Παρασκευή, 25 Απριλίου 2008

Μεγάλη Παρασκευή, 2008



209-γ

Η μέρα είναι τόσο μεγάλη, όσο δεν μπορείτε να φανταστείτε. Μακάρι να περνούσε μέσα απ’ το μυαλό μας ή έστω απ’ την καρδιά μας ή έστω και για ένα δευτερόλεπτο.

Εάν κάποιος ξένος περνούσε χριστιανοί μου την αξέχαστη εκείνη μεγάλη μέρα, της Μεγάλης Παρασκευής πριν από δύο χιλιάδες χρόνια, έξω απ’ τα Ιεροσόλυμα, και μάλιστα έξω απ’ το λόφο του Γολγοθά, θα έβλεπε τρείς σταυρούς, και πάνω σ’ αυτούς καρφωμένους τρείς καταδίκους.
Με έκπληξη όμως θα παρατηρούσε ένα πολύ μεγάλο πλήθος, το οποίον πλήθος παρόλον που ούρλιαζε, δεν έδινε σημασία στους δύο σταυρούς που ήταν ακριανοί, αλλά μόνον στο μεσαίο.
Σ’ αυτόν τον Σταυρό μπροστά ήσαν συγκεντρωμένοι, οι πρεσβύτεροι, γραμματείς, Φαρισαίοι, αρχιερείς, όχλος πολύς και Ρωμαίοι στρατιώτες. Και όλοι τους είχαν εχθρικές διαθέσεις. Πολλοί κορόιδευαν. Άλλοι έβριζαν. Φώναζαν και βλασφημούσαν. Και πολλοί γελούσαν ειρωνικά, -ακούσατε στα Ευαγγελικά Αναγνώσματα, τι ειρωνείες εξεστόμισαν.
Και αυτός ο ξένος, ο περαστικός, ασφαλώς θα είχε και μια απορία. Μα ποιος είναι αυτός ο Σταυρωμένος, που συγκεντρώνει την προσοχή τόσων και τόσων ανθρώπων; Που συγκεντρώνει την προσοχή με τόσες βρισιές και με τόσες κατάρες και αναθεματισμούς;
Δεν θα δυσκολευόταν βέβαια να το μάθει, γιατί κάποιοι είχαν φροντίσει να καρφώσουν πάνω στο Σταυρό, όπως μας πληροφόρησε το Ευαγγέλιον του Ευαγγελιστού Ιωάννου, να καρφώσουν με εντολή του Πιλάτου μια πινακίδα, στο πιο ψηλό σημείο του Σταυρού, που έδειχνε σε τρείς γλώσσες το όνομα και τον τίτλο του Εσταυρωμένου, «Ιησούς Ναζωραίος, ο Βασιλεύς των Ιουδαίων». Κοροϊδευτικά βέβαια το έβαλαν αυτό, αλλά εν τούτοις όμως παρέμεινε από τότε μέχρι και σήμερα.

Εμείς όμως οι πιστοί Ορθόδοξοι χριστιανοί, που σήμερα πιστεύω ότι το δέκα τοις εκατό έχει κατακλίσει τους ιερούς ναούς, σε όλους τους ναούς της χώρας μας, και στα χωριά και στα νησιά, γνωρίζουμε πολύ καλά ποιος είναι ο Εσταυρωμένος ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο κακούργους.
Είναι ο Δημιουργός του Σύμπαντος κόσμου, δι’ ού τα πάντα εγένετο. Είναι αυτός που ως ομοούσιος και αχώριστος από τον Θεόν Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα εδημιούργησε όχι μόνον ολόκληρον τον κόσμον καλά λίαν, αλλά και αυτόν τον άνθρωπον, κατ’ εικόνα αυτού και καθ’ ομοίωσιν. Είναι ο εν ύδασι την γην κρεμάσας και ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις. Είναι ο Βασιλεύς των αγγέλων, αυτός τον οποίον υμνούν και δοξολογούν ακαταπαύστοις στόμασιν και ασιγήτοις δοξολογίαις οι ουράνιες δυνάμεις των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων, Χερουβείμ και Σεραφείμ με τον ύμνον, «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ».
Είναι ο ενανθρωπίσας Υιός και Λόγος του Θεού εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Είναι ο Υιός του Θεού! Είναι και Υιός του ανθρώπου. Υιός της Παναγίας. Τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός. Είναι Βασιλεύς! Όχι όμως αυτού του κόσμου, αλλά της Βασιλείας των Ουρανών, της οποίας Βασιλείας ουκ έσται τέλος, δεν υπάρχει (τέλος).

Αλλά γιατί όμως αυτός ο Παντοκράτορας και παντοδύναμος Θεός, ο Δημιουργός πάσης Κτίσεως, ο Βασιλεύς των αγγέλων και των ανθρώπων, καρφώνεται πάνω στο Σταυρό;
Οι άρχοντες του λαού, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι και οι πρεσβύτεροι και οι Αρχιερείς, που κινούνται γύρω από τον Σταυρόν, είναι ανήσυχοι, παρόλον που βλασφημούν και βρίζουν τον Εσταυρωμένον, αυτοί θα μας απαντήσουν ότι είναι λαοπλάνος, είναι επαναστάτης, είναι αντάρτης, είναι εχθρός του έθνους και του Καίσαρος. Ο δε αχάριστος λαός θα φωνάξει και πάλι και πάλι και πάλι, όπως το κάνει και μέχρι σήμερα, σε αντιπροσώπους του Αγίου Θεού, αξίους και παναξίους, «άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν».
Για να αρχίσω να σας προσβάλω… Για να αρχίσω να σας βρίζω, να δείτε, τι θα μου σύρετε από πίσω. Είναι ο ίδιος ο λαός, που θα τολμήσει και θα το πληρώσει βέβαια, να πει «το αίμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα ημών». Δυο χιλιάδες χρόνια πέρασαν και ακόμα ταλαιπωρούνται.
Οι πιστοί όμως Ορθόδοξοι χριστιανοί, που ήταν σήμερα στους ναούς, καθώς αντικρύζουν εδώ τον Σωτήρα μας Χριστό, καρφωμένο στο Σταυρό, θυμούνται τα λόγια του προφήτου που μόλις προηγουμένως ακούσαμε. «Ούτος τα αμαρτίας ημών φέρει, και περί ημών οδυνάται». Τις δικές μας αμαρτίες σηκώνει ο αναμάρτητος, και για μας υποφέρει και πονά. Αλλ’ αυτός ο παντοδύναμος Θεός, ο πολυύμνητος βασιλεύς των Ουρανών, ο Πανάγιος και Πάναγνος και Αμόλυντος Κύριος, γίνεται άνθρωπος για να προσηλώσει πάνω στο Σταυρό, τις δικές μας αμαρτίες, -δικές Του δεν είχε… «Ουδέ ευρέθη δόλος αυτού», μας είπε πάλι η προφητεία, το είδαμε και στη ζωή Του, που υπήρξεν αναμάρτητη. Και μάλιστα το δήλωσε και ο ίδιος, προκαλώντας τους πάντας, «Τίς ελέγχει με περί αμαρτίας, τίς ελέγχει με περί αμαρτίας»; Τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων, όλων των αιώνων, φορτώθηκε πάνω στο Σταυρό ο Κύριός μας.

Και για τη δική μας καθολική αθλιότητα, κακία και πονηριά, αυτός ο Θεάνθρωπος Κύριος οδυνάται, πονάει και υποφέρει. Έγινε εκείνος ο Πλάστης στο πρόσωπο του Εσταυρωμένου Χριστού κατάρα. Για να πάρουμε όσοι πιστέψουμε από αυτό την ευλογία και την λυτρωτική χάρη της Σταυρικής Του Θυσίας.
Πέθανε Εκείνος πάνω στο Σταυρό, για να πάρουμε εμείς όλοι μας ζωή πνευματική, ζωή αιωνία. Γι’ αυτό και πρέπει να φωνάζουμε όχι μόνον «Δόξα τη μακροθυμία Σου Κύριε, γιατί συγχώρεσες και μένα». «Εσταυρώθης δι’ εμέ», ψάλουμε, έψαλαν οι ψαλτάδες μας, κατανυχτικότατα, «ίνα εμοί πηγάσεις την άβυσσον, εκεντήθης την πλευράν, ίνα κρουνού ζωής αναβλύσεις με».
Εμείς φταίξαμε, εμείς εξακολουθούμε να αμαρτάνουμε, εμείς φταίμε! Άρα και ο καθένας από μας, έπρεπε να πληρώσει και να πληρώνει τις δικές του αμαρτίες.
Η αγάπη όμως του Θεού δεν θέλησε έτσι. Θέλησε να πληρώσει Εκείνος τις δικές μας αμαρτίες, με θάνατο φρικτό και ατιμωτικό πάνω στο Σταυρό.
Άρα ποια θα πρέπει να είναι η στάσις η δική μας σε μια τέτοια Θεανθρώπινη Θυσία; Που φορτώθηκε τις αμαρτίες μου! Λέω ότι σκότωσα, και μου λέει συγχώρεσέ με.
Βρώμισα ολόκληρος από πάνω μου, έλα εδώ παιδάκι μου, έλα εδώ, θα σε πλένω γω, θα σε καθαρίσω. Θα σου βάλλω λευκή στολή, απ’ την αρχή σαν και κείνη που πήρες στο Άγιο Βάπτισμα. Θα σου βάλλω σανδάλια εις τους πόδας. Το δαχτυλίδι των αρραβώνων ότι είσαι ξανά παιδί μου και κληρονόμος της Βασιλείας των Ουρανών. Και θα σου σφάξω τον μόσχον τον σιτευτόν, γι’ αυτό και φωνάζει «η τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες», δόξα τη μακροθυμία σου Κύριε.

Και χθες το βράδυ, κάποια ψυχή, ήταν περασμένες δύο, φωνάζοντας το «Δόξα τη μακροθυμία Σου Κύριε», ένοιωσε σαν να το φώναζε κι ο πεθαμένος πατέρας του. Και η πεθαμένη μάνα του. Και οι πεθαμένοι συγγενείς του. Κι όλοι εκείνοι οι κεκοιμημένοι οι κατά χιλιάδες, χιλιάδες, που μνημόνευε επί πενήντα χρόνια πάνω στο Άγιο Δισκάριο. Και όλες μαζί οι φωνές αυτές ενώθηκαν και φώναζαν και διαλαλούσαν «Δόξα, δόξα τη μακροθυμία Σου Κύριε. Σε ευχαριστούμε για το Αίμα που έχυσες, διότι μέσα σ’ αυτό το Αίμα ξεπλένονται οι ψυχές μας». Η ψυχή σου, και η δική σου ψυχή, και η δική μου, και των γονέων, και των συγγενών, και των φίλων, και των εχθρών.. Όλοι μέσα στο ίδιο Άγιον Ποτήριον, ολόκληρη η ανθρωπότητα, και μαζί μ’ αυτούς και συ και γω..
Ποια πρέπει να είναι η στάση μας, ποια, ποια;

Δόξα τη μακροθυμία Σου Κύριε,
Αμήν

Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

Αγίας Κασιανής. Μεγάλη Τρίτη 2008



209-β
Αγίας Κασιανής, Μεγάλη Τρίτη 2008

… Ιησούς Χριστός. Και έτσι μετά από αυτό το θαύμα ακολούθησε τον Χριστό, το Σωτήρα της μαζί με τις άλλες μυροφόρες γυναίκες.
Από τότε υπήρξε η ζωή της οσιακή και η Εκκλησία μας την κατέταξε μεταξύ των Αγίων.

Η Αγία πάλι Κασσιανή, - ευτυχώς που κάποιος σήμερα, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης το ανεγνώρισε αυτό, και είπε ότι δεν έχει καμία σχέση η Αγία Κασσιανή με την αμαρτωλή που περιγράφεται στο δοξαστικό, διότι η Αγία Κασσιανή υπήρξε αγία γυναίκα και ποιήτρια.
Συνέθεσε βέβαια αυτό το δοξαστικό των αποστίχων που το ακούσαμε πριν από λίγο με τόση κατάνυξη. Και όχι μόνον αυτό, έγραψε και το δοξαστικό των Χριστουγέννων και κάνα δυο άλλα ακόμα τροπάρια από τη σημερινή εκκλησιαστική (υμνολογία).
Περιγράφει λοιπόν παραστατικά και πολύ ποιητικά και συγχρόνως θεολογικά και υψηλά, την αξία της έμπρακτης μετάνοιας και συνάμα βέβαια το αποτέλεσμα της αγάπης που κι αυτή η μετάνοια …. ώστε να συγχωρηθεί εξ όλων των αμαρτιών αυτής.
Παλαιότερα είχαμε ασχοληθεί με τον βίο της Αγίας Κασσιανής και είχαμε μάλιστα τονίσει πόσο παρεξηγημένη είναι αυτή η Αγία, αλλά από κείνους όμως που θέλουν να πλάθουν μύθους ή να πολεμούν την Εκκλησία.

Θέλω λιγάκι να σταθούμε στις αντιθέσεις που μας παρουσιάζουν τα ιερά αυτά κείμενα όπως τα ακούσατε. Ολόκληρη η σημερινή ακολουθία στέκεται πολύ δραματικά στα δύο αυτά πρόσωπα, για να τονίζει ιδιαιτέρως την μετάνοια και την πράξη της αμαρτωλής γυναίκας. Από τη μια μεριά η μετάνοια της πόρνης και από την άλλη πλευρά η προδοσία του Ιούδα. Και όμως το πρόσωπο του Ιούδα, είναι πολύ γνωστό, ήταν ένας από τους δώδεκα μαθητάς και Αποστόλους του Κυρίου.
Για τρία ολόκληρα χρόνια ήταν κοντά Του. Και Τον έβλεπε, και Τον άκουγε στη θεϊκή Του διδασκαλία, έβλεπε ολόκληρη τη ζωή Του, ήταν κάθε μέρα μαζί Του, έβλεπε τα πολλαπλά Του θαύματα, και όταν απεστάλη μαζί με τους άλλους δώδεκα Αποστόλους, πήγε και αυτός, και δίδαξε, και πιθανόν δυνάμει της πίστεως και της δυνάμεως στο όνομα του Ιησού Χριστού του Κυρίου του, να έκαμε και θαύματα όπως και άλλοι Απόστολοι, όπως ακριβώς μας το περιγράφουν τα ιερά Ευαγγέλια.
Και έζησε τόσα, τόσα πολλά, που ασφαλώς πολλοί από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης θα ήθελαν και να δούνε και να ζήσουν, όσα είδε και έζησε ο Ιούδας. Και όμως αυτός ο μαθητής και Απόστολος άφησε τον εαυτόν του να παρασυρθεί από βρώμικες σκέψεις που γέννησαν την φιλαργυρία, την κλοπή, το δόλο, την προδοσία, και τέλος ακολούθησε μετά την προδοσία η απελπισία και η αυτοκτονία.
Άλλωστε και η Αγία Γραφή μας βεβαιώνει ότι ο Ιούδας, «κλέπτης ήν και τον γλωσσόκομον είχε και τα βαλλόμενα εβάσταζε.
Έτσι βλέπουμε λοιπόν την πρώτη αντίθεση. Την ευωδία που εξέπεμπε η μετάνοια της πόρνης γυναικός, και την δυσωδία που βγήκε από την πράξη της προδοσίας.

Η δευτέρα αντίθεση είναι μεταξύ σκότους και φωτός. Οι καλοί λογισμοί της μετανοίας της γυναικός εκείνης, φώτισαν το νου της και γέμισαν την καρδιά της από αγάπη και μετάνοια, αληθινή μετάνοια όμως. Οι κακοί λογισμοί της φιλαργυρίας σκότισαν το νου του Ιούδα και ακόμα πιο πολύ διαβολοποίησαν τη καρδιά του. Μπήκε δηλαδή ο διάβολος μέσα στην καρδιά του – το λέει και το Ιερόν Ευαγγέλιον. «Εισήλθε δε ο Σατανάς εις Ιούδαν τον επικαλούμενον Ισκαριώτην».

Μία άλλη αντίθεσις είναι το τι κρατάνε στα χέρια τους οι δυο τους. Η αμαρτωλή γυναίκα κρατάει στα χέρια της ένα μυροδοχείο, δηλαδή την ευωδία της μετανοίας, των καλών λογισμών, και έτσι μ’ αυτό το μυροδοχείο πλησιάζει τον Χριστόν. Ο Ιούδας κρατάει στα χέρια του από πρόθεση τα τριάκοντα αργύρια. Με αυτά λοιπόν πρόδωσε τον Κύριο. Αγγελική ευωδία από το ένα μέρος, σατανική κακοσμία από το άλλο μέρος. Έτσι στους αίνους που ακούσαμε πριν από λίγο, προβάλλονται αυτές οι δύο πράξεις που έγιναν ταυτόχρονα την Τετάρτη ημέρα πριν από το Πάσχα.
Μας λέγει λοιπόν το τροπάριο. «Ότε η» - της Αγίας Κασσιανής και αυτό – «ότε η αμαρτωλός προσέφερε το μύρον, τότε ο μαθητής συνεφώνει τοις παρανόμοις».
Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα. Τις ίδιες ώρες που πολλοί χριστιανοί προσφέρουν στο Σωτήρα Χριστό τη λατρεία τους, με ύμνους και ωδές πνευματικές, δηλαδή, με λίγη αγρυπνία, με λίγη νηστεία στο κατά δύναμιν, με λίγη προσευχή, με λίγη ορθοστασία, με λίγη κακοπάθεια, όσο μπορεί ο καθένας, τις ίδιες ώρες κάποιοι άλλοι, και είναι οι περισσότεροι δυστυχώς, ασεβείς και αθεόφοβοι, βλαστημάνε τον Χριστόν και με τα αμαρτωλά τους έργα και Τον προδίδουν και Τον αρνούνται. Που είναι … «οι δε εννέα πού;», ρώτησε ο Κύριος. Οι δε εννέα που; Πού είναι οι άλλοι ενενήντα εννιά»; Ένας στους εκατό είστε! Καταπατούν τις Ευαγγελικές εντολές, περιφρονούν τα μυστήρια της Εκκλησίας, και παρασέρνουν στο κακό και άλλες αδύνατες ψυχούλες. Έτσι συμβαίνει.

Έχουμε αντίθεση και στο φίλημα. Αφενός μεν το φίλημα της αμαρτωλής μετανοημένης γυναίκας που καταφιλούσε τα άχραντα πόδια του Κυρίου, και έχομε και το φίλημα του Ιούδα. Ο οποίος είπε μάλιστα ότι αυτόν που θα φιλήσω, αυτός είναι ο δάσκαλος. Πιάστε τον. Κι εκεί στον κήπο της Γεθσημανή εγένετο αυτό το έγκλημα. Της προδοσίας το φίλημα. Έψαλαν προηγουμένως οι ιεροψάλτες μας για τον Ιούδα. «Ω της Ιούδα αθλιότητος, εθεώρει την πόρνη φιλούσα τα ίχνη, και εσκέπτετο δόλω της προδοσίας το φίλημα», δηλαδή. Ενώ παρατηρούσε ο άθλιος Ιούδας την μετανοημένη πόρνη να φιλεί τα ίχνη, δηλαδή τα πέλματα των ποδιών του Κυρίου, συγχρόνως εσκέπτετο με δόλο το φίλημα της προδοσίας που θα πρόδιδε τον διδάσκαλό του.

Άλλη αντίθεσις. Πάλι από την υμνολογία. Το άπλωμα. Τι θα πει αυτό; Θα πει ότι η αμαρτωλή γυναίκα απλώνει τα μαλλιά της σαν ζητιάνα της αγάπης και ζητιανεύει την άφεσι των αμαρτιών. Απλώνει όμως και ο Ιούδας τα χέρια του, όχι προς τον Χριστόν, αλλά προς τους εχθρούς του Κυρίου, προς τους Φαρισαίους και Γραμματείς, και γίνεται και αυτός ένας ελεεινός ζητιάνος, ζητιανεύοντας τα τριάκοντα αργύρια. Να λοιπόν πως μας το έψαλαν προηγουμένως οι ψαλτάδες. «Ήπλωσεν η πόρνη τας τρίχας τω Δεσπότη, ήπλωσεν και ο Ιούδας τας χείρας τοις παρανόμοις. Η μεν λαβείν την άφεσιν, ο δε λαβείν τα αργύρια».

Χριστιανοί μου είμαστε και εμείς όλοι ζητιάνοι. Και τι ζητιανεύουμε μέσα στη ζωή; Τι ζητιανεύουμε; Το καλό ή το κακό να ρωτήσω; Το δίκαιο ή το άδικο;
Δυστυχώς οι περισσότεροι από μας, ζητιανεύουμε και αρπάζουμε το κακό. Αρπάζουμε την πονηριά και την αδικία και όλων των ειδών τις αισχρές ηδονές.
Ζητιανεύουν οι περισσότεροι με κάθε μέσον, θεμιτό και αθέμιτο, τη συσσώρευση πολλών αγαθών.
Ζητιανεύουν και διψάνε για δύναμη και εξουσία, και καταστρέφουν ολόκληρο τον κόσμον.
Ζητούν ευκαιρίες για να εκδικηθούν τον διπλανό τους. Πιθανόν και τον αδελφό τους, τον συγγενή τους, και δεν ξέρω ποιόν άλλον.
Ή πολλές φορές, ζητιανεύουν για να τους ευχηθούν πολύ πολύ ευγενικά, «απ’ το Θεό να το ’βρουν».
Ζητιανεύουν λοιπόν κάθε ώρα για να κουτσομπολεύσουν και να κατακρίνουν. Και γενικά όλοι είμαστε ζητιάνοι της αμαρτίας. Με μέσα παράνομα και άδικα, με πράξεις αμαρτωλές, με πράξεις διεστραμμένες, με αρνήσεις, με βλαστήμιες και προδοσίες, και με τόσα και τόσα άλλα.

Αλλά εμείς όμως εδώ, που μαζευτήκαμε οι Ορθόδοξοι εδώ χριστιανοί, που παρακολουθούμε έτσι με συγκίνηση την πορεία αυτή προς τον Γολγοθά, μας δίνει πολλή την παρηγοριά, και είμαστε σ’ αυτούς που παρηγορούνται, διότι μας παρηγορεί η Εκκλησία αφού αφιέρωσε ολόκληρη την εκκλησιαστική της υμνολογία, στην πράξη αυτή της αμαρτωλής γυναίκας. Κάναμε πολλές φορές αναλύσεις.
Λοιπόν να ζητιανέψουμε για έλεος και αγάπη.
Να ζητιανέψουμε και μείς όπως και αυτή έλεος, για την άφεση των αμαρτιών μας.
Να ζητιανέψουμε έλεος για να διορθωθεί η ζωή μας, για να φύγουν οι αδυναμίες και τα πάθη μας.
Να ζητιανέψουμε για έλεος και υπομονή, για έλεος και για μετάνοια.
Για έλεος και απομάκρυνση απ’ τη ζωή μας όλα τα κακά του διαβόλου.

Κι ήθελα να τελειώσω μ’ ένα τηλεφώνημα.
- Εσείς είστε ο Τάδε.
- Μάλιστα.
- Θέλω να ζήσω. Θέλω να ζήσω. Μόλις χθες ήρθα από τη Νέα Υόρκη και μού ’παν για σας και θέλω να ζήσω. Σας προσφέρω πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ για να ζήσω. Να ζήσω… Πεθαίνω… Να ζήσω…
- Που μένετε; Πάρτε εκεί τον πατέρα Ηλία και προσφέρετε αυτές τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ σε χίλιες οικογένειες. Και ο Θεός μπορεί να κάνει θαύμα!
- Όχι, δεν πιστεύω σ’ αυτό. Δεν πιστεύω σε τίποτα, ούτε στα μυστήρια, ούτε σε τίποτα, σε τίποτα. Ούτε στην Εκκλησία, ούτε σ’ αυτό που λέτε εσείς μετάνοια, σε τίποτα! Εγώ θέλω μόνο να ζήσω!
- Πως θα ζήσεις χωρίς Θεό; Αφού στον Θεόν πορεύεσαι; Να τώρα η Εκκλησία μας αύριο θα θυμηθεί μια αμαρτωλή, μια πόρνη γυναίκα που σώθηκε κάτω από το βάρος πληθώρας αμαρτιών, - έχεις ακούσει για την Μαρία την Αιγυπτία; Έχεις ακούσει για την Οσία Πελαγία; Πούσαν γυναίκες του δρόμου, και όμως η Εκκλησία μας τις κατέστησε Άγιες και όσιες ύστερα από μετάνοια; Η μετάνοια σώζει!
- Όχι, εσύ θέλω να μου κάνεις ένα θαύμα για να ζήσω!
- Το θαύμα δεν θα γίνει αν δεν μετανοήσεις. Αν δεν καλέσεις εκεί κοντά σου τον πατέρα Ηλία, τον πατέρα Γεώργιο, τον πατέρα Σαράντη, τον πατέρα Νικόλαο, πούναι κει γύρω σου, αυτή τη στιγμή, και να μοιράσεις όλα αυτά τα λεφτά, σε κείνους που έχουν ανάγκη. Να βάψουν σήμερα ένα κόκκινο αυγό για να πουν μεθαύριο «Χριστός Ανέστη». Η αμαρτωλή γυναίκα σώθηκε. Εσύ δεν θα σωθείς, αν δεν μετανοήσεις. Τι να την κάνεις τη ζωή χωρίς μετάνοια και χωρίς Χριστόν;

«Οίστρος ακολασίας», είχε αυτή η γυναίκα. Κι όμως σώθηκε. Δυο χιλιάδες χρόνια τώρα της ψάλει η Εκκλησία, της ψάλει και την ξαναψάλει και την ξαναψάλει, και θα την ψάλει μέχρι της συντελείας των αιώνων. Παράδειγμα προς μίμησιν. Αν θέλουμε να ζήσουμε, να ζήσουμε μέσα στην αιωνιότητα. Όχι να προσφέρουμε λεφτά για να ζήσουμε τώρα. Πόσο άλλο να ζούσε; Αφού ήδη ήταν – δεν ξέρω μπορεί να πέθανε σε λίγες μέρες - ογδόντα ετών. Πόσο ακόμα θα ’θελε να ζήσει;
Χωρίς Χριστόν και χωρίς μετάνοια κανένας δεν μπορεί να ζήσει. Το επαναλαμβάνω. Και εάν εξασκήσουμε το εν χιλιοστό των δακρύων και της μετανοίας αυτής της γυναικός της οποίας ακούσαμε τόσα τροπάρια μαζί και το δοξαστικό, δεν θα σωθούμε.
Αλλά αν χύσουμε όμως ένα δάκρυ, ένα δάκρυ, ένα δάκρυ, θα βρούμε έλεος απ’ τον Θεόν, και θα κερδίσουμε την Βασιλεία των Ουρανών, όπως την κέρδισε και αυτή έτσι να την κερδίσουμε και μείς,

Αμήν