Πέμπτη, 13 Μαΐου 1993

48 Η Θεία Λειτουργία. Ο Χερουβικός ύμνος. Μέρος 4ον. Τά τίμια δώρα

Από τη 12η ομιλία της "Νηπτικής Θεωρίας"

Κάποιος αδελφός γράφει,
ήρθε εις έκσταση και είδε έναν λαμπρότατο ουράνιο Ναό.
Στο κέντρο του Ναού ήτο ένας μεγαλοπρεπής και δοξασμένος Αρχιερεύς, ενδεδυμένος με πλήρη Αρχιερατική στολή όπως την ξέρουμε σήμερα, όπως είναι εκεί αγιογραφημένη.
Ήταν τόση η απαστράπτουσα λαμπρότητα της στολής του μεγάλου αυτού Αρχιερέως ώστε του δέθηκε η γλώσσα.
Κανένα στόμα ανθρώπινο δεν θα μπορούσε να περιγράψει την ουράνια ομορφιά και ωραιότητα του θείου εκείνου προσώπου.
Έτσι παρέμεινε άφωνος και εκστατικός.
Γύρω από τον ουράνιον αυτόν και θείον Αρχιερέα παρεστέκοντο ένα πλήθος λευκοφορεμένων και λαμπροφόρων ιερωμένων.
Πολλοί εξ αυτών ήσαν Διάκονοι που κρατούσαν στα χέρια τους ανεκδιήγητα θυμιατά.
Προσέξτε τη φράση που λέει:
Ανεκδιήγητα θυμιατά, με τα οποία εθυμίαζαν τον θείο Αρχιερέα.
Οι δε λοιποί ήσαν Ιερείς με πρόσωπα φωτοφόρα, σεβάσμια, ιλαρά και χαριέστατα.
Τα ιερατικά τους Άμφια ήσαν άσπρα σαν το χιόνι, καθαρά σαν το φως και λαμπρά σαν τη λαμπρότητα του καταγάλανου ουρανού.
Μερικών εξ αυτών τα ιερατικά τους Αμφια ξεπερνούσαν τη λαμπρότητα και τη φωτεινότητα και την καθαρότητα των άλλων.
Ήσαν άλλης θέας, ξένης θεωρίας, την οποία όχι μόνο γλώσσα ανθρώπινη και πήλινη δεν μπορεί να διηγηθεί αλλά ούτε και ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να καταλάβει διότι πώς το γήινον να συλλάβει το ουράνιον;
Άλλοι φορούσαν ιερατικά, απαστράπτοντα όπως αστράφτει η αστραπή και άλλοι μεν από αυτούς στέκονταν δεξιά του Αρχιερέως και άλλοι αριστερά.
Όλοι όμως ίσταντο με πολλήν ευλάβεια και πολλή σεμνότητα.
Ο δε μακάριος εκείνος Αρχιερεύς ήτο τόσο δοξασμένος και τόσο υπερέβαινε και ξεπερνούσε τους
άλλους στη δόξα και στη λαμπρότητα και στη χάρη, όπως ξεπερνά ο ήλιος στη λαμπρότητά του και στη φωτεινότητά του τα αστέρια της νυκτός.
Ιστάμενος ο θαυμάσιος και ακατανόητος αυτός Αρχιερεύς όρθιος έβλεπε κατά ανατολάς και έψελνε μεγαλοφώνως και καθαρά, ολίγο σύντομα, κάποιο μέλος γλυκύτατον, ανεκδιήγητον.
Εκείνος δε, ο αδελφός που τα έβλεπε αυτά ο ανώνυμος, που έβλεπε τα ακατανόητα και εξεπλήττετο και ακούοντας τη γλυκυτάτη εκείνη αρμονία και την πάντερπνον εκείνη μελωδία εθαύμαζε, μεθούσε τη θεία μέθη.
Από τον πολύ θαυμασμό λησμονούσε τα λόγια με το οποία έψελνε ο μέγας και ουράνιος και θείος εκείνος Αρχιερεύς.
Και δεν μπορούσε να κρατήσει στη θύμησή του ούτε έναν λόγο, ούτε μια συλλαβή παρ' όλο που έβαζε όλην του την προσοχή νοερά, διότι ήξευρε πολύ καλά ότι θα χωριστεί από εκείνη τη μακαρία θεωρία και ότι θα του χρησίμευαν τα λόγια εκείνα στην παρούσα του ζωή.
Εκείνο που τελικά μπόρεσε να κρατήσει από όσα έλεγε και έψελνε ο ουράνιος Αρχιερέας ήταν τα εξής:
- Όσον κανείς ενθυμάται και αγαπά τον Θεόν τόσο και αυτόν τον ενθυμείται και τον αγαπά ο
Θεός και πλέον αυτού.
Και αμέσως ο αδελφός ήλθε εις τον εαυτόν του και έκπληκτος παρατηρούσε ότι η καρδιά του ολόκληρη εφλέγετο από θείον πύρ.
Την ένιωθε σαν αναμμένη λαμπάδα, σαν καταφλεγομένη βάτο και τότε θυμήθηκαν τι είπαν οι δύο Απόστολοι όταν έφθασαν στους Εμμαούς:
- Ουχί η καρδία ημών καιομένην ήν εν υμίν ως ελάλη ημίν εν τη οδώ και ως διερμήνευεν ημίν τας Γραφάς.
Αυτοί ήσαν, αδελφοί μου, οι θεοπρεπείς και γλυκύτατοι λόγοι του ανωνύμου Αγίου ησυχαστού από την 12ην ομιλία της "Νηπτικής Θεωρίας".



Διήγηση του πατρός Ιωακείμ του Σπετσιέρη για τον Χατζεφεντή

Ο Πατήρ Ιωακείμ ο Σπετσιέρης διηγείται σε ένα του βιβλίο το εξής:
Γύρω στα 1890 στα Ιεροσόλυμα όταν μετέβη και αυτός σαν προσκυνητής και μάλιστα την Κυριακή της Ορθοδοξίας έγινε πατριαρχική μεγαλοπρεπής Θεία Λειτουργία.
 Πρώτος λειτουργός ο τότε Πατριάρχης Νικόδημος, συλλειτουργοί 6 Αρχιερείς, 12 Ιεροδιάκονοι και περισσότεροι από 40 Ιερείς έγγαμοι και άγαμοι.
Πολλοί εκ των Ιερέων ήσαν προσκυνηταί από τα μέρη της Ρωσίας, της Ελλάδος, της Ανατολής και άλλων μερών.
- Μεταξύ των συλλειτουργών ήμουν κι εγώ, λέει για τον εαυτόν του ο Πατήρ Ιωακείμ ο Σπετσιέρης.
Μετά την Μεγάλη Είσοδο και όταν ο Πατριάρχης ανέγνωσε την Ευχήν και ευλόγησε τα Τίμια Δώρα εις Σώμα και Αίμα Χριστού ενός εξ όλων των συλλειτουργούντων Ιερέων, Διακόνων, Αρχιερέων και Πατριάρχου άστραψε το πρόσωπόν του ως ο ήλιος.
Μου προξένησε, λέει, κατάπληξιν και θαυμασμόν.
Είχα μπροστά μου ως εφαίνετο έναν Άγιο αστραπόμορφο.
 Αυτό το εκπληκτικόν θαύμα το είδε όχι μόνο ο Πατήρ Ιωακείμ αλλά και άλλοι Ιερείς που μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας ρωτούσαν να μάθουν ποιος ήτο, ποια ήταν η πολιτεία του, πού υπηρετούσε αυτός ο Ιερεύς.
Από προσκυνητάς που κατήγονταν από τα Φάρασα της Καππαδοκίας έμαθε τα εξής ο Πατήρ Ιωακείμ:
- Είναι Άγιος Ιερεύς, κάμνει και θαύματα. Να, άμα διαβάζει σ' έναν ασθενή μια ευχή αμέσως γίνεται καλά ο άρρωστος. Δεν έχουμε ανάγκη από γιατρούς εκεί. Γιατρός είναι ο Χατζηφεντής Πατήρ Αρσένιος, ο νυν Αγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης. Και όχι μόνον εμείς οι Φαρασιώτες τον έχουμε για Αγιον αλλά και οι Τούρκοι, διότι και σε αυτούς κάνει θαύματα και γιατρεύει αρρώστους. Υπάρχουν άπειρες μαρτυρίες πως όταν πετούσε τη στάχτη από το θυμιατό που χρησιμοποιούσε έξω από
την πόρτα της καλύβας του πήγαιναν και το μάζευαν οι στείρες Τουρκάλες, το έριχναν μέσα στο νερό, το ανακάτευαν και το έπιναν και σε λίγες ημέρες συνελάμβαναν τέκνα. Από Τουρκάλες αυτό. Ητο εξαϋλωμένος, πνευματοφόρος, θεολαμπής διότι έλαμπε στη Θεία Λατρεία πολλάκις ως ο ήλιος. Άστραφτε ο Ναός και μαζί με τον Οσιο Αρσένιο αρωματίζοντο από την αγιότητά του και όλο το μικρότου εκκλησίασμα, το μικρό του ποίμνιο.