Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2007

Ο Χριστός καί η συγκύπτουσα.



206-α
Ι. ΛΟΥΚΑ, 2007

Θέλω τώρα να έρθομε στο φτωχό μας το κήρυγμα εδώ, που είθε να το κάνει πλούσιο ο Θεός στις καρδιές σας.
Δεν μιλούμε εμείς οι άνθρωποι, ομιλεί ο Κύριος, και αυτή τη στιγμή, παρακαλέστε τον Θεόν να μιλήσει ο Θεός, όχι να μιλήσει ο πατήρ Στέφανος.
Ο πατήρ Στέφανος δεν είναι τίποτα, σήμερα είναι, αύριο…
Σήμερα είναι, αύριο δεν είναι.
Ο Θεός όμως είναι και θα είναι εις τους αιώνας των αιώνων.
Διότι Εκείνος σώζει, Εκείνος εσταυρώθη, Εκείνος πρόσφερε τη διδασκαλία Του.
Υπάρχει και το Ευαγγέλιο, υπάρχουν οι αναλύσεις του Ευαγγελίου, ο λόγος Του δηλαδή, πλούσιος, που σώζει, μαζί με το Άγιο Δισκοπότηρο που είναι στην Αγία Τράπεζα, προσφέροντας Σώμα και Αίμα Ιησού Χριστού.

Μπήκε στη Συναγωγή ο Κύριος, και βλέπει μεταξύ εκείνων οι οποίοι πήγαν να παρακολουθήσουν τον λόγον του Θεού, διότι τότε, διάβαζαν εκείνη την εποχή ένα απόσπασμα από τις προφητείες, και κατόπιν ένας ραβίνος εκεί, ή Φαρισαίος, ή Αρχιερεύς, οποιοσδήποτε και αν ήταν, αναλάμβανε το λόγο και εδίδασκε εις την Συναγωγή.
Βρήκε λοιπόν εκεί μια γυναίκα συγκύπτουσα, η οποία ήτο δηλαδή όχι απλώς είχε μια καμπούρα, αλλά ήταν διπλωμένη σε σχήμα Γάμα, έτσι ακριβώς.
Δεν ξέρω αν έχετε δει καμιά γριούλα ή κανένα γεροντάκο με το μπαστούνι, να βαδίζει σ’ αυτή τη θέση, είναι πράγματι τραγική για κείνον που τη ζει.

Υπάρχει μια λεπτομέρεια εδώ, ότι τη γυναίκα αυτή τη θεράπευσε ο Κύριος, χωρίς να Του ζητήσει εκείνη τη θεραπεία της.
Δεν Του ζήτησε!
Δεν του είπε Κύριε κάνε με καλά!
Διότι υποφέρω εδώ και δεκαοκτώ χρόνια!
Όχι, «απολέλυσε της ασθενείας σου».
Την έπιασε με τα Θεϊκά Του χέρια, και τη σήκωσε και την έκαμε καλά.
Βέβαια ο Κύριος ο Πανάγαθος όπως είναι, προλαβαίνει και αυτές τις απλές επιθυμίες μας.
Όταν είναι άρρωστο το παιδί μας, ο άντρας μας, η γυναίκα μας, ο πατέρας μας, ο αδελφός μας, κάποιος συγγενής, κάποιος καρδιακός φίλος, και να θέλουμε οπωσδήποτε να γίνει καλά, προλαβαίνει αυτήν την επιθυμία μας, αν αυτή είναι είτε για το δικό μας συμφέρον, ημών που κάνουμε τη θερμή παράκληση και την ικεσία, ή αν θα είναι προς το συμφέρον του ασθενούντος.
Αυτό δεν το γνωρίζουμε.
Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο και περιμένουμε.
Ο Θεός δεν απαντάει πάντοτε.
Μερικές φορές δεν απαντάει σχεδόν καθόλου.
Όχι ότι δεν ακούει, αλλά αυτό επιβάλλει το συμφέρον της ψυχής μας.
Η σιωπή!
Και η δική μας συνεχής επίκλησις.
Η δική μας συνεχής προσευχή.
Η δική μας συνεχής ΥΠΟΜΟΝΗ.
Υπομονή στον πειρασμό.
Υπομονή στη θλίψη, στον πόνο, στην αρρώστια.
Υπομονή, μέχρι το τέλος.
Για να δούμε πιο είναι το σωτήριο σχέδιο του Αγίου Θεού.
Υπομονή.
Καρτερία, μακροθυμία, δοξολογία, Δόξα σοι ο Θεός.
Σε ευχαριστώ Θεέ μου.
Έτσι θα πρέπει να στεκόμαστε απέναντι στις ασθένειες.
Δυστυχώς, είμαστε τόσο αδύνατοι που τις περισσότερες φορές, όταν μας έρχονται έτσι αναποδιές, ιδίως μια βαριά αρρώστια, η οποία μας καθηλώνει στο κρεβάτι, τις περισσότερες φορές γογγύζουμε.
Αυτό είναι αλήθεια.
Αλλά πρέπει να γνωρίζουμε όμως, ότι ο,τιδήποτε έρθει στη ζωή μας, ας μην ξεχνάμε αυτό το οποίον μια φορά την εβδομάδα, δεν ενθυμούμαι πιο απόγευμα, ψάλλομε «το έλεός Σου Κύριε, καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου».
Αυτό βέβαια είναι από τον Ψαλμωδόν, το Δαυίδ.
Το έλεός Σου Κύριε καταδιώξει με, με καταδιώκει, το έλεός Σου.
Στην ασθένεια και κει, τρέχει από πίσω να με σώσει.
Είμαι καλά; Τρέχει και κει.
Σε όποια φάση της ζωής μας, απ’ την ώρα που θα γεννηθούμε, μέχρι την ώρα που θα φύγομε απ’ αυτόν τον κόσμο, το έλεος του Θεού μας κυνηγάει από πίσω για να μας σώσει.
Αυτό το έλεος λοιπόν θα ζητούμε και μείς με την προσευχή, λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», εφαρμόζοντας όχι μόνο το «αδιαλείπτως προσεύχεσθαι», και «τη προσευχή προσκαρτερείτε», όπως μας συμβουλεύει ο λόγος του Θεού, αλλά να εφαρμόσουμε και το άλλο που λέγει ο Θεός, «Ζητείτε πρώτα την βασιλείαν του Θεού», ζητάτε πρώτα "Θεέ μου σώσε με", "Θεέ μου βάλε με στη Βασιλεία Σου, και αυτό το σαρκίο που φέρω, κάντο ότι θέλεις.
Μόνο δως μου την βεβαιότητα μέσα στην ψυχή μου ότι είμαι παιδί Σου.
Ότι δεν θα μ’ αφήσεις να χαθώ.
Εσύ το είπες!
Σε όσους ελπίζουν σε μένα, εγώ δεν θα τους ντροπιάσω. "
Το είπε !
Το βεβαίωσε ο Θεός, επομένως λοιπόν το ζητούμε και μείς από τον Πανάγιο Θεό.
Το ζητούμε, το παρακαλούμε!
Τώρα μεγάλο εμπόδιο σε αυτά τα θέματα τα μεγάλα, μπαίνει αυτός ο καταραμένος ο εγωισμός μας.

Και κάτι άλλο που μας κάνει εντύπωση είναι ότι η ασθένεια αυτή, η κύρτωσις αυτής της γυναικός, κράτησε περίπου δεκαοχτώ χρόνια.
Και τι λέει; «Την έδεισεν ο Σατανάς!»
Δηλαδή αυτήν την αρρώστια, την κατήντησε έτσι η ενέργεια του Διαβόλου.
Ποιος ξέρει όμως κάτω από ποιες τραγικές συνθήκες, έγινε αυτή η δαιμονική κατοχή.
Χωρίς να ταραχτεί η ψυχή της, διότι αυτή εξακολουθούσε να πηγαίνει στη Συναγωγή, και να έχει σχέση με τη λατρεία του Αγίου Θεού.
Άρα ο Διάβολος δεν πείραξε την ψυχή της, πείραξε μόνο το σώμα της, το οποίον το έδεσεν σε αυτήν την στάση.
Να που όμως, που χωρίς αυτή να παρακαλέσει ούτε τον Κύριον ούτε κάποιον άλλον, έρχεται ο Κύριος, βλέπει την κατάσταση, και ημέρα του Σαββάτου τη λύνει από την ασθένεια και από τα δεσμά του Διαβόλου.
Ταπείνωσε και ξευτέλισε ο Θεός τον Διάβολο.
Αλλά, και μείς ως χριστιανοί, και συ, και συ, και συ, και συ, μπορούμε με τη Χάρη του Θεού να ταπεινώνουμε και να εξευτελίζομε τον Διάβολο.
Πότε όμως;
Κατά πρώτον λόγον όταν ο καθένας από μας, πολεμά τα πάθη του, πολεμά τις αδυναμίες του, πολεμάει τα κουσούρια του, και τα χίλια δυό άλλα που έχει και που τον κατατρέχουν, που θέλει κάθε μέρα να διορθωθεί και δεν διορθώνεται.
Που δεν θέλει υποδείξεις από κανένα.
Που νομίζει ότι τα ξέρει όλα.
Αυτός ο ξερόλας! Τίποτα δεν ξέρει.
Λοιπόν, ΜΟΝΟΝ με την ταπείνωση ταπεινώνει τον Διάβολο.
Όταν τηρεί τις εντολές, όταν καλλιεργεί τις αρετές εν Πνεύματι Αγίω.
Όταν καλλιεργεί καθημερινά το Πνεύμα της μετανοίας.
Όταν συναισθάνεται ότι είναι αμαρτωλός.
Όταν ζητάει το έλεός Του και Του λέει, «Θεέ μου συγχώρεσέ με, αμαρτωλός είμαι!»
Το λες το βράδυ στο σπίτι σου, εσύ, εσύ, εσύ, εγώ…
Το λέμε; "Θεέ μου είμαι αμαρτωλός, ελέησέ με!
Πότε θα έρθει και σε μένα αυτό το έλεός σου;
Να με σώσει! "
Επομένως λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε ότι, ενώ χρειάζεται να καλλιεργείται το πνεύμα της μετανοίας, και της ταπεινοφροσύνης, δεν τα έχουμε.
Δυστυχώς τις περισσότερες φορές, δεν λέω πάντοτε.
Καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην, ο Θεός ουκ εξουδενώσει.
«Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, και ταπεινοίς δε δίδωσι την Χάριν».
Στους ταπεινούς δίνει ο Θεός την Χάριν.
Δεν την δίνει σ’ αυτούς που έχουνε πολύ εγωισμό.
Πολλοί από τους χριστιανούς, και ειδικότερα βέβαια από αυτούς οι οποίοι δεν πολυέχουν σχέσεις
με την εκκλησία και με τα μυστήρια, ούτε καν με τον εκκλησιασμό, -εδώ και την ημέρα των Χριστουγέννων ακόμα κοιμούνται, την ώρα που χτυπάνε οι καμπάνες διότι αυτοί θα πέσουν ύστερα απ’ το ρεβεγιόν να κοιμηθούν, και έτσι λοιπόν, τι Χριστούγεννα θα κάνουν αυτοί οι άνθρωποι, ε, αυτοί οι περισσότεροι νομίζουν ότι δεν έχουν και εγωισμό.
Βέβαια είναι πολύ τολμηρό, να μπορεί κανένας να μιλά για την ταπείνωση, γιατί η ταπείνωσις είναι η πιο τελεία αρετή, η πιο τέλεια, η πιο τέλεια.
Είναι αρετή θεότητος, είναι στολή θεότητος.
Γιατί αυτήν φόρεσε ο Λόγος του Θεού, όταν έγινε άνθρωπος στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού.
Εταπείνωσεν εαυτόν, «γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού.
Γενόμενος εκ γυναικός, γενόμενος υπό Νόμον, ίνα τους υπό νόμων καταργήσει».
Άδειασε λοιπόν τους ουρανούς, σκέπασε τη Θεϊκή Του Δόξα, και τη Θεϊκή Του μεγαλοπρέπεια, και φόρεσε αυτή τη στολή που λέγεται ταπείνωσις.
Εγώ δεν είμαι τίποτα.
Σήμερα είμαι αύριο δεν είμαι.
Πρέπει αυτό να το συνειδητοποιήσομε, οπωσδήποτε και όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
Πριν έρθει αιφνίδιος ο θάνατος εν νυκτί.
Εν νυκτί.

Τώρα, πρώτα, παλαιότερα, τα παραδείγματα που έφερνε ο Κύριος για τους κλέφτες, όλα τάλεγε την νύκτα.
Τώρα μας κλέβουν και την ημέρα.
Και όχι μόνο μέρα μεσημέρι, και στ’ ανσανσέρ και στα σπίτια, και τζάμια σπάζουν και πόρτες ανοίγουν, και κτυπάν τους ανθρώπους, τα γεροντάκια και τις γριούλες που είναι ανήμπορες, άλλους τους τραυματίζουν βαριά, άλλους τους σκοτώνουν και τα λοιπά.
Δεν μπορούμε να ξέρομε επομένως, πότε θα έλθει η κακιά στιγμή, και αν περπατάς στο δρόμο, και σ’ αρπάξει και την τσάντα και σε σύρει στο πεζοδρόμιο, και σου σπάσει πόδια και χέρια και κεφάλι και μείνεις ανάπηρη για πολλά χρόνια.
Λοιπόν, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε, γι’ αυτό ακριβώς το λόγο και θα παρακαλάμε τον Θεόν, να μας φυλάγει απ’ την κακιά ώρα.
Για να μας φυλάξει ο Θεός απ’ την κακιά ώρα, πρέπει να καλλιεργούμε το πνεύμα της ταπεινώσεως.
Με φόβον Θεού, αλλά και με αγάπη.
Από αγάπη να θέλουμε να μιμηθούμε Κύριον τον Θεόν μας.
Αν αγαπήσουμε Κύριον τον Θεόν, εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας, τότε πετυχαίνομε και την ταπείνωση.
Όταν αγαπάμε τον Θεόν, με όλη μας την καρδιά, με όλη μας την ψυχή, με όλη τη δύναμη της θελήσεώς μας, με όλη τη διάνοιά μας, με όλο το μυαλό μας, με όλες τις σκέψεις μας, και όλα τα τοποθετούμε στην αγκαλιά του Θεού, τότε έρχεται και η ταπείνωσις.
Τότε μας αγαπά ο Θεός, και μας αγαπά πολύ.
Τότε στέλνει προστάτην τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, και μας περιβάλλει και μας φρουρεί.

Και αν Εκείνος επιτρέψει, να μας έλθει ένα βάσανο και μια θλίψις, ο άγγελος φύλακας της ψυχής μας, ή ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ΔΕΝ μας εγκαταλείπει.
Και μείς με την δοξολογία, που αποδίδομε στον Θεόν, διότι έτσι αισθανόμαστε ότι μας προσθέτει δόξα στη δόξα, και μας αυξάνει και μας προσφέρει παράσημα τα οποία δεν τα αξίζομε για την Βασιλεία των Ουρανών, έτι περισσότερο εμείς Τον δοξολογούμε και Τον ευχαριστούμε.
Πιθανόν να μην έχετε δει αρρώστους να δοξάζουν, και να ευγνωμονούν τον Θεόν κατά τέτοιον τρόπον όπως εγώ σας τον περιγράφω.
Τα φτωχά μας τα μάτια όμως, στα σαράντα οκτώ χρόνια της ιερωσύνης, είδανε πολλές ψυχές να δοξολογούν και να ευχαριστούν τον Θεόν, διότι υποφέρουν κάτω από τρομακτικές, και βασανιστικές ασθένειες και αρρώστιες, - ας πούμε, ο πιο φρικτός λένε ότι είναι ο καρκίνος στο πάγκρεας - εγώ βέβαια δεν το γνωρίζω, λοιπόν, και εκεί να βλέπει κανένας δοξολογία.
Αυτό είναι ταπείνωσις, έτσι έρχεται η ταπείνωσις.
Ή θα τη μάθομε από τα παιδιά που να μας κατεβάσουν κάτω τη μύτη, γιατί επενδύσαμε σε αυτά, δήθεν ότι κάτι θα γίνει, επενδύσαμε στον άντρα μας ή στην γυναίκα μας, και τα διαλύσαμε όλα, εγκαταλείπει η μάνα τον άνδρα της με τρία παιδιά και είναι και έγκυος επτά μηνών!
Γίνονται τόσα πολλά, έχουμε λοιπόν, πόσες χιλιάδες εκτρώσεις κάθε μέρα στην Ελλάδα;
Χίλιες! Χίλιες εκτρώσεις σήμερα, Ελληνίδες, μητέρες ή άγαμες κοπελίτσες, θα φονεύσουν σήμερα χίλια αγγελούδια!

Ε, πώς δεν θα μας τιμωρήσει ο Θεός, και ύστερα λέμε πώς θα έρθει η ταπείνωσις, και πως θα έρθουν οι αρετές, και πως θα έρθουν οι καλύτερες ημέρες, αμ ΔΕΝ θάρθουν καλύτερες ημέρες!
Σας το υπογράφω, εγώ δεν είμαι τίποτα, εγώ είμαι ο τελευταίος αμαρτωλός παπάς πάνω στην Ελλάδα.
Ο τελευταίος, ντίπ για τελευταίος! «Σκωλήκων βρώμα και δυσωδία».
Παρά ταύτα σας υπογράφω, εγώ θα πεθάνω, οι περισσότεροι από τους νεωτέρους θα ζουν και θα με θυμηθούν, θάρθουν οι μέρες χειρότερες, φοβερά χειρότερες, φοβερά χειρότερες, δύο μαζί θα περπατάτε για να φυλάξετε το παιδί σας, δύο μαζί, όχι ένας, δύο, δύο δύο.
Και ΑΝ θα μπορείτε να το φυλάξετε.
Μήπως κανένας τρελός μαθητής μέσ’ το σχολείο, βγάλει κανένα αυτόματο απ’ την τσέπη του και αρχίζει και θερίζει συμμαθητάς και δασκάλους.
Δύο! Και για να πηγαίνετε κατόπιν τα παιδιά σας, και εγγόνια σας και τα εγγόνια μου, για να πάν να βρουν ένα χριστιανό, θα φεύγουν από δω, για να πάν να το βρουν τον ΑΛΗΘΙΝΟ χριστιανό, όχι τον ψεύτικο…
Τον αληθινό χριστιανό.
Θα πηγαίνουν από δω στη Θεσσαλονίκη, στη Καβάλα και στη Δράμα, και στη Κρήτη και δεν ξέρω που αλλού, θα διανύομε ολόκληρες αποστάσεις, για να βρούνε ένα χριστιανό αληθινό να ανταλλάξουν, μια κουβέντα πνευματική, να βοηθήσει ο ένας τον άλλον, να κάνουν κοινή προσευχή, για να κατέβη κάτω ο ουρανός να σκύψει να τους δει.
Και να δώσει βοήθεια και συμπαράσταση.
Και παρηγοριά, και ευλογία, και έλεος και Χάρη.
Είθε να μην τα δούμε, αλλά οπωσδήποτε θα τα δούμε.
Γι αυτό λοιπόν για να είναι ολιγότερον, βαρύτερα τα γεγονότα που έρχονται, να καλλιεργήσομε το πνεύμα της ταπεινώσεως, να πολεμούμε τα πάθη, να τα βγάζουμε από μέσα μας, να έχουμε συχνή και πυκνή επικοινωνία με την εκκλησία, τη Θεία Λατρεία, τα Άγια Μυστήρια και ότι άλλο μας προσφέρεται, την προσευχή, το καντηλάκι, το θυμίαμα, το κομποσχοινάκι, το βιβλίο, την Αγία Γραφή, το Ευαγγέλιο και τα λοιπά, και ό,τι καλό μπορούμε, νάχουμε να το καλλιεργούμε.
Να λέμε στα παιδιά μας την αλήθεια.
Και μόνον την αλήθεια.

Πού είναι ο σεβασμός, ο παλιός, των παλιών παιδιών προς τους γονείς;
Χάθηκε και αυτός!
Και θυμούμαι έναν νεαρό Κορίνθιο, μα ειδωλολάτρης ήτανε, κάναν αγώνες εθνικούς, πώς τους λέγανε τότε, ας τους πούμε Πανελληνίους στην Κόρινθο, και ήρθε πρώτος σε ένα άθλημα, Κορίνθιος νεαρός ήτανε, Έκτορας ονομαζόταν, αν δεν απατώμαι, και ήρθε πρώτος, και έτρεξε λοιπόν, με το στεφάνι αυτό που του φόρεσαν της ελιάς, Το κλαδί απ’ την ελιά, και έτρεξε στο σπίτι του, να ανακοινώσει τη νίκη του.
Σε ποιόν να την ανακοινώσει;
Στη μάνα του τη χήρα, γιατί ο πατέρας του είχε σκοτωθεί στον πόλεμο.
Και την βρήκε νεκρή.
Ο Έκτορας, και βγάζει το στεφάνι και στεφανώνει νεκρή τη μητέρα του, και της λέει, «Αυτό άξιζε για σένα! Εσύ με έκανες πρωταθλητή»
Τα λέν τα παιδιά μας αυτά;
«Μανούλα μου, εσύ με έκανες πρώτο μαθητή», και να μας αγκαλιάσουν και να μας φιλήσουν.

Αμήν!

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2007

Ο τυφλός τής Ιεριχούς καί οί ολίγοι σωζόμενοι.



205-δ

Κυριακή ΙΔ' Λουκά. 2.12.2007

Τώρα το θαύμα πιστεύω ότι οι περισσότεροι το ακούσατε.
Το θαύμα, ποιό θαύμα, αυτό που μας περιέγραψε το Ευαγγέλιο, αυτό το θαύμα.
Ένας τυφλός καθότανε σε μια γωνιά εκεί του δρόμου, και είχε απλωμένο το χέρι του και ζητούσε ελεημοσύνη.
Ζητούσε καμιά δεκάρα ή κάνα κομμάτι ψωμί, για να φάει ο καημένος.
Αφού ήταν τυφλός, για κείνη την εποχή ήταν δραματικές οι καταστάσεις των τυφλών.
Άκουσε όμως να γίνεται θόρυβος.
Ρωτάει τι γίνεται, και του λέει ότι περνάει ο Ιησούς ο Ναζωραίος.
Μόλις άκουσε αυτός ότι περνάει ο Ναζωραίος, ο Ιησούς, άρχισε λοιπόν να φωνάζει με όλη τη δύναμη της ψυχής του, «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με».
Οι παρευρισκόμενοι και ο όχλος βέβαια ο πολύς που Τον ακολουθούσε τον Χριστό, τον επέπληττε, τον μάλωνε, του έλεγε «πάψε, μη φωνάζεις τόσο δυνατά. Δε σ’ ακούει.
Τώρα αυτός κάνει τη δουλειά Του».
Ο τυφλός όμως όσο του έλεγαν οι άλλοι να μη φωνάζει, αυτός τόσο πιο πολύ φώναζε, παναλαμβάνοντας τις ίδιες λέξεις, «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με».
Κάποτε τον άκουσε ο Χριστός, και ζήτησε βέβαια να τον φέρουν κοντά Του.
Δεν κραύγαζε ο φουκαράς για να πάρει χρήματα.
Δεν κραύγαζε για να του δώσει ο Χριστός και η συνοδεία που Τον ακολουθούσε δηλαδή οι μαθηταί Του και ο όχλος, ένα κομμάτι ψωμί.
Αλλά καθώς είχε ακούσει, μερικά πράγματα όπως και την Ανάσταση της κόρης της θυγατρός του Ιαείρου, και της άλλης εκείνης, του νεανία απ’ τη Ναΐν, και την Ανάσταση του Λαζάρου, διότι αμέσως μετά εγένετο αυτό το θαύμα, με τη δύναμη λοιπόν αυτής της πίστεως, άρχισε να φωνάζει
«Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με».
Για να πει όμως «Υιέ Δαβίδ», αυτό σημαίνει ότι είχε θρησκευτικές γνώσεις.
Και ήξερε πολύ καλά από τις προφητείες, ότι ο Μεσσίας θα προήρχετο από την γενεά του Δαβίδ.
Εμείς, σαν ορθόδοξοι χριστιανοί, αυτό το πράγμα το γνωρίζουμε;
Ότι ο Κύριός μας ως άνθρωπος προέρχεται απ’ το γένος του Δαβίδ;
Γι’ αυτό και επομένως ονομάζει τον Κύριον «Υιό Δαβίδ».
Πιστεύει ότι είναι ο Μεσσίας, ο Βασιλεύς του κόσμου, ο Βασιλεύς του Ισραήλ.
Το «ελέησόν με» εκφράζει και κάτι άλλο.
Ότι πίστευε ότι ο Χριστός είχε κάτι παραπάνω απ’ αυτό που είχαν όλοι οι συνηθισμένοι άνθρωποι εκείνης της εποχής, Γραμματείς και Φαρισαίοι, οι άρχοντες και Αρχιερείς του λαού.
Δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος.
Είχε γνωρίσματα, αλλά τα γνωρίσματα αυτά ήταν θεϊκά.
Γι’ αυτό και φώναζε με πολύ δυνατή πίστη προς τον Θεάνθρωπον Χριστόν, «Υιέ Δαβίδ, Ιησού Υιέ Δαβίδ».
Με τέτοια πίστη μας διδάσκει ο τυφλός, εμείς την έχουμε;
Εμείς έχουμε μια τέτοια πίστη που πρέπει να βλέπομε μόνον τα αόρατα και όχι τα ορατά,
να βλέπομε τα πνευματικά και όχι τα υλικά,
να βλέπουμε τα ουράνια και όχι τα επίγεια,
τα θεία και τα απρόσιτα και όχι τα φθαρτά,
που στο κάτω - κάτω θα τα αφήσομε όλα εδώ,
και γυμνοί θα απέλθομε από τούτο τον κόσμον.
Αν ακούσουμε τον σκληρό λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, πιθανόν να απογοητευτούμε αλλά αυτή είναι η αλήθεια, θα την πούμε λίγο πιο κάτω.
Τι θέλεις να σου κάμω, του λέει ο Κύριος;
«Να αναβλέψω, θέλω το φώς μου, τι να θέλω, τι να θέλει ένας τυφλός;»
Τι να θέλει, να θέλει ψωμί, πρώτα το ψωμί, να θέλει την ανάπαυση του κορμιού του, να θέλει πέντε δραχμές στη χούφτα του;
Το κυριότερο πράγμα που ζητά είναι το φώς του.
Ο Κύριος ερώτησε τον τυφλόν τι θέλει, αγνοούσε δηλαδή, δεν ήξερε τι θέλει ο τυφλός;
Ασφαλώς ο Κύριος γνώριζε τα πάντα.
Αλλά έκαμε την ερώτηση αυτή, όχι γιατί δεν εγνώριζε τι θέλει ο τυφλός του Ευαγγελίου, αλλά διά να το καταλάβουν αυτό το πράγμα και τα πλήθη.
Για να μην πιστέψουν ότι ο τυφλός εκείνη τη στιγμή ζητούσε χρηματική βοήθεια, και υλική συμπαράσταση, αλλά ότι ζητούσε το φώς του.
Ήθελε ο Κύριος λοιπόν να το κάμει αυτό γνωστό.
Ότι ο τυφλός ζητούσε κάτι το υπερφυσικό.
Κάτι το ανυπέρβλητο: Τυφλός να δει το φώς!
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο για το οποίον ο Κύριος εγνώριζε τι ζητάει ο τυφλός.
Το εγνώριζε, όπως γνωρίζει και τις καρδιές όλων μας.
Εδώ, εδώ, ολονών τις καρδιές, τώρα τι έχετε μέσα σας, και τι έχω μέσα μου τα γνωρίζει.
Εάν αυτά που έχουμε μέσα μας, είναι αιτήματα ευλογημένα, το γνωρίζει.
Αλλά θέλει να Του το φωνάζουμε!
Γι’ αυτό του είπε, «τι θέλεις, τι θέλεις να σου κάμω;»
«Να δω το φώς μου», είπε. «Να δω το φώς μου.
Το φώς της ημέρας, το φώς του ηλίου.
Αυτό να δω ήθελα!»
Αυτό το φως όμως, το φως της ψυχής,
γιατί υπάρχει και φως της ψυχής, υπάρχει και ο φωτισμός του νου,
υπάρχει και ο φωτισμός της καρδιάς, υπάρχει και ο φωτισμός του όλου ανθρώπου.
Άραγε εμείς οι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, το ζητάμε;

Ξέρετε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στην εποχή που εθεωρείτο η Εκκλησία μας ότι ευρίσκετο στον χρυσόν αιώνα της, τότε που η Κωνσταντινούπολις τον τέταρτον μετά Χριστόν αιώνα, απαριθμούσε περισσότερο από τριακόσιες χιλιάδες κατοίκους, ξέρετε τι είπε σε ένα βραδινό του κήρυγμα ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος;
Ότι πόσοι είναι αυτοί οι οποίοι θα σωθούνε;
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ήταν συνηθισμένος να κρίνει.
Ήταν ο μεγάλος διδάσκαλος που ήξερε και να ζυγίζει.
Και να ζυγίζει τους πάντες, μικρούς και μεγάλους, μορφωμένους και αγραμμάτους, άρχοντας και αρχομένους, ακόμα βασιλείς και αυτοκράτορας, κληρικούς και λαϊκούς, αρχιερείς και μοναχούς, όλο τον κόσμο.
Τους περνούσε από το ζύγι του Ευαγγελίου.
Δεν άφηνε κανέναν που να μην τον κρίνει εκείνος.
Ο Θεός βέβαια έκρινεν αυτόν.
Εμείς λοιπόν, οι λεγόμενοι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, επειδή τώρα καταργήθηκε από την ταυτότητα, θα λέμε λοιπόν τώρα ότι ο Χριστιανισμός μας είναι μόνο στο δέρμα μας.
Και από μέσα η καρδιά μας είναι ειδωλολατρική.
Λατρεύομε τα είδωλα, και το βλέπετε, παρακολουθείστε τη ζωή σας, και τη ζωή μας πώς είναι, και θα διαπιστώσουμε, με κάθε τρόπο ότι κλίνουμε όλοι μας λίγο πολύ προς την ειδωλολατρία.
Το πνεύμα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου εταράζετο, για αυτήν κατάσταση που βασίλευε τότε στην βασιλεύουσα, στην Κωνσταντινούπολη.
Και γι’ αυτή την κατάσταση που βασιλεύει σήμερα στην πατρίδα μας αλλά και σε ολόκληρον τον λεγόμενον χριστιανικόν κόσμον.
Ανέβηκε μια μέρα λοιπόν στον άμβωνα, άνοιξε το στόμα του και απ’ το στόμα του βγήκε φωτιά.
Παρουσιάζοντας κατά πρώτον λόγον την ζωήν των πρώτων χριστιανών, που την συνέκρινε με την ζωή των τότε του τετάρτου αιώνος, του χρυσού αιώνος της Εκκλησίας, την ζωήν των χριστιανών.
Ε ρε που να βρισκόταν και σήμερα.
Έπειτα κάλεσε τους χριστιανούς της Κωνσταντινουπόλεως να συγκρίνουν αυτή τη ζωή.
Και εκσφενδονίζει ένα ερώτημα το οποίο θα σας το διαβάσω εν μεταφράσει.
Πόσοι νομίζετε ότι είναι σε ολόκληρη την πόλη αυτήν όπου κατοικούμε οι σωζόμενοι;
Οι πραγματικοί χριστιανοί πόσοι είναι;
Εκείνοι που αξίζουν σωτηρίας πόσοι είναι;
Θα σας το πω αλλά θα σας φανεί πολύ βαρύ.
Αλλά είμαι υποχρεωμένος να το πω.
Λοιπόν από τις τριακόσιες και πλέον χιλιάδες των χριστιανών, θα είναι οι σωζόμενοι μόλις και μετά βίας εκατό.
Αλλά και δια τον αριθμόν αυτόν, φοβούμαι ότι δεν είναι αυτός, δεν είμαι βέβαιος ότι είναι αυτός.
Μήπως είστε και ολιγότεροι; (ερώτηση).
Και φαίνεται λοιπόν ότι όλοι οι ακροαταί εκείνο το βράδυ που κρέμονταν κυριολεκτικώς από τα χείλη του, γι’ αυτό ονομάστηκε και Χρυσόστομος, ανησύχησαν, δε δίστασε εκείνος να σύρει το παραπέτασμα, για να παρουσιάσει όλη την κοινωνική διαφθορά, και να κάμει τα αποκαλυπτήρια των καρδιών,και της συμπεριφοράς των νέων και των γέρων, των γυναικών και των ανδρών,όπως τα λέει εδώ, των αρχομένων και των αρχόντων, των κληρικών όλων των βαθμών, και των λαϊκών, των μοναχών και των μοναζουσών, ότι οι συνειδητοί χριστιανοί που αισθάνονται και ζουν, τον Χριστό μέσα στην καρδιά τους, είναι λίγοι, είναι σπάνιοι.
Λίγοι βρίσκουν την οδόν της σωτηρίας, λίγοι.
Μόλις και μετά βίας το εκατό στους τριακόσιους τόσους χιλιάδες, γίνεται μόλις και μετά βίας τρία τα εκατό.
Δηλαδή αν εκείνη την εποχή ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος εβεβαίωσε ότι από τους τότε χριστιανούς, που η ζωή τους ήταν πολύ διαφορετική από την δική μας, εκείνος βεβαίωνε ότι θα εσώζοντο μόλις και μετά βίας τρία τα εκατό, από τη σημερινή νέο-ορθόδοξη Ελλάδα, πόσοι θα σωθούν;
Τρία τα εκατό; Δύο τα εκατό; Ένα τα εκατό, ή μήπως ένας στους χίλιους;
Για σκεφτείτε το λιγάκι…
Τα κράτη που ακόμα ονομάζονται χριστιανικά, ζουν αντιχριστιανική ζωή.
Τα μέσα ενημερώσεως που είναι πολλά, βλέπομε μέσα από αυτά εφημερίδες, περιοδικά, τηλεοράσεις και τα λοιπά, εδώ μου’πε χριστιανός ότι είχε βάλλει ένα ταψί λέει, και μπορούσε και έπιανε δύο χιλιάδες κανάλια!
Και τρόμαξε!
Δύο χιλιάδες κανάλια, που να το φανταστώ, όλου του κόσμου τα κανάλια φαίνεται έπιανε, και καθόταν και έκανε κάθε βράδυ αγρυπνία!
Επί οκτώ ώρες!
Πιάνοντας δυο χιλιάδες κανάλια, για να βλέπει ΟΛΗ τη βρωμιά, που έχει να παρουσιάσει αυτός ο κόσμος ο δυστυχής, που καταρρέει στην καταστροφή και μαζί με το ξερό θα καεί και το χλωρό.

Μη νομίζετε ότι η αυριανή ημέρα θα είναι καλύτερη από τη σημερινή.
Θάναι χειρότερη!
Γι’ αυτό κοιτάξτε να έχετε μετάνοια, να φωνάζετε σαν τον τυφλό, «Ιησού μου ελέησέ με, έχω ανάγκη να σωθώ, πνίγομαι, χάνομαι, πάω στην Κόλαση»
Ποιος είσαι άνθρωπε, ποιος σε βεβαιώνει ότι το βράδυ που θα κοιμηθείς, το πρωί θα ξυπνήσεις;
Κάνεις όνειρα, αλλά είναι μόνο για μια νύχτα, κι είναι όνειρα.
Μπορεί να μην πραγματοποιηθούν το πρωί.
Σε μια πόλη, Πεντάπολη, πέντε πόλεις ήταν τα Σόδομα και τα Γόμορα, πέντε πόλεις, πόσοι σώθηκαν;
Ο Λώτ, και οι δυο θυγατέρες του. Τρείς, μόνον τρείς.
Η γυναίκα του γύρισε στην αμαρτία και έγινε στήλη άλατος.
Και όταν καταστρέφονταν, παγκόσμια όλος ο κόσμος, απ’ τον παγκόσμιο εκείνον κατακλυσμόν επί της εποχής του Νώε, πόσοι για σκεφτείτε τότε, εκατομμύρια πρέπει νάταν ο κόσμος, πόσοι σώθηκαν απ’ αυτά τα πολλά εκατομμύρια;
Οκτώ! Μόνον η οικογένεια του Νώε!
Αν γίνει ένας καινούργιος κατακλυσμός, πόσοι από μας θα σωθούν;
Γι’ αυτό λοιπόν παρακαλώ πολύ μα πάρα πολύ την αγάπη σας, να καλλιεργείσθε ένα διαρκές πνεύμα μετανοίας και συντριβής, με το μυαλό σας και με την καρδιά σας, να ανέβετε ψηλά στον ουρανό με την προσευχή, και να πάρετε μια σάλπιγγα σαν τις σάλπιγγες που έχει η αποκάλυψις, και να τη βάλετε στο στόμα σας και να σαλπίστε.
Ψυχή μου μετανόησον, πρώτα στη δική σου ψυχή.
Στη δική μου ψυχή να φωνάξει η δική μου σάλπιγγα, κι ύστερα να διαλαλήσω «μετανοήστε και σεις που είστε μέσα στο σπίτι μου, στην οικογένειά μου, σύζυγοι και παιδιά, γονείς και αδέλφια», κι ύστερα να σαλπίσομε για να ακούσει αυτή την σάλπιγγα της μετανοίας και η κοινωνία που μας περιβάλλει.
Ξυπνήστε, χανόμαστε!
Και κρίμα που είστε τόσοι λίγοι.

Άραγε θα σωθούμε; Το εύχομαι!
Με όλη μου τη καρδιά, και σεις να το εύχεστε σε μένα, όλοι μας να σωθούμε αν αύριο ή μέχρι το βράδυ έρθει ένας κατακλυσμός, και μας πάρει όλους, ή ένας σεισμός ή μία πυρηνική βόμβα ή δεν ξέρω τι άλλο είδος καταστροφή θα επέλθει στις ημέρες που ακολουθούν.
Λοιπόν, πίστη σαν τον τυφλό και ΜΕΤΑΝΟΙΑ, σαν το κήρυγμα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Αυτό χρειαζόμαστε όλοι μας,

Αμήν.