Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2007

Η διαφορά μεταξύ τών κατά Θεόν καί κατά κόσμον λύπης καί δακρύων.



204-γ
28.10.2007 Κυρ. Ζ΄Λουκά.

Μην κλαίετε.
Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αδελφοί μου παρουσίασε δύο θαύματα.
Το πρώτο ήτο η θεραπεία της αιμορροούσης γυναικός και το δεύτερο της αναστάσεως της νεκρής κόρης του Ιαείρου.
Γενικώς τα θαύματα από το Σωτήρα μας Χριστό δηλώνουν ότι μόνο μόλις ο άνθρωπος συναντήσει ή συναντηθεί με τη Θεία Χάρη, ή η καρδιά του συναντήσει τη Θεία Χάρη, τότε αποκτά την αίσθηση της ελευθερίας από την αμαρτία, την εξουσία του Διαβόλου και την δυναστεία των παθών του.
Και αυτό είναι θαύμα, θαύμα για όλους εμάς τους χριστιανούς.
Γίνεται πολλαπλό το θαύμα.
Πρώτον πρώτον γιατί καθαρίζεται το μυαλό μας, ξεσκοτίζεται δηλαδή ο νους.
Δεύτερον δυναμώνει η εξασθενημένη θέλησίς μας.
Τρίτον θεραπεύεται η αρρωστημένη φύσις και γινόμαστε δυνατοί στην πίστη, στην υπομονή, στον πόνο, στον αγώνα της ζωής.
Τέταρτον παύει μέσα μας να ενεργεί ανεξέλεγκτα ο μαύρος νόμος της αμαρτίας και ριζώνει το δένδρο της μετανοίας που παράγει πλούσιους καρπούς.
Όλα αυτά μας δηλώνουν ότι με τη συνάντηση αυτή που έχουμε με τη Θεία Χάρη, μέσα στην καρδιά μας αρχίζει η κάθαρσις στο κατ’ εικόνα.
Ας έλθουμε όμως στο θαύμα της αναστάσεως της νεκρής θυγατρός του Ιαείρου, και μάλιστα ειδικότερα σ’ αυτήν την παραγγελία : «Μην κλαίετε».
Για μας τους λογικούς ανθρώπους ακόμα και για τους σημερινούς Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς φαίνεται παράξενη και ακατανόητη αυτή η προτροπή και η παραγγελία του Κυρίου μας «μην κλαίετε».
Την ίδια παραγγελία έδωσε και στην χήρα μάνα όταν κήδευε το μονάκριβο παιδί της, της είπε «μην κλαίε».
Μην κλαίτε γιατί δεν τελειώνει εδώ η ζωή του ανθρώπου.
«Μην κλαίτε» παρήγγειλε γιατί εγώ είμαι η Ζωή και η Ανάστασις.
«Μην κλαίτε» γιατί υπάρχει και ανάστασις νεκρών, υπάρχει αιώνιος ζωή.
Παρά ταύτα η σκληρή πραγματικότητα, μας λέγει ότι η ζωή μας είναι ζυμωμένη με τα κλάματα, και η Αγία Γραφή ονομάζει τη γη πάνω στην οποίαν γεννιόμαστε ανατρέφουμε και πεθαίνουμε, την ονομάζει κοιλάδα του κλαυθμώνος, δηλαδή κοιλάδα των δακρύων.
Ο Χριστός όμως δεν φαντάζομαι να νομίζετε ότι απαγορεύει τα δάκρυα όταν αυτά προέρχονται από το χάσιμο προσφιλών μας προσώπων, κατά τον άλφα ή τον βήτα τρόπον.
Διότι με δυο τρόπους χάνομε τους προσφιλείς μας ανθρώπους, - όταν απομακρύνονται από κοντά μας εξαιτίας της αμαρτίας και δεύτερον όταν πεθαίνουν.
Αντιθέτως μάλιστα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Κύριος προτρέπει αυτό το κλάμα, το προτρέπει, για πολλούς και διαφόρους λόγους.
Άλλωστε και ο ίδιος ο Κύριος εδάκρυσε και έκλαψε.
Τα δάκρυα όπως η πείνα, η δίψα, ό κόπος, ο ύπνος, η δίψα, η πείνα, και πολλά άλλα, ανήκουν στον Κύριο, στα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη.
Κατά πρώτον έκλαψε ο Κύριος όταν για την πόλη, μάλλον έκλαψε ο Κύριος για την πόλη των Ιεροσολύμων, όταν προείδε την ολοκληρωτική της καταστροφή, και ερήμωση που εγένοντο λίγα χρόνια αργότερα από τον στρατηγό Τίτο.
«Και ιδών την πόλην της Ιερουσαλήμ έκλαυσεν επ’ αυτή», μας λέγει επί λέξη ο Ευαγγελιστής Λουκάς.
Τον βλέπομε κατόπιν να δακρύζει μπροστά στον τάφον του Λαζάρου, παρόλον που σε λίγο, - το ήξερε και ο ίδιος – θα τον ανέστη εκ νεκρών.
Η προτροπή του Χριστού «μην κλαίετε» απέβλεπε στο να σταματήσουν τα κλάματα της απελπισίας.
Και αυτό διότι με την ενανθρώπισή Του ο θάνατος έχασε την πραγματική του σημασία και έγινε για μας ένας μεγάλος ύπνος.
Είναι σαν να τους έλεγε : «Μην κλαίτε, το κοριτσάκι κοιμάται, Εγώ σε λίγο θα το ξυπνήσω. Είμαι Εγώ η Ανάστασις και η Ζωή. Μην κλαίτε λοιπόν, σεις όλοι οι Χριστιανοί, γιατί υπάρχει ζωή και ανάστασις. Μη κλαίτε γιατί υπάρχει η χαρά του Παραδείσου, και η αιώνια ζωή».
Αλλά, υπάρχει ένα «αλλά» που μας θυμίζει μία σκληρή φράση του Κυρίου, που λέγει «ουαί υμίν οι γελώντες».
Αλίμονον σε σας που γελάτε απερίσκεπτα χωρίς να σας νοιάζει ότι αύριο μπορεί και να πεθάνετε.
Αλίμονό σας γιατί θα θρηνήσετε και θα κλάψετε στο αιώνιον πυρ της Κολάσεως - να μην ξεχνάμε ότι υπάρχει και αυτή...
Αλίμονόν λοιπόν σε όλους εσάς που γελάτε εις βάρος των άλλων.
Αλίμονόν σε σας που γελάτε και ευχαριστιέστε με την καταστροφή και τον πόνον του πλησίον αντί να κλαίτε μετά των κλαιόντων και να χαίρεστε μετά των χαιρόντων.
Αλλά υπάρχει και ένα δεύτερο «αλλά», που είναι αυτό αντίθετο από το άλλο.
Είναι χαρούμενο διότι λέγει «μακάριοι οι κλαίοντες νυν».
Μακάριοι και ευτυχισμένοι όσοι κλαίτε και στενάζετε για τις αμαρτίες σας.
Μακάριοι όσοι από μας του Ορθοδόξους πιστούς Χριστιανούς κλαίμε κάθε μέρα για τις αμαρτίες μας από μετάνοια και συντριβή.
Μακάριοι όσοι από μας θρηνούμε και πενθούμε για την βρώμικη κατάσταση της ψυχής μας.
Και μακάριοι όσοι κλαίμε και πονάμε για τα αδιόρθωτα λάθη μας.
Και ακόμα πιο πολύ μακάριοι όταν κλαίμε για τα συντρίμμια που σκορπίσαμε γύρω μας με την άτακτη και αδιόρθωτη ζωή μας.
Και είναι όλοι αυτοί οι αμαρτωλοί μακάριοι διότι τους παρηγορεί ο ίδιος ο Κύριος, λέγοντας και βεβαιώνοντας «Μακάριοι οι πενθούντες και οι κλαίοντες ότι αυτοί παρακληθήσονται».
Έτσι αδελφοί μου βλέπομε δύο πράγματα.
Απ’ τη μια μεριά μας λέει ο Κύριος να μην κλαίμε, διότι αυτός είναι η Ζωή και η Ανάστασις και απ’ την άλλη μας επιβάλλει να κλαίμε και να πενθούμε, να στενάζουμε και να θρηνούμε για τις αμαρτίες μας, διότι έτσι μόνον καλλιεργείται η μετάνοια που σώζει.
Αυτό δηλώνει ότι υπάρχει λύπη και πένθος που οικοδομεί και λύπη και πένθος που καταστρέφει, αφού οδηγεί στην απόγνωση, στην απελπισία, στην κατάθλιψη και στον γογγυσμό.
Άρα έχουμε λύπη κατά Θεόν και λύπη κατά κόσμον.
Το βεβαιώνει και ο λόγος του Θεού δια στόματος Αποστόλου Παύλου.
«Η γαρ κατά Θεόν λύπη, μετάνοιαν εις σωτηρίαν, αμεταμέλητον κατεργάζεται».
Η δε του κόσμου λύπη, θανάτου θάνατον καταργήζεται.
Η κατά Θεόν λύπη, μας λέγει ο Απόστολος Παύλος, έχει σαν αποτέλεσμα την αληθινή μετάνοια για την οποίαν δεν θα μεταμεληθεί ο λυπούμενος και καρπός της οποίας βέβαια είναι η σωτηρία.
Η λύπη όμως που προκαλείται από τον κόσμο εξαιτίας της αμαρτίας, της κακίας, των παθών που δουλεύουμε και τα λοιπά, έχει σαν αποτέλεσμα τον πνευματικό θάνατο, τον αιώνιον θάνατο, τον αιώνιον χωρισμό μας από τον Θεόν.
Άρα «μακάριοι οι κλαίοντες νυν και μακάριοι οι πενθούντες».
Αυτό το «πενθούντες», κατά τους πατέρας της Εκκλησίας μας είναι ο μεγάλος διδάσκαλος κάθε φιλοσοφίας.
Είπεν ο Κύριος «οι πενθούντες», δηλαδή αυτοί που πενθούν πάντοτε.
Όσοι λοιπόν πενθούν για τις αμαρτίες τους, όσοι από μας δακρύζουν γι’ αυτές, και πολύ περισσότερον όσοι κλαίνε όχι μόνον για τις δικές τους αμαρτίες αλλά και για τις αμαρτίες των πλησίον, του φίλου, του γνωστού, του συγγενούς, ακόμα και του εχθρού, αυτοί είναι όντως μακάριοι.
Και είναι μακάριοι «οι κλαίοντες νυν και οι πενθούντες», διότι ποτίζει τις ψυχές τους ο Θεός, με θεϊκές παρηγοριές και ουράνιες χαρές.
Όχι γιατί το αξίζουμε, -εδώ είναι το περίεργο-, αλλά γιατί ο Θεός είναι φιλάνθρωπος, είναι μακρόθυμος, είναι πολυέλεος, είναι πανάγαθος, είναι γεμάτος σπλάχνα οικτιρμών.
Δεν σταματάει στην άφεση των αμαρτιών, όταν εμείς τη ζητούμε στο πετραχήλι του πνευματικού, δεν σταματάει στην απαλλαγή μας από τις ενοχές, αλλά προχωράει όμως, σε αμοιβές και δώρα, και σε βραβεία.
Αμαρτάνουμε, σκοτώνουμε, πορνεύουμε, αδικούμε, κλέβουμε, απατάμε, αρπάζουμε, συκοφαντούμε, βρίζουμε τα θεία, μισούμε, φθονούμε, θεομαχούμε, τι άλλο να σας πω;
Όλα τα κάνουμε.
Και ο Θεός βλέποντας τη μετάνοιά μας, τη συντριβή μας, τα δάκρυά μας, και το πένθος μας, μας συγχωρεί.
Και όχι μόνο μας συγχωρεί.
Μας αγκαλιάζει, μας δικαιώνει, μας πλουτίζει, μας βάζει στο σπίτι Του, μας ξανακάνει παιδιά Του, και κληρονόμους της περιουσίας Του, δηλαδή κληρονόμους της Βασιλείας των Ουρανών.
Είναι ή δεν είναι φιλάνθρωπος και πανάγαθος και φιλεύσπλαχνος και μακρόθυμος ο Θεός;
Δωρίζει παρηγοριά και παράκληση με ουράνιες χαρές, σε κάθε πιστό χριστιανό που μετανοεί και πενθεί για τις αμαρτίες του.

Χριστιανοί μου,
σας παρακαλώ πάρα πολύ,
να προσεύχεστε με δάκρυα ενθυμούμενοι τις αμαρτίες σας κι’ εγώ τις δικές μου.
Σας παρακαλώ πολύ να προσεύχεστε με συντριβή και πόνο.
Όχι ξερά, όχι επιπόλαια, αυτό ισχύει και για μένα.
Να προσεύχεστε αφού συγχωρέσητε και συγχωρηθείτε μέσα στην οικογένεια.
Να προσεύχεστε για όλους, ακόμα και για τους εχθρούς σας.
Και τελευταία τελευταία για τον πνευματικό σας.
Από σήμερα και στο εξής, να προσεύχεστε κάθε μέρα, μόνο σας παρακαλώ, ένα λεπτό κάθε φορά παραπάνω.
Και κλείνοντας σας εύχομαι ολόθερμα, σε σας όλα τα χαρίσματα, σε σας όλες οι ευλογίες, σε σας όλες οι αρετές, σε σας όλες οι ουράνιες χαρές, σε σας και ο Παράδεισος.
Κι’ εγώ είθε ν’ αξιωθώ, σε μιαν άκρη αυτή του Παραδείσου, με το έλεος, τη μακροθυμία, την φιλανθρωπία, και την αγάπη του Αγίου Θεού.

Αμήν.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2007

Ο Σπορεύς Χριστός, τά Μυστήρια καί η Θεία Λειτουργία.



204-β
14.10.2007 Κυρ. Δ΄Λουκά.

Σήμερα είναι Κυριακή του σπορέος.
Ο Σπορεύς Θεός χριστιανοί μου, την πρώτη θεϊκή Του σπορά, την έκαμε με το λόγο Του, τον προφορικόν που είναι το κήρυγμα και η κατήχησις, και τον γραπτόν, που είναι πάνω απ’ όλα το Ευαγγέλιον, η Καινή Διαθήκη, αλλά και όλη η Αγία Γραφή και ύστερα τα κείμενα των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας.
Αλλά η θεϊκή σπορά που κάνει ο θείος λόγος, στο γεώργιον των ψυχών μας είναι και με τα σωστικά Του μυστήρια.
Με το βάπτισμα η σπορά γίνεται μέσα στο νερό του βαπτίσματος.
Πεθαίνει ο παλαιός Αδάμ και ανίσταται ο νέος στάχυς ζωής, ο Νέος Αδάμ.
Με το Άγιον Χρίσμα σφραγίζεται αυτός ο νέος στάχυς από το Άγιον Πνεύμα και έτσι τα πλούσια χαρίσματά του αποδίδουν καρπόν, τριάκοντα, εξήκοντα, εκατό.
Αυτόν τον νέον στάχυ ζωής τον τρέφει και τον συντηρεί μέσα στην ψυχή και στην καρδιά μας, το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, εις άφεσιν ημών αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον.
Η πιο μεγάλη και ανυπέρβλητη αξία ιδού, είναι αυτή της Θείας Λειτουργίας, και δια μέσω αυτής η Θεία Μετάληψις, η Θεία Μεταλαβιά όπως τη λέγαμε στα παιδικά μας χρόνια.
Και όταν την ρίζα αυτού του στάχεος την κτυπούν και την καταστρέφουν τα σκουλήκια της αμαρτίας ο Σπορεύς Θεός Λόγος τα εξαφανίζει και τα φονεύει με το μυστήριον της Ιεράς Εξομολογήσεως και Μετανοίας.
Ο καθαρός αέρας και το οξυγόνο συντηρήσεως αυτού του στάχεος ζωής, είναι το «αδιαλήπτως προσεύχεσθαι».
Είναι η προσευχή, είναι η παντός είδους προσευχή της Εκκλησίας, αυτή που κάνομε εμείς εις τα σπίτια μας κατά μόνας, αλλά κυρίως η προσευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Για να διατηρήσομε τις προϋποθέσεις καλής και γόνιμης γής, και για να μπορούμε να προφυλάξομε αυτό το γεώργιον της ψυχής μας από τα ζιζάνια, τα αγκάθια και τα τριβόλια της αμαρτίας, εξαιτίας των παθών, οφείλομε να τηρούμε πάνω απ’ όλα το θέλημα του Θεού.
Να τηρούμε δηλαδή τις Ευαγγελικές εντολές, και να καλλιεργούμε τις αντίστοιχες αρετές με πρώτη την αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον, την ενεργουμένη πίστη, την υπομονή, την ταπείνωση, την ελεημοσύνη, την αλληλοκατανόηση, την αλληλοσυμπαράσταση, την ακεραιότητα στο ήθος, την καθαρότητα στις αισθήσεις, τη σύνεση στις αποφάσεις, την εν γνώσει σιωπή, την σωφροσύνη και τόσα άλλα ων ουκ έστι αριθμός.
Η καθημερινή προσπάθεια να είναι, πώς να χτυπιέται ο εγωισμός και η φιλαυτία, που είναι η γενική καταστροφή των χριστιανών, και των δικών μας ψυχών που είμαστε εδώ μέσα, αλλά και όλων των ανθρώπων απανταχού της γής.
Για τον εγωισμό όμως, κάναμε πολλές φορές λόγο, και μάλιστα τον τονίσαμε και την περασμένη Κυριακή.

Εμείς όμως θα επανέλθουμε στη συντήρηση και τροφή του στάχεος της ψυχής μας, δηλαδή στη Θεία Λειτουργία.
Μέσα στη Θεία Λειτουργία και στραμμένοι όλοι εμείς προς την Ωραία Πύλη, όλη η προσοχή μας πρέπει να συγκεντρώνεται προς το προτεινόμενον Άγιον Ποτήριον όπου με τα μάτια της ψυχής μας, τον Σταυρωμένο Χριστό να βλέπουμε, το Χριστό να απολαμβάνομε, τον Χριστό να αγκαλιάζουμε, και από τον Χριστόν να χορταίνουμε.
Μαζί Του να αναπνέουμε, μαζί Του να κινούμεθα, μαζί Του να χαιρόμεθα, μαζί Του να σηκώνουμε κάθε ημέραν και τον δικόν μας Σταυρόν των δικών μας θλίψεων, των ποικίλων ασθενειών από τον καρκίνο, των βασάνων, των πόνων, και των στενοχωρίων της ζωής.
Μαζί με τον Χριστό στο σπίτι, στην οικογένεια, στη δουλειά, στο δρόμο.
Ο Χριστός μας προσφέρεται δωρεάν, το τονίσαμε προηγουμένως, μέσα από το Ποτήριον της Ζωής, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον, εις ζωήν αθανασίας.
Ζούμε εδώ μέσα το μέγιστο θαύμα.
Έτσι κάθε φορά που ανοίγουν οι πόρτες των εκκλησιών μας, των ορθοδόξων ναών μας, και χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες, καλούν όλους μας, όλους τους ορθοδόξους χριστιανούς και όχι τους αιρετικούς, όπως το τόνισε το Αποστολικόν Ανάγνωσμα σήμερα, μας καλούν στο μυστικό δείπνο, στην Αγίαν Τράπεζα, όπου προσφέρεται ο Θυσιαζόμενος Υιός και Λόγος του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, εις βρώσιν και πόσιν τοις πιστοίς.
Ιδού το θαύμα θαυμάτων.
Και αυτό το θαύμα που δεν μπορεί να το χωρέσει το μυαλό μας, όργανό του είναι ο επίσκοπος και ο ιερεύς, διότι και διά μέσου αυτών, τότε ο Κύριος.
Είναι ο Θυσιάζων και ο Θυσιαζόμενος, είναι ο Θύτης και το Θύμα, είναι ο Προσφέρων και ο Προσφερόμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας προσφέρει κάποια ουράνια σύμβολα για τα τελούμενα της Θείας Λειτουργίας, πέρα από αυτά που ιδιαιτέρως εμείς έχουμε τονίσει στα βραδινά μας κηρύγματα και τα οποία είναι γραμμένα στο βιβλίο «Εμπειρίες κατά τη Θεία Λειτουργία».
Θα δούμε μόνον λίγες εικόνες – δεν μπορούμε όλες, διότι θέλουμε πολλά κηρύγματα.
Η μικρά Είσοδος με το Ευαγγέλιο μπροστά στο πρόσωπό μας, συμβολίζει την πρώτη είσοδο του Χριστού μέσα στον κόσμο.
Το δε πρώτο δημόσιο κήρυγμα του Κυρίου μας ήταν κήρυγμα μετανοίας και πίστεως.
«Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών, μετανοείτε και πιστεύετε του Ευαγγελίου».
Η είσοδος κατόπιν του ιερέως στο Άγιον Βήμα με την άνοδό μας, μπροστά από δω απ’ την Ωραία Πύλη και μπροστά στην Αγία Τράπεζα, ανεβαίνουμε δύο τρία σκαλοπάτια όπως βλέπετε, αυτή είναι η άνοδος και η είσοδος, είναι η εικόνα της Αναλήψεως, της ήδη δηλαδή σεσωσμένης καταστάσεως της ψυχής, αφού ο Κύριος εσταυρώθη για μας και μεις είμαστε οι βεβαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί.
Το «Δεύτε προσκυνήσομε» και όλοι οι εκκλησιαστικοί λειτουργικοί ύμνοι, εκφράζουν την αγαλλίαση που περιβάλλει εκείνες τις ψυχές, εκ των εκκλησιαζομένων χριστιανών, δηλαδή από μας, που υψώνουν την εσωτερική τους φωνή κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, πρός τον Θεόν, φωνάζοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ» από μέσα τους «ελέησόν με» ή «ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» ή «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου» ή «Χριστέ μου ελέησέ με και σώσε με» ή «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς» και άλλες παρόμοιες ικεσίες.
Τα Ειρηνικά, τα Πληρωτικά και όλες οι αιτήσεις των ιερέων στη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, μας υπενθυμίζουν την ειρήνη που μας χαρίζει ο Θεός, μετά από τις καθημερινές μάχες που δίδουμε εμείς για την καταπολέμηση των παθών μας, των αδυναμιών μας, με την τήρηση των Ευαγγελικών εντολών.
Συνεχίζοντας ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, μας λέγει ότι η ανάγνωσις του Ευαγγελίου, η έξοδος των κατηχουμένων και το κλείσιμο των θυρών -για εκείνη την εποχή όπως εγίνοντο,- αυτές οι τρείς πράξεις συμβολίζουν τις πράξεις της Εσχάτης Κρίσεως της Δευτέρας δηλαδή του Χριστού Παρουσίας, το διαχωρισμόν των εκλεκτών από τους κολασμένους, και την εξαφάνιση του ορατού κόσμου, καινήν γήν και καινούς ουρανούς.
Η Μεγάλη Είσοδος, εκτός από τις τέσσερεις ερμηνείες που δώσαμε παλιά, και την κραυγήν του ληστού «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου», παριστά και την Ουράνια αποκάλυψη των απορρήτων μυστηρίων του Θεού, κατά το μέτρον της δωρεάς του Χριστού.
Ο ασπασμός της Ειρήνης στο «αγαπήσομεν αλλήλους», δηλώνει την ψυχικήν ένωσιν όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών, που πιστεύουν στην Τριαδικότητα του Θεού και την Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού.
Μια ένωση που πραγματοποιείται προοδευτικά, από το Άγιον Πνεύμα, μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, που είναι η Κιβωτός της Σωτηρίας.
Δηλαδή, θέλει να μας πει ο Άγιος Μάξιμος, ότι όλοι εδώ μέσα είμαστε ένα και επί το αυτό.
Και δεν μπορούν να υπάρχουν μεταξύ μας διαχωρισμοί.
Ούτε βγαίνοντας ο ένας να γυρίζει την πλάτη στον άλλον.
Αλλά είμαστε μια οικογένεια, με έναν μικρό πατέρα, τον ποιμένα σας, και τον Μεγάλο Πατέρα, τον κατ’ εξοχήν Πατέρα των Πατέρων, τον Κύριον και Θεόν ημών.
«Πάντες υμείς, αδελφοί εστέ».
Η ομολογία της πίστεως έχει και αυτή την αναγωγική της πλευρά.
Και τι μας λέγει;
Ότι όπως πιστεύουν στον Ουρανό και όπως υμνολογούν και δοξάζουν Κύριον τον Θεόν, Άγγελοι και Αρχάγγελοι, Χερουβείμ και Σεραφείμ, Θρόνοι Κυριότητες και Δυνάμεις, τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα, -πως Τον ομολογούν και πως Τον πιστεύουν-, ότι είναι Ένας Θεός αλλά Τριαδικός, εμείς μια πίστη πρέπει να ομολογούμε και μεις, όχι βέβαια μόνο με τα χείλη, αλλά και με τη ζωή μας, και με το να χύνομε ακόμα και το αίμα μας γι’ αυτή την πίστη.
Αλλά, ας αρκεστούμε όμως έως εδώ.

Όλες οι Δεσποτικές εορτές, μας βοηθούν στο να συμμετέχουμε, στη δραματική πορεία της επίγειας ζωής του Σωτήρος Χριστού, πέρα από τα απλά και αναμφισβήτητα ιστορικά γεγονότα.
Το Δεκέμβριο παραδείγματος χάρη, γιορτάζομε τη Γέννηση του Χριστού, τα Χριστούγεννα.
Στις έξι Ιανουαρίου τα Θεοφάνεια.
Στις εικοσιπέντε Μαρτίου τον Ευαγγελισμό, στις έξι Αυγούστου τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος εν Δόξη.
Την άνοιξη γιορτάζομε τα Πάθη της Σταυρικής Θυσίας, την Ανάσταση και την ένδοξη Ανάληψή Του στους Ουρανούς.
Όλα αυτά όμως, όλα αυτά τα ιστορικά γεγονότα, δεν πρέπει να τα γιορτάζουμε με κοσμικές εκδηλώσεις, παθητικά ή και αδιάφορα, διότι μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία και μάλιστα στη Θεία Λειτουργία, δεν είμεθα απλοί θεατές και ακροατές.
Δεν είμαστε σε μια αίθουσα διαλέξεων.
Δεν είμαστε μπροστά στις οθόνες των τηλεοράσεων.
Δεν είμαστε στο θέατρο.
Είμαστε αυτόπτες μάρτυρες και ομολογητές αυτών των Θεϊκών και Θεανθρωπίνων γεγονότων, μέσα από το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος.
Εδώ ζούμε τη Γέννηση.
Εδώ ζούμε τη Μεταμόρφωση.
Εδώ ζούμε με το Πάθος, εδώ ζούμε τον Θάνατον, εδώ ζούμε την Ανάσταση, την Ανάληψη, την Πεντηκοστή, τα πάντα.
Μέσα μόνο σε μία Θεία Λειτουργία, από το «Ευλογημένη η Βασιλεία» μέχρι το «Δι’ ευχών».
Άραγε τα ζούμε; Άραγε τα ζούμε;
Άραγε τα βιώνουμε και μείς οι ιερείς και πρώτος εγώ ο ανάξιος;
Άρα οφείλομε να βιώνουμε στη Θεία Λειτουργία όλα τα ιστορικά γεγονότα της ζωής του Σωτήρος και μάλιστα πρέπει να τα ζούμε, όταν ειδικότερα τρεφόμεθα από το Πανάγιον Αίμα Του που ρέει άφθονον και ατέρμονα από την Αγία Τράπεζα και αναβλύζει από το Άγιον Ποτήριον.
Να πως λοιπόν μεταμορφούμεθα και πως αφθαρτοποιούμεθα σε μια νέα εν Χριστώ ζωή.
Το είπε ο Κύριος : «Ο τρώγων μου την Σάρκα και πίνων μου το Αίμα έχει ζωήν αιώνιον».
Ναι χριστιανοί μου, όχι μόνον «εν κοινότητι ζωής Χριστού περιπατήσομεν αλλά και πορευόμεθα εν Χριστώ».
Πρέπει να το πιστέυομε αυτό.
«Πορευόμεθα εν Χριστώ» και σήμερα και αύριο και μεθαύριο και πάντοτε μέχρι να πεθάνομε, με τη βοήθεια όμως του Σπορέως Ιησού Χριστού.
Με την συνδρομή του Ιησού Χριστού.
Με την δύναμιν του Σπορέως Χριστού.
Με την Χάριν του Σπορέως Χριστού.
Αυτώ η Δόξα και το Κράτος εις τους αιώνας των αιώνων,

Αμήν.

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2007

Περί ταπεινώσεως (Α' μερος)



140 β

Θα ήθελα να κάνουμε σήμερα λόγο για την ταπείνωση.
Βέβαια ξέρω ότι την έχουμε όλοι μας και δεν χρειάζεται να μιλάμε για πράγματα που έχουμε,… αλλά, έ, επειδή άλλος την έχει πολλή πολλή ας πούμε, και άλλος την έχει μέτρια, άλλος την έχει λίγο, έ, ας πούμε να δούμε πως την βλέπουν και την ταπείνωση οι πατέρες της Εκκλησίας μας. Και ειδικότερα μάλιστα όπως την εκφράζουν οι άγιοι ερημίτες και ησυχαστές. Γιατί σ’ εκείνους έδιδε πλήθος από αρετές, τους επλούτιζε από χαρίσματα, και όμως εκείνοι εφρόντιζαν με πολλή επιμέλεια να τις κρύβουν.
Να βλέπεις καμιά φορά, η καρδιά σου να βράζει από την ενεργουμένη μέσα σου προσευχή, και την νοερά ακόμα, και η επιμέλειά σου είναι τέτοια ώστε να μην μπορεί να την γνωρίζει κανένας, ούτε και να την καταλαβαίνει. Να το αντιλαμβάνεται πιθανόν ο πλησίον σου, ο συγγενής σου, ο φίλος σου, ο γείτονας, και συ να το αρνείσαι. Είναι αυτό ταπείνωσις!
Να αγαπάς τον πλησίον σου, ακόμα και τον εχθρόν σου και να τον ελεείς κρυφά, και το σπουδαιότερον να προσεύχεσαι γι’ αυτόν μέρα νύχτα, και να λες καλά λόγια γι’ αυτόν, να τον δικαιολογείς για τις πράξεις του, αυτό είναι ταπείνωσις.
Σαράντα οκτώ ολόκληρα χρόνια κάνω κηρύγματα. Και πρωινά, και εσπερινά, και βραδινά, και στους ναούς και στις αίθουσες και σε σπίτια. Συμμετείχα σε περισσότερες από δέκα χιλιάδες Θείες Λειτουργίες, από ό,τι έχω υπολογίσει, και όλες βέβαια με αναξιότητα. Και εγράφησαν αυτά που εγράφησαν. Εάν πιστέψω ότι όλα αυτά είναι δικά μου, και περάσει και ψιλός λογισμός, τότε είμαι γεμάτος από υπερηφάνεια, κενοδοξία, εγωισμό και οίηση. Ταπείνωσις μηδέν. Έχουν γίνει με τη χάρη του Θεού και χιλιάδες εξομολογήσεις. Σας βεβαιώνω λοιπόν και άλλα πάρα πολλά τα οποία δεν χρειάζεται να αναφέρουμε, σας βεβαιώνω λοιπόν ότι τίποτε από αυτά δεν θα με σώσει. Τίποτα. Τα έργα δεν σώζουν τον άνθρωπο. Κανένα δεν σώζει. Δεν πιστεύουμε στην εργοσωτηρία όπως πιστεύουν οι αιρετικοί. Και οι προτεστάντες, και οι παπικοί. Η ταπείνωσις σώζει. Και αν τυχόν σωθώ, θα σωθώ μόνον από το έλεος του Θεού που απορρέει από τη Σταυρική Του Θυσία και όχι από τα δήθεν έργα. Μπορεί όμως να σωθώ και αν μου κάνετε λίγη προσευχή. Δεν αποκλείεται να με λυπηθεί ο Θεός.

Εκατοντάδες ιερείς και επίσκοποι, Μητροπολίτες και Πατριάρχες, ιεροκήρυκες, προϊστάμενοι εκκλησιαστικών οργανώσεων, ακόμα και γεροντάδες με συνοδείες, και πολλοί άλλοι ρασοφόροι, ακόμα και λαϊκοί θεολόγοι και μη, με πολλές πολλές δραστηριότητες, ποικίλες ποιμαντικές δραστηριότητες, και θαυμαστές και αξιέπαινες μέσα στον κόσμο, όλοι μαζί τότε θα παρουσιαστούμε στην κρίση του Θεού και θα του πούμε: «Κύριε ου τω Σω ονόματι προεφητεύσαμεν; Στο όνομά σου δεν κηρύξαμε τον λόγον, το λόγο Σου, δεν προφητεύσαμε;» Ακόμα και προορατικοί γινήκαμε! Μερικοί από μας γίναμε και διουρητικοί. «Ου τω Σω ονόματι δαιμόνια εξεβάλομεν;» Θα του πούμε; Δηλαδή με τις εξορκιστικές ευχές που διαβάσαμε, βγήκαν ακόμα και δαιμόνια! «Και τω Σω ονόματι πολλάς δυνάμεις εποιήσαμεν». Κάναμε δηλαδή και θαύματα. Όχι μόνο θεραπείες ασθενών ή ναρκομανών, αλλά και σώσαμε και ανθρώπους από το βούρκο της αμαρτίας ή μιας οιασδήποτε οικονομικής καταστροφής. Χτίσαμε ναούς και αίθουσες. Κάναμε.. κάναμε και ιεραποστολές, … και τι δεν κάναμε… Πολλά και θαυμαστά έργα! Και τότε θα γυρίσει ο Θεός και θα πει σε όλους εμάς, που καμαρώσαμε και αναφέραμε αυτά τα πράγματα που αναφέραμε στον Θεόν, «Ουδέποτε έγνων υμάς». Ποτέ δε σας εγνώρισα για δικούς μου μαθητάς. «Αποχωρείτε απ’ εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν». Φύγετε από μπροστά μου, διότι υπήρξατε εργάτες της ανομίας, δηλαδή χρησιμοποιήσατε τα χαρίσματα που σας έδωσα για δική σας ωφέλεια, για δική σας επίδειξη. Για να προβληθεί το όνομά σας, για να ικανοποιήσετε τον εγωισμό σας, τη ματαιοδοξία σας, την υπερηφάνειά σας, την εκμετάλλευση των αδυνάτων, την συγκομιδή αργυρίων και την ικανοποίηση πολλών πολλών πολλών πολλών άλλων παθών. Υπήρξατε ακόμα μερικοί από σας και θρησκειοκάπηλοι, η αμοιβή σας ποια είναι; Η καιομένη λίμνη πυρί και θείω. Αυτή να είναι η αμοιβή σας. «Εις το πύρ το αιώνιον, τω ητοιμασμένω τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού».
Εάν χριστιανοί μου δεν εξετάζομε και δεν ερευνούμε με αυτόν τον τρόπο την ζωή μας, τότε είμεθα γεμάτοι από υπερηφάνεια και δαιμονική αλαζονεία, ταπείνωσις μηδέν. Αυτά βέβαια που είπα αφορούν εμάς κατ’ εξοχήν τους κληρικούς και πρώτον εμένα. Διότι πράγματι θα παρουσιαστούμε και θα Του πούμε «ου τω Σω ονόματι προεφητεύσαμεν, και δυνάμεις πολλάς εποιήσαμεν και δαιμόνια εξεβάλλομεν». Και πράγματι θα ακούσουμε οι περισσότεροι από μας, «υπάγετε απ’ εμού κατηραμένοι, οι εργάτες της ανομίας».
Ο Απόστολος Παύλος εκφράζει κάποιον φόβον, που έχει μέσα του μια πολύ μεγάλη αλήθειαν. Λέγει «μήπως άλλοις στηρίξας, αυτός εγώ αδόκιμος γένομαι;» Δηλαδή υπάρχει κίνδυνος, μήπως ενώ έχω κηρύξει σε τόσα έθνη το Ευαγγέλιον της σωτηρίας του Χριστού, εγώ στο τέλος να αποδοκιμαστώ απ’ το Θεό, γι’ αυτό και ανέφερα σαράντα οκτώ χρόνια ηρύγματα. Σαράντα χρόνια ιερωσύνης, Θείας Λειτουργίας, Εξομολογήσεων, ευχών, ευχών, ευχών και δεν ξέρω τι άλλο… Μήπως λοιπόν στο τέλος αποδοκιμαστώ απ’ τον Θεόν; Διότι εργάστηκα για τον εαυτό μου, για το όνομά μου, για την καλοπέρασή μου, και δεν ξέρω για ποια άλλη ικανοποίηση ανομίμου πάθους.. Αν αυτό το ομολογεί ο Απόστολος Παύλος, εγώ τι πρέπει να ομολογώ στον εαυτόν μου; Αλλά και στον λαόν του Θεού, δηλαδή σε σας. Και ο Απόστολος Παύλος για να φυλαχθεί από όλα αυτά γράφει στον ίδιο στίχο, «Υποποιάζω το σώμα μου και το δουλαγωγώ». Καταταλαιπωρώ δηλαδή το σώμα μου και το υποβάλω σε σκληρή πειθαρχία. Με νηστείες, αγρυπνίες, προσευχές, οδοιπορίες, ξευτελισμούς, ταπεινώσεις, και άλλα πολλά όσα ο ίδιος περιγράφει εκεί σε μια του επιστολή. Να η αληθινή ταπείνωσις. Εγώ τι κάνω; Τίποτα! Όσα έγιναν όμως ποιος τάκαμε; Ο Θεός! Ο Θεός κηρύσσει. Αυτή τη στιγμή με κράτησε στην υγεία, με έφερε απ’ το σπίτι εδώ και μου δίδει το λόγο για να μιλήσω. Αυτή τη στιγμή μπορεί να αγγίξει ένα κύτταρο από τον εγκέφαλό μου και να αρχίσω αυτήν την στιγμή να τραυλίζω. Αυτή τη στιγμή μπορεί να πέσω κάτω νεκρός. Αυτή τη στιγμή. Μη σας φαίνεται παράξενο. Ο Θεός έδωσε και δίδει και τη σοφία και τη δύναμη και το λόγο και τη γραφίδα, και όλα τα χαρίσματα. Δεν είναι ταπεινολογία. Είναι μία σκληρή πραγματικότητα. Τι έχω και δεν το έχω λάβει από τον Άγιον Θεό; Τι έχεις εσύ και δεν το πήρες απ’ το Θεό. Τι έχεις και συ και δεν το πήρες απ’ το Θεό; Τι έχουμε όλοι μας και δεν τάχουμε πάρει απ’ το Θεό; Τι είναι δικό μου και τι είναι δικό σου; Και γιατί υπερηφανεύομαι γι’ αυτό; Γιατί το επιδεικνύω; Που είναι η ταπείνωσίς μου;
«Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία. Τότε ευρίσετε ανάπαυσιν εν ταις ψυχαίς υμών». Που είναι η πραότητα και που είναι η ταπείνωσις; Που είναι το πνεύμα του Αγίου Θεού; Που είναι ο νούς Χριστού;
«Τι έχεις ουκ έλαβες; Ει δε και έλαβες, τι καυχάσαι ως μη λαβών»; Το τονίζει βεβαιωτικά ο Απόστολος Παύλος, εκεί στην Πρώτη Προς Κορινθίους. Άρα καμμιά καύχησις και κανένας έπαινος. «Ο καυχόμενος εν Κυρίω καυχάσθω, εντέλλεται ο λόγος του Θεού, και πάσα δόξα τιμή και προσκύνησις ανήκει μόνον στον Πατέρα, στον Υιόν και στο Πανάγιο Πνεύμα». Δεν αποδίδομε δόξα, τιμή και έπαινο στους ιερείς. Σε κανέναν. Η τιμή πρέπει και η δόξα να αποδίδεται μόνο εις τον Πανάγιον Θεόν, που τον φωτίζει και τον κάνει καλό υπηρέτη και διάκονό Του. Και ας μην ξεχνάμε ότι «πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί καταβαίνον εκ του Πατρός των Φώτων». Το λ’εμε και εις την οπισθάμβωνο ευχή. Τελεία και παύλα. Μόνον αυτή η αναγνώρισις είναι ταπείνωσις. Ταπείνωσις. Ταπείνωσις. Και μόνη της αυτή μας σώζει.

Ένας άνθρωπος ονόματι Σιλβανός, που ήτο προηγουμένως θεατρίνος, θέλησε να γίνει μοναχός στη μονή του Αγίου Παχωμίου. Έτσι αρνήθηκε τον κόσμο, και πήγε στον όσιο. Τα πρώτα πράγματα που τούπε ο όσιος είναι ότι «να προσέχεις, διότι η μοναχική ζωή εδώ απαιτεί και κόπους και θυσίες και έχει ανάγκη να αγρυπνάς συνεχώς, να έχεις υπομονή και υπακοή, φρόνιμες και συνετές σκέψεις, να προσέχεις τους λογισμούς σου, για να μπορέσεις έτσι με τη χάρη του Θεού να αντισταθείς στο διάβολο, ο οποίος διαρκώς μέρα νύχτα μας πιέζει, και σένα θα σε πιέζει ευκολότερα διότι έχεις δώσει δικαιώματα με τον προηγούμενο βίο. Ε, θεατρίνος ήσουν, διαρκώς μεσ’ την αμαρτία ζούσες».
Συμφώνησε ο Σιλβανός ότι θα τα εκτελεί όλα. Όσα διδάσκει, όχι μόνο ο μεγάλος Άγιος, αλλά και όσα εντέλλεται η μοναχική αγγελική πολιτεία. Αφού λοιπόν αγωνίστηκε για αρκετόν καιρό, άρχισε να παραμελεί την σωτηρία του, όπως κάνουμε και μεις, μας πιάνει ο πρώτος ενθουσιασμός, κάνουμε λίγα πράγματα τις πρώτες μέρες κι ύστερα τις υπόλοιπες τα ξεχνάμε, και να οι τούμπες η μία πίσω από την άλλη. Και άρχισε να λέει και διάφορα αστεία, σαν και αυτά που ήξερε τότε όταν ζούσε στα θέατρα. Τονε κάλεσε ο Άγιος και τον διέταξε να αποβάλει το μοναχικό του σχήμα. Μπρός στους αδελφούς, να φορέσει τα παλιά του κοσμικά ενδύματα και να επιστρέψει στον κόσμο. Ε βέβαια συνήλθε όπως καταλαβαίνετε, ο Σιλβανός, έπεσε στα πόδια του Αγίου, ζήτησε συγχώρεση, τον παρακάλεσε βέβαια να τον συγχωρέσει ακόμη μια φορά και τελευταία, και ότι από σήμερα θα βάλει μια καινούργια αρχή. Του έδωσε βέβαια τις απαραίτητες συμβουλές που χρειαζότανε, ο άγιος, και αφού έλαβε την διαβεβαίωση από τον Σιλβανό, ότι θα διορθώσει τον εαυτό του, τον κράτησε.
Αλλά ο Άγιος ζήτησε εγγυήσεις. «Για να παραμείνεις εδώ θέλω εγγυήσεις». Τότε ένας μοναχός, φιλάδελφος, ο Πετρώνιος, θαυμάσιος μοναχός, εδέχθη να εγγυηθεί, ότι ο Σιλβανός, -θα τον πάρει κοντά του βέβαια,- θα τηρήσει τις υποσχέσεις του, και έτσι ο άγιος, τον συγχώρησε και τον κράτησε κοντά του. Τον ευλόγησε βέβαια και τον παρέδωσε στον Πετρώνιο.
Ο Σιλβανός έλαβε την συγχώρηση και όταν την έλαβε από κείνη την ημέρα, τόσο πολύ εταπείνωσε τον εαυτόν του, ώστε έγινε τύπος και υπογραμμός για ολόκληρη την αδελφότητα, και ιδιαιτέρως για όλες τις αρετές που κατόρθωσε και προπαντός διότι καλλιέργησε τα κατά Θεόν δάκρυα. Τα δάκρυα του πένθους, της συντριβής και της μετανοίας. Τόσο πολύ τον διέκρινε η κατάνυξις, ώστε και όταν ακόμα έτρωγε, πολλές φορές τα δάκρυά του έτρεχαν σαν ποτάμι και γέμιζαν το πιάτο το λιτό, του φαγητού του, από τα δάκρυα. Και έτσι εφαρμόζονταν σ’ αυτόν, το ψαλμικόν που λέγει ότι «σπονδόν ωσεί άρτον έφαγον, και το πώμα μου μετά κλαυθμού εκίρνον». Δηλαδή και το νερό που έπινα το γέμιζα από τα δάκρυα της μετανοίας μου. Ο άρτος που έφαγα και που έτρωγα ήταν σαν στάχτη, η ερμηνεία του στίχου. Και το νερό το ανακάτευα με τα δάκρυά μου.
Βέβαια οι άλλοι μοναχοί που τον έβλεπαν να τρώει στο τραπέζι και να χύνει τόσα δάκρυα του είπαν ότι μήπως πρέπει να συγκρατείται, ειδικότερα όταν υπάρχουν και ξένοι στην τράπεζα, όπως συμβαίνει συνήθως, γιατί στα ανδρικά μοναστήρια, συνηθίζεται και δεν το είδαμε πουθενά αυτό να παραβιάζεται, στην τράπεζα των μοναχών να συγκεντρώνονται οι άρρενες προσκυνητές. Του ζητούσαν βέβαια με πολλή επιμονή να μάθουν γιατί έχει τόσα πολλά δάκρυα, και γιατί εμείς δεν μπορούμε; Να δακρύζουμε και να κλαίμε όπως ακριβώς εσύ.
«Πώς λοιπόν», τους απαντούσε εκείνος, «να μη χύνω δάκρυα μετανοίας, όταν βλέπω να με υπηρετούν άγιοι, των οποίων ακόμη και η σκόνη από τα πόδια τους έχει μεγάλη αξία. Ενώ εγώ δεν είμαι άξιος για τίποτα; Δεν πρέπει λοιπόν να πενθώ, να κλαίω; Πέστε μου, αξίζω εγώ ο θεατρίνος, να υπηρετούμαι από τέτοιους αγίους που με περιβάλλουν; Πενθώ λοιπόν αδελφοί μου, διότι φοβούμαι καθημερινώς, μήπως με καταπιεί η γη, και φοβούμαι διότι ενώ έχω γνωρίσει τόσα πράγματα, εν τούτοις αμελώ την ψυχική μου σωτηρία».
Αυτό αφορά όλους μας. Δεν αφορούσε μόνον τον Σιλβανό. Διότι ενώ έχουμε γνωρίσει του κόσμου τα πράγματα από την θεϊκή διδασκαλία του Κυρίου μας, είτε από το Ιερό Ευαγγέλιο, είτε μέσα από τα Ιερά Μυστήρια, και ειδικότερα από τη Θεία Κοινωνία, -πόσες χάρες μας έχει δώσει; Είτε μέσα από την ταπεινή μας προσευχή, την πρωινή, τη βραδινή, είτε από άλλα ψυχοφελή πνευματικά νηπτικά βιβλία, είτε μέσα στο ιερό εξομολογητήριο, εν τούτοις βλέπουμε ότι εξ αιτίας των παθών που μας πιέζουν, πολλές φορές αμελούμε την ψυχική μας σωτηρία, μη καλλιεργώντας καθημερινά τις Ευαγγελικές αρετές. Και κάνουμε το χειρότερο απ’ όλα. Βλέπομε τις καμπούρες των άλλων, βλέπομε τα ελαττώματα των άλλων, τις ελλείψεις των άλλων, τις αδυναμίες των άλλων, και παραβλέπομε τελείως τις δικές αδυναμίες, που είναι ασυγκρίτως περισσότερες από του διπλανού μας, και μάλιστα οι περισσότερες είναι και κρυφές, αν των άλλων είναι φανερές. Αυτό σημαίνει ότι όταν ασχολούμαι και ειδικότερα όταν κατακρίνω τις αδυναμίες των πλησίον, και μέσα στην οικογένεια ακόμα, γιατί ζούμε μέσα σε μια κοινωνία η οποία παραπαίει, στο πλήθος των ανομιών και της κακότητος και της πονηρίας, εάν λοιπόν προσέχουμε διαρκώς και κατακρίνουμε, τότε βλάπτομε την ψυχική μας σωτηρία και δεν καλλιεργούμε την ταπείνωση.
Μ’ αυτόν τον τρόπον περίπου, αγωνίζετο εκείνος ο Σιλβανός. Και οι θεατρίνοι, και ειδικότερα την παλιά εποχή, δεν είχαν καλή φήμη, όπως και σήμερα, να μην πω τι λέγονται και τι ακούγονται… Ο Θεός όμως δέχεται τους πάντας. Γιατί «ήλθε αμαρτωλούς σώσαι ων πρώτος ειμί εγώ», έλεγε ο Απόστολος Παύλος, και δέχεται όλους τους αμαρτωλούς μηδενός εξαιρουμένου. Και έχουμε τέτοιους τους οποίους πήρε ο Θεός μέσα από την πορνεία, και τους έκανε αγίους όπως την Μαρία την Αιγυπτία, την οσία Πελαγία, την οσία Ευγενία, την οσία Θεοδώρα και τόσες άλλες.
Επειδή λοιπόν αγωνίζετο κατ’ αυτόν τον τρόπον, μια μέρα στην τράπεζα ο Άγιος Παχώμιος είπε τα εξής σε όλους εκεί τους παρευρισκομένους μοναχούς, οι οποίοι δεν ήσαν λίγοι, - υπολογίζεται ότι πρέπει να ήσαν πεντακόσιοι τότε, λέει «αδελφοί μου διακηρύσσω ενώπιον του Αγίου Θεού ότι από τότε που ιδρύθηκε το μεγάλο αυτό κοινόβιο, δεν γνωρίζω κανέναν απ’ όλους τους αδελφούς που μένουν μαζί μου, απ’ όλους εσάς δηλαδή, να με εμιμήθη, εμένα», είπε ο Άγιος Παχώμιος, «εκτός από έναν».
Όταν το άκουσαν αυτό, βέβαια, όλοι οι μοναχοί εκεί, οι πεντακόσιοι, άλλοι νόμιζαν ότι εννοούσε τον μοναχό Θεόδωρο, άλλοι τον Πετρώνιο, και άλλοι τον Ορσίνιο. Αυτοί ήσαν διακεκριμένοι σε ολόκληρη την αδελφότητα. Έλεβε λοιπόν το θάρρος ένας απ’ αυτούς, ο Θεόδωρος, να ρωτήσει τον Μέγα Παχώμιο, ποιόν εννοεί. Ο μέγας Άγιος βέβαια δεν ήθελε να απαντήσει, επειδή όμως εν τω μεταξύ επέμεναν όχι μόνον οι τρείς αυτοί που αναφέραμε, αλλά και μεγάλο πλήθος από τους αδελφούς, ο Άγιος τους απάντησε ως εξής. «Εάν εγνώριζα ότι εκείνος για τον οποίο επρόκειτο να ομιλήσει, είναι ενδεχόμενο να υπερηφανευθεί όταν θα επαινεθεί, δεν θα το εφανέρωνα ποτέ. Αλλά επειδή γνωρίζω ότι όσο και αν επαινείται τόσο περισσότερον και ταπεινώνεται και εξευτελίζεται με τη χάρη του Θεού, γι’ αυτό για να μιμηθείτε και σεις τον τρόπο του, θα τον επαινέσω και γω ενώπιόν σας, χωρίς φόβο ότι θα πάθει τυχόν ζημιά. Συ λοιπόν αδελφέ μου Θεόδωρε, και Πετρώνιε και Ορσίνιε, και όσοι αγωνίζονται όπως εσύ, όπως εσείς, σ’ αυτό εδώ το κοινόβιο και τη μεγάλη σκήτη, δέσατε τον διάβολο και τον ρίξατε σαν σπουργίτι κάτω απ’ τα πόδια σας, και καθημερινώς με την χάρη του Χριστού τον πατάτε στο χώμα. Εάν όμως παραμελήσετε λίγο τους εαυτούς σας, υπάρχει άμεσος φόβος να σηκωθεί κάτω απ’ τα πόδια σας ο αιχμαλωτισμένος διάβολος και να ορμήσει πάλι εναντίον σας και να σας καταπιεί. Άρα λοιπόν και όταν τον πατάμε δεν είμαστε ασφαλείς. Θέλει κάτι πολύ περισσότερο ο Θεός από μας», όπως το τονίζει ο Μέγας Παχώμιος. Και συνεχίζει ο Άγιος. «Ο αδελφός όμως Σιλβανός, τον οποίον προ ολίγου χρόνου επρόκειτο να τον διώξουμε απ’ την σκήτη μας, λόγω της αμελείας του και των άλλων φανερών αδυναμιών του, αυτός τώρα υπέταξε τελείως τον διάβολο και τον εξαφάνισε, ώστε να μην μπορεί πλέον να φανεί πλησίον του, και στο τέλος με την υπερβολή της ταπεινώσεώς του, τον κατενίκησε και τον ξευτίλισε τελείως. Σεις μεν, επειδή έχετε πράξει έργα αρετής, στηρίζετε το θάρρος σας σε όσα μέχρι στιγμής πράξατε. Αυτός όμως όσο περισσότερον αγωνίζεται, τόσο και περισσότερο παρουσιάζει σε όλους σας τον εαυτόν του περισσότερον αρχάριο, σκεπτόμενο συνεχώς ότι είναι αχρείος, άχρειος δούλος, σύμφωνα με όσα διδάσκει και εντέλεται ο Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. «Όταν ποιήσετε πάντα τα διαταχθέντα υμίν, λέγετε ότι δούλοι άχρειοι εσμέν, ότι ό οφείλομεν ποιείσαι πεποιήκαμεν». Δεν κάναμε τίποτα περισσότερο από αυτά που μας λέει το Ευαγγέλιο».
Άρα όταν τα φτιάξουμε όλα, - ποιος από σας τα κάνει όλα, εγώ δεν τα κάνω μάλλον, ούτε τα μισά, ούτε το εν τρίτο, ούτε καν έβαλα αρχή – θα λέμε ότι είμαστε και θα το πιστεύουμε, όχι θα το λέμε μονάχα, ότι είμαστε άχρειοι δούλοι. Γι’ αυτό το πρώτο πράγμα που λέμε στη Ιερά Εξομολόγηση είναι «είμαι αμαρτωλός, δεν κάνω τίποτα», αυτό λέμε, και ύστερα αρχίζουμε και αραδιάζουμε τις αδυναμίες μας, για να φανεί ότι πράγματι δεν κάνουμε τίποτα. Και να πονάμε γι’ αυτό. Τίποτα δεν αδυνατίζει και δεν εξασθενεί τον διάβολο όσο η έμπρακτη ταπείνωσις που ασκείται με όλη τη δύναμη της ψυχής μας, και που πιστεύουμε ότι είμεθα αμαρτωλοί, γιατί μερικοί ενώ το ομολογούμε δεν το πιστεύουμε και λέμε «βρε αδελφέ έχω και μια αρετούλα τώρα, τέλος πάντων, ε, τον Παύλο τον συγχώρεσε, την κυρα Δέσποινα την στρίγκλα, της λέω καλημέρα, την πεθερά μου βέβαια δεν θέλω να τη δω στα μάτια», … τι λέτε!
Έτσι λοιπόν ο αδελφός Σιλβανός, μετά απ’ αυτήν την ομολογία, έζησε άλλα οκτώ χρόνια, και εκοιμήθη οσιακώς. Την αγιότητά του την διακήρυξε ο Άγιος Παχώμιος, ο οποίος είπε ότι την στιγμή εκείνη που παρέδιδε την ψυχή του στα χέρια του Θεού, είδε πράγματι πλήθος αγίων αγγέλων να την παραλαμβάνουν με χαρά και δοξολογίες και να ανέρχονται στον ουρανό, και να την προσφέρουν ως θυσίαν εκλεκτή στο Χριστό και Θεό ημών που θα είναι και ο κριτής μας κατά την Δευτέρα αυτού Παρουσία.
Για να δούμε τώρα, απ’ αυτή τη στιγμή και μετά, ποιός από μας πρώτος, θα μπορέσει, και γω βέβαια μαζί σας, να μιμηθεί τον απλό αυτόν μοναχό, τον λεγόμενο Σιλβανό.

Η Αγία Συγκλητική έλεγε ότι τόσο μεγάλη αρετή είναι η ταπείνωσις, ώστε ο διάβολος που μπορεί να μιμείται, σχεδόν όλες τις αρετές, και να εμφανίζεται ακόμα και ως άγγελος φωτός, αυτήν δεν την γνωρίζει καθόλου τι πράγμα είναι. Διότι αν ο διάβολος πει «ήμαρτον», πει «συγχώρεσέ με», πει «έλεος Θεέ μου», θα γίνει και πάλι άγγελος φωτός. Δεν το λέει..
Γι’ αυτό και ο Απόστολος Πέτρος επειδή γνωρίζει την ασφάλεια και την σταθερότητα αυτής της μεγάλης αρετής, μας προστάζει να την στερεώσουμε όσο είναι δυνατόν περισσότερο επάνω μας. Να την φορέσουμε σαν στολή, όπως αυτήν τη στολή φόρεσε ο Θεός και έγινε άνθρωπος. Και αυτή η στολή να είναι στολή ψυχική. Να γίνει ένα αναπόσπαστο μέρος με τον εαυτό μας και μέσω αυτής να συγκρατώνται και να συσφίγκονται όλες οι άλλες αρετές, και όλα τα χαρίσματα και όλες οι δωρεές που μας έχει δώσει ο Θεός και μας έχει προικίσει μ’ αυτές.Δηλαδή αυτή η αρετή είναι που θα τις συγκρατήσει και τις άλλες μέσα μας, και θα δώσει την δυνατότητα να καλλιεργηθούν έτι περισσότερον.
«Όπως είναι ακριβώς αδύνατον να κατασκευαστεί ένα πλοίο», λέγει η Αγία Συγκλητική, «χωρίς καρφιά, έτσι είναι αδύνατον και τελείως αδιανόητον να σωθεί ο άνθρωπος, ο χριστιανός, χωρίς τη μεγάλη αυτή αρετή».
Και επειδή ο Θεός θέλει πάντας σωθείναι, εάν λοιπόν δεν καταβάλλομε τρόπους θεληματικούς για να ταπεινούμεθα, ή να αυτομεμφώμεθα, να αυτοεξευτελιζόμεθα τουλάχιστον στην προσευχή μας, να ομολογούμε και στον διπλανό μας, βρέ αδελφέ, μη κοιτάζεις αυτό και εκείνο, και γω αμαρτωλός είμαι, ε, μ’ έδωσε ο Θεός μια δυνατότητα, την κάνω, αλλά την δυνατότητα την έδωσε ο Θεός. Τη φώτιση την έδωσε ο Θεός, δεν είναι από μένα τίποτα. Ό,τι κάνω, το κάνω με τη χάρη του Θεού, «ό ειμί, χάριτι Θεού ειμί». Έτσι κάπως, έτσι να τοποθετούμε τα πράγματα για να μπορέσουμε να σωθούμε.
Και συνεχίζοντας μας αναφέρει τους ύμνους των τριών παίδων, δηλαδή, ενώ μέσα στους ύμνους δεν ανέφεραν και πολύ τις άλλες αρετές, απαριθμούσαν μαζί με τους υμνούντας μόνον τους ταπεινούς. Χωρίς να αναφέρουν ούτε τους σώφρονας, ούτε τους εγκρατείς, ούτε τους νηστευτάς, ούτε άλλη κατηγορία ανθρώπων. Υμνούσαν και δοξολογούσαν εκείνους οι οποίοι είχαν το φρόνημα και τη θέληση να κρατούν στη ζωή τους το ταπεινό φρόνημα. Η αρχή λοιπόν και ο σκοπός όλων των αρετών ας είναι η ταπείνωσις.

Ένας απ’ τους πατέρες της ερήμου, διηγήθηκε ότι κάποιος φιλόπονος γέροντας σε ένα από τα κελιά που υπήρχε γύρω στη σκήτη, φορούσε για ένδυμα ένα πράμα που ήταν κατασκευασμένο από ψάθα. Το είχε μπαλώσει από δω, το είχε μπαλώσει από κει, του είχε κάνει και κάτι τρύπες και το φορούσε. Κάποτε επισκεύθηκε και το μεγάλο αββά Αμωνά. Μόλις τον είδε ο αββά του είπε : «Τι το φοράς αυτό; Δε σε ωδελεί σε τίποτα!» Και κείνος πάλι, αντί να ταπεινωθεί, να κατεβάσει το κεφάλι, του είπε : «Πάτερ και αββά Αμωνά, με ενοχλούν τρείς λογισμοί». Ε, τι να τον κάνει τώρα. Αφού τούπε ότι δεν σε ωφελεί αυτό, ε, ρώτησε «Ποιοί λογισμοί;» «Πρώτον λέει, να γυρίζω στην έρημο; Μόνος, έτσι. Να φύγω σε έναν άλλο ξένο τόπο, που δεν θα με γνωρίζει κανένας. Ή να κλειστώ σε ένα κελλί. Όχι να παραμείνω μάλλον έγκλειστος. Ε, και όποιος με λυπάται να μου ρίχνει κανένα ξεροκόμματο από το παραθυράκι όπου θα είμαι έγκλειστος. Ποιόν απ’ τους τρείς τρόπους να διαλέξω»;
Εσείς λέτε ποιόν τον είπε; Έτσι με τον λογισμό σας; Τούπε «κανέναν δρόμο. Γιατί κανένας δεν σε συμφέρει και κανένας δεν θα σε οικοδομήσει. Προτιμότερον λοιπόν είναι, αν θέλεις να μ’ ακούσεις, διότι αυτή η ψάθα που φοράς δεν σε ωφελεί σε τίποτα, αυτό είναι ταπεινοσχημία και δεν είναι ταπείνωσις. Τα άλλα ήταν ταπεινολογία και δεν ήταν ταπείνωσις. Να καθίσεις στο κελάκι σου, να τρώγεις κάθε μέρα αυτό που προσφέρει το κοινόβιο, και να έχει διά παντός μέσα στην καρδιά σου τον λόγο του τελώνου «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Και να χτυπάς το στήθος σου κάθε μέρα, διότι όντως είσαι αμαρτωλός, όπως το έκανε και ο τελώνης.»

Οι πατέρες της Εκκλησίας μας, διαβάζομε ακόμη και στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, - βέβαια έλεγε εκείνος το «μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον» - ότι περισσότερες φορές πρέπει να ενθυμείσαι τον Θεόν από όσο αναπνέεις. Γι’ αυτό και οι πατέρες φρόντισαν να καλλιεργούν την μονολόγιστη προσευχή, κατ’ αρχάς το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν» και ύστερα να το κάνουν πέντε λέξεις, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», άλλο τι κάνει η προσευχή ύστερα από χρόνια όταν από μόνη της εσωτερικά λέγεται. Άλλο εκείνο. Πάντως, καλλιεργούσαν αυτού του είδους τις προσευχές, τις τελωνικές, όπως είναι το «ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», ή όπως είναι το «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου», ή τις κραυγές εκείνες τις οποίες έβγαζαν, έβγαλε μια φορά, η Χαναναία, «Ιησού Υιέ Δαβιδ, ελέησόν με, ότι η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». - Για όσα τραβάει το σπίτι μου, και τα παιδιά μου, ή το παιδί μου, ο άντρας μου ή η γυναίκα μου, και όσα δεινά και ταλαιπωρίες και γρουσουζιές έχουμε μέσα στο σπίτι μας, εγώ φταίω, εμένα ελέησέ με, ελέησόν με ότι η θυγάτηρ μου, δηλαδή η θυγατέρα μου δαιμονίστηκε εξαιτίας μου, άρα εμένα να ελεήσεις. Το παιδί μου έμπλεξε με ναρκωτικά, ελέησέ με Κύριε. Ο άντρας μου έμπλεξε με το τζόγο, ελέησόν με Κύριε. Γίνεται εκείνη η αμαρτία. Έρχεται αυτό το κακό. Υπάρχει αυτό το δεινό, εκείνη η αρρώστια. Ελέησόν με Κύριε. Διότι άμα δεν θέλουμε να ταπεινωθούμε από μόνοι μας, πούθελα να το πω προηγουμένως και μου ξέφυγε, μας ταπεινώνει ο Θεός με αρρώστιες. Όχι Αρχιεπίσκοπος νασαι και Πατριάρχης, ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο να είσαι, ο Θεός ξέρει να σε ταπεινώνει με την αρρώστια, … σε συντρίβει. Σε ταπεινώνει εκεί, για να ζητήσεις το έλεος, να πεις συγγνώμην, πεθαίνω τώρα, ποιος είμαι; Ποιός θα με σώσει; Οι επιστήμονες; Τα λεφτά; Τα πλούτη; Ποιος θα με σώσει; Η δόξα, οι τιμές, οι έπαινοι, ο στρατός, τα όπλα, η εξουσία; Μόνο Κύριος ο Θεός σώζει. «Ιησού επιστάτα ελέησον ημάς», φώναζαν οι δέκα λεπροί. «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με», φώναζε ο τυφλός, ο Βαρτιμαίος. Αυτή είναι η ταπείνωσις.
Είμαι τυφλός Κύριε, ελέησέ με. Είμαι στραβός, ελέησέ με. Δεν έχω μυαλό, ελέησέ με. Όλα μου παν ανάποδα, ελέησόν με. Εγώ φταίω. Δεν φταίνε οι άλλοι. Δεν φταίνε οι περιστάσεις. Δεν φταίνε οι συνάδελφοι. Δεν φταίει ο συνέταιρος. Δεν φταίει ο αποπάνω. Δεν φταίει ο αποκάτω. Εγώ φταίω. Αν εγώ ήμουν καλός, και οι γύρω μου θάταν καλοί. Εγώ να διορθωθώ. Και να πιστεύω ότι η αυτοδιόρθωσις είναι και των όλων διόρθωσις. Είμαστε ένα κομμάτι μιας ολόκληρης κοινωνίας. Άμα το κύτταρο αυτό είναι υγιές, θα αντισταθεί στην αρρώστια που χτυπάει τους γύρω. Μπορεί να βρεθεί και ένα άλλο υγιές ύστερα, και ένα άλλο υγιές, και ένα άλλο υγιές, και να γίνει μια μονάδα, ισχυρή μέσα σ’ αυτόν τον οργανισμό ολοκλήρου της κοινωνίας, που μπορεί να αποκαταστήσει και την υγεία σ’ ολόκληρο το σώμα. Αν υποφέρει λοιπόν το σώμα είναι γιατί είναι άρρωστα τα κύτταρα. Για την κατάντια της κοινωνίας εμείς φταίμε, και ο καθένας μας χωριστά, μη βγάζουμε την ουρά μας απέξω. Εμείς φταίμε, και άμα καλλιεργήσουμε το «εμείς φταίμε» και το «εγώ φταίω», θα γίνει καλύτερος και ο κόσμος, και θα έχουμε ειρήνη στην ψυχή, και να που θα έλθει η ταπείνωσις.

Ένας αδελφός πήγε κάποτε στο όρος της Θέρμης, σ’ ένα μεγάλο γέροντα και τον ρώτησε : «Γέροντα, έχω ένα βάρος. Αβά τι να κάνω, - γιατί χάνεται η ψυχή μου;». «Γιατί τέκνον μου», τον ρώτησε εκείνος.
«Να», λέει, «όταν ήμουνα στον κόσμο, νήστευα ευχαρίστως, έκανα και αγρυπνίες, είχα και εγκράτεια, είχα και πολλή κατάνυξη, είχα και δάκρυα, είχα και θερμό ζήλο, έκανα και ελεημοσύνες, έλεγα και κανέναν καλό λόγο στον διπλανό μου … Τώρα, δεν έχω τίποτα κανένα αγαθό στην ψυχή μου. Κανένα καλό δεν βλέπω».
Και η απάντησις : «Τέκνον, πίστεψε ένα πράγμα, ότι όλα όσα έκανες όταν ήσουνα μέσα στον κόσμο, δεν τα εδέχετο ο Θεός, διότι τα έκανες από κενοδοξία, τα έκανες για τον έπαινο των ανθρώπων, τα έκανες ίνα φανώσι τοις ανθρώποις, για να φαίνεσαι, γι’ αυτό και δεν σε πολεμούσε ο διάβολος. Δεν τον ένοιαζε αυτόν να κόψει την προθυμία σου, επειδή και να τα έφτιαχνες δεν είχες καμιά ωφέλεια, αφού υπήρχε στη μέση κενοδοξία, υπήρχε και το μπράβο των ανθρώπων, … τώρα όμως επειδή σε βλέπει, ότι κλήθηκες από τον Χριστό, για να γίνεις ένας σωστός στρατιώτης, και μαθητής και απόστολος, και με αυτόν τον τρόπον πλέον τον πολεμάς, κρατώντας στο χέρι και το κομποσχοίνι, και λέγοντας μέρα νύχτα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», τώρα λοιπόν, ο διάβολος εστράφη εναντίον σου. Γι’ αυτό να θυμάσαι ότι στον Θεό είναι αρεστός ένας ψαλμός και μόνον, και μια ευχή που θα κάνεις και την οποίαν θα επαναλαμβάνεις, παρά τους χίλιους ψαλμούς που έλεγες στον κόσμον. Εδώ ο Θεός δέχεται την λίγη νηστεία που κάνεις, με πολλή ευχαρίστηση, παρά τη νηστεία που έκανες και την έδειχνες, των πολλών εβδομάδων στον κόσμο. Ααα.. Εγώ νηστέυω, από Δευτέρα έως Παρασκευή, Δεν τρώω τίποτα εγώ, Σαββατοκύριακο λίγο λαδάκι». Και το λες και σ’ όλους… Τι, δε νηστεύεις … Α παπαπαπα, θα σε κάψει ο Θεός, - δεν τον ρωτάς ο άλλος αν αντέχει… Μπορεί νάχει ζάχαρο, μπορεί νάχει χίλιες δυό αρρώστιες, Τι κοκορεύεσαι ότι νηστεύεις από Δευτέρα έως Παρασκευή, νήστεψε και μην το λες, πλένε το πρόσωπό σου, και άμα σε ρωτήσουν «νηστεύσεις;», δυστυχώς δεν νηστεύω. Και να νηστέψω καμιά φορά δε νηστεύουν τα μάτια, δε νηστεύουν τα αυτιά, δεν νηστεύει η γλώσσα, δε νηστεύει ο νους μου, πες τα έτσι.. να ταπείνωση! Τι μου κοκορεύεσαι και λες ότι νηστεύω. Εγώ πάτερ μου, λέει, το πρώτο πράγμα που μπήκε να μου πει ένας να εξομολογηθεί, εγώ ξέρεις κρατώ όλες τις νηστείες, και τη μεγάλη Σαρακοστή, όχι μόνον αλάδωτη αλλά με ξερό ψωμί, Ε τι να του πεις τώρα. Μα τώρα λέει, δε νηστεύω καθόλου, απάντησε εκείνος. Τάχασα όλα τα αγαθά πούχα στον κόσμο…. Το λίγο είναι προτιμότερον απ’ το πολύ. Όταν μάλιστα γίνεται κρυφά και με πολλή υπομονή. Γιατί τότε είσαι ευάρεστος στον Θεόν. Ε, αυτός εξακολουθούσε να επιμένει και να λέει «μα εγώ εδώ βλέπω να κάνετε.. η ψυχή μου εκεί, πήγαιναν όλα καλά, μέλι γάλα».
«Κοίταξε να δεις» του λέει, «δεν ήθελα να σε προσβάλω. Αλλά μια και το θέλεις θα στα πω λοιπόν χύμα και τσουβαλάτα. Επειδή βλέπω ότι ο διάβολος δεν σε έχει ρίξει μόνον στην αμέλεια, στην ακηδεία, στη ραθυμία και στη λήθη, αλλά και στην απελπισία. Γι’ αυτό λοιπόν σου λέω τα εξής. Πιστεύεις λοιπόν ότι όταν ήσουνα στον κόσμο, έκαμες καλοσύνες, νηστείες, ελεημοσύνες, προσευχές και αγρυπνίες και νόμιζες ότι ήσουν ευάρεστος στο Θεό; Λοιπόν, κοκομοίρη μου, όλα αυτά τάκανες από υπερηφάνεια, και ήταν υπερηφάνεια, και είναι υπερηφάνεια. Έτσι νόμιζε και ο Φαρισαίος. Ο οποίος είχε και καύχηση για αυτά που έκανε. Νηστεύω δις του Σαββάτου, νηστεύω δυο φορές την εβδομάδα, έτσι; Όπως συνήθως γίνεται όλο το χρόνο εκτός από τις Σαρακοστές. Άλλοι θέλουν να νηστεύουν και τη Δευτέρα. Με γειά τους με χαρά τους. Αποδεκατώ όσα κτώμαι. Πόσα βγάζω μισθό; Χίλια ευρώ; Τα εκατό τα δίνω για ελεημοσύνη. Τα ομολογούσε αυτά, φανερά. Και έλεγε, δεν είμαι τέτοιος, δεν είμαι απαυτός, δεν είμαι από κείνους, και δεν είμαι σαν κι αυτόν, τον Τελώνη, εδώ, αρχικλέφταρος. Το να νομίζεις λοιπόν, στην παρούσα φάση, της ζωής σου, ότι δε κάμνεις κανένα καλό, αυτό είναι υπέρ αρκετό για να σωθείς, διότι αυτό λέγεται ταπείνωσις. Μέσα από την ταπείνωση, και μέσα από αυτήν την ελεηνολογία του εαυτού σου, έτσι μόνον θα σωθείς, όπως σώθηκε και ο Τελώνης.

Και θέλω να σας πω κάτι το οποίον βέβαια θα το επαναλάβω και άλλη φορά. Είναι προτιμότερον το διάβολο να τον έχουμε απέναντί μας, παρά στο σβέρκο μας. Στο σβέρκο μας τον έχομε όταν κάνουμε τα θελήματά του. Όταν υποκύπτουμε στις αδυναμίες μας και στα πάθη μας. Όταν κάνουμε το θέλημα του διαβόλου και όχι του Θεού. Αντιθέτως, τότε δεν μας πολεμάει, γιατί είναι ήδη στο σβέρκο μας, γιατί να μας πολεμάει; Αφού οι ίδιοι είμαστε θύματα και δούλοι και υποχείριοι των παθών μας, γιατί να μας πολεμήσει; Όταν όμως θα μπούμε στο δρόμο του Θεού, θα αρχίζουμε από την μετάνοια, την Εξομολόγηση, τον εκκλησιασμό, την μελέτη, την προσευχή, τη Θεία Κοινωνία και όλα όσα εντέλλεται το Ευαγγέλιο, και αρχίζουμε και διορθώνουμε τις αδυναμίες μας και τα πάθη μας, και καλλιεργούμε τις αρετές, διορθώνουμε και περιορίζουμε τις αισθήσεις μας, και διορθώνουμε και περιορίζουμε τους λογισμούς και τις σκέψεις μας, τότε ο διάβολος μπαίνει απέναντί μας, φεύγει απ’ το σβέρκο μας και πάει απέναντι. Ε, είναι προτιμότερον απέναντι. Να τον έχουμε αντίπαλο από απέναντι. Ευκολότερα τον πολεμούμε. Για σκεφτείτε το λιγάκι να δείτε .. Ότι ευκολότερα πολεμείται ο αντίπαλος που είναι απέναντί σου, παρά αυτός που είναι στο σβέρκο σου.

Αυτό ήθελα να σας πω, και μ’ αυτό ήθελα να κλείσω την σημερινή μας ομιλία.

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2007

Η παρακοή καί ο θάνατος.Ο φόβος τού θανάτου καί η λύτρωσις.



204-α
7.10.2007 Κυρ. Γ΄Λουκά

Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αναφέρεται στην Ανάσταση ενός νεκρού.
Νεαρού στην ηλικία, γιος μιας χήρας μάνας, απ’ την πόλη της Ναίν.
Μπροστά στο θάνατο βρεθήκαμε κάποτε όλοι μας, είτε με το θάνατο των γονέων μας, είτε των αδελφών μας, είτε των παιδιών μας, - μερικές φορές και σε νεαρά ηλικία – είτε συγγενών, είτε φίλων, είτε και αγνώστων σε μας.
Άλλωστε πολλούς θανάτους βλέπομε από τις ειδήσεις των τηλεοράσεων.
Κάποτε όμως θα έλθει και ο δικός μας θάνατος, αφού ο Κύριος εγγύς.
Α, το ερώτημα είναι πώς θάρθει.
Τις περισσότερες φορές έρχεται μέσα από αρρώστιες και μάλιστα οδυνηρές.
Άλλοτε εντελώς ξαφνικά, είτε από αυτοκινητιστικά δυστυχήματα, ή από σεισμούς, πλημμύρες και πυρκαγιές, είτε από ανακοπές της καρδιάς και πνευμονικά οιδήματα, είτε από εγκεφαλικά επεισόδια και τόσα άλλα.
Λίγες φορές είναι από καθαρά γεράματα και ακόμα λιγότερες είναι ειρηνικός ο θάνατος και μάλιστα οσιακός.
Κανένας όμως θάνατος δεν προσδιορίζει την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου.
Υπάρχουν εγκληματίες μεγάλοι που πέθαναν σε βαθειά γεράματα, και οσιακές υπάρξεις που πέθαναν ξαφνικά και μάλιστα από δυστυχήματα.
Θα σας φέρω ένα παράδειγμα, ο Μέγας Αθανάσιος ο Αθωνίτης, σκοτώθηκε πέφτοντας από ένα τοίχο του μοναστηριού, της Αγίας Λαύρας στο Άγιον Όρος, όταν το μοναστήρι το έχτιζαν.
Ο Μέγας Βασίλειος πέθανε σαράντα εννιά ετών από οδυνηρές ασθένειες, και άφησε πίσω του ένα έργο χωρίς διάδοχο, και ο Άγιος Χαράλαμπος πέθανε μαρτυρικά, όταν τον έγδαραν ζωντανό, σε ηλικία εκατόν δέκα τεσσάρων ετών.
Τον Άγιο Κήρυκο, σε ηλικία τριών ετών, του συνέτριψαν οι τύραννοι οι ειδωλολάτρες το κεφαλάκι του, και χιλιάδες άλλα παιδάκια, όπως και στην πατρίδα μας, από δύο έως πέντε ετών, πεθαίνουν κάθε χρόνο από λευχαιμία ή από όγκους στο κεφάλι.
Άβυσσος λοιπόν είναι τα κρίματα του Αγίου Θεού.
Πάντως ο Θεός, δεν είναι Αυτός που προκάλεσε τον θάνατο.
Τον θάνατο τον γέννησε η αμαρτία της παρακοής των πρωτοπλάστων.
Η Αγία Γραφή στη Σοφία Σολομώντος, λέγει ότι ο Θεός δημιούργησε τον Άνθρωπον επ’ αφθαρσία, άφθαρτον, με σκοπόν δηλαδή να μην πεθάνει.
Γι’ αυτό και τον έπλασε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν Του.
Από τον φθόνο όμως του Διαβόλου, παρασύρθηκαν -με τη θέλησή τους βεβαίως- οι πρωτόπλαστοι, παρασύρθηκαν από τα ψεύδη και τις συκοφαντίες του Διαβόλου, έπεσαν στην παρακοή, κέρδισαν τον θάνατον, και τον κληρονόμησαν και σε μας.
Ο Θεός φύσει αγαθός, γεννά μόνον το καλό.
Μόνον το αγαθόν.
Γεννά μόνον την αγάπη.
Γι’ αυτό και ξαναλέμε ότι τον θάνατο, και κάθε κακό, και κάθε τι που είναι διεστραμμένο, το γεννά η αμαρτία, ή το γέννησε κατά πρώτον η αμαρτία της παρακοής των πρωτοπλάστων Αδάμ και Εύας.
Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος θεόπνευστα μας βεβαιώνει «δι’ ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε, και δια της αμαρτίας ο θάνατος. Και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθε». Είναι απ’ το πέμπτο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους Επιστολής.
Έτσι κληρονόμησε ολόκληρη η ανθρωπότητα τον θάνατον, και όχι μόνον τον θάνατον αλλά και τον κόπον, και το μόχθον, και τον πόνο, και την αρρώστια και τη φθορά και τα γηρατειά και την ποικιλόμορφη ή και πνευματική αναπηρία και τέλος τον θάνατον.
Θάνατος που χωρίζει την ψυχήν από το σώμα.
Το σώμα στον τάφο και η ψυχή μπροστά στην Κρίση του Θεού.
Κληρονομήσαμε όμως και τη ροπή προς το κακόν και γεμίσαμε από πάθη.
Να σας πω καμιά εικοσαριά για να μη νομίζουμε τους εαυτούς μας ότι δεν έχομε και τίποτα και ότι είμαστε και άγιοι…
Γεμίσαμε λοιπόν από εγωισμό, υπερηφάνεια, κενοδοξία, πλεονεξία, φιλαργυρία, σκληροκαρδία, μίσος, έχθρα, φιλονικία, νεύρα, ψεύδη, κακίες, πονηρίες, θυμούς, οργή, φθόνο, ζήλεια, φιληδονία, σαρκολατρεία, λαγνεία, ακηδεία, αδιαφορία και χιλιάδες άλλα κακά, μαζί με τη διχόνοια, - να μην το ξεχνάμε κι αυτό.
Έτσι λοιπόν γεμίσαμε πάθη και κακίες, πάθη και πονηρίες, πάθη και εγωισμοί, όπου κι αν πας εγωισμό βλέπεις…εγωισμό, εγωισμό, εγωισμό, τίποτα άλλο από εγωισμό.
Η αμαρτία λοιπόν γέννησε τον θάνατον, και γεννά συνεχώς την δυστυχία σε ολόκληρο τον κόσμο.
Γι’ αυτό και ο άνθρωπος χωρίς Χριστόν είναι δυστυχισμένος.
Χωρίς Χριστόν, χωρίς τα πανάγια σωστικά μυστήρια βάπτισμα, χρίσμα, Θεία Κοινωνία, εξομολόγηση, μετάνοια, οι οικογένειες, -και στην πατρίδα μας δυστυχώς,- είναι χωρίς ειρήνη, χωρίς ομόνοια, χωρίς αγάπη, χωρίς αλληλοκατανόηση, χωρίς αλληλοσεβασμό…
Τα νέα ανδρόγυνα υπό διάλυσιν, τα παιδιά επαναστατημένα, -τα βλέπετε πως είναι τα παιδιά μας,- και σε μια διαρκή ταραχή και αμφισβήτηση των πάντων, ειδικότερα στην εφηβεία.
Έτσι κάθε οικογένεια, περνά και το δικό της δράμα, σηκώνει το δικό της Σταυρό, έχει τη δική της δυστυχία, το δικό της πόνο, που μεγαλώνει και πληθαίνει, όσο οι χριστιανοί μας απομακρύνονται από την πίστη και την αγάπη προς τον Θεό.
Παντού επικρατεί ο φόβος και η ανασφάλεια, η καχυποψία και ο φθόνος, η αρπαγή και το ψεύδος, η κακία και η πονηρία, η απελπισία και η απόγνωση, και προπαντός ο φόβος του θανάτου.
Και όμως ο θάνατος χριστιανοί μου, που θεωρείται ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου, - έσχατος εχθρός σημαίνει τελευταίος εχθρός άρα προηγούνται κάποιοι άλλοι, και αυτοί οι άλλοι είναι τρείς,- είναι η σάρκα μας με τις αισθήσεις, είναι ο κόσμος της κακίας που μας περιβάλλει και είναι και ο Διάβολος με τις πονηριές του.
Αυτός λοιπόν ο εχθρός θάνατος, νικήθηκε από τον θάνατον και την Ανάστασιν του Χριστού.
«Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».
Έτσι ο θάνατος από τιμωρία, με την Ανάσταση του Χριστού, απέβη ευεργεσία αφού μας άνοιξε και πάλι τις πύλες του ουρανού.
Ευεργεσία, ευεργεσία που μας αποκαλύπτει την φιλανθρωπία του Θεού, το έλεος του Θεού, την μακροθυμία και την αγάπη του Θεού.
Γι’ αυτό και θριαμβευτικά ανακράζει η Αγία Γραφή «Ω βάθος πλούτου, σοφίας και φιλανθρωπίας Θεού».
Ο Θεός λοιπόν έγινε άνθρωπος στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, για να μας προσφέρει λύτρωση και σωτηρία.
Λύτρωση από τα δεσμά της αμαρτίας, λύτρωση από την τυραννία του Διαβόλου, λύτρωση από τα πάθη μας, τις αδυναμίες μας, και τα πονηρά κουσουράκια μας.
Λύτρωση απ’ τον κόσμο της κακίας, λύτρωση απ’ τον αιώνιο θάνατο δηλαδή την Κόλαση, τον αιώνιο χωρισμό της ψυχής μας απ’ το Θεό.
Γι’ αυτό χριστιανέ μου να ελεείς, -και υλικά και πνευματικά,- αν θέλεις να ελεηθείς.
Πρόσφερε αγάπη και καλοσύνη, αν θέλεις να την βρείς υπερπλουσίως από τον Πανάγιο Θεό.
Να μακροθυμείς και να συγχωρείς κάθε μέρα τον διπλανό σου, αν θέλεις και συ να συγχωρηθείς.
Να προσεύχεσαι, να μελετάς την Αγία Γραφή, και πάλι να προσεύχεσαι για να αναγεννηθείς εν Χριστώ.
Να μετανοείς με όλη σου την καρδιά και μόνον τότε θα δικαιώνεσαι ενώπιον του Αγίου Θεού.
Όλα όσα αναφέραμε μέχρι τώρα χριστιανοί μου, μαζί με την ενεργουμένη πίστη και αγάπη, θα πετάξουν έξω τον φόβον του θανάτου, «η αγάπη έξω βάλλει τον φόβον του θανάτου».
«Που σου θάνατε το κέντρον, που σου Άδη το νίκος;», διακηρύσσουμε θριαμβευτικά το βράδυ της Αναστάσεως.
Παρόλα αυτά όλοι μας, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, φοβούμεθα το θάνατο – γιατί φοβούμεθα;
Γιατί δεν γνωρίζουμε τι είναι πέραν του τάφου; Όχι…
Φοβούμεθα τον θάνατον γιατί έχομε ενοχές, γιατί έχομε βάρος, εδώ, εδώ, βάρος!
Βράχος εδώ, βράχια…
Έχουμε τύψεις, έχουμε ταραχές, έχουμε πιέσεις, έχουμε κενά, ανασφάλειες…
Μία η λύτρωσις, η μετάνοια, ένα το φως, ο Χριστός, μία η ζωή, το Ευαγγέλιο, μία η τροφή, η Θεία Κοινωνία, ένα το οξυγόνο, η προσευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» σε κάθε αναπνοή μας.
Μία η ανακάλυψις: «η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί».
Ένα το κλειδί, η κραυγή του ληστού, «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου».
Ή η κραυγή του Τελώνου, «ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ».
Ή η κραυγή και φωνή του Ασώτου «ήμαρτον εις τον Ουρανόν και ενώπιόν Σου».
Και μη ξεχνάμε και τα καυτά δάκρυα μετανοίας και αγάπης της πόρνης γυναικός του Ευαγγελίου, που άλειψε με μύρο τα Πανάχραντα πόδια του Κυρίου.
Ο μακαρισμός του Χριστού γι’ αυτή την πόρνη γυναίκα, έμεινε και θα μείνει εις τους αιώνας, που για μας είναι κλειδί σωτηρίας.
Αυτό αποδεικνύει χριστιανοί μου, ότι όποιος κρατάει ένα τέτοιο κλειδί, δε φοβάται τον θάνατον, διότι μπορεί και επαναλαμβάνει με απόλυτη βεβαιότητα μαζί με τον Απόστολο Παύλο το «εμοί το ζήν Χριστός, αλλά το αποθανείν κέρδος».
Είθε και μεις αδελφοί μου, έτσι να το βιώνουμε για να μπορούμε στο τέλος αυτής της πρόσκαιρης ζωής, να μπορούμε να επαναλάβουμε και πάλι το του Αποστόλου Παύλου, «τον καλόν αγώνα ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα, λοιπόν, απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει Κύριος ο Θεός, ο Δίκαιος Κριτής, την μεγάλη εκείνη ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας, όχι μόνο σε μένα,» λέγει ο Απόστολος Παύλος, «αλλά και σε όλους εκείνους που αγαπούν τον Θεόν, τη Θεία Του Θεοφάνεια», όπως ιδιαιτέρως το τονίζει, «και τηρούν το θέλημά Του».
Χριστιανοί μου, είθε όλα όσα είπαμε να γίνουν πράξη στη ζωή μας, με χριστιανά τα τέλη της ζωής μας, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά, και καλήν απολογίαν, μπροστά στο φοβερό Του βήμα,
Αμήν.