Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Μακάριοι οι ακούοντες τόν λόγον τού Θεού καί φυλάσσοντες αυτόν



211-β

Κάποτε χριστιανοί μου και πριν από χρόνια, είχαμε κάνει μια προσπάθεια, να ερμηνεύσομε όλους τους μακαρισμούς που περιέχονται στην Καινή Διαθήκη. Ο Θεός μας βοήθησε και ερμηνεύσαμε με τη Χάρη Του τους γνωστούς μακαρισμούς, από την επί του όρους ομιλία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, καθώς και όσοι περιέχονται εις το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο.
Από σήμερα θα συνεχίσουμε αυτή την προσπάθεια και ανάλυση, όσο μας επιτρέπουν οι φτωχές μας δυνάμεις για να μπορέσουμε να έχουμε ένα συγκροτημένο βιβλίο γύρω από τους μακαρισμούς. Ο επόμενος λοιπόν μακαρισμός, είναι από τον Ευαγγελιστή Λουκά και από το ενδέκατο κεφάλαιο.
Θέλω να συμπληρώσω επίσης ότι πολλή είναι η πίεσις να φροντίσουμε να γράψουμε ένα βιβλίο για το γάμο. Έχουν γράψει τόσοι πολλοί, που δεν χρειάζονται τα δικά μας. Απλώς, ανάμεσα στους μακαρισμούς θα βάζουμε συμπληρωματικά στοιχεία, για την οικογένεια, που θα έχουν και κάποια σχέση βέβαια με τον μακαρισμό.
Ο μακαρισμός του Ευαγγελιστού Λουκά λέγει : «Μακάριοι οι ακούοντες τον λόγο του Θεού, και φυλάσσοντες αυτόν». Μακάριοι δεν είναι εκείνοι που απλώς ακούνε, ή μελετούν τον λόγον του Θεού, αλλά εκείνοι που τον φυλάσσουν βαθειά μέσα στην καρδιά τους. Και τον πιστεύουν, ότι είναι η μόνη αλήθεια που σώζει αυτός ο λόγος, γι αυτό και προσπαθούν να τον κάμουν πράξη στη ζωή τους. Αυτό σημαίνει ότι οφείλουν από αγάπη και μόνον να τηρήσουν, τις Ευαγγελικές εντολές, και να το κάμουν με απόλυτη υπακοή στο Πανάγιον θέλημά του.
«Εάν αγαπάτε με», λέγει ο Κύριος, «εάν με αγαπάτε, αν, τας εμάς εντολάς τηρήσατε». Ή «τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε».

Το να ακούμε μόνον τον λόγον του Θεού, και να μπαίνει από το ένα αυτί και να βγαίνει από το άλλο, και να μην τον θέτουμε σε εφαρμογή, καμιά ωφέλεια δεν προκύπτει, γιατί ο ίδιος αυτός ο λόγος του Θεού θα μας κρίνει για την αδιαφορία μας. Ιδού πως το βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος με απλά λόγια. «Όποιος ακούει αυτούς τους λόγους», λέγει ο Χριστός, «που αποβλέπουν στην αιώνια σωτηρία της ψυχής, και δεν τις πιστέψει και πολύ περισσότερον αν τους απορρίψει, ή τους χλευάσει, - άμα τους χλευάσει, δεν θα τους εφαρμόσει - δεν θα τον κρίνω εγώ, αλλά ο λόγος που κήρυξα, που τον άκουσε και δεν τον τήρησε στη ζωή του». Αυτό είναι από το δωδέκατον κεφάλαιο του Ιωάννου.
Άρα εκείνο που μετράει λοιπόν δεν είναι μόνον η ακρόασις του λόγου του Θεού από ένα κήρυγμα, πρωινό στη Θεία Λειτουργία ή βραδινό, μικρό ή μεγάλο, αλλά η εφαρμογή του.

«Σας εκάλεσα δώ,» λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «για να σας ομιλήσω επί δύο ώρες, και θα σας μεταφέρω τον λόγον του Θεού. Αυτά που θα ακούσετε θα είναι χίλια, θα κρατήσετε μόνο τα εκατό απ’ τα χίλια, θα εφαρμόσετε τα δέκα, και θα καρποφορήσει μόνον το ένα. Αλλά αυτό το ένα θα σώσει. Θα βάλλει την ψυχή σας στον Παράδεισο».

Επαναλαμβάνω λοιπόν ότι ο Θεός δεν μακαρίζει τους ακροατάς των Θεϊκών Του λόγων, αλλά αυτούς που εφαρμόζουν και τηρούν τις εντολές. Ασφαλώς η πίστις εξ ακοής, η «δε ακοή δια ρήμα Θεού, ή δια ρήματος Θεού», η ακοή στήνεται στο λόγο του Θεού, που στερεώνει την πίστη, τη μετάνοια, την υπομονή, την ελπίδα, που δεν ντροπιάζει τον Θεόν που ελπίζουμε σ’ Αυτόν, και την αγάπη για τις εντολές του Θεού.
Αγάπη, επαναλαμβάνω, Αγάπη, όπως αγαπάτε έναν άνθρωπο, έτσι να αγαπάς και μια εντολή του Θεού να την τηρήσεις. Το επαναλαμβάνω, «εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσετε».

Σε όλο τον κόσμο χριστιανοί μου οι άνθρωποι καυχώνται, ότι αγαπούν τον Θεόν και όλον τον κόσμον. Εγώ, εγώ, εγώ, εγώ, τον Θεό δεν αγαπώ; Εγώ όλο τον κόσμο αγαπώ. Εγώ δεν βλέπω να τηρούνται οι εντολές του Θεού, από τις κοινωνίες όλων των εθνών. Διότι αν ετηρούντο οι εντολές, δεν θα είχαμε εξοπλισμούς, πολέμους, επαναστάσεις.
Ούτε στα ενωμένα έθνη και στο λεγόμενο Συμβούλιο Ασφαλείας τηρούνται, οι κανόνες και οι εντολές του Θεού, διότι δεν επικρατεί το δίκαιον, αλλά το άδικον του ισχυρού, που επιβάλλεται σ’ όλον τον κόσμο. Γι’ αυτό και έχουμε τόσα και τόσα. Μήπως τηρούνται οι εντολές του Κυρίου όταν αφήνουν τα πολιτισμένα κράτη, -και καλά να πάθουν όσα παθαίνουν τώρα- που αφήνουν να πεθαίνουν από την πείνα, τέσσερεις χιλιάδες με πέντε χιλιάδες παιδιά την ημέρα; Το ακούσατε αυτό που είπα; Πέντε χιλιάδες παιδιά την ημέρα, κάθε μέρα, πεθαίνουν απ’ την πείνα. Έδειξε προχτές έτσι, δυο τρείς σκηνές από το τρίτο κόσμο, απ’ τη πείνα που υπάρχει, και οι περισσότεροι έκλεισαν, λέει, τις τηλεοράσεις γιατί δεν μπορούσαν να δουν αυτές τις εικόνες!
Να σας πω και άλλο φοβερότερο, αυτό για την πατρίδα μας. Σέβονται τις εντολές του Θεού, φυλάσσουν τις εντολές του Θεού, που λέει «μακάριοι», έ, «οι φυλάσσοντες;» οι τετρακόσες χιλιάδες γυναίκες φόνισσες, από δώδεκα ετών έως σαράντα, κάθε χρόνο! Εδώ στην ορθόδοξη Ελλάδα. Τετρακόσες χιλιάδες φόνοι, ποιος διαμαρτυρήθηκε; Ποιος βγήκε έξω με μια μαύρη σημαία; Ποιος άπλωσε στο μπαλκόνι του μαύρη σημαία; Ποιος έκανε πορεία; Για τετρακόσες χιλιάδες φόνους.
Δε λέω ότι δεν έγινε το πρόπερασμένο Σάββατο ένας φόνος. Και βεβαίως έγινε. Και όσα τα έκτροπα δεν έπρεπε να γίνουν, και ως διαμαρτυρίες έγιναν. Μα πού είναι όμως οι διαμαρτυρίες και γι’ αυτούς τους φόνους; Από την Ορθόδοξη πατρίδα μας, την Ελλάδα μας… Που είναι οι διαμαρτυρίες; Που είναι το επίσημο κράτος, που σφράγισε επισήμως την έκτρωση. Και πιέζουν τώρα την Ιρλανδία, για να μπει στο σύμφωνο με την υπογραφή, και κει οι εκτρώσεις να μένουν ελεύθερες.
Οι κουκουλοφόροι, οι αναρχικοί, οι ταραξίες, και πολύ περισσότερον οι τρομοκράτες, μπορούμε όλους αυτούς, να τους πούμε παιδιά του Θεού; Εγώ δεν τους λέω έτσι. Εγώ λέω ότι είναι παιδιά του διαβόλου. Να το δούμε λιγάκι παρακάτω…

Θέλετε να θυμηθούμε τι είπε, σήμερα ο Απόστολος Παύλος; Θα το θυμηθούμε. Έχομε τώρα: τους ομοφυλόφιλους, τους παιδεραστές, τους διαστροφείς, τους ναρκομανείς, τους μέθυσους, τους φονιάδες, τους κακοποιούς, τους κλέφτες, και τόσους άλλους όμοιούς τους. Είναι μήπως αυτοί χριστιανοί που φυλάσσουν τον λόγον του Θεού; Όχι. Χίλιες φορές όχι. Λοιπόν, λέει ο Απόστολος Παύλος, -πως αρχίζει εδώ,- «Νεκρώσατε ουν τα μέλη υμών επί της γής», νεκρώσατε, να πεθάνει ο παλιός άνθρωπος, νεκρώστε τη σάρκα σας, είναι εντολή αυτή! Την είπε προηγουμένως ο Απόστολος εδώ, στο Αποστολικόν Ανάγνωσμα που διάβασε εκεί, στους ιεροψάλτες μας, το ακούσαμε, δεν το ακούσαμε; Το εφαρμόζουμε;
Ποια είναι αυτά; Η πορνεία λέει, η ακαθαρσία, τι θα πει ακαθαρσία, ξέρετε κάθε πάθος, κάθε κακή επιθυμία! Και η πλεονεξία που είναι ειδωλολατρία! Και γι αυτά και για άλλα πολλά, και όσα είπα, «έρχεται» λέει «σ’ αυτούς, η οργή του Θεού επί τους υιούς της απειθείας». Υιοί της απειθείας είναι αυτοί που δεν εφαρμόζουν τις εντολές του Θεού. Αλλά η οργή του Θεού επάνω μας.
Εμ τετρακόσιες χιλιάδες εκτρώσεις είναι αυτές. Έτσι θα περάσουν; Μέσα σε δέκα χρόνια, θα είχαμε πέντε εκατομμύρια παιδιά… Τέσσερα σας λέω εγώ, τρία λέω, τρία εκατομμύρια παιδιά σε δέκα χρόνια, πόσα σχολεία θ’ άνοιγαν… Πόσοι δάσκαλοι θα ’χαν δουλειά, πόσα νηπιαγωγεία… Πόσοι αύριο, μεθαύριο, θα γινόντουσαν στρατιώτες, για να φυλάξουν την πατρίδα από τόσους και τόσους εχθρούς που την περιτριγυρίζουν, Ποιος νοιάζεται γι’ αυτά;

Αν λοιπόν ολόκληρη η Ελλαδική κοινωνία μας από τους άρχοντες του τόπου, το επαναλαμβάνω, θέλετε να το ξαναακούσετε; Από τους άρχοντες του τόπου, που εμείς ψηφίζουμε, εγώ και σεις, μην το ξεχνάτε αυτό, μέχρι τον τελευταίο πολίτη, που δεν τηρούν τις εντολές και δεν τις τηρούν, με τους νόμους που ψηφίζουν, αυτοί οι τριακόσιοι του Λεωνίδα, - τι σημαίνει αυτό, σημαίνει ότι και μείς έχουμε ευθύνη μαζί με αυτούς, γιατί εμείς τους βάλαμε εκεί απάνω… Έχουμε λοιπόν σ’ αυτήν την κατρακύλα, μερίδιο ευθύνης και μείς! Μη ρίπτουμε λοιπόν τα λάθη μόνο στους άλλους. Δε φταίνε μόνο οι άλλοι. Φταίμε και μείς.

Για παράδειγμα λοιπόν θα αναφερθώ στην οικογένεια.
«Μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν». Και να πάμε στους συζύγους. Ο άνδρας προς την γυναίκα και η γυναίκα προς τον άνδρα της και κατόπιν και οι δυό μαζί προς τον Θεόν.
Φυλάσσουν και τηρούν τις εντολές του Θεού αυτού; Εφαρμόζουν τις παραγγελίες του Κυρίου όπως αυτές δίδονται με το λόγο Του μέσα στην Καινή Διαθήκη; Το ενενήντα τοις εκατό των ζευγαριών, όχι! Έτσι λοιπόν κάνομε και μία εξαίρεση ένα δέκα τοις εκατό. Μπορεί να ’ναι πιο λίγο. Μπορεί να ’ναι περισσότερο, δεν το πιστεύω για περισσότερο.
Βλέπουμε, κάνουμε μία στατιστική για τους εκκλησιαζομένους. Και για κείνους που κοινωνούν και προσέρχονται στα μυστήρια. Δεν είναι περισσότεροι από δέκα τοις εκατό. Γι’ αυτό λοιπόν δεν απευθύνομαι στο δέκα τοις εκατό. Απευθύνομαι στο ενενήντα τοις εκατό, αλλά έτσι θα παίρνετε μία ιδέα. Και θα χτυπάει και κάποιο καμπανάκι στ’ αυτιά μας. Διότι η εντολή του Θεού λέει, να φύγει από πάνω μας η οργή, ο θυμός, η κακία, η βλασφημία - και μάλιστα η βλασφημία των θείων,- οι αισχρολογία εκ του στόματός μας, και το άλλο, «μη ψεύδεσθε εις αλλήλους». Και τα ψέματα πάν και έρχονται.
Έχουν λοιπόν μεταξύ τους κατανόηση τα περισσότερα ζευγάρια; Εγώ λέω όχι!
Τους διακρίνει πνεύμα θυσιαστικής αγάπης; Όχι!
Έχουν εποικοδομητικούς και πνευματικούς διαλόγους μεταξύ τους, και ειδικότερα μπροστά στα παιδιά, πάνω στο τραπέζι;
Διαβάζουν στα μικρά τους τα παιδιά ένα ανέκδοτο από το Γεροντικό; Όχι ανέκδοτο αστείο, που κάποιος μικρός το άκουσε. Και λέει ο παπα-Στέφανος να λέμε ανέκδοτα στο τραπέζι. Ιστορίες από το Γεροντικό είπα. Και να τη σχολιάζουμε μαζί με την Αγία Γραφή. Γίνεται; Όχι.
Έχει ο ένας εμπιστοσύνη στον άλλον; Όχι. Και οι δυό λένε ψέματα.
Συζητούν με ηρεμία τα προβλήματά τους; Όχι.
Τηρούν τις δέκα βασικές εντολές; Νομίζω τις περισσότερες όχι.
Σέβεται ο ένας την προσωπικότητα του άλλου; Μάλλον όχι. Εδώ να δείτε, όταν οδηγούμε τα αυτοκίνητα, έ; Τι μούτζες δεχόμαστε και τι μούτζες δίνουμε.
Διαφωνούν μεταξύ τους κάθε μέρα τα αντρόγυνα; Διαφωνούν.
Γρινιάζουν, παραπονούνται, διαμαρτύρονται συχνά;
Προβάλλουν διαρκούν τα δικαιώματά τους, και ξεχνούν τις υποχρεώσεις τους; Ναι, ναι, ναι.
Νομίζουμε και πιστεύουμε άντρες και γυναίκες, και ειδικότερα τα παιδιά, ότι έχουν μόνο δικαιώματα, υποχρεώσεις δεν έχουν. Βρέ έτσι μεγαλώνει μια οικογένεια, έτσι ζει ένα αντρόγυνο; Να σου λέει «δικαίωμά μου είναι ….» Δεν είναι δικαίωμά σου. Σ’ αυτή τη ζωή, έχεις μόνον υποχρεώσεις, υποχρεώσεις απέναντι στον Θεόν, και απέναντι στον συνάνθρωπό σου. Και μάλιστα όταν αυτός τυγχάνει να είναι σύντροφός σου, και παιδί σου, και πατέρας σου. Μόνον υποχρεώσεις έχεις. Κανένα δικαίωμα. Τα δικαιώματα ανήκουν στον Θεό, και θα φανούν «εν ημέρα οργής και εν ημέρα κρίσεως».
Θα μπορούσα να προσθέσω χιλιάδες ερωτήματα, γι’ αυτούς και για τα παιδιά τους, τη σχέση τους με την εκκλησία και τα μυστήρια, αν έχουν λειτουργική ζωή, αν προσεύχονται πρωί και βράδυ, αν λειτουργούνται και τόσα άλλα.
Αν μελετούν την Γραφή…

Είναι δυστυχώς απογοητευτικές οι μελέτες, από την εσωτερική ζωή της σημερινής οικογένειας. Το πιο χρήσιμο κύτταρο της κοινωνίας μας, άρχισε να σαπίζει. Και η σαπίλα, προκαλεί δυσωδία, βρώμα. Και η βρώμα αυτή έχει απλωθεί εις ολόκληρον τον κόσμον.

«Ο Κύριος είναι εγγύς», λέει η Γραφή. Γι’ αυτό «γρηγορείτε και προσεύχεστε να μη εισέλθετε εις πειρασμόν». Θα δοκιμαστεί η πίστις μας. Το πνεύμα πρόθυμο, αλλά τα σώματά μας είναι πολύ αδύνατα.

Έχουμε όμως και έναν μακάριο, είχαμε μάλλον ένα μακάριο, που φύλαγε με πολύ ακρίβεια όλες τις εντολές του Θεού, και αυτός ήτανε ο παπα-Μιχάλης. Ας ακούσουμε ένα γεγονός. Σε κάποιο χωριό της πατρίδος μας, ο παπα-Μιχάλης ένα πρωί, ημέρα Σαββάτου, μετέβη στον ναό για να κάμει Θεία Λειτουργία, μαζί με μνημόσυνο. Πήρε καιρό, ενδύθηκε τα ιερατικά του άμφια, και έχοντας πρόσφορο και νάμα, ετέλεσε την ακολουθία της Ιεράς Προθέσεως.
Ήταν ακόμα μόνος. Οπότε χωρίς χρονοτριβή, έβαλε «ευλογητός», και έκαμε όλον τον όρθρον μόνος του. Τελείωσε ψάλλοντας και την δοξολογία, αλλά ακόμα δεν είχε έρθει κανένας, ούτε ο μπάρμπα Γιώργος που τον βοηθούσε στο ψάλσιμο. Κάθισε μέσα στο Άγιο Βήμα και περίμενε. Σε λίγο ακούγει ουράνιες ψαλμωδίες, να ψάλλουν μελωδικότατα το «αλληλούια» εννέα περίπου φορές, σε ήχον πλάγιον του πρώτου. Είναι το γνωστό «Κύριε Ελέησον» που ακούτε. Ή το Αλληλούια που ακούμε στο τέλος του … καμιά φορά, στο τέλος του αναγνώσματος του αποστολικού.
Κατάπληκτος λοιπόν και γεμάτος απορία βγήκε στην Ωραία Πύλη, και δεν είδε κανέναν, και οι ψαλμωδίες εσίγησαν. Απορημένος ξαναγύρισε στη θέση του. Αλλά να που σε λίγο, οι μελίρρυτες ουράνιες φωνές, των αγγελικών τάξεων, άρχισαν και πάλι το «Αλληλούια», σε τόσους ήχους, και με τόση γλυκύτητα ώστε δεν άντεξε, την υπερευφροσύνη, αυτή η μελωδία, και έπεσε κάτω λιπόθυμος, -ευτυχώς που δε χτύπησε-
Συνήλθε με το νερό που έβρεχαν το πρόσωπό του ο ψάλτης και οι χριστιανοί, που εν τω μεταξύ είχαν καταφτάσει. Και ασφαλώς οι άνθρωποι είχαν ανησυχήσει- γιατί λιποθύμησε ο παπάς τους; Ο παπα-Μιχάλης, χωρίς να τους πει τίποτα, αφού συνήλθε, και σα να μην είχε συμβεί τίποτα, έβαλε το «Ευλογημένη η Βασιλεία» και άρχισε τη Θεία Λειτουργία. Όλοι έβλεπαν με χαρά το πρόσωπο του παπά τους, να λάμπει και να ακτινοβολεί από φώς. Και κείνος σε όλη την υπόλοιπη ζωή του, λαχταρούσε να ακούσει έστω, για μια ακόμη φορά, την υπερκόσμια μελωδία των αγγέλων να ψάλλουν το «Αλληλούια», όπως το πρωτοάκουσε.
Και ο Θεός του άκουσε την προσευχή του, και τον αξίωσε αυτής της δωρεάς, αλλά την ώρα, που αναχωρούσε από αυτόν τον μάταιον κόσμον. Καταξιωμένη μάρτυρας η πρεσβυτέρα του, που είδε και άκουσε, καθ’ όλη τη διάρκεια της νυκτός, που ήταν δίπλα στον παπά και ήξερε ότι θα είναι η τελευταία του νύχτα, από τα πολλά παιδιά που είχε, δε δέχτηκε κανένα, να είναι όλοι έξω, να ’ναι μόνον αυτή με τον παπά της, και άρχισε να κάνει μετάνοιες. Πρέπει να υπολογίσουμε ότι είχε… πρέπει να είχε ξεπεράσει τις τέσσερεις χιλιάδες μετάνοιες, όλη τη νύχτα… και να παρακαλεί τους αρχαγγέλους και ειδικότερα τον αρχάγγελο Μιχαήλ, από τη Σύμη, να έρθει για την παραλαβή της ψυχής του. Και τότε, τον είδε, και είδε και άλλους, αγγέλους, άκουσε, αυτή την ειδική ψαλμωδία, σε ήχο πλάγιον του πρώτου, και τον παπά της, τον παπά-Μιχάλη, κατασυγκινημένον, και με δάκρυα στα μάτια, με χαρούμενο και λαμπερό το προσωπάκι του, και με το σημείο του Σταυρού να αναχωρεί για την αιωνιότητα.
Εκεί, όπου το υπερουράνιον θυσιαστήριον, θα συνεχίσει να λειτουργεί τη λειτουργία της αγάπης, και της δόξης του αιωνίου Θεού.
Αυτά μου τα διηγήθηκε η ίδια η πρεσβυτέρα του, η κυρία Ειρήνη το καλοκαίρι του 1968, εδώ. Όπου ετέλεσα και το πρώτο μου σαρανταλείτουργο γι αυτόν τον παπά-Μιχάλη.

Χριστιανοί μου, εύχομαι
πρώτα απ’ όλα να είμεθα μακάριοι. Όχι μόνο να ακούμε ή διαβάζουμε το λόγο του Θεού, αλλά και να τον εφαρμόζουμε στο κατά δύναμιν. Όσο μπορούμε. Αλλά με μετάνοια και πίστη. Όσο μπορούμε. Με προσευχή και υπομονή.
Και δεύτερον. Εύχομαι να έχομε όλοι μας, σεις και μείς οι ιερείς οι τρείς, που λειτουργήσαμε σήμερα εδώ, αλλά και όλο το ιερατείο της ορθοδόξου εκκλησίας, να έχουμε το ευλογημένο τέλος που είχε ο παπα-Μιχάλης και η πρεσβυτέρα του, που ήσαν μακάριοι. Όχι γιατί άκουγαν τον λόγον του Θεού, αλλά γιατί τον εφύλασσαν με πολλή αγάπη και πίστη, μέσα στην καρδιά τους μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Τους Αγίους να μιμούμεθα, και όχι τα κακά παραδείγματα που υπάρχουν στην κοινωνία μας και στα μέσα ενημέρωσης.

Αμήν.

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Η ηθική βρωμιά τής εποχής μας καί η διορθωσίς της



211-α

Και τώρα έρχομαι στο σημερινό κήρυγμα.

«Είς Κύριος, μία πίστις, έν Βάπτισμα, ένας Θεός».
Ο Θεός ο Πατήρ ημών, ο επί πάντων.
Αυτό όμως είπε το σημερινό, Αποστολικό Ανάγνωσμα, το οποίον και αναγνώσθη με πολύ νόημα.

Χριστιανοί μου, κάποτε μια Κυριακή σαν τη σημερινή, πριν από σαράντα περίπου χρόνια, το 1968, σ’ αυτόν εδώ το Ναό, και μπροστά από τον παλιό Θρόνο, βέβαια είχαμε έναν παμπάλαιο Θρόνο εδώ, δεν ξέρω πόσοι, αν ήταν κανείς εδώ και το θυμάστε και εδώ ήταν όλο βαμμένο μπλε και από τούβλο… Η Ωραία μας Πύλη εδώ… Εκκλησιάζετο μπροστά από το Θρόνο ο κυρ-Γιάννης, -ο Θεός να τον αναπαύσει. - Εκείνη την Κυριακή ήταν όρθιος και τον είδα, όταν έβγαινα έξω για να πω εκείνα τα οποία επιβάλλονται από το τελετουργικόν του Όρθρου ή της Θείας Λειτουργίας, τον έβλεπα ιδρωμένο. Κατάλαβα λοιπόν ότι είχε και πυρετό, και θα πρέπει να ήταν και υψηλός, παρά ταύτα όμως, ήρθε να λειτουργηθεί, και να κοινωνήσει στο τέλος. Και πράγματι έτσι έγινε. Με τρεμάμενα τους πόδας απ’ τον πυρετό, ήλθε, κοινώνησε και επέστρεψε εκεί, και έκατσε στην καρέκλα του. Τελείωσα … τελειώνοντας τη Θεία Λειτουργία, διαπίστωσα ότι έγειρε το κεφάλι του προς τα κάτω, και εφαίνετο σα να κοιμόταν. Τελείωσα τη Θεία Λειτουργία και άρχισα να μοιράζω αντίδωρο. Εδώ οι διπλανοί που ήσαν εδώ εκείνη την εποχή, ήθελαν να τον ξυπνήσουν και τους εμπόδισα εγώ και είπα «αφήστε τον, έτσι όπως είναι».
Έφυγαν όλοι και ο κυρ-Γιάννης παρέμεινε στη θέση του, με τα χέρια σταυρωμένα, και τις παλάμες έτσι, όπως δηλαδή παίρνομε το αντίδωρο. -Δεν το παίρνομε το αντίδωρο με ένα χέρι όπως κάνετε οι περισσότεροι, με δυο χέρια το παίρνομε το αντίδωρο, έτσι, το δεξί πάνω στο αριστερό. Και όταν μπαίνει το αντίδωρο στη χούφτα, φιλούμε το χέρι. Αν δείτε τους Ρώσους, όταν θέλουν να χαιρετήσουν έναν ιερέα κάνουν έτσι, να τον χαιρετήσουν, να πάρουν την ευχή του, και βάζει εκείνος σταυροειδώς τα δάχτυλα μεσ’ τη χούφτα και την ασπάζονται.- Τελείωσε το αντίδωρο, δεν τον έδωσα.. τον άφησα σ’ αυτή τη θέση που ήτανε. Έκλεισα εδώ την Ωραία Πύλη, κατέλυσα, και μαζί με τον τότε νεαρό Ηλία, που σήμερα είναι ο πατήρ-Ηλίας στην Άνδρο, διαβάσαμε και τη Θεία Ευχαριστία, και ήρθα εδώ στο πλάι και άρχισα να ξεντύνομαι. Τότε μπήκε από κει από την Ωραία Πύλη, -η Νοτία όπως λέγεται,- μπήκε μέσα ο κυρ-Γιάννης. Είχε μια έκφραση απεράντου γλυκύτητος, και δεν υπήρχε ούτε ιδρώτας ούτε τίποτα, και εφαίνετο μια χαρά, και με δάκρυα στα μάτια, μου διηγήθηκε τα εξής: «Από την εξάντληση και τον πυρετό,» που είχε μετά τη Θεία Κοινωνία, «κάθισα,» λέει, «στη καρέκλα, έγειρα το κεφάλι μου προς τα κάτω, προς το μέρος της καρδιάς όπως μου έχεις διδάξει, και άρχισα να λέω το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» και έτσι να απολαμβάνω την γλυκύτητα της Θείας Κοινωνίας. Κάποτε» λέει, «έχασα κάθε αίσθηση του χώρου, που βρισκόμουν δηλαδή, του χρόνου, του θορύβου, των ψαλμωδιών,» -θα ήταν τότε οι ψάλτες μας αυτοί.- «των φωνών και τα λοιπά,» Όταν σήκωσε το κεφάλι του, συνήλθε δηλαδή, δεν ήταν μόνος, όλος ο ναός ήταν γεμάτος από την παρουσία της Παναγίας μπροστά του, που ’χε την αίσθηση ότι είχε ξεκολήσει από δω, όχι από κείνη την πλευρά, συγγνώμη, από δω, και είχε πάει κοντά του, και του έβαλε στην ανοικτή του παλάμη, η Υπεραγία Θεοτόκος, ένα αντίδωρο. Και του είπε, «φάτο παιδί μου». Το έφαγε αλλά έμειναν λίγα ψίχουλα. Και όπως μπήκε μέσ’ το ναό, έτσι, τα είδα τα ψίχουλα. Και έσκυψα και τα ’γλυψα. Και φώναξα και το νεαρό, τον τότε Ηλία, του λέω «έλα εδώ, έχει ένα δυο ψιχουλάκια, να γλύψε τα απ’ το χέρι του», με κοίταξε έτσι παράξενα, γιατί δεν είχε ακούσει τη συζήτηση, «κάντο, κάντο» λέω Ηλία λέω, «Κατάλαβες τίποτα; », λέει «όχι».
Εγώ όμως είχα τη συναίσθηση ότι ευωδίαζε τούτο το πράγμα, εκείνα τα ελάχιστα ψιχουλάκια, σαν Θεία Κοινωνία. Έτσι ο κυρ-Γιάννης κοινώνησε μια φορά με το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, και τη δεύτερη φορά, με τρόπο υπερφυσικό, στη μορφή του αντιδώρου. Η παράκλησίς του ήτο, να μην το μάθει κανένας, ούτε ακόμα και η οικογένειά του. Έτσι εγώ το ξέχασα. Ο Ηλίας δεν κατάλαβε τίποτα, ούτε καν πιστεύω να το θυμάται. Να όμως που το θυμήθηκα χτες βράδυ, όταν μελετούσα το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, που όλοι ακούσατε, διότι συνήθιζε να μου το λέγει, «Αχ, πάτερ Στέφανε, «είς Κύριος, μία πίστις, εν Βάπτισμα, είς Τριαδικός Χριστός, εις Τριαδικός Θεός, μια μετάνοια, »… και άλλα πράγματα.

Εκείνη την ευλογημένη πενταετία σ’ αυτό τον Ιερό Ναό, από το Φεβρουάριο του ’66 μέχρι τέλος του ’70, έζησα μαζί με τους παλαιούς πιστούς Μικρασιάτες κατά το πλείστον, Μικρασιάτες κατά το πλείστον χριστιανούς, στιγμές καλές, ιερές, και αποκαλυπτικές κατά χάριν Θεού. Εν αντιθέσει, -και ήταν οι μέρες καλές, και έξω στην κοινωνία μας,- ήταν διαφορετικές οι μορφές τότε, των οικογενειών, πολύ διαφορετικές. Επήγαινα εκείνη την πενταετία σε πάρα πολλά σπίτια, σχεδόν σε όλη την ενορία διότι μου είχανε δώσει αυτή την άδεια. Και συνήντησα ευλάβεια, και ευλάβεια και πίστη πολλή. Εν αντιθέσει λέω με τις σημερινές ημέρες, που γεμίσαμε από φονιάδες, κακοποιούς, κλέφτες, ομοφυλόφιλους, παιδεραστές, εμπόρους λευκής σαρκός, ναρκομανείς, εμπόρους ναρκωτικών, τοκογλύφους. Σήμερα γίνεται πολύς λόγος, για ξέπλυμα μαύρου χρήματος, και μεταξύ των δήθεν καλών μας πολιτικών. Για δωροδοκίες ακούμε, για παρανόμους χρηματισμούς, για καζίνα που έγιναν πάμπολλα στην πατρίδα μας, για παράνομα στοιχήματα, για αύξηση του τζόγου στα καζίνα, επισήμως, για ληστείες, για αδικίες, για αύξηση των εκτρώσεων σε τετρακόσες χιλιάδες το χρόνο, από ετών δώδεκα και δεκατρία μέχρι σαράντα. -Τώρα πώς να ονομάσω αυτές τις γυναίκες και τα κορίτσια;- Για αύξηση των παρανόμων συμβιώσεων, για πατροκτονίες, παιδιά σκοτώνουν τους πατέρες τους, και τις μητέρες τους, και έτσι λοιπόν γέμισαν οι φυλακές, γέμισαν τα νοσοκομεία από χιλιάδες δυστυχήματα και αναπηρίες, και άδειασαν οι ναοί. Άδειος είναι ο ναός μας, τι είναι, γεμάτος είναι; Άδειος είναι. Που είναι το ενενήντα τοις εκατό των χριστιανών, που είναι; Επίσης γίνεται λόγος για δουλεμπόριο ανθρώπων, για απαγωγές μικρών παιδιών που τους παίρνουν τα όργανα, για να τα πάρουν αυτοί που έχουν χρήματα πολλά και ύστερα τα σκοτώνουν τα παιδιά. Γίνεται ακόμα λόγος για αύξηση των πορνοθεαμάτων, το τι γίνεται, στην τηλεόραση δε λέγεται, της βίας, των φόνων, των κλοπών σε ανυπεράσπιστα γερόντια, τα βλέπετε και τα ακούτε. Για αναρχία, για εμπρησμούς δασών και τραπεζών, για εμπρησμούς και λεηλασίες στα σχολεία μας, που οι δικοί μας οι φόροι πληρώνουν τα σχολεία. Και όμως τα καταστρέφουν τα παιδιά μας τα ίδια, εμπρησμούς στα πανεπιστήμια, εμπρησμούς στους αστυνομικούς σταθμούς, ένας κατακλυσμός πανσεξουαλισμού, κακίας και παρανομίας. Μια διάλυση της οικογενειακής και κοινωνικής συνοχής, με αύξηση της χυδαιολογίας, προστυχολογίας, και της ύβρης των Θείων. Ξεχάσαμε και τους τριακόσιους του Λεωνίδα της Βουλής των Ελλήνων, να ψηφίζουν νόμους αντιχριστιανικούς, και διαλυτικούς για την οικογένεια και τα παιδιά. Μήπως σας είπα υπερβολές; Δεν νομίζω! Και λίγα σας ανέφερα. Γι' αυτό και θα έλθει η οργή του Θεού, επί τους υιούς της απειθείας. Άλλωστε «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος».

Χριστιανοί μου,
Έρχονται σιγά σιγά οι δύσκολες μέρες. Και θά 'ρθουν και χειρότερες. Όπως θά 'ρθει και η εποχή, όπου τα παιδιά μας, τα εγγόνια και τα δισέγγονα, θα δίνουν πίστιν ομολογίας Χριστού, και τούτου Εσταυρωμένου. Θα ’ναι οι νέοι ομολογηταί της πίστεως. Αυτά τα αυριανά βρέφη που σήμερα κοινώνησαν. Γι' αυτό και θα πρέπει να τονώσουμε την Ορθόδοξη πίστη μέσα στις καρδιές των παιδιών μας. Πώς θα την τονώσουμε; Πρώτον με το δικό μας παράδειγμα, κι ύστερα βέβαια με τη διδασκαλία, την οποία θα τρέχουμε να την ακούσουμε. Θα σπρώχνουμε και τα παιδάκια μας να την ακούσουμε. Να διαβάζουμε ένα ανέκδοτο το μεσημέρι, την Κυριακή το μεσημέρι. Ένα ανέκδοτο, μια ιστορία απ’ το γεροντικό. Να διαβάζουμε τρεις στίχους, βρε αδερφέ, δε μπορούμε να διαβάσουμε τρεις στίχους, απ’ την Καινή Διαθήκη, μη λέμε τώρα κουταμάρες….

Ο Απόστολος Παύλος μας λέει και μας προτρέπει, στο σημερινό ανάγνωσμα να ζούμε με ταπείνωση και μετάνοια. Με πραότητα και ανοχή, απέναντι στον πλησίον μας, και μάλιστα η ανοχή μας να στηρίζεται στην πίστη προς τον Χριστό και στην αγάπη. Διότι μόνο έτσι θα μπορέσομε να διατηρήσωμε, όπως λέγει, την ενότητα, του Αγίου Πνεύματος, και μέσα μας, και στα παιδιά μας, και μεταξύ μας, «εν τω συνδέσμω της ειρήνης», δηλαδή στον κοινό πνευματικό αγώνα μας, αυτό που θα μας συνδέει θα πρέπει να είναι η ειρήνη. Η Άνωθεν Ειρήνη. «Υπέρ της Άνωθεν Ειρήνης, και της Σωτηρίας των ψυχών ημών, του Κυρίου δεηθώμεν». Κάνομε μία αίτηση φοβερή. Αυτή είναι η Ειρήνη του Θεού. Και αυτή η Ειρήνη πρέπει να ’ρθει στις καρδιές μας. Όπως το Άγιον Πνεύμα είναι κοινό σε όλους μας, μετά το Άγιον Βάπτισμα, έτσι είναι κοινή και η πίστις στον ένα Τριαδικό Θεό, και στην ενανθρώπιση του Θεού Λόγου, όπως και η ελπίδα της Σωτηρίας μας. Όλα αυτά, από το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα.
Αυτά αν γίνουν ζωή μέσα μας, πράξις, και έργα μετανοίας, αυτά θα αλλάξουν το χαρακτήρα μας. Κι όταν θα αλλάξει ο δικός μου ο χαρακτήρας, και γίνει σωστός όπως τον θέλει ο Θεός, και γίνει αγιασμένος, θα αλλάξει και το παιδί μου. Θα επηρεάσω και τον σύντροφό μου. Όχι εγώ, το Άγιον Πνεύμα. Αυτό κατοικεί μέσα μου. Αυτό κατοικεί και μέσα σας και μέσα στα παιδιά μας. Όταν το Άγιον Πνεύμα λοιπόν, θα βλέπει ότι εμείς θέλουμε, να μεταμορφωθούμε εν Χριστώ, αυτό ως μαγνήτης θα μεταμορφώνει και την οικογένεια και τον κάθε πλησίον. Άρα λοιπόν κατ’ επέκταση θα αλλάξουν και όλοι οι κοινωνικοί και επαγγελματικοί χώροι.
Και αν προστεθούν και τα Πανάγια σωστικά Μυστήρια, της Θεία Κοινωνίας και της Ιεράς εξομολογήσεως, με αληθινή όμως μετάνοια, με προσευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού, γιατί αυτό μπορούμε να το λέμε συνέχεια, «Κύριε ελέησον», - δεν μπορούμε να πούμε «Κύριε ελέησον»; Γι' αυτό βάλαμε σαν αρχή να το ψάλομε και όλοι μαζί εδώ εννέα φορές. Δεν μπορούμε να πούμε «Κύριε ελέησον»; Δεν μπορούμε να πούμε «Παναγία μου βοήθησέ μας»; Δεν μπορούμε να πούμε «Χριστέ μου Σώσε με»; Δεν μπορούμε να πούμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με»; Με τη μνήμη του θανάτου και της κρίσεως, - αύριο θα πεθάνουμε, μπορεί και σήμερα, ποιος μας το εξασφαλίζει;- Καλπάζουσα λευχαιμία, ο καρκίνος ισχυρός σκληρός μεταδοτικός…τι να κάνομε; Θα προλάβουμε να πούμε «ήμαρτον»;
Γι’ αυτό λοιπόν με εγκράτεια στη γλώσσα και στις αισθήσεις, -μην κατακρίνουμε, γιατί συνεχώς κατακρίνουμε, αμάν, άμα και βουλώσει και αυτό, αν καταφέρουμε δηλαδή και βάλουμε φερμουάρ, πάλι το μυαλό μας θα κατακρίνει, τα μάτια μας, παίζουν γύρω γύρω δεξιά αριστερά, κατακρίνουν. Και με την κατά δύναμην νηστεία, γιατί οι περισσότεροι έχουμε ασθένειες...
Αν λοιπόν όλα αυτά, τηρηθούν στη ζωή μας, να είστε βέβαιοι ότι θα κάμει ο Θεός θαύματα, και στους δύσκολους καιρούς που θα έρθουν, θα αρχίσετε να τους βλέπετε και να τους βλέπουμε, απ’ το Γενάρη και μετά, ο Θεός θα προστατεύσει τα δικά του τα παιδιά. Δεν θα τα εγκαταλείψει. Δεν θα τα αφήσει – δεν ξέρω πώς, αλλά ο Θεός θα κάνει θαύματα. Έχεις πίστη; Μη φοβάσαι! Έχεις μετάνοια; Εσύ, εσύ, εσύ, εσύ, μην τρέμεις… Έχεις προσευχή; Και οι άγιοι θα κάνουν θαύματα, και ο Θεός θα κάμει θαύματα, Και οι άγγελοι θα κάμουν θαύματα, Και η πίστη σου θα κάνει θαύματα. Έχεις ταπείνωση; Όλα τα δαιμόνια θα φύγουν. Κοινωνείς μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης; Είσαι από τώρα στα Δεξιά του Χριστού και της Παναγίας! Τι άλλο θέλετε; Τα έχουμε όμως αυτά; Έχουμε αυτές τις ευλογίες της πίστεως; Έχουμε; Ή μήπως είμαστε βουτηγμένοι στο βούρκο της χυδαιότητος της σημερινής εποχής; Όχι για μας που σήμερα εκκλησιαζόμαστε, αλλά τουλάχιστον για το ενενήντα τοις εκατό που απουσιάζει.
Εγώ θέλω να πιστεύω πως η Παναγία μας, αν είμαστε αγνοί και καθαροί, χωρίς ρυτίδα και κοιλίδα και σπίλον αμαρτίας, όλα θα αλλάξουν, και ο καθένας, και ο καθένας από μας, αν σήμερα αλλάξουμε, μέσα σε μία μόνον εβδομάδα, απ’ τη στιγμή που θα αλλάξει, θα βρει και ένα λουκουμάκι της Θείας Χάριτος στο προσκεφάλι του. Πώς θα το βρεί; Όπως το βρήκε ο κυρ-Γιάννης. Τι είχε περισσότερο; Αυτά ο Θεός τα γνωρίζει. Κανένας μας δεν ξέρει την καρδιά του άλλου. Τον βλέπουμε έτσι, να ’ναι μπακάλης, να ’ναι μανάβης, να ’ναι υπάλληλος, να ’ναι στρατιώτης, να ’ναι νοικοκυρά, να ’ναι κι αυτή μια υπάλληλος, πότε η καημένη να εκνευρίζεται με τα παιδιά, πότε εκείνο, πότε αυτό, αλλά την καρδιά, ποιος τη ξέρει τη καρδιά; Μόνο αυτός που ετάζει καρδίας και νεφρούς. Και βλέπουμε και έχουμε ανάμεσα στους Ορθοδόξους χριστιανούς, καυχιέμαι εν Χριστώ γι αυτό, βγάζω και το καλυμμαύχι μου, σε ορισμένους από τους χριστιανούς, όταν εξομολογούνται, βλέπω καρδιές όμορφες, θείες καλλονές, όχι εξωτερική ομορφιά, άστην αυτήν, αυτή έρχεται και περνάει, αλλά Θεία καλλονή, αγγελικές μορφές, μέσα στις ψυχές τους.
Ε, λοιπόν, τέτοιες ομορφιές, παρά την δεινή βρομερότητα της εποχής μας, τέτοια ομορφιά, και τέτοια μεταμόρφωση κατά Χριστόν, εύχομαι να αποκτήσουμε όλοι μας.
Πρώτα εσείς και ύστερα εγώ και εμείς οι ιερείς.

Αμήν.