Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2006

Η Ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ ελεησόν με", οδοδείκτης σωτηρίας

194-γ
Κυριακή θ. Λουκά 19.11.2006



Χριστιανοί μου,
διαβάζοντας αυτές τις ημέρες το βιβλίο που λέγεται «Νηπτική Θεωρία του Ανωνύμου Ησυχαστού», που αποκαλείται με πολλή ταπείνωση απελπισμένος … διεπίστωσα ότι απευθύνεται όχι μόνον προς τους μοναχούς πάσης ασκητικής βιωτής και πολιτείας, αλλά και προς όλους τους φιλοαναγνώστες και φιλοπόνους Ορθοδόξους πιστούς χριστιανούς που αγωνίζονται με πολύ φιλότιμο μέσα στον κόσμο.
Η φτωχή μου σαρανταοχτάχρονη πείρα ιερατικής ζωής, μου απέδειξε ότι όντως υπάρχουν εργάτες της μονολογίστου ευχής, δηλαδή το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», είτε τη λέγουν αυτή συνεχώς δια του στόματος, είτε δια του ενδιαθέτου λόγου, μέσα στον κόσμο, ανάμεσά μας. Δεν τους γνωρίζουμε, δεν τους νοιώθουμε, δεν τους αγγίζουμε, επειδή ακριβώς είναι αφανείς εργάτες αυτής της νοεράς εργασίας, πράοι και ταπεινοί, γλυκείς, καλοσυνάτοι και θεοσεβείς. Με οικογένεια και υποχρεώσεις επαγγελματικές, κοινωνικές, οικογενειακές. Είναι όμοιοι με μας, γιατί και αυτοί σηκώνουν τον καύσωνα της παρούσης ζωής, με θλίψεις, στεναχώριες, αρρώστιες, και βάσανα πάσης φύσεως, που σηκώνουν όμως τα πάντα με υπομονή και αγογγύστως. Και που αγωνίζονται κατά δύναμιν και εν Χριστώ Ιησού, με νηστεία πρώτα στις αισθήσεις και στους λογισμούς, και ύστερα με σωματική νηστεία, ανάλογα με τις αντοχές που έχουν, είτε λόγω ηλικίας είτε λόγω ασθενειών. Επίσης με μικρές ή μεγάλες αγρυπνίες όπως το τονίσαμε σε περασμένο μας κήρυγμα, με εγκράτεια στη γλώσσα και στις υλικές ή αισθησιακές απαιτήσεις της εποχής μας και πολύ περισσότερον με προσευχή προφορική στο όνομα του Ιησού Χριστού, γι’ αυτό αξιώνονται να λαμβάνουν και ουράνια χαρίσματα.
Βιώνουν καθημερινά το θαύμα του Θεού γι’ αυτό Τον δοξολογούν, και Τον ευχαριστούν πρωί μεσημέρι βράδυ, όλη μέρα, όλη νύχτα. Αυτά τα ουράνια χαρίσματα που βιώνουν μέσα στις καρδιές τους, οι αγωνιζόμενοι μέσα στον κόσμο, πιστοί και θεοσεβείς χριστιανοί, όπως πιστεύω πως είστε και σεις, δεν γνωρίζουν να τα αναλύσουν με τρόπους θεολογικούς, και με χριστολογικές δογματικές προϋποθέσεις. Απλά και μόνον απολαμβάνουν με πολλή ταπείνωση και δάκρυα ευγνωμοσύνης τη Θεία Ευφροσύνη. Ιδιαιτέρως όταν τελείται η Θεία Λειτουργία. Ακόμα πιο ιδιαιτέρως, όταν λέγεται ο Χερουβικός Ύμνος, και ακόμα πολύ περισσότερον, ασυγκρίτως περισσότερον, στην μεταβολή των Τιμίων Δώρων σε Σώμα και Αίμα Χριστού και στη Θεία Κοινωνία καθενός από μας.
Ο απλανής πνευματικός οδηγός και γέροντας και εξομολόγος, είναι αυτός και μόνον που θα κάμει την πνευματική διάκριση στη σχέση μεταξύ ενδιαθέτου λόγου, νοός και καρδίας, αλλά και στην εν Χριστώ κατανόηση και αντίληψη της ακαταλήπτου μεταδόσεως της νοεράς ενεργείας, της Θείας Χάριτος στο Σώμα και στις αισθήσεις του προσευχομένου χριστιανού, στο σώμα που είναι αγνό και καθαρό.
Θέλεις να βιώσεις και συ χριστιανέ μου και συ χριστιανή μου αυτήν την ευλογημένη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά σου; Αν ναι, τότε βίαζε τον εαυτόν σου Ευαγγελικά, αφού οι «βιασταί αρπάζουσι την βασιλεία των ουρανών». Θέλεις να δεις από τώρα, όσο ζεις, και πριν ακόμα πεθάνεις τον Χριστό και Σωτήρα μέσα στην καρδιά σου μυστικά; Μυστικά, επαναλαμβάνω. Αν ναι, τότε φρόντισε να απαλλαχτείς από την τυραννία των παθών σου, δηλαδή από τον εγωισμό και την υπερηφάνεια. -Η μήπως νομίζετε ότι δεν έχουμε εγωισμό;- Από το θυμό και τα νεύρα, -θυμώνουμε ή δεν θυμώνουμε-; Από τη ζήλεια και το φθόνο! -Υπάρχει άνθρωπος να μην ζηλεύει;- Την κακία και την πονηριά, την πλεονεξία και τη λαιμαργία, την τσιγκουνιά και την ειρωνεία, την αμέλεια και την ακηδία και από τα τρία «φιλ-», για τα οποία επανειλημμένως έχουμε μιλήσει στο παρελθόν, και που είναι φιλοδοξία, φιληδονία και φιλαργυρία. Από εκατοντάδες άλλες αδυναμίες και πάθη με τα οποία ο διάβολος, ο αιώνιος αυτός εχθρός, καταδυναστεύει και κατατυραννά της ψυχής.
Και ξαναρωτώ: Θέλεις να αισθανθείς την καρδιά σου να μεταβάλλεται σε μια αέναο πηγή ζώντος ύδατος του Παναγίου Πνεύματος; Το θέλεις; Αν ναι, τότε μαζί με την κάθαρση από τα πάθη σου, φρόντισε να επικαλείσαι και να επιμελείσαι αδιαλείπτως την ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» εμπόνως, και με καθαρή καρδιά, τηρώντας συγχρόνως τις Ευαγγελικές εντολές, καλλιεργώντας τις αντίστοιχες θειότατες αρετές, και συμμετέχοντες μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης στα Πανάγια σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας μας.
Και επιπλέον θα ζητάμε από τον Κύριό μας, αυτό που ζητούσε κάθε μέρα, κάθε βράδυ βρέχοντας το στρώμα της κλίνης του με δάκρυα μετανοίας ο Δαβίδ και λέγοντας «καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός». «Καρδίαν καθαράν» , γιατί σε καρδιά που είναι βρωμισμένη από ακαθάρτους λογισμούς, έννοιες και πάθη, δεν κατοικεί ο Θεός. Ή δε και εισελέυσεται, ταχέως εξελεύσεται, βεβαιώνει και ο Πατερικός νηπτικός λόγος.
Και αν μια στιγμή θα μας έλθει κάποιος φωτισμός και κάποια χάρις, γρήγορα θα φύγει, διότι ο τόπος και ο χώρος της καρδιάς μας ο πνευματικός είναι γεμάτος βρωμιές από τις αμαρτίες που δεν έχομε εξομολογηθεί με μετάνοια.
Και ξαναρωτώ: Θέλεις η καρδιά σου χριστιανέ μου να βιώσει τους ανασασμούς του Παναγίου Πνεύματος που είναι και ανασασμοί σωτηρίας; Αν ναι, τότε πάψε να γκρινιάζεις, πάψε να μουρμουρίζεις, να μεμψιμοιρείς, πάψε να απελπίζεσαι και να μελαγχολείς, πάψε να διαβολοστέλνεις, να αναθεματίζεις και να βλαστημάς και γίνου πιστός άχρι θανάτου.
Το Σύμβολον της Πίστεως, δηλαδή το «Πιστεύω», που έχει και επαναλαμβάνει δογματικούς όρους, -αυτοί και πρέπει να γίνουν, τρόπος πρακτικός και πνευματικός, θείας ζωής και πολιτείας.

Ασφαλής όμως οδοδείκτης της σωτηρίας μας,
είναι το Ευαγγέλιο στην πράξη του,
είναι ο λόγος του Θεού,
είναι τα Πανάγια σωστικά μυστήρια,
είναι η αδιάλειπτος προφορική προσευχή στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού,
είναι η εν γνώσει σιωπή των αισθητών και των νοητών χειλέων,
είναι η καθημερινή δακρύβρεκτη μετάνοια,
είναι η ενεργουμένη αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον,
είναι η ζωντανή πίστις,
είναι η Σταυρωμένη και καθαρή ομολογία ότι είμεθα Ορθόδοξοι Χριστιανοί.
Και τέλος είναι και η αγόγγυστος υπομονή για να μη λέμε κι άλλα που είναι πολλά και αμέτρητα.

Γενικά όμως, να μην παρεξηγηθούμε και να μην στεναχωρούμεθα, αλλά είναι αλήθεια. Γενικά μας λείπει το ταπεινό φρόνημα, μας λείπει η γλυκειά γλώσσα, η καλοσύνη, μας λείπει η αλληλοκατανόησις, η ομόνοια, η σύμπνοια, ο καλός πνευματικός εποικοδομητικός διάλογος. Δεν συζητούμε εμείς οι σύζυγοι μεταξύ μας, δεν συζητούμε εμείς με τα παιδιά μας. Δεν ανοίγουν διάλογο τα παιδιά και μαζί μας, μας λείπει το γλυκό χαμόγελο, και η πνευματική χαρά. Το κύριο όμως χαρακτηριστικό γνώρισμα που μας λείπει, από μας τους κληρικούς παντός βαθμού, και από σας τους λαϊκούς είναι η ταπείνωση.
Το ταπεινό φρόνημα όπως είναι γνωστόν, είναι η βάσις και το θεμέλιον όλων των αρετών, και ιδιαιτέρως της νοεράς προσευχής.
Γι’ αυτό και τονίζει επιγραμματικά ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης: Μονάχα στους ταπεινούς εμφανίζεται εν Πνεύματι Αγίω ο Κύριος, και αν δεν ταπεινωθούμε με γνώση, δεν θα δούμε ποτέ τον Θεό, ούτε και στην άλλη ζωή. Η ταπείνωσις είναι το φως μέσα στο οποίον μπορούμε να δούμε τον Θεόν, Φως. Το μυστήριον της κατά Χριστόν ταπεινώσεως είναι μεγάλο και άρρητο.
Διότι η ψυχή του ταπεινού μοιάζει με πέλαγος. Ρίξε μια πέτρα στο πέλαγος, θα ταράξει για λίγο την επιφάνεια της θαλάσσης και ευθύς αμέσως θα βυθιστεί στα βάθη του ωκεανού. Ο Κύριος λοιπόν δεν εμφανίζεται στις υπερήφανες ψυχές, ο εγωιστής και ο υπερήφανος ακόμα και αν μελετήσει όλα τα βιβλία του κόσμου, και το σώμα του να παραδώσει να καεί, δεν θα γνωρίσει τον Χριστό, γιατί ο εγωισμός δεν αφήνει χώρο στην καρδιά, για να κατοικήσει το Άγιον Πνεύμα. Ο Κύριος γνωρίζεται μόνον με το Άγιον Πνεύμα. Αυτά κατά τον Άγιον Σιλουανό.
Οι σκληρόκαρδοι, οι εγωιστές, οι όργιλοι, οι θυμώδεις, οι πεισματάρηδες, οι βλάσφημοι, οι αιρετικοί και οι αταπείνωτοι ποτέ δεν θα βιώσουν τις αποκαλύψεις των θείων ενεργημάτων του Παναγίου Πνεύματος. Και ο οσιότατος παππούς μου και γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής ο θεόπτης λέγει τα εξής: Η ταπείνωσις, αυτή είναι το ύψος και η ανάβασις, να κατέβεις εις το μηδέν, να γίνεις χώμα να σε πατούν, διότι εκ του μηδενός έγινες χώμα και αυτό το χώμα με το εμφύσημα του Θεού, πήρε ζωντάνια, πήρε ψυχή και έγινε ο άνθρωπος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν. Ιδού η καταγωγή σου, το χώμα, μη λησμονείς πόθεν συνελήφθης, είσαι πυλός, μην επαίρεσαι, είσαι λάσπη, είσαι σοβάς δια το αναγκαίο.
Και πάλιν ερωτώ ταπεινά, αφού κλείσαμε με τον όσιο παππού, θέλεις να γίνεις φίλος Χριστού; Θέλεις να γίνεις μαθητής Χριστού; Θέλομε να γίνομε απόστολοι Χριστού, αδελφοί Χριστού; Αν ναι, τότε ταπεινώσου συ και γω και σύντριψε τον εγωισμό σου, με την απόλυτη υπακοή στο Χριστό, που αυτός πρώτος εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού. Γι’ αυτό και συ φρόντιζε κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, να αιχμαλωτίζεις πάν νόημα, σκέψη και λογισμό, στη υπακοή του Χριστού, και δια του Χριστού στον πνευματικό σου. Το ταπεινό φρόνημα μας δίνει την υπακοή στις Ευαγγελικές εντολές, θα σου ανοίγουν αδελφέ μου πάντοτε τις παράδοξες θύρες της νοεράς αδιαλείπτου προσευχής από καρδίας και πόνου.
Και πάλιν ερωτώ : Θέλετε Χριστιανοί μου, σεις και γω και όλοι μας, να ξεριζώσουμε τα πάθη μας, να μαλακώσουν οι πόνοι της ψυχής μας, από τα τόσα βάσανά μας, και να κατατροπώσουμε τα νοερά και νοητά ακάθαρτα πνεύματα που ζητούν την κόλασή μας; Αν ναι, τότε να μετανοούμε με συντριβή και να κράζουμε γοερά προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν από καρδίας μέχρι και πόνου, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Θεέ και Σωτήρα μου, ελέησόν με τον αμαρτωλόν» και τότε θα έρθει η θεία παρηγοριά μέσα σου, θα έρθει η θεία παράκλησις, θα έρθει η θεία ανάπαυσις, για να ακολουθήσει μια παράδοξη, έστω και για λίγες μέρες ησυχία των λογισμών, μια μερική αταραξία των αισθήσεων αλλά και η βεβαιωμένη ελπίδα της σωτηρίας, ο φωτισμός του νου, το ζωντάνεμα της πίστεως, το άπλωμα της πραγματικής και πνευματικής αγάπης προς όλους, και τέλος η χαρά της Αναστάσεως.
Ναι, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», με συντριβή, με ταπείνωση, με δάκρυα, και αληθινή μετάνοια, και ιδιαιτέρως από καρδίας μέχρι πόνου.
Και τότε, και τότε, και τότε μόνον θα δούμε πρόσωπον Θεού,
και αυτό είθε να το δώσει εις όλους μας ο Θεός,

Αμήν.

194-δ
Συμπληρωματικό γιά τόν Πάπα



Και κάτι συμπληρωματικό.
Εξ αιτίας της επισκέψεως του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, κυρίου Χριστοδούλου στον Πάπα της Ρώμης,
και της επισκέψεως αντιστοίχως του Πάπα στον Βαρθολομαίο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως,
επιθυμώ εκτός των άλλων, να τονίσω ιδιαιτέρως και ανελετικά μάλιστα
για την αλλοίωση του Συμβόλου της Πίστεως που έχει επιφέρει αυτός ο Πάπας, ως προεξάρχων της επιτροπής επί των δογματικών λεγομένων θεμάτων,
όχι μόνον στο Φιλιόκβε, (Filio que), αλλά και σ’ άλλα σημεία,
για να διαπιστώσετε τις τεράστιες διαστάσεις που παίρνει η αίρεσις των παπικών,
και απορώ δια τις αλληλοεπισκέψεις.
Αυτά όμως όπως και άλλα πολλά,
τα οποία θα πούμε για τα δαιμόνια,
-για να δούμε ποιοι έχουν δαιμόνια, οι δαιμονοκρατούμενοι, ή οι αιρετικοί, και προπαντός οι άρχοντες των αιρετικών;-
θα τα πούμε όμως μαζί, μεθαύριο Τετάρτη, οκτώ παρά τέταρτο.

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2006

Η Ευχή, σέ σχέσι μέ τήν εν γνώσει σιωπή τών αισθητών καί νοητών χειλέων



194-β
Κυριακή Ε. Λουκα 5.11.2006

Την Τετάρτη το βράδυ χριστιανοί μου,
σας είχα μιλήσει για κάποιο νέο που μύριζε σαν δενδρολίβανο, κι αυτό οφείλετο στην ευχή που καλλιεργούσε μέρα νύχτα, για πέντε περίπου χρόνια από τότε που τον συνάντησα για πρώτη φορά.
Από το νέον αυτόν μου έκανε βαθυτάτη επίσης εντύπωση η σιωπή του, με το να μελετά διαρκώς μέσα του το όνομα του Ιησού, έπαψε να πολυλογεί, έγινε λιγομίλητος, αλλά με γλυκύ χαμόγελο στα χείλη και σαφής, επέβαλε στον εαυτόν του τη σιωπή, βίαζε το στόμα του ώστε να λέγει τα χρήσιμα και τα απαραίτητα, κατάλαβε πως η νήψις και η προσοχή είναι άμεσα συνδεδεμένες με την εν γνώσει σιωπή τη γλώσσης και του στόματος που θεωρείται κατά τους πατέρας η σιωπή, ως η ουράνια πύλη της Άνω Ιερουσαλήμ.
Αυτό σημαίνει ότι η προσοχή, η νήψις, το πένθος, και η μετάνοια μαζί με τα δάκρυα, ως οι πλέον άριστες προϋποθέσεις για την πνευματική λατρεία, οδηγούν τον κάθε αγωνιζόμενο μοναχό, ή και κληρικό, ή και λαϊκό μέσα στον κόσμο, από την εν γνώσει σιωπή των αισθητών χειλέων, στην νοητή σιωπή των λογισμών, έργο δυσχερέστατον, δυσκολότατον, αλλά τα αδύνατα παρά τοις ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστί, βεβαίωσε ο ίδιος ο Κύριος.
Παρά τις αρχικές σκληρές δυσκολίες που θα συναντήσουν οι εργάτες της ευχής απλώς ή της νοεράς προσευχής, από την πίεση των λογισμών, και την σωματική δυσανασχέτηση, οφείλουν να αντιδρούν με καταφρόνηση, με νήψη και βία πολλή, ακολουθώντας πιστά και τις συνετές και διακριτικές συμβουλές του πατρός και πνευματικού γέροντος. Έτσι με τον καιρό θα διαπιστώσουν ότι όλως παραδόξως τους δωρίζεται θεία Χάριτι, μια εσωτερική ανάπαυση, μία παύσις των λογισμών.
Έτσι και σ’ αυτόν τον ανυποψίαστον εργάτη της ευχής, ύστερα από τρία τέσσερα περίπου χρόνια επίμονης νοεράς εργασίας μέσα στην καρδιά του, άρχισε να αποκτά την αίσθηση μιας παράδοξης σιγής. Μιας ανέκφραστης εσωτερικής ησυχίας, που πλημμύριζε ολόκληρον τον ψυχοσωματικό του κόσμον, από γαλήνη και γλυκύτητα.
Ενώ ταυτόχρονα έρρεαν από τα μάτια του πλήθος δακρύων μετανοίας.
Είχε, για λίγο όμως χρόνο, ένα είδος θα λέγαμε Σαββατισμού του νοός, και από τις πλέον λεπτές, τις ψιλές όπως τις αποκαλούν οι Πατέρες, φαντασίες των παθών του, μια ανείπωτη παράδοξη σιγή.
Αυτό το γεγονός και μόνον αποδεικνύει ότι αν ο αγωνιζόμενος, πιστός χριστιανός μέσα στον κόσμο, θανατώσει εν Χριστώ, τις πρώτες κινήσεις πάσης κακίας, πάσης πονηρίας, πάσης αμαρτίας, δύναται να οδηγηθεί δια της καλλιεργείας όλων των Ευαγγελικών αρετών, και με ταπεινό φρόνημα στο ασφαλές λιμανάκι της απαθείας, δηλαδή στο θείο Σαββατισμό, όπου τα πάντα μέσα μας σιγούν.
Μακρινό το ταξίδι αλλά κατορθωτό, με τη βοήθεια πάντοτε του Αγίου Θεού.
Γι’ αυτό και απαιτείται υπομονή, επιμονή, και βία ψυχοσωματική. Άλλωστε οι βιασταί αρπάζουσι την βασιλεία των ουρανών, - ποια βασιλεία; Την βασιλεία που εντός ημών εστί.
Εκτός από το σύνολον των Ευαγγελικών αρετών που πρέπει να καλλιεργούνται, και το ’χομε τονίσει πολλάκις, απαιτείται και πρόγραμμα προσευχής σταθερό και αμετάκλητο.
Ανάλογα με τις ευκολίες και τις δυνάμεις που θα έχει ο χριστιανός, θα κάμει κάθε βράδυ τον καθορισμένον γι’ αυτόν (κανόνα, με) μικρή ή μεγάλη αγρυπνία.
Μερικές ψυχούλες αρχίζουν από τις δέκα μέχρι τις δύο, για δυο ώρες μελετούν συνεχώς το όνομα του Ιησού, με ή χωρίς κομποσχοίνι, εισπνέοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ», εκπνέοντας «ελέησόν με», ή εισπνέοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» ολόκληρο, και εκπνέοντας και πάλι «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Κάποτε σταματούν αυτόν τον τρόπον, και συνεχίζουν πλέον, απλά και ήρεμα, αποβλέποντας αποκλειστικά και μόνον στο έλεος του Θεού.
Στις δυο άλλες ώρες, προ ή μετά την ευχή, θα γίνει ο ενδεδειγμένος κανόνας, με τα σταυρωτά κομποσχοίνια, τις στρωτές γονυκλισίες, τις σχετικές ακολουθίες και την αγιογραφική μελέτη.
Αυτό το πρόγραμμα άλλοι το τροποποιούν σε πρωί και βράδυ.
Άλλοι εγείρονται μετά τις δύο τα μεσάνυχτα, και συνεχίζουν μέχρι τις έξι, άλλοι τρείς με επτά, άλλοι δυό ώρες, άλλοι μία ώρα, άλλος μισή, ο καθένας ανάλογα με τις οικογενειακές του υποχρεώσεις, με τις προσωπικές του αντοχές, τις ευκολίες ή τις δυσκολίες τις προσωπικής του ζωής.
Γνώρισα μερικές ψυχούλες που άρχιζαν την αγρυπνία τους, χωρίς να αναπαυτούν από τον κόπο της ημέρας, τον άρχιζαν τα μεσάνυχτα και τελείωναν στις τέσσερεις το πρωί.
Ο ύπνος τους μόνο τέσσερεις με επτά, χειμώνα καλοκαίρι, η ανάπαυσίς τους, ο ύπνος τους, ήταν μόνον το κομποσχοίνι, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».

Οι υποχρεώσεις του πολλές, σύζυγος, παιδιά, γέροντες γονείς και ανάπηροι αδελφή στο καροτσάκι. Και όμως η αγρυπνία αγρυπνία και η προσευχή προσευχή. Άρα η θέλησίς μας για πνευματική και ουσιαστική προσευχή στο όνομα του Ιησού, δεν εξαρτάται από τις τυχόν εμπνεύσεις της στιγμής, ούτε από τις συναισθηματικές μας εξάρσεις, ούτε από τις νοσηρές μας φαντασιώσεις, ούτε από τις δήθεν καλές μας διαθέσεις, αλλά από την πόση πνευματική βία και σωματική μαζί θα χρησιμοποιήσουμε στο να κάνουμε προσευχή την προγραμματισμένη ώρα, έστω και αν τα εμπόδια είναι είτε φυσικά, είτε από τις ανθρώπινες παρεμβάσεις, είτε από τον ενελέητον αόρατον πόλεμον των δαιμόνων. Θα εγειρόμεθα πάση θυσία γι’ αυτή την εργασία, όσο και αν αυτό μας κοστίζει, διότι η προσευχή είναι ζήτημα ζωής και θανάτου, για τον καθέναν από μας χωριστά, αφού «ουκ έχω μετάνοια, ουκ έχω κατάνυξιν, ουκ έχω συντριβήν, ουκ έχω δάκρυον παρακλητικόν, είμαι αμαρτωλός».
Όσο αναγκαία είναι η αναπνοή μας για να υπάρχομε στη ζωή, έτσι και για την ψυχή το οξυγόνο της, η ανάσα της, είναι η προσευχή και μάλιστα η αδιάλειπτη ευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού. «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν», μέρα νύχτα χωρίς διακοπή.
Όπως δεν συζητάμε για την αναγκαιότητα της αναπνοής, διότι χωρίς αυτή θα σκάσουμε και θα πεθάνουμε, άλλο τόσο και ακόμα περισσότερο δεν θα πρέπει να λέμε ότι δεν έχω καιρό, ότι δεν έχω διάθεση, ότι δεν μπορώ, ότι τώρα βαριέμαι, ότι τώρα είμαι κουρασμένος, και χιλιάδες άλλες δικαιολογίες, εκτός της ασθενείας.
Εάν τα πούμε τα προηγούμενα, τότε είμεθα χαμένοι από χέρι, όπως λέγει ο λαός, διότι αυτοκτονούμε ψυχικά.
Γι’ αυτό να ορίσουμε μια συγκεκριμένη ώρα νυχτερινής προσευχής, μικρής ή μεγάλης, δεν έχει σημασία, αρκεί να είναι πάντοτε η ίδια, και να προσευχόμεθα πάση θυσία με συντριβή και ταπείνωση, γιατί είμεθα αμαρτωλοί, με επιμονή και υπομονή, διότι οι βιασταί – το επαναλαμβάνω – αρπάζουσι την βασιλεία των ουρανών.
Δεν υπάρχει προσευχή, και μάλιστα με την ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», χωρίς προσπάθεια, χωρίς αγώνα, χωρίς βία, για να συγκεντρωθεί ο νους μας πάνω σ’ αυτές τις λέξεις, ειδικότερα στο όνομα του Ιησού.
Χιλιάδες λογισμοί φωλιάζουνε μέσα μας, και ο διάβολος κάνει τα πάντα για να σκορπίσει το νου μας, για να μας καταβάλει ψυχικά και να μας απελπίσει. Για να μας κουράσει ψευτοσωματικά, ή να προκαλέσει ραθυμία και πολλά άλλα που γνωρίζει ο δόλιος δαίμονας.
Και αν ακόμα δεν καταλαβαίνομε τι λέμε, ή μας προκαλείται αφηρημάδα, και δυσκολίες ακόμα στη συγκέντρωση των ψυχικών μας δυνάμεων για την ευχούλα και διακόψουμε τότε, τότε χάσαμε. Κάναμε αυτό που ήθελε και που θέλει πάντα ο διάβολος. Να διακόψουμε την ευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού. Ακούτε πολλές φορές, τι βομβαρδισμό δέχεται το μυαλό μας όταν κάνομε την ευχούλα.
Κι αν εμείς δεν καταλαβαίνουμε τι λέμε, και μετεωρίζεται έστω ο νους μας, ή και δεν ακούμε και αυτή ακόμα την ίδια τη φωνή μας, την καταλαβαίνει όμως και την ακούει ο διάβολος και καίγεται και μαστιγώνεται και λυσσομανεί από τη φρίκη του.
Για όλη μας όμως αυτή την σύγχιση, και την ψυχική μας ακαταστασία στην προσευχή, να θεωρούμε τον εαυτόν μας και μόνον υπεύθυνο, να μετανοούμε και να ζητάμε συγγνώμη, συγχώρεση και έλεος.

Πάντως λίγη προσευχή όλοι μας μπορούμε να δώσουμε στο Χριστό και το Σωτήρα μας, δέκα λεφτά, ένα τέταρτο, είκοσι, όση μπορεί ο καθένας.

Ρωτάει ο Κύριος. «Τι κρατάς στο χέρι σου Άβελ;» «Ένα μικρό αρνάκι Κύριε, το διάλεξα απ’ το κοπάδι μου, και το προσφέρω θυσία σε Σένα!». Αυτό έκανε ο Άβελ. Και από τότε δεν σταμάτησαν οι άνθρωποι που πίστευαν στον Ένα και μόνο αληθινόν Θεόν, να προσφέρουν στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστό και Σωτήρα, κάποια μικρή ή μεγάλη θυσία αινέσεως.

Πολλοί πρόσφεραν τα πλούτη τους. Όλα τους τα αγαθά, εκατοντάδες χιλιάδων πρόσφεραν τα νιάτα τους μέσα από το αγγελικό σχήμα στας ερήμους, στα βουνά, στα βράχια, στις σπηλιές και τις οπές της γής.
Και πολλά εκατομμύρια χριστιανών προσέφεραν την ίδια τους τη ζωή στο μαρτύριο και στην ομολογία.
Πυκνό το νέφος από μάρτυρες, μεγαλομάρτυρες, νεομάρτυρες, ιερομάρτυρες, οσιομάρτυρες και ομολογητές.

Ξαναρωτάει ο Κύριος: «Τι κρατάς στο χέρι σου Μωυσή;» «Το ραβδί Σου Κύριε για να οδηγώ και ποιμαίνω τα πρόβατά μου» «Από δω και πέρα θα το χρησιμοποιείς μόνον για μένα» Και με κείνο το απλό ραβδί έκανε τα πιο μεγάλα θαύματα που κατέπληξε τους μάγους της Αιγύπτου, και τον βασιλιά τους Φαραώ. Με το ίδιο το ραβδί χτύπησε αργότερα την Ερυθρά θάλασσα και την χώρισε στα δύο, αφήνοντας εδώ και χιλιάδες χρόνια όλον τον κόσμο με ανοιχτό το στόμα μέχρι των ημερών μας.

«Και συ παιδί μου Ταβιθά, τι κρατάς στο χέρι σου;» «Μια βελόνα Κύριε» Τότε και σύ με τη βελόνα σου κάνε ό,τι μπορείς για μένα. Και η Ταβιθά έκανε ό,τι μπορούσε. Και έντυνε την εποχή εκείνη και πτωχούς και γυμνούς και ορφανά και χήρες στην πόλη της Σιών. Είναι αυτή που ανέστησε εκ νεκρών ο Απόστολος Πέτρος. Και από τότε όλος ο χριστιανικός κόσμος τον ενθυμείται και μείς σήμερα την θαυμάζουμε και το λαμπρό σιωπηλό παράδειγμά της το ακολουθούμε. «Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται».

«Και συ παιδί μου παραστρατημένο τι κρατάς στα χέρια σου;» ρωτάει ο Κύριος την πόρνη αμαρτωλή γυναίκα. «Ένα δοχείο Κύριε με πολύτιμο μύρο για να αλείψω μ’ αυτό τα Πανάχραντα πόδια Σου και την ακήρατο ζωηφόρο …» Και το έκανε. Και από τότε μέχρι σήμερα γεμίζει από θεία ευωδία μυρίων αρωμάτων όλος ο κόσμος. Σε κάθε σπίτι και κελί, σε κάθε σπηλιά και τρύπα, σε κάθε Ορθόδοξο ναό και εξωκκλήσι, σε κάθε καντήλι και εικόνα, κάθε παπάς και μοναχός, ακούμε και βλέπουμε να λαλείται προσευχητικά το σωτήριον όνομά Του. Το βεβαιώνει θριαμβευτικά η Αγία Γραφή: «Μύρον κενοθέν το όνομά Σου Κύριε». Ναι το όνομά Του είναι Ιησούς, είναι ο Χριστός, είναι ο Σωτήρ, το φως του κόσμου, η ζωή και η Ανάστασις. Και η ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», είναι θεία οσμή πνευματικής ευωδίας. Ναι, «εις οσμήν εν ευωδίας πραγματικής», όπως λέμε στις ακολουθίες μας.

«Παπά Στέφανε, με φωνάζει ο Κύριος», και με ρωτά «αυτή την ευχούλα, μπορείς να την κρατάς, και συ στο στόμα σου, στο νού σου, στην καρδιά σου, στην αγκαλιά της ψυχούλας σου; Ναι μπορείς, με την εν γνώσει σιωπή των αισθητών και νοητών χειλέων». «την ευχή, την ευχή, την ευχή» φωνάζει και ο άγιος γέροντάς μου, «την ευχή, την ευχή, την ευχή», φωνάζει και από την Άνω Ιερουσαλήμ, ο οσιότατος παππούς μου Ιωσήφ.
«Την ευχή, την ευχή», και γω και σεις, και όλοι μας χριστιανοί μου,

Αμήν.

Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2006

Τρείς αγιοπνευματικές εμπειρίες σέ σχέση μέ τήν Δαιμονοκρατούμενη εποχή μας.




Ομιλία 133
1.11.2006

Πριν λίγο καιρό, χριστιανοί μου, γνώρισα έναν ευλαβέστατο έγγαμο ιερέα, τον πατέρα Χερουβείμ. Ο πατήρ Χερουβείμ ήταν φιλακόλουθος, ευλαβής, καλοσυνάτος, πράος, και με ταπεινό το φρόνημα. Συγχρόνως, ήτο και αφανής εργάτης, από το 1960 και εντεύθεν, της προφορικής ευχής, το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", επηρεασμένος, κυρίως, από το τότε κυκλοφορηθέν βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού». Μετά, όμως, απ’ το 1968 και με τη μελέτη του βιβλίου «Γνόφος αγνωσίας», άρχισαν σιγά σιγά να τον καταλαμβάνουν κάποια πρωτόγνωρα γι’ αυτόν πνευματικά σκιρτήματα που τον γέμισαν από ουράνια ευτυχία. Ήσαν τα πρώτα θεϊκά ενεργήματα του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά του, χωρίς όμως να μπορεί να τα αξιοποιήσει έτι περισσότερον, και μάλιστα πνευματικά, λόγω ελλείψεως καταλλήλου απλανούς οδηγού. Δυστυχώς στο Άγιον Όρος δεν είχε μεταβεί, και έτσι δεν ήξερε πώς να μπορέσει περισσότερο πνευματικά να καλλιεργήσει την ευχή. Ο Θεός, όμως, τον αξίωσε να δεί δύο από τα παιδιά του οικονόμους της Θείας Χάριτος, δηλαδή λειτουργούς του Υψίστου.
Πριν από τρία περίπου χρόνια, ο πατήρ Χερουβείμ συλλειτουργούσε μαζί με τους δύο υιούς του, τον πατέρα Γεώργιο και τον πατέρα Ιωάννη, ανήμερα της ονομαστικής του εορτής, στις 8 Νοεμβρίου, στον ιερό ναό της ενορίας του.
Κατά την διάρκειαν της Θείας Λειτουργίας και στην Μικρά Είσοδο, εντελώς απροσδόκητα εμφανίστηκε να προπορεύεται ένας αστραφτερός και ολόλαμπρος διάκονος κρατώντας με το δεξί του το χέρι ένα χρυσό θυμιατό και με το αριστερό ένα κερί που έβγαζε αντί για φλόγα, φως χιλίων κηρίων, χιλίων βάτ. Από όλο το εκκλησίασμα μόνο καμιά δεκαριά χριστιανοί έβλεπαν το εξαίσιο αυτό θέαμα, μεταξύ των οποίων ήταν και ο κύριος Ιωάννης Παπαευθυμίου. Ο αστραφτερός αυτός διάκονος με την πάλλευκη στολή και τη συγχρόνως πιτσιλισμένη από αίματα εφαίνετο ότι συλλειτουργούσε μεν, με τους τρείς ιερείς, τον πατέρα με τους δυό γιούς, χωρίς όμως να κάνει εκφωνήσεις. Την εμφάνιση αυτού του αγγέλου, εκτός από τον κύριο Παπαευθυμίου, την είδαν και μερικοί άλλοι χριστιανοί, όχι περισσότεροι από δέκα. Ο αστραφτερός αυτός διάκονος είχε πάντοτε το κεφάλι σκυμμένο και στο πρόσωπό του διεκρίνετο μεγάλος σεβασμός και δέος προς τα φρικτά τελούμενα της Θείας Λειτουργίας, της επί γης Θείας Λειτουργίας.
Στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα στάθηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη με το ολοφώτεινο κερί πάντοτε στο χέρι του.
Στη Μεγάλη Είσοδο και πάλι μπροστά με το χρυσό θυμιατήρι, σαν τα δικά μας τα θυμιατά, αλλά χρυσό και το παράδοξο αυτό κερί στο άλλο του το χέρι.
Όταν ο πατήρ Χερουβείμ έφτασε στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων και είπε «τα σα εκ των σών» ο ουράνιος αυτός διάκονος έσκυψε μέχρι το έδαφος. Δεν γονάτισε, απλώς διπλώθηκε στα δύο και σκέπασε το πρόσωπό του με το οράριο, το οποίον κρατούσε με τα δύο του δάκτυλα, έτσι το κρατούμε το οράριο από δώ, και το έβαλε μπροστά στα μάτια του.
Στο «Εξαιρέτως της Παναγίας» δε σηκώθηκε αλλά παρέμεινε σκυφτός μέχρι που τελείωσαν οι ιεροψάλτες τον υπέροχον αυτόν ύμνον, «Άξιον Εστίν ως αληθώς μακαρίζειν Σε την Θεοτόκον». Όταν σηκώθηκε, το πρόσωπό του ήταν τόσο φωτεινό και τόσο λαμπερό, που ο κύριος Παπαευθυμίου, ο Ιωάννης, όπως και οι άλλοι, όχι όλοι, μερικοί, όχι παραπάνω από δέκα, δεν μπορούσαν να το ατενίσουν, γι’ αυτό έκλεισαν τα μάτια τους, όλοι τους. Όταν τα ξαναάνοιξαν, ο αστραφτερός αυτός διάκονος με τη χρυσή πάλλευκη στολή και την πιτσιλισμένη από αίματα είχε εξαφανιστεί.
Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, το μοίρασμα του αντιδώρου και τις πολλές ευχές που δέχτηκε ο πατήρ Χερουβείμ, τον πλησίασε ο κύριος Γιάννης μαζί με τους άλλους και τον ρώτησαν «ποιος ήταν ο ολόλαμπρος αυτός ουράνιος διάκονος;». Κατάλαβαν ότι ήταν ουράνιος γιατί ξαφνικά εμφανίστηκε και ξαφνικά εξαφανίστηκε. Στην αρχή, το αρνήθηκε ο καημένος και έλεγε ένα πλήθος από δικαιολογίες, τους έλεγε ότι ήταν φαντασία τους, ότι ήταν πλάνη τους, ότι κείνο, ότι ήταν αυτό, αλλά εκείνοι, όμως, επέμεναν διότι έδωσαν λεπτομέρειες από την εμφάνιση αυτού του ουρανίου διακόνου. Οι μάρτυρες ήσαν αυτόπτες διότι πολλές φορές βρέθηκαν να τσιμπούν τον εαυτό τους εάν ονειρεύονται, ή εάν κοιμούνται, ή εάν πλανώνται, έτριβαν τα μάτια τους, και έτσι λοιπόν αυτή την πραγματικότητα αναγκάστηκε στο τέλος να την παραδεχθεί.
- Ναι, τους είπε, ήτανε … ο Άγιος Λαυρέντιος, διάκονος και μεγαλομάρτυρας της του Χριστού Εκκλησίας, τον οποίον τιμώ ιδιαιτέρως, διότι, πριν από είκοσι χρόνια, στη μνήμη του, είχα σωθεί από βέβαιο θάνατο, στις 10 Αυγούστου του 1982. Σας παρακαλώ και εντέλλομαι να κρατήσετε το στόμα σας κλειστό μέχρι που να πεθάνω. Ακόμα και στους δύο υιούς μου τους ιερείς, που δεν αντελήφθησαν σήμερα τίποτα από την παρουσία του Αγίου Λαυρεντίου, και σ’ αυτούς δεν θα πείτε τίποτα.
Να όμως που ο πατήρ Χερουβείμ, κάτω από κάποιες ιδιαίτερες συνθήκες, το ομολόγησε σε μένα τον ανάξιο, με πολλή ταπείνωση, συντριβή και δάκρυα, γιατί θεωρώντας τον εαυτόν του ελεεινό και τρισάθλιο, εν τούτοις καταξιώθηκε τοιαύτης τιμής από τον προστάτη του, τον Άγιο Λαυρέντιο.
Η ομολογία του πατρός Χερουβείμ εγένετο εξ αφορμής του βιβλίου «Εμπειρίες κατά τη Θεία Λειτουργία». Το διαβάσατε; Κρίμα, αν δεν το διαβάσατε. Έτσι δεν ξέρετε τι γίνεται στη Θεία Λειτουργία. Το εξαίσιο αυτό θαύμα και την ουράνια παρουσία με την διαβεβαίωσε και ο κύριος Παπαευθυμίου.
Περιμένοντας, βέβαια, την κοίμηση του πατρός Χερουβείμ και ο κύριος Παπαευθυμίου και οι άλλοι, περίπου δέκα, για να διαλαλήσουν τα θαυμάσια του Θεού, που γίνονται στη Θεία Λειτουργία και που έγιναν εκείνη την ημέρα και που γίνονται σε κάθε Θεία Λειτουργία.

Αλίμονο σε όλους μας, αδελφοί μου, διότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Κύριος του ουρανού και της γης και του σύμπαντος κόσμου, ταπείνωσε τον εαυτόν του, γενόμενος άνθρωπος και υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού, ήν υποτασσόμενος αυτοίς, ποιοι αυτοίς; στον προστάτη του Ιωσήφ, και στην Παναγία Μητέρα Του. Έτσι λοιπόν και μείς, οφείλουμε να μιμηθούμε τον Κύριό μας, τον Χριστόν, που εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου, να υπακούουμε και εμείς στον πνευματικό μας πατέρα και γέροντα, τον οποίο αγαπά ο Κύριος, και στον οποίον εμπιστεύθηκε την παρακαταθήκη του. Το ίδιο ισχύει και για μένα, για το δικό μου πνευματικό πατέρα, το ίδιο ισχύει και για σας. Αυτή η συμβουλή δεν είναι δική μου, είναι του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη. Ο Κύριος μας έδωσε τις εκκλησιαστικές ακολουθίες, το ’χουμε πει και άλλη φορά, μας έδωσε το Μεσονυχτικό, μας έδωσε τον Όρθρο, μας έδωσε τον Εσπερινό, το Απόδειπνο, τους Χαιρετισμούς, τις Παρακλήσεις, και τόσες άλλες ακολουθίες ή τις περισσότερες φορές για να μπορούμε και να τις ψάλουμε, ή σ’ αυτές να εντρυφούμε προσευχητικά. Γιατί είμαστε ακόμα μωρά, παιδιά, νιάνιαρα. Δεν ξέρουμε, ακόμα, πως να προσευχόμεθα, όπως θα έπρεπε, πνευματικά, νοερά, και έτσι η ψαλμωδία είναι ωφέλιμη για όλους μας, όταν την ψάλλουμε με ταπείνωση.
Είναι, όμως, καλύτερο, ασυγκρίτως ωφελιμότερο, όταν η καρδιά μας γίνεται ναός του Θεού, ναός του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, εκ της οποίας καρδιάς την φωνήν αυτού ακούομεν δια του Παναγίου Πνεύματος, και ο νους μας προσφέρει τότε τη θυσία του ονόματος του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, γι’ αυτό και η καρδιά μας φωνάζει «Αββά ο Πατήρ», είσαι ο Πατέρας μου, είσαι ο Θεός μου, είσαι ο Σωτήρας μου, ελέησέ με τον αμαρτωλό, ελέησέ με.

Η αγάπη προς τον Θεόν, λέμε πολλές φορές, εγώ το Θεό τον αγαπώ, λέει, όσο για τους ανθρώπους, όλους τους αγαπώ, τώρα τι αγάπη είναι αυτή που έχουμε, δεν ξέρω.
Κατά τον Άγιο Σιλουανό, η αγάπη έχει τρεις μορφές. Πιστεύω, όσοι έχετε διαβάσει τον Άγιο, πιθανόν κάτι να ενθυμείσθε.
- Ο πρώτος είναι λέει εκείνος με τον οποίον αντιστέκεται κάποιος στους κακούς λογισμούς, απλώς αντιστέκεται, για την αγάπη του Θεού. Αγαπά τον Θεόν κατά το μέτρον που πολεμά τους κακούς του λογισμούς. Αυτό είναι ένα είδος αγάπης.
- Το δεύτερο είναι όποιος αγωνίζεται κατά της αμαρτίας, παρακαλεί το Θεόν μέρα νύχτα, συμμετέχει στις ακολουθίες, και στα Πανάγια σωστικά μυστήρια, και δια μέσου αυτών παρακαλεί το Θεόν, την Παναγία, τους Αγίους να του δίνουν δύναμη να μην αμαρτάνει. Αλλά οι αδυναμίες μας είναι πολλές, η φύσις μας ρέπει προς τα πονηρά, παρασυρόμεθα εύκολα, σκοντάφτουμε πάνω στην αμαρτία, υποκύπτουμε, την διαπράττουμε, είτε στην διάνοια, είτε με τον λόγο, είτε με το έργον. Πονάμε κατόπιν γιατί αμαρτήσαμε, μετανοούμε, εξομολογούμεθα, λαμβάνουμε την άφεση και κοινωνούμε των Αχράντων Μυστηρίων. Έχει κάθε ψυχή, που πορεύεται κατ’ αυτόν τον τρόπον, και νομίζω ότι ανήκουμε σχεδόν όλοι μας σ’ αυτήν την κατηγορία, έχουμε τη Χάρη στην ψυχή και στο νου, αλλά, όμως, δεν είμεθα απαθείς. Δεν έχουμε υποστεί τελεία την κάθαρση από τα πάθη μας. Διότι ακόμα θυμώνουμε, νευριάζουμε, γρινιάζουμε, μουρμουρίζουμε και δεν ξέρω τι άλλο κάνουμε…
Πρέπει πριν φύγω απ’ αυτόν τον κόσμο, πριν πεθάνω δηλαδή, πρέπει να σας βάλω έναν κανόνα, και θα σας τον βάλω. Θα βάλουμε έξω αγιασμό, απ’ την εκκλησία, ή εδώ, την ώρα που παίρνετε αντίδωρο, και να πίνετε μια γουλιά απ’ το αμίλητο νερό, απ’ τον αγιασμό. Αυτή τη γουλιά, δεν θα την καταπίνετε, θα την κρατάτε στο στόμα σας για δυο ώρες, να δείτε τι ωραία θα πάτε στο σπίτι σας, και τι ωραία που θάναι όλα… Για δοκιμάστε το μια φορά, να βάλετε μια γουλιά αγιασμό στο στόμα, και να το κρατήσετε δυο ώρες!.. Το συνέστησε ένας πνευματικός, το συστήνω και γω τώρα.
Τώρα, όμως, μπορώ να σας κάνω κάτι άλλο. Θα σας πω να κρατήσετε το αντίδωρο στο στόμα, μόλις το παίρνετε… για να δούμε, θα υπάρξει τότε ησυχία μέσα στο ναό, ναι ή όχι; Να μην το καταπίνετε. Αυτή είναι η πρόοδος!.. Και τρόπος πνευματικός για να αντιμετωπίσουμε το κακό που ξεκινάει από την γκρίνια και από την φαγωμάρα… Κακομοίρηδες είμαστε! Κακομοίρηδες…
- Εκείνος πάλι που έχει καταφέρει να νικήσει τα πάθη του, και δεν έχει πια αγώνα εναντίον των παθών, της αμαρτίας, και προπαντός των λογισμών, διότι κυριαρχείται ολόκληρος από την Χάρη του Ιησού Χριστού και από την Χάρη του Παναγίου ονόματός Του, αυτός έχει αισθητήν πλέον την χάριν, και αν αυτή κατορθώσει να την διαφυλάξει, τότε το σώμα του εξαγιάζεται και γίνεται σαν το άγιο λείψανο.

Ξέρετε ότι οι εχθροί μας οι δαίμονες έπεσαν από υπερηφάνεια και μας παρασύρουν στην ίδια πτώση με λογισμούς υπερηφανείας, εγωισμού, αυτοκολακείας και αυτοεπαίνου. Άσε που παίρνουμε κολακείες και επαίνους με το τσουβάλι, ιδίως εμείς οι ιερείς, μας λιβανίζετε συνεχώς, και κακώς κάνετε, λοιπόν, αυτό συντελεί εις το να δημιουργείται ένας εύκολος δρόμος πτώσεως, διότι ο άνθρωπος είναι ευάλωτος και αδύνατος, και ο παπάς μαζί. Και αν δεχθούμε τον έπαινο, αν δεχθούμε την κολακεία, τότε η Χάρις φεύγει, δεν ταπεινώνεται η ψυχή, γι’ αυτό και πρέπει να μαθητεύουμε σε όλη μας τη ζωή μέσα σ’ αυτό το πνεύμα του ταπεινού φρονήματος. Όποιος έχει ταπείνωση και πραότητα, κέρδισε τη Χάρη και τη Βασιλεία των Ουρανών, την προγεύεται από δω, με θεθεωμένη την ελπίδα της σωτηρίας και ψηλαφώντας ακόμα και με τα χέρια του τη Χάρη. Όλα τα ουράνια γνωρίζονται από το Άγιον Πνεύμα και τα επίγεια βέβαια με το μυαλό μας, απ’ τη φυσική μας διάνοια, επόμενον είναι αυτό.
Βέβαια πολλοί νομίζουν ότι θα μπορέσουνε να γνωρίσουν τον Θεό μέσα από τα πολλά διαβάσματα που θα κάνουν, με το νου τους και με το μυαλό τους και μέσα από τις φυσικές γνώσεις που θα αποκτήσουν. Ο Θεός αποκαλύπτεται, δεν ανακαλύπτεται!... Και γνωρίζεται από το Άγιον Πνεύμα εντός της καρδίας του ανθρώπου. Άμα βλέπεις μέσα σου κακούς λογισμούς, λέγει ο Άγιος Σιλουανός, τρέξε στον πνευματικό σου να το πεις, έστω και αν δεν συγκατατίθεσαι, θα πεις ότι δέχομαι βλασφήμους λογισμούς, πονηρούς και αισχρούς, τους οποίους όμως δεν δέχομαι. Τους αντιμετωπίζω, είτε με την περιφρόνηση, είτε με το όνομα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Αν κάνεις δε το λάθος, και αν κάνουμε το λάθος, να νομίζουμε και να πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε περισσότερα από τον πνευματικό μας, και παύουμε να του λέμε ό,τι ακριβώς μας συμβαίνει ή ντρεπόμεθα να του πούμε τις κακές σκέψεις, ακόμα και τις προσβολές που έχουμε εναντίον του, θα παραχωρήσει ο Θεός αναπόφευκτα να πέσει πειρασμός επάνω μας, που δεν θα μπορούμε πλέον να τον σηκώσουμε.

Ας αφήσουμε λιγάκι τώρα τα πνευματικά και να πάμε λίγο στα πιο πρακτικά. Δεν θα ήθελα να πάμε στα πρακτικά. Δεν θα ήθελα καθόλου. Αλλά ας πούμε ότι είναι μια μικρή έτσι διακοπή.
Πριν από τέσσερεις μέρες είχαμε μια μεγάλη ιστορική επέτειο, την εικοστή ογδόη Οκτωβρίου του 1940. Και πριν απ’ αυτήν την εικοστή έκτη Οκτωβρίου που δεν είναι μόνον η μεγάλη γιορτή του Μεγαλομάρτυρος του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτου, αλλά και η απελευθέρωσις της Θεσσαλονίκης το 1912. Για μας τους Μακεδόνες, αυτό το τριήμερο έχει μεγάλη αξία γιατί μας θυμίζει τους ηρωικούς αγώνες των προγόνων μας Ελλήνων ’12, ’13, ’40, ’41 υπέρ πίστεως και πατρίδος. Γιατί δυστυχώς το τρίπτυχο πίστις, πατρίδα και οικογένεια, το ξεχάσαμε, το ξεσχίσαμε, το κουρελιάσαμε. Κατάφερε το πνεύμα της Νέας Εποχής και της παγκοσμιοποιήσεως να τα διαλύσει όλα.
Η Νέα Εποχή είναι αυτή που γέννησε την παγκοσμιοποίηση, όλος ο κόσμος χωρίς σύνορα, χωρίς πατρίδα, χωρίς ιστορία, χωρίς οικογένεια, χωρίς πίστη, χωρίς θρησκεία, χωρίς φυλή και γλώσσα, χωρίς πολιτισμό, χωρίς παρελθόν, τίποτα.
Η Νέα Εποχή γέννησε το φρούτο του διαθρησκευτικού συγκρητισμού. Ένωσις, δηλαδή, όλων των θρησκειών και, ενώ πρώτα συζητούσαν για κείνους που πιστεύουν στον Ένα Θεό, των Χριστιανών, των Ιουδαίων και των Μουσουλμάνων, τώρα θέλουν να μας βάλουν και τους Ινδουιστάς, και κείνους που πιστεύουν στο Βούδα, το Βουδισμό, το Βραχμανισμό και τόσα άλλα, σ’ ένα κράμα μαύρο και άραχνο.
Τρίτο πράγμα που γέννησε η Νέα Εποχή είναι ο Οικουμενισμός. Δηλαδή, ένωσις ημών των Ορθοδόξων Χριστιανών, και με τους Παπικούς αλλά και με όλες τις πεντακόσιες τόσες χριστιανικές ομολογίες των προτεσταντικών παραφυάδων. Δηλαδή, με όλους τους αιρετικούς, παραμερίζοντας όλα αυτά που μας χωρίζουν και που αφορούν την Τριαδικότητα του ενός Αγίου Θεού, τα υποστατικά ιδιώματα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, την Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού, την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τη νεότητα της ψυχής σε σχέση με την αιωνιότητα Παραδείσου και Κολάσεως και μάλιστα της ακτίστου Κολάσεως, την Παναγία ως Θεοτόκον Θεομήτορα και αειπάρθενον, τους Αγίους και τα ιερά τους λείψανα. Να παραμερίσουμε τις διαφορές που έχουμε στα επτά μυστήρια της Εκκλησίας μας και ειδικότερα για ό,τι λέγεται για το Άκτιστο φως, και για άλλα πολλά τα οποία μας χωρίσουν, δημιουργώντας τεράστιο χάσμα μεταξύ μας και που οι πλάνες τους δυστυχώς καταστρέφουν εκατομμύρια ψυχές. Αν λοιπόν όλοι οι αιρετικοί δεν αναγνωρίσουν τις πλάνες τους και δεν τις διορθώσουν, δεν μπορούμε να ενωθούμε μαζί τους, τελεία και παύλα. Αυτό πιστεύω και αυτό διακηρύσσω. Εάν γίνει κάτι άλλο, θα πάρω το ρασάκι μου και θα πάω στο σπίτι μου να προσεύχομαι μόνος μου, μαζί με την οικογένειά μου.
Η Νέα, λοιπόν, Εποχή εκμεταλλεύεται όλη αυτή τη σύγχυση ιδεών, την άγνοια και την αδιαφορία ημών των Ορθοδόξων Χριστιανών, τη συντηρεί με τον Οικουμενισμό και το θρησκευτικό συγκρητισμό για να μας οδηγήσει στην σκλαβιά της παγκοσμιοποιήσεως που δεν έχει, ούτε Θεό Τριαδικό, ούτε πίστη, ούτε πατρίδα, ούτε οικογένεια. Ποιος νέος σήμερα που δέχεται , εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις , το τρίπτυχο αυτό για το οποίον οι πρόγονοί μας έδωσαν και τη ζωή τους; Ξέρετε τι έλεγε ο Κολοκοτρώνης; Πρώτα υπέρ πίστεως και ύστερα υπέρ πατρίδος. Ο Θεός έβαλε την υπογραφή Του για να απελευθερώσουμε στο όνομά Του την πατρίδα μας και αυτή την υπογραφή δεν την παίρνει πίσω. Κολοκοτρώνης. Τα ξέρουν τα παιδιά μας αυτά; Τους τα μαθαίνουμε; Τι κάνει η Ελληνική οικογένεια, και μάλιστα οι γονείς για να συντηρήσουν στην πράξη αυτό το τρίπτυχο; Υπάρχει, όμως, άραγε οικογένεια; Αλλά και οι δάσκαλοι των Δημοτικών Σχολείων, συγχωρέστε με, άγιοι διδάσκαλοι, και οι καθηγητές Γυμνασίων Λυκείων και Πανεπιστημίων, άραγε με το λόγο τους και το παράδειγμά τους τι κάνουν; Κτίζουν ή γκρεμίζουν; Καθίστανται φωτοδότες ή φωτοσβέστες; Είναι φάροι ή σηκώνουν μπροστά μας βράχους για να κτυπήσουμε πάνω το καράβι της οικογενείας μας και να γίνουμε συντρίμμια.
Τα μηνύματα, που έρχονται από κάθε γωνιά της πατρίδος μας για τα σχολεία και τα παιδιά μας, για τους νέους και τις νέες μας, για τους φοιτητάς και τις φοιτήτριες, είναι απογοητευτικά, χωριστά τα πόσα ακούνε τα αυτιά των πνευματικών. Υπάρχουν επαινετές εξαιρέσεις, δεν αντιλέγω, αλλά είναι ελάχιστες. Παντού όργια ανηθικότητος από τις ελεύθερες σχέσεις. Παντού αυθαδισμός, αναίδεια, βία και ανεξέλεγκτη αναρχία σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής. Η μεγάλη καταστροφή στην οικογένεια, στη πίστη και στην αξία της πατρίδος, ήρθε δυστυχώς από τον Δυτικό μας πολιτισμό, και την ασύδοτη, ασύδοτη, ασύδοτη, τηλεόραση. Απ’ τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, όπως τα λέμε. Μεγάλη καταστροφή αυτό σε κάθε τι ωραίο. Δεν μας δείχνουν ένα ευγενικό παράδειγμα, ζωής και αυτοθυσίας, ένα παράδειγμα αρετής να το μιμηθούμε, να το προβάλλουν και μία και δυο και τρεις και πέντε μέρες, να διδαχθούν τα παιδιά μας αλλά και μείς οι μεγάλοι.

Είπα ότι υπάρχουν κάποιες επαινετές εξαιρέσεις. Σε μια πόλη της Πελοποννήσου συναντήθηκα κάποτε με κάποιο χριστιανό περίπου τριανταδύο ετών, που μοσχομύριζε κάτι σαν δεντρολίβανο. Και η έκπληξίς μου μεγάλωσε ακόμη περισσότερο, όταν άρχισε να μου μιλάει για την ευχή, για το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", διαπιστώνοντας ότι απ’ το στόμα του εξήρχετο η άρρητος ευωδία του Παναγίου Πνεύματος. Για το κομποσχοίνι και την ευχή τα είχε μάθει πριν από χρόνια στο Άγιον Όρος και από τότε την έλεγε ασταμάτητα μέρα νύχτα. Και πολλές φορές, χωρίς διακοπή, ακόμα και τις νύχτες. Η ευχή αναπληρούσε και τις φυσικές ανάγκες του ύπνου. Έτσι, σιγά σιγά, η προσευχή του Ιησού έγινε πνευματική και νοερά μέσα στην καρδιά του. Απολάμβανε το μεγαλείο της νοεράς προσευχής χωρίς να μπορεί να ερμηνεύσει το πώς λέγεται μέσα του ευχή, και μάλιστα από το μέρος της καρδιάς του με πολλή γλυκύτητα, και χωρίς αυτός να τη λέγει συνειδητά, είτε προφορικά, είτε με τον ενδιάθετο λόγο. Αυτό είναι το μεγαλείο της πνευματικής προσευχής ή, ειδικότερα, της νοεράς λεγομένης προσευχής.
Κάποτε, σε μια τέτοια κατάσταση τόσο πολύ αλλοιώθηκε απ’ τη χάρη του Θεού ώστε ανοίγω εισαγωγικά και λέγει: «ξέχασα τον εαυτόν μου. Ήταν σαν να χάθηκα και απροσδόκητα αισθάνθηκα πως η ψυχή μου ήταν μέσα στα ανοικτά χέρια του πνευματικού μου, του πατρός Γ.Κ. ο οποίος προσηύχετο μπροστά σε έναν ουράνιο ολόλαμπρο θρόνο που είχε πολύ φως και Δόξα Θεού. Σε λίγο, δεν ξέρω πότε, αυτό το ουράνιο φως έλουσε και τον πνευματικό μου και τον λάμπρυνε τόσο πολύ πούχα την αίσθηση ότι έκλεισα τα μάτια της ψυχής μου. Πώς έβλεπα; Και πως τα έκλεισα, δεν ξέρω. Σφιχταγκαλιασμένη η ψυχή μου με τον πνευματικό μου, τον άκουσα να προσεύχεται στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν για μένα. Δεν τολμούσα να σηκώσω τα μάτια της ψυχής μου, εν τούτοις ένοιωθα αυτήν την υπέρλαμπρη φωτοχυσία να με πλημμυρίζει, να με λούζει κυριολεκτικά, να με γεμίζει από ευτυχία, από χαρά, από ειρήνη, από θαυμασμό, από αγαλλίαση. Κάποτε συνήλθα. Ένοιωθα να μην πατώ στη γη και η προσευχή του ονόματος του Ιησού Χριστού να λέγεται από μέσα μου άπειρες φορές. «Ιησού μου», «Ιησού μου», «Ιησού μου», «Ιησού μου». Τρείς τέσσερεις μέρες, ούτε έφαγα, ούτε ήπια σταγόνα νερό, ούτε κοιμήθηκα. Απολάμβανα αδιάλειπτα μια ουράνια ευτυχία που δεν περιγράφεται. Τα δε δάκρυά μου έτρεχαν σαν ποτάμι συνεχώς και ήσαν γλυκύτατα».
Εδώ τελείωσε η θεωρία αυτού του χριστιανού που ζει ανάμεσά μας και στην εποχή μας, εξαίρεσις σ’ αυτήν την τρελή εποχή που ζούμε. Όλως αναξίως έδωσα κατόπιν κάποιες πνευματικές συμβουλές, όσες βέβαια μπόρεσα, και αυτές αριόμενες από την πολύτιμη και ματωμένη εμπειρία του δικού μου γέροντος του πατρός Εφραίμ, με την αμοιβαία υπόσχεση μιας εν Χριστώ πατρικής προστασίας, και με την ευλογία του πνευματικού του για την μετέπειτα ευδόκιμη πορεία της ζωής του και δη την πορεία της νοεράς προσευχής, και για να μην απολεσθεί το χάρισμα και η Θεία Δωρεά, αλλά και για τους κινδύνους της πλάνης και της πτώσεως εκ δεξιών.
Χριστιανοί μου, ο χριστιανός αυτός, ο αδελφός μας αυτός, που ζει ακόμα, μπορεί νάναι και δίπλα μας, ο οποίος αποτελεί βέβαια και λίγες από τις εξαιρέσεις τις επαινετές που αναφέραμε μέσα σ’ αυτόν τον πανζουρλισμό της ανηθικότητος που ζούμε, μόλις άρχισε να γεύεται το μέλι της θείας ευφροσύνης απ’ το γλυκύτατον και παντοδύναμον όνομα του Ιησού Χριστού, δόθηκε ολόψυχα σ’ αυτήν την πνευματική εργασία, στην αρχή προφορικά, ψιθυριστά, και κατόπιν από μέσα του με τον ενδιάθετο λόγο, ανεξάρτητα από τις πολλές υποχρεώσεις που είχε στη δουλειά του, στην κοινωνία και στο σπίτι του. Στο μυαλό του, στο νου του, στις σκέψεις του, στις ενθυμήσεις του, και στα αισθήματά του κυριαρχούσε ένα μόνο πράγμα, η δίψα για το όνομα του Ιησού Χριστού. Δίψα που έγινε αγάπη, που έγινε θεϊκός έρως για τον Χριστό. Ακόρεστη πείνα και δίψα για την αγάπη του Θεού εξ όλης ψυχής και εξ όλης διανοίας και εξ όλης καρδίας και εξ όλης ισχύος. Ο Κύριός μας, ο Ιησούς Χριστός μας διαβεβαιώνει, ότι οι πεινώντες και οι διψώντες την δικαιοσύνη του Θεού όχι μόνον θα χορταίνουν, αλλά και θα καθίστανται μακάριοι από την πληρότητα αυτής της αγάπης του Θεού. Και το πλήρωμα της αγάπης, όπως φαίνεται, αυτόν τον νέον, τον οδηγεί σιγά-σιγά στο περιβόλι της Παναγίας.

Να πούμε και ένα δεύτερο, προτιμώ τα πνευματικά, από τα πρακτικά. Τα πρακτικά τα βρίσκουμε και μόνοι μας, όταν καλλιεργήσουμε τα πνευματικά. Άμα αποκτήσεις φόβον Θεού, δεν θα αμαρτήσεις. Όταν αποκτάς ταπείνωση, και πένθος, και δάκρυα, προσεύχεσαι και δίνεις και το καλό παράδειγμα στο διπλανό σου, στο παιδί σου, στο γιο σου, στην κόρη σου, στη μάνα σου, στον αδελφό σου, στο γείτονα, στον προϊστάμενο, στον υφιστάμενο, στον συνάδελφο, στην κοινωνία. Το καλό παράδειγμα προέρχεται και πηγάζει και βγαίνει απ’ την Χάρη του Αγίου Πνεύματος που έχουμε μέσα μας, ως καρπός του Αγίου Πνεύματος. Καρπός του Πνεύματος εστίν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια, υπομονή, ταπείνωσις, ελπίδα… Θα ’χουμε αυτά; Άμα τάχουμε, θα τα βγάλουμε, θα τα δώσουμε. Ό,τι έχουμε, δίνουμε. Άμα οι τσέπες μας είναι γεμάτες ακαθαρσίες, αυτές θα βγάλουμε και θα δώσουμε στους άλλους. Αν έχουμε χρυσάφι, χρυσάφι θα δώσουμε. Αλλά πρέπει νάχουμε, όμως, Πνεύμα Θεού, Χάριν Θεού. Και αυτήν να δώσουμε.

Πριν λίγο καιρό, είχα μια ουράνια πνευματική αποκάλυψη από κάποιον λειτουργό του Υψίστου, που ήτο κατάκοιτος στο κρεβάτι του πόνου και του μαρτυρίου. Τον γνώρισε και η πρεσβυτέρα. Όχι μόνον δοξολογούσε, και ευχαριστούσε τον Θεόν για τα σωματικά μαρτύρια εξαιτίας της ασθενείας του, αλλά και συνεχώς παρακαλούσε τον Χριστόν να τον ελεήσει σαν τον πλέον αμαρτωλόν με τις φράσεις: «Σε ευχαριστώ, Χριστέ μου, και ελέησέ με, τον αμαρτωλόν». «Σε ευχαριστώ, Χριστέ μου, και ελέησέ με, τον αμαρτωλόν». Μέρα νύχτα. Κάθε ώρα, κάθε στιγμή, πότε ψιθυριστά, πότε από μέσα του, πότε με τον ενδιάθετο λόγο, πάντοτε με το κομποσχοίνι στο χέρι, και άλλοτε απ’ το βάθος της καρδιάς του, βίωνε όπως έλεγε, την απόλυτη ουράνια ευτυχία. Μια ευτυχία που ένοιωθε πολλές ότι ήτο έτοιμη να τον σκάσει. Να του σχίσει τα σπλάχνα. Που ήθελε να βάλει σ’ αυτήν την ευτυχία, που την ένοιωθε σαν μια απέραντη ουράνια αγκαλιά όλον τον κόσμο, για να τη γευθεί λίγο και αυτός, που βρίσκεται μακριά απ’ τον Θεόν.
Μια φορά ήταν τόση η πληρότητα αυτής της παραδόξου νοεράς προσευχής, που αρπάχτηκε ο νους του, δεν ξέρει πως, στο Θρόνο του Θεού. Βρέθηκε στη Βασιλεία του Θεού. Στη βασιλεία των Ουρανών, όπου στο βάθος ίστατο ο Θρόνος του Κυρίου όλο φως, όλος δόξα. Ήταν, όμως, τόσο εκτυφλωτικόν αυτό το φως της δόξης του Θεού, που και αυτές οι ουράνιες δυνάμεις των αγγέλων και αρχαγγέλων δεν μπορούσαν να το ατενίζουν, αλλά με σκυμμένες τις κεφαλές τους θυμιάτιζαν με ολόχρυσα και ολοφώτεινα θυμιατήρια τον ουράνιον θρόνον του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ενώ ταυτόχρονα πληροφορείτο η ψυχή του ότι αυτές οι ουράνιες ασώματες δυνάμεις είναι οι ίδιες που ολόθερμα επιθυμούν, όχι μόνον να ακούσουν την Ευαγγελικήν φωνήν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, αλλά και υπερφυώς να δουν, αν τους το επέτρεπε ο Θεός το πρόσωπο της Αγίας Αναφοράς και απολαύσωσιν επι της γης και δη επί της Αγίας Τραπέζης τα φρικτά τελούμενα της Θείας και Ιεράς Λειτουργίας, όπως τούτο βεβαιώνεται και από την πέμπτη ευχή στο μυστήριον του Ιερού Ευχελαίου. Μαζί με τους θυμιατίζοντας αγγέλους και γύρω απ’ τον θρόνον του Θεού, είδε, επαναλαμβάνω, με τα μάτια της ψυχής του, εκείνος ο παππούλης, και τον Χορό των Αγίων Αποστόλων. Και αυτοί με θυμιατά. Και πέριξ αυτών των χορών, των μεγάλων Ιεραρχών και Οικουμενικών διδασκάλων, το αμέτρητο πλήθος των Ιερομαρτύρων, τους χιλιάδες χιλιάδων επισκόπων, πρεσβυτέρων, ιερομονάχων και διακόνων, που καταξιώθησαν της Βασιλείας του Θεού και όλες αυτές οι μυριάδες, μόνον των αγίων ιερομένων, να θυμιατίζουν μεγαλόπρεπα, αλλά ταπεινά και με δέος και με πολλή αγάπη μαζί με τους Αποστόλους τον Ουράνιον αυτόν Θρόνον της Δόξης του Θεού. Και να που σε λίγο, τα κατάπληκτα μάτια της ψυχής του, αντικρύζουν, ώ της δικαιοσύνης Σου Χριστέ μου, ώ της απεράντου μακροθυμίας Σου, της μεγαλοσύνης Σου, της μεγαλοπρέπειάς Σου Κύριε, είδε και κάποιες απειράριθμες ψυχές να θυμιατίζουν και αυτές με ολόχρυσα θυμιατήρια τον Θρόνον του Θεού. Ποιες ήταν; Ήσαν αυτές που καταφρονήθησαν σε αυτόν τον κόσμο, όπως οι διανοητικώς ανάπηροι, οι διανοητικώς καθυστερημένοι, οι μικροί και οι μεγάλοι με το σύνδρομο Down, όλα τα ανάπηρα παιδιά στο μυαλό και συνάμα τα σπαστικά στο σώμα. Και γενικώς όλες εκείνες οι ψυχούλες, που στον κόσμο μας περιφρονήθηκαν και περιγελάστηκαν ως αγαθούληδες, κλείνοντάς τες πολλές φορές σε άσυλα, ακόμα και σε φρενοκομεία, αυτές θυμιάτιζαν, μαζί με τους Αγίους, τον Θρόνον του Θεού ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΜΕΙΣ, οι καλοί δήθεν χριστιανοί, με τις δήθεν καλές μας καλοσύνες. Όχι εμείς που διαλαλούμε ότι αγαπάμε όλο τον κόσμο και κρυφά αμαρτάνουμε! Αλλά οι διανοητικώς ανάπηροι. Τα διανοητικώς ανάπηρα παιδιά. Και όλες αυτές οι ψυχούλες ήσαν ενδεδυμένες με ολοφώτεινες πάλλευκες στολές, ενώ οι μυριάδες των ιερωμένων ανάλογα με την επί γης αγιότητά τους και τους αγώνες τους, που έδωσαν για τη θέωσή τους, είχαν ολόχρυσες ολόλαμπρες στολές, η λαμπρότητα, όμως, του καθενός εξ αυτών διέφερε από την λαμπρότητα των άλλων. Η κάθε ψυχή έλαμπε με τη δική της δόξα. Αλλά να, επαναλαμβάνω, που το πλέον αξιοθαύμαστο και ουράνιο αυτό θεϊκό όραμα, είδε ότι ήτανε μαζί με την χορεία των δώδεκα Αποστόλων, των Μεγάλων Ιεραρχών, των Θεοφόρων Πατέρων, των ιερομαρτύρων, των καταξιωμένων αγίων επισκόπων, πρεσβυτέρων και διακόνων στους είκοσι αιώνες που πέρασαν, ήσαν θυμιατίζοντες, και τα διανοητικώς καθυστερημένα παιδιά, πλημμυρισμένα, όπως το τόνισε και ο γέροντάς μας στην τελευταία επίσκεψή του, από φως, από σοφία, και από δόξα, πολλή δόξα. Και πολλή σοφία, και πολύ φως. Όμοια με των Αγίων.
Το ερώτημα που βάζω για μένα, πούμαι ανάξιος λειτουργός του Υψίστου, αλλά και για όλους τους ιερείς, επισκόπους και διακόνους των ημερών μας, που θυμιατίζουμε το επίγειο θυσιαστήριο της Αγίας Τραπέζης, στον όρθρο, στον Εσπερινό, και ειδικά στη Θεία Λειτουργία, άραγε θα αξιωθούμε εμείς του εικοστού αιώνος οι ιερωμένοι να θυμιατίζουμε και το υπερουράνιο θυσιαστήριο; Ή θα βρεθούμε στο αιώνιο σκοτάδι και στο άκτιστο πυρ της Κολάσεως θυμιατίζοντας τον Αρχισατανά και τα δαιμόνιά του; Ασφαλώς με την αμετανόητη κακία μας και την πονηριά μας, γι’ αυτό να παρακαλάτε τον Θεόν νάχουμε όλοι εμείς οι ιερείς μετάνοια αληθινά, και ασφαλώς πρώτος εγώ, ων πρώτος ειμί εγώ, αυτό το τόνισε επιγραμματικά ο Απόστολος Παύλος, - δεν θα του το πω εγώ για τον εαυτό μου; θάναι γελοίο να μην το πω και να μην το πιστεύω.
Μετάνοια, λοιπόν, είθε να χαρίζει ο Θεός σε όλους τους κληρικούς παντός βαθμού, σε όλους τους μοναχούς, Αγιορείτας και μη, μετάνοια και στους άρχοντας ημών, και στους αρχομένους, μετάνοια στον Ορθόδοξο Ελληνικό λαό, μετάνοια σ’ όλους εμάς.

Μετάνοια θέλει η εποχή μας. Να ’ρθούμε, πάλι, ξανά να δούμε την τρελή εποχή μας; Που μοιάζει με ζούγκλα αδηφάγων ζώων, παρά με κοινωνία λογικών ανθρώπων; Δεν το γενικεύουμε το κακό, αλλά έτσι παρουσιάζεται. Και κει θα καταλήξουμε. Παραταύτα, όμως, ακούγονται, που και που, κάποιες κραυγές αγωνίας, από μερίδες ανθρώπων που ανησυχούν για τον ηθικό ξεπεσμό και την ασυδοσία των πάντων, από το 1970 και μετά, μέχρι και σήμερα, και ποιος ξέρει το τι θα ακολουθήσει στα επόμενα χρόνια, και οι κραυγές αγωνίας είναι γιατί γεμίσαμε από όργια παιδεραστίας. Είπαν προχτές οι ειδήσεις το τρομακτικό ότι πληρώνουν και βιάζουν παιδιά δύο μηνών, τεσσάρων μηνών, έξι μηνών, τα οποία τα περισσότερα πεθαίνουν με αυτό τον βιασμό μετά. Πολλά τα δανείζουν εκεί που έγινε το φοβερό τσουνάμι. Τους έρριξε ο Θεός λίγο κατακλυσμό για να βάλουν μυαλό, αλλά που το μυαλό να μπει… Όργια λοιπόν παιδεραστίας … Ομοφυλοφιλίας, λεσβιασμού, πανσεξουαλισμού… Θέλουν να δημιουργηθούν τώρα και σύλλογοι άκουσα προχτές στις ειδήσεις. Σύλλογοι παιδεραστών λέει…. Επισήμων ομοφυλόφιλων.. Που θέλουν τώρα και γάμους. Τρελαθήκαμε τελείως ! Ούτε στα ζώα δεν συμβαίνει αυτό.
Κραυγές αγωνίας για τη βία. Για τις ταραχές, για την αναρχία, για τους πολέμους, για τους εμφυλίους σπαραγμούς, για τις εκτρώσεις. Έγιναν, βλέπετε, και νόμιμοι οι φόνοι. Γέμισε ακόμα και η Ελλάδα μας, η πατρίδα μας, από κλέφτες, κακοποιούς, φονιάδες, ταραχοποιούς, βιαστάς, αναρχικούς, ναρκομανείς, ναρκομανείς από δεκατριών ετών και πάνω, μέχρι τριάντα… Οι περισσότεροι δεν προλαβαίνουν να φτάσουν στα εικοσπέντε. Πεθαίνουν με μια σύριγγα στο χέρι. Από νέους και νέες, που καπνίζουν και μεθούν και οργιάζουν μέσα στην ανηθικότητα και στα νάιτ κλάμπ. Μόδα και συνήθεια τώρα, έγινε και το φαινόμενο των αγάμων μητέρων, τα διαζύγια πολλαπλασιάστηκαν... Σε μια Μητρόπολη είναι περισσότερα απ’ τους γάμους.
Και το φοβερότερον, χίλιες εκτρώσεις την ημέρα. Που; Στην Ορθόδοξη Ελλάδα, την πατρίδα μας.
Μη μας κακοφαίνεται, λοιπόν, άμα γεμίσει η Ελλάδα μέσα σε δέκα χρόνια από Αλβανούς και Πακιστανούς και δεν ξέρω τι άλλο.

Μου έκανε εντύπωση που διάβασα σ’ ένα περιοδικό για το εβδομήντα τοις εκατό (70%) των αθώων βουλευτών της Γαλλίας προ τριμήνου να εξεφράζει την ανησυχία της για τις διαστάσεις που πήραν τρία πράγματα, όπως το τόνισαν, και να σας πω ποια είναι αυτά τα τρία.
- Πρώτα-πρώτα για τις σατανόπληκτες, ανέφεραν, αιρέσεις, που διαφθείρουν τις παιδικές και νεανικές ψυχούλες, με τους προσηλυτισμούς, που εξασκούν επάνω τους, - το θεωρούν πνευματικό βιασμό. Και ζητούν και απαιτούν μέτρα εναντίον αυτής της καταστάσεως.
- Δεύτερον, τι θα γίνει με την διακίνηση των ναρκωτικών στους σχολικούς χώρους όλων των βαθμίδων της εκπαιδεύσεως, όπως θα λέγαμε, δηλαδή, Δημοτικά Σχολεία, Γυμνάσια, Λύκεια, Πανεπιστήμια. Δεν ακούγονται; Και τι δεν ακούγονται αυτές τις ημέρες; Τι να σας πω; Και μέτρα για την πάταξή τους.
- Και τρίτον, απ’ την έντονη βία και την αχαλίνωτη επιθετικότητα των νέων, να βρεθεί και δω τρόπος θεραπείας.
Αυτά, προ τριμήνου, από το 70% των Γάλλων βουλευτών. Δεν ξέρω τι πιστεύουνε και τι δεν πιστεύουνε αλλά εκφράζουν την ανησυχία τους για τα φαινόμενα αυτά που αναφέραμε και ασφαλώς πρέπει να είμαστε πολύ πιο ανήσυχοι και για όλα αυτά, όσα συμβαίνουν γύρω μας, στα σπίτια μας, που δεν έχουμε ασφάλεια πλέον. Όποτε θέλουν, μπαίνουν και, ό,τι θέλουν κάνουν μέσ’ στα σπίτια μας. Η οικογένεια είναι διαλελυμένη. Απ’ τις καρδιές μας διώξαμε, όχι μόνον απ’ τις δικές μας καρδιές, αλλά διώξαμε και απ’ τις καρδιές των παιδιών μας, καλά, εντάξει, εξαιρούνται οι παρόντες, αλλά διώξαμε, όμως, την Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη, τα ιερά και τα όσια της Παραδόσεώς μας και τα ιερά και τα όσια τα ήθη και τα έθιμα της πατρίδος μας. Είμαστε Έλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί και αυτό δεν το τιμούμε. Τώρα, εγώ, γιατί φωνάζω έτσι; Ποιος μ’ ακούει; Μ’ ακούτε σεις που φοβάστε λίγο το Θεό, η δική μου φωνή είναι πολύ φτωχή, δεν έχω ποιμαντορική αρχιεπισκοπική ράβδο για να την χτυπήσω κάτω και να μπω μέσα στη Βουλή και να υψώσω φωνή διαμαρτυρίας. Δεν έχω τέτοια ράβδο… Έχω μια μικρή φωνούλα, μια μικρή φωνούλα, α, τη λέω σε σας. Αν μπορείτε σεις να την πείτε σε κάποιον άλλον διπλανό σας, μπας και σωθεί κανένα παιδάκι μας και καμιά ψυχούλα, καλά θα είναι. Αλλά εκείνο που χρειάζεται είναι ότι πρέπει να ’χουμε λίγο φόβο Θεού παραπάνω, και λίγη προσευχή παραπάνω, και λίγη προσοχή παραπάνω, όλα τα συνθήματα είναι για τη διάλυση της οικογένειας. Για τα διαζύγια και για τις εκτρώσεις. Λέει ο άνδρας στη γυναίκα του «η φίλη μου». Και λέει η γυναίκα στον άντρα της «ο φίλος μου». Που καταντήσαμε! Και τα δείχνουν αυτά στα σήριαλ, ε; Η ανοχή στην ανηθικότητα έχει ξεπεράσει κάθε όριο λογικό. Ανοχή στη βία, ανοχή στις ηθικές διαστροφές, ανοχή στην καταστροφή των ηθικών αξιών, και ανοχή στη διάδοση του υλισμού και της αθεΐας και μύρια τόσα άλλα κακά. Που είναι η φιλοπατρία, που είναι η προβολή των ηρώων της πίστεως, που είναι η προβολή των ηρώων της πατρίδος, που είναι τα πρότυπα; Πρότυπο ήταν ο Καραϊσκάκης, και ο Κανάρης, και ο Μιαούλης, και ο Κολοκοτρώνης, και ο Μάρκος Μπότσαρης και τόσοι άλλοι. Πρότυπα είναι και οι Άγιοί μας, πότε προβάλλονται; Ποια πρότυπα προβάλλονται καθημερινά; Εσείς ξέρετε καλύτερα γιατί ίσως βλέπετε περισσότερο. Αυτά έχουν τα παιδιά μας.

Αλλά ήδη, όμως, ομιλώ εξήντα λεπτά και πρέπει να έχουμε πέρα από αυτά να συνεχίσω να πω και άλλα αλλά δεν θέλω για κανέναν άλλο η κασέτα, που θα βγάλουμε, να είναι περισσότερη από αυτά τα λεπτά. Γι’ αυτό διακόπτομε εδώ, εσείς θα μένετε με τα αληθινά και ζωντανά παραδείγματα, τα τρία που σας ανέφερα, ένα του πατρός Χερουβείμ με την παρουσία του Αγίου Λαυρεντίου, το άλλο με το νεαρό αυτό παληκάρι, το οποίον καλλιεργούσε πολύ έντονα την προσευχή, και το τρίτο με το θεϊκό όραμα του αρρώστου εκείνου του ιερέως, που ευρίσκετο και βρίσκεται ακόμα στο κρεβάτι του πόνου. Αυτά εμείς θα πάρουμε για σήμερα. Ε, και να κάνουμε τον πνευματικό μας αγώνα, στο σπίτι μας, στην οικογένειά μας, και αν μπορούμε σε κάποιον διπλανό μας, έχει καλώς, για να βγει κάτι ωφέλιμο. Γιατί θα έρθει η ώρα, θα φύγουμε απ’ αυτόν τον κόσμον, θα φύγουμε, και τι θα του πούμε του Θεού; Τι θα του πούμε; Τι απολογία θα δώσουμε;

Εύχομαι ο Πανάγιος Θεός να δώσει σε όλους μας φώτιση, να μπορούμε να κάνουμε τον καλό μας τον αγώνα και να φωνάξουμε σαν τον Απόστολο Παύλο, «τον καλόν αγώνα ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα, ιδού εναπόκειταί μοι ο της ζωής στέφανος». Αυτό να μπορούμε να πούμε στον Θεόν. Και μπορούμε να το πούμε, με λίγη προσπάθεια, με μικρό καθημερινό αγώνα, με συμμετοχή στα μυστήρια, με προσοχή στις σκέψεις, στα λόγια και στα έργα μας, και ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείπει. Θα μας πει, στο τέλος, έστω και αν πράττουμε τα λίγα, και αν τα ελάχιστα εφαρμόζουμε, θα μας πει «ευ δούλε αγαθέ και πιστέ, επι ολίγα ης πιστός, επί πολλών σε καταστήσω, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου».

Αμήν