Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

Ιστορίες από τα βραδυνά κηρύγματα, κασέτες 41-50

--

41A Μνημονεύσεις γονέων

Θα αναφερθούμε σε δυο τρία γεγονότα που αναφέρονται στην αίτησή
μας υπέρ αναπαύσεως των ευσεβών ορθοδόξων κεκοιμημένων
χριστιανών και αδελφών ημών. Στο βιβλίο "Οδός Αναπαύσεως" του κ.
Σωτήρχου αναφέρεται η εξής πραγματική ιστορία: Ενας Αγιοταφίτης
μοναχός, δεν αναφέρει το όνομά του αλλά από την επίσκεψη που
είχε κάνει στον Πανάγιο Τάφο, εκεί στα Ιεροσόλυμα τον εγνώρισε,
ο οποίος μοναχός αναφερόμενος στους γονείς του είπε τα εξής: Ο
πατέρας μου ήταν φτωχός αλλά πολύ ευσεβής. Οταν περίμενε να
γίνει Λειτουργία επερίμενε τον παπά στην πόρτα της Εκκλησίας.
Ενώ η μητέρα μου βέβαια δεν ήτο ασεβής αλλά σπανίως
εκκλησιάζετο. Προτιμούσε την Κυριακή να καθήσει στο σπίτι, να
μαγειρέψει για την οικογένεια, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού
όπως προτιμάμε οι περισσότεροι παρά να πηγαίνει στην Εκκλησία.
Οταν εκοιμήθησαν οι δύο γονείς του είδα, λέει ο μοναχός, και
τους δύο στον ύπνο μου και τον μεν πατέρα μου να βρίσκεται σε
ένα ωραιότατο πανευφρόσυνο περιβόλι και εκεί να απολαμβάνει την
ευτυχία του Παραδείσου. Η δε μητέρα μου με μεγάλο πόνο είπε: -
Δος μου, παιδάκι μου, και μένα να φάγω λίγο από το πιάτο σου.
Πεινάω. Την άλλη μέρα όταν ξύπνησα σκέφτηκα: - Αφού είναι
πεθαμένος ο άνθρωπος τι είδους φαγητό μπορεί να επιθυμεί η
μητέρα μου. Ως πνεύμα άρα έχει ανάγκη από πνευματική τροφή.
Χωρίς κανένα δισταγμό πήγα στην Ιερά Μονή του Αγίου Σάββα και
έδωσα τα απαραίτητα με την παράκληση να κάνουν ένα
Σαρανταλείτουργο, σαράντα Λειτουργίες, στο όνομα της μητέρας
μου. Αλλά έβαλα μόνο το όνομα της μητέρας μου με σκοπό να υψώσω
τη μητέρα μου, να τη σηκώσω λιγάκι για να είνα μαζί με τον
πατέρα μου, να χαίρονται και να συνευφραίνοντο μαζί στο κάλλος
του Παραδείσου. Πριν όμως τελειώσει το Σαρανταλείτουργο, στη
μέση περίπου, είδα στον ύπνο μου τον πατέρα μου να μου λέει με
σκυθρωπό ύφος: - Γιατί μου αφήρησες τη μερίδα μου; Σας βεβαιώ,
λέει ο μοναχός στον κ. Σωτήρχο, ότι έμεινα κόκκαλο, δεν ήξερα τι
να απαντήσω. Την άλλη μέρα παρήγγειλα να προστεθεί αμέσως και το
όνομα του πατέρα μου στο Σαρανταλείτουργο και μόλις τελείωσε
έκανα και ένα δεύτερο και για τους δυο γονείς μου μαζί και
κατόπιν τους ξαναβλέπω να είναι αναπαυμένοι και ευχαριστημένοι
χωρίς πλέον να μου παραπονούνται. Εκτοτε πέρασαν πάρα πολλά
χρόνια, περισσότερα από 20, κάνω συνέχεια μνημόσυνα υπέρ αυτών
και κάθε χρόνο από ένα Σαρανταλείτουργο για να έχουν περισσότερη
ανάπαυση εν Κυρίω.

*******************************************************

41Α Οι κεκοιμημένοι που φωνάζουν βοήθεια

Μου διηγήθηκε κάποτε ένας νεαρός Ιερεύς, 3 ετών Ιερεύς, όταν
πέθανε η μητέρα του που δεν ήθελε ο γιος της να γίνει παπάς, να
γίνει Λειτουργός του Θεού, και για το θάνατό της δεν είχε δώσει
ο παπάς μεγάλη σημασία. Εκανε αυτά που είναι απαραίτητα, τα
μικροαπαραίτητα, και τίποτε περισσότερο από αυτό. Ενα
απογευματάκι, προς το σούρουπο, περνώντας έξω από το νεκροταφείο
- ήταν σε κωμώπολη , δεν ενθυμούμαι πού - λέει: - Δεν πάω να της
ανάψω το καντηλάκι. Το άναψε λοιπόν το καντηλάκι και κάθησε σε
μια πέτρα. Δεν είχε μαζί του πετραχείλι ο Ιερεύς και έτσι δεν
της διάβασε Τρισάγιο. Σαν να ζαλίστηκε όμως λίγο. Και ξαφνικά
νόμισε ότι άρχισαν να ανοίγουν οι τάφοι, να σηκώνονται τα νεκρά
σώματα και να φωνάζουν. Ηταν πραγματική, τρομακτική και
φρικιαστική ιστορία μόνο που μου την εδιηγείτο. - Βοήθεια,
βοήθεια, Ιερείς του Υψίστου. Βοήθεια, ορθόδοξοι χριστιανοί,
βοήθεια... Λειτουργίες, προσευχές, μνημόσυνα, Τρισάγια, βοήθεια
χριστιανοί. Και σε λίγο τρομαγμένος βλέπει και τη μάνα του. -
Βοήθεια, γιε μου, του λέει, βοήθεια. Βοήθεια τώρα που είσαι
παπάς, βοήθεια για όλους, βοήθεια, βοήθεια... Και έπεσε πάνω
του σπαράζοντας από κραυγές απελπισίας. Συνήλθε τρομαγμένος.
Είχε πλέον βραδιάσει και έφυγε τρέχοντας. Τρέχοντας σχίστηκαν
και τα ράσα του. Ολη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε. Την άλλη μέρα λέει
το πρωί στην παπαδιά του: - Κοίταξε να δεις, της είπε το όνομά
της, για τρία χρόνια θα ζούμε σαν αδέλφια. Θα λειτουργώ κάθε
μέρα και τις Σαρακοστές, κάθε μέρα για τη μάνα μου, για όλους
τους νεκρούς, για όλους τους πεθαμένους, για όσους θυμάμαι, για
όσους είναι γραμμένοι εκεί και για όσους θα μου δώσουν. Εκανε
1100 Λειτουργίες συνεχώς χωρίς διακοπή, 1100 μνημόσυνα με
κόλυβα, με Τρισάγια, με ό,τι έπρεπε κάθε μέρα. Πολλές φορές τις
νύχτες έβλεπε να του λένε ευχαριστώ άλλες ψυχές γιατί ξεδίψασαν,
άλλες γιατί δροσίστηκαν, άλλες γιατί χόρτασαν, άλλες γιατί
ζεστάθηκαν μέσα στις παγωνιές. Και του έλεγαν: - Ευχαριστώ,
ζεστάθηκα, παπά μου. Κρύωνα ζεστάθηκα, ευχαριστώ. Αλλες γιατί
είδαν λίγο φως και άλλες με ψωμάκια στα χέρια. Για σκεφθείτε.
Φωνάζει η μάνα μου, ο πατέρας μου, η μάνα σου, ο πατέρας σου, ο
αδελφός σου, η γιαγιά σου, ο παππούς σου βοήθεια. Τι κάνετε; Τι
κάνω εγώ ο ταλαίπωρος παπάς;

****************************************************

41Α Ο παπα-Χαράλαμπος στην Ανω Βροντού

Το 1940 ένας ξενιτεμένος για χρόνια επέστρεφε στο χωριό του στην
Ανω Βροντού. Χαρές, γέλια, καλωσορίσματα, κεράσματα για την
επιστροφή του νοικοκύρη. Ενα από τα πρώτα πράγματα που ρώτησε
ήταν το εξής: - Τι κάνει ο παπα-Χαράλαμπος; -Α, του λένε, στην
Εκκλησία θα'ναι, στον Αγιο Δημήτρη. Η Εκκλησία του χωριού εκεί
είναι ο Αγιος Δημήτριος. - Α, λέει, πάω να πάρω την ευχή του
και ξαναγυρίζω. Πηγαίνει στην Εκκλησία από το πίσω μέρος. Ετσι
ερχόταν το σπίτι. Τα παράθυρα ήσαν ανοιχτά, ακούει ζωηρές
ομιλίες. Σκύβει λοιπόν από ένα παράθυρο και λόγω περιεργείας και
βλέπει μέσα στον Ναό. Ο παπα-Χαράλαμπος συζητούσε ζωηρά με έναν
ωραιότατο νέο, υψηλό, παράξενα ντυμένο και του έλεγε: - Α, όλα
κι όλα. Θα μου κάνεις αυτό που σου ζητώ. Δεν ξέρω τι λογαριασμό
έχεις εκεί πέρα πάνω αλλά εμένα θα μου το κάνεις αυτό, αυτό που
σου ζητώ. Αφησε το παράθυρο γεμάτος απορία και πάει από μπροστά
αλλά βρίσκει την πόρτα κλειστή. Χτυπά δυνατά, τίποτα. Ξαναχτυπά
και λέγει: - Παπα-Χαραλάμπη, ξέρω ότι είσαι μέσα. Ανοιξέ μου.
Ησυχία. Ξαναχτυπάει πάλι και του λέγει: - Την ευχή σου θέλω
μόνο, παπα-Χαραλάμπη. Είμαι ο Σιδερής. Σήμερα μόλις ήλθα από το
ταξίδι. Τίποτα, τελεία ησυχία. Σπρώχνει την πόρτα,
ξανασπρώχνει, δεν άνοιγε. Απογοητευμένος κίνησε να φύγει.
Ανεβαίνοντας το ανηφοράκι βλέπει να κατεβαίνει με την μαγγούρα
του ο παπα-Χαράλαμπος. - Βρε, βρε, καλώς τον, λέει ο
παπα-Χαράλαμπος. Αφωνος ο Σιδερής. - Ε, Σιδερή, του λέει, μη
δίνεις σημασία σε αυτά στον Αγιο Δημήτρη. Δεν πειράζει, παιδάκι
μου. Φαντασία είναι, φαντασία σου. Καλώς όρισες. Αυτά τα
διηγούντο στην Δράμα. Αλλά ερωτώ ήταν μέσα ο παπα-Χαράλαμπος;
Ηταν οπωσδήποτε. Πώς; Ο Θεός ξέρει. Ο Θεός γνωρίζει πώς μπορεί
να έχει έναν άνθρωπο και εδώ και εκεί. Με ποιον μιλούσε τόσο
άνετα σαν να ήταν φίλος του; Μάλλον με τον Αγιο του Ναού.
Πιθανόν. Αυτά είναι τα θαύματα της πίστεώς μας από τους παλαιούς
εκείνους ευλαβείς Ιερείς και που είναι τα καλύτερα κηρύγματα
γιατί είναι ζωντανά, πραγματικά αλλά για τις ημέρες μας πιστευτά
μόνον από εκείνους που πιστεύουν, μάλλον από εκείνους που θέλουν
να πιστέψουν.

**************************************************

41Α Το Αξιον Εστί Η νεκρανάσταση του γιου

Κάποτε, χριστιανοί μου, γύρω στο 1900 υπήρχε στο Αγιον Ορος ένας
περίφημος Πνευματικός, ο παπα-Γιάννης. Ηταν Γέροντας στο κελλί
Αξιον Εστί όπου κατά την παράδοση ο Αρχάγγελος Γαβριήλ με μορφή
μοναχού παρέδοσε σε έναν άλλο μοναχό και αυτός ονόματι Γαβριήλ,
τον μετέπειτα Οσιο Γαβριήλ τον Αγιορείτη, τον αγρυπνούντα μοναχό
πάνω σε μια πλάκα με το δάχτυλό του τον Θεομητερικό ύμνο Αξιον
Εστί. Να θυμηθούμε λίγο την ιστορία του Αξιον Εστί. Ο πατήρ
Γαβριήλ, ο μετέπειτα Οσιος δηλαδή, ένα βράδυ έψαλλε κάνοντας τον
Ορθρο και είχε φτάσει στην Ενάτη. Και έψαλλε: "Την τιμιωτέρα
των Χερουβείμ.." όπως τον έγραψε ο Αγιος Κοσμάς ο Μελωδός. Λίγο
πριν όμως είχε μπει ένας ξένος μοναχός και παρακολουθούσε τον
Ορθρο του πατρός Γαβριήλ σιωπηλός. Οταν έφτασε στην Ενάτη ο
πατήρ Γαβριήλ τότε παρεμβαίνει ο ξένος μοναχός και με γλυκυτάτη
ουράνια μελωδία και φωνήάρχισε να ψάλει: "Αξιον Εστί ως αληθώς
μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον
και μητέρα του Θεού ημών". Και στη συνέχεια συνάπτει και το
υπόλοιπον ήδη γνωστό κομμάτι του Αγίου Κοσμά του Μελωδού δηλαδή:
"Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των
Σεραφείμ την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν την όντως Θεοτόκον
σε μεγαλύνομεν". - Πω, πω, είπε τότε ο Πατήρ Γαβριήλ. Τι
ωραίος, τι υπέροχος, τι μεγαλοπρεπής, τι θεοπρεπής ύμνος είναι
αυτός. Κάνε, όμως, του λέει, αγάπη σε παρακαλώ να μου τον
γράψεις. - Ευχαρίστως, λέει ο ξένος. Φέρε μου χαρτί και μελάνι.
Τότε ήταν η μελάνη, ο κοντυλοφόρος. Ψάχνει, δεν βρίσκει. - Α,
λέει, δεν έχω. - Ε, τότε φέρε μου μια πλάκα απ'έξω. Πάει
λοιπόν, κουβαλάει αυτός μια μεγάλη πλάκα και τη φέρνει μέσα και
αμέσως ο ξένος άρχισε με το δάχτυλό του να χαράσσει πάνω στην
πλάκα: "Αξιον Εστί ως αληθώς", με το δάχτυλό του. Και όπως
λοιπόν εχάραζε η πλάκα χαράσετο σαν να ήταν πηλός. Δηλαδή
φαίνονταν καθαρά τα γράμματα. Και μόλις τελείωσε η χάραξις του
ύμνου ο ξένος μοναχός εξαφανίστηκε από μπροστά του αφού
προηγουμένως του παρήγγειλε ότι αυτή ήτο η επιθυμία της
Υπεραγίας Θεοτόκου έτσι να ψάλλεται ο ύμνος από τώρα και στο
εξής. Το θαύμα έγινε γνωστό και άρχισε να ψάλλεται ο ύμνος σε
όλον τον κόσμο και όλοι οι μοναχοί του Αγίου Ορους να
προσέρχονται βέβαια για να προσκυνήσουν την πλάκα που είχε
χαραχθεί από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ. Η πλάκα όμως εστάλη στον
τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως με σχετική Αγιορείτικη
συνοδεία και έγγραφα πολλά. Με τη λαίλαπα όμως των μωαμεθανών
και την καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως η πλάκα αυτή μαζί με
άλλα ιερά κειμήλια εσυλήθησαν και εχάθησαν. Αυτά μας τα λέγει η
Αγιορείτικη παράδοσις σχετικά με τον ύμνον "Αξιον Εστί" και με
την εικόνα βέβαια την οποία έχουμε και πριν 3-4 χρόνια που ήλθε
τόσο πανηγυρικά στην Αθήνα και επροσκυνείτο από όλον τον κόσμο.
Σε αυτό λοιπόν το κελλάκι ζούσε ο παπα-Γιάννης ο Πνευματικός.
Διηγείται λοιπόν αυτός ο παπα-Γιάννης που ήταν Σερραίος ότι
κάποτε ήλθε να του εξομολογηθεί ένας νέος που εργαζόταν στη
Σκήτη του Αγίου Ανδρέως, το σεράι το λεγόμενον, και ήταν
εργάτης. Και τι του είπε: Οταν ήταν μικρός πέθανε και η μητέρα
του αμέσως έτρεξε στην Εκκλησία να προσευχηθεί. Ηταν κοντά εκεί
στα περίχωρα των Σερρών. Οι γειτόνισσες πήγαν αμέσως και
εφρόντισαν, άλλαξαν το παιδί, το ετοίμασαν για τον ενταφιασμό.
Μία πρόχειρη κασούλα και τα σχετικά. Η μητέρα όλο αυτό το
διάστημα των 2, 3, 5 ωρών ήταν στον Ναό του χωριού και
επροσηύχετο θερμά στην Υπεραγία Θεοτόκο. Κατόπιν επέστρεψε στο
σπίτι της, τους έδιωξε όλους, παραξενεύτηκαν όλοι. Ηταν και χήρα
με μονάκριβο παιδί. Και όλοι έλεγαν μήπως έπαθε και τίποτα. -
Βρε αμάν, βρε ζαμάν. - Θα δείτε, λέει. Βγείτε όλοι έξω.
Βγήκανε. Αλλαξε ρούχα, ετοιμάστηκε, πήγε δίπλα στο νεκρό παιδί
της, ξάπλωσε και είπε: - Σήκω εσύ, παιδί μου, είσαι μικρός. Εγώ
θα πάρω τη θέση σου. Είναι εντολή της Παναγίας. Οταν μεγαλώσεις
θα πας να την υπηρετήσεις στο Αγιον Ορος. Το παιδί αναστήθηκε
και η μητέρα πέθανε. Οταν έγινε 20 περίπου ετών πήγε στο Αγιον
Ορος. Αυτό είναι γραμμένο στα αγιορείτικα βιβλία. Για λίγο
διάστημα εργάστηκε σαν εργάτης. Οταν όμως εξομολογήθηκε στον
παπα-Γιάννη και του είπε το τι συνέβη στην ζωή του, τι είδε και
τι άκουσε η ψυχή του όσο το σώμα του παρέμεινε νεκρό και το
φρόντιζαν οι γυναίκες του χωριού τότε ο Γέροντας, ο παπα-Γιάννης
δηλαδή, του συνέστησε μια συνοδεία πολύ μακρινή στα Κατουνάκια
και εκεί γενόμενος μοναχός εκοιμήθη οσιακώς ύστερα από λίγα
χρόνια. Ετσι μετά την κοίμηση του νέου το διηγείτο αυτό το
γεγονός της νεκραναστάσεως ο παπα-Γιάννης, όχι όμως και τι είδε
ο νεκρός. Και το διηγείτο βέβαια ελεύθερα διότι δεν εδεσμεύετο
πλέον από το μυστικό του. Τα γεγονότα αυτά έλαβαν χώρα
επαναλαμβάνω γύρω στο 1900, πριν δηλαδή 93 περίπου χρόνια. Αν
της πονεμένης και πιστεύουσας αυτής μάνας η προσευχή έφερε
τέτοιο πλούσιο και παράδοξο καρπό και αποτέλεσμα πόσο μάλλον οι
αιτήσεις μας και οι παρακλήσεις μας μέσα στη Θεία Λατρεία όταν
γίνονται εξ όλης ψυχής και εξ όλης καρδίας! Γίνονται όμως; Σας
ρωτώ γίνονται εξ όλης ψυχής και εξ όλης καρδίας; Συμμετέχουμε
στη φωνή του Ιερέως, στη φωνή των Ιεροψαλτών, στα γεγονότα που
γίνονται μέσα στη Θεία Λατρεία;

*********************************************************

41Β Πώς πίστεψε ο Γενάδιος.

Κάποτε ο Ιερός Αυγουστίνος εδιηγήθηκε το εξής γεγονός. Ζούσε
στην εποχή του Ιερού Αυγουστίνου ένας γιατρός που τον έλεγαν
Γενάδιο. Ο Γενάδιος ήταν υλιστής. Δεν πίστευε ούτε σε Θεό, ούτε
σε ψυχή, ούτε σε αθανασία, ούτε σε κόλαση, ούτε σε παράδεισο,
ούτε σε Αγγέλους, ούτε σε διαβόλους. Σε τίποτα δεν πίστευε και
καμάρωνε για αυτό όπως και πολλοί σήμερα. Μια νύχτα ενώ κοιμόταν
ο Γενάδιος είδε ένα όνειρο. Παρουσιάστηκε δίπλα στο κρεββάτι του
ένας νεαρός. Του φάνηκε τάχα πως τον ξύπνησε και του είπε: -
Ακολούθησέ με. Ο Γενάδιος βέβαια σηκώθηκε πρόθυμα και τον
ακολούθησε. Περπάτησαν ώρα πολλή μαζί μέσα σε ωραία μέρη και
έφθασαν σε μια ωραιοτάτη πόλη όπου άκουσαν μια υπέροχη μουσική
με ουράνιες μελωδίες μυρίων Αγγέλων. Ο Γενάδιος ξύπνησε ύστερα
από λίγο ήσυχα ήσυχα. Η περιπέτεια αυτή του άρεσε πολύ. Σαν
υλιστής όμως που ήταν δεν της έδωσε σημασία και είπε: - Τι
κρίμα! Ονειρο ήταν. Πάει κι έφυγε. Και το ξέχασε. Πέρασε
αρκετός καιρός και να που ξαναβλέπει λοιπόν στον ύπνο του τον
ίδιο νέο να στέκει δίπλα του και να του λέει: - Με γνωρίζεις,
Γενάδιε; - Βέβαια, λέει, σε θυμάμαι καλά, πολύ καλά. - Τι
θυμάσαι; - Θυμάμαι, λέει, που ήρθες και πήγαμε μαζί σε μια πόλη
ανεκφράστου ομορφιάς και ακούσαμε εκεί υπέροχες μελωδίες. Τι
ωραία που ήταν! - Πώς την είδες, λέει, την πόλη αυτή; Πώς την
άκουσες εκείνη την ωραία μελωδία; Ησουν ξύπνιος ή σε όνειρο; -
Σε όνειρο, λέει. - Πού ήταν το σώμα σου; - Στο κρεββάτι. - Τα
μάτια του ήσαν ανοιχτά ή κλειστά; - Κλειστά. - Με έβλεπες όμως;
- Σας έβλεπα. - Με άκουγες; - Σε άκουγα. - Πώς τότε με
έβλεπες; Με ποια μάτια και με ποια αυτιά άκουγες εμένα και την
μελωδία εκείνη; Ο γιατρός δεν ήξερε τώρα τι να απαντήσει. Τότε
εκείνος ο λαμπροφόρος νέος του είπε: - Βλέπεις; Παρ'ότι τα μάτια
σου είναι κλειστά, οι αισθήσεις σου αδρανείς και το σώμα σου
ναρκωμένο στον ύπνο και ακίνητο, εσύ ζεις και δρας και έχεις
ευχάριστες περιπέτειες. Εχεις μια ζωή ανεξάρτητη από το σώμα. Το
ίδιο συμβαίνει και με τον θάνατο. Θα βλέπεις με άλλα μάτια και
θα ακούς με άλλα αυτιά και θα ζεις χωρίς το σώμα. Πάψε να
αμφιβάλλεις ότι δήθεν δεν υπάρχει άλλη ζωή. Ο Γενάδιος ξύπνησε
απότομα και θέλησε να πει: "Ονειρο ήταν" αλλά σταμάτησε τη
φράση. Και διερωτήθηκε: - Ονειρο ήταν; Πραγματικότης ήταν;
Διδασκαλία του... του...του... Του Θεού ήταν; Δεν μπορούσε να
δώσει μια σίγουρη απάντηση. Υλιστής ήταν. Μα από τότε όμως
άρχισε σιγά σιγά να πιστεύει. Ο ίδιος ο Γενάδιος χριστιανός πια
διηγήθηκε την περιπέτειά του αυτή στον Αγιο Αυγουστίνο. Και ο
Αγιος Αυγουστίνος την έγραψε στις "Εξομολογήσεις" του. Μπορείτε
αυτή την ιστορία να την διαβάσετε εκεί. Πώς καταλαβαίνεται η
ζωή; Πώς νιώθεται η ζωή; Ζώντας τη ζωή. Οταν ζούμε ήδη έχουμε
ζωή. Η αιώνια ζωή είναι ζωή. Επομένως νιώθεται αυτή η ζωή και
καταλαβαίνεται αυτή η ζωή, συλλαμβάνεται αυτή η ζωή όταν ζούμε
την αιώνια ζωή, όταν μπορούμε απ'αυτή να έχουμε πρόγευση της
αθανασίας και της αιωνίου ζωής. Και ζούμε την αιωνιότητα,
ειδικά μέσα στη Θεία Λατρεία. "Ο τρώγων μου τη σάρκα και πίνων
μου το Αίμα έχει ζωήν αιώνιον". Ιωάννου ΣΤ'54. Και δεν τη ζούμε
μόνοι μας αλλά μαζί με όλους του πιστούς χριστιανούς ζωντανούς
και πεθαμένους ως μέλη του σώματος της Εκκλησίας του Χριστού.

******************************************

42Α Ο υπομονετικός Σέρβουλος

Σήμερα θα αρχίσουμε την ομιλία μας με ένα αληθινό περιστατικό
όπως μας το περιγράφει ο Αγιος Γρηγόριος ο Διάλογος στον
Ευεργετινό, Τόμος 1ος. Αναφέρεται δε αυτό σε κάποιο χριστιανό
ονόματι Σέρβουλο που έζησε μεταξύ του 550 και 600 μΧ. Ητο
πάμπτωχος, ζούσε με πολλές στερήσεις και υπερβολικές δυσκολίες
μέσα σε μια στοά. Από μια πολυχρόνια αρρώστεια είχε παραλύσει
ολόκληρος. Δεν μπορούσε να κινήσει ούτε τα πόδια, ούτε τα χέρια.
Η σωματική του κατάστασις, όπως καταλαβαίνετε, ήτο τραγική. Η
συμπαράστασις όμως των χριστιανών της εποχής του ήτο πολύ
μεγάλη. Να τον πλένουν, να τον καθαρίζουν από τις πληγές και τα
κόπρανα, να τον ταϊζουν, να τον αλλάζουν, να τον περιποιούνται,
να του συμπαραστέκονται με πολλούς, πάρα πολλούς τρόπους. Παρά
όμως την τραγική του κατάσταση ήτο πλούσιος στις αρετές της
αγογγύστους υπομονής, της δοξολογίας προς το Θεό, της
ευχαριστίας προς τους χριστιανούς - για ό,τι του έκαναν οι
χριστιανοί, κάθε ευκολία που του πρόσφεραν και την πλέον μικρά
ήταν με το ευχαριστώ στο στόμα - της μακροθυμίας, της αγάπης της
καλοσύνης, της πνευματικής ανδρείας και ιδιαιτέρως ήταν πλούσιος
στον λόγο του Θεού. Γιατί; Γιατί παρακαλούσε πάντοτε τους
χριστιανούς να του διαβάζουν από τα τότε που υπήρχαν χειρόγραφα
την Αγία Γραφή και να του διηγούνται τα μαρτύρια των πρώτων
χριστιανών. Ετσι και αυτός με τη σειρά του κατόπιν απηύθυνο
στους επισκέπτας του και σε αυτούς που τον περιποιούνταν λόγους
παρακλητικούς, παρηγορητικούς, ενισχυτικούς, λόγους σωτηρίας για
την ψυχή. Και έτσι αντί να τον παρηγορούν, όταν πήγαιναν οι
χριστιανοί, αναχωρούσαν όλοι τους ωφελημένοι. Μια τέτοια
περίπτωση είχαμε στη Θεσσαλονίκη με μια επίσης παράλυτη κοπέλα,
η οποία είχε κάνει περισσότερο από 20 εγχειρήσεις. Με την
πρεσβυτέρα την γνωρίσαμε. Ητο άνθρωπος της προσευχής και έτσι
είχε την περιποίηση των χριστιανών και πολλοί χριστιανοί όταν
πήγαιναν και την επισκέπτονταν δεν την παρηγορούσαν,
παρηγορούντο οι ίδιοι και έφευγαν πολύ ωφελημένοι, ενισχυμένοι
πνευματικά, και στην πίστη ενισχυμένοι. Προσηύχετετο πολύ και
κοινωνούσε τακτικά των Αχράντων Μυστηρίων. Κάποτε έφτασε ο
καιρός να ανταμοιφθεί για την ιώβειο υπομονή του στη βαριά του
αρρώστεια, στις σωματικές κακώσεις, στους πόνους, στην κακοσμία
του σώματος και των πληγών, στη θλίψη, στη φτώχεια. Κατά πρώτον
σταμάτησαν όλοι οι πόνοι και ξελάφρωσε όλο το σώμα. Κατάλαβε ότι
ήρθε η ώρα του. Παρακάλεσε τους παρευρισκομένους χριστιανούς να
γονατίσουν και να ψάλλουν ύμνους προς τον Θεόν εν αναμονή της
εξόδου της ψυχής του από το βασανισμένο του σώμα. Ξαφνικά
πλημμύρισε η φτωχή καλύβα από ουράνιους ύμνους. Ολοι μέσα
βουβάθηκαν. Ο παράλυτος σήκωσε τα παράλυτα χέρια του, έκαμε το
σημείον του Σταυρού και τα σταύρωσε στο στήθος ενώ συγχρόνως
απελευθερώνετο η ψυχή του από το σώμα. Με την έξοδο της ψυχής ο
τόπος γέμισε από παράδοξη και γλυκύτατη ευωδία. Το πρόσωπο του
Σέρβουλου έλαμψε σαν το φως. Ενας μοναχός που ήταν μάρτυρας όλων
αυτών εδιηγείτο κατόπιν στον Αγιο Γρηγόριο με δάκρυα στα μάτια
και γεμάτος συγκίνηση ότι μέχρι που ετάφη το σώμα του
ευλογημένου εκείνου χριστιανού, του Σέρβουλου, η ακατάληπτη και
ουράνια εκείνη ευωδία δεν είχε φύγει. Να, λοιπόν, αδελφοί μου,
μια μαρτυρία από τα γραπτά των Αγίων μας ότι την έξοδο της ψυχής
που αποθνήσκει έτοιμη και εν μετανοία παραλαμβάνεται από
ουράνιες Αγγελικές δυνάμεις και με σημείο φανερό την παρουσία
της ευωδίας του Παναγίου Πνεύματος.

**********************************************

42Α Η Αικατερίνη με το γάλα Η ανηψιά και το ψάρι Το ναυάγιο και
η Θεία Λειτουργία

Και θα αναφερθούμε σε κάποια παραδείγματα από το βιβλίο του
αειμνήστου Παναγόπουλου "Ινα μη αδικώμεν τους νεκρούς μας". Και
το πρώτο που λέγεται "Η Αικατερίνη και το γάλα". Μια κυρία
ονομαζομένη Αικατερίνη, που όταν εγράφη αυτό ήτο σε ζωή, και
είχε αδελφούς κεκοιμημένους εδιηγήθη στον αείμνηστο Παναγόπουλο
τα εξής: Είδε στον ύπνο του κάποιος τον αδελφό του τον Αντώνη
που έχει πεθάνει εδώ και χρόνια να κατεβαίνει χαρούμενος στο
δρόμο του χωριού μας με μια κατσαρόλα στο χέρι. Τον ρωτά: - Πού
πας Αντώνη; - Πάω να πάρω, λέει, το γάλα που μας στέλνει η
αδελφή μας η Αικατερίνη κάθε μέρα αλλά του μικρού μας αδελφού
όμως δεν του στέλνει μερίδα γάλα. Και πράγματι η ευσεβής αυτή
κυρία που κάθε Σαββατοκύριακο πήγαινε πρόσφορα για τα αδέλφια
της και τους γονείς της τους κεκοιμένους, τα δύο νήπια δεν τα
έγραφε για να μνημονευθούν με τη σκέψη ότι αυτά δεν έχουν
ανάγκη. Αυτά φύγαν αγγελούδια. Ο Θεός όμως μέσα στην άπειρη
αγάπη που διαθέτει για τα πλάσματά του εδίδαξε ότι πρέπει να
στέλνει και για αυτά μερίδα. Δηλαδή να τα γράφει στο δίπτυχο για
να τα μνημονεύει ο Ιερεύς στην Ιερά Πρόθεση. Δεύτερον. Απέθανε
κάποτε μια ανηψιά ενός κυρίου ο οποίος ονομαζόταν Κωνσταντίνος.
Το απόγευμα μετά την κηδεία ένας ψαράς του έφερε ένα μεγάλο
ψάρι. Ο θείος Κώστας λοιπόν λυπημένος όπως ήταν από το θάνατο
της ανηψιάς του δεν ήθελε να το κρατήσει το ψάρι. Λέει: - Τι να
το κάνω τώρα; Αλλά για να μην διώξει τον ψαρά, διότι τον είχε
ανάγκη για άλλες φορές, πλήρωσε το ψάρι ενώ μέσα του έλεγε: - Ας
είναι. Θα το πάρω για την ψυχή της ανηψιάς μου. Παρ'ότι δεν
πίστευε σε αυτά και γενικότερα βέβαια δεν πίστευε στην πέρα του
τάφου ζωή. Την άλλη μέρα τον συναντάει ένας δικός του άνθρωπος,
φίλος και συγγενής, και του λέει: - Μου είπε η ανηψιά σου που
ήλθε απόψε στον ύπνο μου να σου πω ότι το έλαβε το ψάρι, το πήρε
και σε ευχαριστεί. Κόκκαλο ο θείος Κώστας. Μέσα του το είπε
αυτό που είπε "Ας είναι. Θα το πάρω για την ψυχή της ανηψιάς
μου". Στο πρώτο γεγονός έχουμε την ανάγκη της μνημονεύσεως των
ονομάτων όλων ακόμα και των νηπίων και στο δεύτερο το καλό
αποτέλεσμα της ελεημοσύνης υπέρ των κεκοιμημένων. Τρίτον. Ο
Μέγας Γρηγόριος στους διαλόγους του λέγει ότι κάποτε ένα καράβι
τσακίστηκε πάνω στα βράχια λόγω μεγάλης θαλασσοταραχής και με τα
πολλά μποφώρ και τους ανέμους που υπήρχαν επίστευαν ότι μάλλον
δεν θα εσώθη κανείς. Ετσι οι άνθρωποι της πόλεως βλέποντας από
μακριά το γεγονός αυτό βέβαια λυπήθησαν και επένθησαν διότι οι
περισσότεροι από τους ναυτικούς που βρίσκονταν μέσα σε αυτό το
καράβι ήταν από την ίδια εκείνη πόλη. Ενας Ιερεύς όμως έσπευσε
αμέσως να κάνει Λειτουργία για την ψυχή του αδελφού του που ήτο
μέλος του πληρώματος, εκείνη τη στιγμή. Την άλλη μέρα λοιπόν
βλέπει τον αδελφό του ζωντανό να πηγαίνει στο σπίτι. Εξεπλάγησαν
όλοι. Και τον ρώτησαν λοιπόν πώς γλύτωσε ενώ όλοι οι άλλοι
οπωσδήποτε θα είχαν πνιγεί. Και αυτός λέγει: - Οταν χτύπησε το
πλοίο πάνω στα βράχια και έσπασε και διαλύθηκε και πέσαμε όλοι
στη θάλασσα, εγώ άρπαξα μια σανίδα και όσο μπορούσα μαζί με το
σανίδι πάλευα μέσα στα κύματα. Από πολλές ώρες και είχε νυχτώσει
κιόλας ατόνησα, κόντευα να λιγοθυμήσω και να πνιγώ. Τότε βλέπω
έναν ωραιότατο νέο να έρχεται δίπλα μου στο σανίδι μες στα
κύματα της θαλάσσης και να μου δίνει ένα ψωμί πάρα πολύ ωραίο
και να μου λέει να το φάω. Και εγώ έφαγα το ψωμί και πήρα τόση
δύναμη ώστε δεν αισθάνθηκα κανέναν κόπο, πάλεψα με τα κύματα και
βρέθηκα στην ξηρά. Να λοιπόν που η Θεία Λειτουργία εδώ έκαμε το
θαύμα της.

***************************************************

42Α Προτεστάντης πάστορας έναντι Ρώσσου Ιερέως

Κάποτε ένας προτεστάντης πάστορας βρήκε έναν Ρώσσο Ιερέα
σεβάσμιο και ευλαβή και του λέει: - Εμείς κάνουμε φιλανθρωπίες,
κάνουμε γηροκομεία, κάνουμε ορφανοτροφεία, κάνουμε αίθουσες,
κάνουμε νοσοκομεία. Οργανώνουμε συναυλίες στα στάδια με μουσική
ποπ και ροκ, πώς τα λένε αυτά, και μαζεύουμε χιλιάδες ανθρώπους,
γεμίζουν τα στάδια από νέους και από κάθε ηλικίας ανθρώπους.
Κάνουμε εκδρομές, ορειβασίες, αθλητισμό, έχουμε κατασκηνώσεις,
έχουμε εκείνο, έχουμε αυτό... Πόσα δεν είπε εκεί ότι κάνουν οι
διάφορες προτεσταντικές αιρέσεις. - Επεμβαίνουμε ακόμα και στην
πολιτική ζωή του τόπου και των εθνών μας. Είμαστε γεμάτοι από
ζωή και από δραστηριότητες. Εσείς τι κάνετε; Θα μπορούσε βέβαια
να απαντήσει και ο Ρώσσος ευλαβής Ιερεύς ότι και η Εκκλησία έχει
φιλανθρωπικές και κοινωνικές δραστηριότητες αρχίζοντας από την
Βασιλειάδα μέχρι τα πόσα έργα επιτελεί κάθε Μητρόπολις αφανώς.
Αλλά δεν απάντησε έτσι. Και με το "εσείς κάνετε" απάντησε
αλλιώς. - Εμείς τι κάνουμε; Εμείς κάνουμε Θεία Λειτουργία και η
Θεία Λατρεία γεμίζει δωρεάν τον Παράδεισο και αδειάζει την
Κόλαση. Αυτό κάνουμε εμείς, Θεία Λειτουργία.

************************************************

42Β Για τον ετοιμοθάνατο στο Μεταξά

Εχω προσωπική πικρή εμπειρία στο διαγνωστικό του Μεταξά, στην
δεκαετία 70-80, με πολλούς ετοιμοθανάτους. Μάλιστα κάποιος εξ
αυτών ήταν μεγάλος στο όνομα, με εξουσία κοσμική δύναμη και
πλούτο πολύ. Πήγαινα να τον κοινωνήσω ένα πρωί κατόπιν βέβαια
παρακλήσεως των δικών του. Παρακάλεσα τους οικείους να μας
αφήσουν μόνους. Ηταν στον τελευταίο όροφο, σε μονόκλινο δωμάτιο
πολυτελείας βέβαια. Και τους παρακάλεσα να βγουν έξω έστω και
την τελευταία στιγμή μήπως μπορέσω και προκαλέσω κάποια
εξομολόγηση και πάρω μια μικρή εξαγόρευση όσο μπορούσε βέβαια να
ομιλήσει εκείνη τη στιγμή. Μόλις λοιπόν του έκανα την πρώτη
ερώτηση: "Μήπως κάνατε αυτό;" δεν μου απάντησε αλλά άρχισε να
φωνάζει τρομαγμένος να διώξω τους μαύρους δαίμονες από το
δωμάτιο. Αρχισε να τρέμει, κιτρίνησε, μαύρισε. Τα μάτια του
γουρλωμένα από τον τρόμο. Με έπιασε από τα ράσα, άρχισε να με
τραβάει. Ευτυχώς που η Θεία Κοινωνία ήταν κλειστή. - Δεν τα
θέλω, λέει, αυτά που μου έφερες. Παρ'τα από εδώ, πάρ'τα. Σώσε με
μονάχα, σώσε με, σώσε με. Βοήθεια, βοήθεια, βοήθεια. Αρχιζε να
στριφογυρίζει στο κρεββάτι. Τρόμος, φόβος. Ο πανικός ήταν
διάχυτος. Εκλεινε το πρόσωπό του, φαινόταν φαίνεται. Ποιος ξέρει
τι έβλεπε! Εκανα συνέχεια προσευχή. Μου είχε σηκωθεί και εμένα η
τρίχα. Φοβερό πράγμα. Προσπαθούσα να τον καθησυχάσω εις μάτην.
Κι ενώ με τραβούσε από τα ράσα άρχισε να ζητά προθεσμία ζωής.
Αυτό ήταν το πλέον τραγικό. Τα βρήκα σε αυτές τις σημειώσεις
που έχω κρατήσει. - Αφήστε με να ζήσω μια ημέρα, μια ώρα, μια
ώρα. Γιατί ζητούσε μια ώρα ζωή; Γιατί; - Για να χορτάσω τη ζωή.
Μια ώρα για να τη χορτάσω. Να τη χορτάσω, να τη χορτάσω, να τη
χορτάσω... Και ύστερα κοίταξε τα χέρια του και φώναξε: - Μια
ώρα, μια ώρα. Φοβερό, τι να σας πω. Από τις φωνές έτρεξαν οι
δικοί του, τρέξαν και οι γιατροί, τραβήχτηκα σε μια άκρη κι
έκανα όση προσευχή μπορούσα ο φουκαράς. Εκείνος εξακολούθησε να
φωνάζει συνέχεια. Σιγά σιγά λιγόστευε η φωνή του, λιγόστευε η
φωνή του. - Βοήθεια, βοήθεια, μια ώρα να τη χορτάσω, να τη
χορτάσω... Και σε λίγο άρχισε ο ρόγχος. Ούτε να τον κοινωνήσω
δεν πρόλαβα. Δεν πρόλαβα να τον κοινωνήσω. Σε δυο ώρες πέθανε.
Είδατε; Δεν ζήτησε μια ώρα ζωής για μετάνοια. Και είπε: "Παρ'τα
αυτά από εδώ". Αλλά για να χορτάσει τη ζωή. Αν τη ζητούσε για
μετάνοια πιστεύω, είμαι βέβαιος μέσα μου από την καρδιά μου πως
ο φιλάνθρωπος Θεός θα του την έδινε αυτή τη μια μέρα ζωής που
ζητούσε. Αλλά για μετάνοια, για να πει τις πέντε λέξεις αυτές
που έπρεπε να πει, να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και να
φύγει. Για μέρες αυτό δεν μπορούσε να μου φύγει από το μυαλό
αυτή η τραγική εικόνα. Συνεχώς τον εμνημόνευα. Θυμάμαι εκεί
στον Αγιο Βασίλειο και έλεγα και στους Πατέρες να κάνουν το
ίδιο. Ολοι μας ως χριστιανοί πρέπει να μάθουμε, να διδαχθούμε,
να φοβηθούμε επί τέλους και να διορθωθούμε. Μας περιμένει ο
θάνατος. Πριν να είναι πολύ αργά να μάθουμε. Οχι να μάθουμε αφού
πεθάνουμε. Τότε δεν θα μάθουμε. "Νυν καιρός ευπρόσδεκτος, νυν
ημέρα σωτηρίας". Η μετάνοια καλλιεργείται από τώρα και κάθε μέρα
και κάθε στιγμή. Πρέπει να ταυτίζεται με την αναπνοή μας. Αν
μας διακρίνει δηλαδή η αναβολή και η χλιαρότης, τότε την ώρα και
τη στιγμή του θανάτου μπορεί να μην μπορέσουμε να μετανοήσουμε
γιατί υπάρχει και ο ξαφνικός θάνατος. Υπάρχουν και τα
αυτοκινιτιστικά ατυχήματα. Καθόλου απίθανο να μην έχουμε ούτε τη
θέληση ούτε και τη διάθεση για να μετανοήσουμε.

*******************************************************

42Β Για τον παππούλη με τον ιδρώτα αγωνίας

Θα αναφερθούμε σε ένα γεγονός που μου ανέφερε ένας εγγονός ενός
Ιερέως περίπου το 1975. Ηλθε κάποιος κύριος να εξομολογηθεί ο
οποίος ήτο περίπου 40 ετών και κάτι. Ητο εγγονός Ιερέως. Οταν,
λέει, ήμουν 5-6 χρονών περίπου σε κάποιο χωριό της Μακεδονίας ο
παππούς μου που ήτο Ιερεύς πέθανε. Τον κήδεψαν κανονικά και την
τρίτη ημέρα έπρεπε να διαβαστούν τα κόλυβα πάνω στον τάφο.
Ξεκίνησαν όλοι από το σπίτι. Ο Ιερεύς ήτο πολύτεκνος, είχε πολλά
παιδιά 7-9, δεν θυμάμαι τώρα πέρασαν τα χρόνια όπως βλέπετε, και
πήγαν όλοι μαζί στο νεκροταφείο. Εμειναν εκεί δυο άλλοι
συγγενείς να ετοιμάσουν καφέδες και κεράσματα όταν θα γύριζαν να
προσφέρουν στους συγγενείς και έμεινε και τούτος εδώ ο μικρός, ο
οποίος ήτο εκεί σε αυτήν την ηλικία περίπου των 5 ετών. Ξαφνικά
λοιπόν χτύπησε η πόρτα, η κάτω πόρτα. Τα σπίτια ήταν διώροφα με
πατώματα ξύλινα κτλ. Και του λέει εκεί μια θεία: - Κατέβα,
αγοράκι μου, να ανοίξεις την πόρτα να δεις ποιος είναι, ποιος
χτυπάει κάτω. Λοιπόν κατεβαίνει ο μικρός και ανοίγοντας την
πόρτα ποιον βλέπει; Τον παπά. Τον παππού του βλέπει ολοζώντανον.
- Α, λέει, παππού. Εξω η μέρα ηλιόλουστη, απόγευμα. Ούτε
συννεφάκι δεν είχε. - Μπα, παππού. Πώς βρέθηκες εδώ; Καλά εσύ
δεν πέθανες; λέει ο μικρός με όλη την αφέλεια που είχε την
παιδική τότε για εκείνη την εποχή. - Καλά, λέει, και πώς έγινες
μούσκεμα έτσι; Από πάνω από το καλλιμαύκι μέχρι κάτω σαν να είχε
βγει από το νερό, τόσο μούσκεμα ήταν. Αφού στάζαν τα νερά και
τρέχαν και πέφταν κάτω στο πάτωμα. - Πω, πω, πω, πώς έγινες
μούσκεμα; Καλά έξω δεν βρέχει, εσύ πώς έγινες μούσκεμα; - Ακουσε
εδώ, λέει, να δεις, αγοράκι μου. Αυτά δεν είναι νερά από βροχή,
αγοράκι μου. Αυτά είναι ιδρώτας αγωνίας. Ιδρώτας αγωνίας. Είναι
τώρα μόλις τρεις ημέρες που περνούσα να πεις στους θείους και
στις θείες, στον μπαμπά και στη μαμά και σε όλους τους άλλους
και στη γιαγιά ότι τρεις ημέρες περνούσα τελώνια. Από την αγωνία
μου είναι αυτά. Από την αγωνία μου. Τώρα λυτρώθηκα. Τώρα
γλύτωσα. Τώρα, αγοράκι μου, σώθηκα. Και όταν θα γυρίσουν θα τους
πεις να σκύψουν και να γλύψουν τα νερά αυτά εδώ που έμειναν
κάτω, αυτόν τον ιδρώτα όλοι τους για να πειστούν ότι ήλθα, ότι
σου μίλησα. Και ανοίγοντας την πόρτα την ξανάκλεισε και έφυγε
και εξαφανίστηκε. Ξανανοίγει ο μικρός την πόρτα να κοιτάξει πού
είναι ο παππούς, πού πήγε. Δεν υπήρχε. Ερχονται οι δικοί του
και πράγματι λοιπόν υπήρχε μία λίμνη από νερά κάτω, όπως έτρεχαν
από τα ράσα του, από τα γένεια του, από παντού, από τα ενδύματά
του, ό,τι του είχαν βάλει. Μου φαίνεται και το πετραχείλι του,
γιατί ήταν μαζί με πετραχείλι. Ετσι θάβομε τους Ιερείς μαζί με
το πετραχείλι και το Ευαγγέλιο. Ηρθαν οι δικοί του, τα
διηγήθηκε ο μικρός, δεν τον πίστεψαν αλλά όλοι όμως έσκυψαν και
έγλειψαν τα νερά. Ηταν αλμυρά γιατί και ο ιδρώτας είναι αλμυρός.
Λοιπόν, τέκνα εν Κυρίω, προσευχή, πολλή προσευχή και για μας και
για τους κεκοιμημένους. Και προσευχή για μένα. Μνημονεύσεις στη
Θεία Λειτουργία, ελεημοσύνες. Οταν μπορούμε σαρανταλείτουργο στο
Αγιον Ορος, Τρισάγια, μνημόσυνα, νηστείες, αγρυπνίες, στρωτές
μετάνοιες όταν μπορείτε και έχετε υγεία, κομποσχοίνια,
προσευχές. Είναι όσο είναι καιρός. Αύριο μπορεί να είναι αργά.
Σήμερα είναι η μέρα της σωτηρίας. Σήμερα είναι η ευκαιρία να
προσευχηθούμε και για μας, και για τους άλλους και για τους
νεκρούς και λίγο για τον Πνευματικό σας που τόσο ανάξια
προσφέρει αυτό που προσφέρει.

***********************************************************

43Α Το ψυχορράγημα του πλουσίου

Κάποτε ένας Γέροντας ασκητής έφυγε από την έρημο και κατέβηκε
στην πόλη για να πουλήσει τα εργόχειρά του. Κατά σύμπτωση κάθησε
- συμπτώσεις δεν υπάρχουν, πάντοτε υπάρχει το έργο της Θείας
Πρόνοιας - κάθησε στην πόρτα ενός πλουσίου, ο οποίος
ψυχορραγούσε. Καθώς λοιπόν εκάθετο, κοίταξε με προσοχή και
βλέπει μερικούς τρομερούς αιθίοπες οι οποίοι προκαλούσαν φόβο
μόνο που τους έβλεπε κανείς, διότι επέβαιναν πάνω σε μαύρα άλογα
και κρατούσαν στα χέρια τους φλογισμένα τύμπανα. Αυτά λοιπόν τα
κατάμαυρα τέρατα έφθασαν με τα μαύρα άλογά τους έξω από την
πόρτα του σπιτιού του πλουσίου, της βίλας όπως θα λέγαμε σήμερα.
Αφησαν εκεί και οι ίδιοι μπήκαν μέσα στο σπίτι. Μόλις τους είδε
ο άρρωστος που ψυχορραγούσε άρχιζε να κραυγάζει απεγνωσμένα: -
Βοήθεια, σώστε με. Τρέξτε, βοήθεια, βοήθεια... Τότε του λένε
αυτοί: - Τώρα που βασίλεψε ο ήλιος και βράδιασε θυμήθηκες για να
φωνάξεις βοήθεια, για σωτηρία πνευματική; Γιατί όταν έλαμπε ο
ήλιος και ήταν ημέρα δεν έτρεξες προς τον Θεόν για να σε σώσει;
Εμείς όταν σε σπρώχναμε στην αμαρτία, εσύ γιατί δεν
αντιστάθηκες; Γιατί δεν έπεσες στα γόνατα; για μετάνοια ασφαλώς.
Τώρα δεν υπάρχει για σένα καμμιά ελπίδα σωτηρίας ούτε και
παρηγοριά. Και αποσπώντας βιαίως την ψυχή του, την άρπαξαν και
έφυγαν. Αυτά τα είδε ο Γέρων ασκητής.

**************************************************

43Α Αυτός που ομολόγησε το πάθος του δημόσια

Στη διετία 1976-1978 μια Κυριακή της Μεγάλης Σαρακοστής, την
πέμπτη Κυριακή αν δε με απατά η μνήμη μου είχα κάνει ένα κήρυγμα
στον Αγιο Βασίλειο Πειραιώς εξ αφορμής της Μαρίας της Αιγυπτίας
περί μετανοίας. Αναφέρθηκα στις διάφορες κατηγορίες των
μετανοούντων, θα μιλήσουμε κατόπιν, και στη δημόσια εξομολόγηση
που γινόταν τα πρώτα χρόνια στην ιστορία της Εκκλησίας μας μέσα
στις κατακόμβες και στους τότε βέβαια Ιερούς Ναούς που
χρησιμοποιούσαν. Ενας χριστιανός γύρω στην ηλικία των 60 ετών
είχε ένα μεγάλο πάθος από το οποίον και στην ηλικία αυτή δεν
μπορούσε να απαλλαγεί και έτσι εστερείτο των Αχράντων Μυστηρίων.
Την επομένη Κυριακή ήταν των Βαϊων και είχαμε Αρχιερατική Θεία
Λειτουργία. Οταν συν Θεώ φτάσαμε στο τέλος και σταθήκαμε όλοι
μας στην Ωραία Πύλη για να γίνει η Απόλυσις και του Διακόνου
λέγοντος "Του Κυρίου δεηθώμεν" και του Μητροπολίτη να αρχίζει
την Απόλυση με το "Ευλογία Κυρίου και έλεος έλθει αυτού εφ'ημάς"
πάνω από τον δεσποτικό θρόνο ακούσαμε μια δυνατή φωνή ενός
χριστιανού. Ηταν ο χριστιανός που σας είπα με το μεγάλο πάθος.
Ανέβηκε λοιπόν στον δεσποτικό θρόνο και φώναξε δυνατά δυο φορές
- Είμαι τέτοιος, είμαι τέτοιος. Και είπε το πάθος του. Δεν
μπορώ λόγω αυτής της θέσεως αυτή τη στιγμή να σας πω τι φώναξε.
Μπροστά σε δύο χιλιάδες χριστιανούς ομολόγησε το πάθος του.
Ολοι μείναμε κατάπληκτοι. Ο Δεσπότης όμως δεν τά'χασε, συνέχισε
και τελείωσε την Απόλυση. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα αυτής της
ομολογίας για τον χριστιανό; Οπως μου έλεγε κατόπιν, έφυγε από
τα μέλη του σώματός του ένας βράχος και απαλλάχτηκε από το πάθος
του μια για πάντα. Δεν σας το συνιστώ βέβαια να το κάνετε και
εσείς. Μη μου ανέβει κανένας στο Δεσποτικό Θρόνο καμμιά φορά και
μου πει "είμαι τέτοιος και είμαι τέτοια", έτσι; Εκείνο όμως το
οποίο επιμένω να κάνετε είναι όταν εξομολογείστε να ομολογείτε
με ακρίβεια και ειλικρίνεια τα αμαρτήματά σας. Και εγώ το ίδιο
πρέπει να κάνω.

************************************************

43Α Ο Επίσκοπος Νικηφόρος και η αρχόντισσα Μαρκεζίνη

Ο Επίσκοπος Νικηφόρος, δεν θυμούμαι πότε, στο Ναό της Παναγίας
των Βλαχερνών, μόλις είδε να εισέρχεται στον κυρίως Ναό για να
εκκλησιαστεί η περίφημη αρχόντισσα Μαρκεζίνη, ερωμένη του τότε
αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως, την έδιωξε ο Νικηφόρος
αμέσως από το Ναό. Ζήτησε να αποκαταστήσει την αμαρτία της
μοιχείας με έμπρακτη μετάνοια και να πάρει τον κανόνα της. Μέχρι
δε λήξεως του κανόνος της θα παρέμενε στον Νάρθηκα όπως όλοι οι
μετανοούντες μαζί με τους κατηχουμένους. Ολα αυτά ελέχθησαν τόσο
δυνατά ώστε τα άκουσαν όλοι οι εκκλησιαζόμενοι. Ο δε ιστορικός
Ευσέβιος τα έγραψε και τα κατέγραψε στα ιστορικά του χειρόγραφα.

******************************************

43A Ο Οσιος Παύλος ο απλούς και ο μοναχός που μετανόησε

Ο Οσιος Παύλος ο απλούς πήγε κάποτε επισκέπτης σε ένα μοναστήρι.
Ηταν Κυριακή. Οι καλόγεροι μαζεύονταν στην Εκκλησία να
λειτουργηθούν. Ο Οσιος Παύλος ο απλούς στάθηκε σε μια γωνιά και
από εκεί παρατηρούσε χωρίς να φαίνεται τους αδελφούς που
έμπαιναν στην Εκκλησία ένας ένας. Είχε χάρισμα από τον Θεό να
βλέπει μέσα στις ψυχές των ανθρώπων, των ψυχών. Οι περισσότεροι
αδελφοί είχανχαρούμενο πρόσωπο που έδειχνε αμέσως και την
εσωτερική τους διάθεση. Ο καθένας είχε πλάι του το φύλακα Αγγελό
του που ακτινοβολούσε και εκείνος από χαρά. Ολα αυτά έδειχναν
αγιότητα, πρόοδο στην αρετή. Ο αββάς Παύλος όταν τα έβλεπε όλα
αυτά ευχαριστούσε τον Θεό από την καρδιά του. Καθυστερημένος
λοιπόν έφτασε στο τέλος και ένας άλλος καλόγερος. Αυτός ήταν
διαφορετικός από τους άλλους. Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό,
άγριο, ήταν ταραγμένος. Τον ακολουθούσαν πολλοί δαίμονες που
προσπαθούσαν ο καθένας χωριστά να τον τραβήξει προς το μέρος
του. Ολοι του βομβάρδιζαν τα αυτιά, το νου, την καρδιά. Εκείνος
ο δυστυχισμένος φαινόταν σαν χαμένος. Ο Αγγελός του ακολουθούσε
από πίσω περίλυπος με κατεβασμένο το κεφαλάκι. Κάτι τον εμπόδιζε
να πλησιάσει. Ο Οσιος έβγαλε βαθύ στεναγμό. Εκλαψε με συμπόνοια
για τη βασανισμένη ψυχή του αδελφού και άρχισε να κάνει
κομποσχοίνι για αυτόν. Η Θεία Λειτουργία τελείωσε. Οι καλόγεροι
με τη σειρά άρχισαν να βγαίνουν. Ο Οσιος πάλι έβλεπε. Τώρα
έδειχναν πιο λαμπροί, οι Αγγελοί τους φωτεινότεροι. Ο αββάς
Παύλος δεν κινήθηκε καθόλου από τη θέση του. Περίμενε να δει και
εκείνον τον άλλο που τόσο είχε προσευχηθεί για αυτόν σε ολόκληρη
τη Θεία Λειτουργία. Δεν άργησε να φανεί και εκείνος αλλά τι
αλλαγή! Η όψις του ακτινοβολούσε, τα πονηρά πνεύματα είχαν
εξαφανιστεί, ο φύλακας Αγγελος τον σκέπαζε με τις φτερούγες του.
Πόσο ευχαριστημένος έδειχνε τώρα! Πόσο ήτο λαμπερός! - Δόξα Σοι
ο Θεός, ξέφυγε χωρίς να το θέλει από τα χείλη του Οσίου. Οι
αδελφοί γύρισαν και κοίταξαν με απορία. Εκείνος τότε τους
φανέρωσε τι είχε δει εκείνο το πρωινό στην Εκκλησία. Υστερα
ανάγκασε τον αδελφό να πει με τι διαθέσεις πήγε στη Λειτουργία
και πώς έφευγε. Εκείνος βέβαια δεν δίστασε να κάνει δημόσια
εξομολόγηση και να πει τα εξής: - Μέχρι σήμερα περνούσα με
αμέλεια τις ημέρες μου. Τα πάθη μου είχαν φουντώσει, οι λογισμοί
οργίαζαν μέσα στην καρδιά μου. Ο νους μου είχε σκοτισθεί. Σήμερα
όμως με ελέησε ο Θεός. Ακουσα μια προτροπή στην ανάγνωση από τον
Προφήτη. "Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε, αφέλετε τας πονηρίας
από των ψυχών υμών, παύσασθε από των κακιών υμών, μάθετε το
καλόν ποιείν. Και εαν ώσιν αι αμαρτίαι υμών ως φοινικούν -
κατακόκκινες οι αμαρτίες από τις φονικές διαθέσεις και πράξεις
γι'αυτό λέει φοινικούν- τότε ως χιόνα λευκανώ". Ησαίας 1ο
Κεφάλαιο. Αυτή την προφητεία την διαβάσαμε Καθαρά Δευτέρα το
πρωί. Η καρδιά μου συνετρίβη, συνέχισε ο μοναχός. Τα μάτια μου
γέμισαν δάκρυα, έπεσα στα γόνατα και ζήτησα το έλεος του Θεού
όπως ο άσωτος: " Πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου",
όπως ο ληστής: "Μνήσθητι μου Κύριε εν τη βασιλεία σου", όπως ο
τελώνης: "Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ", όπως ο λεπρός:
"Ιησού επιστάτα ελέησόν με" ή όπως ο τυφλός: "Ιησού, υιέ Δαυείδ,
ελέησόν με". Σηκώθηκα ξαλαφρωμένος, πήρα την απόφαση να μην
ξαναμαρτήσω. Ο Οσιος Παύλος και οι μοναχοί θαύμασαν σε αυτήν
την εξομολόγηση και είπαν: - Πράγματι ανυπολόγιστη η αξία της
μετανοίας, της αποφάσεως του ανθρώπου να μην ξαναμαρτήσει.

***************************************************

43Α Ο Επίσκοπος μου βρήκε μόνον ένα χριστιανό και άφησε μόνον
έναν ειδωλολάτρη.

Είχα διαβάσει στο βίο ενός Αγίου, δεν το θυμάμαι το όνομά του
αυτή τη στιγμή. Οταν πήγε σε μια πόλη ειδωλολατρική υπήρχε
μόνον ένας χριστιανός. Αυτός άλλωστε τον είχε και καλέσει. Η
πόλις ήταν μεγάλη και πολυάριθμος. Σε λιγότερο από 10 χρόνια
ύστερα από μια βαριά αρρώστεια ο Επίσκοπος αυτό πέθανε. Λίγο
πριν πεθάνει οσίως ακούστηκε να δοξάζει και να ευχαριστεί το Θεό
λέγοντας: - Σε ευχαριστώ, Χριστέ μου, ερχόμενος εδώ βρήκα μόνον
έναν χριστιανό. Φεύγοντας τώρα για να έρθω κοντά σου αφήνω πίσω
μου μόνον ένα ειδωλολάτρη. Ολοι μαζί οι υπεύθυνοι, οι ποιμένες
της Εκκλησίας και εσείς σαν υπεύθυνοι οικογενειάρχες στα σπίτια
σας θα σταθούμε μπροστά σε αυτόν τον Επίσκοπο και θα μας κρίνει
όλους.

*****************************************************

43B Ο Πατήρ Αγάπιος της Διονυσίου

Στη μονή του Αγίου Διονυσίου του Αγίου Ορους ζούσε ο Πατήρ
Αγάπιος ο μοναχός. Οταν ήτο στον κόσμο και εδώ στην Ελλάδα και
στη Γαλλία που έζησε ένα διάστημα ζούσε έκλυτη ζωή γεμάτη
ασωτία. Ηταν οικοδόμος στο επάγγελμα. Η ιστορία είναι αληθινή
και το ονόματα αληθινά. Προσέξτε να δείτε πώς κατηχήθηκε στην
πίστη του Χριστού την αγία. Οχι ότι δεν ήτο χριστιανός αλλά
είπαμε όλοι μας έχουμε ανάγκη νέας κατηχήσεως και
επανευαγγελισμού. Μια νύχτα λοιπόν στον ύπνο του του
παρουσιάζεται ένας νεαρός τσομπάνης και του λέγει: - Είμαι ο
Δημήτρης από το χωριό σου. Με θυμάσαι; Μέσα στον ύπνο του δεν
απάντησε αυτός. - Και πρόσεχε να μην ξαναμαρτήσεις κι εγώ θα σε
προστατεύω. Ξύπνησε αυτός και λέει: - Μα ποιον Δημήτρη είχαμε
τσομπάνο στο χωριό; Δημήτρης; Δεν μπορούσε να το βρεί. Την άλλη
μέρα όμως πάει στη δουλειά του και πέφτει από μια σκαλωσιά εφτά
ορόφων και σώζεται χωρίς αμυχή, χωρίς γραντζουνιά. Ολοι λοιπόν
του λέγανε εκεί και οι Γάλλοι και οι Ελληνες: - Αγιο έχεις για
να σωθείς από τόσο ύψος. Ενθυμούμενος το όνειρο με τον Δημήτριο
λέει: - Α, πρέπει να ήταν ο Αγιος Δημήτριος γιατί στο χωριό μας
το εκκλησάκι μας τιμάται προς τιμήν του Αγίου Δημητρίου. Αυτός
λοιπόν πρέπει να είναι ο προστάτης μου. Από τότε άρχισε πιο
προσεχτική ζωή χωρίς αμαρτίες και κάθε Κυριακή στην Εκκλησία.
Από έναν Ελληνα εκεί ράφτη έμαθε μερικά πράγματα από
προσευχούλες και έκανε. Ενα πρωί λοιπόν που έκανε προσευχή
να'σου και ο ίδιος ο νέος ο τσομπανάκος μπροστά του. - Τι
προσευχή, του λέει, κάνεις τώρα. - Να, Αγιος ο Θεός λέω,
Παναγία Τριάς, Πάτερ ημών... Του είπε εκεί πέρα. - Α, πολύ
καλά, του λέει. Αλλά θέλω να μάθεις και "Τον Σταυρό μου χαράξας
Μωσής". Είναι η πρώτη καταβασία του Τιμίου Σταυρού. - Μα,
Κύριε, του λέω, αυτό δεν το ξέρω. Πού να το μάθω; Τα διηγείται ο
ίδιος. Παρ'όλο που ήταν πολύ νέος τσομπανάκος τον είπε Κύριο. -
Ακουσέ με, του λέει, και μάθε το. Και άρχισε λοιπόν να το
ψέλνει ο τσομπανάκος: "Τον Σταυρόν μου χαράξας Μωσής" με πολύ
γλυκειά φωνή και πολύ μελωδία. Λέει ο ίδιος: - Εμεινα άφωνος
γεμάτος δέος και θαυμασμό. Τον κοίταζα με ανοιχτό το στόμα.
Πρόβαλα όμως αντιρρήσεις, λέει, επειδή εγώ είμαι αμαθής και
αγράμματος. - Ε, λέει, πώς θα το μάθω εγώ αυτό; Δεν μπορώ. -
Θα στο ξαναπώ. Πάλι αντιρρήσεις ο κυρ Αντώνης. Το κοσμικό του
όνομα ήταν Αντώνης. - Τότε, λέει, θα πας στο ράφτη στο φίλο σου
στον Γιώργο που ψάλλει στην Εκκλησία και αυτός θα σου το μάθει.
Και γίνεται άφαντος από μπροστά του. Σκεφτικός λοιπόν ο τότε
Αντώνιος πήγε βρήκε το φίλο του το ράφτη και του φανέρωσε την
οπτασία και την εντολήν του Αγίου. Ηταν βέβαιος τώρα μέσα του
ότι ήταν ο Αγιος Δημήτριος. Σαν άκουσε βέβαια αυτά ο φίλος του ο
ράφτης εξεπλάγην. Επειδή είχε όμως εκείνην την ώρα εργασία στο
ραφείο του είπε να' ρθεί το απόγευμα. Και ήρθε πράγματι ο
Αντώνιος το απόγευμα, του το έψαλε πολλές φορές, το έγραψε επάνω
και σε χαρτί κτλ. για να το μάθει. Τότε για μια στιγμή
φωτίστηκε ο ψάλτης και του λέει: - Κυρ Αντώνη,- γιατί τον λέει
κυρ Αντώνη τώρα; διότι ο Αντώνης ήταν τότε ηλικίας 50 ετών -.
Παράτησε τα, φίλε μου, όλα. Ο Θεός σε προορίζει για άλλη ζωή.
Μάζεψέ τα και φύγε τώρα. Και πάνε ή στα Ιεροσόλυμα ή στο Αγιον
Ορος. Αυτά λοιπόν τα διηγείτο στον Πατέρα Λάζαρο τον Διονυσιάτη
το 1954 όταν αρρώστησε ο Πατήρ Αγάπιος και τον διακονούσε στην
ασθένειά του. - Από τότε κι εγώ, Πάτερ Λάζαρε, άρχισα να
σκέπτομαι να παρατήσω τον κόσμο και την αμαρτωλή ζωή που έκανα
και που περνούσα με τις γυναίκες, με τα μεθύσια κτλ. κτλ. Ολα
αυτά επί λέξει. Οπως τα ξέρεις, να μην στα πολυλογώ τα ξεπούλησα
όλα και ήρθα εδώ στο Αγιον Ορος. - Α, εύγε σου, του λέει ο
Πατήρ Λάζαρος, είσαι αξιέπαινος. Εδωκες μια μεγάλη πληγή στο
διάβολο σε τέτοια ηλικία που γλύτωσες από τις μαγγανείες του.
Διότι επαναλαμβάνω ήταν τότε ηλικίας 50 ετών που εγκατέλειψε τον
κόσμο και πήγε στο Αγιον Ορος. Ο Θεός δεν έχει χρόνους και
καιρούς. Τον άνθρωπο στην πιο κατάλληλη στιγμή τον καλεί στον
δρόμο της σωτηρίας. Διαλέγει πολλούς τρόπους για να φέρει τον
κάθε άνθρωπο κοντά του. Αυτό που κάνει σήμερα η Εκκλησία με το
κήρυγμα, με την ποικιλλότροπη ιεραποστολική δράση, με την
κατήχηση, με την έκδοση την πληθωρική των Πατερικών βιβλίων,
διαμέσου των εκκλησιαστικών ραδιοφωνικών σταθμών κτλ. Στον
Πατέρα Αγάπιο, τον πρώην Αντώνιο, το έκανε ο ίδιος ο Θεός διά
του Αγίου Δημητρίου. Ετσι τον κάλεσε και έτσι τον κατήχησε. Και
όλοι εμείς εδώ μέσα είμεθα κατηχούμενοι και επανευαγγελιζόμενοι
στον λόγον της σωτηρίας. Μη στρέψουμε λοιπόν την πλάτη μας στην
κλήση του Θεού και ας την εκμεταλλευτούμε όσο μπορούμε καλύτερα
με την χάρη και την βοήθεια του Αγίου Θεού και μέσα από τα
Πανάγια Μυστήρια.

***********************************************

Απομαγνητοφώνηση της συζήτησης με τον πατέρα Εφραίμ τον
Κατουνακιώτη.

Αυτή η ευχή λέγεται κατά διαφόρους τρόπους κατά την κατάσταση
του προσευχομένου. Ευρισκόμενος εγώ σε μια κατάσταση χάριτος
είδα τα δάκρυά μου επήγαιναν ποτάμι και έτσι πήγα να εξετάσω τι
δάκρυα είναι αυτά. Τα δάκρυα τα έχω δοκιμάσει αλλά αυτά είναι
άλλα δάκρυα και ακούω μια φωνή και μου λέγει

**************************************

44Α Ο μάρτυρας που ήταν δεμένος από το επιτίμιο του Γέροντά του

Στις 15 του μηνός Οκτωβρίου αναφέρεται μέσα στον Συναξαριστή μια
διήγησις πολύ ωφέλιμη η οποία μάλιστα μας αφορά μια και ο λόγος
μας την περασμένη Πέμπτη ήταν για τους κατηχουμένους. Την ημέρα
του Αγίου Στεφάνου την ανέφερε ο Πατήρ Δημήτριος εδώ
περιληπτικά.

Το Μηνιαίον γράφει: Την 15η του αυτού μηνός Οκτωβρίου μνήμη της
αθλήσεως μοναχού τινός μάρτυρος και ωφέλιμος διήγησις περί
αυτού. Η διήγησις αυτή εγράφη τον 12ο αιώνα από τον Μαυρίκιο,
Διάκονο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Κάποιος μοναχός ζούσε
σε μια σκήτη της Αιγύπτου που ήτο για αρκετά χρόνια ο μοναχός
αυτός υποτακτικός ενός Γέροντος. Από το φθόνο του διαβόλου και
υποχωρώντας στις δαιμονικές προσβολές αθέτησε την υπακοή του και
παρατώντας τον Γέροντά του κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια για να
γίνει Ιεραπόστολος. Ο Γέροντάς του βέβαια τον προειδοποίησε ότι
θα έχει βαρύ επιτίμιο και κανόνα αν φύγει από την υπακοή. Αυτός
τίποτα. Εκανε το θέλημά του και κατέβηκε στην πόλη της
Αλεξανδρείας. Βρισκόμαστε στις τελευταίες περιόδους διωγμών των
χριστιανών. Εκεί στην πόλη τον πιάνει ο ειδωλολάτρης άρχοντας
διότι είχε το διακριτικό γνώρισμα του ενδύματος του μοναχού. Τον
συλλαμβάνει λοιπόν και τον πιέζει να αρνηθεί και το Σχήμα του
και τον Χριστόν. Εκείνος παίρνοντας θάρρος επιμένει στην πίστη
του. Του αφαιρούν το μοναχικό Σχήμα και τον μαστιγώνουν σκληρά.
Εκείνος μένει στην πίστη του. Οπότε ύστερα και από άλλα αρκετά
βασανιστήρια αποφασίζουν και τον αποκεφαλίζουν. Ετσι και έγινε.
Αρπαξαν το μοναχό οι παριστάμενοι ειδωλολάτρες, του έκοψαν το
κεφάλι και πέταξαν το σώμα του έξω από την πόλη για να το φάνε
τα σκυλιά. Ευσεβείς όμως χριστιανοί οι οποίοι παρευρίσκοντας στο
μαρτύριο πήγαν τη νύχτα κρυφά και το σήκωσαν, το άλειψαν με μύρα
όπως έπρεπε σε έναν τιμημένο μάρτυρα, το τύλιξαν με σεντόνι
καθαρό και το έβαλαν μέσα σε μία λάρνακα. Υστερα το τοποθέτησαν
στο Αγιο Βήμα ενός Ναού της πολιτείας της Αλεξάνδρειας για να
τιμάται σα μαρτυρικό λείψανο. Κάθε φορά όμως που γινόταν Θεία
Λειτουργεία, μετά, όταν ήρθε η πρώτη Κυριακή, και ο Διάκονος
εκφωνούσε: "Οσοι κατηχούμενοι προέλθετε, οι κατηχούμενοι
προέλθετε, μη τις των κατηχουμένων", η λάρνακα, το λείψανο αυτό
σηκωνόταν στον αέρα και από το Ιερό έβγαινε πάνω από τα κεφάλια
των χριστιανών και πήγαινε στον Νάρθηκα και παρέμενε εκεί μέχρι
την Απόλυση. Οταν ο Ιερεύς έλεγε: "Δι'ευχών των Αγίων
Πατέρων..." ξανά πάλι μόνο του γύριζε και ξαναεπέστρεφε στον
τόπο του, δηλαδή μέσα στο Αγιον Βήμα. Ολοι απορούσαν, θαύμαζαν
για το γεγονός αλλά δεν μπορούσαν να το ερμηνεύσουν. Τίποτα
περισσότερο από αυτό. Να γίνει κάτι τέτοιο εδώ όλη η Ελλάδα θα
μαζευτεί να το βλέπει. Και βέβαια άρχισε να προκαλείται στους
χριστιανούς φόβος και δέος μαζί. Κατέφυγαν τότε σε έναν
διακριτικό και φημισμένο Πατέρα της Εκκλησίας για να δώσε
εξήγηση στο παράδοξο αυτό γεγονός. Εκείνος που θα καταφύγει,
όταν έχουμε μπροστά δυσκολίες, όταν έχουμε ανερμήνευτα γεγονότα,
όταν έχουμε πειρασμούς, όταν έχουμε θλίψεις, όταν έχουμε
στεναχώριες, πού θα καταφύγουμε; Στην προσευχή και στη νηστεία.
Υστερα από μέρες παρουσιάζεται Αγγελος Κυρίου και του λέει: - Μη
θαυμάζεις και μην απορείς. Αυτόν τον αδελφό που αξιώθηκε να
χύσει το Αίμα του για τον Χριστό και όμως δεν του επιτρέπεται να
βρίσκεται μέσα στο Αγιον Βήμα όταν τελείται η Θεία Λατρεία, όταν
προσφέρεται η αναίμακτη θυσία, μάθε πως Αγγελος Κυρίου, ο
Αγγελος φύλακάς του τον παίρνει και τον βγάζει και τον πάει στον
Νάρθηκα. Γιατί ενώ ήταν υποτακτικός του τάδε συνασκητή σου
αθέτησε την υπακοή και όταν ο Γέροντας εύλογα του έδωσε επιτίμιο
και κανόνα εκείνος τον άφησε και δεμένος από το επιτίμιο
κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια. Σαν μάρτυρας μεν έλαβε το μαρτυρικό
στεφάνι, σαν δεμένος όμως από το επιτίμιο δεν μπορεί να
βρίσκεται μέσα στο Ιερόν Βήμα κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας
των πιστών, διότι ανήκει στην τάξη των μετανοούντων, σε εκείνους
δηλαδή που έχουν κανόνα ατακτοποίητο. Αρα στην Λειτουργία των
πιστών πρέπει να βρίσκεται στον Νάρθηκα μαζί με τους
κατηχουμένους και μαζί με τους μετανοούντες. Οι κατηχούμενοι
έφευγαν και από τη Θεία Λειτουργία τελείως. Ποιοι παρέμεναν στον
Νάρθηκα; Μια κατηγορία μετανοούντων. Το πρόβλημα αυτό
τακτοποιείται αν λύσει τον κανόνα ο ίδιος ο Γέροντάς του που
σημειωτέον δε γνωρίζει ότι ο υποτακτικός του πέθανε μαρτυρώντας
για την πίστη του Χριστού την Αγία. Μη θέλωντας βέβαια να
θυσιάσει στα είδωλα είναι ένας μάρτυρας. Ολα αυτά τα είπε
Αγγελος Κυρίου στον μεγάλο αυτό Πατέρα. Σαν τα έμαθε λοιπόν ο
Αγιος αυτός πήρε το ραβδί του, πήγε στον Γέροντα του μάρτυρος
και του διηγήθηκε τα πάντα. Επειτα τον πήρε και κατέβηκαν μαζί
στην Αλεξάνδρεια. Πήγαν στον Ναό όπου βρισκόταν το μαρτυρικό
λείψανο. Ανοιξαν τη θήκη που περιείχε το σώμα του μάρτυρα και
του διάβασαν τη συγχωρητική ευχή της λύσεως του κανόνα και του
επιτιμίου που είχε βάλει ο Γέροντας. Επειτα αφού τον ασπάστηκαν,
έκλεισαν τη λάρνακα, έκαναν πολλή προσευχή δοξολογώντας τον Θεόν
και έφυγαν. Από τότε όταν γινόταν Θεία Λειτουργία παρέμενε ο
μάρτυρας μοναχός ασάλευτος στη θέση του μέσα στο Αγιον Βήμα
σκορπώντας ευωδία σε ολόκληρο τον Ναό και σε όλους τους
παρευρισκομένους πιστούς και παραμένει εκεί μέχρι σήμερα. Πότε
μέχρι σήμερα; Μέχρι τον 12ο αιώνα, τότε που έγραφε το γεγονός ο
Αγιος Διάκονος Μαυρίκιος. Εκτοτε δεν έχουμε ειδήσεις για τον
μάρτυρα και τον ανώνυμο αυτόν μοναχό. Η αληθινή και μαρτυρική
αυτή ιστορία έχει άμεση σχέση με τα όσα είπαμε για τις τάξεις
των μετανοούντων και κατηχουμένων στην περασμένη μας ομιλία.
Επαναλαμβάνω αυτό αναγράφεται στο Μηνολόγιο της 15ης Οκτωβρίου
από τους Συναξαριστάς τους τότε που συνεγράφησαν τον 12ο αιώνα
και υπάρχει μέχρι σήμερα και η Εκκλησία μας δεν το έβγαλε και
είναι η μνήμη του Αγίου ανωνύμου αυτού μάρτυρος μοναχού και
ωφέλιμος διήγησις για αυτόν. Μας αφορά άμεσα. Εκείνη την εποχή
δηλαδή ετηρούτο με αυστηρότητα η τάξις των μετανοούντων και των
κατηχουμένων. Μην κοιτάζετε σήμερα που είναι ανοιχτές οι πόρτες
και μπαίνουν ακόμαι και οι λύκοι μέσα. Ετσι λοιπόν μας
φανερώνει το θαύμα αυτό δύο πράγματα αφ'ενός μεν την
καταστρεπτική συνέπεια της παρακοής προς τον Γέροντα μιας
μοναχικής συνοδείας αλλά και γενικά την τραγικότητα της παρακοής
προς το Αγιον θέλημα του Τριαδικού Θεού και την αποκάλυψη που
μας έκανε ότι αν και μαρτύρησε εφ'όσον ήταν άλυτος ως προς το
επιτίμιο έπρεπε να βρίσκεται στη Λειτουργία των πιστών
τοποθετημένος στον Νάρθηκα. Προσοχή λοιπόν όσο είναι καιρός
ακόμη, όσο ζούμε.

***************************************

44Α Ο Χαρτουλάριος Νικήτας

Κάποτε στην Κωνσταντινούπολη υπηρετούσαν στον ίδιο Ναό ένας
Ιερέας με έναν Διάκονο πολύ ευλαβή. Από συγκυρία και φθόνο του
διαβόλου εδημιουργήθηκε μεταξύ τους πικροχολία και μνησικακία.
Και όταν βέβαια το έμαθε ο Επίσκοπος μετέθεσε τον Διάκονο σε
άλλη ενορία αλλά η πικρία και η κακία παρέμειναν. Ο ψυχικός
διχασμός όμως στενοχωρούσε αφόρητα τη συνείδηση του Διακόνου. Το
κακό έγινε ακόμη μεγαλύτερο όταν ο Ιερεύς ξαφνικά πέθανε και
έτσι η συμφιλίωσις και η αλληλοσυγχώρησις περέμενε
απραγματοποίητη παρ'όλο που όταν πλησίαζε στο τέλος του ο Ιερεύς
ζήτησε από το Διάκονο για συγχώρεση. Τον κεντούσε λοιπόν η
συνείδησις τον Διάκονο γιατί δεν έτρεξε αυτός πρώτος σαν
μικρότερος να ζητήσει συγγνώμη και έτσι να ξαναζεσταθούν από την
αγάπη οι ψυχές τους. Πήγε λοιπόν και εξομολογήθηκε σε έναν από
τους πλέον διακριτικούς Πατέρες. Εκείνος τον συμβούλεψε πάλι να
πάει σε έναν ερημίτη μοναχό και να του φανερώσει το βάρος αυτό
της καρδιάς του. Και ο Διάκονος άρχισε με μεγάλη λαχτάρα να
περιδιαβαίνει τας ερήμους και να αναζητάει τον γιατρό που θα του
θεραπεύσει την πληγή της ψυχής του. Βρίσκει λοιπόν έναν
διακριτικό Γέροντα διάσημο και φημισμένο και του φανερώνει τους
ελέγχους της συνειδήσεώς του ζητώντας να του δώσε σαφή
πληροφορία αν συγχωρέθηκε η κακία του, αυτή του δηλαδή η
αμαρτία. Και εκείνος του αποκρίθηκε: - Παιδί μου, ο πιστός
αιτών λαμβάνει και τω κρούοντι ανοιγήσεται. Δεν είναι δικά μου
τα λόγια αυτά αλλά του Κυρίου. Και σε σένα λοιπόν αφού ζητάς
κάτι καλό και το ζητάς καλοπροαίρετα... Αλλαγή πλευράς.
Χαιρέτησέ τον εκ μέρους μου και δόστου αυτό το σφραγισμένο
γράμμα και του παραδίδει ένα φάκελλο. Από εκείνον θα έχεις
σίγουρη την επανόρθωση του σφάλματός σου, την αποκατάσταση της
συνειδήσεώς σου και όλη την αλήθεια. Ο Διάκονος έκανε ό,τι του
είπε ο μοναχός και νωρίς τη νύχτα πάει λοιπόν και πιάνει θέση
στο κατώφλι του Ναού της Αγίας Σοφίας, της του Θεού Σοφίας. Και
να, φάνηκε αμέσως ο άνθρωπος που του είχε πει ο μοναχός. Ο
Διάκονος τον χαιρέτησε, του έδωσε το γράμμα του Γέροντος
ερημίτου και του αποκάλυψε το δράμα του. Εκείνος όντας
διορατικός κατάλαβε πως αυτό έγινε από Θεία Οικονομία και άρχισε
να χύνει ποταμούς δακρύων λέγοντας: - Ποιος είμαι εγώ ο
ελάχιστος για να τολμήσω ένα τέτοιο πράγμα; Εχοντας όμως το
θάρρος μου στις ευχές του Αγίου Γέροντος που σε έστειλε σε μένα
θα κάνω υπακοή. Και καθώς στεκόταν μπροστά στις κλειστές πύλες
του Ναού γονάτισε, ακούμπησε το κεφάλι του στο έδαφος, σήκωσε
κατόπιν τα χέρια του ψηλά στον ουρανό και άρχισε προσευχή. Μετά
από λίγο σηκώθηκε και λέει ο Διάκονος, - φρίττω και να το πω
νιώθοντας το μέγεθος του μυστηρίου και την παρρησία που είχε
στον Θεό εκείνος ο άνθρωπος- ,σηκώθηκε λοιπόν ο άνθρωπος αυτός
του Θεού και είπε: - Ανοιξέ μας τη θύρα του ελέους σου, Κύριε.
Δεν πρόφθασε να τελειώσε τον λόγο του και οι εξώθυρες άνοιξαν,
οι βασιλικές πύλες της του Θεού Σοφίας. Μπαίνει μαζί με τον
Διάκονο στην αυλή του Νάρθηκα και από εκεί πάλι προχώρησαν μέχρι
τις αργυρές πύλες του Ναού. Τότε ο θείος εκείνος άνθρωπος είπε
στον Διάκονο: - Εσύ στάσου εδώ, μην προχωράς παραπέρα. Ο ίδιος
όμως κάνοντας τη συνηθισμένη μετάνοια στο κατώφλι άνοιξε και
αυτές τις πύλες, μπήκε στο Ναό και ο Διάκος είδε τότε ένα
παράδοξο θέαμα ότι από την οροφή του Ναού κατέβαινε μια δέσμη
φωτεινή με τόσο δυνατό φως που φώτιζε ολόκληρο τον Ναό. Στάθηκε
πάνω από το κεφάλι εκείνου του ανθρώπου και τον ακολούθησε όπου
πήγαινε και προσηύχετο. Οταν έφτασε λοιπόν μπροστά από το Αγιον
Βήμα έκλινε και εκεί την κεφαλή του για προσευχή. Τελείωσε και
ήλθε ήσυχα ήσυχα έξω. Αγωνία και φόβος κυρίεψαν το Διάκονο. Δεν
τολμούσε ούτε να πλησιάσει αυτόν τον άγνωστο άνθρωπο και καθώς
έλεγε αργότερα ότι το πρόσωπό του ήτο τόσο πολύ αλλοιωμένο από
την προσευχή και τυλιγμένο σε ουράνια δόξα σαν πρόσωπο Αγγέλων
πολλών. - Μήπως είναι Αγγελος, λέει, και όχι άνθρωπος; άρχισε
να αναρωτιέται. Και μέσα του οι λογισμοί δούλευαν. Αλλά και
αυτοί όμως δεν εκρύφτηκαν από τον άνθρωπο εκείνον. - Γιατί
πολιορκείσαι και ταράζεσαι από λογισμούς για μένα; είπε στον
Διάκονο. Πίστεψέ το και εγώ άνθρωπος χωμάτινος είμαι από αίμα
και σάρκα. Χαρτουλάριος σε φιλανθρωπικό ίδρυμα είναι το
επάγγελμά μου και από αυτό κερδίζω τα αναγκαία για τη ζωή.
Χαρτουλάριος ήτο ο φροντιστής, ο οικονόμος των τότε
φιλανθρωπικών ιδρυμάτων της Εκκλησίας. Κοσμικός αλλά φαίνεται
ότι ήτο άνθρωπος της πολλής προσευχής, της αγρυπνίας, της
εγκράτειας, της σκληράς ασκήσεως και των μεγάλων πνευματικών
αγώνων. Δεν τον εμπόδιζε ο κόσμος. Ηταν χριστανός μεγάλης αρετής
ώστε να μπορεί να κάνει και θαύματα μπροστά στα έκπληκτα μάτια
του Διακόνου και όσα θα ακολουθήσουν μετά. Δεν μας εμποδίζει ο
κόσμος έξω, μας εμποδίζει ο κόσμος μέσα μας. Λέει "μας κολάζει ο
άλλος". Δεν μας κολάζει κανένας από έξω. Μας κολάζει από μέσα.
Μας κολάζουν τα πάθη μας. Να μην ξεχνάμε ότι η περιγραφή αυτή,
του θαύματος αυτού εμπεριέχεται στα επίσημα βιβλία της
Εκκλησίας, στα Μηναία και μάλιστα την 8η Σεπτεμβρίου. Αφού
πέρασαν και από άλλους δύο Ιερούς Ναούς ύστερα κατέληξαν στον
Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Καθώς διηγείτο αργότερα ο
Διάκονος ένιωθε πως περπατούσαν τόσο γρήγορα πηγαίνοντας από Ναό
σε Ναό ώστε ούτε πέταγμα πουλιού δεν μπορούσε να συγκριθεί με
την ταχύτητά τους. Και να, για άλλη μια φορά μόλις έφθασαν στις
πύλες της Παναγίας άνοιξαν και εκείνες αυτόματα. Προσευχήθηκε
εκεί ο άνθρωπος του Θεού, καταβρέχοντας με δάκρυα το πρόσωπό του
και μετά ήλθε στις θύρες της Αγίας Σωρού. Τι ήταν η Αγία Σωρός;
Η Αγία Σωρός ήταν παρεκκλήσι πλάι στον μεγάλο Ναό της Παναγίας
των Βλαχερνών. Το παρεκκλήσι αυτό το ανήγειρε ο αυτοκράτωρ ο
Λέων ο 1ος ο Μακέλης, το 470 μΧ. Μέσα σε αυτόν τον μικρό Ναό
της Αγίας Σωρού εφυλάσσετο σε ειδική θήκη ολόκληρη η Τιμία
Εσθήτα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Το 1070 ο ναϊσκος κάηκε αλλά
ξαναχτίστηκε. Το 1434 πάλι ξανακάηκε. Κατεδαφίστηκε όμως τελείως
μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453 και σήμερα
σώζωνται ελάχιστα ερείπεια του. Η Τιμία Εσθήτα διεσκορπίσθη σε
ολόκληρη την Ορθοδοξία και υπάρχουν ελάχιστα τεμάχια εδώ και
εκεί όπως και στο Αγιον Ορος. Σε αυτόν λοιπόν τον Ιερό Ναό της
Αγίας Σωρού μετέβησαν ο χαρτουλάριος μαζί με τον Διάκονο. Εβαλε
το Διάκονο να σταθεί στο πλάι των θυρών και του είπε: - Πρόσεξε
να παρατηρείς προσεχτικά αυτούς που θα αρχίσουν τώρα σιγά σιγά
να μπαίνουν μέσα. Ο ίδιος έκαμε τη συνηθισμένη προσευχή μπροστά
στις θύρες και εκείνες άνοιξαν και τον άφησαν να περάσει μέσα.
Εφτασε ακριβώς στη μέση του Ναού, γονάτισε στο έδαφος και άρχισε
να κάνει θερμή και έντονη προσευχή. Τα πάντα πλημμύρισαν μέσα
στον Ναό από ένα υπερκόσμιο, άκτιστον φως. Και καθώς στεκόταν
έκθαμβος στα σκαλιά της πύλης του Ναού ο Διάκονος είδε πολύ
καθαρά κάποιον Διάκονο σαν και αυτόν να βγαίνει από το Ιερό με
ένα θυμιατό στο χέρι και να θυμιάζει όλον τον Ιερό χώρο της
Αγίας Σωρού και ιδιαιτέρως βέβαια την θήκη της Τιμίας Εσθήτος.
Και μετά από λίγη ώρα είδε να μπαίνουν πολλοί, πάρα πολλοί
κληρικοί ενδεδυμένοι με Ιερατικά Αμφια λευκόλαμπρα. Ηταν λευκά
αλλά λαμπρά, φωτισμένα. Και ύστερα άλλη ομάδα πλέον πάλι Ιερέων
που ακτινοβολούσαν φως ντυμένοι με ποδήρεις πορφυρούς χιτώνες.
Και αφού έκαναν δύο χορούς, έναν δεξιά και έναν αριστερά άρχισαν
να ψέλνουν εξαίσια μέλη και γλυκύτατα. Ο Διάκονος δεν μπορούσε
να καταλάβει τίποτε από αυτά που εψέλλοντο, ζαλίστηκε. Εκείνο
που καταλάβαινε ήταν το Αλληλούϊα. Και μαζί τους έψελλαν
συγχρόνως μυριάδες στρατιές Αγγέλων και Αρχαγγέλων. Αμέτρητοι
Διάκονοι θύμιαζαν με ουράνια αρώματα την Τίμια Εσθήτα της
Θεοτόκου, την Αγία Τράπεζα και όλον τον Ναό. Αστραποφόροι
στρατιωτικοί Αγιοι άρχισαν να κατεβαίνουν και να φυλάσσουν γύρω
γύρω τον Ναό. Οι ουράνιες μελωδίες έπαιρναν τις ακατάληπτες
αυτές ευωδίες των θυμιαμάτων και μέσα από το πανάλευκο,
εκτυφλωτικόν, άκτιστον, Τριαδικό φως τις πρόσφεραν στον
υπερουράνιον θυσιαστήριον. Μέσα σε αυτό το θείο μεγαλείο
προσηύχετο ο άγνωστος εκείνος χαρτουλάριος ο κοσμικός, ο λαϊκός.
Οταν τελείωσε την προσευχή ο χαρτουλάριος πηγαίνει στις θύρες
και λέει στον Διάκονο: - Ελα τώρα, μπες μέσα εδώ ελεύθερα στον
Ναό. Παρατήρησε προσεχτικά τους Ιερείς του αριστερού χορού μήπως
ανάμεσά τους αναγνωρίσεις εκείνον με τον οποίο έχεις το
συνειδησιακό πρόβλημα. Μπήκε τρέμοντας ο Διάκονος. Μετά από
λίγο όμως ήρθε πίσω στον άνθρωπο εκείνον του Θεού, τον
Χαρτουλάριο, και του είπε πως δεν τον είδε ανάμεσα στους Ιερείς
του αριστερού χορού. - Ε, τότε πήγαινε, του λέει, να ψάξεις
στον δεξιό χορό. Πήγε ο Διάκονος, γύρισε αμέσως γρήγορα και του
λέει: - Ναί, είναι εκεί. Τον είδα καθαρά, είναι ανάμεσά τους. -
Α, αφού τον είδες λοιπόν πήγαινε να του πεις σε παρακαλώ: ο
χαρτουλάριος Νικήτας, μας λέει τώρα και το όνομά του, στέκεται
έξω και σε καλεί να έρθεις για λίγο. Ο Διάκονος ξαναμπήκε στον
Ναό αλλά δεν μπόρεσε να πλησιάσε αμέσως τον δεξιό χορό διότι
ξαναμέθυσε από τις υπερουράνιες μελωδίες των Αγγέλων, των Αγίων
και των χορών των Ιερέων από το Αλληλούϊα. Εδώ κάνοντας μια
παρένθεση λέγω ότι το Αλληλούϊα η Ορθόδοξος Εκκλησία μας το
χρησιμοποιεί πολύ στη Θεία Λατρεία σαν σημείο θριάμβου του
Ουρανίου Θυσιαστηρίου και σαν σημείο χαράς και ευφροσύνης για τα
θαυμάσια του Τριαδικού Θεού στις Δεσποτικές και Θεομητορικές
εορτές. Οταν ο Διάκονος συνήλθε από τη θεία αυτή μέθη της
ακαταλήπτο μελωδίας πλησίασε τον δεξιό χορό, πήρε τον Ιερέα και
τον έφερε στις πύλες του Νάρθηκος. Και τότε ο χαρτουλάριος
Νικήτας του είπε: - Τίμιε Ιερέα της Ουρανίου Θείας Λατρείας, εδώ
στη γη πρόλαβες και εξομολογήθηκες την ψυχική διάσταση που είχες
με τον Διάκονο εξαιτίας της μνησικακίας. Παρά ταύτα όμως το
σφάλμα παρέμεινε αδιόρθωτο και ατακτοποίητο. Για αυτό και οι
τύψεις της συνειδήσεως δεν αφήνουν σε ησυχία τον Διάκονο από εδώ
μέρα και νύχτα. Παρακαλώ συγχωρεθείτε. Γονάτισαν και οι δύο, ο
ένας από τον ουρανό και ο άλλος από τη γη. Ο ένας ουράνιος, ο
άλλος χωμάτινος. Επεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
Αντάλλαξαν ασπασμόν αγάπης και συγχωρήσεως διαλύοντας την ψυχική
τους διαφθορά. Μετά ο Ιερεύς επέστρεψε στον Ναό και πήρε τη θέση
του στο δεξιό χορό ενώ συνεχιζόταν η ουράνιος ψαλμωδία. Ο
Νικήτας πήρε τον Διάκονο και βγήκε από τον Ναό. Εβαλε για
τελευταία φορά μετάνοια στην είσοδο της Αγίας Σωρού και οι θύρες
κλείστηκαν πάλι με θεία δύναμη. Περπάτησαν για λίγο μαζί,
στάθηκαν σε έναν τόπο όπου ο άνθρωπος του θεού, ο Νικήτας ο
χαρτουλάριος, ο κοσμικός, ο λαϊκός είπε στον Διάκονο: - Αδελφέ,
αδιάλειπτα να εργάζεσαι για την σωτηρία και να φροντίζεις την
ψυχή σου. Πήγαινε τώρα στον Γέροντα που σε έστειλε σε μένα τον
ασήμαντο και πέστου: "Η καθαρότητα των προσευχών σου, των
προσευχών του Γέροντος δηλαδή, και η παρρησία που έχεις μπροστά
στον Τριαδικό Θεό μπόρεσαν να κατεβάσουν τη λατρεία του Ουρανίου
Θυσιαστηρίου στον επίγειο Ναό της Αγίας Σωρού και από τον χορό
των σεσωσμένων και λαμπροφόρων Ιερέων να ξεχωρίσεις εκείνον με
τον οποίο έπρεπε να ειρηνεύσει ο Διάκονος. Εγώ, πεστου, δεν είχα
καμμιά συμβολή σε ό,τι έγινε. Ολα οφείλοντο στις καθαρές
προσευχές του". Αυτά είπε και έγινε άφαντος από τα μάτια του
Διακόνου. Εκείνος έσκυψε και προσκύνησε τον τόπο που πατούσαν τα
πόδια του θαυμαστού εκείνου ανθρώπου του ουρανίου. Πήρε ύστερα
συγκλονισμένος δρόμο για τον Γέροντα δοξάζοντας τον θεό γιατί σε
αυτόν τον Τριαδικόν Θεόν πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις
τώρα και πάντοτε και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων.
Αυτή είναι η ωφέλιμη διήγησις από τον Μαυρίκιο, Διάκονο της
Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

**************************************************

45Α "Εγώ είμαι αυτός που θα πάρεις αύριο"

Κάποτε μια χριστιανή εξομολογήθηκε στον Πατέρα Ιάκωβο στο
παρεκκλησάκι του Αγίου Χαραλάμπους στη μονή του Οσίου Δαυείδ. Εν
συνεχεία μετά την εξομολόγηση ενώ παρέμεναν οι δικοί της για να
πάρουν σειρά κατέβηκε αυτή στον κυρίως Ναό. Οσοι έχετε πάει στον
Οσιο Δαυείδ ξέρετε πώς είναι. Ο Ναός ήταν άδειος, μπήκε μέσα,
άναψε ένα κεράκι και άρχισε να προσκυνάει τις εικόνες.
Μπαίνοντας μέσα όμως βλέπει για μια στιγμή την Ωραία Πύλη
ανοιχτή και πάνω στην Αγία Τράπεζα να κάθεται ένας νεαρός. Πάνω
στην Αγία Τράπεζα. Η Ωραία Πύλη ήταν ανοιχτή και εκείνος καθόταν
πάνω στην Αγία Τράπεζα. Μόλις τον είδε του έβαλε τις φωνές: -
Βρε, του λέει, δεν ντρέπεσαι να κάθεσαι πάνω στην Αγία Τράπεζα;
Κατέβα γρήγορα κάτω. Βγες έξω. Αλλά να τέτοιοι είστε οι
σημερινοί νέοι. Δεν έχετε πάνω σας τσίπα. Κακομαθημένοι είστε,
ασεβείς, χαραμοφάηδες, τεμπέληδες, μακρυμάλληδες. Φαίνεται θα
είχε μακριά μαλλιά ο νεαρός. - ... Αναρχικοί... Και ποιος
ξέρει άλλα πόσα του έσυρε εκεί πέρα. Αλλά ο νέος όμως την
διακόπτει και με πολύ γλυκειά και ουράνια φωνή της λέει: - Και
εσύ γιατί δεν εξομολογήθηκες λίγο πριν την τάδε αμαρτία που
έκανες; Και της είπε ακριβώς την αμαρτία. Εκείνη δάκρυσε,
αποσβολώθηκε. Αφωνη από το ξάφνιασμά της. - Και εσύ ποιος
είσαι; τον ρώτησε ψελλίζοντας και τρέμοντας ύστερα από την
αποκάλυψη. - Εγώ είμαι αυτός που θα πάρεις αύριο, είπε και
εξαφανίστηκε. Μόλις συνήλθε λοιπόν έτρεξε προς τον Πατέρα
Ιάκωβο φωνάζοντας πανικόβλητη για το τι είδε και τι της συνέβη.
Αυτό μας το διηγήθηκε ο ίδιος ο Πατήρ Ιάκωβος. Ηταν μπροστά και
η πρεσβυτέρα. "Εγώ είμαι αυτός που θα πάρεις αύριο". Κι εσύ κι
εσύ κι εγώ και κάποιοι άλλοι και όλοι μας θα Τον πάρουμε εις
βρώσιν και πόσιν και εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν την
αιώνιον. Αλλά όλοι μας όμως θα βρεθούμε στην Εκκλησία μεθαύριο
Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως και θα Τον υποδεχθούμε στην
Μεγάλη Είσοδο ως Βασιλέα των όλων δορυφορούμενον υπό των
ουρανίων Αγγελικών τάξεων.

********************************************

45Α Ο παπα-Τύχων

Αλλά κάτι ανάλογα με αυτά που ζούσε ο πατήρ Γεώργιος, ζούσε κι
ένας ευλαβέστατος Ρώσος Αγιορείτης Ιερεύς, ο παπα-Τύχων. Ο
Πατήρ Γεώργιος εχάνετο στον Χερουβεικό ύμνο μέσα στην ασύληπτη
ωραιότητα του ουρανίου θυσιαστηρίου και της θριαμβεύουσας
Εκκλησίας. Στους ίδιους λοιπόν αστραφτερούς τόπους του ουρανού
και της Ανω Ιερουσαλήμ μετέφερε την ώρα του Χερουβεικού ύμνου
τον Αγιορείτη μοναχό του Υψίστου ο Αγγελος φύλακάς του. Να πώς
περίπου βίωνε αυτήν την αρπαγή. Με τα λίγα ελληνικά που ήξερε ο
Ρώσος αυτός ευλαβής Ιερεύς έλεγε: - Την ώρα του Χερουβεικού
φύλακας Αγγελος ανεβάς, ανεβάς μισή ώρα, μια ώρα, δεν ξέρω.
Αγγελος πάλι κατεβάς. Καταλαβαίνετε τότε μόλις συνερχόταν ο
Αγιος αυτός Λειτουργός ότι βρισκόταν στη μέση της Θείας
Λειτουργίας κι έπρεπε να συνεχίσει. Κι έλεγε: - Πω, πω, εγώ
λειτουργήσει. Εγώ λειτουργήσει. Πω, πω! Πω, πω! Πολλές φορές τον
ρωτούσαν: - Γέροντα, τι έβλεπες και τι άκουγες τόσην ώρα, μισή
ώρα, μια ώρα; Κι εκείνος απαντούσε ταπεινά: - Χερουβείμ,
Σεραφείμ, Αγγελοι, πολλά, πολλά, πολλά μαζί δοξολογούσε Θεό, Θεό
Τριαδικό. Πω, πω! Και κατέβαζε το κεφαλάκι του συντετριμμένος
και κλαίγοντας. Αυτά όπως τα άκουσα στο Αγιον Ορος.

****************************************

45A Περί της αρπαγής των αξίων Ιερέων

Ας μεταφερθούμε για λίγο στον 18ο λόγο του ανωνύμου ησυχαστού
της "Νηπτικής Θεωρίας". Εδώ τώρα ας προσέξουμε με κατάνυξη πολλή
τη θαυμάσια περιγραφή της θείας του εκστάσεως στον Χερουβεικό
ύμνο και στη Μεγάλη Είσοδο: - Αλήθεια σας λέγω, λέγει ο ανώνυμος
Αγιος ησυχαστής, ω ευλογημένον ποίμνιον της μάνδρας του Χριστού.
Μεγίστη βοήθεια της Ιεροσύνης σε ολόκληρο το γένος των ανθρώπων,
διότι όταν ο άξιος και καθαρός Ιερεύς και Λειτουργός του Υψίστου
εν μέσω πολλών δακρύων, μπροστά στην Αγία Τράπεζα και ειδικά
κατά τη διάρκεια του Χερουβεικού ύμνου κλίνει αισθητώς και
νοητώς τα γόνατα του σώματος και της ψυχής του ενώπιον του
Πανοικτίρμονος και φιλανθρώπου και Σωτήρος Ιησού Χριστού και
δέεται και παρακαλεί για τις ψυχές υπέρ ων Εκείνος έχυσε επί του
Σταυρού το Τίμιον και Πανάγιον Αίμα Του είναι αδύνατον να μην
εισακουστεί η δέησίς του. Οταν λοιπόν δυσωπείται θερμώς ο Κύριος
από των αγνών και άξιων Λειτουργών Του, ο οποίος χύνει μπροστά
στην Αγία Τράπεζα σαν καθαρότατον έλεον, σαν καθαρό λάδι, τα
δάκρυά του, πώς είναι δυνατόν να μην του εκπληρώσει τα ψυχοφελή
και σωτήρια αιτήματά του; Το θέλημα γαρ, λέγει η Αγία Γραφή, των
φοβουμένων αυτώ ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται
Κύριος. Οι καθαροί και άξιοι Λειτουργοί του Κυρίου όταν στον
Χερουβεικόν ύμνον χτυπούν με την φοβεράν εκείνην ευχή: "Ουδείς
άξιος των συνδεδεμένων ταις σαρκικαις επιθυμίαις και ηδοναίς"
την ουράνιον πύλη της Ανω Ιερουσαλήμ, ευθύς αμέσως ένα άπειρο
πλήθος από Χερουβείμ ανοίγουν τις πύλες του ουρανού, τις πύλες
των ουρανών, και μπάζουν τους αξίους Ιερείς μαζί με τις ψυχές
που κρέμονται στο λαιμό τους, στο Πετραχείλι τους, ως αστραπή,
έστω και για λίγο, για λίγα δευτερόλεπτα, για ένα λεπτό, για να
προσκυνήσουν νοερώς τον Ουράνιον Θρόνον του εσφαγμένου Αρνίου. Ο
ιερεύς δέεται εδώ κάτω στον Ναό, η ψυχή είναι εις έκστασιν και
διά του νοός προσκυνά αυτή τη Θεία Παρουσία εν ουρανοίς. Ας
θυμηθούμε λίγο τον παπα-Τύχωνα και τον Πατέρα Γεώργιο Καρσλίδη
για όσα είπαμε πριν και θα τα καταλάβουμε και αυτά. Αλλά από
την ουράνια αυτή παραμονή στον Θρόνο της Χάριτος έστω και για
λίγα δευτερόλεπτα των αξίων αυτών Ιερέων, λέγει και συνεχίζει ο
ανώνυμος ησυχαστής, η θέα αυτών έσωθεν και νοητά λάμπει ως το
φως του ηλίου. Και αν οι Αγγελοι και οι Αρχάγγελοι και τα
Χερουβείμ είναι φλόγες πύρινες, έτσι και αυτοί οι Λειτουργοί
Ιερείς κατά την ψυχήν είναι φλόγα ουρανίου πυρός καθώς είναι
γεγραμμένον: "Ο ποιών τους Αγγέλους αυτού Πνεύματα και τους
Λειτουργούς αυτού, τους Ιερείς, πυρός φλόγα". Σε αυτήν την
αρπαγή των αξίων συναρπάζονται κατά την βιωματική εμπειρία του
ανωνύμου ησυχαστού και όλοι εκείνοι εκ των εκκλησιαζομένων
χριστιανών, οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες.

Για να μας γίνουν αυτά που είπαμε μέχρι τώρα κάπως νοητά θα
πρέπει να πάμε στην Αποκάλυψη και να διαβάσουμε εκεί και να
δούμε μια εικόνα όπως μας την παρουσιάζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης
στο 4ο του κεφάλαιο, Στιχ. 3-4. Και ιδού θρόνος έκειτο εν τω
ουρανώ, και επί του θρόνου όμοιος οράσει λίθω ιάσπιδι ο Κύριος.
Και κύκλοθεν του θρόνου θρόνοι είκοσι τέσσερις και πάνω σε
αυτούς τους θρόνους είδα πρεσβυτέρους καθημένους,
περιβεβλημένους εν ιματίοις λευκοίς και επί τας κεφαλάς αυτών
στεφάνους χρυσούς. Και ανάπαυσιν ουκ έχουσιν ημέρας και νυκτός
λέγοντες: άγιος, άγιος, άγιος Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ, ο ήν,
ο ών και ο ερχόμενος. Μέσα λοιπόν σε εκείνο το ασύληπτο κάλλος
του ουρανίου θυσιαστηρίου, της απερίγραπτης δηλαδή ομορφιάς της
θείας ζωής μύριοι μυριάδες Χερουβείμ και Σεραφείμ και χιλιάδες
χιλιάδων Αγγελοι και Αρχάγγελοι, Θρόνοι, Κυριότητες, Δυνάμεις,
Αρχαί και Εξουσίαι κυκλώνουν τον θρόνο του Τριαδικού Θεού. Κι
δίπλα, ω του θαύματος, οι θρόνοι των πρεσβυτέρων λειτουργών της
θριαμβεύουσας Εκκλησίας, της Ανω Ιερουσαλήμ. Είναι εκείνοι που
τον διακόνησαν άξια, καθαρά και ορθόδοξα στο επίγειο θυσιαστήριο
εδώ κάτω στη γη. Και όχι ως εγώ ο ταλαίπωρος και ο ανάξιος.
Είναι αυτοί που τον υπηρέτησαν αφοσιωμένοι μέχρι θυσίας και
μαρτυρίου εδώ στη στρατευομένη Εκκλησία. Κατάλευκες οι στολές
τους, γεμάτες από το πανάλευκο, εράσμιο Τριαδικό φως. Τις
λεύκανε το Πανάγιον Αίμα του Αρνίου, αυτό που καθαριεί την
συνείδισην ημών από νεκρών έργων, αυτό που ανασταίνει τους
νεκρωθέντας τη αμαρτία. Και στις κεφαλές τους οι Πρεσβύτεροι
έφεραν χρυσά στεφάνια και διαδήματα που ακτινοβολούσαν. Και
ανάπαυσιν ουκ έχουσιν. Δεν είχαν ανάπαυση. Το βλέμμα τους και η
ψυχή τους στραμμένα πάντοτε και αιώνια στην άφθαρτο θεϊκή δόξα.
Προσβλέπουν συνεχώς προς το ειρηνόδωρον και άρρητον θείον κάλλος
προσφέροντες αδιαλείπτως ύμνους και ωδές πνευματικές. Ασταμάτητα
άδουν και ψάλλουν τον επινίκιον ύμνον: άγιος, άγιος, άγιος,
Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης Αυτού.
Αδιάκοπα λοιπόν και ατελεύτητα εις τους αιώνας αναμέλπουν
δοξολογίες και ευχαριστίες προς το Εσφαγμένον Αρνίον και
συμμετέχουν όλοι μαζί στο πανηγύρι του ουρανού που δεν τελειώνει
ποτέ. Ναι, θα συνεχίζεται αιώνια αυτή η πανήγυρις, η θεία των
πρωτοτόκων των εν τοις ουρανοίς απογεγραμμένων.

Ναι, Χριστιανοί μου, σε ένα τέτοιο όμοιο κομμάτι της
Θριαμβεύουσας Εκκλησίας μεταβάλλεται ο επίγειος Ναός, ο κάθε
ναός και ο πιο φτωχός και ο πιο απέριττος, όταν τελείται η Θεία
Λειτουργία και μάλιστα από τον Χερουβεικόν ύμνον και μετά. Από
το κάτω θυσιαστήριο μαζί με τα Χερουβείμ ο άξιος λειτουργός του
Υψίστου κατά τη διαβεβαίωση του ανωνύμου ησυχαστού συναρπάζει
μαζί του και ψυχές χριστιανών οι τα Χερουβείμ ψυχικά
εικονίζοντες. Πού τα συναρπάζει; Στο υπερουράνιο θυσιαστήριο. Κι
ενώ ο λειτουργός θαρρετά ικετεύει Εκείνον, τον Εσταυρωμένον
Σωτήρα Χριστό παρατηρεί μετά εκπλήξεως την άφραστον λαμπρότητα
των Σεραφείμ, τα οποία μη τολμώντα ατενίσαι το Θείον Πρόσωπον
του Κυρίου, με τας δύο πτέρυγας σκεπάζουν το πρόσωπο αυτών, με
τας άλλας δύο καλύπτουν τας πόδας αυτών για να μην καούν από το
πυρ της θεότητος και με τας άλλας δύο περιίπτανται ευλαβώς πέριξ
του θρόνου της θείας μεγαλειότητος ενώ συγχρόνως αναμέλπουν,
ψάλλουν δηλαδή μελωδικά και ουράνια το άγιος, άγιος, άγιος,
Κύριος Σαβαώθ και το Αλληλούια, Αλληλούια, Αλληλούια. Και κατά
τον ίδιον ανώνυμον ησυχαστή ενώ πλησιάζει η φρικτή ώρα της
μεταφοράς και Μεγάλης Εισόδου θεωρεί εν εκστάσει όχι μόνον τον
εαυτόν του αλλά και τα ιερατικά του άμφια με τα οποία είναι
ενδεδυμένος, τα φτωχά ή τα πλούσια, τα πένθιμα ή τα πασχαλινά,
τα λευκά ή τα κόκκινα ως αν φλόγα πυρός. Σαν να είχαν πάρει,
λέει, φωτιά χωρίς να καίγεται ούτε ο ίδιος ούτε τα άμφιά του.
Και σαν φλεγομένη βάτος και πάνω από το έδαφος υποβασταζόμενος
υπό των Αγγέλων επραγματοποίησε τη Μεγάλη Είσοδο. Επί λέξει
γράφει: - Θεωρούσα τον εαυτόν μου ως πυρίνην φλόγα και δεν ήμουν
μόνον μια απλή πυρακτωμένη ανθρακιά μαζί με τα Τίμια Δώρα, ούτε
πάλι μόνον πύρινη φλόγα αλλά ήμουν εν ταυτώ συγχρόνως και πυρ
καθαρόν ως ανθρακιά και πυρπολουμένη φλόγα φλογίζουσα. Ολος πυρ,
όλος φως. Θεωρώντας δε τούτα θαύμαζα. Και συνεχίζοντας ο Αγιος
αυτός ανώνυμος ησυχαστής κατέληξε: - Ητο πραγματικόν το
φαινόμενον. Διά τούτο εβρισκόμουν εις έκπληξιν και θαυμασμόν.
Και στη συνέχεια διηγείται το πώς δεν μπορούσε να κάνει την
εκφώνηση: "Πάντων ημών μνησθεί Κύριος ο Θεός" διότι επνίγετο από
την άμετρην κατάνυξιν και το πλήθος των δακρύων.

Και κάποιος ασκητής, πριν χρόνια πολλά, μου έλεγε τα εξής: Αυτό
από στόμα. - Αρχομένου του Χερουβεικού ύμνου, παπά μου, και
εμού κάπτοντος όλο το σώμα και την ευχή εν κατανύξη και φόβω
Θεού λέγοντος:" Η άπλετος καθαρότης και άϋλος θεία γνώσις
φωταγωγεί την ψυχήν μου ώστε αρρήτως να κατανοείς τα απόρρητα
μυστήρια του Θεού", η Αγία Τράπεζα γίνεται ο τόπος του Θεού, το
ουράνιον θυσιαστήριον, όπου η ιερατική καθαρά καρδία φλογιζομένη
καλλωπίζεται από το άναρχον θείον φως. Ταυτόχρονα οι
γλυκόφθογγες μελωδίες των ουρανίων δυνάμεων ασιγήτως δοξολογούν
την φωτοφόνιαν του Εσφαγμένου Αρνίου. Συ, ο κάτω ιερουργός της
Θείας Λατρείας, συνέχισε ο συνομιλητής μου, συγκαταριθμείσαι
θεία δυνάμει μαζί με τους πανάλευκους πρεσβυτέρους του ουρανού
σε αυτήν την Θεία Λειτουργία και την αυτήν στιγμήν. Και όλος
έκσταση και θάμβος θα νιώθεις να ζεις στην ίδια με εκείνους
πανάλευκη αυγή την πάντοτε πλημμυρισμένη από το θεοειδές,
εράσμιον, Τριαδικόν φως του ουρανίου θυσιαστηρίου. Αυτό το θείον
φως, την τρισήλιον δόξα και τις άκτιστες φλόγες με
συλλειτουργούς Διακόνους, Πρεσβυτέρους και Αρχιερείς της
ουρανίου Θείας Λατρείας πολλοί, καταξιωμένοι Λειτουργοί Ιερείς
κατά καιρούς εβίωσαν και βιώνουν όπως π.χ. ο Πατήρ Γεώργιος
Καρσλίδης.

Οπως διηγούνται αυτόπτες μάρτυρες κατά την Μεγάλην Είσοδον
υποβαστάζεται κι αυτός από Αγγέλους διότι μερικές φορές ήτο τόσο
αδύνατος, έτοιμος να καταρρεύσει. Αλλοτε πάλι, λόγω αυτής της
σωματικής αδυναμίας και εξαντλήσεως εβοηθείτο από χριστιανούς.
Τον έπιαναν κάτω από τις μασχάλες, ένας δεξιά και άλλος αριστερά
για να μπορέσει να κάνει τη Μεγάλη Είσοδο τρέμοντας. Οι
χριστιανοί τώρα που τον έπιαναν από τις μασχάλες τον Λειτουργόν
Πατέρα Γεώργιο ένιωθαν να καίγονται χωρίς να βλέπουν φωτιά. Και
σαν ασφαλή βεβαίωση των όσων έζησαν εκείνη τη στιγμή που τον
κρατούσαν, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, και αφού ο
αγιασμένος γέροντας Πατήρ Γεώργιος Καρσλίδης είχε κάνει
Κατάλυση, τα άμφια που έβγαζε από πάνω του, το Φελόνι, το
Πετραχείλι, τη Ζώνη, τα Επιμάνικα, τα πετούσε προς τα έξω στους
χριστιανούς. Ναι, τα πετούσε. Και εκείνα, ω του εξαισίου και
παραδόξου θαύματος, έβγαζαν φωτιές, φλόγες, φως, χωρίς να
καίγεται. Υπήρχε μια γλυκιά απέραντη θερμότης και παράξενη
φλογίζουσα φωτοχυσία. Και οι χριστιανοί τα καταφιλούσαν, τα
ασπάζοντο, τα ακουμπούσαν στα διάφορα μέρη του σώματος που
υπέφεραν. Κανένας γιατρός δεν τους χρειάζονταν. Είχαν τα άμφια
του Ιερέως. Τα τύλιγαν στο λαιμό τους. Σκέπαζαν ή έτριβαν το
πρόσωπό τους και πλημμύριζαν όλοι από χαρά, δοξάζοντας τον Θεόν
γιατί είχαν τέτοιον Πατέρα, τέτοιον Γέροντα.

*****************************************************

45B Ο παπα-Σάββας ο Πνευματικός

Ας αναφερθούμε όμως, αδελφοί μου, για λίγο και στη λειτουργική
ζωή του παπα-Σάββα του Πνευματικού, του Αγιορείτου. Κυκλοφορεί
και σχετική βιογραφία γραμμένη από τον Πατέρα Χερουβείμ στη
σειρά Σύγχρονες Αγιορείτικες μορφές Νο6. Πολλές φορές στη Θεία
Λειτουργία είτε στον Χερουβεικό ύμνο, είτε στο Αγιος, Αγιος,
Κύριος Σαβαώθ χτυπούσε το στήθος του και έκλαιγε με ποταμούς
δακρύων. Οπωσδήποτε τα διορατικά του μάτια θα έβλεπαν τους
Αγγέλους να παρίστανται με φρίκη μπροστά στο αιμόφυρτο και
εσφαγμένο Αρνίον. Αλήθεια, τι του απέμενε παρά να χτυπά το
στήθος του και να αναλύεται σε λυγμούς! Οταν λειτουργούσε,
διηγούνται, πολλές φορές στον Χερουβεικό ύμνο περιέπειπτε σε
έκσταση. Ατένιζε τα Χερουβείμ, άκουγε τον Τρισάγιον ύμνον και το
Αλληλούια. Οι μοναχοί ψαλτάδες από έξω με ιερό δέος περίμεναν
μισή ώρα, μια ώρα και περισσότερο για να συνέλθει ο λειτουργός
από τη Θεία αρπαγή. Αγγελικές και παραδεισένιες ώρες
λειτουργικής ζωής. Χαρά σε αυτούς που βρίσκονταν σε εκείνη τη
Θεία Λειτουργία. Ετσι εκινείτο η λειτουργική ζωή του παπα-Σάββα
του Πνευματικού, ζωή γεμάτη συγκλονισμούς, δάκρυα, αγγελικά
σκιρτήματα, εκστάσεις και θείες αρπαγές. Αξιον Εστί, έψαλλε μαζί
με τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, το Αρνίον το Εσφαγμένον λαβείν την
δύναμιν και πλούτον και σοφίαν και ισχύν και τιμήν και δόξαν και
ευλογίαν από αυτό το Εσφαγμένον Αρνίον, όπως μας λέγει η
Αποκάλυψις Ε 12. Και ο Σταρωμένος και Αναστάς Κύριος τον έτρεφε
καθημερινά με το Σώμα του και με το Αίμα του, γιγνόμενος
παράδεισος, ξύλον ζωής, μαργαρίτης τίμιος, στέφανος, οικοδόμος,
γεωργός, ποθητός, απαθής, άνθρωπος, Θεός, οίνος, ύδωρ ζων,
πρόβατον, νυμφίος, πολεμιστής, όπλον κατά τις εκφράσεις του
Αγίου Μακαρίου του Μεγάλου. Ετσι λοιπόν μαζί με την προσευχή,
την ευχούλα, το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, που τόσο
περιφρονούν μερικοί και με την καθημερινή Λειτουργία, ποτιζόταν
συνεχώς στις πηγές της ζωής και της αθανασίας. Γινόταν ξύλον
ευθυνούν τα ύδατα, όπως λέει ο Προφήτης Ιερεμίας. Και ανέδιδε
ανθηρούς κλάδους και γλυκούς καρπούς δικαιοσύνης. Κάθε φορά που
ιερουργούσε των Αχράντων Μυστηρίων μονολογούσε δυνατά: " Ως
φοβερός ο τόπος τούτος, ως φοβερός ο τόπος τούτος". Ολη η Αγία
Τράπεζα ήταν μια φλεγομένη βάτος αλλά μη κατακαιομένη. Φοβερός ο
τόπος, ο τόπος του Θεού. Τον βλέπετε. Πολλές φορές ο
παπα-Σάββας εδαπανάτο ώρες στο να μνημονεύει ψυχές ζωντανών και
πεθαμένων. Εκρυβε κάποιο μυστικό. Επρόκειτο για κάποιο όραμα που
είχε δει όταν ήταν ακόμη νέος Ιερεύς στο κάθισμα του Αγίου
Ιακώβου. Για κάποιον Αγγελο που με τη μορφή Ιερέως έπλενε και
έσβηνε τα αμαρτήματα εν τω αίματι του Αρνίου. Στο τέλος πριν
από την κοίμησή του σκέφτηκε πως δεν έπρεπε να κρατήσει μυστική
την αποκάλυψή του, την κατέγραψε και την άφησε σε χειρόγραφο. Το
1925 ανακατεύοντας τα χαρτιά του ο Πατήρ Ιωακείμ ο Σπετσέρης την
βρήκε και την αντέγραψε. Θα την διαβάσουμε όπως ακριβώς είναι
γραμμένη: Προς τους ερωτώντας πόθεν παρακινηθείς μνημονεύω
κατ'όνομα και εξάγω μερίδας εις την Προσκομιδήν εις τας
καθ'εκάστην τελουμένας Λειτουργίας. Κατά το έτος 1843 από των
Ιβήρων ήλθομεν εις την μονήν Διονυσίου ησυχάζοντες άνωθεν της
μονής εις το κάθισμαν έχον Εκκλησία του Αγίου Ιακώβου του
Αδελφοθέου η οποία ήτο παλαιά. Και είπε ο Γέροντας μου τω
ηγουμένω αν εκείνωσεν αυτή εκ θεμελίων και ήλθεν Αρχιερεύς να
την εγκαινιάσει. Και το εσπέρας ήλθεν εις ιερομόναχος της μονής
και έρραψεν τας ποδιάς της Θείας Τραπέζης και της Προσκομιδής
και έβρασε τα μίγματα τα απαραίτητα για τα εγκαίνια. Και το πρωί
μετά τα εγκαίνια και την Λειτουργίαν είπε προς τον Γέροντά μου:
- Παρακαλώ να δώσεις μερικά ονόματα του παπα-Σάββα επειδή κάμνει
κάθε ημέρα Λειτουργία να τα μνημονεύει σαράντα ημέρας εις την
Προσκομιδήν. Και έγραψεν ο Αρχιερεύς εις ένα χαρτί 62 ονόματα
και εις το τέλος έγραψε και όσα έδωκεν ελεημοσύνη τον
παπα-Στέφανον. Και αφού τα εμνημόνευσα τας 39 ημέρας την ημέρα
όπου θα εγίνοντο 40 ακουμβών εις το αναλόγιο και περιμένων να
έλθει ο Γέροντάς μου να πάρω καιρόν διά να λειτουργήσω
απεκοιμήθην. Και βλέπω εις τον ύπνον μου ότι ήμην ήδη φορεμένος
την ιερατικήν μου στολήν άπασα και ιστάμενος έμπροσθεν της Αγίας
Τραπέζης, κείτο επάνω της Αγίας Τραπέζης ο Αγιος Δίσκος της
Λειτουργίας γεμάτος με Αίμα του Χριστού. Βλέπω να έρχεται ο
παπα-Στέφανος, όχι εγώ βέβαια, και παίρνει το χαρτί από την
Προσκομιδή και την λαβίδα και ήλθε εις την Αγία Τράπεζα. Και
βάλει το χαρτί με τα 62 ονόματα επάνω κοντά εις τον Αγιον Δίσκο
και βουτά την λαβίδα εις το Αίμα του Χριστού και σβήνει ένα
όνομα. Και πάλι βουτά και σβήνει έως ότου ετελείωσαν όλα και
εκαθάρισε το χαρτί. Εξύπνησα κι εγώ και ήλθεν ο Γέροντάς μου
και του είπον και μου είπε: - Δεν σου είπα να μην πιστεύεις στα
όνειρα; Και μετά τη Λειτουργία μου είπε: - Εσύ δεν είσε άξιον να
συγχωρεθούν αι αμαρτίαι εκείνων. Με την πίστιν έλαβον την άφεσιν
των αμαρτιών. Δια τούτο και σβήνεται το όνομα. Αυτή είναι η
αιτία που μνημονεύω τα ονόματα όλων. Το παράδειγμα του
παπα-Σάββα ας ενισχύσει μέσα μας εμάς τους Ιερείς του 1993.
Αυτή λοιπόν ήτο η λειτουργική ζωή του παπα-Σάββα του
Πνευματικού. Πιστεύω πως όμοια ήτο και του Πατρός Γεωργίου
Καρσλίδη, του Πατρός Φιλοθέου Ζερβάκου, του παπα-Τύχωνα, του
Πατρός Αμφιλοχίου Μακρή, του πατρός Ιακώβου του Οσίου Δαυείδ της
Ευβοίας, του Πατρός Δημητρίου Γκαγκαστάδη και πολλών άλλων ων
ουκ έστι αριθμός και εξαιρώ ασφαλώς όλους εκείνους που πρόσφατα
ανακηρύχτηκαν Αγιοι όπως ο Πατήρ Ανθιμος από τη Χίο, ο
παπα-Νικόλας ο Πλανάς και άλλοι πολλοί.

****************************************************

46Α Αυτός που έχασε τον αδελφό του και τον πατέρα του ξαφνικά

Πριν από μερικές ημέρες ένας νεαρός, 22 ετών περίπου ήταν, μου
διηγήθηκε τα εξής: Πέρυσι τον Αύγουστο είχε τη συνήθεια ο
αδελφός του, που ήταν 25 χρονών περίπου, να κοιμάται το
καλοκαίρι πάνω στην ταράτσα της πολυκατοικίας. Ενα πρωινό τον
περίμεναν να κατέβει για να πιει το πρωινό του ρόφημα, τον καφέ
του, και να φύγει στη δουλειά και δεν κατέβηκε. Ανησύχησαν
λοιπόν, ανέβηκαν πάνω στην ταράτσα και τον βρήκαν νεκρό. 25
χρονών. Διαπιστώθη ότι είχε πάθει ανακοπή. Σε τρεις μήνες
ακριβώς ετοιμάζονταν να κάνουν τα τρίμηνα του 25χρονου εκείνου
νέου. 52 χρονών ο πατέρας κατά τον ίδιον τρόπο, ανακοπή, πάει
και αυτός. Από τον Οκτώβριο μέχρι το Μάρτιο και πριν λίγες μέρες
βλέπει ο νεαρός αυτός στον ύπνο του τον πατέρα του και τον
αδελφό του μέσα σε έναν βούρκο, φοβερός βούρκος, μαύρος,
λασπώδης, πηχτός, μέχρι το λαιμό, να προσπαθούν να βγουν έξω και
όπως ήταν έτσι καταβρώμικοι και λασπωμένοι, με τα πρόσωπα
αγριεμένα, μέσα σε ένα απέραντο φοβερό σκοτάδι - πώς τα έβλεπε
δεν ξέρω από πού - αρπάχτηκαν και τραβούσαν από τα ρούχα το γιο
και τον αδελφό και φώναζαν: - Βοήθεια, γιε μου, βοήθεια, σώσε
μας. - Αδελφέ μου, βοήθεια σώσε με. Και οι δύο με τρομαγμένες
φωνές ζητούσαν βοήθεια. Του ξέσκισαν τα ρούχα, σχεδόν τον
κατασπάραξαν. Στον ύπνο του αυτά. Ξύπνησε τρομαγμένος. Βλέπει το
δωμάτιο όλο γεμάτο από σκιές ανθρώπινες που του ζητούσαν
βοήθεια. Κατατρομαγμένος άρχισε να φωνάζει. Ουρλιάζοντας βγήκε
από το δωμάτιο, ξύπνησαν όλοι βέβαια. Από τότε δεν μπορούσε να
συνέλθει. Πέρασαν αρκετές ημέρες και ήρθε στο Πετραχείλι του
Πνευματικού. Η Εκκλησία βέβαια έκανε το καθήκον της. Εδειξε και
στο νεαρό ποιο είναι το καθήκον: να ξεπλυθεί ο ίδιος, να μπει
στο δρόμο του Θεού και του υπέδειξε και τους τρόπους με τους
οποίους θα μπορούσαν να βοηθηθούν οι ψυχές του αδελφού και του
πατρός. Οσοι από μας βρίσκονται από την ηλικία των 25 ετών
μέχρι των 52 και παραπάνω, είστε βέβαιοι, και εγώ είμαι βέβαιος,
ότι σήμερα το βράδυ δεν θα πάθουμε ανακοπή; Και αν πάθουμε
ανακοπή είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τον δίκαιον Κριτήν
Θεόν;

*****************************************************

46Α Ο Πατήρ Πανάρετος και η εύρεσις Αγίου λειψάνου Ενας
ευλαβέστατος παπα-καλόγερος.

Μεταξύ της περιοχής της Μεγίστης Λαύρας και των Καυσοκαλυβίων
ζούσε πριν από πολλά χρόνια ένας μοναχός σε μεγάλη ηλικία, ένα
γεροντάκι, ο Πατήρ Πανάρετος. Κάποτε λοιπόν του ήρθε η σκέψις,
ο λογισμός όπως λένε οι μοναχοί, να κάνει εκεί μπροστά στο
καλυβάκι του έναν μικρό κήπο και για να ασκείται σωματικά λιγάκι
αλλά και για μια παράκληση, ανακούφιση. Αν έβαζε ένα κρεμμυδάκι,
ένα μαρουλάκι στην απαράκλητο εκείνη έρημο μια και είπαμε ότι
ζούσε στα Καυσοκαλύβια, που είναι φοβερός ο τόπος εκείνος. Μετά
από αγώνα και ιδρώτα πολλών ημερών για να σκάψει το πετρώδες
εκείνο μέρος αισθάνθηκε μια μέρα ότι η τσάπα του χτύπησε πάνω σε
μια πλάκα. Με πολύ βέβαια κόπο κατόρθωσε να την ανασηκώσε για να
δει τι είναι από κάτω. Και τι βλέπει λοιπόν; Εναν τάφο με ένα
λείψανο ολοζώντανο, έναν Ιερέα ενδεδυμένο με όλα του τα Ιερατικά
Αμφια. Σαν να είχε ενταφιαστεί την προηγουμένη ημέρα, τόσο
ζωντανός ήταν. Ο τάφος δε και το άγιο λείψανο ανέδιδε μια
θαυμάσια υπερκόσμια άρρητη ευωδία. Συγχρόνως απλώθηκε άπλετο
παράδοξο λευκότατο φως και κάλυψε και τον τάφο και την γύρω
περιοχή. 50 χρόνια ασκήτευε εκεί στα Καυσοκαλύβια ο Πατήρ
Πανάρετος αλλά δεν είχε ακούσει για τη ζωή ή για το θάνατο
κάποιου Αγίου ερημίτου, όπως ήταν ο Αγιος αυτός που αντίκρυζε
μέσα στον τάφο. Μετά την πρώτη έκπληξη άρχιζε να κλαίει
προσευχόμενος. - Αγιε του Θεού, φανέρωσέ μου σε παρακαλώ ποιος
είσαι, πόσα χρόνια έζησες εδώ στην έρημο. Και επιπλέον και σε
ευχαριστώ διότι με αξίωσες εμένα τον ανάξιο και τον αμαρτωλό να
φανερώσεις σε εμένα την αγιοσύνη σου. Αγρύπνησε όλη τη νύχτα ο
ευλαβέστατος εκείνος γέρος στην προσευχή και εσκέπτετο αυτό το
γεγονός βέβαια να το αναφέρει στη μονή της Μεγίστης Λαύρας.
Ε,
από την πολλή αγρυπνία κουράστηκε και το πρωί σαν να
λαγοκοιμήθηκε. Οπότε έκπληκτος βλέπει τον άγνωστο Αγιο μέσα σε
λάμψη μυρίων αστραπών ενώ συγχρόνως τον εκύκλωσε πλήθος Αγγέλων
που έψελλαν όλοι μαζί μελωδικότατα τον Τρισάγιο ύμνο "Αγιος,
Αγιος, Αγιος, Κύριος Σαβαώθ". Και τότε του μίλησε ο Αγιος, ο
οποίος σε αυστηρό τόνο αλλά με πολύ γλυκιά φωνή τον ρώτησε: - Τι
σκέπτεσαι να κάνεις, αββά; - Αγιε του Θεού, είχα το λογισμό, του
είπε βέβαια, να ειδοποιήσω το μοναστήρι της Λαύρας, να έρθουν να
σε πάρουν διότι είσαι εδώ λησμονημένος και περιφρονημένος και να
σε γνωρίσει το πλήρωμα του Αγίου Ορους και ολόκληρος η
Ορθοδοξία, απάντησε έντρομος. Και αμέσως η φωνή του Αγίου: -
Δεν κάναμε μαζί τους αγώνες. Και πώς εσύ θέλεις να ρυθμίσεις και
να μετακομίσεις το λείψανό μου; Εγώ αγωνίστηκα εδώ πέρα 50 και
παραπάνω χρόνια. Βάλε με σε παρακαλώ στη θέση μου. Και
τοποθέτησε την πλάκα στον τάφο. Και δεν θα φανερώσεις όσο ζεις
σε κανέναν απολύτως τίποτε. Συνήλθε ο Γέρων Πανάρετος, εκάλυψε
τον τάφο και ησύχασε πάντοτε προσευχόμενος εις τον ανώνυμο
εκείνο Αγιο. Οταν γήρασε ήλθε και κατώκησε στα Καυσοκαλύβια και
λίγο προ του θανάτου του εγνωστοποίησε το γεγονός στους Πατέρες
και σε έναν υποτακτικό που είχε χωρίς όμως να φανερώσει την
τοποθεσία όπως επίσης και άλλες λεπτομέρειες. Ετσι παρέμεινε
άγνωστος. Το γεγονός αυτό όμως το περιγράφει το βιβλίο "Αθωνικόν
Γεροντικόν".

Ενας παπα-καλόγερος, Ιερεύς δηλαδή καλόγερος, τόσο πολύ
κατενύχθη από τη διήγηση αυτή ώστε από εκείνην την ημέρα μέχρι
της κοιμήσεώς του λειτουργούσε κάθε μέρα σε ένα απέριττο εκεί
Εκκλησάκι. Από δε τον Χερουβεικόν Υμνο και μετά, όπως
διηγούνται, έβρεχε το δάπεδο του Αγίου Βήματος με ποταμούς
δακρύων. Γινόταν λάσπη το έδαφος διότι το Ιερόν Βήμα ήταν από
χώμα. Πολλές φορές του ήτο αδύνατο από την πολλή κατάνυξη να
σηκώσει τα Τίμια Δώρα και να κάνει τη Μεγάλη Είσοδο. Τα Αμφιά
του, το Φελόνι του μπροστά, το Πετραχειλάκι του, το Στιχάρι
εγίνοντο μούσκεμα από το πλήθος των δακρύων. Από τότε άρχισε να
αποκτά μια παράξενη συντριβή, μια συντριβή που ως ταπεινόν
φρόνημα, ταπεινή έγινε η κίνησις, ταπεινός ο λόγος, ταπεινή η
συμπεριφορά, όλα. Επεκτείνετο και προς τους γύρω. Και οι μοναχοί
των γύρω Σκήτεων και οι κοσμικοί έβλεπαν μπροστά τους συνεχώς
έναν συντετριμμένο παππούλη. Και η θέα αυτή, και η όψις του αυτή
ήταν για όλους πάρα πολύ ωφέλιμη. Εδιδάσκονταν όλοι σιωπηλά από
την ταπείνωση.

****************************************************

46Α Ποίησόν με Κυρηναίον.

Μου διηγείτο κάποτε ένας Ιερεύς ότι σε μια Προηγιασμένη Θεία
Λειτουργεία όταν έκαμε τη σιωπηλή αυτή Είσοδο με τα Αγια των
Αγίων στα χέρια τα ένιωσε να βαραίνουν πολύ, να γίνονται ασήκωτα
όπως τα κρατούσε. Λύγισε από το βάρος και στη μέση του Ναού
σχεδόν γονάτισε. Τρόμος τον έπιασε, τον κατέλαβε μην τυχόν και
πέσουν από τα χέρια του τα Τίμια Δώρα. Και κλαίγοντας - έκλαιγε
και ο κόσμος - άρχισε σιωπηλά να Τον παρακαλεί, να Τον ικετεύει
να του δώσε τη δύναμη να σηκωθεί, να συνεχίσει. - Ο Θεός μου,
φώναζε, ιλάσθητι μοι τω αμαρτωλώ. Ουκ ειμί άξιος κληθήναι
Λειτουργός Σου αλλά ποίησόν με Κυρηναίον Σου ίνα άρω τον Σταυρόν
του Τιμίου Σώματος και Αίματος Σου. Κυρηναίον, Κύριε, Κυρηναίον,
Κύριε, Κυρηναίον, Κύριε. Και επειδή το φώναζε κάπως δυνατά το
επαναλάμβανε και ο κόσμος μαζί του. Και σαν να πήρε δυνάμεις και
σιγά σιγά με μεγάλο κόπο και ιερά συγκίνηση και πολλά δάκρυα
έφερε τα Αγια των Αγίων πάνω στην Αγία Τράπεζα. Ο τόπος έλαμψε
και μυριάδες Αγγέλων έψαλλαν θριαμβευτικές δοξολογίες για την
Είσοδον του Μεγάλου Βασιλέως. Και εκείνος παρέμεινε άφωνος,
συγκινημένος, συνεπαρμένος, αγνώριστος από τις Θείες αλλοιώσεις.
Τι μέγιστον θαύμα ο καθαρός και άγιος Λειτουργός του Υψίστου!
Και δυστυχώς ουδέποτε εγώ ο ελεεινός.

**************************************************

46Α Ο πατήρ Ευλόγιος και το θυμιάτισμα των Αγγέλων

Ενας Γέροντας ονόματι Πατήρ Ευλόγιος που εκοιμήθη το 1948
απεκάλυψε στον υποτακτικό του ότι σε μια γιορτή της Παναγίας και
στη Μεγάλη Είσοδο της Θείας Λειτουργίας που εγίνετο στο
εκκλησάκι ενός κελλιού της Σκήτης που ασκήτευε είδε πλήθος
Αγγέλων να μαζεύονται μέσα στο εκκλησάκι και να θυμιατίζουν όλοι
μαζί με θυμιατά τον Ιερέα που εισόδευε. Αλλά ξαφνικά τι βλέπει!
Τα μάτια του έτσι μήπως πλανήθηκαν, μήπως δεν βλέπει καλά, όχι
όμως η καρδιά του είναι χαρούμενη και χτυπά πολύ γλυκά από την
ιερά συγκίνηση που ζει. - Αλήθεια τι βλέπει; θα ρωτήσετε. Τι
είδε εκείνη τη στιγμή; Την Υπεραγία Θεοτόκο να κρατάει στα χέρια
της ένα ωραιότατο ουράνιο πέπλο με το οποίον σκέπαζε τον Ιερέα
και τα Τίμια Δώρα, τον Βασιλέα των όλων. Το θυμιάτισμα λοιπόν
των Αγγέλων προς αυτήν τη μεγαλοπρεπή και ακατάληπτη σκηνή
κατευθήνετο. Ολο το εκκλησάκι λαμποκοπούσε από φως, από
γλυκύτητα, από υπερκόσμια ευωδία, από εξαίσια ομορφιά και
λαμπρότητα. Τελείωσε η Είσοδος και όλα ήσυχα και ειρηνικά όπως
πρώτα. Μια ακατάληπτη γλυκύτητα και γαλήνη κυριάρχησε μέσα του
στο μικρό εκκλησάκι, σε όλη τη Σκήτη, σε όλη τη φύση.

****************************************************

46Β Κανόνας μοναχής για τον κεκοιμημένο πατέρα της

Κάποια μοναχή πριν από χρόνια με παρεκάλεσε να της δώσω κάποιον
κανόνα ώστε με αυτόν να μπορεί να βοηθά λίγο τον πατέρα της που
είχε πεθάνει χωρίς να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει. Βέβαια οι
μνημονεύσεις στη Θεία Λειτουργία εγίνοντο πάντοτε καθώς επίσης
μνημόσυνα, Τρισάγια κτλ. Ζητούσε όμως κάτι περισσότερο για να το
κάνει από μόνη της. Λαμβάνοντας αφορμή από τον Πατέρα Εφραίμ τον
Κατουνακιώτη, τα πόσα είχε κάνει για τον Γέροντά του εκτός της
Θείας Λειτουργίας, διότι ως γνωστόν είχε κάμει 39
σαρανταλείτουργα συνεχόμενα, της συνέστησα και τα εξής: Να
διαβάζει κάθε βράδυ εκτός Κυριακής τον Κανόνα και μόνον τον
Κανόνα από το πρώτο Μεγάλο Ψυχοσάββατο του Τριωδίου και σε κάθε
ωδή να αναφέρει το όνομά του για να τύχει του ελέους του αγίου
Θεού. Επίσης της είπα να προσθέσει κατά δύναμιν ορισμένες
στρωτές μετάνοιες καθώς και σταυρωτά κομποσχοίνια. Μετά πάροδο
περίπου 6-7 μηνών, μετά από κάποια πρωινή Ακολουθία, η εν λόγω
μοναχή πήγε στο κελλί της για ημίωρη ανάπαυση. Και λέγοντας την
ευχούλα ξαφνικά, απροσδόκητα βρέθηκε στο σπίτι της. Εκεί στην
κουζίνα είδε τον πατέρα της περίλυπο, θλιμμένο. Το πρόσωπό του
είχε έναν απέραντο πόνο. Σημειωτέο ότι η μοναχή και στον κανόνα
που έκανε και στη Θεία Λειτουργία όταν μνημόνευε την ψυχή του
ένιωθε μέσα της μια αγωνία μεταφυσική, όπως έτσι μπόρεσε λίγο να
την χαρακτηρίσει, που συνοδεύετο από πολλή θλίψη, λες και ένιωθε
τον αγώνα ή την αγωνία της ψυχής του. Μόλις τον είδε έτσι τόσο
περίλυπο, τον πλησιάζει και τον ρωτά: - Πατέρα, πώς είσαι; Τι
κάνεις; Είσαι καλά εκεί που βρίσκεσαι τώρα; Της απάντησε με πολύ
σιγανή φωνή ότι είναι σε μέρος σκοτεινό, απαίσιο, χωρίς άνεση,
χωρίς παρηγοριά, χωρίς ελπίδα, τόπος απαρηγόρητος, θλιβερός,
σκοτεινός. Ακούσατε τι είπε; Χωρίς ελπίδα, χωρίς παρηγοριά. -
Μα γιατί, πατέρα, ξαναρωτά η κόρη του η μοναχή; Εκεί δεν έχεις
φως, δεν βλέπετε κι εσείς τον Θεόν να χαίρεστε, να
ανακουφίζεστε; Και εκείνος απαντά θλιμμένα; - Αλλοι είναι αυτοί
που βλέπουν τον Θεόν και χαίρονται μέσα στο φως. Βρίσκονται σε
άλλον τόπο. Εμείς χωρίς φως, χωρίς χαρά, χωρίς παρηγοριά, χωρίς
καμμιά ελπίδα. Και άρχισε να κλαίει εκείνος ο άντρακλας των ένα
και ενενήντα. Εκλαιγε ο άνθρωπος που ουδέποτε τον είχε δει να
κλαίει ή να συγκινείται. Σχίσθηκε η καρδιά της από αυτό το θέαμα
και τον ρώτησε: - Πατέρα, πες μου πώς μπορώ να σε βοηθήσω; Τι να
κάνω για σένα; Τότε εκείνος της έβαλε μια βαθειά μετάνοια και
της φίλησε το χέρι πριν προλάβει να το τραβήξει και με μάτια που
συνεχώς τρέχανε της είπε: - Σε ευχαριστώ, παιδί μου, για τον
Κανόνα που μου διαβάζεις και για όσα κάνεις για μένα. Πολύ με
ανακουφίζουν, πολύ. Αμέσως εξαφανίστηκε και η μοναχή βρέθηκε
πάλι στο κελλάκι της έχοντας στο δεξί της χέρι την αίσθηση της
αφής από το φίλημα του πατέρα και τότε εκείνη ανεφώνησε: - Ω
Κύριε, ο των όλων Βασιλεύς και Κύριος, ο Θεός και Πατέρας ζώντων
τε και κεκοιμημένων ελέησε τον πατέρα μου. Τέκνα εν Κυρίω
αγαπημένα αν θέλετε περισσότερα για τους κεκοιμημένους θα πρέπει
να ακούσετε ξανά την 42η ομιλία μας.

**************************************************

47Α Η εμφάνιση του Αγίου Χαραλάμπου στη λειτουργία με τον
Χατζεφεντή

Κάποτε στα Φάρασα της Καππαδοκίας που ήτο Ιερεύς ο πατήρ
Αρσένιος, αυτός που ανακηρύχθηκε Αγιος από την Εκκλησία μας το
1985 - είναι Αγιος των ημερών μας, διότι εκοιμήθη το 1924.
Κάποτε λοιπόν στη μνήμη του Αγίου Χαραλάμπους, όπως διηγείται ο
ψάλτης του, ο Πρόδρομος, μετέβησαν στην Παναγία του Κάντζι, ήταν
μια τοποθεσία εκεί στα Φάρασα, ο πατήρ Αρσένιος, ο ψάλτης και
μερικοί ελάχιστοι χριστιανοί για να κάνουν μια αγρυπνία. Συχνά
έβγαινε κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας ο πατήρ Αρσένιος και
βοηθούσε στο ψάλσιμο και στις αναγνώσεις. Στους Αίνους, που
τους έψαλλαν μαζί, ξαφνικά, βλέπει ο κυρ Πρόδρομος ο ψάλτης στο
απέναντι αναλόγιο έναν ασπρομάλλη γεροντάκο πάνω από 100 χρονών
με μακριά γενειάδα να είναι σκυφτός, να ακουμπά πάνω σε μια
πατερίτσα και να προσεύχεται. Ο ψάλτης τα'χασε και άρχισε να
τρέμει. Ο πατήρ Αρσένιος τον ρώτησε: - Μήπως κρυώνεις; Εκείνος
είπε όχι και του έδειξε τον ασπρομάλλη γέροντα. Ο Χαντζεφεντής,
έτσι τον έλεγαν και τον φώναζαν, τον Πατέρα Αρσένιο, τον τωρινό
Οσιο, δεν ταράχθηκε καθόλου και απευθυνόμενος με σεβασμό στον
ασπρομάλλη γέροντα τον προσκάλεσε να ψάλλουν μαζί. Εκείνος δεν
απάντησε, έκανε ένα νόημα να συνεχίσουν μόνοι τους. Προχώρησαν
στη Θεία Λειτουργία και μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων ο
γεροντάκος σιγά σιγά, αφού έκανε το σταυρό του, γύρισε και
άρχισε να φεύγει από το Ναό. Οι πέντε εξι χριστιανοί μαζί με τον
ψάλτη τον παρακολουθούσαν. Βγαίνοντας από την Εκκλησία τον
είδαν όλοι τους να εξαφανίζεται μέσα στα νερά της παρακείμενης
μικρής λιμνούλας του Αγιασμού, της φιάλης όπως λέγεται, που
ευρίσκετο στο προαύλιο της Εκκλησίας. Πολλά μοναστήρια αλλα και
μερικοί Ναοί εδώ στις μεγάλες πολιτείες έχουν τέτοιες μικρές
πέτρινες φιάλες όπου τελείται ο Μεγάλος Αγιασμός των Θεοφανείων,
μερικές φορές και ο Μικρός. Φαίνεται λοιπόν πως μέσα είχε νερό,
ίσως από βροχή, δεν ξέρουμε από τι. Ε, μέσα σε αυτό το νερό
βυθίστηκε και εξαφανίστηκε ο γεροντάκος. Τα νερά ταράχτηκαν τόσο
πολύ που πετάχτηκαν και μέσα στο Ναό, πιτσίλισαν το Ναό. Ο
Χατζεφεντής και Οσιος νυν είπε ότι ήτο ο Αγιος Χαράλαμπος.
Τελείωσε η Θεία Λειτουργία το πρωί και όταν πήγαν στο χωριό, στα
Φάρασα, διηγήθηκαν το παράδοξο αυτό θαύμα. Σχεδόν όλοι οι
Φαρασιώτες έτρεξαν στο Εκκλησάκι της Παναγίας και πήραν με
ευλάβεια πολλή από το αγιασμένο αυτό νερό που αγιάστηκε με το
τόσο παράδοξο αυτό θαύμα.

*******************************************

47Α Ο Μέγας Ευθύμιος και ο Πατέρας Δομετιανός

Μια Κυριακή λειτουργούσε ο Μέγας Ευθύμιος μαζί με έναν άλλο
Ιερέα, τον υποτακτικό του, τον Πατέρα Δομετιανό. Τελείωσαν τα
Αναγνώσματα και η Εκτενής δέησις και άρχισε ο Χερουβεικός ύμνος.
Και τότε, τι συνέβη τότε, ένα φοβερόν και καταπληκτικόν θαύμα.
Ολοι οι παρευρισκόμενοι μοναχοί ανεξαιρέτως όλοι είδαν ξαφνικά
να κατεβαίνει από ψηλά, από τον τρούλο του Ναού μια τεράστια
φλόγα σαν ένα απλωμένο σεντόνι, σαν ένα πυρακτωμένο σύννεφο και
να περιβάλλει τον Μέγα Ευθύμιο μαζί με τον Πατέρα Δομετιανό μέσα
στο Ιερό. Φοβερόν το θέαμα και ακόμα φοβερότερον όταν τους είδαν
να πραγματοποιούν τη Μεγάλη Είσοδο κυκλωμένους από τις φλόγες,
να κινούνται μέσα σε αυτές και μαζί με αυτές. Επεσαν όλοι
μπρούμυτα γιατί δεν μπορούσαν να αντέξουν το φως και την
λαμπρότητα των φλογών που τύλιγαν τους δύο αξίους εκείνους
Λειτουργούς. Για θυμηθείτε το Ορος Θαβώρ, τη Μεταμόρφωση του
Κυρίου. Μόλις περιέλαμψεν εκείνο το φως και έλαμψεν το πρόσωπον
του Κυρίου σαν τον ήλιο και ότε εγένετο τα ιμάτιά του λευκά ως
το φως θαμπώθηκαν οι τρεις μαθηταί και έπεσαν κάτω μπρούμυτα.
Θα μπορούσα να φωνάξω: "Ω της αθλιότητος ημών των νεωτέρων και
σημερινών κληρικών και ειδικά εμού του αναξίου". Οι δύο
Λειτουργοί φλογοφόροι και φωτοφόροι παρέμειναν σε αυτήν την
κατάσταση μέχρι το τέλος της Θείας Λειτουργίας. Εκείνο το όντως
φοβερό ήτο όταν ήλθε η στιγμή της Θείας Κοινωνίας των μοναχών.
Πώς πήγαν να κοινωνήσουν βλέποντας αυτό το φοβερό θέαμα; Τα
πόδια τους έτρεμαν, θαμπωμένοι στα μάτια, με έκπληξη εσωτερική,
με έκσταση του νου, βέβαια και με ειρήνη και αγαλλίαση στην
καρδιά. Ο Ουρανός, ο Παράδεισος, η Θριαμβεύουσα Εκκλησία, η Ανω
Ιερουσαλήμ, η δόξα του Χριστού μας όλα ήσαν παρόντα, όλα μέσα
τους και όλα μέσα μας. Γιατί έτσι γίνεται έστω και αν δεν τα
βλέπουμε. Ακατάληπτη η ωραιότης και ανέκφραστη η μακαριότης που
εβιώθη από τους παρόντας εκείνης της Θείας Λατρείας. Πώς να
περιγράψει εκείνα ο οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσεν. Και
όμως και είδαν και άκουσαν και εβίωσαν όσα επέτρεψεν ο Θεός στα
εκλεκτά εκείνα έμψυχα οστράκινα σκεύη.

**********************************************

47Α Ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς και το θυμιάτισμα στην Ενάτη

Κάποτε ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς, ο Οσιος παπα-Νικόλας ο Πλανάς,
θυμιάτιζε την ώρα της Ενάτης, όταν έψελναν οι ψαλτάδες "Την
Τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των
Σεραφείμ". Πέρασε από μια κυρία και δεν την θυμιάτισε, ήταν στα
πλαϊνά στασίδια. Δεν την θυμιάτισε καθόλου, πέρασε απλώς δίπλα
της. Υστερα από δυο στασίδια ήταν ένα άδειο. Κάθισε εκεί και το
θυμιάτισε πέντε έξι φορές και έφυγε. Τελείωσε η Θεία Λειτουργία,
πάει αυτή η κυρία και του λέει: - Ε, παπα-Νικόλα, στην Ενάτη δεν
με θύμιασες και πήγες και θύμιαζες το αδειανό στασίδι. - Εμ,
κυρα-Περσεφόνη, της λέει, δεν ήσουνα εκεί. Στο άδειο όμως
στασίδι είναι το στασίδι της κυρα-Μαρίας που είναι άρρωστη.
Εκείνη άρρωστη στο σπίτι με την καρδιά της και με το νου της
ήταν εδώ. Εσύ ήσουν με το σώμα εδώ αλλά με το νου ήσουν στα
γίδια.

****************************************

47Β Το Θαύμα της Αγίας Σκέπης

Στη γιορτή της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου που εορτάζεται την 1η
Οκτωβρίου και αργότερα μετατέθηκε με απόφαση της Εκκλησίας μας
στις 28 Οκτωβρίου αντλεί η γιορτή αυτή την υπόθεσή της από τον
βίο του Οσίου Ανδρέου του διά Χριστόν σαλού. Πολύ πιθανόν να
έχετε διαβάσει το θαύμα, θα το επαναλάβουμε για εκείνους που δεν
το ξέρουν. Ο τρόπος με τον οποίο εμφανίστηκε η Υπεραγία Θεοτόκος
στον Οσιο Ανδρέα σε μια αγρυπνία έγινε αφορμή για να καθιερωθεί
η γιορτή αυτή της Παναγίας, της Αγίας Σκέπης. Το γεγονός συνέβη
στο παρεκκλήσι της Αγίας Σωρού, παραπλεύρως όπως είπαμε και σε
άλλη διήγηση του Ιερού Ναού της Παναγίας των Βλαχερνών. Μέσα σε
αυτό το παρεκκλησάκι της Αγίας Σωρού που σήμερα δεν υπάρχει,
υπάρχουν μόνο ερείπια, εφυλάσσοντο η Τιμία Εσθήτα της Παναγίας,
ο Πέπλος και μέρος της Ζώνης της Θεοτόκου. Στο παρεκκλήσιο αυτό
γινόταν κάποτε μια ολονυκτία, μια αγρυπνία. Επήγε λοιπόν εκεί να
προσευχηθεί ο Οσιος Ανδρέας μαζί με τον μαθητή του τον Αγιο
Επιφάνιο. Ηταν περίπου 10-11 το βράδυ, οπότε ο Οσιος βλέπει την
Υπεραγία Θεοτόκο να προχωρεί από τις βασιλικές πύλες προς το
Αγιον Θυσιαστήριον μέσα από το κέντρο του Ναού. Αστραψε ο Ναός,
λαμπροφορέθηκε ο τόπος. Υπερακατάληπτος ευωδία πλημμύρισε τους
πάντες. Φαινόταν πολύ ψηλή, είχε λαμπρή τιμητική συνοδεία
λευκοφόρων Αγίων. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν ο Τίμιος Πρόδρομος και
ο Αγιος Ιωάννης ο Θεολόγος που θα γιορτάσουμε μεθαύριο το
Σάββατο και οι οποίοι βάδιζαν δεξιά και αριστερά της και από
τους λευκοφορεμένους αυτούς Αγίους άλλοι προπορεύονταν και άλλοι
ακολουθούσαν ψάλλοντας ύμνους, άσματα πνευματικά, Τρισάγιους
ύμνους αλλά και Θεομητερικούς όπως το "Αξιον Εστί", το "Θεοτόκε
Παρθένε" και άλλα πολλά. Ολοι αυτοί η υπέροχη και υπέρλαμπρη
συνοδεία περιεβάλλετο από πλήθος Αγγέλων που θυμίαζαν
ακαταλήπτως την Παναγία μας, τους παρευρισκομένους, τους
χριστιανούς και το Αγιον Θυσιαστήριον. Οταν πλησίασαν στον
Αμβωνα είπε ο Οσιος Ανδρέας στον Αγιο Επιφάνιο: - Βλέπεις, παιδί
μου, την Κυρία και Δέσποινα του κόσμου του παντός; - Ναι, Πάτερ,
αποκρίθηκε ο νέος. Η Θεοτόκος την ώρα εκείνη γονάτισε και
προσευχήθηκε για πολλή ώρα. Παρακαλούσε τον Υιόν της και Θεόν
της για τη σωτηρία του κόσμου και έβρεχε με δάκρυα το πρόσωπό
της. Υστερα μπήκε στο Πανάγιο Θυσιαστήριο και προσευχήθηκε για
τους πιστούς που αγρυπνούσαν εκείνη τη νύχτα και πάλι για όλους
τους χριστιανούς και για όλον τον κόσμο. Οταν τελείωσε η δέησή
της με μια κίνηση χαριτωμένη και σεμνή έβγαλε από την πανάχραντη
κεφαλή της το αστραφτερό μαφόριο και το άπλωσε σαν σκέπη με τα
πανάγια χέρια της πάνω σε ολόκληρο το εκκλησίασμα. Εγινε τόσο
μεγάλο αυτό που απλώθηκε σε όλον τον Ναό. Ετσι απλωμένο το
έβλεπαν και οι δυό τους για πολλή ώρα να εκπέμπει Θεϊκή δόξα και
λαμπρότητα πολλή. Οσο εφαίνετο η Θεοτόκος φαινόταν και αυτό το
ιερό μαφόριο να σκορπίζει τη χάρη του. Οταν εκείνη άρχισε να
ανεβαίνει στον Ουρανό μαζί με τη συνοδεία της άρχιζε και εκείνο
να συστέλλεται λίγο λίγο και να χάνεται και αυτό στα βάθη του
Ουρανού. Τα πάντα είχαν περιεβληθεί με ανείπωτη ωραιότητα και
Θείον κάλλος. Οπως και σε μια προηγούμενη διήγησή μας, σε άλλη
ομιλία μας με τον χαρτουλάριο, έτσι και στη σημερινή με τον Οσιο
Ανδρέα τον διά Χριστόν σαλό στον ίδιο Ναό της Αγίας Σωρού είδαμε
Διακόνους και Αγγέλους να θυμιατίζουν τον Ιερό Ναό. Την πρώτη
φορά θυμιάτισαν εκείνο το σκευοφυλάκιον όπου εφυλάσσοντο τα
Τίμια Σκεύη της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εδώ θυμιάτισαν και τον Ναό
και τους Ιερείς και το Θυσιαστήριον.

****************************************

48Α Από τη 12η ομιλία της "Νηπτικής Θεωρίας"

Κάποιος αδελφός, γράφει, ήρθε εις έκσταση και είδε έναν
λαμπρότατο ουράνιο Ναό. Στο κέντρο του Ναού ήτο ένας
μεγαλοπρεπής και δοξασμένος Αρχιερεύς, ενδεδυμένος με πλήρη
Αρχιερατική στολή όπως την ξέρουμε σήμερα, όπως είναι εκεί
αγιογραφημένη. Ηταν τόση η απαστράπτουσα λαμπρότητα της στολής
του μεγάλου αυτού Αρχιερέως ώστε του δέθηκε η γλώσσα. Κανένα
στόμα ανθρώπινο δεν θα μπορούσε να περιγράψει την ουράνια
ομορφιά και ωραιότητα του θείου εκείνου προσώπου. Ετσι παρέμεινε
άφωνος και εκστατικός. Γύρω από τον ουράνιον αυτόν και θείον
Αρχιερέα παρεστέκοντο ένα πλήθος λευκοφορεμένων και λαμπροφόρων
ιερωμένων. Πολλοί εξ αυτών ήσαν Διάκονοι που κρατούσαν στα χέρια
τους ανεκδιήγητα θυμιατά. Προσέξτε τη φράση που λέει:
ανεκδιήγητα θυμιατά, με τα οποία εθυμίαζαν τον θείο Αρχιερέα. Οι
δε λοιποί ήσαν Ιερείς με πρόσωπα φωτοφόρα, σεβάσμια, ιλαρά και
χαριέστατα. Τα ιερατικά τους Αμφια ήσαν άσπρα σαν το χιόνι,
καθαρά σαν το φως και λαμπρά σαν τη λαμπρότητα του καταγάλανου
ουρανού. Μερικών εξ αυτών τα ιερατικά τους Αμφια ξεπερνούσαν τη
λαμπρότητα και τη φωτεινότητα και την καθαρότητα των άλλων. Ησαν
άλλης θέας, ξένης θεωρίας, την οποία όχι μόνο γλώσσα ανθρώπινη
και πήλινη δεν μπορεί να διηγηθεί αλλά ούτε και ο νους του
ανθρώπου δεν μπορεί να καταλάβει διότι πώς το γήινον να συλλάβει
το ουράνιον; Αλλοι φορούσαν ιερατικά, απαστράπτοντα όπως
αστράφτει η αστραπή και άλλοι μεν από αυτούς στέκονταν δεξιά του
Αρχιερέως και άλλοι αριστερά. Ολοι όμως ίσταντο με πολλήν
ευλάβεια και πολλή σεμνότητα. Ο δε μακάριος εκείνος Αρχιερεύς
ήτο τόσο δοξασμένος και τόσο υπερέβαινε και ξεπερνούσε τους
άλλους στη δόξα και στη λαμπρότητα και στη χάρη, όπως ξεπερνά ο
ήλιος στη λαμπρότητά του και στη φωτεινότητά του τα αστέρια της
νυκτός. Ιστάμενος ο θαυμάσιος και ακατανόητος αυτός Αρχιερεύς
όρθιος έβλεπε κατά ανατολάς και έψελνε μεγαλοφώνως και καθαρά,
ολίγο σύντομα, κάποιο μέλος γλυκύτατον, ανεκδιήγητον. Εκείνος
δε, ο αδελφός που τα έβλεπε αυτά ο ανώνυμος, που έβλεπε τα
ακατανόητα και εξεπλήττετο και ακούοντας τη γλυκυτάτη εκείνη
αρμονία και την πάντερπνον εκείνη μελωδία εθαύμαζε, μεθούσε τη
θεία μέθη. Από τον πολύ θαυμασμό λησμονούσε τα λόγια με το οποία
έψελνε ο μέγας και ουράνιος και θείος εκείνος Αρχιερεύς. Και δεν
μπορούσε να κρατήσει στη θύμησή του ούτε έναν λόγο, ούτε μια
συλλαβή παρ'όλο που έβαζε όλην του την προσοχή νοερά, διότι
ήξευρε πολύ καλά ότι θα χωριστεί από εκείνη τη μακαρία θεωρία
και ότι θα του χρησίμευαν τα λόγια εκείνα στην παρούσα του ζωή.
Εκείνο που τελικά μπόρεσε να κρατήσει από όσα έλεγε και έψελνε ο
ουράνιος Αρχιερέας ήταν τα εξής: - Οσον κανείς ενθυμάται και
αγαπά τον Θεόν τόσο και αυτόν τον ενθυμείται και τον αγαπά ο
Θεός και πλέον αυτού. Και αμέσως ο αδελφός ήλθε εις τον εαυτόν
του και έκπληκτος παρατηρούσε ότι η καρδιά του ολόκληρη εφλέγετο
από θείον πυρ. Την ένιωθε σαν αναμμένη λαμπάδα, σαν
καταφλεγομένη βάτο και τότε θυμήθηκαν τι είπαν οι δύο Απόστολοι
όταν έφθασαν στους Εμμαούς: - Ουχί η καρδία ημών καιομένην ήν εν
υμίν ως ελάλη ημίν εν τη οδώ και ως διερμήνευεν ημίν τας Γραφάς.
Αυτοί ήσαν, αδελφοί μου, οι θεοπρεπείς και γλυκύτατοι λόγοι του
ανωνύμου Αγίου ησυχαστού από την 12ην ομιλία της "Νηπτικής
Θεωρίας".

******************************************

48Β Διήγηση του πατρός Ιωακείμ του Σπετσιέρη για τον Χατζεφεντή

Ο Πατήρ Ιωακείμ ο Σπετσιέρης διηγείται σε ένα του βιβλίο το
εξής: Γύρω στα 1890 στα Ιεροσόλυμα όταν μετέβη και αυτός σαν
προσκυνητής και μάλιστα την Κυριακή της Ορθοδοξίας έγινε
πατριαρχική μεγαλοπρεπής Θεία Λειτουργία. Πρώτος λειτουργός ο
τότε Πατριάρχης Νικόδημος, συλλειτουργοί 6 Αρχιερείς, 12
Ιεροδιάκονοι και περισσότεροι από 40 Ιερείς έγγαμοι και άγαμοι.
Πολλοί εκ των Ιερέων ήσαν προσκυνηταί από τα μέρη της Ρωσίας,
της Ελλάδος, της Ανατολής και άλλων μερών. - Μεταξύ των
συλλειτουργών ήμουν κι εγώ, λέει για τον εαυτόν του ο Πατήρ
Ιωακείμ ο Σπετσιέρης. Μετά την Μεγάλη Είσοδο και όταν ο
Πατριάρχης ανέγνωσε την Ευχήν και ευλόγησε τα Τίμια Δώρα εις
Σώμα και Αίμα Χριστού ενός εξ όλων των συλλειτουργούντων Ιερέων,
Διακόνων, Αρχιερέων και Πατριάρχου άστραψε το πρόσωπόν του ως ο
ήλιος. Μου προξένησε, λέει, κατάπληξιν και θαυμασμόν. Είχα
μπροστά μου ως εφαίνετο έναν Αγιο αστραπόμορφο. Αυτό το
εκπληκτικόν θαύμα το είδε όχι μόνο ο Πατήρ Ιωακείμ αλλά και
άλλοι Ιερείς που μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας ρωτούσαν να
μάθουν ποιος ήτο, ποια ήταν η πολιτεία του, πού υπηρετούσε αυτός
ο Ιερεύς. Από προσκυνητάς που κατήγονταν από τα Φάρασα της
Καππαδοκίας έμαθε τα εξής ο Πατήρ Ιωακείμ: - Είναι Αγιος Ιερεύς,
κάμνει και θαύματα. Να, άμα διαβάζεις έναν ασθεν ή μια ευχή
αμέσως γίνεται καλά ο άρρωστος. Δεν έχουμε ανάγκη από γιατρούς
εκεί. Γιατρός είναι ο Χατζηφεντής Πατήρ Αρσένιος, ο νυν Αγιος
Αρσένιος ο Καππαδόκης. Και όχι μόνον εμείς οι Φαρασιώτες τον
έχουμε για Αγιον αλλά και οι Τούρκοι, διότι και σε αυτούς κάνει
θαύματα και γιατρεύει αρρώστους. Υπάρχουν άπειρες μαρτυρίες πως
όταν πετούσε τη στάχτη από το θυμιατό που χρησιμοποιούσε έξω από
την πόρτα της καλύβας του πήγαιναν και το μάζευαν οι στείρες
Τουρκάλες, το έριχναν μέσα στο νερό, το ανακάτευαν και το έπιναν
και σε λίγες ημέρες συνελάμβαναν τέκνα. Από Τουρκάλες αυτό. Ητο
εξαϋλωμένος, πνευματοφόρος, θεολαμπής διότι έλαμπε στη Θεία
Λατρεία πολλάκις ως ο ήλιος. Αστραφτε ο Ναός και μαζί με τον
Οσιο Αρσένιο αρωματίζοντο από την αγιότητά του και όλο το μικρό
του εκκλησίασμα, το μικρό του ποίμνιο.

************************************************

49Α Το τέλος του πατρός Ιωακείμ του Ρουμάνου

Πριν από το 1940, στο κελλί των τριών Ιεραρχών που ανήκει στην
πνευματική δικαιοδοσία της μονής Σταυρονικήτα του Αγίου Ορους,
ζούσε ένας σεβάσμιος Γέροντας, ο πατήρ Ιωακείμ ο Ρουμάνος. Αυτός
ο Γέροντας πριν πεθάνει είδε ένα παράδοξο όραμα. Ηλθε σε
έκσταση. Αφού τελείωσε κάποιο πρωινό τη Θεία Λειτουργία και την
ώρα που κατέλυε το Αγιο Ποτήριο, μάλλον το είχε καταλύσει και το
σπόγγιζε, ξαφνικά βλέπει μπροστά του, μάλλον δεξιά και αριστερά
του, Αγγέλους πολλούς. Τον ένα τον αναγνώρισε. Ηταν ο Αγγελος
που έχει κάθε Λειτουργός του Υψίστου και τον υπηρετεί στο υψηλό
υπούργημα της Ιεροσύνης. Ο άλλος πρέπει να ήταν ο Αγγελος
φύλακας της ψυχής του και ο τρίτος οπωσδήποτε ο Αγγελος του
μοναχικού σχήματος. Οι υπόλοιποι ήταν τιμητική συνοδεία των
τριών. Ολοι τους άστραφταν από ανεκδιήγητη ωραιότητα και θεία
λαμπρότητα. Ολο το Αγιο Βήμα και ο μικρός Ναός πλημμύρισε από
υπερακατάληπτον εράσμιον φως και θεία γλυκύτητα και ομορφιά.
Τότε οι τρεις ειδικοί αυτοί Αγγελοι με μια φωνή του είπαν τα
εξής: - Ηρθαμε να σε πάρουμε. Πες μας τι έργα έκανες; Αν έκανες
καλά και ευάρεστα στο Θεό θα σε πάμε κοντά του, στη δική του
αιώνια ευφροσύνη και μακαριότητα. Διαφορετικά, θα σε
μεταφέρουμε στο απαράκλητον της κολάσεως. Τα έχασε ο
ευλογημένος εκείνος παππούλης και τραυλίζοντας είπε με άκρα
ταπείνωση: - Δεν έκανα τίποτα, δεν θυμάμαι να έχω κάνει τίποτα
καλό. - Ε, τότε τι να σε κάνουμε; του είπαν οι Αγγελοι. Πού να
σε πάμε; Πενήντα χρόνια στο Αγιον Ορος και δεν έκανες τίποτα;
Και τότε τους απάντησε: - Να, κάθε μέρα από τότε που έγινα
Ιερεύς λειτουργούσα, τον Κανόνα μου τον έκανα, μνημόνευα όσους
μοναχούς και πατέρες του Αγίου Ορους μπορούσα. Μνημόνευα και
όσα ονόματα κοσμικών μου έφερναν για χρόνια πολλά. Τα έφερναν
για μια μέρα και εγώ τα μνημόνευα για χρόνια. Και παρακαλούσα
για όλους τους ορθοδόξους χριστιανούς και για όλον τον κόσμο.
Εκλιπαρούσα την ευσπλαγχία του Θεού για όλους αυτούς και ήλπιζα
μόνο στο έλεος του Αγίου Θεού και για μένα και για τους άλλους.
Εχυνα κάθε μέρα πολλά δάκρυα για αυτό το έλεος του Κυρίου μας
Ιησού Χριστού και της Παναχράντου Μητρός Του. Ηλπιζα και ελπίζω
μόνο στο έλεος και στη μακροθυμία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Κανένα άλλο έργο δεν θυμάμαι να έχω κάνει. Και τότε του
απήντησαν: - Οχι για τα έργα που έκανες αλλά αφού ήλπιζες μόνο
στο έλεος του Θεού πολύ καλά. Τότε έλα μαζί μας. - Καλά, τους
λέει αυτός, πώς μιλάμε μεταξύ μας έτσι; Δεν γίνεται αύριο; Να το
πω στον Πνευματικό, να το πω στους Πατέρες, λίγο να ετοιμαστώ.
Και η απάντησις των Αγγέλων: - Εχει καλώς. Σου κάνουμε υπακοή.
Θα έλθουμε αύριο. Συνήλθε από την εκστατική εκείνη θεωρία με το
Αγιο Ποτήριο στο χέρι που με μηχανικές προσεκτικές κινήσεις το
σπόγγιζε με το μάτι;;;; Το ανακοίνωσε βέβαια μετά στον
Πνευματικό και στη συνέχεια στους δύο τρείς Πατέρες της
συνοδείας. Σε κανέναν άλλον. Και άρχισε η προετοιμασία όλην την
ημέρα με προσευχή και δάκρυα. Το βράδυ, τη νύχτα που ήρθε, ήταν
και η τελευταία του Θεία Λειτουργία την οποία εθυμούντο με πολύ
σεβασμό και συγκίνηση οι τρεις Πατέρες και ο Πνευματικός που
παρευρέθησαν και την εθυμόντουσαν για πολλά πολλά χρόνια. Ο
ένας εξ αυτών που ήταν και Ρουμάνος, αυτός μου το διηγήθηκε. Εγώ
κράτησα απλώς σημειώσεις και τις σημειώσεις αυτές τις βρήκα
προχτές γι'αυτό και σας το ανέφερα σήμερα. Τελείωσε αυτή η
μακρά Θεία Λειτουργία, ύστερα πήγαν στην Τράπεζα, έκατσαν για
τελευταία φορά, τσίμπησε έτσι κάτι πολύ ελαφρύ και σε λίγο
αισθάνθηκε αδιαθεσία. Πήγε και ξάπλωσε. Ελεγε συνέχεια την
ευχούλα και το 'Μνήσθητι μου Κύριε εν τη Βασιλεία Σου", το
"Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", το "Υπεραγία Θεοτόκε σώσον με".
Προς το απόγευμα βάρυνε. Το πρόσωπό του σε κάποια στιγμή
άστραψε, το κελλάκι πλημμύρισε από άρρητη ευωδία. - Πατέρες,
είπε, συγχωρέστε με. Κύριε, η ψυχή μου στα χέρια Σου. Και τούτο
ειπών εκοιμήθη. Μακάρι να είχαμε τέτοιο τέλος. Ε, τι λέτε; Μια
ανείπωτη γαλήνη απλώθηκε παντού και μια ανέκφραστη αναστάσιμη
χαρά ζέστανε τις καρδιές των παρευρισκομένων, όσοι ήσαν,
τέσσερις. Κάτι λίγα από το ίδιο γεγονός, όπως ακριβώς σας το
ανέφερα, όχι όμως ακριβώς, αναφέρεται και στο βιβλίο του Πατρός
Μωυσέως "Αγιορείτικες Διηγήσεις", αλλά πολύ λίγα. Εγώ τα άκουσα
από το ίδιο το στόμα του ενός από των τριών υποτακτικών Ρουμάνων
ο οποίος εκοιμήθη. Μαζί του βγήκα και μια φωτογραφία την οποία
δεν θυμάμαι αν έχω.

***************************************************

49Α Μεγάλη Είσοδος του Μεγάλου Ευθυμίου και Δομητιανού

Ας θυμηθούμε λίγο το φοβερό γεγονός που συνέβη σε μια Θεία
Λειτουργία όταν λειτουργούσε ο Μέγας Ευθύμιος μαζί με τον πατέρα
Δομιτιανό. Είχαμε πει όταν διηγούμασταν το γεγονός αυτό ότι κατά
τη διάρκεια το Χερουβεικού ύμνου κατέβηκε από ψηλά μια τεράστια
φλόγα σαν ένα απλωμένο σεντόνι, σαν ένα πυρακτωμένο σύννεφο που
τύλιξε τους Αγίους Ιερείς χωρίς να τους κατακαίει. Κύκλωσε και
περιέβαλε και ολόκληρη την Αγία Τράπεζα. Και είπαμε ακόμη ότι
ήταν φρικτό το θέαμα, παράδοξο και ανερμήνευτο. Αυτές οι άυλες
φλόγες με τις οποίες ήσαν κυκλωμένοι να συνοδεύουν τους
Λειτουργούς Οσίους Ιερείς και κατά την Μεγάλη Είσοδο. Αυτό θέλει
να μας πει ότι τα Τίμια Δώρα είναι κάτι περισσότερο από Τίμια.
Ναι μεν δεν είναι Σώμα και Αίμα Χριστού όπως συμβαίνει στην
Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία αλλά κατά τον Μέγα Βασίλειο είναι
αντίτυπα του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού.

*************************************************

49A Η Μεγάλη Είσοδος του ανωνύμου ησυχαστού

Και ο ανώνυμος Ιερεύς ησυχαστής λέγει για την Μεγάλη Είσοδο τα
εξής: Κάποτε σε κάποια Θεία Λειτουργία, όταν πήρα εις την κεφαλή
μου τον Αγιο Δίσκο και είπα "Εν ειρήνη επάρατε τας χείρας ημών
εις τα Αγια" - γι' αυτό και λέγονται Αγια - ευθύς αμέσως
πλημμύρισε η καρδιά μου από αγαλλίαση και άρρητη πνευματική
ευφροσύνη. Παίρνοντας το Αγιον Ποτήριον είπα "Ανέβη ο Θεός εν
αλλαλαγμώ Κύριος εν φωνή σάλπιγγος" και στη συνέχεια είπα
"Δύναμις. Αγιος ο Θεός". Στη λέξη "Θεός" η άρρητος αυτή
ευφροσύνη απλώθηκε σε ολόκληρο το σώμα μου και η καρδιά μου από
την πολλή της χαρά και κατάνυξη άρχισε να σκιρτά ουράνια,
ακατάληπτα. Κάνοντας τα δυο πρώτα βήματα για να αρχίσω τη Μεγάλη
Είσοδο και να βγώ από την βορία πύλη, ω του θαύματος, ω της
απείρου μακροθυμίας του Αγίου Θεού. Τι είδα! Είδα να πυρπολούμαι
από πύρινες φλόγες από το κεφάλι μέχρι τα πόδια. Τα Αμφιά μου
καίγονταν και τα Τίμια Δώρα. Ολα σαν αναμμένα κατακόκκινα
κάρβουνα. Οι δε φλόγες με κύκλωσαν ολόκληρο τόσο πολύ και
ανέβαιναν σαν πύρινες γλώσσες μια πήχη πιο ψηλά από το κεφάλι
μου χωρίς να με καίνε! Φλόγες παράδοξες, άλλοτε φωτεινές,
καθαρές, ολόλαμπρες και άλλοτε σαν κατακόκκινη ανθρακιά. Πάντοτε
όμως αυτή η ανθρακιά καθαρή, άρρητη, ανεκδιήγητη, αστραφτερή,
που με γέμιζε από χαρά και ευφροσύνη, από ουράνια δροσιά. Φωτιά
που προκαλούσε δροσιά. Τότε πληροφορήθηκα εν Αγίω Πνεύματι,
συνεχίζει ο ανώνυμος ησυχαστής, πώς ήσαν οι τρεις παίδες μέσα
στο καμίνι του αληθινού πυρός χωρίς η φωτιά να τους αγγίζει.
Ούτε μια τρίχα από το κεφάλι τους δεν κάηκε και με τα ενδύματά
τους άθικτα. Μέσα στη φωτιά και δεν εκαίγοντο. Ετσι και ο
ανώνυμος ησυχαστής ήταν μέσα στη φωτιά αλλά μη καταφλέγουσα
αυτόν. Ητο μέσα στην ανθρακιά, όλος ένα αναμμένο, πυρακτωμένο
κάρβουνο αλλά που δεν κατέφλεγε και που δεν κατάτρωγε ούτε καν
τα Αμφιά του. Ολόκληρος πύρινος, φλόγα, μαζί με τα Τίμια Δώρα
αλλά φλόγα ολόλαμπρη, άκτιστη, ανέσπερη. Σε αυτήν την κατάσταση
ο ανώνυμος, ο αγνός αυτός Ιερεύς έκανε με πολλή βία και με πολύ
κόπο, όπως καταλαβαίνετε την Μεγάλη Είσοδο. Μέσα του
ψυχοσωματικά μπορώ να πω πως βίωσε στην πράξη αυτό που λέγει ο
αψευδής αγιογραφικός λόγος του Προφήτου και Ψαλμωδού: "Ο ποιών
τους Αγγέλους αυτού πνεύματα και τους Λειτουργούς αυτού πυρός
φλόγα". Από τότε κατάλαβα, λέγει ο ανώνυμος ησυχαστής, ότι οι
άξιοι Λειτουργοί Ιερείς του Υψίστου στη Θεία Λατρεία είναι
νοητώς και κατά ψυχήν φλόγα πύρινη, φωτιά πνευματική που τους
καθιστά θεολαμπείς.

****************************************************


50Α Ο παπα-Αρσένιος και ο πατέρας Νικόλαος

Στο Αγιον Ορος σώζωνται κάποια χειρόγραφα ενός μοναχού ονόματι
Παρθενίου, ο οποίος διηγείται μέσα σε αυτά τα εξής: Είχε
γνωριστεί με δύο Αγιορείτες μοναχούς έναν παπά, τον πατέρα
Αρσένιο, και τον υποτακτικό του, τον πατέρα Νικόλαο. Και οι δύο
Γέρονται και υποτακτικός έζησαν για 10 χρόνια στη Σκήτη του
Τιμίου Προδρόμου. Ηδη όμως ζούσαν 40 χρόνια μοναχοί, δηλαδή ήσαν
κάπως περασμένης ηλικίας. Στις καθημερινές τους νυχτερινές Θείες
Λειτουργίες πήγαινε πολύ τακτικά και ο πατήρ Παρθένιος, γι' αυτό
και τα διηγείται. Οι στιγμές και οι ώρες που περνούσε κοντά τους
στη Θεία Λατρεία ήταν συγκλονιστικές. Πήγαινα, γράφει ο
μοναχός, εκεί στο απέριττο εκκλησάκι τους, για να απολαμβάνω και
να τρέφομαι από την ουράνια, την κατανυκτική και την
συντετριμμένη ψαλμωδία τους στη διάρκεια της πολύωρης
Ακολουθίας. Από την αρχή της Θείας Λειτουργίας μέχρι το τέλος η
Εκκλησία πλημμύριζε από στεναγμούς, από κλαυθμούς και δάκρυα και
από μία ακατάληπτη ευωδία. Εβλεπα δύο Γέροντες αποξηραμένους από
τη νηστεία, την αγρυπνία, την σκληρή άσκηση και την προσευχή.
Αδύνατοι ήταν όμως και σκελετωμένοι συγχρόνως και από τη φτώχεια
της εποχής εκείνης τότε που βασίλευε. Εβλεπα τον ένα μέσα στο
Αγιον Βήμα, μπροστά στην Αγία Τράπεζα, να στέκεται σαν αναμμένη
λαμπάδα και να κλαίει, να κλαίει, να κλαίει... Απο τα δάκρυα και
τους κλαυθμούς να μην μπορεί να κάνει εκφωνήσεις, να μην μπορεί
να διαβάζει τις λειτουργικές αιτήσεις. Τα Αμφιά του μούσκευαν
από το πλήθος των δακρύων και το δάπεδο κάτω γίνονταν ποτάμι,
λάσπη το χώμα. Αλλά έβλεπα και τον άλλο τον υποτακτικό, τον
πατέρα Νικόλαο, στο αναλόγιο, συνεχώς να ξεσπάει σε λυγμούς. Οι
πολλοί λυγμοί τον έπνιγαν και δεν μπορούσε να ψάλλει. Ετσι κάθε
τόσο και αυτός σταματούσε. Περισσότερο ηκούοντο οι αναστεναγμοί
και τα αναφιλητά των δακρύων παρά οι εκφωνήσεις και οι
ψαλμωδίες. Εγώ, ο αμαρτωλός, συνεχίζει ο πατήρ Παρθένιος,
ανάμεσα στους δύο αυτούς μεγάλους πύρινους στύλους αγιότητας και
συντριβής έτρεμα. Ετρεμα συνεχώς μη γνωρίζοντας πού να στρέψω τα
μάτια μου και την ακοή μου μέσα στο Ιερό Βήμα ή πίσω στο
αναλόγιο. Από παντού δάκρυα και κλαυθμούς. Πολλές φορές είτε
στον Χερουβεικό ύμνο, είτε στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων,
είτε στο Αξιον Εστί, είτε στη Θεία Κοινωνία η Εκκλησία γέμιζε
από ουράνιο εκθαμβωτικό φως και πλημμύριζε από αγγελικές
μελωδίες και ψαλμούς. Παρούσα και αόρατη κατά δύναμη και κατά
χάρη η θριαμβεύουσα Εκκλησία της Ανω Ιερουσαλήμ. Και τότε
προορώμην τον Κύριον μου δια παντός ίνα μη σαλευθώ. Τα πάντα
ελούζοντο έμψυχα και άψυχα, ορατά και αόρατα, επίγεια και
ουράνια από μιά υπέρτατη, ανέκφραστη γλυκύτητα. Και η πανταχού
μυστική Θεία παρουσία του Σωτήρος Χριστού προς τα δύο εκείνα
εξαϋλωμένα πλάσματά Του ήταν σαν να έλεγε: - Προς τι να επιβλέψω
ει μη προς τον πράον, ησύχιον, ταπεινόν και τρέμοντά μου τους
λόγους; κατά τον Ησαϊα 66ο Κεφάλαιο. Αλλά για αυτό το ζευγάρι
όμως Γέροντος και υποτακτικού τον παπα-Αρσένιο και τον πατέρα
Νικόλαο θα μιλήσουμε και άλλη φορά.

********************************************************

50B Ο νεωκόρος που χτυπούσε τις καμπάνες

Κάποτε ήταν ένας νεωκόρος ο οποίος είχε πολύ σεβασμό, πολλή
ευλάβεια, πολύν φόβον Θεού. Ηταν από εκείνους τους νεωκόρους που
τους ζητάμε και τους θέλουμε σαν υπηρέτας και σαν βοηθούς μέσα
στην Εκκλησία. Ο Ναός είχε τρεις τέσσερις καμπάνες και τις
χτυπούσε βέβαια με τα δυο του τα χέρια. Ο Ναός ήταν προς τιμήν
του Τιμίου Προδρόμου. Κάποτε έπεσε και χτύπησε το αριστερό του
το χέρι και δεν μπορούσε να χτυπήσει τις καμπάνες με το ένα του
χέρι μονάχα. Και ήταν πολύ στενοχωρεμένος. Ερχόταν μεγάλη
γιορτή, δεν μπορούσε με τον τρόπο που τις χτυπούσε τόσο γλυκά
και με ρυθμό, πότε τη μία, πότε την άλλη, πότε όλες μαζί, πότε
δύο δύο, πότε τρεις μία κτλ. όπως κάνουν στο Αγιο Ορος. Δεν
μπορούσε. Λοιπόν τι να κάνει; Πάει εδώ στον Τίμιο Πρόδρομο και
του λέει: - Για άκου, Αγιε, ναός σου είναι αυτός, το χέρι μου το
είδες. Δεν μπορώ με το ένα χέρι, δεν μπορώ. Για έλα εδώ. Τον
παίρνει λοιπόν από το χέρι ο Τίμιος Πρόδρομος, τον πάει έξω στο
καμπαναριό και του λέει: - Για δείξε μου τώρα εδώ πώς χτυπάνε
τις καμπάνες. Παίρνει ο Τίμιος Πρόδρομος, κάνει θηλειές τα
σχοινιά, του βάζει τη μια θηλειά στο ένα πόδι, την άλλη στο άλλο
πόδι και τις άλλες δύο την μια στο χέρι εδώ και την άλλη στον
αγκώνα και του έδειξε λοιπόν με ποιο θερμό τρόπο θα χτυπάει τις
καμπάνες. Ετσι και εγένηκε. - Ευχαριστώ πολύ.

******************************************

50Β Ο χωρικός με την εικόνα του Αγίου Νικολάου

Κάποτε ένας ιεροκήρυκας έκανε μια περιοδεία και παιρνώντας έξω
από ένα εξοχικό σπίτι, από μια στάνη, λέει: - Δεν σταματώ και σε
αυτόν εδώ τον χριστιανό; Κάτι θα βρω να του πω. Μπήκε λοιπόν
και άρχισε να του μιλάει για τον Κύριο. Πρόσεξε λοιπόν ότι μέσα
στα δωμάτιά του δεν είχε εικόνες. Του λέει: - Να μην έχεις
εικόνες; Τι είναι αυτό; Εικόνες του Χριστού, της Παναγίας;
Εβγαλε ό,τι είχε στην τσεπούλα του, του έδειξε έτσι. Του είπε
και με το καντηλάκι να κάνουμε προσευχή. - Α, λέει, θα πάω να
πάρω. Με την πρώτη ευκαιρεία λοιπόν κατεβαίνει κάτω στην πόλη
και παίρνει μια εικόνα της Παναγίας. Του άρεσε έτσι να κρατάει
το Βρέφος Ιησού στην αγκαλιά της. - Α, λέει, να πάρω και
εκείνον τον Αγιο. Τον είδε έτσι καβαλάρη εκεί απάνω με το
ακόντιο να χτυπάει τον εχθρό από κάτω, τον Αγιο Δημήτριο. - Για
να πάρω και αυτόν τον μακρυγέννη τον Αγιο. Αγιογραφημένος ο
Αγιος Νικόλαος. Τον πήρε λοιπόν, τον έβαλε μέσα στο σπιτάκι και
άρχισε να κάνει την προσευχούλα του στους Αγίους, στην Παναγία,
στον Αγιο Δημήτριο, στον Αγιο Νικόλαο. Δεν περάσαν πολλές
μέρες, έλειπε αυτός μια μέρα, μπήκαν μέσα στο σπίτι του κλέφτες,
τον κλέψανε. Και του τα πήραν όλα. Δεν του άφησαν τίποτα. Και
έμειναν μόνο οι τρεις εικόνες. Μπαίνει μέσα στο σπίτι έκπληκτος,
τα βλέπει όλα, λέει: - Μπα, κλέφτες μπήκανε, τα πήραν όλα,
τίποτα δεν άφησαν. Πάει λοιπόν στην εικόνα της Παναγίας μπροστά
και λέει: - Καλά εσύ έχεις να φροντίσεις ένα μωρό, να το
ντύσεις, να το πλύνεις, να το φτιάξεις, δεν προλάβαινες, λέει,
εσύ. Τι να πρωτοκάνεις; Το μωρό να κοιτάξεις ή τους κλέφτες; Δεν
γίνεται. Πάει στον άλλο. Λέει: - Εσύ είσαι καβαλάρης. Και εσύ
ώσπου να βγάλεις το άλογο από τη στάνη, ώσπου να το
ξυστρίσεις... οι κλέφτες φύγανε. - Αμ, εσύ, του λέει, τεμπέλη
τι έκανες; δεν έκανες τίποτα, απευθύνεται στον Αγιο Νικόλαο. Δεν
έκανες τίποτα, του λέει. Τα πράματά μου γιατί μου τα πείραξαν;
Λοιπόν για τιμωρία σε βγάζω έξω. Βγάζει λοιπόν την εικόνα του
Αγίου Νικολάου και την κρεμάει έξω από την πόρτα. - Θα καθίσεις
εκεί, του λέει, μέχρι που να έρθουν τα πράγματα πίσω. Την άλλη
μέρα το πρωί καταφθάνουν οι κλέφτες φορτωμένοι με τα πράγματα.
- Παρτα γρήγορα, του λένε, γιατί ένας γέρος μας τρέλανε στο
ξύλο. Ο Αγιος Νικόλαος επέστρεψε τα πράγματα πίσω.

*****************************************************

50Β Οι 7 νέοι της Εφέσου

Στους βίους των Αγίων διαβάζουμε ένα πολύ σιγκινητικό γεγονός
και παράδειγμα. Είναι το παράδειγμα των 7 νέων της Εφέσου που
γιορτάζει η Εκκλησία μας στις 4 Αυγούστου. Οι νέοι αυτοί ζούσαν
στην εποχή του φοβερού διωγμού του Δεκίου. Για να μη συλληφθούν
λοιπόν βγήκαν έξω από την πόλη, βρήκαν μια σπηλιά, μπήκαν μέσα,
έφραξαν την είσοδο, έκαναν την προσευχή τους και κουρασμένοι
όπως ήσαν έπεσαν να κοιμηθούν. Οταν όμως ξύπνησαν και βγήκαν έξω
από την σπηλιά κατάλαβαν ότι είχαν περάσει 200 χρόνια. Είχε
γίνει ένα θαύμα. Ο Θεός έδωσε στους νέους αυτούς έναν τόσο
μεγάλο ύπνο ώστε να ξυπνήσουν όταν πια ο διωγμός είχε πάψει.

*****************************************************************************

50Β Μαρτύρια στις κατακόμβες

1ο Μαρτύριο.

Στο μεγάλο διωγμό του Νουμεριανού, υιού του Μάρκου Αυρηλίου, ένα
μεγάλο πλήθος χριστιανών είχε καταφύγει στις κατακόμβες των
Αγίων Χρυσάνθου και Δαρείας. Τους αντελήφθησαν όμως οι
κατάσκοποι των ειδωλολατρών και μαζί με τους στρατιώτας έφραξαν
τις φανερές και τις κρυφές πύλες στις κατακόμβες καθώς και όλες
τις τρύπες από όπου αερίζοντο και έτσι οι χριστιανοί παρέδωσαν
τις άγιες ψυχές τους πεθαίνοντας και μαρτυρώντας μέσα εκεί από
ασφυξία. Οταν μετά την πάροδο πολλών πολλών ετών ανοίχτηκε αυτή
η κατακόμβη όλοι τους όσοι ευρέθησαν, όλοι οι χριστιανοί αυτοί
του συγκεκριμένου αυτού μαρτυρίου και της συγκεκριμένης αυτής
κατακόμβης, πώς νομίζετε ότι βρέθηκαν όλοι αυτοί οι χριστιανοί;
Βρέθηκαν όλοι να κρατούν στα χέρια τους Αγιο Ποτήριο. Ετσι
πέθαναν. Γιατί φαίνεται πώς στον καθέναν είχε δοθεί από ένα. Το
κράτησαν. Μέσα σε αυτό έβαλαν την Αγία Κοινωνία, Σώμα και Αίμα
Χριστού. Το πήραν και κρατώντας σφιχτά αυτό που έμεινε, το
ξύλινο, το πήλινο, τι ήταν πέθαναν μαζί με αυτό.

2ο Μαρτύριο.

Ο Αγιος Στέφανος, Επίσκοπος Ρώμης, στο διωγμό που έγινε από τον
Ουαλεριανό, υπέστη μαρτυρικό θάνατο μαζί με άλλους χριστιανούς.
Πώς; Μέσα σε μία κατακόμβη τελούσε τη Θεία Λειτουργία. Οταν οι
Ρωμαίοι στρατιώτες ανακάλυψαν την κρύπτη όρμησαν μέσα, τράβηξαν
γυμνά τα σπαθιά να τους σφάξουν. Εκεί βλέπουν λοιπόν τον Αγιο
Στέφανο μέσα σε αυτές τις μικρές αίθουσες των κατακομβών να
λειτουργεί. Μια φοβερή δύναμη τους κράτησε ακίνητους. Υπάρχει
για αυτό ομολογία. Και τους κράτησε και ακίνητους και βωβούς
μέχρις ότου τελείωσε η Θεία Λειτουργία. Μόλις επερατώθη η Θεία
Λατρεία ελευθερώθησαν αυτοί, όρμησαν και άρπαξαν τον Αγιο
Στέφανο, τον έριξαν κάτω και τον απεκεφάλισαν μαζί με όλους τους
άλλους χριστιανούς.

3ο Μαρτύριο.

Διάδοχος του Αγίου Στεφάνου υπήρξε ο Αγιος Σίξτος. Και αυτός
περιφρονώντας τις διαταγές του ίδιου χριστιανομάχου αυτοκράτορος
κατέβηκε σε μία κατακόμβη του Πρετεξτάτου, έτσι λεγόταν η
κατακόμβη, και ιερουρουργούσε των Αχράντων Μυστηρίων. Επροδώθηκε
όμως, ανακαλύφθη, συνελήφθη, καταδικάστηκε να μαρτυρήσει μπροστά
στο Θυσιαστήριο, όπου τον είχαν συλλάβει. Ετσι και έγινε. Εκεί
τον αποκεφάλισαν. Μαζί όμως με τον Αγιο Σίξτο είχαν συλλάβει και
τον Αρχιδιάκονό του. Αρχιδιάκονος του Αγίου Σίξτου ήταν ο
μακάριος και μεγαλομάρτυς Λαυρέντιος, τον οποίο οι εθνικοί
έψησαν σε πυρακτωμένη σχάρα σαν να ήταν ψάρι ή μπριζόλα. Και
υπάρχει το εξής προς τους δημίους, οι οποίοι είδαν και θαύμασαν
και έγιναν χριστιανοί ομολογώντας πίστη. Τι τους είπε; - Ψήθηκα
από εδώ. Γυρίστε με και από την άλλη πλευρά.

*****************************************