Κυριακή, 26 Ιουνίου 2005

Η ομολογία πίστεως,δρόμος σωτηρίας καί αγιασμού



217-β
Κυρ. Αγ. Πάντων, 2005

Συζητούν χριστιανοί μου ένας άνδρας, που μόλις πριν από λίγες μέρες είχε γίνει χριστιανός, μ’ έναν παλιό του φίλο.
- Ώστε βαπτίστηκες, του είπε, κι έγινες χριστιανός Ορθόδοξος, ε;
Του λέει, «μάλιστα».
- Μα τότε θα ξέρεις πολύ καλά, όλα τα σχετικά με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αλήθεια που Γεννήθηκε;
- Δεν ξέρω…
- Πόσο χρονών ήταν όταν βγήκε στη μεγάλη Του δράση;
- Δεν ξέρω…
- Πότε πέθανε; Πότε σταυρώθηκε;
- Δεν ξέρω.
- Σε πόσες μέρες αναστήθηκε;
- Μάλλον σε τρείς, αλλά δεν θυμάμαι.
- Ποια ήταν η κυριότερη θεϊκή Του διδασκαλία;
- Δεν ξέρω.
- Ποιοί ήσαν οι Απόστολοι που έγραψαν τα Ευαγγέλια;
- Δεν ξέρω.
- Ο Χριστός τι ήταν; Ήταν Θεός, ήταν άνθρωπος, ήταν Υιός Θεού, τι ήτανε;
- Δεν ξέρω.
- Αυτό που λένε ότι πιστεύετε εσείς οι χριστιανοί οι Ορθόδοξοι στην Αγία Τριάδα, τι σημαίνει;
- Δεν ξέρω.
- Από ό,τι βλέπω, είπε ο φίλος του, πολύ λίγα πράγματα θα έμαθες για τον Ιησού Χριστό, και την θεϊκή Του διδασκαλία. Απορώ όμως, αφού ξέρεις τόσα λίγα, τι σε έκαμε και έγινες χριστιανός;
- Έχεις δίκιο. Πολύ λίγα ξέρω και ειλικρινά ντρέπομαι γι’ αυτό. Αλλά ξέρω και κάτι. Και αυτό το κάτι το ομολογώ.
- Τι είναι αυτό;
- Να! Πριν λίγα χρόνια ήμουν αλκοολικός. Όλο έπινα. Όλο μεθούσα. Πότε με ούζα, πότε με ρετσίνα, πότε με κρασί, πότε με ουίσκι, πότε με το ένα, πότε με το άλλο, άσε που όπως ξέρεις έπαιζα συνέχεια και χαρτιά. Έτσι χρωστούσα πάρα πολλά χρήματα, πολλά, πολλά... Η οικογένειά μου υπέφερε και οδηγούμεθα σιγά σιγά στην τελεία καταστροφή. Τα παιδιά μου με εφοβούντο. Μόλις έμπαινα στο σπίτι μεθυσμένος έτρεμαν τα καημένα, και τα πιο μικρά κατουριόντουσαν επάνω τους απ’ το φόβο. Τώρα πια δεν πίνω. Δεν μεθάω. Δεν παίζω ούτε χαρτιά ούτε ζάρια. Και δεν χρωστάω σε κανέναν. Στο σπίτι όλοι με αγαπάνε. Και η ζωή μου είναι γεμάτη πλέον από χαρά. Τώρα ομολογώ την πίστη μου στον Χριστόν χωρίς να ντρέπομαι γι’ αυτήν. Εξομολογήθηκα καθαρά και με ειλικρίνεια, και από τότε, όπως και σήμερα πετάω. Και όλα αυτά ήρθαν πολύ ήρεμα στη ζωή μου, χωρίς να το καταλάβω… πώς; Από τη στιγμή που πίστευσα αληθινά στο Χριστό. Ήμουν τυφλός, όπως κάποιος τυφλός που άκουσα στο Ευαγγέλιον. Και είδα, ανέβλεψα. Ήμουνα παράλυτος και ο Χριστός με λύτρωσε, με έστησε στα πόδια μου, στάθηκα στα πόδια μου. Ήμουν νεκρός πνευματικά, ηθικά, σωματικά και ο Χριστός με ανέστησε. Πίστεψα και είδα το Χριστό και αυτό μου φτάνει. Πηγαίνω στην Εκκλησία, κοινωνώ των Αχράντων Μυστηρίων, διαβάζω το Ευαγγέλιο, προσεύχομαι πρωί και βράδυ, κάνω το Σταυρό μου ελεύθερα. Εργάζομαι κάθε μέρα και αυτό με γεμίζει χαρά. Είμαι πλέον χρήσιμος, πρώτα για τον εαυτόν μου, για την οικογένειά μου πρώτα, και ύστερα για ολόκληρη την κοινωνία. Και όλα αυτά είναι δώρα Του. Δώρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Και αυτά τα δώρα Του τα χρωστάω. Αυτό το ξέρω, το ξέρω πολύ καλά, και το ομολογώ.

Αυτό το κάτι χριστιανοί μου, που είπε και ομολόγησε και που ομολογεί ο νεοβαπτιζόμενος χριστιανός, σημαίνει ότι ξέρω κάτι από πείρα. Είναι το βίωμά μου. Το έζησα. Το ζω και σήμερα και κατάλαβα τι αξία έχει το βίωμα απέναντι μονάχα στις ξερές γνώσεις.
Έτσι και ο τυφλός του Ευαγελίου, αν θυμηθούμε το Βαρτιμαίο, ήταν στο απόλυτο σκοτάδι και είδε το φως της ημέρας, όπως και όλοι οι τυφλοί στους οποίους ο Κύριος χάρισε το φως.
Είδαν οι πρώην τυφλοί εκ γενετής πώς είναι οι άνθρωποι. Είδαν τον ουρανό, τον ήλιο, το φεγγάρι, τ’ αστέρια, είδαν τα πουλιά, τα δένδρα, τους βράχους, τις θάλασσες, τα ποτάμια και όλην την Κτίση. Αυτό που είδαν, ήταν βίωμα και ζωή.
Ο λεπρός που καθαρίστηκε από την λέπρα μ’ ένα λόγο του Κυρίου, είχε το θαύμα χειροπιαστό, και γι’ αυτόν ήταν βίωμα και ζωή.
Και οι τυφλοί που ανέβλεψαν, και οι λεπροί που καθαρίστηκαν, και οι παράλυτοι που περπάτησαν, και οι τυφλοί που είδαν, και οι κουφοί που άκουσαν, και οι νεκροί που αναστήθηκαν, και ιδιαιτέρως, όλως ιδιαιτέρως, ο Λάζαρος, και χιλιάδες άλλοι που βρήκαν την υγειά τους, όλοι τους είχαν την εμπειρία του θαύματος, και αυτό το ομολογούσαν και το διεκήρυτταν με παρρησία ότι ο Ιησούς Χριστός είναι αυτός που τους χάρισε, που τους ανέστησε και τους έδωσε το φως, την υγεία, τη ζωή. Και αυτό ήταν μια ομολογία πίστεως.
Ομολογία πίστεως είχαν και όλοι οι άγιοι τους οποίους σήμερα τιμάει η Εκκλησία μας, Κυριακή των Αγίων Πάντων.
Ομολογία πίστεως έδωσαν και οι πρώτοι χριστιανοί, γι’ αυτό και μαρτύρησαν με θάνατο φρικτό ύστερα από πολλαπλά βασανιστήρια εκ των οποίων πολλά γνωρίζετε και σεις.
Ομολογία πίστεως έδωσαν και οι προφήτες, γι’ αυτό και πολλοί απ’ αυτούς εξορίσθησαν ή εφυλακίσθησαν ή εν φόνω μαχαίρας επέθανον, όπως μας είπε το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα.
Ομολογία πίστεως έδωσαν και εκατοντάδες νεομάρτυρες μπροστά στους Τούρκους, μπέηδες και πασάδες, για να ακολουθήσει κατόπιν το κρέμασμα ή το σούβλισμα ή άλλα ποικίλα βασανιστήρια.
Ομολογία πίστεως έδωσε και ο Μάξιμος ο Ομολογητής όταν φυλακίσθηκε και εξορίσθηκε και έδωσε και εκεί στην εξορία και στη φυλακή άλλη ομολογία πίστεως όταν του έκοψαν τη γλώσσα για να μην μπορεί να ομιλεί, να διακηρύσσει, να κηρύττει τον λόγον της αλήθειας του Χριστού, τον λόγον της ζωής. Ομολογία πίστεως έκαμε και εν συνεχεία για τρίτη φορά όταν του έκοψαν και το δεξί του χέρι για να μην μπορεί να γράφει γι’ αυτές τις αλήθειες της Ορθοδόξου ημών πίστεως, δηλαδή της Ορθοδοξίας.
Ομολογία πίστεως έδωσαν και οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, όταν καθόριζαν τους ιερούς κανόνες και τα δόγματα της πίστεώς μας. Και έχει ανυπέρβλητη αξία αυτή η ομολογία πίστεως, γιατί ήταν αποτέλεσμα θεϊκής βιώσεως και θεοπτίας.
Ομολογία πίστεως έδωσαν και δίδουν και σήμερα οι ερημίτες, όταν μέσα στις σπηλιές, στις τρύπες και στις οπές της γης και στις κορυφές των ορέων, αγρυπνούν μετά πάσης προσοχής και νήψεως, προσευχόμενοι καθ’ όλην την διάρκειαν της νυκτός μέχρι δέκα ώρες με τη νοερά καρδιακή προσευχή, βυθίζοντας το νου, μέσα στη καρδιά υπέρ της του κόσμου σωτηρίας. Νηστεύουν με άκραν νηστείαν, και δίδουν αγώνες και μάχες και πάλη σώμα με σώμα με τους δαίμονες, όπως ο συνεχιστής της παραδόσεως των νηπτικών Πατέρων, ο Οσιότατος Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής και πνευματικός μου παππούς.
Ομολογία πίστεως έκαμε και η Αγία Βαρβάρα μπροστά στον πατέρα της, εφαρμόζοντας στην πράξη αυτό που μας τόνισε ο Χριστός στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, «ο αγαπών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, ουκ έστι μου άξιος». Ομολόγησε την πίστη της η δεκαεπτάχρονη εκείνη κοπελίτσα και σφάχτηκε από τον ίδιο τον πατέρα της. Εκείνη κατέστη αγία και στόλισε τον θρόνον του Θεού και ανήκει στη συνοδεία της Υπεραγίας Θεοτόκου, αλλά ο δύστυχος εκείνος πατέρας όχι μόνον κεραυνοβολήθηκε, αλλά ως κάρβουνο που τον μετέβαλλε ο κεραυνός, κάρβουνο παραμένει και μέσα στο βυθό της αιωνίου κολάσεως.
Ομολογία μαρτυρικής πίστεως έκανε και ο δωδεκάχρονος Ταρσίζιος όταν θέλησε να φυλάξει την μεταφορά των Τιμίων Δώρων, του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού μέσα σε ένα μήλο. Τον αντίκρυσαν μερικοί νεαροί, μεγαλύτεροί του ειδωλολάτρες, τον άρπαξαν με βαναυσότητα και άρχισαν να τον κτυπούν μέχρι που τον άφησαν μισοπεθαμένο για να αρπάξουν αυτό που έκρυβε μέσα στην αγκαλιά του, αλλά εξαφανίστηκαν ευθύς αμέσως με την εμφάνιση ενός αξιωματικού Ρωμαίου χιλιάρχου, του Σεβαστιανού που ήταν και αυτός χριστιανός, για να μαρτυρήσει και αυτός αργότερα για την πίστη του Χριστού την Αγία, και αν δεν απατώμαι εορτάζει στις 18 Δεκεμβρίου. Από τον ετοιμοθάνατο Ταρσίζιο ο Σεβαστιανός πήρε το μήλο, με τα Τίμια Δώρα, και τα μετέφερε ο ίδιος στους εν φυλακή ευρισκομένους χριστιανούς, όπου και κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων και την άλλη μέρα εσύρθησαν στο Κολοσσαίον της Ρώμης για να τους κατασπαράξουν τα πεινασμένα άγρια θηρία και με το αίμα τους εκεί να δώσουν και αυτοί την καλήν ομολογίαν της πίστεως. Την ίδια μέρα πέθαινε και ο Ταρσίζιος στο σπίτι του Σεβαστιανού.
Ομολογία πίστεως δίδουν και όσοι από τους σημερινούς Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς, έχουν την παρρησία και την τόλμην μπροστά στα πάσης φύσεως αφεντικά της παρούσης ζωής να διακηρύξουν το «πειθαρχείν δει Θεόν μάλλον ή ανθρώποις».
Ομολογία πίστεως δίδουν και κείνοι, από τους σημερινούς Ορθοδόξους χριστιανούς που βιώνουν μέσα από τα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας, μέσα από την καθαρά προσευχή, μέσα από την πράξη των εντολών, την μετάνοια και την ταπείνωση, βιώνουν τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και διακηρύσσουν στην καθημερινή τους ζωή «ουκ δυνάμεθα γαρ ημείς, ά είδαμεν και ηκούσαμεν μη λαλείν». Δεν μπορούμε αυτά τα θαυμάσια που είδαμε και ακούσαμε και γευθήκαμε από την Χάριν του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας και την πίστη μας, να μην τα διακηρύσσουμε με όλη την δύναμιν της ψυχής μας προς όλους, φίλους και εχθρούς, πιστούς και απίστους, μαύρους και άσπρους, θεοσεβείς και ασεβείς.

Χριστιανοί μου, θέλω να πιστεύω πώς και μείς όλοι, σείς και γώ μαζί σας, σήμερα, συγκαταλεγόμεθα σ’ αυτήν την τελευταία εκλεκτή ομάδα των Ορθοδόξων αγωνιζομένων πιστών χριστιανών, που ομολογούν δημοσίως, Ιησούν Χριστόν και τουτον Εσταυρωμένον, για να δώσει και ο Χριστός με τη σειρά Του, την καλήν ομολογίαν για σας, στον Θεόν Πατέρα λέγοντας «ομολογήσω καγώ εν αυτώ» ή «ομολογήσω καγώ γι’ αυτούς, για σας και για μένα, έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς».

Αυτό το εύχομαι με όλη μου την καρδιά σε όλους σας, αλλά να το εύχεσθε και σεις σε μένα τον ανάξιο και ταλαίπωρο, αλλά και σ’ όλους τους ιερείς,

Αμήν, γένοιτο.

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2005

Κήρυγμα χωρίς σημειώσεις. Δευτ. Αγ. Πνεύματος 2005



218 γ
Δευτ. Aγ. Πνεύματος, 2005

Τα νοήματα τα οποία μας έδωσε η υμνολογία της Εκκλησίας μας, σήμερα του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή της Αγία Τριάδας, είναι τόσο υψηλά που περιέχονται μέσα εις αυτήν, δηλαδή την υμνολογίαν, η οποία είναι όμως αποτέλεσμα της ζωής και της εμπειρίας των Πατέρων της Εκκλησίας μας.
Είναι διαπιστωμένο ότι όλα αυτά τα οποία εορτάζουμε ολόκληρο το εκκλησιαστικόν έτος, όπως γυρίζει, από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου εν συνεχεία στη Γέννηση του Χριστού εν Βηθλεέμ τη πόλη, την Υπαπαντή του Κυρίου, τα Εισόδια της Θεοτόκου, πολύ πιο μπροστά από τον Ευαγγελισμό, εν συνεχεία ολόκληρη η ζωή του Κυρίου, η ανυπέρβλητη αυτή διδασκαλία Του κατόπιν, τα θαύματά Του, η Σταύρωσίς Του και το Πάθος Του, η Ανάστασή Του, η κάθοδός του εις τον Άδην, η Ανάστασή Του, και εν συνεχεία η Ανάληψις και ακολουθεί η Πεντηκοστή, που την γιορτάσαμε χθές, και έχουμε τώρα πλέον δοξασμένη την ανθρωπίνη φύση, ενωμένη αδιαιρέτως, ασυγχήτως, ατρέπτως και αναλλοιώτως, μετά της θείας φύσεως του Χριστού, και διά μέσου αυτής της δόξης, θα δοξάζονται και θα λαμπρήνονται και θα ελλάμπουνε, όχι μόνον όπως και γίνεται τώρα με τους Αγγέλους, Αρχαγγέλους, Χερουβείμ, Σεραφείμ, Θρόνους, Κυριοτήτες και τις λοιπές Ασώματες Δυνάμεις, και με τους εν δόξη ευρισκομένους Αγίους, αλλά και με όλους εκείνους οι οποίοι θα κληρονομήσουν την Βασιλεία των Ουρανών.
Ήθελα να σας πώ κάτι. Όλα αυτά υπάρχουν μέσα στην Αγία Γραφή, αλλά για να μπορέσουν οι Πατέρες να τα διατυπώσουν, πέρασαν από την εμπειρία της θεώσεως. Αλλά για να περάσει κανένας μέσα απ’ αυτήν, πρέπει να διέλθει από μία περίοδο καθάρσεως των παθών, που λέγεται καθαρτική ενέργεια, κατόπιν έρχεται ο άνθρωπος σε φωτισμό και μερικήν έλλαμψιν, και κατόπιν εισέρχεται εις τον χώρον της θεώσεως, του αγιασμού και της τελειώσεως.
Και εκεί οι Πατέρες βρέθησαν και έγραψαν αυτά που έγραψαν, και τα διετύπωσαν με τον τρόπο που τα διατύπωσαν, ώστε να μην υπάρχει πλέον καμιά αμφιβολία για την αλήθεια της Ορθοδόξου πίστεώς μας. Όπως ακριβώς απλά σας την προσφέρουμε πολλές φορές έτσι και την ασπαζόμεθα, σαν ακριβώς μικρά παιδιά, τα οποία δέχονται τον λόγο αλλά και την ζωή και το παράδειγμα με απλή και άδολη καρδιά ευρισκομένη εν ακακία.
Αυτή λοιπόν είναι η κατάστασις γιατί πως εγράφησαν όλα αυτά τα υπέροχα νοήματα. Πώς εγράφησαν αυτές οι αλήθειες, πώς διετυπώθησαν; Εδιετυπώθησαν ύστερα από μια αγιασμένη ζωή. Μέσα στη δόξα του Θεού. Μπήκαν μέσα στο φως του Θεού το Τριαδικό φώς, και γέμισαν αυτοί από φως, και μέσα στο φως, έβλεπαν το φώς το Τριαδικόν, την δόξαν του Θεού, και κει φωτισμένοι πλέον, και ελλαμπόμενοι, και θεούμενοι από αυτήν την δόξαν, έγραψαν.
Παράδειγμα; Εγώ έχω παράδειγμα, δεν ξέρω εσείς αν έχετε, αλλά εγώ έχω, έχω τον πνευματικό μου, το γέροντά μου. Λοιπόν όπως είχε και αυτός το δικό του τον γέροντα, τον όσιο γέροντα και ασκητή Ιωσήφ τον παππού, τον ερημίτη και ησυχαστή και νηπτικό Πατέρα της Εκκλησίας μας, διάδοχον των νηπτικών Πατέρων και της διδασκαλίας του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, και έτσι διά μέσου αυτού να την κληρονομήσουν τα παιδιά του, να την αποδεχτούν, να την πάρουν, να την καταλάβουν, να την ενστερνηστούν, να την κάνουν ζωή τους και ύστερα από μία πορεία, ματωμένης πορείας και θυσίας, διότι τα αγαθά του Ουρανού κόποις κτώνται.
Άλλο αν θέλει μερικές φορές ο Θεός να σας δώσει κάτι. Γιατί εκείνη την ώρα που μας ψάλλουν οι ιεροψάλτες κάποια στιγμή να δεχτούν και αυτοί θεία έλλαμψη και θείο φωτισμό, και να καταλάβουν μερικά από αυτά που μας ψάλλονται ιεροπρεπώς, όπως και μεις κατά τη Θεία Λειτουργία, αλλά και όπως ο καθένας από μας την ώρα που μελετά την Καινή Διαθήκη να δεχτεί φωτισμόν απ’ τον Θεόν. Μόνον πού όλα αυτά πρέπει να μπαίνουν κάτω από το χερουβεικό μανδύα της εμπειρίας του πνευματικού.
Αυτά είχα να σας πω, για τις μεγάλες αυτές αλήθειες που διετηρήθησαν χθές και σήμερα.
Μακάρι να μπορούμε να τις βιώσουμε και μείς εδώ στη γη, αλλά τουλάχιστον να τις βιώσουμε και να μας αξιώσει ο Θεός να κληρονομήσουμε την Βασιλεία Του εις τους αιώνας των αιώνων,
Αμήν.

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2005

Κήρυγμα πού ελέχθη τό 1998. Σήμερα τό μισό. (Κυριακή των Αγίων Πατέρων, 2005)



217-α
Κυριακή των Αγίων Πατέρων, 2005

Μεγάλη η σημερινή Κυριακή χριστιανοί μου, η Κυριακή που είναι μετά την Ανάληψη, διότι η Εκκλησία μας τιμά τους Θεοφόρους Πατέρας της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Όλα τα γράμματα αναφέρονται εις την Θεότητα του Ιησού Χριστού, εις την Τριαδικότητα του Θεού και αυτό καταδεικνύεται και φαίνεται μέσα ακόμα και από το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα που σήμερα περιέχει, τέτοια μέρα, ένα μέρος από την λεγομένη Αρχιερατική προσευχή, την οποίαν ολόκληρη την ακούμε ως Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, σαν πρώτο Ευαγγέλιο την Μεγάλη Πέμπτη.
Αυτήν την προσευχή την απευθύνει ο Χριστός στον Θεό Πατέρα, λίγο πριν από το πάθος της Σταυρικής Του Θυσίας. Αρχίζει δε την προσευχή ο Κύριος με μία συγκινητική λεπτομέρεια. «Ταύτα ελάλησεν ο Ιησούς και επήρε τους οφθαλμούς εις τον Ουρανόν». Δηλαδή σήκωσε τα μάτια Του στον Ουρανό. Απ’ αυτή τη μικρή λεπτομέρεια, αλλά και από το πλήθος των άλλων που περιέχονται σε κάθε λέξη του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, εξέρχονται άπειρες ουράνιες αποκαλύψεις. Δεν μπορούμε εμείς να ασχοληθούμε βέβαια με το άπειρον, ούτε καν με έναν περιορισμένον αριθμόν. Θα αρκεστούμε μονάχα σε δύο, ενώ το 1998 είχαμε την ευκαιρία να αναφερθούμε σε τέσσερεις από αυτές θαυμαστές Ευαγγελικές αποκαλύψεις.
Η πρώτη είναι το πώς βλέπει ο Χριστός Κύριος τον Θεόν Πατέρα. Το βλέμμα του Χριστού στρέφεται προς τον ουρανό και λέγει. «Πάτερ ελήλυθεν η ώρα». Εμείς διδαχτήκαμε από τον ίδιο τον Χριστό, να φωνάζουμε και να επικαλούμεθα τον Θεόν «Πατέρα μας». «Πάτερ ημών», λέμε την Κυριακή προσευχή, την οποίαν και προηγουμένως την απαγγείλαμε όλοι μαζί, λέγοντες «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά Σου» και τα λοιπά.
Ο Ιησούς Χριστός όμως δεν είπε «Πάτερ ημών», αλλά «Πάτερ», σκέτο το «Πάτερ». Διότι άλλη είναι η σχέσις η δική μας προς τον Θεόν, και άλλη η σχέσις η δική Του.
Η δική μας είναι σχέσις εξάρτησης. Από τον Θεόν δημιουργηθήκαμε όλοι μας. Μηδενός εξαιρουμένου. Αυτός μας έπλασε. Αυτός μας έφερε από την ανυπαρξία και από το μηδέν, στο «είναι», στο να υπάρχουμε. Αυτός μας έδωσε τη ζωή. Αυτός μας έπλασε κατ’ εικόνα Του και καθ’ ομοίωσίν Του. Μας έδωσε δηλαδή μυαλό, μας έδωσε λογικό, νου, λογον, έναρθρον λόγον, μπορούμε και ομιλούμε, θέληση, κρίση, ελευθερία, αίσθημα δικαιοσύνης αλλά και πολλών άλλων ειδών αισθήματα, αγάπης και προσφοράς και προς τον Θεόν, και προς τον πλησίον. Άρα Αυτός είναι ο Πατέρας μας. Ο φυσικός Πατέρας και Δημιουργός μας. Και μας έπλασε διπλούς τη φύση. Από σώμα υλικό και από ψυχή άϋλη και πνευματική. Οι δε γονείς μας είναι απλοί, γεννήτορές μας.
Ενώ οι σχέσεις του Χριστού προς τον Θεόν Πατέρα, είναι σχέσεις ενότητος, τι θα πει αυτό. Θα πει ότι ο Χριστός, είναι ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ο μοναδικός κατά φύσιν Υιός του Θεού Πατρός. Ομοούσιος προς Αυτόν και τέλειος Θεός. Ακριβώς αυτό το πράγμα, το διακήρυξαν οι σημερινοί Πατέρες, στη Νίκαια το 325 μ.Χ. στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.
Το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος είναι ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού, που γεννάται αϊδίως, πάντοτε και προ πάντων των αιώνων. Δεν υπήρξε εποχή και χρόνος που να μην υπήρχε, αφού ο Θεός ως Τριάς και ως μονάς, είναι αιώνιος και άχρονος. Και δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος.
Την ενότητα αυτή, τη βλέπουμε να εκφράζεται από τους λόγους του ίδιου του Κυρίου, όταν έλεγε στους Ιουδαίους «εγώ και ο Πατήρ έν εσμέν», «τα εμά πάντα σα εστί και τα σα εμά».
Εμείς όταν απευθυνόμαστε στο Θεό, συνήθως ζητάμε υλικά αγαθά, και την κάλυψη των πολλών μας βιοτικών αναγκών – άνθρωποι είμαστε.
Άλλα μεν από αυτά τα αιτήματά μας είναι λογικά, άλλα δε πάλι είναι παράλογα. Παρακαλούμε βέβαια για ένα θαύμα, και για μια ίαση σε σοβαρές και ανίατες ασθένειες όπως είναι ο πολυτάραχος καρκίνος. Παραλογισμός είναι να το απαιτούμε. Ζητάμε λύση στα βάσανα και στις θλίψεις της ζωής. Αυτό βεβαίως είναι λογικό γιατί ως άνθρωποι πονάμε και είμαστε αδύναμοι. Αλλά όμως όταν ζητάμε την απόκτηση πλούτου πολλού, και ηδονικών απολαύσεων, με την τύχη του πρώτου αριθμού των διαφόρων λαχείων που κυκλοφορούν, ε. αυτό είναι παράλογο. Χιλιάδες είναι τα αιτήματα, αλλά λίγες φορές όμως ζητάμε με όλη μας την καρδιά «να γίνει το θέλημά Σου». Σε κάποια φάση της ζωής μας, δύσκολη τις περισσότερες φορές, και ακόμα είναι πολύ πιο δυσκολότερον να πούμε «γεννηθήτω το θέλημά Σου». Είναι φοβερά δύσκολο. Πρέπει να κάνουμε πολλή προσευχή, να ζητάμε από τον Θεόν, να μας δώσει τη δύναμη και την πίστη να μπορούμε να πούμε «γεννηθήτω το θέλημά Σου».
Ακόμα βέβαια λιγότερες φορές, είναι να ζητούμε την απαλλαγή από τα πάθη μας και από τον φοβερό εγωισμό μας.
Οι περισσότεροι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι χριστιανοί, δεν ζητάνε καθόλου τον φωτισμόν, ούτε και την άφεση των αμαρτιών μας στο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως. Ούτε βέβαια ασφαλώς και την απόκτηση των Ευαγγελικών αρετών, γι’ αυτό ο Θεός όλους αυτούς και μας ακόμα, βεβαιώνει «αιτήτε και ου λαμβάνετε». Ζητάτε και δεν παίρνετε, δεν σας δίδεται! Γιατί; Διότι κακώς αιτήσθε. Ζητάτε με κακό τρόπο, εντελώς παράλογα.

Ο Χριστός όμως δεν ζητάει στην Αρχιερατική Του προσευχή τίποτα το γήινο και το πρόσκαιρο, ούτε βέβαια ασφαλώς και την άφεση των αμαρτιών. Διότι ήτο αναμάρτητος. Τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός, εκτός αμαρτίας. Τι ζητάει ο Χριστός απ’ το Θεό Πατέρα; Την Δόξα! Την Δόξαν; Ε, δεν τη ζητάμε και μείς;
«Δόξασόν Σου τον Υιόν», αυτό είπε. Αλλά η Δόξα του Χριστού όμως, είναι ο Σταυρός! Είναι ο Γολγοθάς! Είναι η Σταυρική Θυσία. Είναι ο πόνος! Αυτή είναι η Δόξα! Είναι ο θάνατος πάνω στο Σταυρό. Αυτή είναι η Δόξα! Τη ζητάμε τέτοια δόξα; Και γιατί τη ζήτησε ο Κύριος; Διότι απ’ αυτήν προήλθε η συγχώρεσις και η άφεσις των αμαρτιών του σύμπαντος κόσμου, όλων των ανθρώπων στη γη μέχρι της συντελείας των αιώνων.
Άρα η δόξα του ανθρώπου είναι η άφεσις των αμαρτιών του, και η δικαίωσίς του απέναντι στον Θεόν, μπροστά στον οποίον κουρέλιασε και κουρελιάζει την ψυχή του με τις καθημερινές πτώσεις. Κι αφού η άφεσις των αμαρτιών προέρχεται και πηγάζει από την Σταυρική Θυσία του Ιησού Χριστού, αλλά και ο χριστιανός δοξάζεται όταν παίρνει άφεση των αμαρτιών, την πρώτη φορά στο Άγιον Βάπτισμα, και κατόπιν κάθε φορά που προσέρχεται στο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως και του διαβάζεται η συγχωρητική ευχή.
Έτσι η Δόξα του Σωτήρος Χριστού, είναι και δική μας δόξα μέσα σ’ αυτά τα δυο μυστήρια. Αλλά είναι δόξα όμως και στο Χρίσμα, είναι δόξα και στη Θεία Ευχαριστία, είναι δόξα και στην απλανή προσευχή, είναι δόξα και όταν ρουφάς τα λόγια του Θεού διαβάζοντας και μελετώντας την Αγία Γραφή. Είναι δόξα όταν τηρείς τις εντολές, κι είναι δόξα όταν αποκτάς Θείες αρετές.
Ας μην ξεχνάμε, ότι η δόξα φαίνεται και στον ουρανό, κάθε φορά που ένας εξ ημών μετανοεί. Χαρά γίνεται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι. Και είναι δόξα γιατί σώζεται μια ψυχή. Και τώρα ας έρθουμε – μπορούσαμε να συνεχίσουμε βέβαια, αλλά εδώ σταματάμε, και ερχόμεθα σε μια δεύτερη μικρή αποκάλυψη, πώς βλέπει ο Χριστός τον εαυτόν Του. Ποιός ήταν ο Χριστός πριν έρθει στον κόσμο; Πριν πάρει σάρκα και οστά μέσα από τα σπλάχνα της Υπεραγίας Θεοτόκου; Τι είχε πριν κατέβει στη γη; Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος μέσα απ’ την αρχιερατική Του προσευχή, και την οποίαν την ακούσαμε σήμερα στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα. Και νυν δόξασόν με Συ Πάτερ, παρά σεαυτώ τη δόξη, ην είχον προτού τον κόσμον είναι παρά συ. Δηλαδή, και τώρα δόξασέ με και Συ Πατέρα, πλησίον σου με τη δόξα που είχα κοντά Σου, προτού να γίνει ο κόσμος. Άρα ο Χριστός είχε θεϊκή δόξα μαζί με τον Πατέρα, προτού να δημιουργηθεί ο κόσμος, και ο υλικός, και ο πνευματικός, δηλαδή προ πάντων των αιώνων.
Ο πρώτος στίχος του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, αρχίζει με τις φράσεις «Εν αρχή ην ο Λόγος», που σημαίνει, «στην αρχή που δημιουργήθηκε ο κόσμος, ο ουρανός, η γη, οι άγγελοι, και ο άνθρωπος, προϋπήρχεν ο Λόγος, ο Υιός του Θεού, ο Θεός δηλαδή, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος».
Όσοι δε από τους χριστιανούς σωθούν και βρεθούν στον Παράδεισο, - μακάρι να είμεθα και ημείς μεταξύ αυτών, - θα λάμπουν σαν τον ήλιο και θα έχουν δόξα. Δόξα μεγάλη. Δόξα απερίγραπτη. Δόξα αιώνια.
Ο Χριστός όμως την δόξα την είχε πάντοτε διότι είναι ένα με τον Πατέρα Του, ομοούσιος προς Αυτόν.
Παρά Σου εξήλθον λέει. Δηλαδή, από Σένα προήλθα, από σένα βγήκα, βγήκα και ήλθα στον κόσμο, χωρίς στιγμή να είμαι χωρισμένος από σένα. Γιατί είμαι και τέλειος Θεός. Και τώρα έρχομαι πάλι σε σένα. Καγώ προς Σε έρχομαι. Μόνον που δεν έρχομαι Πατέρα μόνος. Κουβαλάω μαζί μου ολόκληρη την ανθρωπότητα, ολόκληρη και τελεία την ανθρωπίνη φύση. Φέρνω μαζί μου τον άνθρωπο. Φέρνω μαζί μου τον άνθρωπο, για τον οποίο έγινα άνθρωπος εγώ ο Θεός. Σου φέρνω λοιπόν θεωμένη την ανθρωπίνη φύση, που είναι πλέον ενωμένη μαζί μου, σύμφωνα με τους τέσσερεις όρους που έδωσε η Τετάρτη Οικουμενική Σύνοδος στην Καρχηδόνα, και ηνωμένη μαζί της αδιαιρέτως, ατρέπτως, αναλλοιώτως και ασυγχύτως. Θεωμένη λοιπόν και δοξασμένη.

Ο Θεός αδελφοί μου, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, δεν ήλθε για να μας κρίνει και να μας κατακρίνει, για να μας δικάσει και να μας καταδικάσει. Ήλθε για να μας σώσει. Εγώ ουκ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμο. Και μας σώζει με τη Σταυρική Του Θυσία, την οποίαν και σφράγισε με την πανένδοξη Ανάστασή Του. Κιβωτός της σωτηρίας είναι η Εκκλησία Του που μας παρέχει δυο μεγάλες δωρεές.
- Πρώτον την ανυπέρβλητη θεϊκή Του διδασκαλία, μέσα από τα Ευαγγέλια και την Καινή Διαθήκη, και
- Δεύτερον την Θεία Χάρη, μέσα από τα Πανάγια σωστικά μυστήρια, το Βάπτισμα, το Χρίσμα, τη Θεία Ευχαριστία και την Ιερά Εξομολόγηση με αληθινή μετάνοια.
Όργανα της Θείας Χάριτος, διά μέσου όλων των μυστηρίων, και των αγιαστικών ευχών και τελετών της Εκκλησίας μας είναι ο παπάς και ο Δεσπότης. Είναι η Ιεροσύνη. Είναι απ’ την Ιεροσύνη του Χριστού, που φέρουμε όλοι μας, όλος ο κλήρος παντός βαθμού, διάκονοι, πρεσβύτεροι, και επίσκοποι. Δεν έχομε δική μας ιεροσύνη. Του Χριστού έχουμε. Όποτε θέλει την παίρνει, δική Του είναι. Και εξ ονόματι αυτής, εμείς αγιάζουμε τα Πανάγια Μυστήρια.
Η Θεία Χάρις είναι μια ειδική δωρεά. Με τη Χάρη του Θεού γινόμεθα όλοι ναός του Αγίου Πνεύματος. Κατά χάριν δηλαδή. Κατά χάριν μπορούμε και προσευχόμεθα απλανώς. Κατά χάριν αποκτούμε δόξα και θέωση. Κατά χάριν η Θεία Ευχαριστία γίνεται σε μας τροφή αιωνίου ζωής και εις άφεσιν αμαρτιών. Κατά χάριν. Κατά χάριν γονατίζουμε. Με τη χάρη και τη δύναμη του Θεού ήρθατε σήμερα στην Εκκλησία. Με την κατά χάριν μπορούμε να πούμε, κατά χάριν του Αγίου Πνεύματος μπορούμε να πούμε «Κύριον Ιησούν». Τι νομίζετε ότι λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», -και τώρα που το είπα εγώ, αυτές τις πέντε λεξούλες,- με την χάριν και την δύναμιν του Αγίου Πνεύματος τις είπα. Αν δεν θέλει η χάρις του Αγίου Θεού ούτε αυτές τις λέξεις μπορούμε να τις πούμε. Ουδείς δύναται να ειπεί «Κύριον Ιησούν» ή μη εν Πνεύματι Αγίω, δηλαδή με την χάριν του Αγίου Πνεύματος.

Χριστιανοί μου, η ζωή μας εδώ στη γη κάποτε θα τελειώσει. Γι’ αυτό ας εκμεταλευτούμε τις δωρεές του Θεού, τις ευλογίες του Θεού, τις ευκαιρίες του Θεού, όσο ζούμε και υπάρχουμε, και σήμερα μάλιστα. Γιατί το αύριον δεν το γνωρίζουμε, ανήκει στον Θεόν. Και αυτές τις ευκαιρίες να τις εκμεταλευτούμε για τη σωτηρία μας, για την άφεση των αμαρτιών μας, για να βιώσουμε το κάλος και τη δόξα του Θεού κατά χάριν του Αγίου Πνεύματος.

Ο καλός Θεός και η Παναγία, εύχομαι να είναι πάντοτε μαζί μας, και αυτή η χάρις του Αγίου Θεού να στείλει τον άγγελο φύλακα της ψυχής μας, και τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, την ώρα ακριβώς που θα φεύγουμε απ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, για να μας βοηθήσει αυτή η χάρις να έχουμε αληθινή μετάνοια, να κληρονομήσουμε την Βασιλεία των Ουρανών, ιστάμενοι προ του φοβερού βήματος και ακούοντες τους σωτήριους λόγους του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού: «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην ημίν Βασιλείαν από καταβολής κόσμου».
«Κληρονομήσατε», να καταστείτε δηλαδή και να γίνετε και να γίνουμε όλοι μας κληρονόμοι της Βασιλείας του Θεού,

Αμήν