Κυριακή, 29 Απριλίου 2007

Η συναίσθησις τής ευθύνης γιά την αμαρτωλότητά μας



201-γ
29.4.2007 Κυρ. τού Παραλύτου

Ήδη «υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον τι σοι γένηται».
«Μηκέτι αμάρτανε».
Έχουν πολύ μεγάλη σημασία χριστιανοί μου αυτές οι δυό οι λέξεις.
Το «μηκέτι αμάρτανε», που εξεφωνήθησαν από το στόμα του Ιησού Χριστού του αληθινού Θεού ημών. «Μην ξαναμαρτήσεις».
Βαραίνουν όχι μόνον τον κάθε άνθρωπο χωριστά, και μάλιστα τον ορθόδοξο χριστιανό, αλλά και ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Βαραίνουν εμένα χωριστά, «μηκέτι αμάρτανε».
Βαραίνουν και σένα χωριστά, και σένα και σένα, «μηκέτι αμάρτανε».
Αυτό σημαίνει ότι η αμαρτία από ατομική υπόθεσις γίνεται και συλλογική. Έχει δηλαδή την προέκτασή της προς τα παιδιά μας, προς τον σύντροφον της ζωής μας, προς τους συγγενείς μας και τους οικείους, προς τους φίλους και τους εχθρούς, και προς αυτήν την κοινωνίαν και κατ’ επέκτασιν προς ολόκληρην την ανθρωπότητα.
Ίσως με ρωτήσετε γιατί. Γιατί όλοι μας υπαγόμεθα στην ίδια ανθρώπινη φύση. Καταγόμαστε από από τον ίδιο άνθρωπο, από το πρώτο ζευγάρι, το οποίον εδημιούργησε ο Θεός, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση.
Άμάρτησε το πρώτο ζευγάρι και η αμαρτία κληρονομήθηκε σε ολόκληρη την ανθρωπότητα σα να λέμε σε όλον τον άνθρωπον.
Είπα, άρα ή προσωπική μου αμαρτία και η προσωπική σου αμαρτία, η προσωπική σου αμαρτία δεν είναι ιδιωτική μας υπόθεση.
Δεν αμαρτάνω μόνον εγώ, δεν αμαρτάνεις μόνον εσύ, το άλφα πάθος μου και η βήτα αδυναμία μου, και η τρίτη ιδιοτροπία σου, και το τέταρτο κουσούρι σου το ανώμαλο, δεν αφορά μόνον εσένα και μένα. Δεν κάνει μόνον κακό στον εαυτό μας, αλλά οι συνέπειές του επηρεάζουν όπως είπα κατά πρώτον λόγον άμεσα άμεσα την οικογένειά μας και κατά δεύτερον λόγον όλους εσάς και μαζί με σας και ολόκληρη την κοινωνία που μας περιβάλλει.
Έτσι λοιπόν γινόμαστε υπεύθυνοι για το κάθε κακό που συμβαίνει γύρω μας.
Δύσκολα να το καταλάβομε, γιατί δεν το ψάχνομε.
Άμα όμως λοιπόν γινόμασταν λιγάκι περισσότερον προσεκτικοί, θα το καταλαβαίναμε, το κακό όπως και το καλό.
Οι αμαρτίες όπως και οι αρετές, η αδικία όπως και η δικαιοσύνη, το ψέμα όπως και η αλήθεια, δεν επηρεάζουν μόνον εμένα είτε θετικά είτε αρνητικά, επηρεάζουν και σας.
Δεν αφορούν όλα αυτά που ανέφερα σε τέσσερεις κατηγορίες μόνον εμάς, αλλά έχει και τις κοινωνικές του διαστάσεις, είτε αυτές είναι θετικές είτε αυτές είναι αρνητικές, και ειδικότερα μέσα στο σώμα της Εκκλησίας.
Σε μας δηλαδή τους χριστιανούς, και από μας περνούν σε όλο τον κόσμο. Είτε έμεσα, είτε άμεσα.
Με δυό λόγια. Είμαι υπεύθυνος και φταίω για όλα. Άρα είμαστε όλοι μας υπεύθυνοι και φταίμε για όλα.
Για όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας, πρώτα μέσα μας και ύστερα γύρω μας. Είτε το περιβάλλον είναι στενό, είτε είναι λίγο πιο απομακρυσμένο.
Επηρεάζομε ολόκληρη την κοινωνία. Αυτήν την αλήθεια δεν θέλομε να την ακούσομε.
Ούτε καν να τη συζητήσουμε. Δεν μας αρέσει. Δεν την πιστεύομε.
Για όλα τα κακά φταίνε μόνον οι άλλοι. Και μόνον οι άλλοι. Και δεν φταίμε εμείς.
Δεν λέμε σχεδόν ποτέ, «εγώ φταίω», ή «εμείς φταίμε».
Οι αμαρτίες μας φταίνε. Και μέσα σ’ αυτές τις αμαρτίες είναι και η δική μου η αμαρτία.
Νομίζετε ότι όλο αυτό το παγκόσμιο κακό που γίνεται μέσα σήμερα στον κόσμο, και ήρθε και στην πατρίδα μας, την ορθόδοξη Ελλάδα μας, ότι εμείς δεν έχομε βάλλει καθόλου το χεράκι μας;
Τόχουμε βάλλει και τόχουμε παρα-βάλλει το χέρι της αμαρτίας. Γι’ αυτό είπε «μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον τι σοι γένηται». Σταμάτα ν’ αμαρτάνεις.
Σταματάτε ν’ αμαρτάνετε, άνθρωποι του Θεού, για να μη σας συμβούν αύριο τα χειρότερα.
Ας πούμε για παράδειγμα, να πούμε ένα παράδειγμα, ότι κάποιον από μας τον βλέπουμε να εμπλουτίζεται και να χαριτώνεται από την Χάρη και την Ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Και τον καταλαμβάνει σήμερα. Κι επειδή τον κατέλαβε σήμερα η Θεία Χάρις, ολόκληρη και μέσα και έξω, αυτή η Χάρις είναι οφθαλμοφανής, φαίνεται δηλαδή. Δεν κρύβεται.
Κι όχι μόνον δεν κρύβεται αυτή η Χάρις, αλλά έχει και μια ευεργετική επίδραση, όχι μόνον πάνω σε αυτόν που την έχει αλλά και σε όσους από μας πλησιάζουμε αυτόν τον άνθρωπο, ή θα τον πλησιάσουμε ύστερα από λίγο.
Και επηρεάζει βέβαια άμεσα πρώτα ή θα επηρεάσει την οικογένειά του, τα αδέλφια του, τους συγγενείς, τους φίλους, το οικείον περιβάλλον, τη δουλειά, και κάθε άλλον με τον οποίον θα έλθει αυτός σε επαφή.
Θα διαπιστώσουν και οι άλλοι αλλά και σεις οι ίδιοι, όταν πλημμυρίσετε από τη Χάρη, ότι είστε πολύ ήρεμοι, είστε πραείς, είστε σιωπηλοί, είστε ανεκτικοί, είστε μακρόθυμοι, με πολλή τη συγγνώμη και την αγάπη μέσα σας, με πολλή πολλή κατανόηση, και βλέπουμε με πόσο πολύ ενδιαφέρον σκύβει μέσα στην καρδιά μας και στον δικό μας πόνο. Και δεν το βλέπομε μόνον εμείς που είμεθα γύρω από σας, το βλέπετε και σεις στον εαυτόν σας, γι’ αυτό και επηρεάζετε το περιβάλλον.
Κάθε τι καλό που έχουμε και το καλλιεργούμε με τη βοήθεια του Θεού, αφορά άμεσα και όσους μας περιβάλλουν. Και όσο πληθαίνουν οι καλοί και οι ενάρετοι χριστιανοί, τόσο και ευεργετείται η μικρή κοινωνία της οικογένειας, η μικρή οικογένεια ενός χωριού ή ενός νησιού, ή μιας επαρχίας, ευεργετείται η κοινωνία μας, ευεργετείται το έθνος μας, ευεργετείται ολόκληρη η ανθρωπότητα.
Γιατί τις προάλλες, πριν από ένα μήνα, σηκώθηκαν εκατό ιερείς επιστήμονες και μοναχοί της Ορθόδοξης Ακαδημίας της Μόσχας, εκατό σύνολον απ’ τη Μόσχα, και πήγαν στην Αριζόνα, - τι πήγαν να δούν; Πήγαν να δούν τον άνθρωπον του Θεού, τη ζωντανή και βαθύζουσα και ομιλούσα Θεία Χάρη, επί της γης ομιλούσα Θεία Χάρη -. Ασφαλώς δεν πήγαν να δούν τους μπαξέδες και τους κήπους, ασφαλώς θα έχουν καλύτερους.
Άρα λοιπόν αυτή η Χάρις βλέπεται, γίνεται αισθητή δια της οράσεως, γίνεται αισθητή δια της συμπεριφοράς. Μας μεταβιβάζει κάτι αυτή η Χάρη. Κάτι απ’ αυτή τη Χάρη που έχει αυτός ο ευλογημένος άνθρωπος είτε άνδρας είναι ή γυναίκα, και μας το δίδει. Την ευωδία του Αγίου Πνεύματος μας την μεταδίδει, και έτσι λοιπόν η Θεία Χάρις πιάνεται, έλεγε ο πατήρ Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, από την βεβαίωση που είχε ο ίδιος αλλά και από τον πνευματικό του γέροντα, πνευματικό οσιότατο και νηπτικό πατέρα Ιωσήφ.
Ότι την πιάνεις την Χάρη στο πρόσωπον του κεχαριτωμένου ανθρώπου του Αγίου.
Οράται η Χάρις, όχι μόνον στο άκτιστον φως, αφήστε τα αυτά δεν είναι για μας, μιλάμε για τον άνθρωπον που ζει μέσα στην χάριν του Αγίου Πνεύματος, διότι αυτόν τον πιάνουμε, τον ψηλαφούμε, τον βλέπουμε με τα μάτια μας, τον ασπαζόμεθα ή ασπαζόμεθα το χέρι του ή το πρόσωπό του ή του χαϊδεύουμε τα μαλλιά, ή τον ακουμπάμε στο στήθος, ή στην πλάτη, ή στο χέρι, ή κατασπαζόμεθα τους πόδας του.
Άρα λοιπόν στην χάρη αυτή λειτουργούν κι οι εξωτερικές μας αισθήσεις και πιάνουν τον χαριτωμένον άνθρωπον.
Αυτός ο χαριτωμένος λοιπόν άνθρωπος ευεργετεί πλήθος από κόσμου, ευεργετεί πλήθος από χριστιανών, χιλιάδες χιλιάδων, πηγαίνουν ακόμα όχι μόνον ετερόδοξοι, προτεστάντες ή παπικοί για να δουν και να χαρούν και να απολαύσουν αισθητά την Θεία Χάρη σ’ αυτόν τον άνθρωπο, αλλά πηγαίνουν και αλλόθρησκοι, για να διαπιστώσουν με τα ίδια τους τα μάτια ποιος είναι, ένας αληθινός ορθόδοξος χριστιανός, ένας άγιος.
Και άγιοι καλούμεθα να γίνομε. «Άγιοι γίνεσθε, ότι άγιος εγώ ειμί Κύριος Παντοκράτωρ, ο Παντοκράτωρ Θεός».
Αντιστρόφως πάλι, να πάρομε το αντίστροφο αν θέλετε, στερούμεθα τη ζώσα παρουσία της Θείας Χάριτος, και απ’ τη ζωή μας και απ’ τις καρδιές μας. Και όταν στερούμεθα τη Θεία Χάρη, τι επικρατούν, τι προβάλλονται; Τα πάθη και οι αδυναμίες μας.
Και τότε αρχίζουμε και επηρεάζομε το περιβάλλον μας αρνητικά. Περιβάλλον είναι η οικογένεια, και περιβάλλον είναι ό,τι άλλο είπαμε προηγουμένως.
Όταν μας λείπει η Θεία Χάρις, είμεθα κακότροποι. Είμεθα εγωισταί, είμεθα μνησίκακοι, είμεθα φθονεροί, συμφεροντολόγοι, είμαστε θυμώδεις, είμαστε νευρικοί, εύκολα βρίζομε, εύκολα γογγύζομε κατά του Θεού και τόσα άλλα.
Έτσι λοιπόν σκορπάμε και μεταδίδομε το μικρόβιο, τον ιό της κακίας και της αμαρτίας σε ολόκληρο τον κόσμο.
Άρα φταίμε εμείς και κανείς άλλος, γιατί έχει περισσεύσει η αμαρτία, και με την υψηλή τεχνική τώρα επιστήμη και τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το κακό έχει πληθύνει αφάνταστα.
Και κατά τέτοιον τρόπον, που, τι χρειάζεται;
Άρα χρειάζεται να κάνομε μία αντιστροφή, και εμείς που υπήρξαμε μέχρι σήμερα κακοί, να σταματήσομε να αμαρτάνομε.
Να ακούσουμε την εντολή του Θεού, «μηκέτι αμάρτανε».
Μην ξεχνάμε ότι είμεθα «μέλη του ενός σώματος».
Και όταν το ένα μέλος χτυπήσει, δηλαδή το δάχτυλό μου, και χτυπήσει και στραπατσαριστεί, δεν πονάει μόνο αυτό το μέρος. Πονάει όλος ο άνθρωπος. Από την κορυφή ως τα νύχια πονάει.
Και η πρώτη του αντίδραση είναι να τρέξει να το φυλάξει, θα ενεργήσουν τα μάτια, τα πόδια, όλος οι κινήσεις του σώματος, θα ενεργήσει ο εγκέφαλος, θα σκεφτεί, τα μάτια θα κοιτάξουν, θα τρέξει όλος ο άνθρωπος για να θεραπεύσει το θανάσιμα τραυματισμένο δάκτυλό του. Έτσι δεν κάνουμε;
Άρα λοιπόν εμείς που είμεθα μέλη του ενός σώματος της Εκκλησίας του Χριστού, όταν λοιπόν τραυματίζεσαι εσύ από την αμαρτία, όταν λοιπόν τραυματίζεσαι και εσύ απ’ την αμαρτία, όταν λοιπόν τραυματίζομαι και γώ ως παπάς απ’ την αμαρτία και μάλιστα θανάσιμα, τότε σας επηρεάζω αρνητικά όλους.
Τότε αντί να σας οδηγήσω στον Παράδεισο, σας οδηγώ στην Κόλαση.
Θέλτε άλλο παράδειγμα ισχυρότερο; Να αρχίσω τώρα να σας βρίσω. Θα σας βρίζω αληθινά, όχι ψεύτικα. Και γω δεν ξέρω τι θα κατεβάσω. Πέστε μου θα μείνει κανένας εδώ μέσα;
Κάπως έτσι λοιπόν γίνεται και μυστικώ τω τρόπω όταν αποπνέω από μέσα μου τη μαύρη Χάρη, το κακό, την πονηριά, την αμαρτία, το βδέλυγμα της ερημώσεως, για την οποία μιλάει και η Αγία Γραφή.
Έτσι λοιπόν η αμαρτία μας απομακρύνει και απ’ τον Θεόν αλλά και απομακρύνονται από καντά μας οι άνθρωποι. Αντιθέτως η Χάρη του Θεού, ελκύει πλούσιες τις δωρεές επάνω μας, και από την άλλη πλευρά γινόναστε εμείς ευεργετικοί προς τους άλλους, και με πολλή αποτελεσματικότητα, μπορούμε να τους οδηγήσομε στη σωτηρία.
Θα ήθελα να σας πώ και πάρα πολλά άλλα, αρχίζοντας βέβαια από την πτώση των πρωτοπλάστων, και φθάνοντας μέχρι των ημερών, και για τη δύναμη εκείνη που δίνει η σωτήριος, η σωστική Χάρις του Αγίου Θεού, μέσα από το Άγιον Βάπτισμα, το Άγιον Χρίσμα, τη Θεία Κοινωνία και ειδικότερα την Ιερά εξομολόγηση, η οποία αναγεννά ολόκληρο τον άνθρωπο, τον ανασταίνει όπως ο Απόστολος Πέτρος, ανέστησε όπως ακούσαμε στο Αποστολικόν Ανάγνωσμα την Ταβιθά, και όπως σήκωσε τον παράλυτο Αινέα, -έτσι λεγόταν Αινέας- και όπως την άλλη φορά είπε εκείνο το χαρακτηριστικό την προπερασμένη Κυριακή, την Κυριακή του Θωμά, όταν ένας παράλυτος στη πόρτα του ναού των Ιεροσολύμων, του ζήτησε αργύρια.
Του λέει, «λεφτά δεν έχω, αργύρια δεν έχω να σου δώσω, δεν έχω να σου δώσω», -και καλόν είναι να μην δίνεται στους ζητιάνους, επαγγελματίες είναι, θα ξέρετε που υπάρχει η κρυφή δυστυχία, και και να ελεείτε- και τι του είπε, «δεν έχω, δεν έχω, αυτό που έχω αυτό θα σου δώσω. Τι έχω; Την Χάρη του Χριστού. Και εν ονόματι αυτής της Χάριτος, σήκω παράλυτε και περπάτα».
Τέτοια Χάρη να παίρνουμε εγώ ως πνευματικός σας πατέρας και λειτουργός του Υψίστου ανάξιος, την ίδια Χάρη να παίρνετε και σείς, είτε κοινωνείτε των Αχράντων Μυστηρίων, είτε όχι, και μόνον από τον Εκκλησιασμό, τέτοια Χάρη να παίρνετε, και να φεύγετε αναβαπτισμένοι και αναγεννημένοι από την Εκκλησία, και όχι να μαλώνετε εκεί στην σειρά ποιος θα εξομολογηθεί, -ντροπή σας, αυτή είναι η Χάρις που πήρατε;-
Και τόσα άλλα που κάνομε ως χριστιανοί;
Άστε που σπρωχνόμαστε και δω στη Θεία Κοινωνία.
Εδώ δείχνουμε τη Χάρη μας, τη μαύρη Χάρη μας, εδώ τη δείχνουμε.
Λοιπόν, έτσι θα βγούμε αναγεννημένοι, και αναβαπτισμένοι και με αυτή τη σώζουσα Θεία Χάρη μέσα μας, πλημμυρισμένοι και ενδεδυμένοι, να επηρεάσουμε σωτήρια πρώτα τον εαυτό μας για να τον οδηγούμε στο σωστό δρόμο, και ύστερα θα δείτε πόσο ευεργετικά θα επηρεάζονται και οι άλλοι.
Και ξέρετε και κάτι άλλο; Αχ με κάνετε και θα σας καθυστερώ.
Δέκα θέλω.
Η Εκκλησία μας θέλει μόνον δέκα.
Αν υπάρχουν δέκα θα σωθεί η Ελλάδα.
Δέκα.
Δέκα ζήτησε και ο Θεός απ’ τον Αβραάμ για να σωθούν εκείνες οι βρωμερές πόλεις, των Σοδόμων και Γομόρων, η Πεντάπολις, της αμαρτίας εκείνης της φοβεράς του σοδομιτισμού, της ομοφιλοφυλίας και κάθε άλλης λαγνείας και αισχρότητος και ανηθικότητος.
Δέκα ζητούσε.
Δεν υπήρχαν!
Ένας ήταν μόνον, ο Λώτ.
Λοιπόν κοιτάξτε να γίνουμε ένας από αυτούς τους δέκα, -γιατί να μην γίνομε;
Πως έγιναν όλοι οι άλλοι;
Πόσοι έγιναν δια μέσου των αιώνων;
Αν δεν μπορούμε, τουλάχιστον ας τους πλησιάσομε.
Αυτή θα είναι η ευχή μου.
Τουλάχιστον να τους πλησιάσομε.
Να το δώσει ο Θεός.

Κυριακή, 22 Απριλίου 2007

Μαρτυρίες καί αποδείξεις τής αναστάσεως τού Χριστού



201-β
22.4.2007 Κυρ. Μυροφόρων

«Τι ζητείτε τον Ζώντα μετά των νεκρών; Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε. Ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν».
Χριστιανοί μου, με τα λόγια αυτά ο άγγελος δείχνοντας στις μυροφόρες γυναίκες το άδειο μνήμα, το κενόν μνημείον, όπου ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας μαζί με τον Νικόδημον, τοποθέτησαν το Σώμα του Ιησού Χριστού.
Ο αποκεκυλισμένος λίθος, το κενόν μνημείον, τα εντάφια σπάργανα που βρέθηκαν άθικτα, και η παρουσία των αγγέλων είναι οι πρώτες αποδείξεις της Αναστάσεως του Χριστού.
Είναι οι πολλές ακόμα εμφανίσεις του Κυρίου, του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Έτσι πρώτα οι μυροφόρες γυναίκες και στη συνέχεια οι μαθητές του Κυρίου, αξιώθηκαν να Τον ιδούν μετά την Ανάστασή Του.
Να Τον προσκυνήσουν, όπως η Παναγία μητέρα Του, μαζί με την Μαρία την Μαγδαληνή, καθ’ οδόν πορευόμενοι προς τους μαθητάς.
Να Τον ψηλαφήσουν, όπως ο Απόστολος Θωμάς.
Να διδάσκονται, μέχρι και της Αναλήψεώς Του.
Να λαμβάνουν από τον ίδιον το Άγιον Πνεύμα εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον,
Να λαμβάνουν Χάρη και φωτισμό.
Να παίρνουν την εντολήν, «μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», και να συντρώγουν μαζί Του.
Βέβαια έχουμε και εμφανίσεις μεμονωμένες, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, όπως ήταν προς Εμμαούς, προς τον Αδελφόθεο Ιάκωβο, προς τον Απόστολο Πέτρο κατά μόνας, επάνω πεντακοσίων αδελφών όπως μας το διασώζει ο Απόστολος Παύλος, και να είναι ασφαλώς παρόντες και στην Ανάληψή Του.
Γι’ αυτό και ομολογούν με το στόμα του Ευαγγελιστού Ιωάννου, «Αυτόν που εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών και ακηκόαμεν και εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφισαν, Αυτόν και μαρτυρούμε και απαγγέλομεν υμίν την ζωήν την αιώνιον».
Με αυτές τις ατράνταχτες αποδείξεις και τις ζωντανές μαρτυρίες, ξεχύθηκαν οι Απόστολοι σε ολόκληρον τον κόσμον και νίκησαν, αυτοί που ήσαν απλοί ψαράδες και αγράμματοι, σοφούς και επιστήμονες, βασιλείς και αυτοκράτορες και τους τυράννους αυτής της γής.
Χύνοντας με πολλή αγάπη αλλά και ζωντανή πίστη και αυτό ακόμα το αίμα τους κηρύσσοντας Ιησούν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον και Αναστάντα εκ νεκρών τον αληθινόν Θεόν ημών.
Το κενόν μνημείον ήταν και είναι, η απόδειξις της σωτηρίου Αναστάσεως του Χριστού, και αυτό εξακολουθεί να θαυματουργεί μέχρι και σήμερα.
Αυτό το κενόν μνημείον, μαζικά ο λαός των Ιουδαίων στα Ιεροσόλυμα, δεν το αμφισβήτησε, αλλά το πίστεψε, το άκουσε, το είδε, και το πίστεψε στο πρώτο κήρυγμα μετανοίας του Αποστόλου Πέτρου.
Τι πίστεψε; Την Ανάσταση του Χριστού! Ότι Αυτόν που σταύρωσαν, ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας, ο Χριστός, ο Υιός του Θεού και Θεός, αληθινός, εκ Θεού αληθινού ο αναστάς εκ νεκρών τη τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς.
Γι’ αυτό, σ’ αυτό το πρώτο κήρυγμα μετανοίας του Αποστόλου Πέτρου, την ημέρα της Πεντηκοστής, πίστεψαν, μετανόησαν και βαπτίστηκαν πέντε χιλιάδες Ιουδαίοι.
Αυτό λοιπόν το κενόν μνημείον, μαζί με τον Τίμιον Σταυρόν, και ό,τι άλλο Ιερό υπήρχε θάφτηκε κάτω από τα ερείπια της ριζικής καταστροφής των Ιεροσολύμων, από τον στρατηγό Τίτο, το εβδομήντα με εβδομήντα δύο μετά Χριστόν.
Αυτό το κενόν μνημείον επαναλαμβάνω, το κατέστησε φανερό και το απεκάλυψε με τις ανασκαφές η Αγία Ελένη, η μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου και του μετέπειτα Αγίου, στο τέλος του τρίτου αιώνος, χτίζοντας το γνωστό σεπτό ιερό της Αναστάσεως του Κυρίου.
Το κενόν μνημείον είναι ο Τάφος του Κυρίου, και ο γνήσιος μάρτυρας της Αναστάσεώς του, από όπου πηγάζει όχι μόνον το Άγιον Φώς, αλλά και πλήθος θαυμάτων μέχρι σήμερα.
Από τότε μέχρι και των ημερών μας, έχουν καταξιωθεί πολλοί να δουν τον αναστάντα Χριστόν, με πρώτους μετά την Πεντηκοστή, τον Πρωτομάρτυρα και Αρχιδιάκονο Στέφανο, εν συνεχεία τον Απόστολο Παύλο στο δρόμο προς την Δαμασκό, τον μεγάλο αυτόν διώκτη των χριστιανών, και ακολουθούν χρονικά, πολλοί από τους Αγίους της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, μέχρι και των ημερών μας.
Το αποδεικνύουν η ζωή τους, τα έργα τους και οι ομολογίες τους.
Πέρα όμως από τους μάρτυρες της Αναστάσεως του Χριστού που αναφέραμε είναι και υπάρχουν και ψευδομάρτυρες.
Είναι αυτοί που πρόσφεραν ικανά αργύρια στους στρατιώτες, για να πουν και να διαδώσουν ότι οι μαθηταί του Χριστού, ήλθαν δήθεν την νύκτα και έκλεψαν το Σώμα Του, την ώρα που αυτοί εκοιμόντο.
Είναι αυτοί που αργότερα αναθεμάτιζαν εαυτούς λέγοντες «μήτε φαγείν μήτε πίειν έως ου αποκτείνωσι τον Παύλο».
Ήσαν δηλαδή περίπου σαράντα Ιουδαίοι που συνωμότησαν εναντίον του Παύλου, και ορκίστηκαν στο Συνέδριο των Αρχιερέων και πρεσβυτέρων ότι δεν θα φάνε, και δεν θα πιούν μέχρι να που να σκοτώσουν τον Παύλο.
Αυτό το γεγονός αναφέρεται στο εικοστό τρίτο κεφάλαιο των Πράξεων των Αποστόλων, - διαβάστε το.
Είναι αυτοί που εδώ και είκοσι αιώνες αρνούνται την Ανάσταση του Χριστού, σπέρνοντες με πολλή τέχνη αμφιβολίες στις ανώριμες ψυχές των Χριστιανών.
Είναι αυτοί που με αργύρια ικανά, από το Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, μέσω των χιλιαστών, χτυπούν το κοσμοσωτήριον έργον του Χριστού, την Ανάστασή Του, την Δευτέρα Παρουσία ως Δικαίου Κριτού, - προσέξτε το αυτό, δεν Τον δέχονται ως Δίκαιον Κριτήν – , που κτυπούν την Εκκλησία Του, τα μυστήρια, την Ιερά Παράδοση, τους αγίους, τα θαύματα και τόσα άλλα.
Είναι αυτοί που εκμεταλλευόμενοι την άγνοια, την πολλή άγνοια των Χριστιανών, σε θέματα πίστεως και προσφέροντες αργύρια ικανά, διά της σημερινής υψηλής τεχνολογίας, των μέσων μαζικής ενημερώσεως, μεταβάλλουν το σκοτάδι σε φώς και το φώς σε σκοτάδι, το ψεύδος σε αλήθεια, και την αλήθεια σε ψέμα τρανταχτό.
Δεν είναι μόνον η άγνοια, είναι και το κοσμικό φρόνημα που άρχισε να επικρατεί στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά το 1960.
Είναι ακόμα η πληθωρική κατανάλωσις των αγαθών και η διάδοσις πολλών υλιστικών φρονημάτων και ιδεών, είναι ακόμα και το χειρότερο, η αδιαφορία μας.
Και δεν πρόσθεσα ούτε τον αόρατο πόλεμο του διαβόλου, ούτε την διεφθαρμένη ανθρώπινη φύση μας με τα τόσα πάθη που κρύβει μέσα της, ούτε και τον κόσμο της κακίας που μας περιβάλλει.
Χριστιανοί μου, πέρασαν δυό χιλιάδες χρόνια ή μάλλον χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα -πόσο, τόσα-, που ο Θεάνθρωπος Κύριος αναστήθηκε εκ νεκρών.
Και παρόλο που η εκκλησία Του πολεμήθηκε σκληρά με διωγμούς, εξορίες, φυλακίσεις και βασανιστήρια πολλά, Εκείνος εξακολουθεί να θριαμβεύει, ως αναστάς εκ νεκρών Χριστός ο αληθινός Θεός ημών.
Και μάρτυρες δεν είναι μόνον οι μυροφόρες γυναίκες, και οι Απόστολοι και οι υπόλοιποι εκ των μαθητών Του, αλλά και όλοι οι Άγιοι της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, και όπως προείπαμε, αλλά ιδιαιτέρως οι μεγαλομάρτυρες, οι ιερομάρτυρες, οι οσιομάρτυρες, οι παιδομάρτυρες και οι νεομάρτυρες. Και γενικά όλα τα εκατομμύρια των μαρτύρων που με το αίμα τους ενωμένο με το αναμάρτητο το άλικο και το πανάσπιλο Θεανθρώπινο Αίμα του Ιησού Χριστού, θεμελίωσαν τα θεμέλια της Εκκλησίας.

Για παράδειγμα αναφέρομε μόνον έναν νεομάρτυρα.
Δεν θα σας πω ποιος είναι αλλά να ψάξετε να τον βρείτε.
Ένας χριστιανός νέος στην ηλικία, στα χρόνια της Τούρκικης σκλαβιάς, και της φοβερής εκείνης τυραννίας, επιέζετο να γίνει μωαμεθανός.
Οι πιέσεις και οι απειλές ήσαν πολλές.
Ο νέος φάνηκε στην αρχή να υποχωρεί προς χαράν των Τούρκων, και λύπην βέβαια των Ελλήνων, αλλά ζήτησε μια χάρη.
Να κάμει την ομολογία του, την ημέρα του Πάσχα.
Τότε που οι σκλαβωμένοι Έλληνες θα γιόρταζαν την Ανάσταση του Χριστού.
Και μάλιστα ζήτησε ν’ ανέβη στο κεντρικό μιναρέ του τζαμιού της πόλεως, και από κει ψηλά να φωνάξει δυνατά αυτό που διαλαλεί και ο κάθε χότζας : «Ένας είναι ο Αλλάχ και ένας είναι ο προφήτης αυτού, ο Μωάμεθ». Αυτή την ομολογία θάκανε.
Οι χριστιανοί όταν το πληροφορήθηκαν γέμισαν από λύπη για την βεβήλωση της μεγάλης αυτής γιορτής της χριστιανοσύνης του Πάσχα, και μάλιστα με μια τόσο δημόσια άρνηση του Χριστού, γι’ αυτό και κλείστηκαν ερμητικά στα σπίτια τους και κανένας δεν κυκλοφορούσε έξω.
Όλοι όμως οι Τουρκαλάδες, άντρες γυναίκες και παιδιά, μαζεύτηκαν στην πλατεία μπροστά στο τζαμί για να θριαμβολογήσουν.
Ο νέος οδηγήθηκε εκεί στο τζαμί και από μέσα μόνος του, διότι δεν μπορεί ν’ ανέβουν δύο δύο, ένας μονάχα, ανέβηκε πάνω στο μιναρέ.
Και από κει ψηλά άνοιξε το στόμα του και με όλη τη δύναμη της ψυχής του και των πνευμόνων του, άρχισε να ψάλλει θριαμβευτικά τον θρίαμβο της πίστεώς μας.
«Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος».
Όπως καταλαβαίνετε επικράτησε κάτω πανδαιμόνιο.
Αφρίζοντας από τη λύσσα τους και από την κακία τους και από το θυμό τους, οι Τουρκαλάδες, έστειλαν δυό χειροδύναμους να τον αρπάξουν και να τον κατεβάσουν κάτω.
Αλλά ώσπου να φτάσουν ψηλά, και να τον πιάσουν για να τον κατεβάσουν, εκείνος συνέχιζε να ψάλλει συνεχώς το «Χριστός Ανέστη» και πάλι και πάλι και πάλι.
Βέβαια όταν τον κατέβασαν κάτω, ακολούθησαν βασανιστήρια και θάνατος μαρτυρικός, αλλά η πίστις προς τον αναστάντα Χριστόν θριάμβευσε για μια ακόμη φορά.

Εύγε χριστιανοί μου.
Όχι σ’ αυτόν μονάχα, αλλά σ’ όποιον από μας, μέσα σε δημόσια χώρο, αντί για καλημέρα, λέει στις ημέρες μας «Χριστός Ανέστη».
Εύγε του. Γιατί και αυτός γίνεται ένας μικρός μάρτυρας σε αυτήν την αλλοπρόσαλλη και βρώμικη εποχή που ζούμε.
Στην παιδική μου ηλικία ενθυμούμαι ότι το «Χριστός Ανέστη» για σαράντα μέρες οι μεγάλοι το έλεγαν μεταξύ τους για «καλημέρα», «καλησπέρα» και «καληνύχτα».
Ενώ στην εποχή μας, μάλλον εδώ και χρόνια, ξεχάστηκε, όπως και τόσα άλλα ιερά και όσια της πίστεώς μας, της φυλής μας, της πατρίδος μας…
Μάρτυρες λοιπόν της Αναστάσεως οι μυροφόρες.
Μάρτυρες και οι Απόστολοι.
Μάρτυρες και τα εκατομμύρια των Αγίων.
Μάρτυρες και οι μυριάδες, των ευσεβών και ευλαβών Ορθοδόξων κληρικών παντός βαθμού, όπως και των απλών πιστών χριστιανών.
Μάρτυρες και όλοι εμείς, που πιστεύομε στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού και στην Ανάστασή Του εκ νεκρών.
Και είθε αυτή η έμπρακτη μαρτυρία μας και ομολογία μας, να μας αξιώσει να ζήσωμε το αιώνιον Πάσχα
τώρα και πάντοτε και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,

Αμήν.

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2007

Τού Θωμά



201-α
Τού Θωμά 15.4.2007

Αυτές τις ημέρες γίνεται και κάποιος θόρυβος χριστιανοί μου,
- γινόταν εδώ και καιρό αλλά τώρα εδώ που πλησίαζαν οι μέρες του Πάσχα και έγινε εντονότερος ο θόρυβος αυτός- ότι δήθεν σε κάποιες ανασκαφές που έγιναν στα Ιεροσόλυμα, ανακαλύφθηκε ο τάφος του Ιησού, και κάποιος κατασκεύασε ένα ειδικό ντοκυμαντέρ, επαναλαμβάνοντας βέβαια με παραλλαγές την ύβρη του Καζαντζάκη.
Τώρα οι ύβρεις αυτές – να μην τις επαναλάβομε γιατί εγώ ντρέπομαι ως ιερεύς του Θεού του Ζώντος, και Αναστάντος εκ νεκρών, - να τις βάλω στο στόμα μου.
Έτσι ο σκηνοθέτης αυτός, όπως μας γράφει εδώ ο αρθρογράφος, μας είπε ότι στον τάφο αυτό, βρίσκεται μαζί με το όνομα του Ιησού Χριστού, και τα ονόματα Ιωσήφ και Μαρία, δυό φορές, Ιούδας και Ματθαίος, σε έναν πολυτελή οικογενειακό τάφο που ανακαλύφθηκε όμως πριν από δεκαετίες στα Ιεροσόλυμα.
Οι επιστήμονες οι αρχαιολόγοι ανέτρεψαν βέβαια αυτούς τους ισχυρισμούς ως ανυπόστατους και ψευδέστατους.
Αλλά αυτοί επιμένουν όμως, ως φαντασιόπληκτοι που είναι, και ως πολέμιοι κατά κύριον λόγον της Θεότητος του Ιησού Χριστού, και ειδικότερα της Αναστάσεώς Του, θα θελήσουν να κάμουν αυτό το ντοκυμαντέρ το οποίο και θα το προβάλλουν, και αφελείς θα πάνε και θα επηρεαστούν θανάσιμα ως προς την σωτηρία της ψυχής τους.
Κι όμως, ένας Εβραίος παρακαλώ, αλλά διακεκριμένος αρχαιολόγος και καθηγητής της αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο της Αμερικής και του Ισραήλ, ο λεγόμενος Αμός Κλόνερ, που επέβλεψε στην ανασκαφή δήλωσε ότι όλη αυτή η υπόθεση δεν είναι, κάποια προσπάθεια να βγάλουν κάποιοι λεφτά αλλά και κάποιους αφελείς να κοροϊδέψουν.
Θέλουν απλώς να κερδίσουν χρήματα είπε ο καθηγητής και πρόσθεσε ότι ο Ιωσήφ ήταν ένας ταπεινός ξυλουργός που σίγουρα δεν θα είχε χρήματα για να πληρώσει τέτοιες λάρνακες πολυτελείας.
Τα ονόματα που είναι γραμμένα στις λάρνακες, όπως είπα τόσες φορές, συνεχίζει ο ίδιος καθηγητής, εκείνη την εποχή, πριν δηλαδή δύο χιλιάδες χρόνια ήταν πολύ κοινά.
«Έχω συναντήσει το όνομα Ιησούς, σε διάφορους τάφους εβδομήντα μία φορές. Και άλλα τόσα και παραπάνω ανακαλύφθησαν και εγράφησαν ονόματα όπως Ιωσήφ και Μαρία, και ο Ιούδας που παρουσιάζεται ως υιός του Ιησού. Ακόμα και αυτό το όνομα ήταν πάρα πολύ συνηθισμένο για εκείνη την εποχή».
Αλλά βλέπετε ότι πάνω απ’ όλα προβάλλει το κέρδος, και ένα δεύτερον, προβάλλει ο πόλεμος κατά της Θεανθρωπότητος του Ιησού Χριστού, επειδή δεν μπορούν να παραβλέψουν πλέον, την ιστορικότητα του προσώπου, δηλαδή ότι ο Ιησούς Χριστός υπήρχεν επί της γης.
Αλλά θέλουν λοιπόν να χτυπήσουν, τι να χτυπήσουν, την Ανάστασή Του.
Και μας είπαν λοιπόν ότι τώρα ανακαλύφθηκε ο τάφος.
Μα τόσο κορόιδα είναι;
Ο τάφος έχει ανακαλυφθεί εδώ και χίλια εννιακόσα εβδομήντα τέσσερα χρόνια.
Συν τριάντα τρία κάνει δύο χιλιάδες επτά, έτσι δεν είναι;
Χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα χρόνια πριν ανακαλύφθηκε ο τάφος.
Πώς;
Μας τόπε και το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, θα το πουν και τα άλλα αναγνώσματα, κι όλα τα αναγνώσματα που αναφέρονται εις την Ανάστασιν του Κυρίου,
οκτώ κεφάλαια από την Καινή Διαθήκη, δύο από τον καθένα από τους Ευαγγελιστάς, δύο από τον Ματθαίο, δύο απ’ τον Ευαγγελιστή Μάρκο, δύο απ’ τον Λουκά και δύο από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη.
Ο τάφος του Χριστού βρέθηκε τότε, και ήταν άδειος, και κείνο το κομμάτι όπου ήταν επάνω το σουδάριον, εκείνο το τύλιξαν, το περιέβαλαν, με πρόχειρες μαρμάρινες πλάκες οι οποίες υπάρχουν και σήμερα.
Αυτές προσκυνούν και θα προσκυνούν όσο θα υπάρχει επί της γης ζωή και όσο θα υπάρχει βέβαια, θα υπάρχουν και τα Ιεροσόλυμα στα χέρια των Ορθοδόξων.
Πάντως εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια, πέρασαν τόσες αυτοκρατορίες, πέρασαν τόσοι και τόσοι απ’ τα Ιεροσόλυμα, αλλά ο τάφος όμως, ο Ορθόδοξος Ναός της Αναστάσεως, μαζί με τον τάφο παρέμεινε σε Ελληνικά χέρια στους Ορθόδοξους Έλληνες, Αγιοταφίτες και εύχομαι να παραμείνει και ακόμα.
Λοιπόν όλα όσα γράφονται να ξέρετε ότι είναι μεθοδεύματα και τίποτα περισσότερο από αυτό ακόμα και αυτό το Φως που χτυπάνε, γιατί όσοι από σας έχετε πάει, γιατί ζήσατε κάτι διαφορετικό, αν ανάβετε απλώς, από κάποια καντήλια.
Μπορείτε να μου πείτε; Μπορείτε να μου πέιτε γιατί έχετε δει τόσες αστραπές μερικές φορές να διαπερνούν το θόλο του Ναού και άλλοτε να ανάβουν μερικά απ τα σβησμένα καντήλια.
Μπορείτε να μου πείτε γιατί πως γίνονται αυτά, οι μάγοι τα κάνουν, με λέιζερ γίνονται, τα λέιζερ υπήρχαν πριν διακόσια χρόνια, πριν τριακόσια που μαρτυρείται η αφή του Αγίου Φωτός απ’ τον Πανάγιο Τάφο;
Αλλά τι να πεί κανείς όμως.
Κι όμως σήμερα οι Απόστολοί μας στηρίχθηκαν εν τεκμηρίοις πολλαίς, ακούσατε το Αποστολικό Ανάνωσμα, δεν σας έκανε εντύπωση, κι όσοι πήγατε την Παρασκευή στην Εκκλησία, της Ζωοδόχου Πηγής, - εγώ λειτούργησα σε ένα μοναστήρι – άκουσα και είδα, «ο ακηκόαμεν» λέει, «και εθεασάμεθα», τι θεασάμεθα, εμείς είδαμε τίποτα;
Εμείς βλέπουμε, βλέπουμε το Άγιο Ποτήριο, βλέπουμε το Φώς που εκπέμπει, την ακτινοβολία την Άκτιστο που έχει.
Πολλές φορές βλέπομε ακόμα και επάνω στην Αγία Λαβίδα να αστράφτει αυτό το Φώς, είτε άλλοτε υπό μορφήν ανθρωπίνου σώματος, αλλά κυρίως όμως όταν αστράφτει σα φώς.
Αυτό δεν είναι θέα; Δεν είναι θέα των οφθαλμών; Τι είναι;
Λέει τον ψηλαφίσαμε τον Κύριο, είπαν οι Απόστολοι.
Και μείς Τον ψηλαφούμε, και όχι μόνο Τον ψηλαφούμε, όχι Τον ψηλαφούμε μόνο με τα χείλη μας, εμείς Τον ψηλαφούμε και με τα χέρια μας οι ιερείς, αλλά Τον βάζουμε και μέσα μας. Δεν είναι απόδειξις αυτή τι είναι;
Αν παραμένουμε μάρμαρα φταίμε εμείς! Δε φταίει ο Αναστάς Κύριος.
Ανέστη ο Χριστός, και ετάφησαν τα πάντα, και οι δαίμονες και ο Άδης, και το κακόν και η αμαρτία και τα πάθη και τα πάντα.
Πως ζούμε τώρα; Μόνον το έλεος του Θεού είναι εκείνο το οποίον βέβαια μας ανέχεται.
Είδατε τι είπαν οι Απόστολοι μετά την Πεντηκοστή, τι έγινε:
Σεισμοί. Αυτοί που άκουσαν το πρώτο κήρυγμα του Αποστόλου Πέτρου, και εβαπτίστηκαν πέντε χιλιάδες, εάν αυτοί, διότι δεν πέρασαν, δεν πέρασε πολύς καιρός, απ’ την Ανάσταση του Κυρίου. Μόλις πενήντα μέρες.
Και είχαν διαδώσει και είχαν κυκλοφορήσει οι άρχοντες οι Φαρισαίοι οι Σαδουκαίοι, και δεν ξέρω ποιοι άλλοι Φαρισαίοι και πρεσβύτεροι εκεί, την φήμην ότι πήγαν Τον έκλεψαν;
Γιατί δε το διέδωσαν στο λαό; Το διέδωσαν. Και ποιος το πίστεψε; Κανένας δεν τους πίστεψε.
Εάν τους πίστευαν δεν θα βαπτίζονταν πέντε χιλιάδες.
Εάν τους πίστευαν δεν θ’ άφηναν τους αρρώστους, στους δρόμους, στα πεζοδρόμια, στις πλατείες όπως μας περιγράφει το σημερινό Αποστολικόν Ανάγνωσμα.
Ακόμα και η σκιά λέει, του Αποστόλου Πέτρου, από όπου περνούσε, όλες οι αρρώστιες εθεραπεύοντο, ακόμα λέει και όλοι οι δαιμονισμένοι, όλοι.
Εθεραπεύοντο!
Πώς μπορούσαν να γίνουν αυτά, εάν δεν είχαν αυτοί οι Απόστολοι τις τρανές αποδείξεις μέσα τους, αποδείξεις τις οποίες βέβαια πρέπει να έχουμε και μείς.
Ναι Ανέστη ο Θεός, και ζεί Κύριος ο Θεός, γιατί ζει μέσα μας ως Αναστάς, Αυτός που χάρισε την ελευθερία.
Αυτός μου παίρνει το βάρος, Αυτός μου παίρνει την ενοχή, Αυτός μου παίρνει την αμαρτία, ποιος την παίρνει ο παπάς;
Ο παπάς είναι σερβιτόρος! Όταν πάτε σε ένα εστιατόριο, τον σερβιτόρο τρώτε; Το φαγητό δεν τρώτε που σας σερβίρουν, απ’ αυτό δεν χορταίνετε; Απ’ αυτό δεν δοξάζετε τον Θεόν που ήταν καλομαγειρεμένο;
Σερβιτόροι λοιπόν είμαστε και τίποτα περισσότερο. Ο Χριστός σώζει. Ο Χριστός είναι η ζωή, ο Χριστός είναι το φώς, ο Χριστός είναι η Ανάστασις. Ο Χριστός είναι το ύδωρ το ζόν. Ο Χριστός είναι το μάννα του ουρανού.
Αυτός τρέφει και Αυτός συντηρεί εις τους αιώνας των αιώνων.

Μακάρι να μάθουμε, να κάνουμε λίγο περισσότερη προσευχή, και να μελετάμε λίγο περισσότερο την Καινή Διαθήκη. Να μελετάμε λίγο περισσότερο τα Ευαγγέλια και τις Πράξεις των Αποστόλων και τις Επιστολές. Για να ζήσουμε την Ανάσταση του Κυρίου, γι’ αυτό ερχόμαστε εδώ.
Και μάλιστα, εκτός αν λέμε ψέματα, το είπε προηγουμένως, το είπαν το έψαλαν οι ψαλτάδες. Μας είπαν ψέματα; Και οι ψαλτάδες εκπροσωπούν εμάς. Είπαμε και μεις ψέματα;
Τι είπαμε; Τι βεβαιώσαμε με την αλήθεια της καρδιάς μας, αλλά ψάλλοντας με το στόμα μας, «Είδομεν το φώς το αληθινόν», αυτό.
«Είδομεν το φώς το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον», είτε κοινωνήσαμε των Αχράντων Μυστηρίων, είτε όχι, πήραμε Χάρη.
Δεν μπορεί να βγαίνετε απ’ το ναό χωρίς να είστε αλλαγμένοι, δεν μπορεί.
Βγαίνομε όλοι μας αλλοιωμένοι.
Η αλλοίωσις έχει βέβαια διάφορους βαθμούς, σε άλλους είναι μικρή, σε άλλους είναι λίγο πιο μεγάλη, σε άλλους είναι ακόμα πιο μεγάλη, σ’ άλλους είναι ακατάλυπτα μεγάλη.
Γι’ αυτό και φροντίζουν να φεύγουν πολύ γρήγορα, ταχύτατα, για να μη χάσουν αυτό που πήραν απ’ τον Αναστάντα Χριστό που Τον έλαβαν με τη Θεία Μεταλαβιά, με τη Θεία Κοινωνία.
Μια φορά το χρόνο βέβαια, το λέει η Εκκλησία μας, «Δεύτε λάβετε φώς εκ του ανεσπέρου φωτός», αλλά αυτό το «Δεύτε λάβετε φώς» επαναλαμβάνεται κάθε φορά όταν λέγει «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», είναι σα να μας λέει «Ελάτε να πάρετε το Φώς, το αιώνιον Φώς, το αιώνιον Φώς, το άκτιστον Φώς, το παναϊδιον, το άχρονον», που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, διότι ο Θεός Φώς εστί, και ο Υιός και Λόγος Φώς εστί, Φώς εκ Φωτός, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού, Αυτόν μεταλαμβάνομε.
Και αν δεν κοινωνήσατε, όταν ασπάζεστε το χέρι του ιερέως, η φλόγα της Πεντηκοστής που πέρασε μέσα απ’ τα χέρια του για να καθαγιάσει, όσο αμαρτωλά και αν είναι αυτά, για να καθαγιάσει τον άρτον και τον οίνον σε Σώμα και Αίμα Χριστού, την παίρνετε και σεις, και παίρνετε φώς αληθινόν,
εύχομαι να το παίρνετε μέχρι το τέλος της ζωής σας.

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2007

1ον Τετέλεσται, τελειώνει η αναμάρτητη επί τής γής ζωή Τού Χριστού. 2ον Επαληθεύουν καί τελειώνουν ολες οι προφητείες. 3ον Τέλος καί η επίγεια ζωή Του



200-γ
Μεγάλη Παρασκευή, 2007

«Τετέλεσται»!
Είναι πολύ τολμηρό να ομιλεί κανείς χριστιανοί μου την Μεγάλη Παρασκευή, αλλά έτσι καθόρισε η Ορθόδοξή ημών Εκκλησία, να απευθύνεται πάντοτε λόγος Θεού την μεγάλη αυτή στιγμή και πριν από την Αποκαθήλωση.
Ταπεινός προσκυνητής του Εσταυρωμένου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, είμαι και γω όπως και σεις.
Αμαρτωλός και ανάξιος και περισσότερον από όλους τους αμαρτωλούς της γης, διότι σήμερα, ειδικά σήμερα, αισθάνομαι την αθλιότητά μου.
Και αυτό που αρμόζει η παρούσα ιερά στιγμή, είναι τα δάκρυα και οι στεναγμοί για την αμαρτωλότητά μας και η εκζήτησις με ελπίδα του Θείου Ελέους.
Δόξα τη μακροθυμία Σου Κύριε, πρέπει να επαναλαμβάνομε σε ολόκληρη τη ζωή μας.
Άβυσσος είναι τα νοήματα από την τελευταία επί του Σταυρού λέξη του Κυρίου, το «τετέλεσται».
Με το «τετέλεσται» αδελφοί μου τελειώνει η επί της γης αναμάρτητη ζωή του Χριστού.
Όσο και αν ψάξομε, δεν θα μπορέσομε να βρούμε ούτε μία κηλίδα αμαρτίας, σπίλον ή ρυτίδα ή τι των τοιούτων κάτι που να σκιάζει και να σπιλώνει τη ζωή του Θεανθρώπου.
Κανένας άνθρωπος όσο σοφός και τέλειος να είναι αναμφισβήτητα υπήρξε και θα υπάρχει πάντοτε αμαρτωλός, με αδυναμίες, με ιδιοτροπίες και με πάθη.
Και οι Δωδεκαθεϊστές, οι σημερινοί παγανιστές, που τόσο εξυμνούν τους Έλληνας φιλοσόφους, ήσαν και αυτοί γεμάτοι πάθη, και μάλιστα ακατανόμαστα.
Η δε σύγκρισις που τολμούν και κάνουν μερικοί με τον Κύριόν μας, τον Θεάνθρωπον Ιησούν Χριστόν, και ανεβλαβής είναι και ασεβεστάτη.
Και μια μέρα να ζήσει ο άνθρωπος πάνω στη γή, θα είναι μεστή αμαρτιών, όπως μας βεβαιώνει η Αγία Γραφή με το αψευδές στόμα Ιώβ του πολυάθλου.
Ο δε προφήτης Ησαϊας, όπως ακούσαμε προηγουμένως όπως και όλοι οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, μας βεβαιώνει ότι κάθε εργασία αρετής, την οποίαν επιτυγχάνομε σε αυτόν εδώ τον κόσμο, είναι και λογίζεται ως ράκος αποκαθιμένης.
Η ζωή του Χριστού, όσο και αν την ερεύνησαν οι εχθροί Του, -πράγμα που εξακολουθούν να το κάμουν-, δεν μπόρεσαν να βρουν, ούτε μια κηλίδα ούτε μια έλλειψη.
Παραμύθια είπαν και λένε, αλλά ιστορικά αποδεδειγμένα απολύτως τίποτα.
Εκείνο που κτυπούν τα τελευταία χρόνια, και το είδαμε και αυτές τις ημέρες, είναι τη Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού, ισχυριζόμενοι μάλιστα μερικοί με λύσσα, με μανία ότι δεν ήτο και τέλειος Θεός, γι’ αυτό και αμφισβητούν και καταπολεμούν την Ανάστασή Του.
Το πάν είναι να κλονίσουν συνειδήσεις, με οποιοδήποτε μέσο, και σήμερα όλα τα μέσα του κακού είναι στη διάθεσή τους, για να ρίξουν τις ψυχές στην Κόλαση, όπως θα μεταβούν και οι ίδιοι αν δεν μετανοήσουν.
Και η ζωή ακόμα και όλων των αγίων, παρουσιάζουν αδυναμίες, ελλείψεις και μικροελαττώματα σε σύγκριση πάντοτε με την αναμάρτητη ζωή του Χριστού.
Εκείνοι που γνώρισαν το Χριστό από κοντά τους για τρία ολόκληρα χρόνια, οι μαθηταί και Απόστολοί Του, και μάλιστα ο Απόστολος Πέτρος που εξ ονόματος των άλλων έκαμαν την εξής ομολογίαν: «Αμαρτίαν ουκ εποίησεν ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού», επαναλαμβάνοντας την προφητείαν του Ησαϊου.
Και το φοβερότερον εξ όλων είναι, το ερώτημα εκείνο, που απηύθυνε ο Χριστός στους τότε μισούντας Αυτόν, άρχοντας και Φαρισαίους, αλλά και σε όλους τους εχθρούς όλων των αιώνων, μέχρι και των ημερών μας, μέχρι και των ημερών μας, ποιο είναι αυτό το ερώτημα;
«Τις ελέγξη με περί αμαρτίας;», αυτό το καυτό ερώτημα έμεινε και θα μείνει για πάντα αναπάντητο.
Ο Χριστός είναι ο ακηλίδωτος, ο αναμάρτητος Εμμανουήλ.
Η ζωή του Χριστού υπερβαίνει τις αρετές ακόμα και όλων αυτών των Αρχαγγελικών ουρανίων Ασωμάτων Δυνάμεων και Τάξεων.
Η αρετή του Χριστού λάμπει όπως ο ήλιος μέσα στον καταγάλανο ουρανό γιατί ο ίδιος και η ζωή Του και η διδασκαλία Του και οι αρετές Του είναι φως.
«Φως εκ φωτός», «φώς Χριστού φαίνει πάσι», και ο ίδιος το διαλάλησε.
«Εγώ ειμί το φως του κόσμου». Η αναμάρτητη Θεανθρώπινη ζωή Του, κάλυψε και υπερκάλυψε όλους τους ουρανούς, ολόκληρο το αστρικό Σύμπαν, και αυτό το άπειρον.
Είναι ο μόνος αληθινός Θεός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο ομοούσιος με τον Πατέρα και το Πανάγιον Πνεύμα, ο Σωτήρας του κόσμου.
«Τετέλεσται». Αυτό το «τετέλεσται» και ολόκληρον το κοσμοσωτήριον έργον του, να κάνομε μιαν αναφορά που αρχίζει από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, τη Γέννησή Του ως Θεανθρώπου στην πόλη της Βηθλεέμ, ακόμα και τον χρόνον της γεννήσεως, τη σφαγή των νηπίων, τη φυγή στην Αίγυπτο, το έργο και τα θαύματά Του, την προδοσία του Ιούδα, το ξεπούλημά Του για τα τριάκοντα αργύρια, τα σεπτά Του Πάθη, την πώληση των ιματίων Του, την κλήρωση, το όξος και τη χολή, το «διψώ», το σκότος του ηλίου, την κάθοδο στον Άδη και την Ανάστασή Του, την ίδρυση της Βασιλείας Του επί της γης δηλαδή της Βασιλείας Του επί της γης, δηλαδή της Εκκλησίας Του, μέχρι της Δευτέρας Αυτού Παρουσίας, ίνα κρίνει ζώντας και νεκρούς, τα πάντα, τα πάντα προεφητεύθησαν.
Και θα επιλέξουμε μόνον δύο προφήτες. Τον προφήτη Δαβίδ και τον προφήτη Ησαϊα.
Ο Δαβίδ με τον εικοστόν πρώτο ψαλμό, ο οποίος λέγεται και Μεσσιακός, και από τον Ησαϊα δυο κεφάλαια τα οποία ακούσατε ολίγο πριν, το πεντηκοστόν δεύτερον και πεντηκοστόν τρίτον.
Τα διαβάσαμε. Είναι τόσο καταπληκτικές οι προφητικές αυτές περιγραφές των δύο αυτών προφητών, στα σεπτά Πάθη του Κυρίου, λέτε πως και αυτοί οι δύο, ήσαν αυτόπται μάρτυρες κάτω από τον Σταυρόν του Κυρίου.
Τόση ακρίβεια έχουν οι περιγραφές τους. Και όμως ο Δαβίδ έζησε χίλια χρόνια προ Χριστού και ο Ησαϊας οκτακόσια χρόνια.
Πάτε σε οποιονδήποτε μάγο ή μέντιουμ θέλετε, αυτούς οι οποίοι διαφημίζονται ως φωστήρες τούτου του κόσμου, και ρωτήστε τους. Να την κάνετε την ερώτηση. Και να δούμε αν θα πάρετε απάντηση, επί πληρωμή αν θα πάρετε απάντηση.
Ποιος θα είναι ακριβώς πρωθυπουργός ή κυβερνήτης της Ελλάδος το δύο χιλιάδες εκατό; Ύστερα δηλαδή από ενήντα τρία χρόνια; Να σας πούν το όνομά του, το επώνυμό του, την καταγωγή του, τόπον γεννήσεως και χρονολογία γεννήσεως; Δεν θα σας απαντήσουν, διότι δεν ξέρουν τίποτα. Κι επειδή είναι όργανα του διαβόλου, ούτε ο διάβολος το ξέρει για να τους το πει.
Εξαίρεση στην αναγνώριση του Χριστού, ως τον αναμενόμενον Μεσσία, έκαναν τα τελευταία σαράντα χρόνια, μερικοί Εβραίοι διανοούμενοι και σοφοί, τους οποίους όμως απεκήρυξεν ο διεθνής Σιωνισμός και το κράτος του Ισραήλ.
Αν το παραδεχτούν αυτό, ότι ο Χριστός δηλαδή όντως υπήρξεν ο Μεσσίας, θα πρέπει να γίνουν και αυτοί χριστιανοί, αφού πρώτα μετανοήσουν.
Αλλά έτσι όμως θα χαλάσουν τα σχέδιά τους για μια παγκόσμια κοσμοκρατορία – τα βλέπετε, δεν χρειάζεται να σας πω εγώ.
«Τετέλεσται». Κάθε άνθρωπος χριστιανοί μου όσο ζει, μπορεί να ευεργετεί. Όχι μόνο να κάνει ελεημοσύνες μικρές και μεγάλες αλλά και πάρα πολύ μεγάλες. Και να ευεργετεί με την κληρονομιά που αφήνει πίσω του.
Η με κάποια μεγάλα κληροδοτήματα για κάποιους ευαγείς σκοπούς που κι αυτά για πενήντα, εκατό, διακόσια χρόνια κρατάνε κι ύστερα σβήνουν και αυτά.
Ο θάνατος του Χριστού δεν είναι θάνατος ενός κοινού ευεργέτου.
Ο θάνατος του Χριστού έγινε ζωή για μας. Έγινε φώς, έγινε ανάστασις, έγινε άφεσις.
Μας ξαναέκανε πάλι παιδιά Του, επανήλθε δηλαδή η υιοθεσία μας.
Κι άνοιξε δρόμο σωτηρίας.
Από την Σταύρωση λοιπόν άρχισε η ευεργεσία του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, μέχρι των ημερών μας, και θα συνεχίζεται στους αιώνας των αιώνων για όσους δεχτούν τη λύτρωση, για όσους αποδεχθούν την Θεανθρωπότητά Του, την Σταυρική Του θυσία, και την Ανάσταση.
Αυτή η ευεργεσία θα τους βάλλει στην Βασιλεία των ουρανών, για να γίνουν κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Ιησού Χριστού.
Και πως συνεχίζεται αυτή η ευεργεσία; Όσο πτωχός και αν είναι αυτός ο μικρός μας εδώ ναός, έχει και αυτός τον στολισμό του. Έχει τους πολυελαίους, έχει τα κηροπήγια, έχει τα ασημένια κανδήλια, έχει το ωραιότατο τέμπλο, το ωραίο δεσποτικό θρόνο, έχει προσκυνητάρια, φορητές εικόνες παλαιές και νέες, και όλος ο ναός μας είναι με τη χάρη του Αγίου Θεού αγιογραφημένος. Έχει επίσης την Αγία Τράπεζα, με το Ιερόν Ευαγγέλιον επάνω, το αντιμήσιον και το Άγιον Δισκοπότηρον.
Πίσω όμως από την Αγία Τράπεζα είναι πάντοτε τοποθετημένος, ο Σταυρωμένος Κύριος. Αν αφαιρέσομε την Αγία Τράπεζα, όλα τα άλλα μας είναι άχρηστα, διότι δεν μας προσφέρουν από μόνα τους την λύτρωση.
Διότι εγκαινιασμένη η Αγία Τράπεζα, στηρίζεται στο Αίμα του Ιησού Χριστού.
Βάζομε οστά μαρτύρων, αλλά αυτοί οι μάρτυρες όμως με το αίμα τους πότισαν την πίστη τους στο Χριστό, και ενώθηκε με εκείνο το Αίμα πάνω στο Γολγοθά.
Το Αίμα του Ιησού Χριστού, εξακολουθεί να ρέει από τις πληγές που προκάλεσε η ανθρώπινη κακία, η δική μας κακία, όχι μόνον το ακάνθινο στεφάνι και τα μαστιγώματα, όχι μόνον από τις πληγές που προκάλεσαν τα καρφιά στις παλάμες των χεριών και των σεπτών ποδών Του, όπως και απ’ την λογχισμένη Του πλευρά, αυτές οι πανάχραντες και σωτήριες σταγόνες, εισέρχονται στο Άγιον Ποτήριον εκάστης Αγίας Τραπέζης, και καθίστανται ένας απέραντος, απέραντος, απέραντος Ιορδάνης ποταμός, που ξεπλένουν και ξεβρωμίζουν και ολόκληρη την αμαρτωλή ανθρωπότητα.
Το Αίμα του Ιησού Χριστού, καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας, διακηρύσσει ο Λόγος του Θεού.
Ιδιαίτερα για όλους εκείνους που βαπτίζονται στο όνομά Του, και προσέρχονται στο Ποτήριον της ζωής, μετά φόβου Θεού, πίστεως, αγάπης και μετανοίας, όπου και λαμβάνουν την άφεσιν των αμαρτιών αυτών.
Με το «τετέλεσται» λοιπόν
πρώτον, τελειώνει αδελφοί μου η αναμάρτητη επί της γης ζωή του Χριστού,
δεύτερον, με το «τετέλεσται» βλέπομε να επαληθεύονται όλες οι προφητείες των προφητών, που αναφέρονται σε ολόκληρο το κοσμοσωτήριο έργο Του, από τότε που ο Θεός ενανθρώπισε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, των Παθών, την Ανάσταση, την ίδρυση της Εκκλησίας και της Βασιλείας Αυτού, της οποίας «ουκ έσται τέλος»,
και τρίτον με το «τετέλεσται» τελείωσε η επίγεια ζωή του Θεανθρώπου Χριστού, του οποίου η Σταυρική θυσία κατέστη η λύτρωσις ολοκλήρου της ανθρωπότητος και απομένει η αποδοχή της πίστεως, το Ορθόδοξο Βάπτισμα, το Χρίσμα, η μετάνοια, και το Ποτήριον της Ζωής.
Η βάσις είναι η Θεία Λατρεία, η Ορθόδοξος Λατρεία, η Ορθόδοξος Εκκλησία, που έχει για κέντρον την Θεία Κοινωνία.
Απ’ αυτήν και μέσα από την Εκκλησία πηγάζουν και τα έργα ορθοδόξου πίστεως και τα έργα της μετανοίας, και τα έργα της ενεργουμένης αγάπης, και τα έργα ομολογίας και μαρτυρίου.
Χριστιανοί μου,
αδελφοί μου συναμαρτωλοί, -όλοι μας είμεθα αμαρτωλοί, -
εύχομαι όταν θα κλείνουν τα μάτια μας τη στιγμή του θανάτου μας,
εγώ αυτό το παρακαλώ, θερμώς το παρακαλώ από τον Θεόν,
να μπορούμε να πούμε και μείς τα τελευταία τούτα λόγια του Σωτήρος Χριστού.
«Τετέλεσται, Κύριε εις χείρας Σου παραθείσομαι το Πνεύμα μου»,
Αμήν.

Τρίτη, 3 Απριλίου 2007

Το απροσπέλαστο Μυστήριο τής προσευχής τού Ιησού Χριστού, B'



200-β
Μεγ. Τρίτη Βράδυ 2007

Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς και τι να πρωτοσυγκινηθεί, από τη σημερινή βραδιά και την εκκλησιαστική μας υμνολογία, η οποία αναφέρεται κατ’ εξοχήν στη πόρνη αυτή αμαρτωλή γυναίκα, που μετανόησε εμπράκτως.
Μας τονίζεται ότι είναι δεινόν η ραθυμία αλλά μεγάλη η μετάνοια. Και έτσι με την έμπρακτη αυτή μεγάλη μετάνοιά της, έτρεξε στον μυρεψό στον μυροπώλη δηλαδή, και είπε τις φράσεις «δός μου το μύρον, για ν’ αλείψω και γώ Αυτόν τον Κύριο και Θεό και Σωτήρα που μου εξάλειψε όλες τις αμαρτίες.»
Αυτή που ήταν βεβυθισμένη στην αμαρτία βρήκε λιμένα σωτηρίας, μαζί με τα δάκρυα τα οποία έτεινε μπροστά στα πόδια του Κυρίου.
«Ήρθες μόνον για έναν λόγο», του λέει, «σε αυτόν εδώ τον κόσμο, ήρθες για να σώσεις εμένα την αμαρτωλή και την πόρνη».
Όλα αυτά βέβαια τα έχει η εκκλησιαστική μας υμνολογία, γι’ αυτό και καταλείγει με το «μη μου παρίδεις τα δάκρυα, τη χαρά των αγγέλων».
Νύξ υπήρχε ακολασίας, ασέληνος ήταν ο έρως της αμαρτίας, εν τούτοις όμως και οίστρος ακολασίας που την κατελάμβανεν, εν τούτοις η μετάνοια όμως κάνει θαύματα.
Γι’ αυτό μας υπενθυμίζει η Εκκλησία μας την Μεγάλη αυτή Εβδομάδα, για να ξαναζήσομε το δράμα του Σωτήρος Χριστού, που ’τανε ο ερχομός προς το εκούσιον πάθος, ερχομός όμως για τη σωτηρία μας.
Όποιος από μας μετανοεί, και μετανοεί εννοώ έμπρακτα, αυτός βρίσκει και τη σωτηρία.
Το Χριστό τον είδαμε πολλές φορές να προσεύχεται, και να προσεύχεται για μας, και η προσευχή αυτή όπως λέγαμε και χτες είναι ένα πολύ λεπτό θέμα και χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή, για να μπορέσομε να το δούμε έτσι μέσα από την καρδιά, την Θεανθρώπινη καρδιά του Ιησού Χριστού.
Ήταν βέβαια διπλός στη φύση, τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός.
Οι δυο φύσεις, θεία και ανθρωπίνη, επαναλαμβάνομε ορισμένα πράγματα για να τα ξέρομε και από την πίστη μας,
ο Χριστός είχε διπλή φύση, την ανθρώπινη και τη θεία, που ήταν ενωμένες αδιαίρετα, αναλλοίωτα, άτρεπτα, αχώριστα και ασύγχητα.
Οι όροι της τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου, το δίνουν επιρρηματικά και λένε : «αδιαιρέτως, αναλλοιώτως, ατρέπτως, αχωρίστως, ασυγχήτως» και τα λοιπά.
Άρα ο Χριστός όταν έκανε προσευχή και στη δημόσια δράση Του, και στις σκληρές δοκιμασίες Του, και στον κήπο της Γεθσημανή, και πάνω στο Σταυρό, ερωτούν ακόμα και οι μεγάλοι πατέρες της Εκκλησίας, «Που τις έκαμε αυτές τις προσευχές, στον Εαυτόν Του; Που ήτο και τέλειος Θεός;»
Εάν πούμε ναι, λένε οι Πατέρες, τότε κινδυνεύομε να διασπάσομε το Θεαδρικό πρόσωπο του Κυρίου, χωρίζουμε δηλαδή το Χριστό σε δύο πρόσωπα, αυτό το κάνουν όλοι οι αιρετικοί, και το κάνουν μετά μανίας, όλοι οι θεομάχοι, οι εχθροί του Χριστού, σήμερα, ειδικά σήμερα, στην εποχή μας δηλαδή, όπου καταπολεμούν με ψεύδη και συκοφαντίες, την Θεότητα του Ιησού Χριστού, και χτυπούν και την Ανάστασή Του.
Ο Χριστός όμως πάντοτε προσηύχετο, κατ’ ιδίαν, σε έρημον τόπον, και ην διανυκτερεύων εν τη προσευχή, και στον κήπο της Γεθσημανή, όπου ο ιδρώτας Του έτρεχε ωσεί θρόμβοι αίματος, και επειδή ήτο τελείως αδύνατο να προσεύχεται στον Εαυτόν Του, αφού ήτο και τέλειος Θεός, άρα οι προσευχές του, ήσαν αντί για μένα και για σένα, πού είμεθα αμαρτωλοί.
Δηλαδή για όλους τους αμαρτωλούς, όλων των αιώνων, μέχρι και του τελευταίου ανθρώπου της Δευτέρας Παρουσίας.
Για να το καταλάβετε καλά να πάρουμε πτωχό παράδειγμα, όπως φέραμε εχθές, την αγωνία της μάνας, θα φέρομε σήμερα για παράδειγμα το κομποσχοίνι.
Η ευχή για το κομποσχοίνι γίνεται πάντοτε σε πρώτο πρόσωπο, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», δεν τα’ αλλάζομε αυτό.
Με την πάροδο του χρόνου, και όταν η ευχούλα αυτή αποκτήσει από τη χάρη του Θεού, νοερά πνευματική ενέργεια και λατρεία, τότε το «ελέησόν με» μεταγγίζεται στο σύντροφό μας, στους γονείς μας, στα αδέλφια μας, στους συγγενείς μας, στους φίλους μας, στους πνευματικούς μας πατέρες, και σε κάθε ορθόδοξο κληρικό παντός βαθμού, μεταγγίζεται ακόμα και στους εχθρούς μας, και σε κάθε ορθόδοξο χριστιανό απανταχού της γης, αλλά και πέρα από τους ορθοδόξους, σε όλους τους κατοίκους όλου του κόσμου, όλης της γης.
Εμείς είμεθα μέλη του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας του Χριστού, της οποίας κεφαλή όμως είναι ο Χριστός. Όταν ένα μέλος αυτού του σώματος υποφέρει, μας λέγει η Αγία Γραφή, τότε συμπάσχουν όλα τα μέλη, όλα τα μέλη υποφέρουν.
Και μάλιστα σας είχα αναφέρει τον πονοκέφαλο, απ’ τον οποίο έχω πικρά πείρα, συμπάσχει όλος ο άνθρωπος.
Όταν όμως ευφραίνεται ένα μέλος λέει, συνευφραίνονται όλα τα μέλη. Έτσι λοιπόν, συνεφράνθημεν και μεις, μαζί με την αρίστη απόδοση των ιεροψαλτών, όλων αυτών των ύμνων.
Έτσι γίνεται και με την προσευχή του Χριστού, αποκτά παγκόσμια ευεργεσία, προς όλους τους αμαρτωλούς, ορθοδόξους και μη, γιατί όλοι είμεθα αμαρτωλοί, - δεν εξαιρείται κανένας απ’ την αμαρτία.
Άρα το έλεος που ζητώ εγώ, για τον εαυτόν μου, λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», επεκτείνεται σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, σε όλους τους ανθρώπους.
Αρχίζοντας βέβαια από τους πλησίον, και επεκτείνεται σιγά σιγά προς τα έξω.
Αλλά είπαμε όταν η προσευχή αυτή, η ευχή, είναι χαρισματική, και όχι να είμαστε αφηρημένοι, και χαζεύομε εδώ και κει, όχι έτσι,…
Ο Χριστός ήταν αναμάρτητος στην ανθρώπινη φύση Του, ως άνθρωπος, αλλά ήταν και τέλειος Θεός, άρα η προσευχή Του, Αυτουνού η προσευχή, που δεν ήταν αμαρτωλός, δεν μπορεί να προσηύχετο προς τον Θεόν Πατέρα, αλλά οικειοποιείτο όπως μας λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, οικειοποιείτο την αμαρτωλή φύση τη δική μας.
Την ανθρώπινη φύση δηλαδή την αμαρτωλή όλης της ανθρωπότητος, όλη αυτή η αμαρτία, όλου αυτού του κόσμου μπήκε πάνω Του.
Έτσι οι προσευχές του Χριστού, και οι κραυγές Του πάνω στο Σταυρό, «Ηλί, Ηλί…», έτσι, ή «Ελωί, Ελωί, λαμά σαβαχθανί,…», και οι άλλες, είναι δικές μας προσευχές, και δικές μας κραυγές, όλων των αμαρτωλών, μηδέ εξαιρουμένου, για να ελεηθούμε από τον ίδιο, που έγινε άνθρωπος Θεάνθρωπος στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, που έπαθε δηλαδή για μας, και αναστήθηκε εκ νεκρών.
Δεν αναστήθηκε μόνο για να σφραγίσει, ολόκληρο το κοσμοσωτήριο έργον Του, αλλά για να σφραγίσει τα στόματα, όλων αυτών που Τον καταπολεμούν.
Το επαναλαμβάνω πιο απλά, για να το κλείσομε αυτό το θέμα,
Η δική μας προσευχή και παράκλησις, με το κομποσχοίνι «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», ως αμαρτωλοί, γιατί εμείς ζητούμε το έλεός Του, αυτό το έλεος επεκτείνεται ευεργετικά και προς όλους τους ανθρώπους, που είναι όντως εν αμαρτία, όπως είμεθα και μείς.
Όταν λοιπόν λές εσύ «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», λές και συ «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», ευεργετείς ο ένας ον άλλον, ευεργετείτε και μένα, και γώ ευεργετώ εσάς, και όλοι μαζί ευεργετούμε όλους τους ορθοδόξους χριστιανούς και όλη την ανθρωπότητα.
Αντιθέτως η προσευχή του Ιησού Χριστού, συγκεντρώνει όλη την αμαρτία όλης της ανθρωπότητος, όλων των αιώνων πάνω και μέσα στην αναμάρτητη ανθρώπινη φύση Του που την οικειοποιείται υπερφυώς κατά τον Άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό, και με τρόπον ακατάληπτον, και την κάνει ικεσία προς τον Θεόν Πατέρα.
Άρα και το «γενόμενος αγωνία» και την αγωνία του κάθε αμαρτωλού, είναι και δική μας αγωνία για το πώς θα μπορέσομε να σωθούμε.
Εκείνος ήλθε βέβαια προς το εκούσιον πάθος, και θυσιάστηκε για τη σωτηρία μας, εγώ και σεις όμως, και γώ, δεν εξαιρώ τον εαυτό μου, και σεις, τι αγώνα κάνομε για την προσωπική μας σωτηρία;
Και σε τι πνευματικές θυσίες, υποβαλόμεθα για να ευαρεστήσομε το Θεό;
Ποιες προσευχές και ποιες θυσίες κάνουμε, για τον ανώνυμο ή τον επώνυμο πλησίον μας, το Γιώργο, το Παύλο, την Μαρία, την Κατίνα, έτσι, και για τον συγκεκριμένο εχθρό μας που μας συκοφαντεί, που μας διαβάλλει, που μας πειράζει, που δεν ξέρω τι άλλο μας κάνει, τι κάνομε εμείς, πόσες θυσίες υποβάλομε γι’ αυτόν, πόσο μακροθυμούμε, πόσο συγχωρούμε, και πόση προσωπική μετάνοια έχουμε;
Η αγωνία λοιπόν του Χριστού, η αγωνία του Χριστού για τη δική μας σωτηρία, αφού και σταυρώθηκε, έτσι, είναι και δική μας αγωνία και για την προσωπική μας σωτηρία, και για τη σωτηρία των άλλων.
Ο Χριστός προσηύχετο εν αγωνία, και οι μαθηταί του ακόμα και οι πιο αγαπημένοι Του τρείς, Πέτρος, Ιωάννης και Ιάκωβος, όπως και οι άλλοι βέβαια οι υπόλοιποι οκτώ, τόχαν ρίξει στον ύπνο.
Αλλά και για μας όλον το πρότυπον προσευχής είναι ο Κύριος, και παρόλον που είναι πρότυπο προσευχής, εμείς ραθυμούμε, μας πνίγουν και οι μέριμνες, μας πνίγει και η καλοπέραση της ζωής, και δεν διαθέτουμε λίγο χρόνο, από κει καθιστοί που είστε ή όρθιοι, πέντε λεφτά. Πολλά είναι τα πέντε λεφτά;
Δεν μπορούμε πέντε λεφτά να πούμε το «Και δός ημίν Δέσποτα προς ύπνον απιούσιν», αργά αργά και καθαρά, πόσο θα κρατήσει;
Πέντε λεπτά με το ρολόι δεν μπορούμε να πούμε αργά και καθαρά «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», έλα μωρέ, τεμπελιάζομε…
Και ύστερα τι περιμένομε δηλαδή;
Αν δεν έχουμε σαν τη μετάνοια της αμαρτωλής, δεν θα βρούμε σωτηρία, της πόρνης μάλλον.
Μας πολεμούν οι εχθροί της Εκκλησίας, και μείς κοιμούμεθα, και δεν αγωνιούμε για την σωτηρία των παιδιών μας, και μείς οι μεγαλύτεροι ακόμα και των εγγονών μας.
Δεν κάνομε προσευχή.
Μας πολεμούν τη Θεότητα του Χριστού, και την Ανάστασή Του, με όλα τα μέσα και ειδικότερα τώρα με τα τελευταία τεχνητά.
Πολεμούν την Παναγία Μητέρα Του, τους Αγίους, τα θαύματα, τους ιερούς θεσμούς, τις ιερές μας παραδόσεις, τα δόγματά μας, την πίστη μας, την ιστορία μας, τη γλώσσα μας… Πού είναι η αγωνία του Χριστού, να γίνει και δική μας αγωνία;
Μόνον τα προσωπικά μας προβλήματα και τα ατομικά μας συμφέροντα, μας ενδιαφέρουν, τίποτα περισσότερο.
Η Αγία όμως Κασσιανή, η υμνογράφος του σημερινού περιφήμου δοξαστικού, και το άλλο που έλεγε «Ότι αμαρτωλός προσέφερε το μύρο», τα θυσίασε όλα για την αγάπη του Χριστού, και τα πλούτη της, και τις τιμές, και την ομορφιά και τα νιάτα, και τα έδωσε για την αγάπη του Χριστού.
Και την αγάπη αυτή την είδε και στην άπειρη μακροθυμία και ευσπλαχνία που έδειξε ο Πανάγιος Θεός, προς μια αμαρτωλή γυναίκα, μια πόρνη, η οποία δεν έκανε τίποτε άλλο, πήρε και αγόρασε μύρο, είπαμε προηγουμένως και άλειψε τα πόδια του Χριστού, και τα σπούγκιζε με τα μαλλιά της, την ώρα που ο Ιούδας, πήγαινε και πρόδιδε τον Κύριόν Του.
Αφού λοιπόν, εκείνη έδειξε προηγουμένως, είπαμε τη δική της μετάνοια.
Τι άλλο θέλομε για να κάνομε την αγωνία του Χριστού δική μας αγωνία, και την δική Του προσευχή, δική μας;
Αφού έτσι και αλλιώς, έτσι και αλλιώς είμεθα αμαρτωλοί, από τον πιο μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο, από τότε που γεννιέται το παιδί, μέχρι που βγαίνει η ψυχή μας, αμαρτωλοί είμεθα.
Εάν δεν φωνάζουμε με έλεος, πως θα σωθούμε, ποιος μας σώζει; Άβυσσος είναι τα κρίματα, ανεξιχνίαστη λέει, η ωδή του Κυρίου για τη σωτηρία μας.
Τουλάχιστον, αν δεν μπορούμε τίποτα άλλο, ας λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», είμαι αμαρτωλός, δεν ξέρω τι άλλη προσευχή να σου κάνω, είμαι αμαρτωλός, είμαι αμαρτωλός, ελέησέ με.
Ο Θεάνθρωπος Κύριος και Σωτήρας του κόσμου, προσεύχεται θαυματουργεί, αγωνιά, και σταυρώνεται για ολόκληρη την αμαρτωλή ανθρωπότητα, για τη σωτηρία της, για να γεμίσει τον Παράδεισο.
Εμείς; Εγώ, εσείς, όλοι μας, τι κάνομε; Κάτι κάνομε όμως. Κάτι προσπαθούμε, ε, να και γεμίσαμε και σήμερα τους ναούς, ε, δεν φαντάζομαι μόνον για να ακούσουμε το δοξαστικό της Αγίας Κασσιανής, και μη την μπερδεύομε με την αμαρτωλή γυναίκα, διότι εδώ και είκοσι χρόνια ασχολούμεθα συνεχώς με την ανάλυση αυτών των τροπαρίων και του δοξαστικού, με τη ζωή της Αγίας Κασσιανής και με τα μυθιστορήματα που έγραψαν γι’ αυτήν, που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Λοιπόν, ε, αυτό το κάτι το λίγο που κάνομε, και ένα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» και ένα «Πάτερ ημών» αργά και καθαρά να πούμε, εύχομαι εγώ από το βάθος της καρδιάς μου, να γίνει δένδρο, του οποίου η κορφή, να ανοίξει την θύρα του Παραδείσου, αυτό το εύχομαι, όπως την άνοιξε στον ληστή εκ δεξιών, όπως την άνοιξε και στην αμαρτωλή πόρνη γυναίκα, όπως ποιητικά μας την απέδωσε η Αγία Κασσιανή και με τόση ιεροπρέπεια και κατάνυξη οι ιεροψάλτες μας.
Όπως την άνοιξε σε όλους τους αμαρτωλούς που με μετάνοια ζήτησαν το έλεος του Αγίου Θεού.
Έτσι να την ανοίξει ο Θεός και σ’ όλους μας.
Είναι όμως, είναι όμως ήδη ανοιχτή και μας περιμένει, περιμένει και σένα, περιμένει και σένα, και σένα, και σένα και μένα.
Μας περιμένει η πόρτα του Παραδείσου.
Δεν έχομε παρά να τη ζητάμε για να περάσομε μέσα απ’ αυτήν.

Αμήν.

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2007

Το απροσπέλαστο Μυστήριο τής προσευχής τού Ιησού Χριστού, A'



200-α
Μεγ. Δευτέρα Βράδυ, 2007

«Και γενόμενος εν αγωνία, εκτενέστερον προσηύχετο».
Χριστιανοί μου σήμερα, Μεγάλη Δευτέρα βράδυ, η εκκλησιαστική μας υμνολογία, όπως παρακολουθήσαμε αναφέρεται κυρίως στην παραβολή των δέκα παρθένων και στην καλλιέργεια των ταλάντων που χαρίζει στον καθένα μας ο Πανάγιος Θεός.
Έτσι πριν από τα φρικτά Πάθη που αρχίζουν το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, και κορυφώνονται την Μεγάλη Παρασκευή, η Εκκλησία μας καλεί να στρέψομε όλη μας την προσοχή όπως το ακούσατε προηγουμένως στα έσχατα, είτε αυτά έρχονται στον καθένα μας την ώρα του θανάτου, είτε αναφέρονται στο τέλος του κόσμου κατά την Δευτέραν αυτού Παρουσίαν.
Με την ανάλυση της παραβολής των δέκα παρθένων, και άλλα ακόμα συναφή θέματα, όπως με εκείνα τα φοβερά “ουαί υμίν γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί”, ασχοληθήκαμε εδώ και εικοσιέξι χρόνια.
Εμείς όμως αυτή τη στιγμή τώρα, αλλά συνειδητά θα μεταβούμε στον κήπο της Γεθσημανή, και μάλιστα στην υπερφυά προσευχή, του Χριστού, την αγωνιώδη προσευχή του Χριστού, το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης.
Εμείς ακολουθούμε την σειρά όπως την έχει η Εκκλησία μας.
Ο Χριστός προσεύχεται.
Και προσεύχεται όχι μόνον στον κήπο της Γεθσημανή, αλλά πάντοτε υπήρξε προσευχόμενος, ως υιός ανθρώπου.
Αυτό μας το βεβαιώνουν και τα Ευαγγέλια όπου κατ’ ιδίαν απεσύρετο εις προσευχήν εις έρημο τόπο.
Είχε όμως ανάγκη προσευχής ο Χριστός; Όχι δεν είχε. Αφού ο ίδιος ήταν και τέλειος Θεός.
Δηλαδή όταν έκανε προσευχή, προσηύχετο στον εαυτό Του;
Αν πούμε ναι, τότε καταργούμε την Θεότητα, πράγμα που το υποστηρίζουν όλοι οι αιρετικοί και ειδικότερα οι Ιεχωβάδες, οι Χιλιασταί.
Το να αποδώσομε πάλι τις προσευχές του Χριστού και το κυριότερο τις κραυγές Του, πάνω στο Σταυρό, κινδυνεύομε να διασπάσομε το Θεαδρικό Του πρόσωπο, δηλαδή να χωρίσουμε τις δύο αδιαίρετες φύσεις, την ανθρωπίνη από την θεία.
Άρα το θέμα της προσευχής του Χριστού, είναι πάρα πολύ λεπτό και χρειάζεται μεγάλη μεγάλη προσοχή.
Εμείς όμως θα το τολμήσομε να το προσεγγίσομε, όχι ότι ξέρομε κάτι εμείς, αλλά μέσα από εκείνα τα οποία κυρίως μας λέγουν οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας.
Ο Θεάνθρωπος Χριστός δεν ήταν μόνον τέλειος Θεός, αλλά ήταν και τέλειος άνθρωπος εκτός της αμαρτίας, ήταν δηλαδή αναμάρτητος.
Παρά ταύτα όμως είχε τα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη. Δηλαδή πεινούσε, διψούσε, κοιμόταν, κουραζόταν σωματικά, πονούσε, δάκρυζε, αγωνιούσε, είχε ακόμα και ιερή αγανάκτηση και αυτό το βλέπομε όταν πήρε το φραγγέλιο και πέταξε έξω όλους τους εμπόρους απ’ το Ναό του Σολομώντος.
Αλλά εκείνο που μας προκαλεί απορία, είναι το γιατί προσηύχετο ο Χριστός, γιατί !;
Τον βλέπομε στο Σαραντάρειο Όρος να προσεύχεται μαζί με την απόλυτη νηστεία, τροφής και ύδατος, για σαράντα μέρες, αλλά και συχνά απεσύρετο εις έρημον τόπον και το συνηθέστερο «ην διανυκτερεύων εν τη προσευχή».
Αλλά και στον κήπο της Γεθσημανής, «γενόμενος εν αγωνία, εκτενέστερον προσηύχετο».
Και μάλιστα τόση ήταν η αγωνία Του, που άρχισε να ρέει από το πρόσωπό Του ιδρώτας, που έμοιαζε «ως οι θρόμβοι αίματος». Σταγόνες δηλαδή πυκτού αίματος.
Και ποια ήταν η προσευχή Του στη Γεθσημανή;
«Πάτερ, ει δυνατόν παρελθέτο απ’ εμού το ποτήριον τούτο, πλήν ουχ ως εγώ θέλω αλλ’ ως Συ».
Όλες οι προσευχές του Χριστού, ήσαν προσευχές που θα έπρεπε να αναπέμπει ολόκληρη η ανθρωπότητα.
Και συγχρόνως είναι κι ένα ζωντανό παράδειγμα, για το πόσο πολύ πρέπει να προσευχόμεθα, όλοι μας και μάλιστα εμείς που είμεθα Ορθόδοξοι Χριστιανοί.
Όλες οι προσευχές του Χριστού που αναφέραμε προηγουμένως, και ιδιαίτερα στον κήπο της Γεθσημανή, με κείνο το φοβερό «περίλυπος εστίν η ψυχή μου έως θανάτου», ο φόβος, η αγωνία, οι θρόμβοι του αίματος, ακόμα και η παρένθεσις του πάθους, δηλαδή το «παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο», είχαν σαν στόχο να παραπλανήσουν το διάβολο, ο οποίος βλέποντας τα πάθη, και όλα τα ανθρώπινα εκείνα στοιχεία τα εξωτερικά, πίστεψε ότι ήταν ένας απλός, ένας κοινός άγιος άνθρωπος, παρόλο που σε ορισμένα θαύματα οι δαιμονισμένοι έλεγον «Υιέ Θεού», εννοούσαν τον καλόν Άγιον που είναι παιδί του Θεού, οπότε και μπόρεσε ακίνδυνα να βάλλει, ο διάβολος να βάλλει τον Ιούδα να προδώσει τον Χριστόν και τους άρχοντας μετά των Γραμματέων και Φαρισαίων, να παρασύρουν και τον όχλον και τέλος να τον θανατώσουν με Σταυρικό θάνατο.
Αν ο διάβολος διέβλεπε ότι ο Χριστός ήτο και τέλειος Θεός, δεν θα το έκαμε ποτέ, ποτέ!
Και «γενόμενος εν αγωνία εκτενέστερον προσηύχετο».
Αυτή η αγωνία, ο φόβος, η αφόρητος λύπη, οι θρόμβοι του αίματος, όπως και οι κραυγές πάνω στο Σταυρό, είναι μεν λογικές φυσικές καταστάσεις ενός μελλοθανάτου, που βασανίζεται και υποφέρει, αλλά να πω εκπροσωπούν, όχι, αλλά συμπυκνώνουν όλο το βάρος της αμαρτωλής ανθρωπότητος και όλων των αμαρτιών όλων των ανθρώπων στην αναμάρτητη ανθρώπινη φύση Του.
Και μόνον έτσι θα μπορούσαμε έστω και για λίγο να καταλάβομε ότι η κάθε είδος προσευχή του Χριστού, δεν εστρέφετο προς τον εαυτόν Του, αφού ήταν τέλειος Θεός, αλλά ήταν η προσευχή όλων των ανθρώπων προς τον Ουράνιό τους Πατέρα.
Οι άνθρωποι αμαρτάνουν, σκοτώνουν, βλαστημούν, πορνεύουν, μισούν, αδικούν, κάνουν πολέμους, καταστρέφουν την ατμόσφαιρα, μολύνουν το περιβάλλον, και μύρια τόσα άλλα κακά, που τα πληρώνει και θα τα πληρώνει ο Χριστός πάνω στο Σταυρό, με τη Σταυρική Του θυσία.
Γι’ αυτό και η τόση αγωνιώδη προσευχή Του, και στη δημόσια δράση Του, και στον κήπο της Γεθσημανή, πάνω στο Σταυρό.
Αυτές οι προσευχές, είναι οι προσευχές της αμαρτωλής και διεφθαρμένης ανθρωπότητος.
Ότι δεν μπορούσαν και δεν μπορούν οι άνθρωποι της αμαρτίας να το πετύχουν, το έκαμε ο Πανάγιος Θεός Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός με τη Θυσία Του πάνω στο Σταυρό.
Αυτό τονίζεται και ιδιαιτέρως και εις την προς Εβραίους επιστολή, από τον Απόστολο Παύλο, για κείνους που θέλουν να δουν αυτό το στίχο είναι απ’ το πέμπτο κεφάλαιο στίχος επτά, ότι καθ’ όλην την διάρκειαν της επιγείας ζωής του, και μάλιστα, το διαβάζω επί λέξη, «εν ταις ημέραις αυτού με δεήσεις και ικετηρίαις προσευχάς, προσηύχετο προς τον Ουράνιο Πατέρα μετά κραυγής ισχυράς και δακρύων», γιατί; Για να δυνηθεί ως τέλειος άνθρωπος να πιεί το πικρό ποτήρι των σεπτών παθών και του μαρτυρικού Σταυρικού Θανάτου.
Δηλαδή για το μαρτύριο που θα ’ρχιζε από την προδοσία του Ιούδα, και την σύλληψή Του μέχρι και της τελευταίας Του κραυγής, «τετέλεσται», και «κλείνας την κεφαλήν παρέδωκε το Πνεύμα».
Η προσευχή στην οποία αναφέρεται ο Απόστολος Παύλος, είναι η προσευχή του Χριστού στην Γεθσημανή, και εκπροσωπεί όλους εμάς, που είμεθα και θα είμεθα αμαρτωλοί μέχρι της συντελείας των αιώνων.
Αυτή ακριβώς έχει τόσο πολύ μεγάλο βάθος που είναι απροσπέλαστο, που είναι αμέτρητο, που είναι ανεξερεύνητο…
Τα θεϊκά και τα θεανθρώπινα της Σταυρικής Θυσίας χριστιανοί μου, δεν μπορούμε ποτέ να τα ερευνήσομε με το μυαλό μας, θα είναι πάντοτε ανεξερεύνητα.
Μόνο κάποιος ευλαβής χριστιανός, ταπεινός στη καρδία, με φόβον Θεού, με πίστη, με ενεργουμένη την αγάπη, και το πλήθος των άλλων αρετών, πιθανόν να δεχτεί μια απειροελάχιστη αχτίνα θεϊκής αποκαλύψεως, και αυτή μέσα από τα περιορισμένα όρια της ψυχικής αντοχής.
Αυτήν την αποκάλυψη δέχτηκαν και ορισμένοι των Πατέρων της Εκκλησίας μας.
Και «γενόμενος εν αγωνία». Θέλω τώρα να σας ρωτήσω κάτι.
Αν το δεκάχρονο παιδάκι μας ήταν σο νοσοκομείο και μάλιστα ετοιμοθάνατο, βγάζει δεν βγάζει την νύχτα, μπορείτε να μας περιγράψετε, την αγωνία των γονέων; Μπορεί να περιγραφεί η αγωνία μιας μάνας, εκείνη την νύχτα, γιατί όχι και του πατέρα ή μιας μεγαλύτερης αδελφούλας. Και αν από δικό μας λάθος, δικό μας, χάνεται το παιδί μας, πόσο τραγικότερη θα είναι η αγωνία μας;
Ε, η αγωνιώδης προσευχή του Χριστού, ήταν γιατί Αυτός δέχτηκε ολόθερμα, εκουσίως, να πληρώσει με τη δική Του προσωπική θυσία όλα τα λάθη, όλα τα πνευματικά χρέη και όλες τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων όλων των αιώνων.
Σκεφτείτε ότι ας το πούμε όλοι εσείς ως εκκλησιαζόμενοι πιστοί χριστιανοί, είστε καταδικασμένοι σε θάνατο. Και έρχομαι εγώ και γω…, τέλος πάντων, το αναφέρω σαν παράδειγμα για να το καταλάβουμε, και λέω «αφήστε τους αυτούς ελεύθερους, πληρώνω εγώ και πεθαίνω στη θέση τους».
Εγώ και σεις αμαρτήσαμε. Εκείνος ο Χριστός πλήρωσε για μας «γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού».
Τώρα που είναι η δική μας υπακοή, που είναι η δική μας πίστις, που είναι η δική μας μετάνοια, που είναι; Που είναι η δική μας καθημερινή ευχαριστία και δοξολογία προς το Χριστό που μας σώζει δωρεάν, από την αμαρτία και την κόλασή της.
Όλες οι αμαρτίες τούτου του κόσμου, με ένα «ήμαρτον, συγχώρεσέ με Θεέ μου», ο Σωτήρας Χριστός, μας λυτρώνει από το βάρος της αμαρτίας και της ενοχής, αρκεί να υπάρχει αληθινή μετάνοια.
Ο Χριστός χριστιανοί μου επειδή προσηύχετο με αγωνία, δεν σημαίνει ότι φοβήθηκε το θάνατο, αφού ήλθε εκουσίως, με τη θέλησή Του, προς το εκούσιον Αυτού πάθος, όπως μας ψάλλει η Εκκλησιαστική μας υμνολογία.
Το διάβολο βέβαια δεν τον φοβείται, αντιθέτως ο διάβολος φοβάται Αυτόν διότι φρίσσει και τρέμει και μόνο στο άκουσμα του ονόματος του Θεού.
Λοιπόν έτσι η αγωνία αυτή του Χριστού, είναι απροσπέλαστη για τα μυαλά μας.
Ως τέλειος άνθρωπος θα εδέχετο ο Κύριος όλους τους σωματικούς πόνους, και οπωσδήποτε τους δέχτηκε και πόνεσε φοβερά και απ’ το ακάνθινο στεφάνι, και από το φραγγέλιο και από το φρικτό σταύρωμα και τόσα άλλα, χωριστά όλα όσα έγιναν.
Αλλά η ψυχή Του; Η ψυχή Του όμως θα σπάραζε από βαθύτατο πόνο και θλίψη, επειδή θα ήρχετο σε επαφή με την αμαρτία.
Δηλαδή με το βάρος των αμαρτιών όλων των ανθρώπων, όλων των αιώνων από του Αδάμ μέχρι και του τελευταίου πριν από την συντέλεια του κόσμου.
Είναι μεγάλο πράγμα αυτό. Αυτός που ήτο αναμάρτητος, Αυτός που ήτο άμωμος, ακηλίδωτος, πανάσπιλος, «ουδέ δόλος ευρέθη εν τω στόματι Αυτού», αυτός ο Κύριος, φορτώνεται, εξακολουθεί να φορτώνεται τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων, όλων των ανθρώπων, και ημών, και τις δικές σου, και τις δικές σου και τις δικές μου.
Κανείς δεν εξαιρείται από αυτό, γι’ αυτό και μείς όταν ξελαφρώνουμε, και ξελαφρώνουμε, δεν βγάζουμε τις αμαρτίες μας στην εξομολόγηση, στον παπά που φοράει πετραχήλι, στον Εσταυρωμένο Χριστό τις φορτώνουμε, τις παίρνει Αυτός, και σκίζει το χειρόγραφο, το χρέος των δικών μας αμαρτιών.
Γι’ αυτό όσοι έχουν αληθινή μετάνοια, όσοι έχουν αληθινή μετάνοια, όταν φεύγουν απ’ την ιερά εξομολόγηση, φεύγουν πετώντας.
Έχουν και μάλιστα ένα ειδικό ξελάφρωμα ακόμα και σ’ αυτό το σώμα, πετάνε κυριολεκτικώς, απ’ τη γη πηγαίνουν στον ουρανό.
Αλλά επειδή το θέμα αυτό, το «εν αγωνία γενόμενος και εκτενέστερον προσηύχετο», δεν έχει τέλος, με την χάριν του Αγίου Θεού, αν ζούμε, θα το συνεχίσουμε αύριο.

1ον Τό πικρό ποτήριον τού Χριστού. 2ον τής Εκκλησίας. 3ον Τό δικό μας. 4ον Το ποτήριον τής ζωής. 5ον Τό θανατηφόρον ποτήριον τού Σατανά



199-γ
Κυριακή Βαϊων βράδυ 1.4.2007

Είναι το εικοστό έκτο Πάσχα που κάνομε μαζί, εδώ στο μικρό μας Ιερό Ναό της Αγίας Βαρβάρας,
χωριστά τα πέντε προηγούμενα που ήτανε (65-70 ) εξήντα πέντε εβδομήντα.
Όλα αυτά τα χρόνια, ομιλούμε αυτή την ημέρα, και το πρωί και το βράδυ, όπως τη Μεγάλη Δευτέρα και τη Μεγάλη Τρίτη.
Τα θέματα είναι ανεξάντλητα, διότι άπειρος υπήρξε και η θυσία του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού διά τη σωτηρία μας.
Όπως παρακολουθήσατε μέσα από τα βιβλιαράκια σας, τους εξαίρετους αυτούς ύμνους που αποδόθησαν με τόση ιεροπρέπεια και κατάνυξη,
δύο πράγματα έτσι μου έκαναν εντύπωση, το «ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα» εκείνο από τους αίνους, και τώρα από τα απόστιχα «Ω, ποτήριον προ τούτο πιείν ο αυτός έλεγες», δηλαδή το έλεγε εις τους μαθητάς Του, και μιλούσε για το πικρό Ποτήριον.

Όπως επορεύοντο χριστιανοί μου, όπως επορεύετο ο Χριστός, προς τα Ιεροσόλυμα μαζί με τους μαθητάς και αποστόλους, εκείνοι κατελήφθησαν από θάμβος, καθώς Τον έβλεπαν να προχωρεί προς το εκούσιον Αυτού Πάθος, δηλαδή προς το μαρτύριον, με τόση αυταπάρνηση και συγχρόνως μεγαλείο.
Βέβαια η περιγραφή αυτού του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, λέγεται την Πέμπτη Κυριακή των νηστειών. Εμείς θα το συνδέσομε με την παρούσα Μεγάλη Εβδομάδα.
Δύο απ’ τους μαθητάς, τα δύο αδέλφια Ιάκωβος και Ιωάννης, πλησίασαν το Χριστό, και του ζήτησαν κάτι.
Κι εκείνος ρωτάει τι.
Εκείνοι απήντησαν : «Όταν καθίσεις στο θρόνο της Δόξης Σου, να μας βάλεις και μας να καθίσομε τον έναν δεξιά και τον άλλον αριστερά».
Κι Αυτός απήντησε ότι «ουκ οίδατε τι αιτείσθε. Δεν ξέρετε τι ζητάτε. Δύνασθε πιείν το Ποτήριον ο εγώ πίνω;» τους ρώτησε.
«Μπορείτε δηλαδή να πιείτε το ποτήριον του πόνου και του μαρτυρίου, που εγώ πίνω, ή πρόκειται εντός των ημερών να πιώ και μάλιστα να βαπτισθείτε και στο βάπτισμα του αίματος που εγώ ήδη βαπτίζομαι;»
Και αυτοί απήντησαν «δυνάμεθα», δηλαδή «μπορούμε».
Τότε ο Κύριος τους απάντησε : «Το ποτήριον του πόνου θα το πιείτε και το βάπτισμα του αίματος θα το ποτίσετε, αλλά το καθίσαι εκ δεξιών Μου και εξ ευωνύμων Μου, ουκ έστιν υμών αλλά οις ετοίμασθαι».
Δηλαδή το να καθίσετε ο ένας δεξιά Μου και ο άλλος αριστερά Μου, δεν είναι στην εξουσία να το δώσω σε όποιον έτσι απλά Μου το ζητάει, αλλά σε όσους, μάλλον για όλους εκείνους για τους οποίους έχει ετοιμαστεί, σε κείνους που αγωνίστηκαν τον καλό Ευαγγελικό αγώνα, και τήρησαν το θέλημα του Αγίου Θεού, δηλαδή στους αξίους, σε όλους εκείνους που ήταν έτοιμοι και πρόθυμοι να χύσουν το αίμα τους για την αγάπη του Χριστού.

Γι’ αυτό «δύνασθε πιείν το ποτήριον ό εγώ πίνω»;
Αν μας ρωτούσε εμάς αυτή τη στιγμή ο Κύριος, εμείς τι θα απαντούσαμε;
Πιθανόν θα λέγαμε δυνάμεθα.
Εάν πούμε «μπορούμε», τότε θα πρέπει να είμεθα έτοιμοι να υποστούμε κάθε πειρασμόν, και πρώτο τον πειρασμό και το αναίμακτο μαρτύριον του συνειδήσεώς μας, και δεύτερον το μαρτύριον κάθε βασανιστηρίου, φυλακής, εξορίας, διωγμού, ξυλοδαρμού αν θέλετε, λιθοβολισμού και των υπολοίπων σωματικών κακώσεων.
Πικρό λοιπόν το ποτήρι του πόνου, πικρό, πικρότατον, το οποίον όμως υποστώμεθα για την αγάπη του Χριστού.
Απαντήσαμε όμως «δυνάμεθα», δηλαδή μπορούμε, και ασφαλώς μπορούμε, αρκεί να το θελήσομε με όλη μας την καρδιά.
Και τότε θα μας δοθεί όχι μόνον η εξουσία του «πατείν επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν δύναμιν του εχθρού» αλλά θα μας δοθεί και Θεϊκή δύναμις, για να καθαρισθούμε από τα πάθη, για να υπομένομε κάθε είδος θλίψης μέσα σ’ αυτή τη ζωή, ακόμα και τον θάνατον, για να αγαπήσομε τον Θεόν και τον πλησίον, για να μάθομε να μακροθυμούμε και να συγχωρούμε, για να κοινωνούμε μαζί Του δια μέσω των φρικτών μυστηρίων και δη, της Θείας Λατρείας, του Ευαγγελικού λόγου, και των έργων πίστεως και μετανοίας, αρκεί να το θελήσομε, τονίστηκε και προηγουμένως ότι οφείλουμε να ποιούμε καρπούς αξίους της μετανοίας ημών.
Λοιπόν, βγαίνει το συμπέρασμα ότι το πρώτο πικρό ποτήρι είναι τα Πάθη και η Σταυρική Θυσία του Κυρίου και το δεύτερο ποτήρι του πόνου των πειρασμών και των θλίψεων και των διωγμών, είναι, μπορεί να είναι και δικό μας ποτήριον.
Είπεν ο Κύριος, «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι».
Όποιος απ’ τους ανθρώπους το θέλει και μάλιστα από μας τους νερόβραστους Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς, τότε θα σηκώσει το δικό του Σταυρό και θα πιεί το δικό του πικρό Ποτήρι του πόνου και των λοιπών ταλαιπωριών της ζωής.
Εκείνος σταυρώθηκε, αλλά καλεί και μας όλους να συσταυρωθούμε μαζί Του, «αίροντες το δικό μας Σταυρό», το τόνισε πάλι η Εκκλησιαστική μας Υμνολογία, γιατί μόνον έτσι θα μας καταστήσει αξίους, ώστε και να συναναστηθούμε μαζί Του, και αυτό εποτίσθη.
Έπαθε ο Χριστός για «να νεκρώσωμε εμείς τα μέλη ημών τα επί της γης», τα παθη, τις αδυναμίες μας, τις πονηριές μας, τις κακίες μας, και τόσα άλλα.
Τα Πάθη Αυτού τα σεπτά, εγένοντο για όλους μας «φώτα σωστικά», το έψαλε προηγουμένως θριαμβευτικά η Εκκλησία μας στα πρώτα καθίσματα.
Εκείνος εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού, για να μάθουμε και μεις, να αιχμαλωτίζουμε παν νόημα, δηλαδή κάθε σκέψη λόγο ενέργεια οτιδήποτε στην υπακοή του Χριστού.
Εκείνος πέθανε πάνω στο Σταυρό για να σώσει εμάς απ’ την αμαρτία, τον κόσμο της κακίας και το φθόνο του διαβόλου.
«Θαρσείτε» μας παραγγέλνει ο Κύριος. Να έχετε θάρρος και υπομονή για να μη φοβείσθε, «θαρσείτε εγώ νενίκηκα τον κόσμον, έτσι και σεις μαζί μου θα τον νικήσετε τον κόσμο της αμαρτίας».
Άλλωστε ας μη ξεχνάμε, «διά του Σταυρού χαρά εγένετο εν όλω τω κόσμω».
Αυτό το διακηρύσσουμε και το ομολογούμε κάθε Κυριακή αλλά και σε όλη την Πασχαλινή περίοδο με το «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι».

Σκεπτόμουν λοιπόν πολύ, έτσι δυο τρεις μέρες, αυτή την ημέρα και την άλλη και την άλλη και την παράλλη, και προβληματίστηκα στο ποιος είναι αυτός πρώτος πάνω στη γη που εδοξάσθη απ’ τον Θεόν.
Είπαμε λοιπόν ότι το πικρό ποτήριο για τον Θεάνθρωπο είναι η Σταυρική θυσία.
Αλλ’ ο μαρτυρικός θάνατος πάνω στο Σταυρό είναι συγχρόνως και η ανυπέρβλητη Δόξα Του.
Δόξα ο Σταυρός; Ναι Δόξα!
«Νυν εδοξάσθη ο Υιός του Ανθρώπου, και Θεός εδοξάσθη εν αυτώ».
Αυτό θα το πούμε ως Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, το πρώτο της Μεγάλης Πέμπτης.
Τα λόγια αυτά τα είπε μόλις έφυγε ο Ιούδας απ’ το Μυστικό Δείπνο για να Τον προδώσει, που σημαίνουν «τώρα που θα σταυρωθεί ο Χριστός, τώρα δοξάζεται και ο Υιός του ανθρώπου, άρα η Σταυρική Του Θυσία γίνεται Δόξα Θεού». Αυτή είναι η ερμηνεία του.
Πρωτος πρώτος όμως, που παίρνει αυτή τη Δόξα, δεν το είπαν, στην δόξα σου να μας στήσεις δεξιά και αριστερά τα δυο αδέλφια, έ, ο πρώτος λοιπόν που δοξάζεται στα δεξιά του Θεού είναι ο ληστής! Ο ληστής εκ δεξιών!
Και πήρε προκαταβολικά αυτή τη δόξα με τους βεβαιωτικούς εκείνους λόγους του Κυρίου, «αμήν, αληθώς σοι λέγω, σήμερον, μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω».
Αυτές ήταν χριστιανοί μου, αυτές ήταν οι ταπεινές σκέψεις και ο στοχασμός για τον ληστήν εκ δεξιών, που η ομολογία της μετανοίας του και η αναγνώρησις της θεότητος του Ιησού Χριστού, μαζί με το μαρτύριον, διότι υπέστη μαρτύριον ο ληστής, και μετά την ομολογίαν, εξακολουθούσε να ζει υποφέροντας πάνω σταυρό μαρτυρικά, μέχρι τη στιγμή που οι στρατιώτες του έσπασαν τα κόκκαλα.
Οπότε εγένετο μεγάλη αιμορραγία και ξεψύχησε, πολύ πριν βέβαια από τον Κύριον.
Αυτά λοιπόν τον κατέστησαν δοξασμένον κατά χάριν στους αιώνας των αιώνων. Καταλάβατε;
Άρα λοιπόν πρώτος αυτός, που αξιώθηκε του Παραδείσου, και κάθισε εκ δεξιών Αυτού.

Λοιπόν, μας ξαναρωτάει ο Κύριος, γιατί το ρώτησε σήμερα και η εκκλησιαστική μας Υμνολογία, «δύνασθε πιείν το Ποτήριον ό έγώ πίνω;»
άμα ανέβουμε ένα σκαλοπάτι, λίγο πιο πάνω, πνευματικό εννοώ σκαλοπάτι, θα δούμε ότι το πικρό Ποτήριο του Χριστού είναι και οδυνηρό Ποτήριον της Εκκλησίας Του. Αφού ο Χριστός είναι κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας, άρα κάθε πόνος και σταύρωμα της κεφαλής είναι ταυτόχρονα και πόνος και οδύνη και πάθος του όλου σώματος. Αν πονάει το κεφάλι μας, υποφέρομε ολόκληροι ψυχοσωματικά. Αυτό το γνωρίζω πολύ καλά εδώ και χρόνια. Τι θα πεί να πονάς φοβερά στο κεφάλι και να υποφέρεις ολόκληρος.
Έτσι λοιπόν το πικρό ποτήριο της κεφαλής που είναι ο Χριστός, περνάει υποχρεωτικά και σ’ ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας Του, άρα και στα μέλη του σώματός Του που είμεθα εμείς όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, και ο καθένας από μας χωριστά.
Γι’ αυτό και η ορθόδοξη Εκκλησία μας ήταν πάντοτε μαρτυρική και σταυρωμένη.
Υπόκειται πάντοτε σε ποικιλία διωγμών!
Δεν υπάρχει τοπική Εκκλησία, δεν υπάρχουν μητροπόλεις, επισκοπές και Πατριαρχεία, που να μην έχουν περάσει ή να μην περνούν δια πυρός και σιδήρου, ακόμα εδώ, στη φυλακή βρίσκεται ο μητροπολίτης Αχρίδος στα Σκόπια.
Το είδος των διωγμών και των πιέσεων κατά τόπους, έθνη και πρόσωπα διαφέρει αλλά, αλλά είναι, άλλοτε είναι φανερός και συκοφαντικός, άλλοτε είναι ιδεολογικός αλλά πολύ επιθετικός, άλλοτε κρυφός και πισώπλατος, άλλοτε είναι προβατόσχημος όπως είναι η Ουνία και οι πολλές αιρέσεις.
Απ’ τον Πρωτομάρτυρα και Αρχιδιάκονο Στέφανο μέχρι τον Έλληνα ιερομόναχο που κατακρεουργήθηκε με τσεκούρι πριν από λίγα χρόνια στα περίχωρα των Ιεροσολύμων εκατομμύρια οι μάρτυρες και οι ομολογηταί της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Που να προσθέσομε και κείνα τα φοβερά τετρακόσια χρόνια Τούρκικης σκλαβιάς με τα παιδομαζώματα, τους γενιτσάρους, τους διωγμούς και τα χαρέμια τους όπου άρπαζαν τις μικρές Ελληνοπούλες. Και βέβαια και τα βασανιστήρια πολλές φορές για τον εξισλαμισμό.
Δυστυχώς… Ξεχάσαμε και τον Κοσμά τον Αιτωλόν. Ευτυχώς που είπαν ότι θα διορθώσουν τα βιβλία μας.
Ο διωγμός κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των ευλαβών εκπροσώπων της, επισκόπων, πρεσβυτέρων, διακόνων, μοναχών, και πιστών αγωνιζομένων χριστιανών, συνεχίζεται και μέχρι σήμερα με διαφόρους τρόπους. Ομολόγησε σε μία υπηρεσία ότι είσαι Ορθόδοξος Χριστιανός, ότι νηστεύεις, ότι πηγαίνεις στην Εκκλησία, ότι εξομολογείσαι, ότι κοινωνείς, και να δεις τι έχεις να περάσεις από ειρωνία και καταπίεση.
Έτσι έχουμε
πρώτον το πικρό ποτήριον του Χριστού με τη Σταυρική Του Θυσία,
δέυτερον, το πικρόν ποτήριον της Εκκλησίας δια μέσου των διωγμών,
τρίτον το προσωπικό μας πικρό ποτήρι με την μορφή του αναιμάκτου μαρτυρίου της συνειδήσεως και με την μορφή των βασανιστηρίων όπως σας είπα, εξορίας φυλακής, προπηλακίσεων και λοιπά.

Υπάρχει και τέταρτον Ποτήριον, το Ποτήριον της Ζωής. Το φάρμακον αθανασίας, το Αίμα του Ιησού Χριστού, που ρέει και θα ρέει, εις «άφεσιν ημών αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Είναι το Ποτήριον που μας χαρίζει την βασιλείαν των Ουρανών. Αυτού του ποτηρίου όμως προηγείται η έμπρακτος μετάνοια.
Και ακολουθεί βέβαια η ζέουσα πίστις, η ενεργουμένη αγάπη, το ταπεινό φρόνημα και όλα αυτά τα οποία τόσο συχνά επαναλαμβάνουμε.
Για τη θεία Κοινωνία και τις προϋποθέσεις μιλήσαμε πολλές φορές.

Υπάρχει όμως και ένα πέμπτο ποτήριον, πικρότατον και φοβερότατον, ακόμα πιο φοβερόν, και από το ποτήρι του θανάτου.
Αυτό το πέμπτο ποτήρι ξέρετε πιο είναι; Αυτό που μας προσφέρει ο διάβολος! Με τις ηδονές και τις απολαύσεις, με την απόρριψη της Θεανθρωπότητος του Ιησού Χριστού, της Αναστάσεώς Του εκ νεκρών, και της Δευτέρας αυτού Παρουσίας που θα κρίνει ζώντας και νεκρούς, και τέλος με την αμαρτία που μας την προσφέρει μέσα απ’ το ποτήριον αυτό πάντοτε ολόγλυκα.
Απ’ αυτό το τελευταίο ποτήριο όποιος πιεί και δεν το ξεράσει με την αληθινή μετάνοια, δηλητηριάζεται και πεθαίνει για πάντα τον αιώνιο θάνατον της ψυχής του, δηλαδή βυθίζεται και θα βυθίζεται στην αιώνιο Κόλαση. Το επαναλαμβάνω γιατί δεν μας αρέσει ν’ ακούμε τη λέξη αυτή, αλλά υπάρχει όμως, και θα υπάρχει εις τους αιώνας των αιώνων χωρίς τέλος όπως και ο Παράδεισος.
Είναι τρόπος υπάρξεως γιατί εδώ αρνηθήκαμε τον Πανάγιον Θεόν και παραμείναμε αμετανόητοι.

Χριστιανοί μου, εύχομαι η παρούσα Μεγάλη εβδομάδα του δύο χιλιάδες (επτά) σήμερα που αρχίζει, να μας οδηγήσει στη Ανάσταση και στην Θεία ευφροσύνη του ποτηρίου της αιωνίου ζωής,
Αμήν.

Κυριακή, 1 Απριλίου 2007

Ο Κύριος ερχόμενος σέ τρείς περιόδους



199-β
Κυριακή Βαΐων πρωΐ 1.4.2007

Ωσαννά! Ευλογημένος ο Ερχόμενος!
Χριστιανοί μου, ο Ιησούς Χριστός, είναι ο Ερχόμενος διότι έτσι Τον αποκαλούσαν οι προφήτες, έτσι Τον απεκάλεσε ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, «ο οπίσω μου Ερχόμενος», έτσι Τον ζητωκραύγασαν οι όχλοι σήμερα με τα βαϊα των φοινίκων, λέγοντες και κράζοντες «Ευλογημένος ο Ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».
Και τέταρτον και στο βιβλίον της Αποκαλύψεως, στο τέταρτο στίχο του πρώτου κεφαλαίου, μας βεβαιώνεται με το στόμα του Ευαγγελιστού Ιωάννου, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι «ο Ην ο Ων και ο Ερχόμενος».
Ο Ιησούς όμως είναι ερχόμενος σε τρείς χρονικάς περιόδους.
Η πρώτη είναι όταν ήρθε στον κόσμο, γενόμενος εκ γυναικός, εκ της Παρθένου Μαριάμ, της Υπεραγίας Θεοτόκου, και έλαβε σάρκα και οστά, ψυχή και σώμα, την ανθρώπινη φύση, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, γενόμενος τέλειος άνθρωπος, χωρίς να πάψει να είναι και τέλειος Θεός διά την ημών σωτηρίαν.
Η Δευτέρα περίοδος είναι ο πάντοτε Ερχόμενος σε κάθε άνθρωπο που δεν είναι βαπτισμένος, δια μέσου του Ευαγγελίου και της όλης Καινής Διαθήκης, του κηρύγματος και της κατηχήσεως, στη μοναδική αλήθεια της Ορθοδόξου Πίστεως.
Άλλωστε «η πίστις εξ ακοής».
Αλλά και σε μας όμως, τους βαπτισμένους Ορθοδόξους Χριστιανούς, είναι ο Χριστός Ερχόμενος, με το όλο αγιαστικό και σωστικό έργο της Εκκλησίας Του, και μάλιστα δια μέσου της Θείας Λατρείας, και ειδικότερα της Θείας Κοινωνίας.
Για τη Θεία Λειτουργία, έχουμε μιλήσει εκατοντάδες φορές, και υπάρχει ολοκληρωμένη ανάλυση στο βιβλίο, «Εμπειρίες κατά τη Θεία Λειτουργία», όπου κανείς τα βρίσκει όλα.
Και η Τρίτη χρονική περίοδος, ως Ερχόμενος ο Κύριος, είναι όταν μελλοντικά θα έλθει με όλη Του τη Δόξα για να κρίνει ζώντας και νεκρούς, κατά την Δευτέραν αυτού φρικτή Παρουσία.
Το ομολογήσαμε και προηγουμένως, όταν απαγγείλαμε όλοι μαζί, το Σύμβολον της Πίστεως, και το πιστεύουμε αυτό που ομολογήσαμε, «και πάλιν Ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς».
Και τότε οι μεν δίκαιοι, εκείνοι δηλαδή που θα σωθούν από μας, θα φωνάξουν με αγαλλίαση και χαρά μεγάλη, «Ωσαννά Ευλογημένος ο Ερχόμενος ο Δίκαιος Κριτής».
Οι δε αμετανόητοι αμαρτωλοί, θα βουβαθούν, μη έχουν τι απολογηθήναι ενώ θα τους καταλαμβάνει μέγας και αιώνιος τρόμος.
Το μόνο που θα μας σώσει είναι η μετάνοια, και η επιστροφή μας στην Εκκλησία, στους κόλπους της Εκκλησίας, στους κόλπους της Ορθοδόξου Ελλαδικής Εκκλησίας.
Δεν είναι οι ναοί μας γεμάτοι, είναι άδειοι.
Διότι από τους εκατό έρχεται ο ένας, οι άλλοι ενενήντα εννιά που;

Ο Χριστός δεν είναι ένα ακίνητος Θεός, σαν τους ψεύτικους Θεούς του Ολύμπου, ακίνητος σαν κολώνα, σαν κι αυτούς τους θεούς τους πέτρινους, τους ξύλινους, τους κέρινους, τους αργυρένιους ή και τους χρυσούς, όπως τους περιγράφει ο προφήτης Δανιήλ.
Όλους αυτούς τους έπλασε κατά καιρούς η ανθρώπινη φαντασία, και θέλουν ξανά στις ημέρες μας να τους ξανασερβίρουν.
Αλλά είναι Θεός αληθινός, που σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος, χωρίς να πάψει να είναι Θεός.
Και που δεν εγκατέλειψε το πλάσμα Του, όταν αυτό έπεσε.
Είναι ο καλός ποιμένας που δεν αδιαφορεί για το απολωλός πρόβατο, το χαμένο το πρόβατο, που πλανήθηκε στα βουνά, στις ερημιές και στα λαγκάδια της αμαρτίας.
Αλλά έψαξε, το βρήκε, το φορτώθηκε στους ώμους Του, και τόφερε πίσω στην μάνδρα της σωτηρίας.
Και το ωμόφορο που φοράει ο επίσκοπος στη Θεία Λειτουργία, αυτό που διπλώνει στο λαιμό, αυτό φανερώνει, το χαμένο το πρόβατο, που το βάζει στον Ναόν του Θεού.
Δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο, τόσο αμαρτωλός και βυθισμένος, στο σκοτάδι της απωλείας, από τον οποίο ο Ιησούς Χριστός να μην είναι ο Ερχόμενος.

«Εγώ ήλθον ίνα σώσω τον κόσμον, και όχι να κρίνω τον κόσμο».
Για να μας φθάσει ως Ερχόμενος, ο Υιός και Λόγος του Θεού, διήνησε μία απόσταση.
Δεν μπορούμε εμείς να την υπολογίσομε αυτήν την απόσταση που είναι απ’ τον ουρανό στη γή, την απόσταση που χωρίζει τη Δόξα Του, από το δικό μας μηδενικό – μηδενικά είμαστε, τι νομίζετε ότι είμαστε, να αυτή τη στιγμή τώρα, μπορεί ένα εγκεφαλικό κύτταρο, να πειράξει τον εγκέφαλο, ή δεν ξέρω τι άλλο από τους πνεύμονας και την καρδιά, και να σωριαστώ μπροστά σας νεκρός, όπως το ίδιο ισχύει και για σας, τι είμαστε, μηδενικά τίποτε άλλο.
Χωρίς τον Θεόν ένα τίποτα είμαστε, τίποτα!
Ο Θεός μας κάνει και μας δίδει αξία, επειδή ακριβώς μας έπλασε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση δική Του.
Και ως Ερχόμενος ήλθε για να βρει όλους εκείνους που ήσαν και που είναι, μακριά από την αλήθεια και μακριά από το φως.
Έψαξε να βρει τους καθημένους εν χώρα και σκιά θανάτου, γιατί Αυτός και μόνον ο Χριστός, είναι το φως και η αλήθεια και η ζωή.
Είναι Ερχόμενος για τον καθέναν από μας χωριστά, για να τον συναντήσει, να συναντήσει και σένα, και σένα και μένα, και να φωτίσει και να οδηγήσει. Που να τον οδηγήσει, στη μετάνοια να τον οδηγήσει.
Και αν τυχόν έχει πέσει κάτω να τον σηκώσει, και αν έχει ματωθεί να τον θεραπεύσει.

«Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσιν και περισσόν έχωσιν».
Είναι ο Ερχόμενος για να αποκαταστήσει την ενότητά μας, με τον Θεό Πατέρα που διεσπάσθη με την παρακοή και την αμαρτία των Πρωτοπλάστων.
Αλλά και μείς το ίδιο κάνουμε.
Είναι Ερχόμενος ο Κύριος για να μας υπηρετήσει, και να δώσει την ψυχή Του λύτρον αντί πολλών, Θα τα δούμε όλα αυτά στις δραματικές ημέρες που θα ακολουθήσουν.
Και λυτρώνει ποιους; Τους εχθρούς Του.
Λυτρώνει αυτούς που Τον Σταύρωσαν, και Τον Σταυρώνουν κάθε μέρα.
Θα πείτε «Σταυρώνουμε τον Χριστό»; Βεβαίως!
Αν βρίζομε τα θεία τι κάνομε; Δεν Τον Σταυρώνουμε;
Αν κάνομε εκτρώσεις τι κάνομε; Δεν Τον Σταυρώνουμε;
Αλλά ζούμε τα φύλα για να επικρατήσει ομοφυλοφιλία! Δεν Τον Σταυρώνουμε;
Ο Θεός μας έπλασε σε δύο γένη, όχι σε τρία, ούτε σε τέσσερα.
Έτσι λοιπόν είναι ο Ερχόμενος, ο πάντοτε Ερχόμενος, δια να διακονήσει την σωτηρία μας, και όχι δια να διακονηθεί. «Ουκ ήλθον» λέει, «διακονηθείναι αλλά διακονήσαι».
Αλλά αν ο Ιησούς Χριστός σαν Θεός, Ερχόμενος, δεν είναι ακίνητος, άλλο τόσο είναι αλήθεια που δε σώζει και κείνους οι οποίοι είναι ακίνητοι. Δηλαδή δε σώζει τις ακίνητες ψυχές, τις αδιάφορες, τις τεμπέλικες, τις οκνηρές, τις ψυχές εκείνες που τους κρύβουν ακόμα και την πλάτη.

Σώζει ως Ερχόμενος και σώζονται όλοι εκείνοι εκ των ανθρώπων και εκ των χριστιανών, που μπορούν να χαρακτηριστούν ως ερχόμενοι.
Ο Κύριος δεν έκανε το μισό δρόμο για να κάνομε εμείς τον άλλο μισό, ούτε κάναμε εμείς πρώτα τον μισό για κάνει το επόμενο βήμα ο Θεός. Όχι.
Ο Θεός έφθασε μέχρι μπροστά στην καρδιά μας ως Ερχόμενος.
Και κτυπάει εκεί. Ιδού ίσταμαι λέει εκεί επί την θύρα και κρούω, την θύρα της καρδιάς σου κτυπώ.
Εάν μου ανοίξει αυτή η καρδιά, θα μπω μέσα και θα δειπνήσω. Θα δειπνήσω το δείπνον της σωτηρίας και το δείπνον της αιωνιότητος.
Αλλά άμα δεν μου ανοίξει, τότε δεν μπορώ μέσα, δεν εισέρχομαι μέσα!
Δεν μπορώ να μπω μέσα.
Ο Θεός είναι ευγενής.
Σέβεται τη ελευθερία του καθενός.
Σέβεται τις ελευθερίες των κυβερνητών, γι’ αυτό και υποφέρομε.
Και έχομε να τραβήξομε! Ήδη άρχισαν τα δεινά στην πατρίδα μας και σε όλο τον κόσμο και το τι θα ακολουθήσει σε είκοσι τριάντα χρόνια, και μόνον Αυτός ως Παντογνώστης Θεός γνωρίζει.
Και αλίμονόν μας αν δεν είμεθα έτοιμοι κάθε μέρα, να αντικρύσουμε τούτον τον λεγόμενον Κύριον που θα κρίνει ζώντας και νεκρούς.
Ας μην αναπαυόμαστε λοιπόν στο γεγονός ότι ο Χριστός είναι ο Ερχόμενος στον καθένα χωριστά, σαν Σωτήρα μας που έφθασε Αυτός για το χατίρι μας μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού, αλλά πρέπει να μας διακρίνει και η δική μας ευθύνη, και η δική μας ανταπόκριση στο δικό Του το κάλεσμα.

Γι’ αυτό ας τρέξουμε λοιπόν και σήμερα και μείς, να Τον προϋπαντήσομε βαστάζοντες τα βαϊα των φοινίκων στα χέρια της καρδιάς μας, και αποβάλλοντες όπως έκαναν ακούσαμε στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, αποβάλλοντες τα ενδύματα της αμαρτίας του παλαιού ανθρώπου, το λέει και η Γραφή. «Απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον».
Πρέπει λοιπόν να οδεύομε συνεχώς, για να συνατήσουμε Τον Ερχόμενον προς εμάς Χριστόν μέσα στην Εκκλησία.
Μέσα στη Θεία Λατρεία, με τη μετάνοια.
Εκείνος είναι ο Ερχόμενος και ο προσφερόμενος μέσα από το Ποτήριον της Ζωής, το είδατε σήμερα.
Έλαμπε ως ο ήλιος το Ποτήριο της Ζωής.
Ευτυχώς που ο Θεός δε μας τύφλωσε.
Και μεις πορευόμεθα προς τον Χριστόν δια της αληθινής μετανοίας για να μας φυτέψει στο Σώμα Του.
Το καταλαβαίνετε τι είπα τώρα;
Ο Χριστός μας φυτεύει στο Σώμα Του.
Δεν Τον παίρνομε εμείς μονάχα. Εκείνος παίρνει εμάς.
Πως φυτεύουμε ένα δεντράκι στη γη, έτσι λοιπόν μας φυτεύει κι αυτός στο δικό Του το Σώμα, και σκοτώνει την αμαρτία και εξουδετερώνει την εξουσία των δαιμόνων, και καταστρέφει και κατακαίει λογισμούς σαν άχυρα, και εξαφανίζει και απ’ τα πάθη, τα πάντα κάνει, αρκεί να το επιτρέψουμε, να Του το δώσουμε το δεντράκι της ψυχής μας στα χέρια Του και να πάρει εκείνος να το φυτέψει στο Σώμα Του.
Τον επίγειον αμαρτωλόν άνθρωπον που το φυτεύει στο Σώμα Του ο Χριστός, τον καθιστά έτσι, όπως λένε και οι Πατέρες, «επίγειον άγγελον και ουράνιον άνθρωπον» και γίνεται όλος φως και όλος Θεία ομορφιά και κάλλος.
Και αυτό είναι μία αλήθεια της πίστεως που δεν μπορούμε να την αμφισβητήσουμε.
Την αμφισβητούμε επειδή βολεύει πολύ το αμαρτωλό μυαλό μας προς το κακό.

Είπεν και εβεβαίωσαν τα Πανάγια χείλη του Κυρίου μας ότι τον ερχόμενον προς με, ου μη εκβάλλω έξω.
Εμείς απομακρύνουμε τους ανθρώπους από κοντά μας, είτε διότι δεν μας αρέσουν, είτε διότι μας ενοχλούν, είτε διότι δεν τους θέλουμε, είτε διότι μας δυσαρεστούν, είτε διότι μας κάνουν κακό και για πολλούς άλλους λόγους.
Εκείνος όμως όλους δέχεται να τους φυτέψει στο Σώμα Του, ακόμα κι εκείνους που Τον Σταυρώνουν κάθε μέρα.
Πορεύθηκε, να πάρομε δυο μόνο παραδείγματα, γιατί της Αγίας Γραφής είναι πολλά.
Πορεύθηκε στο Σπλαχνικό Πατέρα ποιος; Ο Άσωτος Υιός.
Και βρήκε μια ανοιχτή αγκαλιά, γεμάτη αγάπη, ευσπλαχνία, μακροθυμία, στοργή.
Πορεύθηκε και ο ληστής, από το σταυρό στον άλλο Σταυρό, δίπλα, στο Σταυρωμένο Χριστό.
Και ο Χριστός όταν είδε αυτήν τη μικρή πορεία, τον έκανε πρώτο κάτοικο του Παραδείσου, της Βασιλείας των Ουρανών. Ποιόν; Έναν κακούργο και ένα ληστή πούχε τη δύναμη να ομολογήσει Θεόν αληθινόν, να ελέγξει εκείνον που έβριζε και βλασφημούσε, και τέλος να ζητήσει το έλεός Του με μετάνοια.
Δεν μπορώ να θυμηθώ, ας αφήσουμε γιατί είναι πολλά τα γεγονότα αυτά της επιστροφής των αμαρτωλών.

Χριστιανοί μου, την Τρίτη και τελευταία φορά, θα είναι ο Ερχόμενος ο Χριστός, το είπαμε και προηγουμένως, ο Δίκαιος Κριτής, κατά την Δευτέραν Αυτού Παρουσία.
Μια γεύση αυτής της φοβεράς Παρουσίας, την έχουμε μπροστά στο θάνατο των προσφιλών μας προσώπων.
Και ιδίως όταν πεθαίνουν μπροστά μας, ή πεθαίνουν στην αγκαλιά μας.
Και παρακολουθούμε ακόμα και την τελευταία τους πνοή, πως φεύγει.
Αυτή η γεύσις είναι πικρή.
Και ασυγκρίτως περισσότερον πικρότερη, θα είναι η γεύσις όταν έρθει η στιγμή, η στιγμή του δικού μας προσωπικού θανάτου. Ποιος θα μας βοηθήσει τότε;
Μόνον ο Θεός μπορεί να μας βοηθήσει τότε. Άραγε ετοιμαζόμαστε γι αυτή τη στιγμή;
Κι αλίμονόν μας αν δεν στηριζόμαστε από σήμερα με ελπίδα, στην άπειρη μακροθυμία του Θεού και στο πανάγιον έλεός Του, το οποίον όμως καλλιεργείται με την μετάνοια.
Γι’ αυτό και πρέπει κάθε στιγμή της ζωής μας να κινούμεθα προς τον Χριστόν και την Εκκλησίαν Του, με πόθο και έργα μετανοίας και έργα ζωντανής πίστεως, και έργα ενεργουμένης αγάπης.

Ναι χριστιανοί μου.
Χωρίς μετάνοια και χωρίς ζωντανή πίστη, το μόνο πράγμα που θα προϋπαντήσομε ως ερχόμενον, θα είναι το αιώνιο ψηλαφητό σκοτάδι της κολάσεως.
Αλλά ζει Κύριος, ο φιλάνθρωπος Θεός, ζει.
Διότι εμείς όλοι, που σήμερα συγκεντρωθήκαμε όχι μόνο σ’ αυτόν τον μικρό ναό, αλλά σ’ όλους τους Ορθοδόξους ναούς της πατρίδος μας, οι οποίοι επαναλαμβάνω, δεν αντιπροσωπεύουν το περισσότερο από το ένα ή το δύο τοις εκατό, των κατοίκων, όλοι εμείς, προσπαθούμε να είμεθα σώφρονες.
Και στο κατά δύναμιν πιστοί Ορθόδοξοι χριστιανοί, κάνομε έναν μικρό αγώνα.
Γι’ αυτό, επειδή κάνομε αυτόν τον μικρόν αγώνα, έστω και με την πιο ελάχιστη προσπάθεια μετανοίας, και άλλων αγώνων ψυχικών, ηθικών και σωματικών, γι αυτό και θα προϋπαντήσουμε τον Κύριον, τον πορευόμενον προς το εκούσιον πάθος, ως Σωτήρα μας, ως Λυτρωτήν, ως Αγάπη, και ως Νικητήν του θανάτου.
Ναι χριστιανοί μου, θα τον προϋπαντήσουμε, ως Σωτήρα,
ως Σωτήρα δικό σου,
ως Σωτήρα δικό σου,
ως Σωτήρα δικό μου,
ως Σωτήρα όλων ημών,
Αμήν