Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Ο βίος του Οσίου Ιακώβου του Πορφυριώνη (περιληπτικά)

164-ζ



Και τώρα χριστιανοί μου μια ιστορία αληθινή, για το υπόλοιπον της κασέτας.

Στα χρόνια των μεγάλων ασκητών της ερήμου έζησε και αγίασε ο όσιος Ιάκωβος. Στα είκοσί του χρόνια εγκαταλείπει τον κόσμο και κάθε τι βιωτικό και μπαίνει σε μια σπηλιά, κοντά στην κωμόπολη Πορφυριών.
Εκεί για είκοσι ολόκληρα χρόνια υπέβαλλε τον εαυτό του σε κάθε είδους σκληρή άσκηση και κακοπάθεια, για την κάθαρση απ’ τα πάθη και την ηθική του τελείωση. Πολύ γρήγορα απλώθηκε η φήμη του ως αγίου.

Κάποτε όμως μερικοί ακόλαστοι και φθονεροί άνθρωποι, οδήγησαν στην είσοδο της σπηλιάς του μια πόρνη. Ήταν βράδυ και με φοβερή καταιγίδα. Έτσι με το τέχνασμα αυτό κατόρθωσε να μπει στο κελί του και κει βγάζοντας τα βρεγμένα της ρούχα έμεινε γυμνή και άρχισε να τον προκαλεί συνεχώς για να ενωθεί μαζί της σαρκικά.
Ο όσιος Ιάκωβος άρχισε αμέσως να καίει τα δάκτυλά του πάνω στα αναμμένα κεριά, παραλληλίζοντας τους πόνους του με τα βάσανα της κολάσεως. Η καμένη σάρκα, η θυσία του μοναχού, και το βουβό του παράδειγμα συγκλόνισαν την πόρνη και την έφεραν σε μεγάλη μετάνοια. Ήρθε και αμέσως και έπεσε στα γόνατα ζητώντας συγγνώμη και έφυγε μέσ’ τη νύχτα. Από τότε άλλαξε τρόπο ζωής και αφοσιώθηκε στη λατρεία του αληθινού Θεού.

Ο διάβολος όμως που καραδοκεί δεν άφησε τον όσιο ήσυχο. Άρχισε με καθημερινές προσβολές- λογισμούς να του παρουσιάζει το κατόρθωμά του φοβερά μεγάλο και μάλιστα πρωτάκουστο, αφού κανένας άλλος ασκητής δεν μπόρεσε να το κατορθώσει. Έτσι ο καθημερινός αυτός βομβαρδισμός των λογισμών από δεξιά σκότισε το νου, προκάλεσε συγκαταθέσεις και φούσκωσε την υπερηφάνεια.

Έτσι δεν άργησε να γίνει το μεγάλο κακό.
Κάποιος επιφανής χριστιανός είχε μια κόρη είκοσι ετών δαιμονισμένη. Την πήγε λοιπόν στο φημισμένο ασκητή για να την θεραπεύσει. Εκείνος προσευχήθηκε και νήστεψε πολύ, και όταν την σταύρωσε με το κομποσχοινάκι του το δαιμόνιον έφυγε τσιρίζοντας και η κοπέλα ελευθερώθηκε.
Ο πατέρας της όμως επειδή φοβόταν μήπως το δαιμόνιο γυρίζοντας στο σπίτι ξαναμπεί μέσα της, την άφησε στη σπηλιά του μοναχού. Για παρέα της άφησε εκεί τον νεότερο αδελφό της, ετών δεκαπέντε.
Ο ασκητής κάτω απ’ την πίεση των λογισμών νικήθηκε από τον πειρασμό και έτσι έφθασε στο κακό. Διέφθειρε το κορίτσι. Και όχι μόνο μια φορά.
Σε λίγο καιρό διαπίστωσε ότι η κοπέλα ήταν έγκυος. Για να μη γίνουν όμως γνωστές οι μυαρές του πράξεις και ξευτιλιστεί, τι έκανε; Σκότωσε την κοπέλα και τον αδελφό της, και τα σώματά τους τα έριξε στο ποτάμι. Στους γονείς είπε τα παιδιά βαρέθηκαν να παραμένουν κοντά του και μια νύχτα έφυγαν. Όταν όμως θέλησαν να περάσουν το ποτάμι παρασύρθηκαν από τα ορμητικά νερά του και πνίγηκαν.
Υπάρχει όμως και συνείδησις. Έτσι τον κύκλωσαν οι ενοχές και οι τύψεις και κάτω απ’ το βάρος των φοβερών του εγκλημάτων έπεσε σε μεγάλη απελπισία και χάθηκε κάθε ελπίδα σωτηρίας. Χαμένος λοιπόν από την απελπισία, απεφάσισε να τα εγκαταλείψει όλα και να γυρίσει στον κόσμον και κει πλέον να ξανακυλιστεί ακόμα πιο βαθειά.

Στο δρόμο συνάντησε έναν ευλαβέστατο ιερέα ερημίτη, στον οποίον εξομολογήθηκε τα εγκλήματα και το δράμα του, και κείνος με τις νουθεσίες του τον έστειλε πίσω στην έρημο για να κάμει τον κανόνα του. Βρήκε έναν άδειο τάφο, μπήκε και κλείστηκε μέσα σ’ αυτόν, και κει υπέμεινε κάθε σκληραγωγία, την πείνα, τη δίψα και τα λοιπά.

Ύστερα από δυο χρόνια σημειώθηκε στη χώρα μεγάλη ξηρασία. Είχε να βρέξει έναν ολόκληρο χρόνο. Ο Θεός όμως κατά θαυμαστό τρόπο, με θείο δηλαδή όραμα που απεκάλυψε στον τοπικό επίσκοπο, ότι αν δεν προσευχηθεί ο μοναχός Ιάκωβος που ασκητεύει μέσα σ’ ένα τάφο στο τάδε σημείο της ερήμου δεν θα λυθεί η ξηρασία. Αμέσως ο επίσκοπος με ιερείς και πλήθος λαού πήγαν στον ασκητή, και τον θερμοπαρακάλεσαν να κάμει πολύ προσευχή για να ανοίξουν οι ουρανοί και να βρέξει.
Ο μακάριος εκείνος ασκητής ο Ιάκωβος, πείσθηκε από τις παρακλήσεις του επισκόπου και προσευχήθηκε με πολλά δάκρυα, με άκρα ταπείνωση και βαθειά πίστη στο Θεό.
Ο Θεός άκουσε την προσευχή του μεγάλου αυτού αμαρτωλού μοναχού που όμως με όλη του την καρδιά είχε μετανοήσει, είχε πενθήσει και συντριβεί, και έστειλε πλούσια την βροχή του στη γη, και μάλιστα τόσο πλούσια που η γη χόρτασε, τους δε ανθρώπους όπως και τα ζώα ξεδίψασε και δρόσισε.

Αυτό το θαύμα στερέωσε το μοναχό Ιάκωβο, στερέωσε μέσα του την ελπίδα αλλά και την βεβαιότητα ότι όχι μόνον συγχωρέθηκε αλλά ξαναβρήκε την παρρησία του στο Θεό. Έτσι με την πίστη δυνατή και την ελπίδα βεβαιωμένη, συνέχισε την ασκητική του ζωή εξακολουθώντας να κλαίει και να κλαίει και να κλαίει και να κλαίει με αληθινή μετάνοια προσθέτοντας σκληραγωγία στην σκληραγωγία, κακοπάθεια στην κακοπάθεια, πόνο στον πόνο, δάκρυα στα δάκρυα, συντριβή στην συντριβή, πένθος στο πένθος.
Ύστερα από πολλά χρόνια, και με πολιτεία θεάρεστη, ευλογημένη και αγία, παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού με θάνατο οσιακό.

Η Εκκλησία τον ανεκήρυξε Άγιο και η μνήμη του εορτάζεται στις 28 Ιανουαρίου μαζί με τον όσιο Εφραίμ τον Σύρο.