Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2006

Τό Δείπνο τής Θείας Σοφίας σε σχέσι μέ τήν διεστραμένη εποχή μας



195-β
Κυριακή 17.12.2006

Χριστιανοί μου, το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, αναφέρεται στην παραβολή του μεγάλου δείπνου, όπως και ακούσατε. Για το μεγάλο αυτό δείπνο έχομε μιλήσει πολλές φορές στο παρελθόν, είπαμε μάλιστα σε κάποιο κήρυγμα, πριν από δέκα χρόνια, ότι αυτό το δείπνο μπορεί να είναι το δείπνο της Θείας Ευχαριστίας, το δείπνο της Θείας Χάριτος, το δείπνο της Άνω Ιερουσαλήμ και το δείπνο της κρίσεως του Θεού.
Οι πνευματικές αναλύσεις που κάναμε τότε, μας ωθούν πνευματικά στο να αυξήσομε και μείς τους πνευματικούς μας αγώνες, με τρόπους πατερικούς, ορθοδόξους και ασκητικούς, για να πετύχουμε με τη βοήθεια του Θεού την κάθαρση από τα πάθη μας, το φωτισμό και την τελείωσή μας, δηλαδή την εν Χριστώ σωτηρία μας.
Το κήρυγμα αυτό είναι γραμμένο στην κασέτα εκατόν τριάντα επτά.
Εκτός όμως χριστιανοί μου από το τετραπλό αυτό δείπνο, το πολύμορφο και ουράνιο, έχουμε και το καθημερινό δείπνο, το Ευαγγελικό δείπνο, με την μελέτη και την πράξη της Θεϊκής διδασκαλίας της Καινής Διαθήκης, όπως και του Ψαλτηρίου και των λοιπών βιβλίων της Αγίας Γραφής.
Οι ανθρώπινες γνώσεις και επιστήμες και ιδέες και φιλοσοφίες, όλες διδάσκονται από ειδικές κατηγορίες, μορφωμένων, θα πω, ανθρώπων, είτε προφορικά, είτε γραπτά.
Έχουμε όμως και τη Θεία Γνώση.
Έχουμε και τη Θεία Σοφία που προσφέρεται από τον Θεόν, μέσα από την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, με τρόπο αποκαλυπτικό.
Όταν διαβάζεις χριστιανέ μου συ, και συ το Ευαγγέλιο, δεν μορφώνεσαι, αλλά φωτίζεσαι.
Και φωτίζεσαι, και φωτίζομαι, και φωτιζόμεθα όλοι μας όταν έχουμε πίστη φλογερή και αγάπη ενεργουμένη προς τον Θεόν και τον πλησίον, εξ όλης ψυχής και καρδίας, ισχύος και διανοίας, ακόμα και προς τους εχθρούς μας.
Όταν έχουμε ακόμη αγρυπνία στις σκέψεις και στους λογισμούς.
Προσοχή στις αισθήσεις και μάλιστα στα μάτια μας που διαρκώς αρπάζουν και αμαρτάνουν.
Εγκράτεια στη γλώσσα μας, αχ αυτή η γλώσσα μας, που κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει, αληθινή μετάνοια και συντριβή, ταπεινό φρόνημα, ακρίβεια στην τήρηση των εντολών του Αγίου Θεού, ταπείνωση στο νου και στην καρδιά, δηλαδή «κεκαθαρμένον στόμα, ηγνισμένον σώμα, πεφωτισμένον νουν», κατά την έκφρασιν του Αγίου Ιωάννου του Σιναϊτου, και τέλος θέληση και καλή προαίρεση.
Όλα αυτά μαζί, μας διδάσκουν, μας φωτίζουν, και μας συνετίζουν κατά χάριν. Ο θείος φωτισμός της καρδιάς και του μυαλού μας, είναι δωρεά και χάρισμα της θείας σοφίας, και όποιος από μας τους κληρικούς, αλλά και από σας τους λαϊκούς, αγωνίζεται φιλότιμα αλλά και Ορθόδοξα, και διδαχτεί εξ αποκαλύψεως από τον Θεόν τη θεία σοφία, αυτός όχι μόνον φωτίζεται, όχι μόνον αποκτά διάκριση και καλοσύνη πολλή, αλλά και κατανοεί τα πάντα, θεία και ανθρώπινα, ουράνια και γήινα.
Ο Θεάνθρωπος Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, δεν άνοιξε κανένα βιβλίο για να διδάξει τους μαθητάς και Αποστόλους Του, αλλά «διήνοιξε αυτών τον νουν, του συνιέναι τας Γραφάς». Το ίδιο συμβαίνει και σ’ όλους εμάς.
Δηλαδή φωτιζόμεθα κατά χάριν, και μας προσφέρονται λύσεις σε όλα τα προβλήματα.
Βλέπουμε δηλαδή τη λύση του Θεού.
Βλέπουμε ακόμα, βλέπουμε την Πρόνοια του Θεού, βλέπουμε ακόμα και λειτουργία του πνευματικού νόμου, που η συνισταμένη τους, έχουν σαν σκοπό την σωτηρία του καθενός από μας χωριστά, αφού ο Θεός δε θέλει τον θάνατο κανενός αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζείν αυτόν.
Φωτισμός σε σένα και φωτισμός σε μένα. Χάρις σε σένα, Χάρις και σε μένα. Φωτισμός, Χάρις και Σοφία σε όλους μας, αλλά με προϋποθέσεις.
Η πρώτη προϋπόθεσις είναι ότι το δοχείον της καρδιάς μας οφείλει να είναι ανοικτό, δεκτικό της Θείας Χάριτος και φωτισμού, δηλαδή πνευματικός σκληρός αγώνας με την τήρηση των Ευαγγελικών εντολών και την αντίστοιχη καλλιέργεια των αρετών, τη συμμετοχή μας στα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας μας, Θείας Λειτουργίας, Θείας Ευχαριστίας, Ιεράς Εξομολογήσεως και συνεχής εκζήτησις του Θείου Ελέους, με πολλή προσευχή και δάκρυα, για να μας φωτίζει ο Θεός, για να μας φωτίζει ο Θεός σε τι; Στο να μπορούμε να αντιμετωπίζουμε όχι μόνον τις διάφορες φουρτούνες της ζωής, με τις αρρώστιες, τους πειρασμούς και την πολλή την γκρίνια που έχομε στα σπίτια μας και την ακατανοησία που δείχνουμε ο ένας απέναντι του άλλου και την έλλειψη της υπομονής, γιατί δεν έχουμε υπομονή, γιατί δεν ξέρουμε να συγκρατούμε την γλώσσα μας και αναστατωνόμεθα κάθε τόσο, και φέρομε ταραχή και πειράζομε τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, και ο δικός μας διχασμός είναι διχασμός και των ψυχών αυτών των αθώων παιδιών.
Όχι μόνον λοιπόν, μας φωτίζει ο Θεός στο να μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτές τις φουρτούνες, αλλά και πως θα μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τις κοινωνικές μάστιγες που διαβρώνουν τα παιδιά και τα εγγόνια μας μέσα στα σχολεία ακόμα, Δημοτικά, Γυμνάσια, Λύκεια, φροντιστήρια, Πανεπιστήμια, από τις συμπεριφορές των άλλων παιδιών, αγοριών και κοριτσιών, από τις διαστροφές στις ηθικές αξίες πατρίδος πίστεως και οικογένειας που σερβίρονται στους χώρους διασκεδάσεως, στα ανήθικα θεάματα, στις σειρές και στα σήριαλ των τηλεοράσεων, στο Internet και στις ιστοσελίδες και στις νέες παραμορφωμένες ανιστόρητες ιδέες, και συνθήματα που κυκλοφορούν χωρίς ηθικούς φραγμούς, αλήθεια, πως θα διαφυλάξομε τα παιδιά μας χωρίς προσευχή, χωρίς αγρυπνία, και νηστεία όταν βγαίνουν έξω για τις δήθεν αθώες διασκεδάσεις τους. Ακόμα και όταν βγαίνουν στην αγορά και στο δρόμο και στο πάρκο ακόμα και στις παιδικές χαρές.
Ποτάμια πρέπει να γίνουν τα δάκρυά μας για να διατηρηθούν αγνά τα παιδιά και τα εγγόνια μας και όλα τα Ελληνόπουλα. Από την διάχυτη ανηθικότητα των ημερών μας, μην κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλο, διάχυτη είναι η ανηθικότητα. Από την επιρροήν των ναρκωτικών, των τσιγάρων και των ποτών, ακόμα και απ’ την παιδεραστία. Και κυρίως απ’ την ομοφυλοφιλία, ανδρική και γυναικεία, που δυστυχώς παίρνει και στην πατρίδα μας ανησυχητικές και τρομακτικές διαστάσεις.
Αλήθεια ξαναρωτώ: Πώς θα διαφυλάξουμε τις ψυχές των παιδιών μας αλλά και τις δικές μας όταν από τα σπίτια μας και τις καρδιές μας διώξαμε το Θεό;

Χριστιανοί μου «στώμεν καλώς».
Δυστυχώς είναι παρατηρημένο ότι απ’ την Ορθόδοξη Ελλάδα μας λείπει ο φόβος του Θεού. Λείπει η ευλάβεια προς τα θεία, όπως λείπει και ο εκκλησιασμός, η εξομολόγησις και η Θεία Κοινωνία. Πόσοι είναι αυτοί που έρχονται, ούτε πέντε τα εκατό, μακάρι να ήταν δέκα και είκοσι. Λείπουν δυστυχώς από τους περισσοτέρους νεοέλληνες Ορθοδόξους χριστιανούς, η νηστεία, η αγρυπνία, η εγκράτεια και ειδικά η προσευχή. Λείπει και η μελέτη της Γραφής και κατά το πλείστον επικρατεί η άγνοια και η αδιαφορία. Να ξαναρωτήσω πως θα σωθεί η δόλια πατρίδα μας; Πως θα σωθούν τα παιδιά και τα εγγόνια μας; Πως θα φυλαχτούμε και μείς από το τόσο κακό που υπάρχει γύρω και μέσα μας; Να απαντήσω Πατερικά, «με προσευχή και μετάνοια». Με προσευχή και δάκρυα, με προσευχή και πνεύμα ταπεινό, με προσευχή και σιωπή. Σιωπή και στα χείλη και στο νου. Με προσευχή και εγκράτεια. Με προσευχή και κρυφή ελεημοσύνη. Με προσευχή και υπακοή στο θέλημα του Θεού. Με προσευχή και αγρυπνία. Με προσευχή και σφράγισμα της γλώσσης, το είπα πολλές φορές και επιμένω. Με προσευχή, με εξομολόγηση, με Θεία Κοινωνία. Με υπομονή και μακροθυμία. Με ζωντανή την πίστη και ενεργουμένη την αγάπη.
Ας σταματήσουμε όμως εδώ τις ανησυχίες μας για τα φανερά σημάδια, τα κακά φανερά σημάδια των καιρών μας, και των ημερών μας, και ας σταθούμε μόνο στην πνευματική μας άμυνα, με πολλή προσευχή και μετάνοια, με φόβον Θεού και Θεία Λατρεία.
Η πνευματική μας άμυνα που στηρίζεται αποκλειστικά και μόνον στη βοήθεια του Θεού και στην καλή μας προαίρεση, είναι και αυτό ένα δείπνο της Θείας Χάριτος.
Αναζητάμε το Θείον έλεος για να καθαριστούμε από το πλήθος των ψεκτών παθών μας, να φωτισθούμε και στη συνέχεια να φυλαχτούμε και μείς και τα παιδιά μας, από το διάχυτο κακό που τόσο εύκολα μας προκαλεί και μας διαβρώνει.

Και έρχονται και Χριστούγεννα.
Οι περισσότεροι νεοέλληνες Ορθόδοξοι χριστιανοί, θα περάσουν Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν, καρδιές άδειες κρύες και παγωμένες. Ο Χριστός δεν βρίσκεται στα ρεβεγιόν, στους στολισμούς του δυτικού πολιτισμού, στις διασκεδάσεις, στις εκδρομές και στο φαγοπότι. Ο Χριστός βρίσκεται στην εκκλησία, στους ιερούς ναούς και στα μυστήρια, στην προσευχή και στη μετάνοια, και μόνον έτσι θα ανακληθεί στις καρδιές μας, για να ζήσουμε και μείς αληθινά Χριστούγεννα.
Πρέπει να πάμε όλοι οι Έλληνες την ημέρα των Χριστουγέννων, απ’ τις τέσσερεις το πρωί αν μπορούμε, και να γεμίσουμε τους ναούς μέσα και έξω, να είναι αδιαχώρητες ακόμα και οι πλατείες για να δοξολογήσουμε τον Χριστό, που ήρθε στον κόσμο για να μας σώσει, όπως οι άγγελοι, να Τον προσκυνήσουμε όπως οι ποιμένες, και να Του προσφέρομε της καρδιάς μας τον χρυσόν, λίβανον και σμύρναν, όπως οι τρείς μάγοι με τα δώρα. Και κείνος θα έρθει και θα κάμει φάτνη τις καρδιές μας, είτε με τη Θεία Χάρη που πλημμυρίζει τους ναούς, είτε με την Θεία Κοινωνία. Και τότε ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, θα μας βεβαιώσει και θα μας πει: «Είμαι μέσα σου, είμαι ο Κύριος και ο Θεός σου, είμαι ο Σωτήρας σου, είμαι ο Ων και ο Ην και ο Ερχόμενος, είμαι η Ζωή και η Ανάστασις, είμαι η δική σου ζωή» και θα πει και σε σένα, και σε σένα, και σε μένα «Είμαι ο Πατέρας σου, είσαι το παιδί Μου, για σένα ήρθα, για σένα γεννήθηκα ως άνθρωπος, για σένα Σταυρώθηκα, για σένα αναστήθηκα, για να σε σώσω».

Ναι χριστιανοί μου,
στο Σωτήρα μας και Κύριον Ιησούν Χριστόν,
ανήκει πάσα δόξα τιμή και προσκύνησις,
τώρα και πάντοτε και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,

Αμήν.

Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2006

Η αισθητή παρουσία τών Θείων ενεργημάτων τού Αγίου Πνεύματος στη Θεία Λειτουργία καί η δική μας στάση



195-α
Κυριακή 3.12.2006

Χριστιανοί μου σήμερα είναι παραμονή της εορτής της Αγίας Βαρβάρας και συγχρόνως το πανηγύρι του Ναού μας. Η Αγία μας από σήμερα το πρωί, συμμετέχει μαζί μας στο θαύμα των θαυμάτων, που πραγματοποιείται σε κάθε Θεία Λειτουργία, όταν το Άγιον Πνεύμα κατέρχεται και μεταβάλλει τον άρτον και τον οίνον, σε Σώμα και Αίμα
Ιησού Χριστού.

Η Αγία Τράπεζα του ναού μας, είναι θεμελιωμένη πάνω στο αίμα και στα ιερά λείψανα της Αγίας Βαρβάρας. Κάθε τέτοια μέρα που η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη της, μαζί με το Άγιον Πνεύμα το εξ ουρανών κατερχόμενον, και δορυφορούμενον από τις Ασώματες Δυνάμεις των Αγγέλων και Αρχαγγέλων, για την Θεϊκή και σωτήρια για μας, μεταβολή των Τιμίων Δώρων, συμπαρίσταται και η Αγία Βαρβάρα με φόβον, με δέος και δοξολογία.
Και δεν συμπαρίσταται μόνον η Αγία μας, αλλά και όλοι οι χοροί των Αγίων, δηλαδή των Προπατόρων, των Πατέρων, των Πατριαρχών, των Προφητών, των Αποστόλων, των κηρύκων και ιεραποστόλων, των Ευαγγελιστών, των μαρτύρων, των Ομολογητών, των μεγάλων Ιεραρχών και Οικουμενικών διδασκάλων, των οσίων και Θεοφόρων Πατέρων ημών, των συγκροτησάντων τας Οικουμενικάς Συνόδους, των εγκρατευτών, των αναχωρητών και των οσίων των εν ασκήσει διαλαμψάντων, των ιερομαρτύρων και παιδομαρτύρων, και παντός πνεύματος εν τω κόσμω τούτω δικαίου, και εν πίστη τετελειωμένου.

Αλλά να, που μαζί με την Αγία Βαρβάρα και τους χορούς όπως είπαμε των Αποστόλων, των Αγίων και των δικαίων, συμμετέχουμε και μείς όλοι οι εκκλησιαζόμενοι πιστοί χριστιανοί, και μαζί με σας, και εγώ, ο ελεεινός και ταλαίπωρος παπάς, στο μέγιστον αυτό θαύμα του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.
Έτσι τα πάντα, επίγεια και επουράνια, δηλαδή εμείς όλοι οι κληρικοί παντός βαθμού, αλλά και σεις όμως οι λαϊκοί, οι εκκλησιαζόμενοι Ορθόδοξοι πιστοί χριστιανοί, όλοι μαζί συλλειτουργούμε το βασιλικότερο των μυστηρίων, στη Θεία Ευχαριστία, στη Θεία Λειτουργία, στη Θεία Λατρεία, είτε αυτή τελείται σε κάποιον μεγαλοπρεπέστατον ναόν, είτε και στο πιο τελευταίο εγκαταλελειμμένο ερημοκκλήσι.
Και η συμμετοχή μας είναι ζωντανή, θερμή και πραγματική, όταν προσερχόμεθα μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, στο Ποτήριον της Ζωής.

Οι μαρτυρίες είναι πολλές και γι’ αυτόν ακόμα τον απλόν εκκλησιαζόμενον χριστιανόν, που έχει όμως φόβον Θεού.
Κάποια μέρα χριστιανοί μου, ο Άγιος Σέργιος του Ραντονέζ, τελούσε τη Θεία Λειτουργία, και ως βοηθό του είχε στο Άγιον Βήμα έναν μοναχό, τον πατέρα Σίμωνα. Κατά την διάρκεια που εψάλετο ο Χερουβικός ύμνος, και ετοίμαζε το θυμιατό ο μοναχός, βλέπει εντελώς ξαφνικά, να έρχεται από το πουθενά μια μεγάλη στήλη φωτιάς, που εκάλυψε κατά πρώτον την Αγία Πρόθεση, όπου ήταν τοποθετημένα τα Τίμια Δώρα, και ύστερα ως αστραπή εκάλυψε ολόκληρη την Αγία Τράπεζα μαζί με το Άγιον Αρτοφόριον. Και παρέμεινε εκεί, ως υπέρλαμπρη φωτοχυσία, μέχρι τη στιγμή που έπιασε ο Άγιος Σέργιος το Άγιον Ποτήριον, για να κοινωνήσει του Παναγίου Αίματος. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η θεϊκή αυτή φωτοχυσία, εισήλθε αστραπιαίως ως γλώσσα θείου πυρός, μέσα στο Άγιο Ποτήριο. Και έτσι κοινώνησε ο Άγιος.
Ο μοναχός Σίμων βλέποντας το υπερφυσικό αυτό φαινόμενο, πλημμύρισε από φόβο, από δέος, από θαυμασμό, από τι άλλο θέλετε, αλλά και από τρόμο. Ο Άγιος το κατάλαβε και στο τέλος τον ρώτησε τι του συνέβη και κείνος απάντησε:
- Πατέρα μου και γέροντά μου, είδα κάτι το θεϊκό. Είδα με τα σωματικά μου μάτια, την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, από τον Χερουβικό Ύμνο και μετά, ως φλόγα Θείου Πυρός, όχι μόνο να καλύπτει την Ιερά Πρόθεση και την Αγία Τράπεζα και πολύ περισσότερο βέβαια, τα Τίμια Δώρα στον καθαγιασμό τους, αλλά και αισθητά να είναι μαζί σου. Και απ’ έξω, και από μέσα σου.
Τότε ο Άγιος του είπε:
- Να μην πεις τίποτα σε κανέναν, έως ότου ο Κύριος με καλέσει κοντά Του.

Να λοιπόν χριστιανοί μου, πως αποκαλύπτονται οι ακατάληπτες ενέργειες του Αγίου Πνεύματος σε κάθε Θεία Λειτουργία, από την πιο απλή που τελείται σε ένα οποιοδήποτε μικρό ή έρημο εκκλησάκι, μέχρι και την πλέον πανηγυρική Θεία Λειτουργία, αλλά δυστυχώς ελάχιστοι βλέπουν τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος με τα αισθητά τους μάτια.
Αρκετοί όμως χριστιανοί, και πιστεύω πως και από σας μερικοί, έχουν μια πνευματική αντίληψη από την αισθητή παρουσία της Θείας Χάριτος, των Αγγελικών Δυνάμεων και των Αγίων, με μια βαθειά συναίσθηση της αμαρτωλότητός των, με άκρα ταπείνωση και συντριβή, με συστολή και κατάνυξη, με ησυχία λογισμών και αισθήσεων, το επαναλαμβάνω αυτό, με ησυχία λογισμών και αισθήσεων, με δάκρυα στα μάτια, κρυφά και φανερά, και με άλλες πνευματικές καταστάσεις που δεν περιγράφονται.

Το ζητούμενο όμως χριστιανοί μου είναι, το πώς οι περισσότεροι από μας, και τους κληρικούς και τους λαϊκούς, το πώς ιστάμεθα μέσα στον Ιερό Ναό σε κάθε Θεία Λειτουργία.
Την απάντηση μας την δίνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, από το βιβλίο του «Χριστοήθεια». Ας τον ακούσομε με μια μικρή διασκευή, και που αρχίζει με τις ερωτήσεις:
- Πού είναι το μυαλό σας χριστιανοί μου όταν εκκλησιάζεστε; Δεν αισθάνεσθε ότι βρίσκεσθε στον ουρανό; Ή νομίζετε ότι είσθε στο παζάρι, -όπως θα λέγαμε δηλαδή στη λαϊκή αγορά-. Ή νομίζεται ότι είσθε στο θέατρο. -Εμείς θα λέγαμε μπροστά στις οθόνες των τηλεοράσεων-. Ή στο σπίτι και στην κουζίνα σας; Μήπως νομίζετε ότι είστε σε κάποια κοσμική κοινωνική συγκέντρωση ή ακόμα και στη δουλειά σας; Άρα γι’ αυτό μιλάτε μεταξύ σας μέσα στο ναό, γιατί το μυαλό σας, η σκέψη σας και η γλώσσα σας, είναι στα μάταια πράγματα τούτου του κόσμου. Ούτε οι μεταξύ σας χαιρετισμοί και ασπασμοί επιτρέπονται, ούτε και πολύ περισσότερον οι ομιλίες και ο θόρυβος. Και αντί να κλείσετε τα μάτια σας και να λέτε από μέσα σας την προσευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», ή άλλα αιτήματα ή δοξολογία και ευχαριστία προς τον Θεόν, εσείς χάσκετε. – Επί λέξει σας τα διαβάζω – Χαζεύετε βλέποντας δεξιά και αριστερά. Πότε προς τα δω και πότε προς τα κει. Τι φοράει η μια, πως κάνει το Σταυρό της η άλλη, πως κάθεται, πως σηκώνεται, -και να προσθέσω και γω-, αχ, η τάδε μας κάνει και τη θεούσα, κοιτάξτε τώρα τελευταία μας φοράει και μαντίλα. Και η κατάκρισις από μέσα σας και το κουτσομπολιό, πάει σύννεφο. Και άλλα πολλά, που είναι αμαρτωλή αργολογία του νου. -Και συνεχίζει ο Άγιος-: Τι κάμνεις χριστιανέ μου, δεν βλέπεις, δεν καταλαβαίνεις; Ότι ολόκληρη η Αγία Τριάδα, ο Ένας Τριαδικός Θεός, συντρέχει με όλους τους χορούς των αγγέλων και των Αγίων, στα τελεσιουργούμενα του φοβερού μυστηρίου της Θείας Λειτουργίας; Και συ δεν τρέμεις; Δεν φοβάσαι; Δεν τρομάζεις; Γιατί στέκεσαι με τόση αναίδεια και τόση ανευλάβεια μπροστά στο Άγιο Βήμα; Μπροστά στη Ωραία Πύλη και μάλιστα μπροστά στο Άγιον Ποτήριον, με τη Θεία Κοινωνία στο στόμα; Στον ουρανό βρίσκεσαι! Και συ με το μυαλό σου τρέχεις στα γήινα, στα μάταια και στα κοσμικά; Οι Άγγελοι και οι Άγιοι είναι δίπλα σου και τριγύρω σου, και συ συνομιλείς και χασκογελάς με το διπλανό σου; Πως επιτρέπεις στον εαυτό σου, με το σώμα σου να είναι μέσα στο ναό, και με το μυαλό σου έξω στον κόσμο;
Αυτά τα λόγια του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου χριστιανοί μου, είναι μεν ελεγκτικά, αλλά όχι υπερβολικά. Τις ίδιες παρατηρήσεις κάμει ιδιαιτέρως, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στους εκκλησιαζομένους χριστιανούς εκείνης της εποχής, και μάλιστα ήταν και αυστηρότερος. Πολλά υπάρχουν σήμερα και σε μετάφραση, που μπορείτε να διαβάσετε. Όπως επίσης και άλλοι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Αλλά δεν είναι υπερβολές, αλλά μια τραγική πραγματικότητα.
Από τον καιρό που ο Πρωτόπλαστος Αδάμ, έπεσε στη παρακοή, ημαυρώθη το κατ’ εικόνα και εσκοτίσθη ο νους του ανθρώπου. Εξορίσθη από τον Παράδεισον του Θεού, και από τότε ο νους του περιπλανάται έξω από αυτόν, έξω από τον εαυτό του. Έξω από την καρδιά του, και ψάχνει, και ψάχνει και γυρίζει πότε από δω και πότε από κει, για να βρεί το χαμένο του Παράδεισο. Είναι ο ταλαιπωρημένος αλήτης, ο άστεγος πνευματικά. Γι’ αυτό και διαρκώς ο νους και ο νους μας μετεωρίζεται. Πότε στην καθημερινότητα, πότε στις βιοτικές μέριμνες, πότε σε έμμονες ιδέες και σκέψεις, πότε στα βάσανά μας, στις θλίψεις και στις στεναχώριες της ζωής, πότε σπρώχνεται πάλι ακόμα και σε σκέψεις αμαρτωλές, ή βλασφημίας, ή πονηρίας, ή κακίας, ή αμφιβολίας, ή και γογγυσμούς ακόμα κατά του Αγίου Θεού. Και τις περισσότερες φορές ο νους μας βρίσκεται στο πως θα ικανοποιήσει τα πάθη του και θα τροφοδοτήσει τις αδυναμίες του, πιστεύοντας πως εκεί βρίσκεται η χαμένη του πατρίδα και ευτυχία.
Μετεωρισμούς και πολέμους λογισμών, είχαν και έχουν ακόμα και οι ασκηταί, και οι αναχωρηταί και γενικά όλοι οι μοναχοί και όλοι εμείς οι κληρικοί, αλλά και σεις. Ο απλός μετεωρισμός και η προσβολή των ακαθάρτων λογισμών, των αισχρών και των βλασφήμων, καταπολεμούνται πρώτον με την καταφρόνηση και την αδιαφορία, - τάχουμε πει αυτά πολλές φορές -, δεύτερον με το να επικαλούμεθα το έλεος του Αγίου Θεού, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», τρίτον με τον αντιρητικόν λόγον και τέταρτον με την μνήμην του θανάτου.

Ο χαμένος Παράδεισος ξαναβρέθηκε και είναι ο Χριστός, είναι Αυτός που με το Άγιον Βάπτισμα και το Άγιον Χρίσμα ενθρονίστηκε μια για πάντα στις καρδιές μας.
Η επιστροφή όμως του νου μας, μέσα στις καρδιές μας, γίνεται κυρίως με δύο τρόπους.
Με την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» και με την Θεία Κοινωνία.
Βέβαια υπάρχει η τήρησις των εντολών, η καλλιέργεια των αρετών, η μελέτη των Γραφών, η πρόοδος η πνευματική του ανθρώπου μέσα απ’ τους μακαρισμούς και τόσα άλλα.
Αλλά σε όλες τις περιπτώσεις και της πνευματικής Θεοκοινωνίας, και της Μυστηριακής, ο ίδιος ο Τριαδικός Θεός, συγκαταβαίνει και εισέρχεται μέσα μας, και κάνει κατοικία και ναό την καρδιά μας.
Άρα σε κάθε Θεία Λειτουργία, ας είναι πανηγυρική, ας είναι απλή καθημερινή, ας είναι μέσα οι εκκλησιαζόμενοι τρείς και πέντε, δύο και ένας, οφείλουμε να συμμετέχουμε όχι ως περιπλανώμενοι Βεδουίνοι, αλλά με φόβο και τρόμο, με πίστη και αγάπη, με προσοχή και αφοσίωση, με συστολή και κατάνυξη, με δάκρυα και πένθος.
Διότι σ’ Αυτόν τον Χριστόν και Σωτήρα μας, ανήκει και πρέπει,
πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις,
τώρα και πάντοτε,
και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,

Αμήν.