουν. Σώζει το έλεος του Θεού. Γι’ αυτό θέλουμε να το ελκύσουμε, γι’ αυτό το φωνάζουμε. Γι’ αυτό το φωνάζουμε. Γι’ αυτό το παρακαλούμε. Όχι μόνον για μας προσωπικά αλλά και για το σύντροφό μας, για τα παιδιά μας, για τα εγγόνια μας, για τις νύφες μας, για τους γαμπρούς μας, για τα αδέλφια μας, για τους συγγενείς μας, για τους φίλους μας, για τους εχθρούς της πίστεως αλλά και για τους αλλοδόξους και ετεροδόξους, αλλά ακόμα και για τους ετεροθρήσκους. Για όλο τον κόσμο. Όλοι να σωθούν. Όλοι να δουν το φως της Ορθοδοξίας. Την αλήθεια, τη μόνη οδό, τη μόνη ασφαλή οδό που σώζει. Ακριβώς πάνω σ’ αυτά τα δύο σημεία, ταυτίζεται και όλος ο αγώνας μας για σωτηρία. Πρώτα στην πίστη μας προς τον Θεόν, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, που γεννήθηκε από την Παναγία εκ Πνεύματος Αγίου, και δεύτερον στη συναίσθηση ότι είμεθα αμαρτωλοί.

Ο προσωρινός τρόπος της ευχής, από μέσα μας ή και ψιθυριστά, μαζί με την προσοχή και μαζί με όλα τα άλλα μέσα θεραπείας που παρέχει η Εκκλησία μας, είναι απ’ τα πλέον απαραίτητα βοηθήματα για να μην μετεωρίζεται ο νους.

Πολλοί από τους χριστιανούς ρωτούν «πώς τελικά να λέμε την ευχή;». Υπάρχουν αμέτρητες προσευχές, με διαφορετικούς τρόπους η κάθε μια, που μας δόθηκαν απ’ τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, και όλες τους έχουν πνεύμα αληθείας και πολλή την ωφέλεια.
Η συντομότερη και η δυνατότερη προσευχή είναι το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
Όταν λέμε την ευχούλα με πολλή ταπείνωση, με πολλή πίστη και συντριβή, σαν να είναι παρών ο Θεός, ο ίδιος ο Κύριος μπροστά μας. Όχι μόνον σαν να είναι παρών, αλλά ΕΙΝΑΙ όντως Παρών.

Αμήν.

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2005

Το βαθύτερο νόημα της Καθαράς Δευτέρας και της όλης Μεγ.Σαρακοστής



191-δ
Κυριακή της Τυρινής 2005

Στα πολλά χρόνια που πέρασαν, μας είχε δοθεί η ευκαιρία πολλές φορές να μιλήσουμε για τη νηστεία καθώς επίσης να αναλύσουμε πότε το Ευαγγελικό και πότε το Αποστολικό ανάγνωσμα.

Τελευταία ημέρα σήμερα του Τριωδίου χριστιανοί μου, Κυριακή της Τυρινής. Και από αύριο Καθαρά Δευτέρα, αρχίζει η Μεγάλη Σαρακοστή. Σήμερα η συγνώμη και από αύριο οι ημέρες του πένθους και της νηστείας σωματικής, αλλά κυρίως όμως πνευματικής νηστείας. Αύριο είναι ημέρα αργίας. Η εκκλησία μας πενθεί και αρχίζει από πρωίας με πολύωρες κατανυκτικές ακολουθίες και προσευχές. Οι περισσότεροι όμως από μας τους ορθοδόξους χριστιανούς ακολουθούμε λαϊκές παραδόσεις και όχι θρησκευτικές. Έτσι λοιπόν οι χριστιανοί μας θα βγουν στην ύπαιθρο με τα λεωφορεία, με τα αυτοκίνητά τους, θα το στρώσουν στο γλέντι, στο χορό και στη μέθη, την οποία όπως ακούσατε στο Αποστολικό ανάγνωσμα πόσο την καυτηριάζει ο λόγος του Θεού... Βέβαια, το να υψώσουν τα παιδιά το χαρταετό τους αυτό δεν είναι κακό, που θα γιορτάσουν τα κούλουμα και άλλα έθιμα...θα μείνουν όμως, και αυτό είναι σημαντικό, μακριά από αυτό που ζητά αυτή την ημέρα η Ορθόδοξος Εκκλησία μας.

Αρκετοί θα νηστέψουν με άλαδες τροφές, και άλλοι θα κάμουν μονοήμερη ή διήμερη ή και τριήμερη ακόμα όσοι μπορούν μόνο με νερό και αντίδωρο. Και αυτή είναι η πρώτη καλή αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής. Η Καθαρά Δευτέρα είναι ημέρα πένθους. Η εκκλησία μας και όλοι οι ναοί ενδύονται με μαύρα καλύμματα. Ακόμα και τα κανδήλια μας γίνονται πένθιμα. Μετά από την βραδινή συγνώμη στους ιερούς ναούς και στις οικογένειες όπου υπάρχει η ευλαβής αυτή συνήθεια, όλοι οι σωστοί ορθόδοξοι χριστιανοί, θα καλλιεργήσουν έτι περισσότερο τη μετάνοια. Διότι ανοίγεται ένα στάδιο 49 ημερών πνευματικών αγώνων (ακούσατε το στάδιο των αρετών «ηνέοκται» που έψαλλαν οι ψάλτες μας) δια μέσου των οποίων καλούνται οι χριστιανοί να συμμετάσχουν στο Πάθος του Χριστού μέχρι τη Μεγάλη Εβδομάδα.

Δεν μπορούμε να υποδεχτούμε τον Νυμφίον Χριστόν ψυχικά απροετοίμαστοι. Σωματικά δεν μπορούμε έτσι κι αλλιώς, διότι κουβαλάμε χίλιες δυο αρρώστιες ο καθένας, και οι περισσότεροι από μας είμεθα άρρωστοι και ανήμποροι. Μπορούμε όμως να προετοιμαστούμε πνευματικά με αυστηρή πνευματική νηστεία.
Και πρώτον, με εγκράτεια της γλώσσης (το επανέλαβε και το τόνισε και το αποστολικόν ανάγνωσμα) όχι κρίσεις και όχι κατακρίσεις.
Δεύτερον, με νηστεία των σωματικών μας αισθήσεων
και τρίτον με νηστεία των λογισμών, των ακαθάρτων σκέψεων, των αισχρών νοημάτων και των πονηρών φαντασιών.
Η τριπλή αυτή νηστεία είναι νηστεία παθών. Δηλαδή, καλούμεθα σε αυστηρή πνευματική νηστεία εναντίον των παθών μας, και πρέπει να τα υποβάλλουμε σε ασιτία. Και πρέπει να τα σκοτώσουμε τα πάθη μέσα μας. Γι’αυτό και λέμε ότι η νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής, αλλά όπως και κάθε άλλη νηστεία, Τετάρτης, Παρασκευής, Χριστουγέννων, Δεκαπενταυγούστου και λοιπά, είναι κυρίως η τριπλή πνευματική νηστεία που αναφέραμε, και αυτή η νηστεία είναι παθοκτόνος και όχι σωματοκτόνος. Δε σκοτώνουμε δηλαδή, το σώμα μας που είναι ναός του Παναγίου Πνεύματος, αλλά τα πάθη μας. Η εκκλησία μας, μας συνιστά και μας προτρέπει όπως από σήμερα καθαρίσουμε εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος. Τις δε λαμπάδες των ψυχών μας, να τις στολίσουμε, να τις ευπρεπίσουμε με έργα αγάπης, ελεημοσύνης, φιλοξενίας, με έργα που να έχουν το πνεύμα μέσα της επιεικείας, της συγχωρητικότητος, της ταπεινοφροσύνης. «Μη κατεσθίοντες τον πλησίον τη συκοφαντία και τη κατακρίση». Το λέει αρχαία ε; πιστεύω να το καταλάβατε. Δηλαδή, να μη καταξεσχίζουμε και να μη κατατρώγουμε τις σάρκες του πλησίον, του αδελφού μας, του συνανθρώπου μας. Με τι; Με τις συκοφαντίες και τις κατακρίσεις. Ο πλησίον μπορεί να είναι οποιοσδήποτε...να είναι ο φίλος, να’ ναι ο γνωστός, να’ ναι ο γείτονας, να’ ναι ο συγγενής, να’ ναι ο παπάς σας...κι εγώ μέσα, να’ ναι ο Δεσπότης, να’ ναι ο γιατρός, να’ ναι ο συνεργάτης, να’ ναι ο προϊστάμενος, να’ ναι το παιδί μας, να’ ναι ο σύντροφός μας, να’ ναι ο βουλευτής, ο υπουργός, ο υπάλληλος, και κάθε χριστιανός.

Σκοπός μας είναι λοιπόν να σκοτώσουμε και να διαλύσουμε κάθε πάθος, κάθε κακία και κάθε πονηριά από μέσα μας. Να αποβάλλουμε δηλαδή τα έργα του σκότους – το ακούσατε και αυτό στο αποστολικό ανάγνωσμα – και να ενδυθούμε και να θωρακιστούμε με τα όπλα του φωτός. Και όπλα του φωτός είναι κατά πρώτον τα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας μας (βάπτισμα, χρίσμα, Θεία Κοινωνία και Ιερά Εξομολόγησις), είναι η υπακοή μας στο θέλημα του Αγίου Θεού με την πιστή τήρηση των Ευαγγελικών Του εντολών και με την αντίστοιχη καλλιέργεια των θειοτάτων αρετών, με πρώτη τη μετάνοια. Η μετάνοια μαζί με όλες τις αρετές, θα βοηθήσει αποτελεσματικά ώστε με ασφάλεια να διαπεράσουμε το πέλαγος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και να φθάσουμε λαμπαδοφορούντες στο θεϊκό λιμάνι της τριημέρου Αναστάσεως του Κυρίου μας.

Και με άλλο κατανυκτικότατο τροπάριο, η Εκκλησία μας απευθύνεται στην ψυχή του καθενός από μας...στην ψυχή μου, αλλά και στη δική σου ψυχή και στη δική σου ψυχή... και φωνάζει: «Νίψον ψυχή μου.. », «πλύσου ψυχή μου... », «Νίψου.... » και ψυχή σου και ψυχή όλων... «Νίψον, γρηγόρησον, στέναξον, δάκρυσον, βόησον δια προσευχής (και δια της διπλής νηστείας πνευματικής και της κατά δύναμιν σωματικής) όλων των της αμαρτίας και των παθών σου φόρτον απόρριψον». Όλο το βάρος που φέρνεις πάνω στους ώμους σου και πάνω στην καρδιά σου και στην ψυχή σου...το βάρος αυτό το τεράστιο, το μεγάλο, το ασήκωτο από την αμαρτία και τα πάθη...να το απορρίψεις. Πώς όμως; Και απαντάει η Εκκλησία, στο ίδιο τροπάριο... «Τη θερμή μετανοία». Με την ολόθερμη, με την ολοζώντανη, με την αληθινή μετάνοια. Με αυτόν τον τρόπον απορρίπτεται το βάρος της αμαρτίας και των παθών. Να λοιπόν, τι μας διδάσκει και σε τι μας προτρέπει η αρχή της πρώτης ημέρας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Αλλά και στο πρώτο μεγάλο απόδειπνο της Καθαράς Δευτέρας, αύριο το απόγευμα δηλαδή, θα ακούσουμε ψαλτά την μεγαλοπρεπέστατη προειδοποίηση της Εκκλησίας μας. Δεν είναι μόνο μεγαλοπρεπής, είναι και αυστηρά προειδοποιητική: «Ψυχή μου, ψυχή μου, ανάστα, τι καθεύδεις;... » Ψυχή μου, λέει, ψυχή μου, σήκω αμέσως επάνω, σήκω όρθια, στάσου όρθια και μάλιστα γρήγορα, τώρα αμέσως. Γιατί κοιμάσαι τόσο βαριά τον ύπνο της αμαρτίας; Γιατί αμελείς τον πνευματικό σου αγώνα που αφορά τη σωτηρία σου; Γιατί καθυστερείς στο να πολεμάς εναντίον των παθών σου; Γιατί κοιμάσαι; Ξύπνα επιτέλους! Δε βλέπεις ότι πλησιάζει το τέλος σου; Δε βλέπεις ότι σήμερα, αύριο, μεθαύριο φεύγεις απ’αυτή τη ζωή, πεθαίνεις; Ψυχή μου, ψυχή μου, θα βρεθείς είτε το θέλεις είτε δεν το θέλεις, είτε σ’αρέσει είτε δε σ’αρέσει μπροστά στο φοβερό κριτήριο του Αγίου Θεού. Και τότε;...μέλλεις θορυβείσθαι. Και τότε θα θορυβηθείς, θα φοβηθείς, θα τρομάξεις. Γι’αυτό πριν είναι αργά «Νίψον, ψυχή μου, γρηγόρησον, στέναξον, δάκρυσον, μετανόησον» και τότε φώναξε δυνατά και με όλη σου την καρδιά «Ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», «’Ημαρτον στον ουρανόν και ενώπιόν Σου», «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με ότι η ψυχή μου κακώς δαιμονίζεται μέσα της, από τα δικά μου τα πάθη και τις δικές μου κακίες». «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη βασιλεία Σου». «Κύριε, Κύριε, δώρισέ μου..του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν ουδέποτε τον αδελφόν μου». Έτσι κλείνει κάθε Μεγάλη Σαρακοστή και κάθε από τις Ώρες που διαβάζουμε.

Υπάρχουν λοιπόν πάθη που κάθε μέρα μας βασανίζουν, υπάρχουν αδυναμίες που καθημερινώς μας ταλαιπωρούν, υπάρχουν κακίες και πονηριές που μαυρίζουν τις σκέψεις μας και σκοτίζουν το νου μας. Πολλά τα αγκάθια της ψυχής μας που θέλουν τη φωτιά του Αγίου Πνεύματος για να καούν και να εξαφανιστούν τελείως. Και η φωτιά αυτή είναι η αληθινή μετάνοια, είναι τα δάκρυα της μετανοίας και στην προσευχή και ιδιαίτερα στο πετραχήλι του πνευματικού. Για να πάρει όμως φωτιά η προσευχή μας, αυτή η προσευχή που κάνουμε κάθε μέρα, αυτό το μικρό κομποσχοινάκι, αυτό το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» πρέπει να γίνεται κι αυτό με πνεύμα μετανοίας.

Αλλά και ο εκκλησιασμός μας πρέπει να έχει τη θερμότητα της μετανοίας. Σήμερα που εκκλησιαστήκαμε όλοι μας και που όλοι μας (είτε κοινωνήσουμε είτε όχι) παίρνουμε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος... για να τη νιώσουμε βαθιά μέσα μας πρέπει να έχουμε έρθει ήδη με πνεύμα μετανοίας. Και όταν κοινωνούμε των αχράντων μυστηρίων να μην προσερχόμεθα μόνον μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, αλλά και με μετάνοια αληθινή. Και την Αγία Γραφή όταν τη μελετάμε, πρέπει η καρδιά μας να πυρπολείται όχι μόνο από τη ζέουσα πίστη ότι αυτός είναι ο αληθινός λόγος του Θεού, αυτή είναι η αλήθεια που σώζει, αλλά και από τη μετάνοια. Πολύ δε περισσότερο η μετάνοια οφείλει να μας διακατέχει ψυχοσωματικά στο μεγάλο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως. Αλλά και η πολλαπλή μας νηστεία, κυρίως η πνευματική, στις αισθήσεις και στη γλώσσα και στους λογισμούς και ύστερα η σωματική όπως είπαμε, διότι έχουμε πολλές ασθένειες θα πρέπει κι αυτή να μπολιάζεται με το πνεύμα της μετανοίας. Και τότε... και τότε θα λάβουμε πλουσιοπάροχα την άφεση, την άφεση των αμαρτιών. Και η ψυχή μας θα καθαριστεί, θα γίνει πεντακάθαρη σαν το πανάλευκο χιονάκι...

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2005

Η καρδιά καί ο τρόπος τής προφορικής ευχής



Ομιλία 129, Η Νοερά Προσευχή (μέρος 3ον)
9/3/2005

Κάποτε, όπως μου διηγείτο στα παιδικά μου χρόνια ο παπα-Θόδωρος, ο ιερεύς που με βάπτισε, κάλεσαν κάποιο βράδυ τον παππού του, που ’ταν και αυτός ιερεύς με το όνομα παπα-Γιώργης, για να κοινωνήσει έναν άρρωστο. Ετοιμάστηκε ο παππούς ιερεύς, παίρνοντας μαζί του τον εγγονό του, Θεόδωρο, για να κρατάει το φαναράκι αναμμένο και να πηγαίνει έτσι μπροστά. Πήγε στην εκκλησία, πήρε το Άγιο Ποτήριο με τη Θεία Κοινωνία, αφού προηγουμένως φόρεσε το πετραχήλι του και έβαλε στους ώμους του τον αέρα. Έτσι γινόταν τα παλιά χρόνια. Μπροστά πήγαινε ο μικρός, ο Θοδωρής, με το φαναράκι και ένα μικρό θυμιατό. Ήταν χειμώνας και οι δρόμοι ήσαν έρημοι και το κρύο πολύ. Σε μια στροφή του δρόμου, συναντούν μια σκοτεινή σιλουέτα - μόλις φαινόταν. Ο ιερεύς ούτε καν την πρόσεξε διότι όλη η προσοχή του ήταν στραμμένη στο Άγιον Ποτήριον και στη φύλαξη των Τιμίων Δώρων, του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Εκείνη η σκιά ήταν γυναίκα, σταμάτησε απότομα και έντρομη. Ο παπάς, χωρίς να δώσει σημασία, προχώρησε στο δρόμο του. Πήγε στο σπίτι του αρρώστου και τον κοινώνησε. Σε λίγο γύρισε πίσω από τον ίδιο δρόμο και άρχισε να σιγοβρέχει. Κάτω ο δρόμος ήταν γεμάτος λασπόνερα. Και βλέπει σε μια στιγμή μια γυναίκα, γονατιστή μέσα στις λάσπες και στα νερά, να κλαίει με λυγμούς. Ήταν η ίδια, που είχε συναντήσει πριν.
- Στάσου παπά μου, του λέει, μην προχωρήσεις άλλο.
Σταμάτησε ο ιερεύς έκπληκτος και κείνη άρχισε με λυγμούς να διηγείται τα εξής που τάκουσε και ο μικρός ο Θεόδωρος, ο μετέπειτα παπα-Θόδωρος, που είχε σταματήσει και κείνος.
- Εγώ προηγουμένως παπά μου πήγαινα να αμαρτήσω. Να λερώσω το στεφάνι μου. Όταν, όμως, έφτασες κοντά μου, βγήκε μια φωνή από τη Θεία Μεταλαβιά, προφανώς βέβαια απ’ το Άγιο Ποτήριο, και μου είπε «Τι πας να κάμεις παιδί μου, τι πας να κάμεις;» Η φωνή ήταν τόσο γλυκειά αλλά και τόσο πονεμένη, που λύγισα, ντράπηκα. Και έπεσα στα γόνατα και άρχισα να κλαίω, να κλαίω και να κλαίω μέχρι τώρα. Παπά μου, συγχώρεσέ με. Συγχώρεσέ με την αμαρτωλή, και συνέχισε να κλαίει με λυγμούς.
Και κείνος ο απλοϊκός αλλά αγιασμένος λευΐτης του χωριού, ακούμπησε στο κεφάλι της το Άγιο Ποτήριο, ναι, πάνω στο κεφάλι της, και της είπε:
- «Λελυμένη και συγκεχωρημένη, και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι. Μόνον μηκέτι αμάρτανε».
Επανέλαβε τους λόγους του Κυρίου που είπε προς την μοιχαλίδα γυναίκα, που την είχαν πιάσει επ’ αυτοφόρω, όπως μας διηγείται ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, τα ίδια εκείνα λόγια: «Μηκέτι αμάρτανε». Και κίνησε να φύγει. Φεύγοντας, την άφησε γονατιστή και την άκουσε βέβαια να λέγει εκεί όπως ήταν γονατιστή, «Θεέ μου, συγχώρεσέ με». «Θεέ μου, συγχώρεσέ με την αμαρτωλή, Χριστέ μου, ελέησέ με, Θεέ μου συγχώρεσέ με, ντρέπομαι», και άλλα πολλά τέτοια όμοια. «Και σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, που με συγχώρεσες, δεν θα το ξανακάμω».

Αλήθεια τι θαύματα μπορεί να κάμει ο Θεός, για να σώσει, έστω και μια ψυχή. Τι θαύματα… Μετά την απόθεση της Θείας Κοινωνίας στην Αγία Πρόθεση, λέγει ο παπα-Γιώργης στον εγγονό του:
- Έως ότου πεθάνουμε, και εγώ και αυτή δυστυχισμένη γυναίκα, δε θα μιλήσεις ποτέ, παιδί μου.
Και συνέχισε ο παπα-Θόδωρος:
- Στέφανε, παιδί μου, η αληθινή μετάνοια και η πίστις κάνουν θαύματα. Και τα κάνουν πάντοτε, και σήμερα! Tα πιο πολλά δεν τα ξέρουμε.
Άραγε, τι μάθημα ήθελε να μου δώσει εμένα; Το μικρό παπαδάκι, που βρισκόμουν μέσα στο Άγιο Βήμα. Τι μάθημα; Το θαύμα; Την πρόνοια του Θεού για το πεσμένο πλάσμα του; Τη δύναμη της μετανοίας; Το ευόλιστον της ανθρώπινης αδυναμίας; Τι απ’ όλα αυτά; Ή όλα μαζί;

Λέγαμε, χριστανοί μου, ότι οι τρόποι της προσευχής είναι πολλοί. Οι τρόποι της νοεράς προσευχής, διότι γι’ αυτήν γίνεται ο λόγος. Και θ’ αποδείξουμε ότι είναι δυνατή και μέσα στον κόσμο. Τα παραδείγματα είναι ζωντανά. Και ανάμεσα από σας. Από τους χριστιανούς που ζουν και αγωνίζονται σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο εν Χριστώ. Και ο καλύτερος τρόπος είναι ο προφορικός. Το να λέμε δηλαδή την ευχή με το στόμα, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
Λέμε "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με" με το στόμα, αλλά μπορούμε, όμως, να το λέμε και ψιθυριστά με τα χείλη, που μόλις μόλις να ακούγεται αλλά εμείς βέβαια έχουμε άμεση συναίσθηση. Και πότε πότε να το λέμε και από μέσα μας. Σιγά σιγά συνηθίζεται αυτό, το από μέσα μας, και μας αρέσει πιο πολύ, και θα δούμε τον λόγο.
Άλλοτε πρέπει να την λέμε αργά, καθαρά, ήσυχα, ήρεμα, χωρίς βία και χωρίς πίεση. Άλλοτε γρήγορα, ακόμα πιο γρήγορα. Ακόμα πιο γρήγορα, ταχύτατα, με πίεση, με πολλή βία. Έστω και αν αυτό προκαλέσει ακόμα και πονοκέφαλο. Και το σκύψιμο της κεφαλής να γίνεται βαθύτερο.
Διαφέρουμε απ’ αυτό, από όλες τις μεθόδους, που χρησιμοποιούν οι ανατολικές θρησκείες. Και όλες οι παραφυάδες των Ινδουιστών και των γκουρού. Διότι αυτοί επιδιώκουν χαλάρωση, εμείς επιδιώκουμε βία, πόνο. Γιατί με πόνο πρέπει να ζητάμε το έλεος του Αγίου Θεού. Γιατί είμαστε αμαρτωλοί.
Όσο, λοιπόν, αρχίζουμε και συνηθίζουμε να τη λέμε από μέσα μας, δηλαδή μ’ αυτό, όπως λέγεται, με τον ενδιάθετο λόγο, με τον εσωτερικό μας λόγο, στο τέλος, όπως λέγαμε και την περασμένη φορά, την ευχή την παίρνει ο νους, όπως ακριβώς το χταπόδι αρπάζει το θύμα του. Έτσι ακριβώς κάνει και ο νους. Αιχμαλωτίζει την ευχή. Αιχμαλωτίζει αυτές τις λέξεις. Και γίνεται ένα μ’ αυτές. Τότε μόνον όταν ο νους γίνει ένα με την ευχή, με τις πέντε λέξεις, αργότερα γίνονται τρείς, ύστερα γίνονται δύο, ύστερα γίνεται μία, όλος ο νους γίνεται ΙΗΣΟΥΣ, γίνεται ΦΩΣ. Και τότε μπορεί και κατεβαίνει στην καρδιά. Και τότε η ευχή λέγεται ΑΠΟ την καρδιά. Με την καρδιά τη λέμε γιατί έχουμε όλη τη διάθεση να αγαπήσουμε τον Θεόν, εξ όλης ψυχής και εξ όλης καρδίας, δηλαδή με όλη μας την καρδιά. Αυτή την αγάπη μας με όλη μας την καρδιά την εκφράζουμε και με την ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με" και το λέμε με όλη μας την καρδιά. Αυτό το «με όλη μας την καρδιά» έχει πολύ μεγάλη διαφορά να λέγεται η ευχή «από την καρδιά». Διότι τότε λέγεται μόνη της. Δηλαδή λέγεται από το Άγιον Πνεύμα που δε λέγει μόνον "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με" αλλά κράζει και «Αββά ο Πατήρ», «είσαι ο Πατέρας μου», «είσαι ο Θεός μου», «είσαι ο Σωτήρας μου», «είσαι ο Λυτρωτής μου», «είσαι ο Πλάστης μου, μπροστά στον οποίον θα βρεθώ, για να με κρίνεις».
Πότε αργά αργά, πότε σύντομα, πότε γρήγορα. Οι αναπνοές μας να είναι αργές και ήρεμες. Εισπνέουμε αργά "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", εκπνέουμε αργά, σιγά σιγά, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Αυτός είναι ένας τρόπος.
Ο δεύτερος τρόπος είναι κόβουμε την ευχή στη μέση. Με την εισπνοή, λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ», με την εκπνοή, «ελέησόν με», αν θέλουμε ως βοηθητικό μέσον την αναπνοή μας.
Ο τρίτος τρόπος είναι κρατάμε την αναπνοή, εισπνέομε, κρατάμε την αναπνοή μας, λέμε πέντε δέκα φορές το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με" και εκπνέουμε πάλι αργά αργά. Ο καθένας, όπως ευκολύνεται. Δεν υπάρχουν μέθοδοι… δεν υπάρχουν.
Ο γενικός τρόπος είναι να λέμε την ευχή, είτε προφορικά, είτε ψιθυριστά, είτε από μέσα μας παντού και πάντοτε. Και στη δουλειά και στο σπίτι και στο δρόμο. "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Όταν τρώμε. Όταν περπατάμε. Όταν συζητάμε, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Και ειδικότερα, όταν είσαστε μέσα στο ναό.

Κάποτε, που λέγατε, πριν από πολλά χρόνια, πολλοί από σας τους χριστιανούς μέσα εδώ στο ναό το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", μυστικά μέσα σας, είχε έλθει ένας ερημίτης απ’ το Άγιον Όρος και ήταν στο Άγιον Βήμα, και λέει, λοιπόν, τουλάχιστον από διακόσια στόματα λέγεται αυτή τη στιγμή η ευχή. Πώς το πήρε είδηση αυτό;

"Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Ούτε καλημέρα σας και τι κάνετε. Τίποτα. Σκύψιμο της κεφαλής και "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
Γλυκάθηκε ο νους; Ε, δεν ξεκολλάει η ευχή. Ευφράνθηκε η καρδία, σκλαβώθηκε για πάντα απ’ τη Θεία Αγάπη. Και από τον πνευματικόν έρωτα - δεν τον έχετε νοιώσει ποτέ αυτόν τον έρωτα. Απ’ αυτό το θείο και ακατάληπτο αυτό αδολέσχημα της ευχής, το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", δεν αποσπάται ο νους με τίποτα και για τίποτα. Υπήρχαν όσιοι και ασκηταί και ερημίτες και μοναχοί, όπως και σήμερα υπάρχουν, που για ώρες ατέλειωτες λένε το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", και διαρκώς ζουν μέσα σ’ ένα άπειρο πέλαγος θείας ευφροσύνης, ανεκφράστου μακαριότητος και γλυκύτητος.

Η νοερά προσευχή, κατ’ αυτόν τον τρόπον, δημιουργεί μέσα στον προσευχόμενον θεία φλόγα. Θεία αγάπη, θεία ενέργεια. Η θέρμη κινεί την προσευχή και η προσευχή γεννά την θέρμη. Όλους και όλα τα συγχωρούμε. Όλους και όλες και όλα τα αγαπάμε. Όλα τα λάθη είναι δικά μας και όλοι γύρω μας είναι άγιοι. Αυτό κάνει η ευχή. Δεν το νοιώθουμε; Δεν κάνουμε τίποτα μέσα μας. Και, όταν πυρποληθεί ολόκληρος ο άνθρωπος, τότε καίγονται οι λογισμοί, καίγονται οι φαντασιώσεις, καίγονται οι μετεωρισμοί, καίγονται σιγά σιγά οι επιθυμίες, οι αδυναμίες, βέβαια και ακόμα πολύ πιο αργά τα πάθη. Σιγά σιγά, εκείνα μέχρι που να φτάσουν, αν όχι στην εκρίζωσή τους, αλλά τουλάχιστον όμως στην αποκοπή τους. Βλέπουμε τι κόπο κάνουν οι ξυλοκόποι για να κόψουν ένα δένδρο, δεν το βγάζουν από τη ρίζα του, το κόβουν όσο μπορούν στη βάση, και, αν θέλουν να μην ξαναφυτρώσει, ρίχνουν γύρω γύρω πετρέλαιο και έτσι μαραίνεται μια για πάντα.

Να πάμε λίγο βαθύτερα; Πρέπει να πάμε.
Δεν είμαστε φτιαγμένοι μόνον για τη γη, είμαστε φτιαγμένοι για τον ουρανό – σήμερα αύριο φεύγουμε. Πρώτος, βέβαια, θα φύγω εγώ. Αλλά φεύγουμε όμως. Η ηλικία μας είναι τέτοια. Είμαστε πέντε χρονών, γινόμαστε δέκα, είκοσι, πενήντα, εβδομήντα… ογδόντα … πόσο θα πάει ακόμα … άντε ενενήντα. Ύστερα φεύγει ο άνθρωπος. Πού πάει; Στο Χριστό πρέπει να πάει. Εκεί που πρέπει να πάει, εκεί πρέπει προηγουμένως να το βιώσει αυτό. Και ο καλύτερος τρόπος να βιώσει κανένας αυτό είναι η μυστηριακή κοινωνία, δηλαδή το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, να νοιώσει να κατέρχεται δια του Παναγίου Σώματος και Αίματος του Χριστού, ολόκληρη η Αγία Τριάδα μέσ’ στην καρδιά του, σε όλο του το ψυχοσωματικό είναι. Έτσι λοιπόν γίνεται και με την ευχή. Αισθάνεται την Παναγία Τριάδα να κατέρχεται και να ενοικεί μέσα του. Γι’ αυτό λέει «προς αυτόν ελευσόμεθα, και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσωμεν». Και τότε οψώμεθα φως το απρόσιτον, σύμφωνα και με την ευχή της Πρώτης Ώρας «Χριστέ το Φως το αληθινόν, το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον, σημειωθείτω εφ’ ημάς το φως του προσώπου Σου, ίνα εν αυτώ οψώμεθα φως το απρόσιτον». Φως ανέσπερον, φως αδιάδοχον και εράσμιον. Φως μακάριον και φαεινόν. Φως τρισήλιον και τριφεγγές. Φως Πασχαλινόν. Φως γλυκύτατον, φως άκτιστον, φως άδυτον και ειρηνόδωρον, φως αγάπης Χριστού. Μέσα απ’ αυτό το φως βλέπομε το φως του Θεού. Όχι το φως που έχει μέσα ο νους, άλλο αυτό. Και άλλο το φως του Θεού και άλλο το φως του νοός. Γι’ αυτό υπάρχουν τόσες και τόσες πλάνες.
Ζούμε μέσα από την καρδιακή προσευχή, σε μία παλλευκη αυγή, πάντοτε πλημμυρισμένη από το θεοειδέστατο αυτό ενυπόστατο και τρισυπόστατο μακάριον φως.

Επανερχόμεθα, όμως, στην προφορική ευχή και λέμε ότι αυτό είναι το στάδιον των αρχαρίων, και όλους εκείνους που επιθυμούν εν Αγίω Πνεύματι να εργάζονται την ευχή και να δουν λίγο καλύτερες ημέρες στη ζωή τους, και στην οικογένειά τους. Και όλοι μας είμαστε αρχάριοι και πρώτος εγώ. Επίμονος λοιπόν και απαραίτητος αρχή για την επιτυχία του τελικού σκοπού, που δεν είναι η κατάκτηση της καρδιάς από το παντοδύναμον αυτό όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αυτός και είναι και ο τελικός σκοπός, η κατάκτησις της καρδιάς από το Χριστό. Στην καρδιακή προσευχή έχει θέση ο νους. Έχει θέση ο λόγος, ο λόγος που ομιλούμε. Ο προφορικός γίνεται ενδιάθετος, γίνεται εσωτερικός, μιλάμε και από μέσα μας. Έχουμε και γραπτό λόγο. Τον γράφουμε το λόγο μας. Τον σκεπτόμεθα τον λόγο μας. Μπορούμε ακόμα και να τον σχηματίσουμε το λόγο μας, να σχηματίσουμε δηλαδή με το νου μας λέξεις, γραμμές. Να σχηματίσουμε σχέδια, οτιδήποτε θέλουμε. Προφορικός, λοιπόν, και εσωτερικός λόγος, αυτά τα δυο πρέπει στο τέλος να γίνουν ένα, και να μιλούμε από μέσα μας μόνον, και να λέμε μόνον από μέσα μας, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
Αυτά λοιπόν τα τρία πράγματα, μας λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, δηλαδή ο νους, που προσέχει, ο λόγος που λέγει την ευχή, και η Χάρις του Αγίου Πνεύματος που έχουμε από το Άγιον Βάπτισμα, αυτά τα τρία πρέπει να γίνουν ένα. Μία αδιαίρετη ενότητα. Όπως αδιαίρετη ενότητα είναι και ο Πανάγιος Τριαδικός Θεός, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα.

Ο νους, όμως, δεν είναι όπως είναι ο Θεός. Και δύσκολα προσκολλάται πάνω στις λέξεις της ευχής, γι’ αυτό βλέπομε ότι διαρκώς τρέχει πότε από δω και πότε από κει. Το παράπονό μας, όταν πάμε να εξομολογηθούμε, είναι ότι δεν μπορούμε να συγκεντρωθούμε στην Εκκλησία, δεν μπορούμε να συγκεντρωθούμε όταν κάνουμε προσευχή στο σπίτι μας, δεν μπορούμε να συγκεντρωθούμε όταν διαβάζουμε το λόγο του Θεού ή κάποιο ιερό βιβλίο γιατί διαπιστώνουμε συχνά πυκνά ότι το μυαλό μας τρέχει πότε από δω και πότε από κει και δεν μπορούμε να το συμμαζέψουμε, λες και είναι κανένας αλήτης. Δε συμμαζεύεται με τίποτα και είναι πράγματι αλήτης ο νους. Εμείς, όμως, θέλουμε να τον συμμαζέψουμε, εμείς με τη θέλησή μας, η προαίρεσίς μας, αυτό που θέλουμε εμείς είναι το έλεος του Θεού. Αυτό λοιπόν να ενωθεί με αυτό που φωνάζουμε και μαζί με το νου να κατέβουν και να ενωθούν με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Με την πτώση των Πρωτοπλάστων και την εκδίωξη του Αδάμ από τον Παράδεισο, ο νους μας έχασε τον προσανατολισμό του. Από τότε όλοι οι απόγονοι του Αδάμ και της Εύας, και μεις μαζί, ψάχνουμε να βρούμε το χαμένο Παράδεισο, τη χαμένη μας πατρίδα. Γι’ αυτό ο νους τρέχει πότε από δω και πότε από κει. Ο Παράδεισος ήτανε γλυκύτατος, ήτανε η θεία μακαριότης. Ξεγελιέται, λοιπόν, ο νους από τις χαρές και τις ηδονές τούτου του κόσμου και βγαίνει έξω απ’ τον εαυτό του και τρέχει πότε από δω και πότε από κει σαν περιπλανώμενος κατάδικος, ή σαν τον άνθρωπον που ψάχνει να βρει, είναι όλο ανησυχία, τρέχει από δω, τρέχει από κει, να βρει λίγη ησυχία, να βρει λίγη ηρεμία, να βρει λίγη ευτυχία, να βρει λίγη γλυκύτητα, και κάνει αυτό και κάνει εκείνο, πότε πίνει, πότε μεθάει, πότε παίζει, πότε γλεντάει, πότε χορεύει, πότε, πότε, πότε, πότε, χίλια δυο πράγματα κάνει ο άνθρωπος για να βρει αυτό που του λείπει.
Αλλά η Βασιλεία του Θεού, όμως, δε βρίσκεται σε όλα αυτά τα τεχνητά που έχει γύρω ο κόσμος μας. Η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί. Και, είπαμε και την Κυριακή, «εν φυλακή ήμην και ουκ επισκέψασθέ με». Δυστυχώς η Θεία Χάρις κλείστηκε μέσα μας, κλειδώθηκε, τη θύρα, της πέρασαν χειροπέδες, τα πάθη και οι αδυναμίες. Και ο Κύριος δεν μπορεί να μπει. Κτυπάει την πόρτα, «ιδού ίσταμαι επί την θύραν και κρούω», χτυπάει την πόρτα της καρδιάς μας και κακά τα ψέματα, δεν του ανοίγουμε του Κυρίου.
Ανοίγουμε, βέβαια, τι λέγει, μας λέγει η τηλεόρασις με τα σκάνδαλα. Ανοίγουμε βέβαια την πόρτα της καρδιάς μας, σε όλες εκείνες τις σαχλαμάρες, τις αηδίες, με τις οποίες γεμίζει όλο σκοτάδι ο νους μας μέσα απ’ αυτά τα διαβολοκούτια. Το κάνουμε αυτό. Αλλά, όμως, ανοίγουμε και την πόρτα της καρδιάς μας σε όσα έρχονται και μας ψιθυρίζουν οι διπλανοί μας, σε κουτσομπολιά και σε κατακρίσεις, και σε ό,τι άλλο προσφέρει αυτός ο ψεύτικος κόσμος.
Εμείς, όμως, που ζούμε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο και που ξέρουμε ότι μια μέρα θα φύγουμε, θέλουμε δε θέλουμε, πρέπει να το καταλάβουμε ότι θα φύγουμε, ότι θα πεθάνουμε, πέθανε ο πατέρας μας, η μητέρα μας, ο παππούς μας, η γιαγιά μας, ο προπάππους, οι προπαππούδες, οι προγιαγιάδες, όλοι πέθαναν. Θα πεθάνουμε και μείς.
Πριν πεθάνουμε να βρούμε τον χαμένο Παράδεισο. Είναι μέσα μας, στην καρδιά μας. «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Ελάτε, εδώ είναι ο Παράδεισος, είναι το Άγιο Δισκοπότηρο, ανοίξτε την καρδιά σας και βάλτε το μέσα, μας φωνάζει ο Κύριος. Και μεις λέμε, «Έλα, δε μας παρατάς, ρε παπά, λέω εγώ τώρα, άντε, φτάνει … που κάνεις εκείνο και εκείνο και εκείνο», μα δε μιλάει ο ιερεύς, η φωνή του Θεού είναι αυτή, δεν είναι του ιερέως, δεν είναι του Αρχιερέως, δεν είναι του διακόνου, δεν είναι του μοναχού, η φωνή του Θεού είναι…
Άρα, λοιπόν, η πορεία πρέπει να γίνει προς τα μέσα μας. Προς την καρδιά μας. Προς τον εν φυλακή ευρισκόμενον Κύριον, σ’ αυτό το βάθος.

Κάποτε ένας θεοσεβής ιερεύς, λειτουργούσε του Αγίου Δημητρίου, τον οποίον ευλαβείτο πολύ, λόγω του ότι ήτο μεσοβδόμαδα, οι χριστιανοί στο ναό ήσαν λίγοι. Η λειτουργία προχώρησε και έφθασε η στιγμή του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων. «Τα σά εκ των Σών», έσκυψε βαθιά βαθιά και διάβασε την ευχή, «έτι προσφέρομέν σοι την λογικήν ταύτην λατρείαν». Ανορθώθηκε και είπε «και ποίησον τον μεν άρτον τούτον», «τω δε εν τω ποτηρίω τούτο μεταβαλλών» και τα λοιπά, αμήν, αμήν, αμήν, για να μην λέμε όλες τις λέξεις … Και μια φοβερή άστραπή ήλθε απ’ το πουθενά, απ’ τον ουρανό … δεν ξέρει. Απ’ την κόχη του Αγίου Βήματος … δεν ξέρει. Απ’ τον τρούλο του ναού; .. τον Παντοκράτορα, τον Κύριο.. δεν ξέρει, δεν κατάλαβε. Εκείνο που είδε και ένοιωσε είναι ότι η αστραπή ήλθε και κτύπησε πάνω στην Αγία Τράπεζα, χράπ.. και την χώρισε στα δύο, χωρίς να αγγίξει τα Τίμια Δώρα. Και κείνος έμεινε βουβός και άφωνος. Γεμάτος έκπληξη και δέος και φόβο, ιερό φόβο, και τότε τα πάντα περιελούσθησαν από τον ανέσπερον, τον άδυτον ήλιον της Τρισηλίου Θεότητος. Πρωτόγνωρα αισθήματα τον κατέλαβαν, δεν μπορούσε ο καημένος να μου τα περιγράψει. Ήτο εκστατικός για αρκετά λεπτά και άφωνος και ακίνητος. Τι είδους ουράνια αστραπή ήταν αυτή; Και τι ήθελε να δηλώσει, τι να σφραγίσει, τι να επιβεβαιώσει; Και τότε αυθόρμητα, παρά τη βουβαμάρα του, φώναξε από μέσα του, από μέσα του, όμως, από μέσα του βγήκε η δυνατή κραυγή χωρίς να ακουστεί προς τα έξω. «Κύριε είσαι ο αληθινός Θεός, ο Σωτήρας του κόσμου». «Σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν», ξανάλεγε και ξανάλεγε ο ιεροψάλτης αλλά, που να συνέλθει ο ευλογημένος εκείνος παππούλης. Τελικά ο μπάρμπα Γιώργος ο ψάλτης μπήκε στο ιερό να δει τι γίνεται. Και με το «έ παπά», που του είπε, «τι θα γίνει με σένα, ακόμα να συνέλθεις», «τι έπαθες, είσαι καλά;» όλα επανήλθαν στη φυσικότητά τους. Με τις φωνές του ψάλτου συνήλθε ο ιερεύς, σηκώθηκε, πήρε το θυμιατό μόνος του, έβαλε θυμίαμα και, τρεμάμενος, είπε «Εξαιρέτως της Παναγίας Αχράντου, Υπερευλογημένης» και τα λοιπά.
Μετά απ’ αυτό το συνταρακτικό γεγονός για λίγον καιρό, πριν απ’ τον καθαγιασμόν των Τιμίων Δώρων, αν δεν είχε κάποιο παιδάκι μέσ’ στο Άγιον Βήμα, έβγαινε στην Ωραία Πύλη και φώναζε «Ε, μπάρμπα Γιώργο, έλα δω, έλα μεσ’ στο Ιερό, κάτσε εδώ στην Αγία Τράπεζα, δίπλα και γονάτισε». «Μπάρμπα Νίκο, μπάρμπα Κώστα, μπάρμπα Γιάννη…», τους φώναζε λοιπόν έναν έναν. Του είχε δημιουργηθεί, τρόπον τινά, όπως το διεπίστωσε και ο ίδιος, ένας ιερό φόβος, μη τυχόν ξανασυμβούν τα ίδια φοβερά πράγματα τα οποία, ως άνθρωπος χωμάτινος και αμαρτωλός, δεν μπορούσε πλέον να αντέξει.
Πολλά τα μυστήρια του Αγίου Θεού. Πόσες φορές συνέβησαν στον εν λόγω ιερέα, όπως έλεγε, ήταν για να δυναμώσει η πίστις του, που μερικές φορές εκλονίζετο - άνθρωπος ήταν κι αυτός - κάτω απ’ το βάρος των ποικίλων και πολλών του προβλημάτων.
Ναι, πάτερ μου, ναι, πάτερ μου, μου έλεγε. Πολλές φορές κλονίστηκα στην πίστη μου, αλλά τα έκτακτα αυτά αληθινά γεγονότα, τα υπερφυσικά και τα ακατάληπτα, που ο Θεός μου παρουσίαζε κατά την διάρκειαν της Θείας Λειτουργίας, στερέωναν την πίστη μου. Και στο βάπτισμα είδα θαύμα. Και στο γάμο είδα θαύμα. Είδα κατάλευκο περιστέρι να κατεβαίνει στις κεφαλές των νεονύμφων, που είχαν προσέλθει αγνότατοι στο μυστήριο του γάμου, όπως τους είχε γεννήσει η μάνα τους. Είδα θαύματα απ’ το ευχέλαιο και θαύματα στο ιερό μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως. Και όλα αυτά έγιναν για να στερεώνουν την δική μου απιστία και να ομολογώ, όπως ο Απόστολος Θωμάς, «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου Δόξα σοι».

Ο λόγος μας, αδελφοί μου, για το τρίτο κατά σειρά κήρυγμα, είναι η προφορική προσευχή με το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", και η κάθαρσή μας από τα διάφορα πάθη.
Πρώτα, καθαρίζεται ο νους από τις ακαθαρσίες των λογισμών, των πονηρών, των αισχρών, των βρωμερών, των διεστραμμένων και των βλασφήμων, και ύστερα καθαρίζεται η καρδιά ως κέντρον του όλου ψυχοσωματικού ανθρώπου.
Η καρδιά μας είναι, κατά πρώτον λόγον, φυσικόν κέντρον. Είναι, όμως, και κέντρον παραφυσικόν, είναι και κέντρον υπερφυσικόν. Η καρδιά είναι και λέγεται φυσικόν κέντρον διότι, απ’ αυτήν ή μέσω αυτής με τις αέναες παλμικές κινήσεις της, στέλνει το αίμα σε όλα τα όργανα του σώματος του ανθρώπου, μέχρι και του τελευταίου ιστού ή κυττάρου. Είναι αυτή που δίνει και διατηρεί στη ζωή τον άνθρωπο. Σταμάτησε η καρδιά; Έπαψε να ζει ο άνθρωπος, χωρίζεται η ψυχή απ’ το σώμα του ανθρώπου, το σώμα στον τάφο, η ψυχή στον ουρανό.
Η καρδιά, όμως, πέρα απ’ αυτό το φυσικό, που είπαμε, κέντρο, που το γνωρίζουμε και το αισθανόμαστε όλοι μας, είναι και κέντρο παραφυσικόν. Δηλαδή αμαρτωλόν. Γιατί; Γιατί, λέει, εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι, κατακρίσεις, όπως μας τονίζει ο ίδιος ο Κύριος στο 15ον κεφάλαιον του Ευαγγελιστού Ματθαίου. Και αυτός ακόμα ο πειρασμός κατοικεί μετά το Άγιον Βάπτισμα γύρω από την καρδιά και προσπαθεί να την πυρπολήσει, να την κυριεύσει, να την κατακτήσει εξ απαλών ονύχων, «εξ ομφαλού γαστρός», απ’ την κοιλιά της μάνας, απ’ τη γέννηση του παιδιού. Για δέστε ένα παιδάκι, δώστε του κάτι στο χέρι, πόσο δυνατά το σφίγγει, δεν θέλει να τ’ αφήσει για κανένα λόγο. Αρπακτικός ο άνθρωπος από τότε που γεννιέται. Με την αμαρτία μέσα του. Γι’ αυτό, καθώς μεγαλώνει σιγά σιγά, και ειδικότερα ο χριστιανός, βλέπουμε ότι ο πειρασμός πυρώνει αμαρτωλά την καρδιά, όπως λέγει ο γέροντάς μου, θερμαίνει το αίμα, χτυπά στην κοιλιά και στο λαιμό, κόβει και αυτήν ακόμα την αναπνοή. Ανεβαίνει συνέχεια στο κεφάλι, σκοτίζει το μυαλό, θολώνει το νου, μπερδεύει τους λογισμούς, εκμεταλλεύεται τη μνήμη, εκμεταλλεύεται θαυμάσια και τη λογική - πόσα αμαρτωλά πράγματα στέκονται με την λογική, και πόσα άλλα με τη φαντασία. Όλα τα ανακατεύει με τελικό σκοπό την κόλαση της ψυχής. Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο τονίζεται και επιβεβαιώνεται η επίδρασις του διαβόλου στην καρδιά του Ιούδα του Ισκαριώτου, και λέει επί λέξει ο Ιωάννης: «του διαβόλου ήδη βεβληκότος, εις την καρδίαν Ιούδα το Ισκαριώτου, ίνα Αυτόν παραδώ». Επόμενον η καρδιά είναι, όπως είπαμε, κέντρον παραφυσικόν, αμαρτωλόν, εκ των οποίων γεννώνται όλα τα πάθη.
Είναι, όμως, και κέντρον υπερφυσικόν. Επειδή στην καρδιά βασιλεύει και ζει η σωστική θεία Χάρις που πήραμε απ’ το Άγιον Βάπτισμα. Αυτή εδρεύει μέσα στην καρδιά. Σα να την έχει θρόνο την καρδιά του. Η Αγία Γραφή, επαναλαμβάνω, μας λέγει ότι «η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί». Είπαμε, και το ξαναλέω, ότι εξαπέστειλεν ο Θεός το Πνεύμα του Υιού αυτού, εις τας καρδίας ημών κράζον, «Αββά ο Πατήρ», «Είσαι ο Πατέρας μου». Και «η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών», όπως επίσης και άλλο πλήθος χωρίων, που αναφέρονται σχετικά με το ότι η καρδιά μας είναι και κέντρον υπερφυσικόν. Κέντρον της αρετής, κέντρον της Θείας Χάριτος. Κέντρον του Αγίου Θεού. Ουδείς δύναται ειπείν «Κύριον Ιησούν», ή μη εν Πνεύματι Αγίω. Κάντε προσευχή. Το Άγιον Πνεύμα σας βοηθάει. Ήρθατε εδώ σήμερα στο κήρυγμα. Το Άγιον Πνεύμα σας έφερε. Που εδρεύει το Άγιον Πνεύμα; Στην καρδιά. Υπάρχουν, όμως, εκατομμύρια, θά λεγα, χιλιάδες διαβεβαιώσεις μέσα εις τους Θείους Πατέρες, ειδικότερα, βέβαια, στα φιλοκαλικά κείμενα και θα αναφέρουμε μόνον ένα, του Αββά, του Αγίου Ισαάκ του Σύρου, ο οποίος μας λέγει τα εξής: «Ιδού ο ουρανός εν τη καρδία σου, εάν καθαρός έση». Δηλαδή, εάν η καρδιά σου είναι καθαρή, τότε και ο ουρανός, ο εαυτός σου, δηλαδή, είναι καθαρός μέσα σου. «Και εν αυτώ», μέσα σ’ αυτόν τον ουρανόν, «όψη», θα δεις, «τους αγγέλους εν τω φωτί αυτών και τον Δεσπότην Ιησούν Χριστόν εν μέσω αυτών». Θα δείς τον Χριστό μέσα σου, «εν Πνεύματι Αγίω». Και με τα μάτια βέβαια της ψυχής, όχι του σώματος, τα του σώματος έχουν πλάνη.
Υπάρχει έκστασις και πνευματική θεωρία της Θείας παρουσίας μέσα στην καρδιά, όταν αυτή είναι ουρανός, όταν δηλαδή είναι καθαρή, πεντακάθαρη και διακοσμείται από αρετές και όχι από πάθη. Η πνευματική αυτή θεωρία, έτσι όπως ακριβώς την είπα, είναι ακατάληπτη για τα μυαλά μας, αλλά είναι πραγματική. Και εύχομαι και παρακαλώ, ο Πανάγιος Θεός, να σας δώσει για λίγα δευτερόλεπτα, πέντε, όχι παραπάνω, πέντε, φτάνουν, πέντε δευτερόλεπτα, να το νοιώσετε αυτό στην καρδιά σας, είτε όταν προσεύχεστε στο βράδυ στο σπίτι σας, είτε όταν είσαστε εδώ στην εκκλησία, είτε μόλις κοινωνήσετε. Να σας το δώσει ο Θεός, για πέντε δευτερόλεπτα, για δέκα. Και θα καταλάβετε αν λέω αλήθεια ή όχι. Ή αν τα βιβλία μας, μας λένε ψέματα. Αλλά τι γίνεται όμως; Τρέχουμε διαρκώς πίσω απ’ τις αδυναμίες, αυτές τρέφουμε. Και τρέχουμε, και τις τρέφουμε. Και τις αδυναμίες, και τα πάθη, και τα χάλια μας, και τα μύρια τόσα κακά. Πρώτα, λοιπόν, καθαρίζεται ο νους, και ύστερα καθαρίζεται η καρδιά, και, όταν καθαρίζεται η καρδιά, γίνεται κατοικητήριον του Παναγίου Πνεύματος. Και, μάλιστα, όταν καθαρίζεται κυρίως από την υπερηφάνεια, την οίηση, την κενοδοξία, τον εγωισμό. Γιατί, όπως είναι σκεπασμένη από την υπερηφάνεια, φαντάζεται, προσευχόμενος φαντάζεται, προσευχόμενος φαντάζεται, φαντάζεται, είδατε, το λέω πολλές φορές, ότι δήθεν έχει την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Φαντάζεται, ούτε απλώς αισθάνεται. Γιατί χρειάζεται πολλή δουλειά πνευματική, και πολλή κόπωσις και, βεβαίως, ασφαλώς και καθαρή εξαγόρευσις και εξομολόγησις στον πνευματικό, γιατί τις περισσότερες φορές μας παρασέρνει ο διάβολος ύστερα από όσα διαβάζουμε, ύστερα από όσα ακούμε, από τα ωραία πράγματα που είναι για μας. Ο Θεός ό,τι έκανε δεν το έκανε μόνο για τους αγγέλους, καλοί είναι οι άγγελοι και τ’ απολαμβάνουν και τα χαίρονται, αλλά μακαρίζουν εμάς, όμως, γιατί ο Θεός δεν έγινε άγγελος, άνθρωπος έγινε. Θεάνθρωπος, τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός, ο Ιησούς Χριστός. Λοιπόν, και ξέρουν οι άγγελοι πολύ καλά, ότι όλα όσα έχει ο Θεός, τάχει για μας. Τάχει για σένα, για σένα, για σένα, για σένα, για σένα, για μένα, για μας τάχει ο Θεός. Αλλά όχι αυτά που θέλει να μας παρουσιάσει ο διάβολος, αλλά αυτά που θέλει να μας δώσει Εκείνος, πότε όμως, όταν η καρδιά μας καθαρίζεται. Γι’ αυτό, λοιπόν, επιμένω, πρώτα στην εξομολόγηση τις αμαρτίες, και ύστερα να πεις το βάσανό σου. Ύστερα θα πεις το παράπονό σου, ύστερα θα πεις τον πόνο σου. Πρώτα τις αμαρτίες, γιατί από κεί ξεκινάει το κακό. Όλο το κακό, κανένας δε φταίει. Εμείς φταίμε, και γω φταίω.

Ο νους μας, λοιπόν, όταν προσευχόμαστε, πρέπει να μένει αμετεώριστος, ασχημάτιστος, αφάνταστος, ανεικόνιστος, ανίδεος και τα λοιπά. Δεν πρέπει δηλαδή να έχει φαντασίες μέσα, να έχει σχήματα, νά έχει εικόνες, να έχει ιδέες, να έχει σκέψεις, να έχει περιπλανήσεις, να τρέχει πότε από δω, πότε από κει και τα λοιπά. Κάνουμε προσευχή και ακούμε θορύβους. Μην μας ανησυχεί απολύτως τίποτα. Θα συνεχίσουμε την προσευχή μας. Μα, άφησα το φως ανοιχτό… άστο ανοιχτό να είναι. Μα, μήπως δεν έκλεισα το μάτι της κουζίνας; Άστο εκεί πέρα έτσι, όπως είναι, κάνε την προσευχή σου, μη δίνεις σημασία σε τίποτα. Δια της φαντασίας μας δημιουργούνται φανταστικά είδωλα, σχηματικά είδωλα. Γι’ αυτό και η προτροπή όλων των πατέρων της εκκλησίας είναι «μη συσχηματίσεις το θείον σεαυτώ προσευχόμενος», μας λέγει ο Άγιος Νείλος, αλλά και όλοι οι Πατέρες, και ο Άγιος Διάδοχος Φωτικής και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και τα λοιπά. Κλείσε τα μάτια σου και μη φαντάζεσαι την Παναγία. Ούτε το Χριστό. Ούτε τους Αγίους, τίποτα. Σκοτάδι μέσα, απολύτως. Ό,τι βλέπεις, είναι φαντασία, είναι είδωλο. Όπως βλέπεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη. Αυτό, που είναι απέναντί σου, δεν είσαι συ, είναι είδωλο, το είδωλό σου. Και μεις δεν προσκυνάμε είδωλα, δεν είμαστε ειδωλολάτρες. «Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας Αυτόν εν Πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν.»

Πως, όμως, θα είναι η καρδιά μας καθαρή και ο νους καθαρός, αν ο πιστός χριστιανός δεν έχει καθαριστεί προηγουμένως απ’ τα πάθη και τις αδυναμίες του, αν δεν έχει μπολιάσει την κακή του κλίση και ροπή και να την κάνει από αγριελαία καλλιελαία;
Τα μέσα, λοιπόν, που παρέχει η Εκκλησία μας για τη σωτηρία μας είναι
πρώτα η Ιερά Εξομολόγησις.
Η Θεία Κοινωνία και ο Εκκλησιασμός μαζί.
Η τήρησις των εντολών,
η εφαρμογή του κανόνος απ’ τον πνευματικό,
η καλλιέργεια των αρετών,
η μελέτη των Γραφών και των Πατέρων της Εκκλησίας μας,
η εφαρμογή της αγάπης και της ανεξικακίας και της συγχωρητικότητος προς όλους για να καλλιεργηθεί το πνεύμα της ταπεινώσεως, της αγάπης, της πίστεως.
Είναι βασικά πράγματα για τη σωτηρία μας.
Έτσι, λοιπόν, σε όλα αυτά μπαίνει και το αδιαλείπτως προσεύχεσθαι, που είναι φάρμακον αθανασίας, φάρμακον αιωνίου ζωής, μαζί με τη Θεία Κοινωνία.
Όπου πορεύεται κάποιος βασιλεύς, διώκονται οι εχθροί, εκεί που πηγαίνει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, φυγαδεύονται τα δαιμόνια, οι φάλαγγες των δαιμόνων, καθότι εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού παν γόνυ κάμψει και επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων. Κάθε μέρα του Χριστού, του Κυρίου του ουρανού και της δόξης στο θρόνο της καρδιάς μας, υποτάσσονται τα πάντα. Διότι, αν για κάθε άνθρωπο που μετανοεί, γίνεται χαρά εν τω ουρανώ, πολύ περισσότερον, όταν την καρδιά την επισκέπτεται η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος και, ειδικότερα, η Χάρις του Σαρκωθέντος Θεού Λόγου. Και τότε βασιλεύει βέβαια γαλήνη εσωτερική και μεγάλη.
Η καρδιά μας, όμως, σαν παραφυσικό κέντρο, έχει λογισμούς πονηρούς και σαν κράτος παρά φύσιν και τους θείους νόμους, κυριεύεται από τους εχθρούς επαναστάτες, δηλαδή από τους δαίμονες. Αν η θάλασσα μέσα μας αγριεύει και βλέπουμε θυμό και οργή και κακία και μίσος και πονηρία, θα βάλτε το όνομα του Χριστού και η προσταγή αυτή του Ιησού «σιώπα, πεφύμωσο», όπως εγένετο στην τρικυμισμένη θάλασσα, και ακολούθησε γαλήνη μεγάλη, έτσι λοιπόν και τώρα με το όνομα του Ιησού Χριστού, «σιώπα, πεφύμωσο» και οι λογισμοί θα καούν.
Έτσι η δημιουργηθείσα βασιλεία, η βασιλεία της χαράς και της ειρήνης και της ησυχίας μέσα στην καρδιά μας ονομάζεται κατά τους νηπτικούς πατέρας της Εκκλησίας μας, καρδιακή ησυχία. Εύχομαι κάποτε να την αποκτήσω. Βέβαια δεν είναι εύκολο πράγμα. Είναι δύσκολο. Αλλά, όμως, τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ. Και κάτι άλλο κατόπιν. «Ουκ αδυνατήσει παρά τω Θεώ παν ρήμα». Θα φωνάξομε στο Θεό και ο Θεός θα κάνει το θαύμα. Αυτή, λοιπόν, είναι η προσευχούλα μας, το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", που μπορεί να βασιλεύει μέσα μας, χωρίς διακοπές από τις διάφορες προσβολές των λογισμών και χωρίς τις φανταστικές περιπλανήσεις του νου στον κόσμο των αισθήσεων και των επιθυμιών.
Άμα μάθουμε να περιφρονούμε τους λογισμούς μας, θα κάνουμε καλή πορεία. Μπορεί την ώρα που θάρθουμε για Θεία Κοινωνία να μας έρθουν βλάσφημοι λογισμοί. Αισχροί λογισμοί. Θα τα περιφρονήσουμε όλα. Δε θα δώσουμε καμιά σημασία. Δεν είναι δικά μας. Είναι του διαβόλου. Και θα προχωρήσουμε εμείς εις ένωσιν μετά του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Η δυσκολία μας έγκειται βέβαια στο νου μας που είναι σκοτισμένος. Υπάρχει από την άλλη πλευρά, και αδιαφορία και άγνοια. Αυτά τα τρία σημειώνουν και οι πατέρες της Εκκλησίας μας.
Έχουμε, λοιπόν, απ’ τη μια πλευρά, σκοτισμό του νου, απ’ την άλλη, έχουμε τελεία αδιαφορία για τη σωτηρία μας, και, απ’ την άλλη πλευρά έχουμε και άγνοια.
Εμ, αδιαφορούμε, εμ, έχουμε άγνοια, εμ, είμαστε σκοτισμένοι, εμ, θέλουμε να κάνουμε και τον έξυπνο. Ότι τα ξέρουμε όλα. Και είμαστε οι γνώστες που έχουμε τις γνώμες, επί παντός επιστητού και, ειδικότερα, βέβαια, στα θέματα σωτηρίας, θρησκείας, εκκλησίας, Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Ο νους μας τρέχει εκεί, όπου γλυκαίνεται, και λέει η Αγία Γραφή «όπου γαρ εστίν ο θησαυρός ημών, εκεί έσται και η καρδία ημών». Εάν ο θησαυρός μας είναι η ύλη και το χρήμα, εκεί βρίσκεται η καρδιά μας, και τότε … γι’ αυτό ο πλεονέκτης, ο φιλάργυρος, είναι άσπλαχνος, είναι σκληρόκαρδος, είναι κακός. Εάν ο θησαυρός μας είναι οι υλικές απολαύσεις και οι αισθησιακές ηδονές, τότε η καρδιά μας σαρκοποιείται και υποδουλώνεται στα σαρκικά πάθη. Εάν ο θησαυρός μας είναι στην κενοδοξία και εις την υπερηφάνεια, τότε η καρδιά μας δαιμονοποιείται. Όπως ακριβώς συνέβη και με τον Εωσφόρο, τον άγγελο φωτός, που εγένετο δαιμονιζόμενος, άγγελος του σκότους. Το ίδιο συμβαίνει, όταν στην καρδιά μας θεοποιούνται οι γνώσεις. Οι επιστήμες, τα αξιώματα, η δύναμις της εξουσίας, η ευφυΐα του μυαλού. Ο νους αναπαύεται, γλυκαίνεται και κολλάει σα βδέλλα στην πλανεμένη και απατηλή αυτή ωραιότητα, την πρόσκαιρη και την εφήμερη, παρασύροντας και την καρδιά μας στην ολοκληρωτική της καταστροφή, δηλαδή στον αιώνιο θάνατό της. Στην κόλασή της. Υπάρχει κόλασις.
Που είναι ο θησαυρός του ανθρώπου αυτού του αιώνος και των ημερών μας;
Είναι στην αθεΐα και στον μηδενισμό; Εκεί θα κολλήσει πρώτα ο νους και ύστερα η καρδιά του.
Που είναι, στο μίσος κατά του πλησίον; Εκεί ο νους, εκεί και η καρδιά.
Μήπως είναι στην ικανοποίηση χυδαίων παθών; Εκεί ο νους, εκεί και η καρδιά.

Χριστιανοί μου, τελειώσαμε.
Ο νους και η καρδιά μας πρέπει να παραδοθούν εξ ολοκλήρου στο Χριστό και στην Εκκλησία Του, μαζί με τα Πανάγια σωστικά μυστήριά της. Σ’ αυτό μας βοηθάει αποτελεσματικά, εκτός αυτών των βασικών θεμάτων της πίστεώς μας, και η προσευχή και μάλιστα η ευχούλα, το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
Λέγοντας αδιαλείπτως, προφορικά, ψιθυριστά ή από μέσα μας "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με",
καταλαγιάζουν τα πάθη,
μαστιγώνονται οι δαίμονες,
κατακαίγονται οι αχυρώδεις λογισμοί,
ειρηνεύουν οι αισθήσεις,
αχρηστεύονται οι φαντασιώσεις.
Έτσι δοξάζεται ο Θεός Πατήρ,
ευφραίνεται ο Υιός και Λόγος του Θεού,
και αγάλλεται το Άγιον Πνεύμα Θεός.
Αυτώ η Δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2005

Η προφορική ευχή Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με καί η κάθαρσις εκ τών παθών (μέρος 2ον)



Ομιλία 128
2.3.2005

Θα σας διαβάσω έναν διάλογο, ενός υποτακτικού με τον γέροντά του, τον πατέρα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Αυτόν τον διάλογο τον είχα ακούσει με τις επισκέψεις μου στο Άγιον Όρος, αλλά βλέπω ότι τον κυκλοφόρησαν σε φυλλάδιο, και μακάρι να είχαμε την δυνατότητα να το τυπώσουμε, όσοι είστε εσείς, ούτως ώστε, την ερχομένη Τετάρτη πάλι θα κάνουμε, την ερχομένη Τετάρτη που είναι της Τυρινής, θα ξανακάνουμε πάλι κήρυγμα την ίδια ώρα. Και να μπορούσαμε να το τυπώσουμε σε, όσοι, διακόσιοι, τριακόσοι, όσοι είστε, για να σας το μοιράσω, να τόχετε και εσείς.
Λέει,
- Πάτερ Εφραίμ, γέροντά μου, λέω την ευχή, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", αλλά δεν καταλαβαίνω τίποτα.
- Δεν καταλαβαίνεις εσύ που τη λες την ευχή, αλλά καταλαβαίνει ο διάβολος, και καίγεται, και φεύγει. Ε, καλά παιδί μου, θέλεις να δεις θαύμα, από την ευχή, απ’ την προσευχή;
- Και βεβαίως θέλω!
- Καλά, του λέει, θα προσευχηθώ στο Θεό να σου δείξει ένα θαύμα να καταλάβεις πόση δύναμη έχει η ευχή. Αυτό το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" που στην οποίαν ευχή αναφέρονται όλα τα πατερικά μας βιβλία. Και ειδικότερα βέβαια η φιλοκαλία.
Έκανε προσευχή ο γέροντας, έκανε νηστεία, τριήμερο νηστεία, μόνο με λίγο νερό.
- Έλα δω παιδί μου τώρα, του λέει, ύστερα από τις τρείς ημέρες, του έδωσε ένα καλάθι, - ξέρετε τι ήταν τα καλάθια; - και
- Πήγαινε να το γεμίσεις νερό.
- Γέροντα, λέει, με συγχωρείς. Τα μυαλά τα έχω. Το λογικό το έχω, πώς θα γεμίσει αυτό νερό; Γεμίζει το καλάθι νερό; Βρέχεται, ναι, αλλά να γεμίσει νερό;
- Καλά παιδί μου, του λέει, δεν ήθελες να δεις ένα θαύμα;
Λέει
- Μάλιστα.
- Ε, και να δείς τι δύναμη έχει η ευχή; Το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" τι δύναμη έχει; Γιατί την παντοδυναμία της ευχής την παίρνει απ’ τον παντοδύναμο Θεό, διότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι και σωτήρας του κόσμου, αλλά είναι και Θεός αληθινός, εκ Θεού αληθινού. Δε θέλεις να τη δεις;
- Πώς, πώς, πώς!
- Ε, κάνε αυτό που λέω, αλλά θα λες την ευχή, όλο την ευχή. Θα πάς και θάρθεις χωρίς να την διακόψεις καθόλου. Θα λες συνέχεια "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
- Νάναι ευλογημένο.
Πάει λοιπόν στο δρόμο, περπατάει να πάει μέχρι την, εκεί που ήταν το νερό,
- "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Και βάζει το καλάθι στη βρύση από κάτω.
Το νερό γεμίζει το καλάθι! Και το καλάθι δεν τρέχει!
Δεν βγάζει ούτε από τα πλάγια, ούτε από κάτω σταγόνα νερό. Συνέχεια όμως, δεν διακόπτει την ευχή και τη λέει.
- "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Εννοείται βέβαια ότι ο γέροντας, ο Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, στο κελάκι του προσηύχετο για να δείξει ο Θεός θαύμα στον παραγιό του. Το γέμισε το καλάθι. Μόλις το είδε, τρέχει λοιπόν, να το δείξει στον γέροντά του. Να του πει δηλαδή ότι «Γέροντα, το καλάθι γέμισε νερό, και δεν τρέχει.
Στον δρόμο λοιπόν πηγαίνοντας αυτά τα πενήντα μέτρα, φανερώνεται ο διάβολος, αλλά με ανθρώπινη μορφή. Σαν καλόγεροι, σαν καλόγερος. Του λέει,
- Καλόγερε, του λέει, που πάς. Πάω στο γέροντά μου.
- Πώς σε λένε;
- Γεώργιο.
- Πόσα χρόνια έχεις εδώ;
Λέει «πέντε – έξι».
- Και τι δουλειά κάνεις; Τι διακόνημα έχεις;
- Φτιάχνουμε σφραγίδια.
Με τον διάλογο, αδειάζει το καλάθι και το νερό φεύγει από κάτω ολόκληρο. Έπιασε την αργολογία, άφησε την ευχή. Πήγε στο γέροντά του με άδειο το καλάθι.
- Τι συμβαίνει παιδί μου; Γιατί μου φέρνεις το καλάθι άδειο;
- Γέροντα έτσι και έτσι.
- Αααα. Άφησες την ευχή παιδί μου. Και έπιασες διάλογο και διάλογο με αυτόν που φαινόταν σαν καλόγερος αλλά δεν ήταν καλόγερος, αλλά ήταν ο διάβολος. Εάν δεν του μιλούσες, το καλάθι θα ήταν γεμάτο νερό. Τώρα όμως που μίλησες και άφησες την ευχή, έφυγε το νερό. Βλέπεις λοιπόν, όταν έλεγες και όσο έλεγες την ευχή το καλάθι κρατούσε το νερό. Όταν τη σταμάτησες και άρχισες την αργολογία σου, έφυγε το νερό. Η προσευχή, το κομποσκοίνι με το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", η ελεημοσύνη, η πνευματική, διότι το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" είναι πνευματική ελεημοσύνη, νικά το έλεος του Θεού. Καμιά αμαρτία δεν είναι μεγαλύτερη απ’ αυτό το έλεος του Θεού. Το έλεος του Θεού είναι μεγάλο. Ο Γέρων Ιωσήφ, ο όσιος, μας είχε πει ότι όχι μόνον με τη Θεία Λειτουργία, αλλά και με το κομποσχοίνι, με τη λεγομένη νοερά προσευχή, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", βγάζεις ψυχές απ’ την Κόλαση και τις βάζεις στον Παράδεισο. Προσευχότανε ο γέροντας Ιωσήφ αρκετόν καιρό, και στο τέλος, όπως μας είπε, είδε όραμα που η ψυχή του είπε «Μεγάλη μου η μέρα σήμερα, πηγαίνω στο καινούργιο μου σπίτι, και αυτό το οφείλω σε σένα». Έτσι λοιπόν πληροφορήθηκε ότι σώθηκε η ψυχή.

Γι’ αυτήν λοιπόν την αξία της ευχής, της προσευχής, κάνουμε σήμερα μια δεύτερη ομιλία, θα ακολουθήσει οπωσδήποτε και μια τρίτη.

Κάποιος χριστιανός, αδελφοί μου, πρίν από χρόνια, κατά την διάρκειαν της Θείας Λειτουργίας, εδώ, στο ναό, με τα νοερά μάτια της ψυχής του, δε λέμε αν είναι γυναίκα ή άνδρας, λέμε, «χριστιανός», εν εκστάσει και θεωρεία πνευματική, είδε όραμα φοβερόν και εξαίσιον. Όχι με τις αισθήσεις του τις σωματικές, γιατί αυτό μπορεί να αποτελέσει και πλάνη, τι είδε, είδε λοιπόν εν εκστάσει τον αέρα που σκεπάζει τα Τίμια Δώρα, και τον κινεί ο λειτουργός ιερεύς πάνω απ’ αυτά όταν λέγεται το Σύμβολον της Πίστεως, όπως θα έχετε διαπιστώσει όσοι είστε στο κέντρον, το βλέπετε αυτό ότι κινούμε τον αέρα κατ’ αυτόν τον τρόπον, αν είμαστε δύο τρείς τον κρατάμε δεξιά και αριστερά, πάνω από τα Τιμια Δώρα.
Αντί λοιπόν να κρατάει ο ιερεύς τον αέρα, είδε αγγελικά χέρια πολλά, πάρα πολλά, χιλιάδες τα είπε, δεν νομίζω να ήταν χιλιάδες, πολλά, να τον κινούν ρυθμικά, μέχρι το «Αναστάντα την τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς». Και των μυριάδων εκείνων αγγέλων και αρχαγγέλων τα χέρια, άρχισαν να διπλώνουν τον αέρα, αέρας λέγεται αυτός, με ιεροπρέπεια και ευλάβεια πολλή. Είναι αυτό που βάζουμε στην πλάτη όταν κάνουμε την Μεγάλη Είσοδο.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο του Συμβόλου της Πίστεως, με το κίνημα του αέρος, συμβολικά μας φανερώνεται ο σεισμός που έγινε στην Ανάσταση του Κυρίου μας, «ιδού σεισμός μέγας, άγγελος γαρ Κυρίου καταβάς εξ ουρανού, προσελθών, απεκύλισε τον λίθον από της θύρας του μνημείου». Αυτό είναι από το εικοστόν όγδοον κεφάλαιον του Ματθαίου. Έτσι λοιπόν, κατά το δίπλωμα εκείνο του ιερού μανδηλίου, είδε αόρατο λίθο να αποκυλίεται εκ της θύρας του μνημείου, από το κενό μνημείο και να ανίσταται ο Κύριος, ενώ τα στόματα των αοράτων εκατομμυρίων αγγελικών τάξεων, ηκούοντο να ψάλλουν το «Κύριε ελέησον», «Κύριε ελέησον», «Κύριε ελέησον».

Είναι όντως φοβερό αυτό που έγινε, αλλά μας δίνει μια αφορμή, θα έλεγα, χριστιανοί μου, για το πόσο συχνά πυκνά και μείς κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, πρέπει να λέμε το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", και όχι όπως μερικές, ιδίως από σας να επαναλαμβάνετε τα λόγια του ιερέως, αυτό να ξέρετε είναι αμαρτία. Θα λέτε από μέσα σας "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
«Ελέησε την αδελφή μου, ελέησε τη Μαρία που είναι έγκυος, ελέησε αυτό το παιδάκι που έχει όγκο στο κεφαλάκι του, ελέησε την κυρά Δέσποινα που έχει καρκίνο …» και ούτω κάθε εξής.
«Ελέησε το σύντροφο της ζωής μου, ελέησε τα παιδιά μου…»
Πόσα μπορούμε να πούμε.. Πόσα μπορούμε ..
«Κύριε ελέησον», λοιπόν, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" κατά την διάρκειαν της Θείας Λειτουργίας.

Οι πέντε αυτές λεξούλες "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" μέρος της λεγομένης νοεράς προσευχής για την οποίαν βέβαια θα γίνει και μικρός λόγος, όταν ο Θεός θα μας δώσει καιρό και υγεία. Και πιστεύω ότι θα δοθούν κάποια βασικά στοιχεία για τη νοερά αυτή άθληση, διότι είναι άθλησις, είναι κόπος. Και μάλιστα κόπος έμπονος. Θα βασιστούμε βέβαια στις εμπειρίες των Αγίων γεροντάδων οδηγών Αγιορειτών Πατέρων και ασφαλώς στη θεοφώτιστη και την κεχαριτωμένη διδασκαλία του αειμνήστου και οσίου για μένα γέροντος Ιωσήφ του Σπηλαιώτου, που είναι παππούς μου, προπάππους για σας, και που είναι όντως άγιος, επαναλαμβάνω. Θα ακουστούν τόσα όσα μπορούμε να κατανοήσουμε και να καταλάβουμε.
Πάντα οι ζωηφόροι λόγοι περί της νοεράς και καρδιακής προσευχής δεν ακούγονται εύκολα. Πολλοί τα κοροϊδεύουν, άλλοι τα ειρωνεύονται, άλλοι τα απορρίπτουν, άλλοι λέγουν ότι είναι πλάνη. Και αυτό δεν ακούγονται με ευκολία, όχι γιατί δεν έχουν μόνον δοκιμάσει τι είναι η νοερά λεγομένη νοερά λεγομένη προσευχή, αλλά γιατί δεν έχουν αυτιά, για να θέλουν να ακούσουν. Αλλά εάν υπάρχουν αυτιά για να ακούσουν πρέπει μετά την ακοή, όσα θα ακουστούν, να γίνουν αυτά πράξις και βίωμα. Ζωή μέσα μας. Γι’ αυτό απαιτείται πολύ κόπος. Αρχίζοντας από την τήρηση των εντολών, και την καλλιέργεια των αρετών με πολύ πολύ ζήλο πνευματικό. Διότι τα αγαθά της νοεράς προσευχής, της ευχούλας "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", κόποις κτώνται.

Ο εν Χριστώ Ιησού σκληρότατος αυτός κόπος, και η ματωμένη άσκησις, συντελεί τα μέγιστα, στην κάθαρση του όλου ανθρώπου. Η τήρησις των εντολών, η καλλιέργεια των αρετών, η συμμετοχή μας όταν το επιτρέπει ο πνευματικός και η εκκλησία στα Πανάγια Μυστήρια, και ειδικότερα στη Θεία Κοινωνία, η φυλακή των αισθήσεων, η εγκράτεια στη γλώσσα μας, το ταπεινό φρόνημα, και η ειρήνη και η σιωπή στους λογισμούς συντελούν όλα μαζί στην κάθαρση από τα πάθη, με τη βοήθεια πάντοτε της Θείας Χάριτος, που έλκεται η Θεία Χάρις από την ευχούλα "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Η κάθαρσις συντελεί τα μέγιστα σ’ αυτή την άθληση της προσευχής, αλλά και η προσευχή σε όλες τις βαθμίδες της βοηθά πολύ στην κάθαρση του αγωνιζομένου χριστιανού. Δεν μπορεί να νοηθεί καθαρά προσευχή, και προπάντως δε η νοερά και καρδιακή, εάν δεν συνταυτίζεται με την εσωτερική καθαρότητα που επιδιώκουμε και την οποίαν θέλει και ο Θεός. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται», που όψονται, που Τον βλέπουν Αυτόν. Τον Θεό πού Τον βλέπουμε; Όχι μόνον στην δημιουργία, αλλά κυρίως μέσα στην καρδιά. Και γιατί στην καρδιά; Μα εκεί είναι η Βασιλεία των Ουρανών. Η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί, βεβαιώνει ο Ευαγγελικός λόγος, και συμπληρώνει: «Εάν τις αγαπά με», εάν τις αγαπά Με, Με αγαπά, τον λόγον μου τηρήσει. Θα εφαρμόσει τον λόγον μου. Θα εφαρμόσει τις εντολές μου. Και ο Πατήρ μου αγαπήσει αυτόν. Και ο Θεός Πατέρας αγαπά τον προσευχόμενον απλανώς, και τότε προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσωμεν. Τότε κατεβαίνουμε, μαζί… Πώς; Αυτό για μας είναι άπιαστο από τα λογικά μυαλά μας, και κει μέσα στην καρδιά θα πραγματοποιηθούν Θεοφάνεια, διότι λέει «θα εμφανίσω αυτώ εμαυτόν». Θα κάνω την εμφάνισή μου εγώ ως Θεός, μέσα στην καρδιά του.
Όταν λοιπόν ο Ορθόδοξος Χριστιανός είναι μακριά
από τα σαρκικά φρονήματα και τις πτώσεις,
μακριά απ’ την ακηδία, τη σκληροκαρδία, την οργή και τον θυμό,
μακριά απ’ τον εγωισμό, την υπερηφάνεια, την κενοδοξία,
μακριά απ’ την πλεονεξία,
μακριά από το ψεύδος, γιατί το ψεματάκι το έχουμε ψωμοτύρι, τι ψωμοτύρι λέγω, για ψύλλου πήδημα λέμε ψέματα.
Από το κουτσομπολιό και την κατάκριση, θα τα εξομολογηθείτε όσοι και όσες αυτές τις ημέρες, που γίνεται κάποιος θόρυβος, έχετε πέσει σε κατάκριση. Οι αληθινοί χριστιανοί δεν σκανδαλίζονται. Σκανδαλίζονται οι χλιαροί. Οι ολιγόπιστοι. Οι αμφιβάλλοντες. Όλοι οι άλλοι κάνουμε προσευχή και παρακαλούμε τον Θεό να μας δώσει μετάνοια γιατί πρώτα εμείς τη χρειαζόμαστε αυτήν.
Όταν λοιπόν είμεθα μακριά από τη γκρίνια και τα καθημερινά νεύρα,
και τέλος μακρυά – για τους άνδρες – τις βλασφημίες των θείων, τις κατάρες και τα διαβολοστέλματα,
τότε με ευκολία οδηγείται ο χριστιανός στην κάθαρση και στην ολοκληρωμένη ψυχοσωματική καθαρότητα εν Αγίω Πνεύματι.

Τα μέσα τα πνευματικά που αναφέραμε, μυστήρια δηλαδή, τήρηση των εντολών, αρετές, αυτά, μαζί με την προσευχή, την προφορική και την εσωτερική, διατηρούν και μονιμοποιούν μέσα μας το πνεύμα της μετανοίας, όσα και αν είναι τα λάθη που ως άνθρωποι κάνουμε κάθε μέρα. Ποιος δεν κάνει λάθη. Μια μέρα η ζωή μας επί της γης, θάναι και αυτή μεστή αμαρτιών. Διότι ο λογισμός μας, η σκέψη μας δηλαδή είναι αυτή η οποία διαπράττει τα περισσότερα των αμαρτημάτων. Η μετάνοια πιέζει το χριστιανό, μετάνοια λέμε, όχι μεταμέλεια, δεν πάμε να πούμε στον πνευματικό, «ξέρεις, έκλεψα, άνθρωπος είμαι, τι να κάνουμε, λέμε και κανένα ψεματάκι, πότε πότε κοροϊδεύουμε, και δεν ξέρω τι άλλο λέμε, και αυτό είναι φυσικό, και το άλλο είναι έτσι, και το άλλο είναι αλλιώς, και να τα λέμε και χαμογελώντας. Αυτό δεν είναι μετάνοια. Αυτό είναι κοροϊδία. Δεν κάνουμε στο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως απαρίθμηση των αμαρτιών και των πτώσεων. Μετανοούμε ειλικρινά. Και όταν λέμε μετανοούμε ειλικρινά, δεν θα έχουμε την ντροπή μπροστά στον πνευματικό, αλλά να ντρεπόμαστε επειδή λυπήσαμε τον Θεόν. Αυτή είναι η αληθινή μετάνοια. Διαφορετικά δημιουργείται μία δυσκαμψία, θάλεγα στην ψυχή, και ένας πόνος για τον Θεόν, και μας ανοίγεται μια μεγάλη πληγή, η οποία διαρκώς αιμορραγεί. Άρα απαιτούνται δάκρυα, της συντριβής τα δάκρυα, μπορεί να μην τάχουμε στην Ιερά Εξομολόγηση και να τάχουμε στην προσευχή μας κατ’ ιδίαν, και αυτό είναι καλό διότι τα δάκρυα είναι η θεραπεία, της μεγάλης αυτής πληγής που λέγεται αμαρτία, την οποίαν βέβαια όσο μας είναι δυνατόν να την αποστρεφόμεθα, και εκεί επιτρέπεται το μίσος.
Όταν πολεμείται ο εν μετανοία αγωνιζόμενος χριστιανός, αντιπαλεύει. Αντιμάχεται τις προσβολές που δέχεται από το διάβολο. Όταν δέρνεται αντιτάσσεται και όταν προσβάλλεται δια των σκέψεων και των λογισμών, αντιστέκεται κυρίως με το έργον της ευχής, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Όταν πολιορκείται από τις φάλαγγες των δαιμόνων με οποιοδήποτε τρόπο, ειδικότερα όταν βομβαρδίζεται μανιακώς μέσα του, εσωτερικά, και ταράσσεται για τον άλφα ή τον βήτα λόγο, θα φωνάζει συνεχώς "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Και ο Θεός που είναι πύρ καταναλίσκον, θα διαλύσει τις φάλαγγες των δαιμόνων και τους αχυρώδεις λογισμούς.

Γενικά ο χριστιανός πρέπει να αγωνίζεται και να στέκεται όρθιος. Και στέκεται όρθιος και ασφαλίζεται από την θεϊκή προστασία όταν επικαλούμεθα συνεχώς το όνομά Του. Παρά τους κάποιους πειρασμούς και δυνατούς πόνους, η Θεία Χάρις έρχεται να προσθέσει στη συνέχεια και παράκληση και χαρά, και το κατά Θεόν πένθος. Προσφέρει αγαλλίαση. Γλυκύτητα στο Θείο Λόγο. Όταν βέβαια ο χριστιανός μελετά και κάθε μέρα την Καινή Διαθήκη.
Σας ζήτησα επανειλημμένες φορές να μελετάτε ένα κεφάλαιο της Καινής Διαθήκης κάθε μέρα. Όταν δεν καταλαβαίνετε ένα στίχο να πηγαίνετε δίπλα στην ερμηνεία, αν και δεν χρειάζεται. Διότι μέσα απ’ αυτόν τον λόγον σας ομιλεί ο ίδιος ο Θεός. Κάποτε θα καταλάβετε.
Ακολουθούν και άλλα βέβαια στάδια πνευματικά, αλλά μας μένει η προσευχή, μελέτη του θείου λόγου, η Θεία Λειτουργία, η Θεία Λατρεία, η Ιερά Εξομολόγησις και όσα άλλα είπαμε. Για τα άλλα στάδια θα ομιλήσουμε αργότερα.

Στην αρχή βοηθάει πολύ η προφορική προσευχή, με την οποία μιλήσαμε στο περασμένο κήρυγμα, και θα συνεχίσουμε.
Η προσευχή της γλώσσης. Η προσευχή των χειλέων.
Που λέγεται ψιθυριστά ή φωναχτά, ακολουθεί κατόπιν, ύστερα θα ακολουθήσει βέβαια η προσευχή του νου.

Ρώτησαν κάποτε έναν αγιασμένο γέροντα, να τους πει με δυο τρείς σύντομες προτάσεις κάποιους κανόνες σωτηρίας. Σωτηρίας της Ορθοδόξου ζωής μας, που θα μπορέσουν με ασφάλεια να βάλουν την ψυχή στα χέρια του Παναγίου Θεού. Και κείνος είπε:
«Πρώτος κανόνας, προσευχή,
Δεύτερος κανόνας, προσευχή,
Τρίτος κανόνας, προσευχή».
Εάν αυτούς τους κανόνες τους θεωρήσουμε υπό μορφή βαθμίδων, θα πούμε,
Ο πρώτος κανόνας αναφέρεται στην προφορική προσευχή.
Ο δεύτερος κανόνας στην προσευχή του νοός. Την παίρνει ο νούς την προσευχή και την λέγει. Αν φανταστούμε ένα χταπόδι που αρπάζει το θύμα του και το κλείνει στα πλοκάμια του, έτσι λοιπόν με τέτοια πνευματικά πλοκάμια ο νούς, φράπ, αρπάζει το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού, και το κλείνει μέσα του, και η ευχή λέγεται πλέον από το νου αβίαστα.
Και ο τρίτος κανόνας αναφέρεται στην τελειωτική και αγιαστική προσευχή η ποία και ονομάζεται καρδιακή. Τότε η ευχή στον αγιασμένο χώρο της καρδιάς λέγεται μόνη της, μέσα από το βάθος της καρδιάς. Βέβαια μπορούμε να πούμε την ευχή και με όλη μας την καρδιά. Και έτσι πρέπει να την λέμε, με όλη μας την καρδιά. Αλλά μας πυρπολεί όμως τότε η αγάπη του Θεού, που λέει αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου, εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της διανοίας σου, και εξ όλης της ισχύος σου, και εξ όλης της καρδίας σου. Αλλά διαφέρει αυτό από το «από». Την λέγει τρόπο τινά την ευχή η ίδια η καρδιά. Ακούγεται από δω, απ’ το μέρος της καρδιάς, να λέγεται η ευχή, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", ενώ εμείς δεν την λέμε. Ούτε με το νου, ούτε με το στόμα. Ούτε ψιθυριστά, ούτε φωναχτά. Έτσι λοιπόν υπάρχει κάποια διαφορά από το «με» την καρδιά, και η διαφορά, άλλο «από» την καρδιά.
Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης καρδίας. Αυτό σημαίνει να αγαπάς τον Θεόν με όλη σου την καρδιά. Ανταπόκρισις τώρα του Θεού στην καρδιά. Να λέει η καρδιά το όνομα του Ιησού. Πώς είναι δυνατόν αυτό; Είναι!
Η καρδιά είναι κέντρον φυσικόν, είναι κέντρον παραφυσικόν, αλλά είναι και κέντρον υπερφυσικόν. Έδρα του Θεού είναι η καρδιά. Έδρα της Θείας Χάριτος είναι η καρδιά μετά το Άγιον Βάπτισμα, και το Άγιον Χρίσμα. Οι τρείς βαθμίδες αυτές, θα μπορούσαμε να τις παραλληλίσουμε με τις βαθμίδες εκπαιδεύσεως που παρουσιάζουν μια προοδευτικότητα.
Η πρώτη βαθμίδα αναφέρεται στη μάθηση που παίρνει ένας μαθητής όταν βρίσκεται στο Δημοτικό Σχολείο.
Η δεύτερη όταν βρίσκεται Γυμνάσιο και Λύκειο και
η τρίτη πλέον όταν είναι φοιτητής μιας Πανεπιστημιακής Σχολής.
Αλλά και στο Δημοτικό Σχολείο υπάρχει όμως μία προοδευτικότητα. Άλλα μαθαίνει στην Πρώτη τάξη, άλλα στη Δευτέρα, άλλα στην Τρίτη κ.ο.κ. Το ίδιο συμβαίνει και με τις Γυμνασιακές Σπουδές. Αλλά διαρκώς, δηλαδή, αυτές οι σπουδές, ως προς τη μάθηση και τη γνώση αυξάνονται από την Πρώτη στη Δευτέρα, από την Δευτέρα στην Τρίτη και κατόπιν στο Λύκειο και ούτω κάθε εξής. Και εδώ λοιπόν βλέπουμε ότι υπάρχει μια ανάλογη προοδευτικότητα.
Κατόπιν ερχόμεθα στα φοιτητικά χρόνια μέχρι που κάποιος να πάρει το Πανεπιστημιακό Δίπλωμα, που όμως και αυτό δεν είναι αρκετό. Υπάρχει μια συνεχής πρόοδος ενός επιστήμονος, και όσο γηράσκει τόσο και αεί διδάσκεται. Αυτά λοιπόν ας τα αντιπαραβάλλουμε με τον χρόνο και τον τρόπον με τον οποίον θα πρέπει σιγά σιγά ως χριστιανοί που ζούμε μέσα στον κόσμο για να λέμε την ευχούλα. Βασικό στοιχείο, προηγείται πάντοτε η κάθαρσις, εκ των παθών όμως. Όχι η κάθαρσις εκ των ανθρώπων. Η κάθαρσις εκ των παθών.
Και όταν καθαριζόμεθα από τα πάθη, δηλαδή τα συστέλουμε σιγά σιγά, όσο μπορούμε, αυτό καλλιεργεί το πνεύμα της μετανοίας.

Στο βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού», που το συνιστώ να το διαβάσετε όλοι σας, ιδίως το πρώτο μέρος, γίνεται αναφορά κατά πρώτον λόγον στην προφορική ευχή η οποία πρέπει να λέγεται συνεχώς. "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", όπου και αν βρισκόμαστε, ό,τι και αν κάνουμε, χωρίς να διασπάται η προσοχή μας από μια συγκεκριμένη εργασία που τυχόν κάνουμε.
Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που εδίδαξε και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος συστηματοποίησε τη νοερά αυτή εργασία και άθληση, προσφέροντάς την σε διδασκαλία μεστωμένη και τμηματική. Η προτροπή λοιπόν είναι να μάθουν πρώτα όλοι οι ιερείς, να εργάζονται αυτή την νοερά εργασία, αρχίζοντας από την προφορική και αργότερα να την προσφέρουν στο ποίμνιό τους, και ειδικότερα στα παιδιά, όπως ακριβώς το συνιστούσε και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Η διδασκαλία της νοεράς προσευχής να αρχίζει απ’ τα σχολεία. Για τις ημέρες μας όμως αυτό θα μπορούσα να πω ότι είναι χίμαιρα και εξωφρενικό. Ποιος διδάσκαλος τώρα τολμάει να μιλήσει στα παιδιά για την ευχή, - κάποιος το τολμούσε πριν από 12 χρόνια εδώ στο διπλανό μας σχολείο στο Δημοτικό, και έλεγε για ένα λεπτό θα λέτε όλοι μαζί "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Το έλεγαν και λέτε ύστερα ότι κατέβαινε ένα σύννεφο Θείας Χάριτος και όλα τα παιδιά ήταν ήσυχα. Πούντα αυτά όμως;

Από τις «Περιπέτειες του Προσκυνητού» βλέπουμε ότι ο πόθος του προσκυνητού ήταν να εφαρμόσει το θεόπνευστο ρήμα του Αποστόλου Παύλου της Αγίας Γραφής, που λέγει «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Αυτό ακριβώς το παράγγελμα είναι που ανάβει και τον θεϊκό ζήλο. Η λαχτάρα του γι’ αυτό τον κάνει να ερωτά, να πηγαίνει πότε από δω και πότε από κει, και να παρακαλεί τον Θεό να του στείλει διδάσκαλο ικανό και απλανή.
Γιατί η προσευχή, όπως αναφέρεται στο βιβλίο, διαπιστώνει κανένας ότι ο διδάσκαλος είναι απαραίτητος. Δεν μπορεί να προχωρήσει κανείς.
Αυτό το είδος της προσευχής που ονομάζεται νοερά και καρδιακή, θα φέρει λαμπρά αποτελέσματα, αν διδαχτούμε τον τρόπον με τον οποίον γίνεται. Γι’ αυτό και το πρωί και το βράδυ, όποτε μπορούμε, γονατιστοί είτε όρθιοι, μπροστά στην εικόνα του Κυρίου να λέμε: «Κύριε δίδαξον ημάς πώς δεί προσεύχεσθε». Αυτό αναφέρεται μέσα στον Ευαγγελιστή Λουκά. Να διδαχτούμε λοιπόν αυτή την προσευχή των Αγίων Πατέρων, ιδίως δε των φιλοκαλικών Πατέρων, και ο Κύριος με κάποιον πιστό Του δούλο, αγαθού και απλανούς, θα μας διδάξει τον τρόπον ώστε να μπορέσουμε και μείς ανά πάσα στιγμή, να ανοίγουμε και να εκχέουμε την καρδιά μας επικοινωνούντες μετά του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Θα κάμω αυτή την διδασκαλία, αλλά εκ μέρους του γέροντός μου, την οποίαν και θα επαναλάβουμε, για να διδαχτώ πρώτος εγώ, να εφαρμόσω πρώτος εγώ, και εν συνεχεία με τη σειρά σας και εσείς. Τίποτα γλυκύτερο και ωραιότερο και ωφελιμότερο δεν υπάρχει από το να επαναλαμβάνουμε συνεχώς το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".

Και ο προσκυνητής διηγείται τα εξής: «Ο πνευματικός οδηγός μου με άφησε να φύγω, δίδοντάς μου την ευλογία του και λέγοντάς μου ότι κατά το διάστημα που θα έκανα εξάσκηση για αυτήν την προσευχή, έπρεπε να τον επισκέπτομαι συχνά και να του λέγω με λεπτομέρεια κάθε απορία και δυσκολία που θα συναντούσα, επειδή η εσωτερική προσευχή δεν μπορεί να προχωρήσει καλά και με επιτυχία χωρίς τις συμβουλές του ειδικού πνευματικού. Βέβαια στην αρχή τα πράγματα πήγαν καλά, μα έπειτα η προσπάθεια με κούραζε πολύ. Αισθανόμουνα οκνηρία, βαριόμουνα, είχα στεναχώρια, με κυρίευε η νύστα, κοιμόμουνα ακόμα και όρθιος, και άσε που ήταν σύννεφα οι σκέψεις και οι λογισμοί όλων των ειδών που με βομβαρδίζανε. Επήγα με θλίψη στον οδηγό μου να εξομολογηθώ την κατάστασή μου. Παιδί μου, μου είπε, ήρθε πάνω σου η επίθεσις των σκοτεινών δαιμόνων. Επειδή ο κόσμος εκείνος, τίποτα άλλο δεν έχει χειρότερο από την δική μας εγκάρδια προσευχή. Ο κόσμος του σκότους των δαιμόνων, προσπαθεί με κάθε τρόπο να σε εμποδίσει και να σε απομακρύνει από το να λες την ευχή, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Σ’ όποιον το πείτε θα σας κοροϊδέψει ότι κάνετε αυτό το πράγμα. Αλλά να το κάνετε και την ωφέλεια θα την δείτε στην πορεία της ζωής σας. Ουδέποτε βέβαια ο Θεός επιτρέπει πειρασμό για τον άνθρωπο που να είναι μεγαλύτερος απ’ αυτόν που μπορεί να σηκώσει. Φαίνεται πως πρέπει η ταπείνωσίς σου να δοκιμαστεί ακόμα, του είπε ο γέροντάς του στον προσκυνητή, γιατί παρά τον περίσσιο σου ζήλο και προθυμία, ίσως είναι πολύ νωρίς να πλησιάσεις κάπως βαθύτερα στο χώρο της καρδιάς. Υπάρχει φόβος να πέσεις σε πνευματικό χάος.
Αυτά όλα που σας είπα τα λίγα, είναι από τις «Περιπέτειες ενός προσκυνητού», σελίδα 18.
Η ακατάπαυστη λοιπόν εσωτερική αυτή προσευχή του Χριστού, που πρέπει να τη λέμε διαρκώς με τα χείλη, ψιθυριστά ή φωναχτά ή από μέσα μας, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", να είστε υπερβέβαιοι αυτό που είπα προηγουμένως. Κάποτε ο νους θα ανοίξει το στόμα του, θα αρπάξει την ευχή που τη λέμε με τα χείλη και με τη γλώσσα, και θα τη λέει αβίαστα εκείνος.
Και όσο θα κυλά ο χρόνος τόσο και περισσότερο θα αισθάνεται νοερά ο προσευχόμενος χριστιανός, την παρουσία της Θείας Χάριτος μέσα του. Να τον μεταμορφώνει. Δε σχηματίζουμε την ευχή, ούτε την γράφουμε με λέξεις αλλά βιώνουμε την ευχή, ζούμε την αίσθηση της Θείας Χάριτος. Μπορούμε λοιπόν σε κάθε ασχολία αλλά και σε κάθε στιγμή της ζωής μας, όποια και αν είναι εκείνη τη στιγμή που κάνετε εργασία, προκειμένου να γκρινιάζετε ή να μουρμουρίζετε ή να λέτε οτιδήποτε άλλο, λέτε "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", ώστε να εφαρμόζετε το χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης που λέγει στο Άσμα Ασμάτων, εγώ καθεύδω και η καρδία μου αγρυπνεί. Εγώ μπορεί να κοιμάμαι αλλά η καρδιά μου αγρυπνεί και λέγει "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".

Στο βιβλίο «Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας», του Οσίου Γέροντος Ιωσήφ, γράφονται τα εξής: Η πράξις αυτή, το να λέγεις την ευχούλα, είναι να βιάσεις τον εαυτό σου, να τον πιέσεις τον εαυτό σου, να πονέσεις λιγάκι, να πονέσει και λίγο και ο τράχηλος και οι ώμοι και το κεφάλι, για να λες διαρκώς με το στόμα την προσευχή, αδιαλείπτως. Στην αρχή γρήγορα, για να μη προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμούς μετεωρισμών. Να προσέχεις μονάχα στα λόγια, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Γι’ αυτό οι δυο πρώτες επιστολές από το βιβλίο αυτό απευθύνονται σε κοσμικό, τον οποίον είχα την ευλογία να γνωρίσω, και ο οποίος είχε την καρδιακή προσευχή όντας μέσα στον κόσμο με οικογένεια και παιδιά. Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέγει και γλυκαίνεσαι. Σα να έχεις μέλι στο στόμα σου, σα να έχεις μια καραμέλα. Ο πολυκαιρισμός λοιπόν της προσευχής, ευχής, συντελεί στο να την συνηθίσει εύκολα να τη λέγει ο νους με τον ενδιάθετο λόγο. Όταν λοιπόν το συνηθίσει ο νούς και το χορτάσει, από κει και κάτω θα πάει και προς την καρδιά.
Ο γέρων Ιωσήφ μας λέγει ότι στην αρχή μερικές φορές να λέγει κάποιος την ευχή, και να παίρνει μια αναπνοή. Κατόπιν να συνηθίσει να στέκει ο νους στην καρδιά, λέγει σε κάθε αναπνοήν μια ευχή. «Κύριε Ιησού Χριστέ» εμβαίνει η αναπνοή, «ελέησόν με» και βγαίνει. Αλλά αυτό μπορεί να το τροποποιήσει κανένας και να την λέγει όπως μπορεί, δεν χρειάζεται αυτός ο τρόπος ακόμα, αλλά αυτό που είπαμε την περασμένη φορά, είτε με το κομποσχοίνι στο χεράκι είτε χωρίς αυτό να λέμε διαρκώς την ευχή, και αυτό θα γίνεται μέχρις ότου μας επισκιάσει η χάρις του Αγίου Θεού και αρχίσει αυτή να ενεργεί μέσα στην ψυχήν. Μετά από κει γνωρίζουμε πράγματα που δεν μπορεί να τα συλλάβει το μυαλό μας.

Παντού λέγεται η προσευχή. Καθήμενος στο κρεβάτι και περπατώντας και τρώγωντας, και εργαζόμενος. Και τινάζοντας τις κουβέρτες και μαγειρεύοντας. Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε. Όχι μόνον όταν πλαγιάζεις, αλλά και ακόμα και τότε, μέχρι που να σε πάρει ο ύπνος μπορείς να λες "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Θέλει αγώνα, πότε όρθιος, πότε καθήμενος. Όταν κουράζεσαι κάθεσαι. Ξεκουράζεσαι λίγο, πάλι όρθιος. "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Αυτά λέγονται πράξις. Μερικοί εγείρονται και τη νύχτα και κάνουν μισή ώρα προσευχούλα. Άλλος μία ώρα, όσο μπορεί ο καθένας. Άλλος δέκα λεπτά, και κατόπιν ξανακοιμάται. Αλλά ταυτόχρονα όμως, να συμπαθείς όποιος είναι άρρωστος και ανήμπορος. Τον ορφανό να τον προστατεύεις. Τον πάσχοντα να ελεείς. Αγαπώντας τον πλησίον, σε αγαπά και ο Θεός, και τότε συ Τον αγαπάς, από την αγάπη που Εκείνος σου έδωσε. Εκείνος πρώτα αγαπά και εκχέει τη Χάρη Του, και μείς τα ίδια εκ των ιδίων, «τα σά εκ των σών» αποδίδουμε.

«Μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον», τονίζει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.
Και ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι μη εξαιτίας των βιωτικών μερίμνων αφήνουμε την προσευχούλα.
Όταν λέμε την προσευχή δεν φανταζόμαστε τίποτα. Ο νους λέμε πρέπει να είναι αφάνταστος, χωρίς φαντασίες. Ανίδεος, χωρίς ιδέες. Ανεικόνιστος, χωρίς εικόνες. Ούτε του Χριστού, ούτε της Παναγίας, ούτε των Αγίων, τίποτα. Το μυαλό μας σκέτο και άδειο. Στην αρχή υπάρχει ένα σκοτάδι. Μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι του νοός θα λέμε την ευχή, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Η ευχή θα αρχίσει να ενεργεί ως αύρα λεπτή μέσα στη διάνοιά μας και στην καρδιά μας. Και τότε έρχεται η κατάνυξις. Η κατάνυξις θα φέρει τα δάκρυα και τα δάκρυα θα φέρει τον κλαυθμόν.

Κάποιος τουρίστας στην Ουγκάντα, σας το είχα ξαναπεί αυτό, και τόχαμε αναφέρει και είναι και γραμμένο, συνήντησε έξω από μια αχυρένια καλύβα έναν Αφρικανό που κρατούσε στο δεξί του χέρι μια Καινή Διαθήκη, μεταφρασμένη στην διάλεκτο Σουαχίλι από τον αείμνηστο πατέρα Χρυσόστομο Παπασαραντόπουλο, και με το αριστερό του ένα κομποσχοίνι.
- Τι κάνεις αυτού πέρα, τον ρώτησε ο τουρίστας.
- Τι να κάνω, του λέει. Να, λέω το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" και διαβάζω τον λόγον του Θεού, απάντησε ο ιθαγενής.
- Ά, καημένε, του λέει, εμείς τώρα αυτά τάχουμε ξεπερασμένα, έχουμε πάει στ’ άστρα. Έχουμε πάει στο φεγγάρι και συ ασχολείσαι με αυτά;
- Δεν ξέρω τι κάνετε εσείς, λέει, οι πολιτισμένοι, εκεί στη Γαλλία, και στα άλλα μέρη του κόσμου, εγώ ένα πράγμα ξέρω. Εάν δεν ήταν αυτά τα δυο, εγώ θα ήμουνα τώρα άγριος και σένα θα σε είχα φάει, και θα κρεμούσα το γυμνό σου το κρανίο τρόπαιο στην καλύβα μου.
Κόκκαλο ο τουρίστας.

Ας προσέξουμε γιατί αυτά προσφέρει και στην ορθόδοξη η Ελλάδα μας ο τουρισμός και δυστυχώς ο Δυτικός πολιτισμός, με όλα τα δεινά που έφερε στην πατρίδα μας, και τα οποία μέρα με την ημέρα χειροτερεύουν και ο κατήφορος θα είναι μεγάλος. Γι’ αυτό πρέπει να κάνουμε πολλή προσευχή, χάριν των παιδιών μας. Διότι αυτά θα αντιμετωπίσουν τα πολλά δεινά, που έρχονται στην πατρίδα μας ως θύελλα. Τι να πει κανείς; Τι να μιλήσω τώρα, αντί να μιλήσω για…

Πρίν από χρόνια ένας αγωνιζόμενος πιστός χριστιανός, που καλλιεργούσε την ευχή όπως την διδάχτηκε, από τον γέροντά του, από τον πατέρα Εφραίμ τον Φιλοθεΐτη, ταξίδευε με λεωφορείο από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη. Σε μια εικοσάλεπτη στάση του λεωφορείου εκεί στο Λεβέντη, κατέβηκε και κάθισε στη ρίζα ενός παρακειμένου δένδρου με πολλή σκιά, και συνέχισε να λέγει νοερά από μέσα του την ευχούλα, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Άλλωστε αυτήν την πνευματική αδολεσχία, την έλεγε συνεχώς σε όλο του το ταξίδι. Ξαφνικά και χωρίς καμιά προειδοποίηση κατέβηκε και εισήλθε ο νους μαζί με την ευχή στην καρδιά του με πλήρη την νοερά ενέργεια της ευχής. Και τότε ήλθε σε έκσταση. Ήταν σα να χάθηκε. Όταν ο προσευχόμενος νους εισέρχεται εν Αγίω Πνεύματι στο βάθος της καρδιάς, αλλοιώνει νοερά αλλά με ιεροπρέπεια, το επαναλαμβάνω, με ιεροπρέπεια, όλον τον ψυχοσωματικό άνθρωπο. Οι αισθήσεις μεταπλάθονται πνευματικά, οι σκέψεις απαλείφονται και σιγούν, το σώμα αγγελοποιείται, και όλες οι λειτουργίες του σώματος ουρανοποιούνται. Έτσι και σ’ αυτόν τον χριστιανό που περιήλθε στην έκσταση, φώς ωραιότατον αλλά πάλλευκον, και άλλοτε λευκογάλαζον και ασυγκρίτως καθαρότερο και λαμπρότερο, απ’ το φως μιας ηλιόλουστης ημέρας, τον έζωσε μέσα και έξω. Εγένετο κατά κάποιον τρόπο σύγκρασις, ένωσις του φωτός και της ψυχής, ένωσις του φωτός και του νου, ένωσις του φωτός και του σώματός του, ένωσις φωτός και όλου του χώρου που υπήρχε γύρω του. Είχε την πνευματική αίσθηση μιας ανέκφραστης ειρήνης, και θείας μακαριότητος. Είχε τη συναίσθηση της αγνότητος του θείου φωτός, αλλά και της αγνότητος ψυχής και σώματος. Ανείπωτη ευτυχία και γεύση αιωνιότητος. Ταυτόχρονα είχε και μια ακατάληπτη πνευματική ενόραση. Τι είδε; Ο Θεός γνωρίζει. Τι του απεκάλυψε; Ο Θεός γνωρίζει. Άβυσσος είναι τα κρίματα του Θεού. Και ξαφνικά ήλθε στον εαυτό του από το κορνάρισμα του λεωφορείου για αναχώρηση. Και μέσα σε μια κατάσταση ειρήνης και άκρας ταπεινώσεως σηκώθηκε, και με δυσκολία εισήλθε στο λεωφορείο.
Και η απορία του: Πώς εγώ που είμαι σκώληξ, σκωλήκων βρώμα και δυσωδία, δέχθηκα επίσκεψιν θείας χάριτος με τόση λαμπρότητα, αφού τα έργα μου, τα λόγια μου, και οι σκέψεις μου, είναι και λογίζονται ως «δράκος αποκαθημένης»;
Όταν το ανέφερε το γεγονός στο γέροντά του, φτάνοντάς του, στη Μονή Φιλοθέου, ο γέροντας του απάντησε ως εξής: «Στα τούβλα της ψυχής σου, έπεσε κατ’ άκραν συγκατάβαση, μια ακτίνα θείου φωτός, για να ξεβρομίσει λίγο την ψυχή σου. Παρά ταύτα τούβλο είσαι και τούβλο παρέμεινες». Η απάντησις του πνευματικού είχε σκοπό να φυλάξει την ψυχή του, από την οίηση, την υπερηφάνεια, τον εγωισμό και την κενοδοξία.
Αυτό το βίωμα του αγωνιζομένου χριστιανού, ήτο μια από τις άπειρες δωρεές του Θεού προς το πλάσμα Του, που ηγωνίζετο καθημερινά και με πολύ φιλότιμο να λέγει την ευχούλα "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", τηρώντας βέβαια κατά δύναμη τις Ευαγγελικές εντολές, και συμμετέχοντας με πολλή ταπείνωση στα Πανάγια Μυστήρια.

Πρίν από χρόνια μου διηγήθηκε ένας σεβάσμιος ιερεύς το εξής θαυμαστό γεγονός:
Κάποιο Σάββατο απόγευμα, και μετά το τέλος του Εσπερινού αισθάνθηκε ελαφρά ζάλη, και κάθισε μέσα στο ιερό Βήμα για να συνέλθει, λέγοντας στο νεωκόρο και στους ιεροψάλτες να φύγουν, και αυτός αργότερα θα έκλεινε το ναό. Η ζάλη τον απεκοίμησε αρκετή ώρα, συνήλθε όμως από κάποιες μικρές κραυγές. Θεέ μου συγχώρεσέ με τον ελεεινό. Ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου. "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν", "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν". Σηκώθηκε αθόρυβα ο ιερεύς, κοίταξε απ’ το πλάι της Ωραίας Πύλης χωρίς να γίνει αντιληπτός προς τη μια πλευρά του ναού και δεν είδε τίποτα. Πέρασε απ’ την άλλη πλευρά, και τότε είδε έναν άντρα γονατισμένο μπροστά στην εικόνα του Χριστού του ιερού τέμπλου, που συνέχισε να επικαλείται το έλεος του Θεού, λέγοντας και ξαναλέγοντας «Κύριε, Κύριε, μη με απορρίψεις. Έλεος Χριστέ μου, ελέησέ με τον αμαρτωλόν. Είμαι τυφλός και σκοτισμένος. Σύ φώτισόν μου τον νουν. Είμαι νεκρός, Συ ανάστασέ με. Είμαι αμαρτωλός Κύριε, σώσε με». Και άλλα πολλά βέβαια με συντριβή. Και εντελώς ξαφνικά, μια φωτεινή νεφέλη περιέλουσε ολόκληρο τον γονατισμένο άνδρα, στο πρόσωπο του οποίου ανεγνώρισε ο ιερεύς έναν πιστό θεοσεβή χριστιανό που ονομάζετο Σωκράτης. Τίποτα περισσότερο δεν γνώριζε γι’ αυτόν παρά μόνον ότι ήτο πολύτεκνος πατέρας, φτωχός βιοπαλαιστής με πολλές θλίψεις, αλλά πάντοτε ειρηνικός και ελεήμων. Συμμετείχε δε συχνά στα θεία μυστήρια, πράγμα παράξενο για εκείνη την εποχή. Η όντως αξιοθαύμαστη αυτή φωτοχυσία, που εκάλυπτε ολόκληρον τον προσευχόμενο χριστιανό, το Σωκράτη, απλώθηκε κατόπιν και σε ολόκληρον τον ιερό ναό και μέσ’ το Άγιο Βήμα, πλημμυρίζοντας τον ιερέα εκείνον, τον παππούλη εκείνον από ανείπωτη ευτυχία και ανεκλάλητη ειρήνη που όμοια δεν ξαναβίωσε ποτέ.
Και να που σε λίγο η ολόλαμπρη αυτή φωτοχυσία, άρχισε σιγά σιγά να συστέλλεται, να χάνεται, μέχρι που εξαφανίστηκε τελείως. Ο ναός επανήλθε εις την φυσική του κατάσταση. Ο Σωκράτης τότε σηκώθηκε, ασπάσθηκε με πολλή ευλάβεια τις άγιες εικόνες και έφυγε.
Ο ευλαβής εκείνος ιερεύς έκαμε πολλές μέρες για να συνέλθει από την κατάπληξή του και από το θαυμασμό.
Μια Κυριακή, ύστερα από ένα ενάμιση μήνα περίπου, λειτουργούσε στο ναό, και είδε όπως πάντα και το Σωκράτη εκκλησιαζόμενο, έχοντας δίπλα τον μεγάλο έγγαμο γιό του. Στο «μετά φόβου Θεού», κοινώνησε ο Σωκράτης των Αχράντων Μυστηρίων, και γύρισε στη θέση του. Κάθισε. Σε λίγο γονάτισε, γιατί κοινωνούσαν και άλλοι, ύψωσε τα χέρια του, έκανε το σημείον του Σταυρού, κάτι ψέλισε με τα χείλη του, και εκοιμήθη για πάντα τη στιγμή που οι ιεροψάλτες έψαλαν «Χριστός Ανέστη». Ήταν Κυριακή του Θωμά του 1959.

Αυτό το γεγονός μου θύμισε κάτι παρόμοιο, που συνέβηκε στον Άγιο Ρουμάνο ιερέα και ασκητή, τον πατέρα Κλεόπα. Ένα χειμωνιάτικο πρωινό, ο πατήρ Κλεόπας Ιλιέ, εκοιμήθη τώρα, βρισκόταν στο Ιερό Βήμα ενός μοναστηριακού ναού και διάβαζε γονατιστός, την ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως. Μετά από λίγη ώρα μπήκε στην εκκλησία να προσευχηθεί μια γυναίκα, που είχε έρθει στο μοναστήρι από το βράδυ. Προσκύνησε όλες τις εικόνες και έκανε παντού μετάνοιες, διηγείται ο πατήρ Κλεόπας. Δε γνώριζε ότι κάποιος ήταν μέσα στην εκκλησία. Την παρατηρούσα λέγει, συνεχώς, απ’ την Ωραία Πύλη. Εκείνη αφού προσκύνησε τις εικόνες, γονάτισε στο μέσον της εκκλησίας, ύψωσε τα χέρια της και έλεγε απ’ την καρδιά της αυτά τα λόγια: «Κύριε μη με εγκαταλείπεις, Κύριε μη με εγκαταλείπεις». "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Είδα τότε ένα ολόλαμπρο φως γύρω της και τρόμαξα. Η γυναίκα έπεσε με το πρόσωπο στη γη και προσευχόταν σιωπηλά. Η φωτεινή νεφέλη που την περιέλουζε μεγάλωσε περισσότερο και μετά σιγά σιγά εξαφανίστηκε. Αφού έσβησε το θείο φώς σηκώθηκε στα πόδια της και βγήκε έξω απ’ την εκκλησία. Ήταν μια απλή γυναίκα από τα γειτονικά χωριά μας.
Τα λέει ο πατήρ Κλεόπας αυτά.
Ιδού λοιπόν ποιος έχει το δώρο της προσευχής, συνεχίζει.
Να που μερικοί λαϊκοί απλοί χριστιανοί ξεπερνούν καμιά φορά μοναχούς και ερημίτας, και γιατί όχι πολλούς από τους εν τω κόσμω χλιαρούς ιερείς. Εγώ έκανα μετά την προσκομιδή, και απ’ την μεγάλη μου συγκίνηση άρχισα να κλαίω και έτρεμα με τα χαριά μνημονεύσεως στο χέρι. Μόνον ο Θεός γνωρίζει πόσοι εκλεκτοί υπάρχουν σ’ αυτόν τον κόσμο.
"Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν και όλον τον κόσμον".
Αυτά διηγήθηκε ο πατήρ Κλεόπας, ο μεγάλος αυτός Ρουμάνος ασκητής ο οποίος εκοιμήθη οσιακώς.

Αδελφοί μου εύχομαι ο Πανάγιος Θεός να δώσει σε όλους μας την δύναμη, δύναμη για μια καλή αρχή, για να μπορέσουμε σε κάθε στιγμή της ζωής μας να θυμώμαστε το όνομά Του,
"Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με",
Αμήν.


----------------------------------------------------------------------

Παράρτημα


ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ “ΕΚΦΡΑΣΙΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ”
ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ
ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ


ΕΠΙΣΤΟΛΗ Α
Προς νέον ερωτήσαντα περί της “ευχής”

Αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ μου, εύχομαι να είσαι καλά. Εσήμερον έγινα κάτοχος της επιστολής σου και σε δίδω απάντησιν εις όσα μου γράφεις. Αι πληροφορίες, όπου ζητείς, δεν απαιτούσι καιρόν και κόπον δια να σκεφθώ και να σε απαντήσω.
Η νοερά προσευχή εις εμένα είναι όπως η τέχνη του καθενός, καθότι εργάζομαι αυτήν τριάντα έξ και επέκεινα χρόνια.
Όταν εγώ ήλθα στο Άγιον Όρος, εζήτησα απ’ ευθείας τους ερημίτας, όπου εργάζονται την προσευχήν. Τότε υπήρχαν πολλοί – πριν σαράντα χρόνια – όπου είχαν ζωή μέσα τους. Άνθρωποι αρετής. Γεροντάκια παλαιά. Από αυτούς εκάναμε Γέροντα και τους είχαμεν οδηγούς.
Λοιπόν η πράξις της νοεράς προσευχής είναι να βιάσεις τον εαυτόν σου να λέγεις συνεχώς την ευχήν με το στόμα αδιαλείπτως. Εις την αρχήν γρήγορα· να μην προφθάνει ο νούς να σχηματίζη λογισμόν μετεωρισμού. Να προσέχης μόνο στα λόγια: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”. Όταν αυτό πολυχρονίση, το συνηθίζει ο νούς και το λέγει. Και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχεις μέλι στο στόμα σου. Και θέλεις όλο να το λέγης. Αν το αφήνης, στενοχωρείσαι πολύ.
Όταν το συνιθήση ο νούς και χορτάση – το μάθη καλά – τότε το στέλνει εις την καρδίαν. Επειδή ο νούς είναι ο τροφοδότης της ψυχής και ό,τι καλόν ή πονηρόν ιδή ή ακούση η δουλειά του είναι να το κατεβάσει εις την καρδίαν, όπου είναι το κέντρον της πνευματικής και σωματικής δυνάμεως του ανθρώπου, ο θρόνος του νού· λοιπόν όταν ο ευχόμενος κρατάει τον νούν του να μην φαντάζεται τίποτε, αλλά να προσέχει μόνον τα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποιαν βίαν και θέλησιν εδικήν του τον κατεβάζει εις την καρδίαν· και τον κρατεί μέσα δίκην κλεισούρας, και λέγει με ρυθμόν την ευχήν :

- Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με!

Εις την αρχήν λέγει μερικές φορές την ευχήν και παίρνει μίαν αναπνοήν. Κατόπιν, όταν συνηθίση να στέκει ο νούς εις την καρδίαν, λέγει εις κάθε αναπνοήν μίαν ευχήν. “Κύριε Ιησού Χριστέ” : εμβαίνει η αναπνοή, “ελέησόν με” : εβγαίνει. Αυτό γίνεται μέχρις ότου επισκιάση και αρχίσει να ενεργεί η χάρις μέσα εις την ψυχήν· μετά πλέον είναι θεωρία.
Λοιπόν παντού λέγεται η ευχή· και καθήμενος και στο κρεβάτι και περιπατώντας και όρθιος. “Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε”, λέγει ο Απόστολος. Δεν πρόκειται όμως μόνον όταν πλαγιάζης να προσεύχεσαι. Θέλει αγώνα· όρθιος – καθήμενος. Όταν κουράζεσαι, κάθεσαι. Και πάλιν όρθιος. Να μη σε πιάνει ο ύπνος.
Αυτά λέγονται “πράξις”. Δεικνύεις την προαίρεσίν σου εις τον Θεόν· το πάν έγκειται εις Αυτόν, εάν σού δώση. Ο Θεός είναι η αρχή και το τέλος. Η χάρις Του ενεργεί όλα. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμις.
Το δε πώς γίνεται, πώς ενεργείται η αγάπη, είναι να φυλάξεις τας εντολάς. Όταν εσύ εγείρεσαι την νύκτα και προσεύχεσαι. Όταν βλέπεις τον συμπαθή και τον συμπαθής. Την χήρα και τα ορφανά, τους γέροντας και τους ελεής, τότε σε αγαπά ο Θεός. Και τότε και σύ τον αγαπάς. Εκείνος πρώτον αγαπά και εκχέει την χάριν Του. Και ημείς τα ίδια εκ των ιδίων, “τα σά εκ των σών” αποδίδομεν.
Εάν λοιπόν ζητείς να τον εύρεις μόνον δια της “ευχής”, μη βγάλεις πνοήν χωρίς την ευχήν. Πρόσεχε μόνον να μη δέχεσαι φαντασίες. Διότι το Θείον είναι ανείδεον, αφάνταστον, αχρωμάτιστον. Είναι υπερτέλειον. Δεν δέχεται συλλογισμούς. Ενεργεί ως αύρα λεπτή εν ταις διανοίαις ημών.
Η κατάνυξις έρχεται, όταν σκέπτεσαι πόσον ελύπησες τον Θεόν. Όπου εκείνος είναι τόσον καλός, τόσον γλυκύς, τόσον ελεήμων, αγαθός, όλος γεμάτος αγάπη. Όπου εσταυρώθη και όλα τα έπαθεν δι’ ημάς. Αυτά και άλλα όπου έπαθεν ο Κύριος, όταν μελετάς, σου φέρνουν κατάνυξιν.
Λοιπόν εάν ημπορέσης να λέγης την ευχήν εκφώνως και αδιαλείπτως, σε δύο τρείς μήνες την συνηθίζεις. Και επισκιάζει η χάρις και σε δροσίζει. Μόνον να την λέγεις εκφώνως, χωρίς διακοπήν. Και όταν την παραλάβη ο νούς, τότε θα ξεκουρασθής με την γλώσσαν να την λέγης. Και πάλιν όταν την αφήνη ο νούς, αρχίζει η γλώσσα. Όλη η βία χρειάζεται εις την γλώσσαν, έως ότου να συνηθίσης εις την αρχήν· κατόπιν, όλα της ζωής σου τα έτη, θα την λέγη ο νούς χωρίς κόπον.
Όταν έλθης, ως λέγεις, εις το Άγιον Όρος, να έλθης να μας ιδής. Αλλά τότε θα ομιλήσομεν άλλα πράγματα. Δεν θα σου μένει καιρός δια την ευχήν. Την ευχή αυτού θα την βρής, όπου θα είναι ήσυχον το μυαλό σου. Εδώ όπου θα γυρίζης στα Μοναστήρια αλλού θα περισπάται ο νούς σου, εις εκείνα όπου θα ακούς και θα βλέπης.
Εγώ είμαι βέβαιος ότι θα την βρής την ευχή. Μήν αμφιβάλλης. Μόνον κτύπα ευθέως εις την θύραν του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός θα σου ανοίξη· είναι αδύνατον. Αγάπησέ τον πολύ, δια να λάβης πολύ. Εις την αγάπην Του, πολλήν ή ολίγην, έγκειται η δόσις, πολύ ή ολίγον.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ Β
Προς τον αυτόν περί της ευχής, και απόκρισις ερωτήσεων

Εχάρην πολύ δια την προθυμίαν σου όπου έχεις να ωφελήσης την ψυχήν σου. Και εγώ διψώ να ωφελήσω τον κάθε αδελφόν, όπου ζητεί να σωθή.
Λοιπόν, αγαπητέ μου και προσφιλέστατε αδελφέ, άνοιξόν σου τα ώτα. Ο προορισμός του ανθρώπου, αφού εγεννήθη εις αυτήν την ζωήν, είναι να βρή τον Θεόν. Δεν ημπορεί όμως να τον ’βρή, εάν πρώτον δεν τον ’βρή ο Θεός. “Εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα”, αλλά τα πάθη μάς έχουν κλείσει τους ψυχικούς οφθαλμούς και δεν βλέπομεν. Όταν όμως στρέψη το ματάκι του προς ημάς ο πολύ αγαθός μας Θεός, τότε ως από ύπνον ξυπνούμε, και αρχίζομεν να ζητούμεν την σωτηρίαν μας.
Όθεν δια το πρώτον σου ερώτημα: Τώρα σε είδεν ο Θεός και σε εφώτησε και σε οδηγεί. Αυτού όπου είσαι εργάσου. Λέγε ακατάπαυστα την ευχήν· με την γλώσσα και με τον νούν. Όταν η γλώσσα κουράζεται, ας ερχίζει ο νούς. Και πάλιν, όταν ο νούς βαρύνεται, η γλώσσα. Μόνον να μην παύης. Κάμνε μετάνοιες πολλές. Αγρύπνα την νύκτα, όσον ημπορείς. Και άν ανάψη φλόγα εις την καρδίαν σου και αγάπη προς τον Θεόν και ζητής ησυχίαν και δεν ημπορείς να σταθείς εις τον κόσμον – διότι μέσα σου ανάβει η ευχή – τότε γράψε μου και εγώ θα σου πώ τι θα κάμης. Εάν πάλιν δεν ενεργήση έτσι η χάρις, αλλά κρατείται ο ζήλος μέχρι του να πράττης τας εντολάς του Κυρίου πρός τον πλησίον, τότε ησύχαζε όπως είσαι, και καλά είσαι· μη ζητείς άλλο τίποτε. Την διαφοράν των τριάκοντα, εξήκοντα, εκατόν, θα την εύρης, όταν διαβάσης τον Ευεργετινόν. Θα εύρης εκεί και άλλα πολλά τοιαύτα γραμμένα και πολύ θα ωφεληθής.
Λοιπόν απόκρισις των άλλων σου ερωτήσεων: Η ευχή έτσι πρέπει να λέγεται με τον ενδιάθετον λόγον. Αλλ’ επειδή εις την αρχήν δεν την έχει συνηθίσει ο νούς, την ξεχνά. Δι’ αυτό την λέγεις, πότε με το στόμα και πότε με τον νούν. Και αυτό γίνεται μέχρις ότου την χορτάσει ο νούς και γίνη ενέργεια.
Ενέργεια λέγεται εκείνο όπου, όταν λέγης την ευχήν, αισθάνεσαι μέσα σου – χαρά και αγαλλίασις – και θέλεις διαρκώς να την λέγης. Λοιπόν όταν παραλάβη ο νούς την ευχήν και γίνη αυτή η χαρά που σου γράφω, τότε λέγεται μέσα σου αδιαλείπτως, χωρίς την βίαν την εδικήν σου. Αυτό λέγεται αίσθησις – ενέργεια· επειδή η χάρις ενεργεί χωρίς την θέλησιν του ανθρώπου. Τρώγει, περιπατεί, κοιμάται, ξυπνά, και μέσα φωνάζει διαρκώς την ευχήν. Και έχει ειρήνην, χαράν.
Τώρα, διά τας ώρας της προσευχής· επειδή είσαι εις τον κόσμον και έχεις διάφορες μέριμνες, οπόταν βρίσκεις καιρόν κάμνε προσευχήν. Αλλά βιάζου συνεχώς να μήν αμελήσης. Δια την “θεωρίαν” όπου ζητείς, αυτού δύσκολον είναι· διότι θέλει απόλυτον ησυχίαν.
Εις τρείς τάξεις διαιρείται η κατάστασις η πνευματική· και αναλόγως ενεργεί η χάρις εις τον άνθρωπον. Η μία κατάστασις λέγεται καθαρτική, η οποία καθαρίζει τον άνθρωπον. Αυτή τώρα εσύ όπου έχεις λέγεται χάρις καθαρτική. Αυτή διεγείρει τον άνθρωπον εις μετάνοιαν. Η κάθε προθυμία, εις τα πνευματικά όπου έχεις, όλα της χάριτος είναι. Εδικόν σου δεν είναι τίποτε. Αυτή μυστικώς όλα ενεργεί. Αυτή λοιπόν η χάρις, όταν βιάζεσαι, παραμένει μαζύ ωρισμένα χρόνια. Και εάν προκόψει ο άνθρωπος δια της νοεράς προσευχής, λαμβάνει άλλην χάριν πολύ διαφορετικήν.
Η πρώτη, ως είπομεν, ονομάζεται αίσθησις – ενέργεια και είναι αυτή η καθαρτική, ότι ησθάνθη ο ευχόμενος κίνησιν – ενέργειαν θεϊκήν μέσα του.
Η άλλη ονομάζεται φωτιστική. Κατ’ αυτήν λαμβάνει φώς γνώσεως, ανάγεται εις θεωρίαν Θεού. Όχι φώτα, όχι φαντασίες, όχι εικονισμοί· αλλά διαύγεια του νοός, καθαρότης λογισμών, βάθος εννοιών. Αυτό δια να έλθη πρέπει ο ευχόμενος να έχει πολλήν ησυχίαν και οδηγόν απλανή.
Και τρίτη κατάστασις – επισκίασις χάριτος – είναι μετά από αυτά η χάρις η τελειωτική, όπου είναι δώρον μεγάλο. Δεν σου γράφω τώρα δι’ αυτό, επειδή δεν είναι ανάγκη. Εάν όμως θέλεις να διαβάσης περί αυτού, έχω γράψει με την αγραμματοσύνην μου, όταν εγίνοντο αυτές οι ενέργειες βιβλιαράκι χειρόγραφον “πνευματοκίνητος σάλπιγξ”. Ζήτησε να το εύρης. Αγόρασε και τον άγιον Μακάριον από τον Σχοινάν, τον αββά Ισαάκ, και πολύ θα ωφεληθής. Και ό,τι αλλοίωσιν συναντάς γράψε μου και εγώ σου απαντώ με προθυμίαν πολλήν.
Εγώ τον καιρόν ετούτον όλο γράφω εις όσους αρωτούν. Εφέτως ήρθαν από την Γερμανίαν μόνον και μόνον να μάθουν διά την νοεράν προσευχήν. Από την Αμερικήν μου γράφουν με τόσην προθυμίαν. Από το Παρίσι είναι τόσοι, όπου θερμώς ζητούν. Ημείς εδώ εις τα πόδια μας, διατί αμελούμε; Μήπως είναι σκάψιμο να φωνάζωμεν διαρκώς το όνομα του Χριστού να μάς ελεήση;
Τέλος, επικρατεί και μία εσκοτισμένη ιδέα του πειρασμού· ότι, άν λέγη κανείς την ευχήν, φοβείται μην πλανηθή· ενώ αυτό είναι πλάνη που λέγει.
Όποιος θέλει, άς δοκιμάση. Και, όταν χρονίση η ενέργεια της ευχής, θα γίνει παράδεισος μέσα του. Θα ελευθερωθεί από τα πάθη, θα γίνει άλλος άνθρωπος. Αν δε είναι και εις την έρημον, ώ! ώ! δεν λέγονται τα καλά της ευχής!

Σημ. : Το πρωτότυπο κείμενο είναι με πολυτονικό.