Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2000

Η έννοια του χρόνου και ο προορισμός μας μέσα από αυτόν στην αιωνιότητα



166-α
Κυρ. 31.12.2000

Σήμερα χριστιανοί μου, δεν κλείνει μόνον το έτος 2000, δεν κλείνει μόνον ο εικοστός αιώνας, αλλά και μια χιλιετία, η δεύτερη, και αρχίζει κανονικά από αύριο η τρίτη χιλιετία. Ένας χρόνος τελειώνει πάντοτε την τριακοστήν πρώτη Δεκεμβρίου. Επομένως το επόμενον έτος, ο επόμενος αιώνας, η επόμενη χιλιετία είναι αφού συμπληρωθεί και ο χρόνος ο κανονικός, και όχι στην αρχή του όπως έγινε πέρσι.
Δύο χιλιάδες χρόνια έκλεισαν από τότε που γεννήθηκε ο Χριστός, 2000 σωτήρια χρόνια. Σωτήρια για τον κάθε άνθρωπο που πιστεύει στον Θεάνθρωπον και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, που βαπτίζεται στο όνομά Του, στο όνομα της Αγίας Τριάδος, που εκείνος φανέρωσε και απεκάλυψε. Σωτήρια επαναλαμβάνω για τον άνθρωπον που πιστεύει και βαπτίζεται, που συμμετέχει στα μυστήρια με αίσθημα ευθύνης, που τηρεί το πανάγιον θέλημά Του και που καλλιεργεί κατά δύναμιν, όσο μπορεί, το ταπεινό φρόνημα, την συντριβή και την αληθινή μετάνοια.

Ας έλθουμε όμως στη σημερινή βραδιά, που θα κλείσει το έτος 2000. Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, ο κόσμος τον καινούργιο χρόνο θα τον υποδεχθεί με φωταψίες και βεγγαλικά, με τραγούδια και ευχές. Κυρίως θα ευχηθούμε να είναι καλός και ευλογημένος ο καινούργιος χρόνος, να ζήσουμε Χρόνια Πολλά. Χαρά και ευτυχία να συνοδεύει ολόκληρη τη ζωή μας.
Ασφαλώς στα Χρόνια Πολλά που θα δίνουμε και θα παίρνουμε, υπάρχουν στο βάθος ευχές που αναφέρονται στην καλή υγεία και μακριά από μας οι στεναχώριες, τα βάσανα, οι αρρώστιες, οι θλίψεις και οι πόνοι, σωματικοί και ψυχικοί.
Γιατί όμως όλες αυτές οι ευχές, η χαρά, τα τραγούδια, τα βεγγαλικά, τα σφυρίγματα των πλοίων και τόσα άλλα; Γιατί οι δοξολογίες στις εκκλησίες και στους μητροπολιτικούς ναούς με τόση επισημότητα με την ανατολή του Νέου Έτους;
Γιατί πιστεύω πως η Πρωτοχρονιά που είναι και αυτή ένας ξεχωριστός σταθμός μέσα στη ροή του χρόνου, μας βοηθάει στο να συνειδητοποιήσουμε ότι η ζωή προχωράει, ότι η ζωή συνεχίζεται και μείς αυτής της ζωής απολαμβάνουμε τα αγαθά της. Όλα αυτά τα αγαθά τα απολαμβάνουμε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού; - ή όχι;
Αυτό είναι κάτι που θα το δούμε παρακάτω.
Πάντως οι πιο πολλοί από μας, νοιώθουμε τον θρίαμβο της ζωής για τη ζωντανοί μπήκαμε στον καινούργιο χρόνο. Ζωντανοί. Και χαιρόμαστε, και γιορτάζουμε.
Όμως αδελφοί, η ζωή προχωράει. Και όσο προχωράει, τόσο και μικραίνει, τόσο και λιγοστεύει, προχωράει αλλά προς το τέλος της. Τυλίγεται σιγά σιγά, όπως λέγει και ο λαός, το κουβάρι της ζωής και φθάνουμε στο τέρμα, στο θάνατο. Και αυτό είναι περισσότερο από βέβαιο, όσο και αν αποφεύγουμε να το συζητάμε, να το κουβεντιάζουμε ή να το σκεπτόμαστε. Ο θάνατος θα έλθει.
Μερικών χριστιανών, που τα βάσανα είναι πολλά και αξεπέραστα ή ανεπανόρθωτα, κατά το ανθρώπινον, εύχονται στον καινούργιο χρόνο να πεθάνουν, να μη ζήσουν. Γιατί πόνεσαν πολύ, γιατί εξακολουθούν να υποφέρουν.
Και όμως, όπως μας λένε και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο βαθύτερος πανανθρώπινος πόθος είναι και τα βάσανα να τελειώσουν, αλλά και η ζωή να μην τελειώσει. Και αυτή να είναι γεμάτη χαρά, ευτυχία, και να συνεχίζεται για πάντα. Να είναι δηλαδή αιώνια η ζωή μας.
Σαν πιστοί όμως και Ορθόδοξοι Χριστιανοί που είμαστε, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι αυτός ο πόθος εκπληρώνεται οπωσδήποτε, πλήρως και καθολικά μόνον κοντά στον Θεόν. Ή αποκλειστικά από τον Θεόν. «Ζωήν αιώνιον έδωκεν ημίν ο Θεός», βεβαιώνει η Αγία Γραφή. Έτσι λοιπόν όσοι πιστεύουν στην Τριαδικότητα του Θεού, στην ενανθρώπισή Του στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού εν Βηθλεέμ τη πόλη, εκ Πνεύματος Αγίου και Παρθένου της Μαρίας, πριν από 2000 χρόνια, και συμμετέχουν στα πανάγια σωστικά μυστήρια με συνέπεια στη ζωή τους, όπως το τονίσαμε και προηγουμένως, σε όλους αυτούς ο Θεός δίνει αιώνια ζωή.
Η αιώνιος όμως ζωή υπάρχει στον Υιόν του Θεού, στον Θεάνθρωπον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, «και αύτη η αιώνιος ζωή, εν τω Υιώ αυτού εστίν», λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.
Ο Χριστός λοιπόν είναι αυτός που χαρίζει στον άνθρωπον την αιώνια ζωή. Γι’ αυτό ήλθε στον κόσμο. Γι’ αυτό έγινε άνθρωπος χωρίς να πάψει να είναι και τέλειος Θεός. Τι λέγει; «Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσιν και περισσόν έχωσιν». Εγώ ήλθα στον κόσμο, λέγει ο ίδιος, για να έχουν τα λογικά πρόβατά μου, οι πιστοί μου χριστιανοί, ζωή, και περίσσια αιώνια ζωή. Πλούτος ανεξάντλητος ζωής. Πολύ ανώτερος και πολύ περισσότερος από όλα τα αγαθά της γής. Γιατί αυτός ο πλούτος είναι άφθαρτος και αιώνιος.
Ο Χριστός λοιπόν, ο Λυτρωτής του κόσμου και προσωπικός Σωτήρας του καθενός από μας, μας χαρίζει διά της πίστεως και της συμμετοχής βέβαια στα μυστήρια, μια υπερφυσική δύναμη, που μέσα από το Άγιον Βάπτισμα, το βασιλικόν Χρίσμα και την Θεία Κοινωνία του Παναγίου Σώματος και του Τιμίου Αίματος αυτού και της μετανοίας, μας αναγεννά και μας δικαιώνει. Και όσο περισσότερο διαρκούν η αληθινή μετάνοια και το ταπεινό φρόνημα, τόσο και περισσότερο κάθε μέρα μεταμορφώνει ολόκληρη τη ζωή μας, την καρδιά μας, την ψυχή μας, το μυαλό μας, τις σκέψεις μας, τις αισθήσεις μας, ακόμα και το σώμα μας.
Και αν στο διάβα της ζωής και του χρόνου που κυλάει πέσουμε και βρωμίσουμε την στολήν της ψυχής μας, Εκείνος και πάλι μέσω της αληθινής μετανοίας μας ξαναδίδει τα πλούσια χαρίσματά Του για να μη χάσουμε την αιώνια ζωή.
Ξαναχαρίζει την υιοθεσία και μας κάνει κληρονόμους της Βασιλείας Του. Εκείνος, ο Χριστός, είναι ο φιλάνθρωπος Θεός, ο πανάγαθος, ο εύσπλαχνος, ο παντελεήμων, ο πανοικτίρμων, αυτός και μόνον.
Εκείνος γίνεται η αστείρευτη πηγή της πνευματικής μας ζωής που δεν έχει τέλος, που δεν φοβάται τον θάνατον, που δεν τρέμει μπροστά στον διάβολο. Που δεν λυγίζει στις θλίψεις της ζωής.
Και κάτι άλλο. Η ζωή μας μαζί με τον Χριστόν, η πνευματική μας δηλαδή ζωή, είναι ξένη προς την αμαρτία, την κάθε είδους αμαρτία. Και θα κάνουμε ένα ειδικό κήρυγμα γι’ αυτό, και μια δική μου μικρή αναδρομή και απολογία.
Την κάθε είδους αμαρτία, της οποίας η πιο οδυνηρή και τελική κατάληξις είναι ο θάνατος. Ο αιώνιος θάνατος, και του σώματος και της ψυχής, δηλαδή η κόλασις, η αιώνιος κόλασις.
Η αμαρτία λοιπόν αδελφοί μου, μας χωρίζει από Κείνον που είναι ο αληθινός Θεός και Ζωή αιώνιος, σύμφωνα με την βεβαιωτική γλώσσα του Ευαγγελιστού Ιωάννου, Πρώτη Επιστολή, 5ο Κεφάλαιο, στίχος 20.
Μας χωρίζει όμως και από τον πλησίον μας, από τον συνάνθρωπό μας, από τον δικό μας άνθρωπο, που είναι και αυτός εικόνα του Θεού. Γι’ αυτό και μεταξύ μας δεν έχουμε ειρήνη, ομόνοια, αγάπη, χαρά. Μπορεί να φταίω μόνον εγώ, μπορεί κάπου αλλού να φταίνε και οι δύο, και οι τέσσερεις, και οι έξι, και οι δέκα, και οι εκατό, όλοι μας.
Έτσι στο χρόνο που πέρασε αυτό να μας απασχολήσει και αυτό να μας προβληματίσει. Η αμαρτία!
Ο Δαυΐδ λέγει κάθε μέρα. Πιστεύω ότι όλοι μας λέμε τον πεντηκοστό ψαλμό. «Την αμαρτία μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί διά παντός».
Το πόσο λυπήσαμε το Θεό και το πόσο τραυματίσαμε τον πλησίον μας, γι’ αυτό χρειάζεται να μετανοήσουμε. Και όχι να μετανοήσουμε μια φορά, αλλά να μετανοούμε κάθε μέρα, πρωί μεσημέρι βράδυ και να κλαίμε. Και τότε και μόνον τότε στην Ιερά Εξομολόγηση και στην κρυφή μας προσευχή θα έλθει η Θεία Χάρις και θα καθαρίσει την ψυχή μας, και θα την καταστήσει κατοικία της, θρόνο της. Αυτή η Θεία Χάρις θα μας ξαναενώσει με τον Χριστόν και τον πλησίον. Γι’ αυτό και οι αποφάσεις που θα πάρουμε σήμερα το βράδυ θα πρέπει να είναι μια καινούργια ζωή μαζί με τον Χριστό!
Αν δεν την πάρουμε και δεν την βάλουμε σε πράξη, αύριο μπορεί ή μεθαύριο να είμαστε νεκροί. Χωρίς Χριστόν αιώνιος κόλασις.
Να πάρουμε μια απόφαση για μια ζωή αληθινής μετανοίας, πίστεως, προσευχής, υπομονής και ταπεινού φρονήματος. Μια ζωή πνευματικών αγώνων. Τη ζωή της Χάριτος! Της Χάριτος εκείνης που απορρέει από τα πανάγια σωστικά μυστήρια, για να ζήσουμε όχι μόνον ένα χρόνο, έναν ακόμα χρόνον, ή χρόνια πολλά, αλλά για να ζήσουμε αιώνια στη χαρά της Βασιλείας των Ουρανών.
Γι’ αυτό και ’γω σας εύχομαι να ζήσετε όχι χρόνια πολλά, εκατό ή διακόσα, - μακάρι να ζήσετε – αλλά να ζήσετε ΑΙΩΝΙΑ μαζί με τον Χριστόν στην Ουράνια Βασιλεία της Τριαδικής Θεότητος,

Αμήν.

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2000

Το πνευματικό νόημα των Χριστουγέννων και με ποιούς τρόπους βιώνεται από μας τους Χριστιανούς



165-γ
Κυρ. Προ των Χριστουγέννων, 2000

Την περασμένη Κυριακή αδελφοί μου είπα τι λέγει η εντολή του Θεού μέσα στην Αγία Γραφή, σχετικά με την ενδυμασία ανδρών και γυναικών, και παρατηρήθηκε και προηγουμένως αυτό.
Η ενδυμασία των ανθρώπων από αρχαιοτάτους χρόνους μέχρι και σήμερα, έχει υποστεί πολλές αλλαγές. Μάλιστα δε κατά τόπους, φυλές και έθνη υπάρχουν πολλές διαφοροποιήσεις.
Πάντοτε όμως και παντού υπήρχε διαφορά στον τρόπον ενδυμασίας των γυναικών από τους άνδρες. Αυτό το βλέπουμε ακόμα και μέσα στην Αγία Γραφή. σαν νόμος και εντολή Θεού, και όπως καταλαβαίνετε για μας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ο Λόγος του Θεού ισχύει πάντοτε, είναι ο ίδιος, αναλλοίωτος και αιώνιος, χωρίς να τροποποιείται ανάλογα με τις εποχές και τα πάθη μας. «Ο Χριστός χθες και σήμερον, ο αυτός και εις τους αιώνας», βεβαιώνει ο Απόστολος Παύλος. Έτσι αν στις ημέρες μας οι χριστιανοί, με την ενδυμασία τους αλλάζουν φύλο, από γυναικείο σε ανδρικό και αντιστρόφως, αυτό απαγορεύεται ρητά από τον νόμον του Θεού.
Εμένα προσωπικά σαν ιερέα της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας με ενδιαφέρει η ενδυμασία όλων, μόνον μέσα στον Ιερό Ναό, στη Θεία Λατρεία, εδώ στη Θεία Κοινωνία όταν έρχεσθε, όταν προσέρχεσθε στο γάμο, στη βάπτιση ή στην εξομολόγηση.
Εξ αφορμής λοιπόν μιας κακής και πεισματάρικης συμπεριφοράς μιας ψυχής, ο Θεός για να την συνετίσει, της έδειξε με όνειρο πολύ αποκαλυπτικό ποια θα πρέπει να είναι η ενδυμασία της όταν εκκλησιάζεται, όχι όταν είναι έξω.
Το πώς όμως θα ντύνεσθε εσείς, στην ιδιωτική σας ζωή, άνδρες και γυναίκες, στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο, στις κοινωνικές σας υποχρεώσεις και λοιπά, αυτό είναι και δική σας ευθύνη. Αυτό που αφορά εμένα σαν ιερέα, το επαναλαμβάνω, είναι αποκλειστικά και μόνον ο χώρος εδώ της εκκλησίας που είναι και ιερός.
Παρά ταύτα, εγώ προσωπικά, πολύ σπάνια όπως θα το γνωρίζετε κιόλας, κάνω παρατηρήσεις και υποδείξεις πάνω σ’ αυτό το θέμα. Αφήνω να έλθει ο φωτισμός, για να καταλάβετε έτσι σεις, πιο είναι το καθήκον σας απέναντι στο Θεό και να το εφαρμόζετε. Αυτά είπα και αυτά εννοούσα την περασμένη Κυριακή και νομίζω ότι έγινα σαφής.

Και ας έλθουμε στη σημερινή μας Κυριακάτικη ομιλία.

Χριστός γεννάται, δοξάσατε.
Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε.
Χριστός επί γης, υψώθητε.

Σαράντα δύο χρόνια χριστιανοί μου που είμαι κληρικός, ιερεύς, και λειτουργός του Υψίστου και εξομολόγος, αυτές τις ημέρες των Χριστουγέννων, αλλά και όλων των άλλων εορτών του Δωδεκαημέρου, με απασχολεί πάντοτε το πνευματικό νόημα αυτών των αγίων ημερών, που ασφαλώς είναι κάτι το πολύ βαθύ, το υπέροχο και συγχρόνως ακατάληπτο.
Αν τις ημέρες αυτές τις αντιμετωπίζουμε και τις χαιρόμαστε μόνον με τους στολισμούς και τα Χριστουγεννιάτικα δένδρα, και μάλιστα με τους φαντασμαγορικούς στολισμούς, με τους χιλιάδες πολύχρωμους φωτισμούς στους δρόμους και στις βιτρίνες των καταστημάτων, τις φωτοβολίδες, τα γλέντια και τις διασκεδάσεις, και τότε δεν πετύχαμε, δεν πετύχαμε απολύτως τίποτε για την ωφέλεια της ψυχής μας απ’ αυτές τις άγιες ημέρες. Είναι όντως πολύ ωραία και εντυπωσιακά, και εγώ εντυπωσιάστηκα και ευχαριστήθηκα, όταν την νύχτα βλέπουμε τους πολύχρωμους φωτισμούς, στα μπαλκόνια και στα δένδρα των σπιτιών, στους κεντρικούς δρόμους και στις βιτρίνες των μεγάλων καταστημάτων. Όλα αυτά και θα τα απολαύσουμε και θα τα θαυμάσουμε.
Αλλά, υπάρχει ένα αλλά. Θα κρατήσουμε εκείνα που δένουν ολόκληρη την οικογένεια, σε μια πνευματική ενότητα μέσα στο αληθινό πνεύμα των εορτών. Να ζήσουμε δηλαδή σε μια ατμόσφαιρα καθαρώς μυστηριακή, με εκκλησιασμό από τις πέντε το πρωί. Με Ιερά Εξομολόγηση που θα προηγηθεί πριν από μέρες αρκετές. Με Θεία Κοινωνία και με πνευματικές συζητήσεις και ιερά μελέτη γύρω από το βαθύ και πνευματικότητα νόημα της εορτής των Χριστουγέννων, που μπορούμε να το κάνουμε και στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Αλήθεια, πώς θα δοξάσουμε τη Γέννηση του Σωτήρος Χριστού;
Πού θα Τον προϋπαντήσουμε και με ποιόν τρόπον θα υψωθούμε μέχρι τον ουράνιο θρόνο Του;
Αυτά ψάλαμε και αυτά ζητάει η Εκκλησία μας αυτές τις ημέρες.
Αν μέσα μας αδελφοί μου, αν μέσα μας λέω, δεν ζήσουμε μια ζωογόνο αλλαγή, μεταβολή της ψυχής μας σε φάτνη πνευματική, τότε σε τίποτα δεν θα μας ωφελήσουν οι φαντασμαγορικές και πολύχρωμες διακοσμήσεις και διασκεδάσεις και τα δώρα. Αν εσείς και γω δεν βιώσουμε την προσωπική μας αναγέννηση, και αν μέσα στις καρδιές των παιδιών μας δε γεννήσουμε την ελπίδα της σωτηρίας, ότι Χριστός αληθινός Θεός εγεννήθη εν Βηθλεέμ τη πόλη μέσα σε ένα στάβλο, από μια παρθένα γυναίκα, τη Μαριάμ, την Υπεραγία Θεοτόκο.
Αν λέω δεν γίνουν όλα αυτά, τότε οι γιορτές απέτυχαν το σκοπό τους. Και τον απέτυχαν επειδή βρήκαν τις καρδιές μας παγωμένες, αδιάφορες, κλειστές… Οι γιορτές που έρχονται αδελφοί μου, κάθε χρόνο δεν είναι μόνο για ευχές και «χρόνια πολλά», και «χρόνια πολλά», αλλά για Ευαγγελικούς και πνευματικούς προβληματισμούς.
Στο πώς δηλαδή θα γίνουμε σωστότεροι χριστιανοί, και
με περισσότερο ταπεινό πνεύμα,
με περισσότερη υπομονή, μακροθυμία και ανοχή.
Με περισσότερη αγάπη στις πράξεις μας, που δεν την έχουμε αυτήν την αγάπη, ούτε εγώ.
Με περισσότερη πίστη προς τον Θεόν και
με περισσότερη αληθινή και συντετριμμένη μετάνοια.
Όλα τα άλλα μπορεί να χρειάζονται, και τα παιχνίδια και τα δώρα και τα στολίσματα, όπως τα τονίσαμε προηγουμένως, αλλά χωρίς Χριστόν τα πάντα είναι ανώφελα, άχρηστα, ουτοπία, ένα τίποτα. Και αυτό διότι η Ευρωπαϊκή νοοτροπία και ο Αμερικανισμός εμποροποίησαν την πνευματικότητα και την ουσία των μεγάλων αυτών εορτών, και έτσι μείναμε και μένουμε μόνο στη φιγούρα, στη βιτρίνα, δηλαδή στην επιφάνεια. Μια ματιά γύρω μας και η διαπίστωση είναι όντως τραγική και απογοητευτική. Και παιχνίδια και δώρα και στολισμοί, και δένδρα και φώτα και ρεβεγιόν, όλα για την κατανάλωση, όλα για την κατανάλωση, τίποτα για την ψυχή.
Τα πάντα για την ψυχή προσφέρονται μέσα στον ναό. Μέσα στην εκκλησία, τις ιερές ακολουθίες, τις ιερότατες αυτές ακολουθίες αυτών των ημερών με τα υπέροχα γράμματα που ψάλλει η Εκκλησία μας.

Δύο πράγματα θα σας πω από την παιδική μου ηλικία για να τα συγκρίνουμε με την σημερινή άνοστη πραγματικότητα.
Το πρώτο πράγμα που βλέπαμε εμείς τα παιδιά εκείνη την εποχή του ’35 του ’38 και του 1940 και ’45, ήταν το γενικό άσπρισμα. Άσπριζαν τις μάντρες, τις αυλές, τα πέτρινα πεζοδρόμια, τα σπίτια μέσα και έξω, τους κορμούς των δένδρων μέχρι τη μέση. Γενικό καθάρισμα. Ο στολισμός ήταν πολύ φτωχικός. Εκείνο στο οποίο επέμεναν ήταν η καθαριότητα και η εξωτερική και η εσωτερική.
Έτσι το πρωινό των Χριστουγέννων, ξυπνούσαν μια ώρα νωρίτερα οι νοικοκυρές, για να συγυρίσουν και στρώσουν το σπίτι, έτσι ώστε όταν θα γυρίσουν από την εκκλησία, να τους περιμένει ολοκάθαρο το σπιτικό. Γιατί; Εμείς όλα τα πιτσιρίκια εκείνης της εποχής ρωτούσαμε γιατί αυτή η τόση σχολαστικότητα στο άσπρισμα και γενική ετοιμασία του σπιτιού και η απάντησις των μεγάλων ήταν συνήθως διπλή.
Πρώτον γιατί ήταν Χριστούγεννα και
Δεύτερον γιατί ο Χριστούλης που γεννήθηκε στη Βηθλεέμ θα ήταν ο ΠΡΩΤΟΣ επισκέπτης στο σπίτι μας, μαζί με τους αγγέλους και τους μάγους εκ Περσίας.
Πω πώω, λέγαμε εμείς, θα ήρχετο ο Χριστούλης; Στο σπίτι μας; Μα πώς; Πότε; Πώς μπορεί να γίνει αυτό το πράγμα; Με ποιο τρόπο; Και οι μεγάλοι μας απαντούσαν με πολλή φυσικότητα, απάντηση που πρέπει να δίδετε και σεις οι γονείς. Δεν θα πάμε όλοι μαζί οικογενειακώς να κοινωνήσουμε; Ναι, ε λοιπόν όλοι εμείς, ο μπαμπάς, η μαμά, ο παππούς, η γιαγιά, τα παιδιά, μαζί με τη Θεία Κοινωνία θα φέρουμε και τον Χριστό στο σπίτι μας. Μαζί Του θα γιορτάσουμε, μαζί Του θα περάσουμε καλά και αγιασμένα Χριστούγεννα.
Καταπληκτικό και θαυμάσιο και εξαίσιο αλλά δεν υπάρχει σήμερα στην εποχή μας πάρα πολύ σπάνια. Ο Χριστός στο φτωχικό μας ή στην καλύβα μας, ή και στο αρχοντικό μας.
Επαναλαμβάνω Χριστούγεννα με τον Χριστόν στο σπίτι. Με τον Χριστόν στο σπίτι και στην οικογένειά μας.
Δυστυχώς σήμερα οι περισσότεροι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, γιορτάζουν Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν.

Το δεύτερο πράμα που ήθελα να σας πω, αναφέρεται στα δώρα. Τα δώρα χαρίζονταν σε δυο κατηγορίες. Τα πρώτα είχαν σχέση με τα Χριστούγεννα, και ήταν συνήθως ένα ζευγάρι κάλτσες, ένα ζευγάρι παπούτσια, το παντελόνι, μια γραβάτα, ένα πουκάμισο και τα λοιπά και τα λοιπά, ένα παλτό, ένα φόρεμα,… Αυτά τα φορούσαν οι χριστιανοί τα Χριστούγεννα για πρώτη φορά, για να αγιαστούν και αυτά μέσα στην εκκλησία. Όπως η Εκκλησία αγιάζει τα σπίτια, αγιάζει τα χωράφια, τα αμπέλια και τις στάνες με τα ζώα τους κήπους και τα πηγάδια, τα γεννήματα με τους καρπούς και τόσα άλλα, έτσι και στο Χριστουγεννιάτικο εκκλησιασμό κάθε τι καινούργιο που φορούσαμε πάνω μας, έπρεπε να αγιαστεί εκείνη την ημέρα για να στεριώσει, για να φορεθεί με υγεία, με χαρά πνευματική.
Χάθηκε και αυτό το ευλογημένο έθιμο, έθιμο που έφερνε πιο κοντά τον άνθρωπο με την Εκκλησία και τις γιορτές, που τον έντυνε πνευματικά γιατί τα πάντα αγιάζει ο Χριστός με την Εκκλησία Του.
Τα δεύτερα δώρα ήταν για την Πρωτοχρονιά και ήσαν βέβαια διάφορα παιχνιδάκια για τα μικρά παιδιά που έφερνε συνήθως ο Άγιος Βασίλειος ή αργά το βράδυ ή το πρωί πρωί.
Θα μπορούσα βέβαια να αναφερθώ και σ’ άλλα, αλλά ήδη πέρασε η ώρα.

Σήμερα οι γιορτές βγήκαν από την Εκκλησία και από την δεμένη οικογένεια και δόθηκαν στις φιέστες, στις ξενόφερτες μουσικές στη διασκέδαση και στο φαγοπότι.
Χάθηκαν δυστυχώς οι πνευματικές αξίες, και παραμερίστηκε η ουσία και το πνεύμα των θρησκευτικών εορτών και μάλιστα των Χριστουγέννων. Και όχι μόνον.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η Ορθοδοξία μας αδελφοί μου, δεν αρνιέται επαναλαμβάνω τις πανηγυρικές εκδηλώσεις και δεν αποστρέφεται τις πληθωρικές διακοσμήσεις, εορταστικές διακοσμήσεις που γίνονται κάθε φορά, αλλά δε μένει σ’ αυτές. Η Εκκλησία κάνει κάτι πολύ μεγάλο. Προχωρεί βαθύτερα. Γι’ αυτό κάνουμε το κήρυγμα, για να μπορέσουμε όλοι μαζί να μπούμε βαθύτερα στο πνευματικό νόημα των εορτών και αυτό να μεταβιβάσουμε, στους συντρόφους μας, στα παιδιά μας, στους γείτονές μας, στους συγγενείς μας και στους φίλους μας.
Προτείνει και εφαρμόζει δηλαδή, την αδιάσπαστη αρμονία μεταξύ τους πνευματικού και υλικού στοιχείου των εορτών με σκοπό την πνευματοποίηση των τύπων και όλων των ποικίλων εκδηλώσεων, των εξωτερικών εκδηλώσεων που έχουν αυτές οι εορτές. Και από κεί να μας οδηγήσει σε προσωπική συνάντηση με τον Θεόν, με τον Σωτήρα μας Ιησούν Χριστόν, με αυτόν που πρέπει να προϋπαντήσουμε.
Ο Χριστός για μας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, δεν γεννήθηκε απλώς και μόνον πριν 2000 χρόνια – τώρα τελειώνουν τα 2000 χρόνια, από μεθαύριο αρχίζει ο καινούργιος αιώνας – αλλά εξακολουθεί να είναι παρών, ο ζωντανός Θεός και μας προσφέρεται κάθε μέρα μέσα από τα πανάγια μυστήρια, μέσα από την Αγία Του Εκκλησία, μέσα από το Άγιόν Του Ποτήριον.
Η Θεία Κοινωνία, το πνεύμα της μετανοίας, η Ιερά Εξομολόγησις, η δακρύβρεκτος προσευχή, ο Ευαγγελικός λόγος και πολλά άλλα, είναι αυτά που φέρνουν τον Χριστόν στις καρδιές μας και έτσι μόνον μπορούμε να γιορτάσουμε Χριστούγεννα.
Και τότε και τα πάντα πνευματοποιούνται, και οι τύποι, και οι διακοσμήσεις των εορτών και πλημμυρίζει η καρδιά μας από αγάπη και συγγνώμη.
Βέβαια η πραγματικότητα είναι τραγική, γιατί γύρω μας βλέπουμε οι άνθρωποι να σωριάζονται σε ερείπια. Είναι η τρομακτική διάλυση της οικογένειας, είναι η αύξησις των εκτρώσεων, είναι η πείνα, είναι η ανεργία, είναι η φτώχεια, είναι η αύξησις των ασθενειών και ειδικά των ποικίλων μορφών του καρκίνου, τα τρομερά ατυχήματα που έχει η πατρίδα μας, οι αναπηρίες και τόσα άλλα.
Εντούτοις όμως ο αληθινός Ορθόδοξος Χριστιανός, ανησυχεί, αγωνιά, προσεύχεται. Και παρακαλεί αυτόν τον Θεόν που συνεχώς γεννάται εκ Παρθένου, ΓΕΝΝΑΤΑΙ εκ Παρθένου, γεννιέται κάθε φορά, κάθε μέρα μέσα στην Αγία μας Εκκλησία, πάνω στην Αγία Τράπεζα και στις καρδιές μας. Και προσεύχεται σ’ αυτόν. Και νηστεύει και αγρυπνεί τις νύχτες και κλαίει και για τις δικές του αμαρτίες τις πολλές, αλλά και για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων που βρίσκονται μακριά και δεν ξέρουν πώς να γιορτάσουν Χριστούγεννα. Άλλωστε είναι και ο μόνος που μπορεί να βιώσει αυτό το μεγάλο νόημα της εορτής αυτής.

Αδελφοί μου, τη χαρά των Χριστουγέννων την εύχομαι σε σας, προσωπικά και στις οικογένειές μας, και στις οικογένειές σας, αλλά και σείς όμως να την εύχεσθε σε μένα, και πριν πω το «αμήν», επειδή το βράδυ δεν θα βρεθούμε στις εκκλησίες για να παρακολουθήσουμε τον εσπερινό, τον οποίον εμείς κάναμε χθες το βράδυ μαζί με τις Μεγάλες Ώρες, γι’ αυτό αργά και καθαρά από τους ιεροψάλτες μας, να ψάλουμε όλοι μαζί το απολυτίκιο των Χριστουγέννων.

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2000

Το Μαρτύριο, οι Μάρτυρες, οι Άγγελοι και η προτροπή γιά νέους Αγίους

4.12.2000 Αγ. Βαρβάρας
165 - α



Αλήθεια αδελφοί μου, πώς τιμάται ένας Άγιος της Εκκλησίας μας; Ή μάλλον πώς πρέπει να τιμούμε εμείς οι σημερινοί Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, την Μεγαλομάρτυρα Αγία Βαρβάρα; Και μάλιστα εμείς που εκκλησιαζόμαστε στον Ιερό Ναό της;

Πολλές φορές έχουμε πει ότι τους Αγίους τους τιμάμε όταν μιμούμεθα το φρόνημά τους. Όταν ακολουθούμε τον τρόπον της ζωής τους. Όταν καλλιεργούμε τις δικές τους αρετές και ειδικά την έμπρακτη πίστη τους, που έφτανε μέχρι την ομολογία και το μαρτύριο.
Την βοήθεια για την μίμηση των Αγίων, μας την προσφέρει η Αγία μας Εκκλησία με τα σωστικά της Μυστήρια, το Βάπτισμα, το Χρίσμα, τη Θεία Ευχαριστία και την Ιερά Εξομολόγηση, καθώς επίσης και με την ακριβή τήρηση των Ευαγγελικών εντολών και την καλλιέργεια των θειοτάτων αρετών.
Οι Πατέρες λένε ότι στους εσχάτους καιρούς που τα αγιασμένα παραδείγματα θα λείπουν από τις κοινωνίες των ανθρώπων, και θα βασιλεύει και θα επικρατεί τότε η υλοκρατία, η ειδωλολατρία, ο πανσεξουαλισμός και ο σατανισμός ή η σατανολατρεία, τότε οι ολίγοι σωζόμενοι χριστιανοί, το μικρό ποίμνιον, θα λάβουν δόξα και τιμή μαρτύρων.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αδελφοί μου, απευθυνόμενος στους μάρτυρας, λέγει τα εξής:
-Σεις οι άγιοι μάρτυρες, ανεδείχθητε το μέγιστο παράδειγμα υπομονής, υπομονής μέχρι θανάτου. Σεις οι άγιοι μάρτυρες, νέοι και νέες, παρακινείτε όλους ημάς τους ολογιψύχους, τους ραθύμους και αμελείς προς μίμησιν του μαρτυρίου σας. Σεις όλοι οι άγιοι μάρτυρες, από τα νήπια της Βηθλεέμ και του τριετούς Αγίου Κηρύκου, μέχρι και τους πλέον γεροντοτέρους μάρτυρας και ιερομάρτυρας, όπως ήταν ο Άγιος Χαράλαμπος, πάνω από εκατό ετών, σεις λοιπόν που αναπληρώσατε κατά τον Απόστολο Παύλο τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί ημών και εγεννήθητε θέατρον τω κόσμω, και αγγέλοις και ανθρώποις, εις μεν τους αιρετικούς και απίστους κατέστητε ντροπή και λύπη και ατιμία και έλεγχος δριμύς. Εις τους δε ευσεβείς χριστιανούς, τιμή και καύχημα και δόξα και χαρά.
Και συνεχίζοντας ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης βεβαιώνει τα εξής:
-Όπως στα πονηρά πνεύματα, στους δαίμονας δηλαδή, το Άγιον και σωστικόν μαρτύριόν σας έγινε πόνος και φρίκη και αθυμία ανυπόφορος, έτσι και στους αγγέλους, στα μακάρια αυτά ουράνια πνεύματα, το μαρτύριό σας έγινε χαρά ανέκφραστος. Αγαλλίασις ανεκλάλητος και ευφροσύνη αιώνιος.
Ναι αδελφοί μου, τα αγγελικά λειτουργικά πνεύματα και τάγματα όντως χαίρονται και συναγάλλονται στο άκουσμα μαρτυρίου και σταυρωμένης ομολογίας. Γι’ αυτό και επιθυμούν να σκύβουν στη θεωρία αυτή των μαρτυρικών θανάτων των μαρτύρων βοηθώντας και ενισχύοντας αυτούς.

Ο δε Άγιος Κυπριανός μας λέγει περίπου τα εξής:
-Όσον αγάλλονται και δοξάζονται οι ουράνιες ταξιαρχίες των ασωμάτων δυνάμεων, από την μακαρία θέα της τρισηλίου ακτίστου δόξης του εν Τριάδι Θεού, άλλο και τόσον μακαρίζονται και χαίρονται διότι βλέπουν και απολαμβάνουν τους αγίους μάρτυρας ανάμεσα στα δια Χριστόν και Κύριον μακάρια πάθη και μαρτύρια.
Εδώ δηλαδή ο Άγιος Κυπριανός, ταυτίζει την δόξα και την μακαριότητα των αγγέλων με τα μαρτύρια των Αγίων Μαρτύρων με το πάθος και το μαρτύριον που γίνεται δια τον Σωτήρα Ιησούν Χριστόν.
Και συνεχίζει τονίζοντας κάτι πολύ σημαντικό:
-Αν, αν λέγει, μπορούσαν να ζηλέψουν οι άγγελοι, εκείνο που θα ζήλευαν θα ήταν το μαρτύριο των Αγίων μαρτύρων. Βέβαια τέτοιο πράγμα δε γίνεται γιατί οι άγγελοι είναι απαθείς, αλλά έτσι τονίζεται όμως από τον Άγιο Κυπριανό επίσκοπο Κύπρου, το ανυπέρβλητο μεγαλείο των Αγίων μας μαρτύρων.

Πολλοί εκ των Αγίων μαρτύρων είναι θαυματουργοί, είναι μυροβλήτες, είναι τροπαιοφόροι, είναι ιατροί και ιαματικοί, οι δε άγιοι μάρτυρες διακρίνονται στις εξής κατηγορίες.
Στους μεγαλομάρτυρες,
στους καλλινίκους μάρτυρες,
στους ιερομάρτυρες,
στους οσιομάρτυρες,
στους οσιοπαρθενομάρτυρες,
στους νεομάρτυρες και
στους εθνομάρτυρες.
Όλοι τους όμως υπήρξαν φωστήρες της οικουμένης, ματωμένοι πύργοι της ευσεβείας, φύλακες ομολογηταί της Εκκλησίας, αιματοβαμμένα ρόδα του Ουρανού.

Χριστιανοί μου, η Αγία Βαρβάρα, υπέστη μαρτυρικό διωγμό και θάνατο από τα χέρια του πατέρα της. Μήπως το ίδιο δε συμβαίνει κατά κάποιον τρόπον και σήμερα όταν νέοι και νέες στρέφονται προς την Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού και μάλιστα όταν επιθυμούν να ενδυθούν το τιμιότατον ράσο;
Πόλεμοι, διωγμοί, πιέσεις, απειλές, κοροϊδίες, ειρωνίες, ακόμα και εκβιασμοί από το οικείον περιβάλλον, δημιουργούν μια αφόρητη κατάσταση σε όλους εκείνους, μικρούς και μεγάλους, νέους και νέες, εγγάμους και αγάμους, που αποφασίζουν να βρουν τον προορισμό τους και την σωτηρία τους κοντά στο Χριστό, στην Εκκλησία Του και στα Μυστήριά της, στο Ευαγγέλιο και στις θείες του εντολές.

Βλέποντας και θαυμάζοντας την Αγία Βαρβάρα, τη μικρή αυτή παρθένο κόρη και μεγαλομάρτυρα, ας προσέλθουμε όλοι μας σιωπηλά, και σήμερα το βράδυ και αύριο ολόκληρη την ημέρα, και με ευλάβεια πολλή ας ασπασθούμε στην Αγία της εικόνα το ιερό μαρτυρικό πρόσωπό της που ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός το στεφάνωσε με δόξα και τιμή πολλή. Ας μας επιτραπεί ακόμα να τολμήσουμε να πούμε όπως λέγει ένας άγιος να ασπαστούμε και τα χείλη της Αγίας με τα οποία ομολόγησε φωνάζοντας: «Είμαι χριστιανή πατέρα!» Και έπεσε κάτω σφαγμένη από τον σκληρόκαρδο και δήμιο εκείνον πατροκτόνον.

Είναι όντως μέγιστο και εξαίσιο το θαύμα της Ορθοδόξου μας πίστεως αδελφοί μου. Και αν γυρίσουμε πίσω στα χρόνια των μαρτύρων και μαζί εκεί με τις ουράνιες αρχαγγελικές δυνάμεις, νοερά θα παρακολουθήσουμε ένα εξαίσιο θαύμα : τους αθλητάς της πίστεως να συμπλέκονται μέσα στο μαρτύριο με τους αντιπάλους της αμαρτίας, παρακολουθούμενοι και ενισχυόμενοι από τους αγγέλους.

Χριστιανοί μου, πολλά και ποικίλα τα κατορθώματα των Αγίων μαρτύρων της Εκκλησίας μας. Είναι αυτά που έθρεψαν γενεές γενεών πιστών χριστιανών. Γενεές πιστών μέσα από τα συναξάρια και τα γεροντικά, που οι πατέρες έλεγαν στα παιδιά τους, οι μητέρες στις θυγατέρες τους, οι παππούδες και οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους. Είναι αυτά που τρέφουν και τροφοδοτούν όσους από μας σήμερα το θέλουν και το επιθυμούν.

Έχουμε όμως και σήμερα ανάγκη από νέο αίμα μαρτύρων. Αίμα και ιδρώτα αγίων. Στην εποχή μας, την άγονη εποχή μας, την άγονη από ήθος αληθινό, τη στείρα εποχή μας, τη στείρα από την πίστη, την ολιγόψυχη και μοιχαλίδα αυτή εποχή μας, στην εποχή μας αυτή λέω, μας λείπουν όχι τα αγαθά, όχι οι γνώσεις, όχι οι επιστήμες, όχι οι ευκολίες της ζωής, όχι οι απολαύσεις, αλλά μας λείπουν οι ιεραπόστολοι, οι όσιοι, οι ομολογηταί και οι μάρτυρες. Ναι, μας λείπουν και οι άγιοι χριστιανοί. Από τέτοιους έχουμε σήμερα ανάγκη. Από κανέναν άλλον. Μόνον από αγίους χριστιανούς. Από αποστόλους και ομολογητάς και μάρτυρας και οσίους έχει ανάγκη η εποχή μας, η πατρίδα μας, η Ορθόδοξη Ελλάδα μας, την οποίαν θέλουν να αποχριστιανοποιήσουν οι κρατούντες σήμερα, και έχοντες στα χέρια τους το χρήμα και τον πλούτο.
Και θέλουν να διώξουν την πίστη μας από την πατρίδα μας, απ’ την κοινωνία μας, απ’ τις εργασίες μας, απ’ τα σπίτια μας, και το καταφέρνουν σιγά σιγά μέσω της τηλεοράσεως. Διά τούτο λοιπόν, γι’ αυτό και εμείς, ας μου επιτρέψετε να κάνουμε μια προσευχή και να κλείσουμε μ’ αυτήν:
Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών,
δια πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου και της Αγίας ενδόξου Μεγαλομάρτυρας Βαρβάρας,
στείλε μας Αγίους για να μας διδάξουν,
στείλε μας αγίους για να μας φωτίσουν,
στείλε μας αγίους για να τους ακολουθήσουμε,
στείλε μας αγίους για να τους μιμηθούμε,
στείλε μας Κύριε αγίους διότι ο θερισμός πολύς και οι εργάται ολίγοι.
Στείλε μας Κύριε και αγίους ιερείς, και όχι σαν και μένα, για να ποιμάνουν μετά συνέσεως και ορθοφρόνως τα λογικά Σου πρόβατα. Ναι Κύριε,
στείλε μας αγίους και μάρτυρας και αποστόλους και εργάτας του Ευαγγελίου,
στείλε μας αγίους χριστιανούς,
στείλε μας αγίους ιερείς
,
Αμήν.

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2000

Ο πνευματικός και πρακτικός τρόπος συμμετοχής του χριστιανού στη γιορτή ενός Αγίου

164 α

Αγρυπνία Αγίου Δημητρίου 2000



Σήμερα αδελφοί μου γιορτάζουμε με ύμνους και ωδές πνευματικές, τον Μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριο τον Μυροβλήτη και πολιούχο της Θεσσαλονίκης.
Κάθε γιορτή έχει πλούσιες πνευματικές προσφορές που είναι ανάλογες με τους τρόπους που συμμετέχουμε σ’ αυτή.
- Ο πρώτος τρόπος είναι λειτουργικός, δηλαδή με τον εκκλησιασμό και την Θεία Κοινωνία.
- Ο δεύτερος τρόπος έγκειται στην πνευματική προετοιμασία που κάνουμε με την νηστεία, την αγρυπνία, την προσευχή, την εγκράτεια και την Ιερά Εξομολόγηση. Αυτός ο τρόπος είναι καθαρά προσωπικός, και βασίζεται στις προσπάθειες που κάνει ο πιστός χριστιανός, για να μιμηθεί το κατά δύναμιν, όσο δηλαδή μπορεί, τον Άγιο που τιμά, αγαπά, ευλαβείται και γιορτάζει. Άλλωστε «μνήμη Αγίου, μίμησις Αγίου».
Και όταν όλες οι προσπάθειές του με το έλεος και τη χάρη του Θεού πετύχουν το στόχο τους, τότε ολόκληρος ο άνθρωπος μεταμορφώνεται και θεώνεται. Οι προσπάθειες όμως του πιστού χριστιανού περνάνε από την τήρηση των Ευαγγελικών εντολών και την καλλιέργεια των αντιστοίχων αρετών. Αυτό σημαίνει κόπους, πόνους, θλίψεις, στεναχώριες, πιέσεις, διωγμούς, ακόμα και μαρτύριο που τις περισσότερες φορές είναι αφόρητα ψυχικό.
Γι’ αυτό και ένας νεώτερος Άγιος συμβουλεύει προς αυτήν την κατεύθυνση τα εξής :
- Τι λέγει ο Θεός; τι παρακαλεί; Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν; Και αγαπάτε αλλήλους. Αγαπάτε τους εχθρούς υμών και καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς. Ευλογείτε και μη καταράσθε. Αλλά δεν πρέπει ποτέ να αποστρεφόμαστε και να περιφρονούμε τον κάθε συνάνθρωπό μας για τον οποίον σταυρώθηκε ο Χριστός, και να μη φθονούμε ποτέ εκείνους που προοδεύουν στην ζωή τους.
Μια συμβουλή των πατέρων της Εκκλησίας μας είναι το μην ατιμάσεις δάκρυον. Δηλαδή μην ατιμάσεις και περιφρονήσεις τον πλησίον σου, τον αδελφόν σου, τον συνάνθρωπό σου, που είναι πονεμένος, δυστυχισμένος, ανάπηρος, αγαθούλης, αγράμματος και πτωχός.
Να μην καλλιεργούμε κακούς λογισμούς για τον πλησίον μας, όσες και αν μας δίνει αφορμές. Αντιθέτως μάλιστα να έχουμε και να φτιάχνουμε καλούς λογισμούς για τον κάθε άνθρωπο. Και αυτό πολύ περισσότερο, για όλους εκείνους τους χριστιανούς τους οποίους ο Θεός έχει προικίσει με πλήθος αρετών και χαρισμάτων. Αυτοί για κανέναν λόγο δεν πρέπει να αποστρέφονται τον αμαρτωλό που χρειάζεται βοήθεια, είτε αυτή είναι υλική είτε αυτή είναι ηθική.
Και κάτι άλλο που τονίζουν οι πατέρες της Εκκλησίας μας είναι το μην ατιμάσεις ξένον, χάριν του οποίου ξενίτευσε ο Χριστός, αφού η Αγιογραφική εντολή είναι «φιλόξενοι εις αλλήλους, άνευ γογγυσμών».
Και στρεφόμενοι οι πατέρες προς τους εμπόρους αλλά και στον κάθε χριστιανόν, λένε: «Μη πλουτίζετε από τον ιδρώτα των φτωχών, και πολύ περισσότερο μην θησαυρίζετε κλέβοντας, απατώντας, αδικώντας, και ψευδόμενοι συνεχώς και ασυστόλως.
Τρίτη προτροπή των πατέρων της Εκκλησίας μας είναι το μη θαυμάζεις ό διαρρέει κρατούμενον, δηλαδή μη θαυμάζεις τον πλούτον, τη δόξα, την εξουσία, την ηδονή, την κοσμική γνώση, το κάλλος της νιότης και τόσα άλλα, διότι τίποτε από αυτά δεν είναι μόνιμον, τα πάντα έρχονται και παρέρχονται. Τότε τι πρέπει να κάνεις; Θαύμασον την αρετήν, και μίσησον κακίαν, πονηρίαν και διάβολον. Και τι άλλο να κάνεις χριστιανέ μου; Να υπομένεις αγόγγυστα, να μακροθυμείς προς όλους, να συγχωρείς τους πάντες, γιατί συ πρώτος συγχωρέθηκες από τον Θεό. Να προσεύχεσαι πρωί μεσημέρι βράδυ, κάθε μέρα, όλη μέρα, κατά το «αδιαλλείπτως προσεύχεσθαι», και ειδικότερα με την ευχούλα, το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Να δείχνεις την πίστη σου προς τον Χριστόν και την Εκκλησία, με τα καλά σου έργα, την καθημερινή σου ομολογία και τη συμμετοχή σου στα σωστικά μυστήρια της Ιεράς Εξομολογήσεως και Θείας Κοινωνίας. «Μνήμη Αγίου – Μίμησις Αγίου». Τι άλλο μπορεί να σημαίνει αυτό; Ομολογία, μαρτύριο ψυχικό, συντριβή, ταπείνωσις, μετάνοια.

Έτσι, αν σε ξέχασαν δεν πειράζει.
Σε αδίκησαν, ξέχασέ το.
Σε περιφρόνησαν, να χαίρεσαι.
Σε βλαστημάνε; Να προσεύχεσαι.
Σε κατηγορούν; Μην αντιλογείς.
Σου αφαιρούν το λόγο; Μη λυπάσαι.
Σε κοροϊδεύουν; Μην απαντάς!
Σου βρίζουν τα Θεία; Διαμαρτυρήσου προσευχόμενος.
Σε κακολογούν; Μην αντιμάχεσαι.
Θυμώνουν μαζί σου; Να παραμείνεις ήρεμος.
Σου βρίζουν την πίστη σου; Δώσε την καλήν ομολογίαν.
Σε συκοφαντούν και ειρωνεύονται; Να μακροθυμείς.
Δεν ακούνε τις συμβουλές σου τα παιδιά; Πέσε στα γόνατα.
Έφταιξες; Ζήτησε συγγνώμη.
Ταραχή και εκνευρισμός ανάμεσά μας; Και ιδιαίτερα μέσα στην οικογένεια; Δές που έφταιξες εσύ και όχι ο άλλος.
Έχεις υγεία; Δόξαζε τον Θεόν.
Ταλαιπωρείσαι από αρρώστιες; Δόξαζε και πάλιν τον Θεόν.
Ανεργία, φτώχεια και γκρίνια μέσα στο σπίτι και στην οικογένεια; Νήστεψε. Αγρύπνησε, κάνε προσευχή πολλή.
Έπεσες στην αμαρτία; Σήκω με την μετάνοια;
Ξανάπεσες στην αμαρτία; Πάλι σήκω!.
Ξαναέπεσες για εκατοστή φορά; Ελεηνολόγησε τον εαυτόν σου. Φτήστον. Στέναξε βαθειά. Κλάψε. Χτύπησε το στήθος σου και φώναξε δυνατά: «Ο Θεός μου ελέησόν με τον αμαρτωλόν».
Αγαπάς τον Θεό, την Παναγία, τους Αγίους; Τήρησον τας εντολάς. Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε, προτρέπει και βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος.
Αγαπάς αληθινά τον πλησίον σου; Να το αποδείξεις με τις θυσίες σου.

Ιδού αδελφοί μου, μερικές πρακτικές συμβουλές, που μας δίνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, και που όλες μαζί τείνουν στην μίμηση του Αγίου που γιορτάζουμε κάθε φορά ξεχωριστά.
Μόνον με αυτές τις εφαρμογές – ασφαλώς θα υπάρχουν και άλλες πάρα πολλές – γίνεται η προσωπική μας ζωή πολιτεία αγίων και οδός Χριστού, αλλά και Σταυρός Χριστού και Ανάστασις Χριστού και Μεταμόρφωσις Χριστού, δηλαδή μίμησις και θέωσις.
Είθε χριστιανοί μου αυτόν τον δρόμον του Χριστού να ακολουθήσουμε όλοι μας, για να καταστούμε, να γίνουμε δηλαδή διά του Αγίου Πνεύματος και της Θείας Χάριτος, μιμητές Αγίων, μιμητές Ιησού Χριστού,

Αμήν.

Κυριακή, 5 Μαρτίου 2000

Η πύλη της μετάνοιας και η αποδοχή της αμαρτωλότητός μας και μιά συγκλονιστική εμπειρία εν Αγίω Πνεύματι

161 β
Κυρ. ΑΠΟΚΡΕΩ 2000


Της μετανοίας άνοιξόν μοι, πύλας Ζωοδότα.
Το πρωί της Κυριακής αδελφοί μου στον όρθρο, και μετά το Εωθινόν Ευαγγέλιο λέγεται χύμα το «Ανάσταση Χριστού θεασάμενοι».
Στη συνέχεια ψάλλεται εμμελώς ο Πεντηκοστός Ψαλμός, και εξέρχεται το Ευαγγέλιο και το προσκυνάει ο λαός. Μετά όμως τον πεντηκοστό ψαλμό, ψάλλονται από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι και την Πέμπτη Κυριακή των Νηστειών, τρία κατανυκτικά τροπάρια τα οποία σηματοδοτούν το Τριώδιο και τη Μεγάλη Σαρακοστή.
«Της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα, ορθρίζει γαρ το πνεύμα μου προς ναόν τον Άγιόν Σου», το οποίον και επανέλαβε προηγουμένως ο ιεροψάλτης μας. Παρακαλούμε δηλαδή τον Θεόν να μας ανοίξει την πόρτα της μετανοίας.
Για να μπούμε στο ναό μας, μπαίνουμε από την πόρτα. Για να μπούμε στο σπίτι μας μπαίνουμε από την πόρτα. Για να μπούμε σε μια αίθουσα, σε ένα γραφείο, μπαίνουμε από την πόρτα. Έτσι για να μπούμε στον Παράδεισο και στην Βασιλεία των Ουρανών, πρέπει να μπούμε από την πόρτα. Και αυτή η πόρτα, η θύρα, η πύλη, λέγεται μετάνοια. Αληθινή μετάνοια. Η μετάνοια όμως έχει ένα φόρεμα. Μια στολή, ένα ένδυμα, και αυτό είναι η ταπείνωσις. Της μετανοίας λοιπόν, προηγείται η πλήρης συναίσθησις της αμαρτωλότητός μας, που θα φέρει την συντριβή, τα δάκρυα και την ταπείνωση. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας, με πολλή πολλή σοφία έβαλε στην πρώτη Κυριακή του Τριωδίου την παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου, για να τονιστεί αυτή η συναίσθησις της αθλιότητός μας και δι’ αυτής η ταπείνωσις. Στη συνέχεια έβαλε στη δευτέρα Κυριακή την παραβολή του ασώτου υιού για να προβάλλει δύο πράγματα:
Αφενός μεν τα σωτηριώδη αποτελέσματα της αληθινής μετάνοιας,
και αφετέρου το άπειρον έλεος και την άπειρη φιλανθρωπία του Θεού προς το πεσμένο του πλάσμα που επιστρέφει μετανοημένο και τεταπεινωμένο στην ολάνοιχτη πατρική, θεϊκή αγκαλιά.
Κατόπιν η Εκκλησία στην τρίτη Κυριακή του Τριωδίου, δηλαδή στη σημερινή Κυριακή, βάζει το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Δικαίας Κρίσεως για να μας δείξει ότι η αληθινή μετάνοια και συντριβή παράγει καρπούς δια των οποίων καρπών σώζεται ο άνθρωπος και τάσσεται εις τα δεξιά του Θεού και Πατρός, εις τους ευλογημένους.
«Δεύτε οι ευλογημένοι κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν Βασιλεία».
Ποιοι είναι αυτοί οι καρποί της μετανοίας; Είναι τα έργα της πίστεως, είναι τα έργα της αγάπης, που μας τόνισε το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, είναι τα έργα της πράξεως, είναι η πράξις από την υπακοή μας στο θέλημα του Θεού. Είναι η ακριβής πορεία μας στο δρόμο του Θεού, που οδηγεί στη σωτηρία. Στο τέρμα αυτού του δρόμου, υπάρχει μια πόρτα, μια θύρα. Είναι η πόρτα της μετανοίας. Όταν αυτή ανοίξει, και την ανοίγει η αληθινή μετάνοια, τότε μπαίνουμε στον Παράδεισο.
Τι ψάλαμε όμως μετά το «της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα»; Ψάλαμε στο τέλος, θα το αναλύσουμε αργότερα, «τα πλήθη των πεπραγμένων μου δεινών εννοώ ο τάλας, τρέμων την φοβεράν ημέραν της Κρίσεως». Άρα τι μας χρειάζεται πιο πολύ και πάνω απ’ όλα για να μην τρέμω, αυτήν την φοβερή ημέρα της Κρίσεως της φοβεράς του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού; Μας χρειάζεται και μου χρειάζεται η αληθινή μετάνοια.

Να λοιπόν τι μας δείχνει η Εκκλησία μας, με τα κατανυκτικά αυτά τρία τροπάρια. Μας δείχνει με ποιο τρόπο μπαίνουμε στο ναό για να λειτουργηθούμε. Τι λένε όμως οι περισσότεροι από τους χριστιανούς;
- Ε, ας πάμε και στην Εκκλησία.
Και μπαίνουμε μέσα στους ναούς κάποιες Κυριακές, και κάποιες μεγάλες γιορτές με την εντύπωση ότι δήθεν είμαστε καλοί χριστιανοί και ότι κάναμε το καθήκον μας και τίποτα περισσότερο.
Ευτυχώς που υπάρχουν εξαιρέσεις και μάλιστα επαινετές, από χριστιανούς που εκκλησιάζονται για να πάρουν την χάρη της Θείας Λειτουργίας, για να κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων, και πάντοτε όταν βέβαια αυτό τους το επιτρέπει η Εκκλησία, και πάντοτε με πνεύμα συντριβής και μετανοίας και με πλήρη συναίσθηση της αμαρτωλότητός των. Γι’ αυτό και ικετεύουν το Ζωοδότη Κύριο, να τους ανοίξει τις πύλες της μετανοίας και τίποτε άλλο. Διότι μετάνοια, όπως είπαμε και άλλοτε, δεν είναι μόνον ο προθάλαμος του Παραδείσου, αλλά και το κλειδί του.
Αν όμως αδελφοί μου ο Θεός δε δεί μέσα στις καρδιές μας, γιατί τις καρδιές μας τις διαβάζει μόνον ο Θεός, ακόμη καλά καλά ούτε εμείς δεν μπορούμε να τις διαβάσουμε, - γιατί επίτηδες σχηματίσουμε άλλη εικόνα για τον εαυτό μας,- αν λοιπόν ο Θεός μέσα στις καρδιές μας, δεν δει πόθο για μετάνοια, δεν δει λαχτάρα για ταπείνωση, δεν δεί καημό, καημό, πώς να σου το πω, καημό για να ελεηθούμε, δεν δει αγωνία για την σωτηρία μας, αν αυτά δεν τα δεί ο Θεός, τότε πως θα μας ανοίξει τις πύλες της μετανοίας;
Γι’ αυτό και ερχόμαστε πρωί πρωί στον ναόν του Θεού και πριν από το Εωθινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, για να ακούσουμε αυτό το τροπάριο και να ελεηθούμε. Για να μας ανοιχτούν δηλαδή οι πύλες της μετανοίας, αφού το ψάλουμε και μείς μαζί με τους ιεροψάλτες, αυτοί μας αντιπροσωπεύουν. Είμαστε όλοι λαός του Θεού που φωνάζουμε «της μετανοίας άνοιξον πύλας Ζωοδότα».
Άρα η μετάνοια είναι ένα ειδικό χάρισμα του Θεού που μας κάνει να νοιώθουμε το βάρος της αμαρτίας και το μέγεθος της αθλιότητός μας. Να πούμε ότι το έχουμε αυτό το χάρισμα; Λυπάμαι αλλά δεν το έχουμε. Ή αν το έχουμε είναι σε πολύ μικρό βαθμό και ασήμαντο. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας διά μέσου αυτών των τροπαρίων, μας προτρέπει να εκκλησιαζόμεθα με αυτό το πνεύμα. Με το πνεύμα της ανάγκης για μετάνοια, για συντριβή, για δάκρυα, για ταπείνωση, διότι κακά τα ψέματα αληθινή μετάνοια δεν έχουμε.
Τα ψευτοδάκρυα, οι συναισθηματισμοί, οι μεταμέλειες, και οι δήθεν στεναχώριες και λύπες μας για τις πτώσεις μας, και άλλα τέτοια τερτίπια, αυτά ΔΕΝ είναι μετάνοια. Θιγμένος εγωισμός είναι, ναι, βέβαια, θιγμένος εγωισμός είναι, μετάνοια όμως δεν είναι.
Και αν τυχόν μας διακρίνουν τέτοιες ψευτοκαταστάσεις, να το πιστέψουμε, είναι ένα τίποτα, διότι μετάνοια δεν είναι. Γι’ αυτό μπαίνοντας μέσα στο ναό, και νοιώθοντας ότι δεν έχουμε την αληθινή μετάνοια, γι’ αυτό και παρακαλούμε θερμά τον Άγιο Θεό, να μας ανοίξει αυτές τις πύλες της μετανοίας, φωνάζοντας όσο πιο δυνατά μπορούμε, αλλά από μέσα μας, «Θεέ μου η μοναδική πόρτα που οδηγεί στη σωτηρία είναι η μετάνοια, δόσ’ μου μετάνοια, μετάνοια αληθινή διότι ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου. Και κάθε στιγμή αμαρτάνω».
Και τι άλλο μας λέγει στη συνέχεια ο υμνογράφος; «Ορθρίζει γαρ το πνεύμα μου, προς ναόν τον Άγιόν Σου». Τι θα πεί ορθρίζει; Ήλθα πρωί πρωί, στο ναό σου, γι’ αυτό το λόγο. Για να μου δόσεις μετάνοια, μετάνοια αληθινή. Έτσι φανερώνουμε τον καημό μας και τη δυστυχία μας, φανερώνουμε τη γύμνια μας και δε γίνεται αλλιώς. Είμαστε γυμνοί και τετραχειλισμένοι. Όσα καλά λόγια και αν λέμε στο Θεό, και όσα ψευτοέργα κάναμε και δήθεν προσευχές και νηστείες, - τα τόνισε σήμερα η υμνολογία μας στον όρθρο, δεν ξέρω πόσοι τα ακούσατε. - Αν δεν έχουμε επαναλαμβάνω πόθο για ταπείνωση, πόθο για συντριβή, πόθο για να ελεηθεί η ψυχή μας, αν δεν τα δει αυτά ο Θεός δυστυχώς μπορεί να μην μας ανοίξει.
Δεν δυσκολεύεται και δεν καθυστερεί καθόλου να πει και να ομολογήσει ο συντετριμμένος χριστιανός ότι ήλθα στο ναό σου και έφερα τον ναόν του σώματός μου, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το σώμα μας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος, αυτόν τον ναόν τον έφερα όλον εσπιλωμένον, δηλαδή βρώμικον, τρισάθλιον και αισχρόν. Δε δυσκολεύεται αυτός που έχει αληθινή μετάνοια και ταπείνωση και όχι ταπεινοσχημία, να δείξει τις βρωμιές της ψυχής του. Να ομολογήσει τα λάθη του.
Η ψυχή που επιστρέφει στο Θεό, με συντριβή και δάκρυα δεν έχει ντροπές και ψευτοσυστολές. Τα ομολογεί όλα ευθύς αμέσως. Ούτε δυσκολεύεται να αναλάβει η ψυχή τις ευθύνες της και να πάρει τον κανόνα της. Όχι να τον τρέμει, να τον ζητάει! Δεν έχει τσιγκουνιές στην ομολογία του ο μετανοημένος χριστιανός. Αυτός ο ναός, ο ναός του σώματός μου, είναι πέρα για πέρα αμαρτωλός. Και είναι αλήθεια διότι το είπε η Εκκλησία. Και η Εκκλησία δεν λέγει ψέματα. Δεν λέει ούτε ψέματα, ούτε υπερβολές ο υμνογράφος που αντιπροσωπεύει όλους εμάς τους χριστιανούς και τον καθέναν μας χωριστά. Ναι, μας λέγει η Εκκλησία δια του Αγίου υμνογράφου, ναι, όλος ο ναός χριστιανέ μου είναι εσπιλωμένος. Είναι δηλαδή βρώμικος, είναι αμαρτωλός διότι άμα πέσει επάνω σου μια ακτίνα από το φως του Θεού, θα φωτιστείς και θα δεις ότι ολόκληρη η ύπαρξίς σου είναι μέσα στην αμαρτία.

Στη συνέχεια όμως, αυτό το ευλογημένο τροπάριο, το πρώτο, έχει ένα «αλλά». Αλλά σωτήριο. Αλλ’ ως οικτίρμων κάθαρον ευσπλάχνως Σου ελέει. Ναι, έτσι είμαι εγώ, είμαι αμαρτωλός, είμαι τρισάθλιος, είμαι και βρώμικος, πέρα για πέρα. Εσπιλωμένος, αισχρος και πληγωμένος πέρα για πέρα. Θα το ομολογείτε μέσα σας, και θα το ομολογώ μέσα μου. Αλλ’ όμως, Σύ είσαι ο Πανάγαθος Θεός, Σύ είσαι εύσπλαχνος Θεός, Σύ είσαι Οικτίρμων Θεός. Σύ είσαι ο Φιλάνθρωπος Θεός και καθάρισέ με, με το σπλαχνικό Σου έλεος.
Γι’ αυτό όταν γράφουμε ονόματα ζωντανών, για να τα μνημονεύσει ο ιερεύς στην πρόθεση, καλόν είναι να ζητάμε πρώτα γι’ αυτούς μετάνοια, φωτισμό, σωτηρία, κι ύστερα για υγεία και για όλα τα άλλα τα αιτήματα και τα οποία βέβαια και αυτά μας είναι πολύ απαραίτητα στη ζωή μας. Γιατί πρέπει να καλυφθούν ένα πλήθος από ανάγκες, αφού δεν είμαστε μόνον ψυχή, δεν είμαστε μόνο πνεύμα, είμαστε και σώμα, και έχουμε και σπίτι και οικογένεια και παιδιά και φροντίδες. Αλλά προηγείται όμως στη μνημόνευση των ζωντανών, ο φωτισμός και η μετάνοια.

Να σας πω μια ιστορία αληθινή;
Είναι Κυριακή σε ένα ναό της επαρχίας λειτουργούν τρείς ιερείς. Μετά το τέλος της Λειτουργίας, και αφού μοιράστηκε το αντίδωρο, ο ένας ιερεύς εξ αυτών, έκανε κατάλυση του Αγίου Ποτηρίου, δηλαδή έφαγε όλο το υπόλοιπο μαζί με τις μερίδες της Παναγίας και των Αγίων, καθώς και με όλα τα ψιχουλάκια που αντιπροσώπευαν τις ψυχές των ζωντανών και των πεθαμένων. Όλα αυτά μαζί, ήσανε ποτισμένα και ζυμωμένα με το Αίμα του Ιησού Χριστού. Έτσι θα κάνω και γω σε λίγο, αφού μοιράσουμε όλο το αντίδωρο. Τελειώνοντας ο ιερεύς αυτός, σκούπισε κατάχλωμος με το μάκτρο το Άγιο Ποτήριο, έπλυνε τα χέρια του τρέμωντας, και σε μια κατάσταση εκτός εαυτού, σωριάστηκε μπροστά στην Αγία Τράπεζα σχεδόν λιπόθυμος. Εφαίνετο πως δεν άντεχε άλλο. Κούρασις να ήταν άραγε;
Οι άλλοι όμως ιερείς τον χλεύασαν και τον κορόιδεψαν. Μάλιστα δε ό ένας εξ αυτών, -τι να πω-, κάλεσε το γιό του που ήταν έξω στο ψαλτήρι και του είπε:
- Έλα βρε, έλα βρε, να δείς εδώ την κατάντια του πατέρα σου…
Ύστερα από καμιά ώρα, ο ιερεύς αυτός που συνήλθε, τον ρώτησε ο γιός του:
- Τι έπαθες πατέρα; Τι σου συνέβη;
Και κείνος του απάντησε:
- Παιδί μου, κατά την κατάλυση του Αγίου Ποτηρίου, συνέβη μέσα στα στήθη μου, στο βάθος της καρδιάς μου, ένα συγκλονιστικό γεγονός. Σα να εγίνετο ένα δικαστήριο. Μια μεγάλη και φοβερή δίκη.
- Τι δικαστήριο; ρώτησε το παιδί. Δεν καταλαβαίνω…
- Να παιδί μου, οι ψυχές των πεθαμένων, που μνημονεύσαμε στην Αγία Πρόθεση, εκλιπαρούσαν για έλεος και σωτηρία. Οι δε ψυχές των ζωντανών, ζητούσαν τρόπον τινά την εκπλήρωση των αιτημάτων του. Αυτό με έλειωσε και δεν το άντεξα. Γι’ αυτό και ξάπλωσα τελείως εξαντλημένος.
Αυτά είπε στο παιδί του.
Σε μένα όμως προσωπικά, και στην ερώτησή μου, πώς ένοιωθε αυτό το δικαστήριο, τι ήταν αυτό, απάντησε:
- Ήταν φοβερά συγκλονιστικό να βλέπεις και να αισθάνεσαι εν Αγίω Πνεύματι, μέσα σου, τις ψυχές των πεθαμένων να απλώνουν τα χέρια τους και να φωνάζουν ικετευτικά και παρακλητικά «Έλεος, έλεος, ΕΛΕΟΣ». Αλλά και οι ψυχές των ζωντανών, με πολύ πόνο να παρακαλούν για διάφορα αιτήματά τους, άλλοι για θεραπεία και ανάρωση των αρρώστων τους, άλλοι για την λύσιν των οικογενειακών δραμάτων, άλλοι για τα απειλούμενα διαζύγια και ομόνοια στο σπίτι, άλλοι για τον φωτισμόν των παιδιών τους, ή για την πρόοδό τους, ή για την αποκατάστασή τους, ή για λύτρωση από τα ναρκωτικά και άλλα πολλά, και πολλοί λίγοι ζητούσαν την μετάνοια.
Όπως γνωρίζουμε βέβαια και καταλαβαίνουμε, τα αιτήματα των χριστιανών μας είναι πολλά. Αλλά δεν είναι μόνον υλικά και αναγκαία για αυτή την παρούσα ζωή. Αλλά είναι και πνευματικά που αφορούν και την αιώνια ζωή. Μόνο ο Θεός γνωρίζει, τι πόνο και τι λαχτάρα, κρύβει το κάθε χαρτάκι με τα ονόματα όταν αυτά γράφονται και δίδονται με συναίσθηση.
Υπήρχε και μια άλλη αίσθηση. Ότι ένα πλήθος από ιερείς, τρέχοντας πότε στους μεν και πότε στους δε, έπαιρναν τα διάφορα αιτήματα και τα προσεκόμιζαν στο θρόνο της χάριτος, στο θρόνο του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού για λύση. Αυτό το πλήθος των ιερέων, αντιπροσωπεύει το πλήθος των Ορθοδόξων κληρικών, που εκείνη την ημέρα λειτούργησαν και μνημόνευσαν κατά χιλιάδες τα ονόματα.
- Καλά, ξαναρώτησα. Όμως εγώ δεν έχω καταλάβει που βρίσκεται η αίσθησις του δικαστηρίου.
Και μου απάντησε ως εξής:
- Στη διάχυτη παρουσία του Θεού, που άλλοτε εξέφραζε την άπειρη φιλανθρωπία Του, και άλλοτε την μέλλουσα όμως, όχι την τωρινή, την μέλλουσα και φοβερά Δικαία Του Κρίση, που θα πραγματοποιηθεί κατά την Δευτέραν αυτού Παρουσίαν. Αυτό ήταν που μου έδινε την αίσθηση της δίκης και του δικαστηρίου. Και ήταν ζωντανή η αίσθησις, και το βίωμα αυτό που με διέλυσε. Με έλειωσε σαν το κερί. Και έπεσα κάτω σχεδόν λιπόθυμος.
Και ο παππούλης δάκρυσε.
Και εδώ τελείωσε η ιστορία.
Είναι αληθινή και δεν αφορά εμένα.

Αν θέλουμε να σωθούμε αδελφοί μου, έχουμε ανάγκη από φωτισμό, από συντριβή, από ταπείνωση, από μετάνοια. Μετάνοια όμως αληθινή. Διότι μόνον η μετάνοια θα μπορέσει να μας βάλει και να μας τοποθετήσει δια του ελέους του φιλανθρώπου Θεού εις τα Δεξιά Του, για να ακούσουμε τον Λόγον Του:
«Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την εμήν Βασιλείαν, την ητοιμασμένην από καταβολής κόσμου, και η οποία θα είναι για σας, κληρονομιά εις τους αιώνας των αιώνων»,
Αμήν.

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2000

Περι προσοχής



124 β

Συνήθως λέμε στο παιδί μας, «πρόσεξε παιδί μου εκεί που θα πάς, τα μάτια σου δεκατέσσερα».
«Πρόσεξε, πρόσεξε τ’ αυτοκίνητο γιατί θα σε πατήσει».
«Πρόσεξε, θα πέσεις».
«Πρόσεξε γιατί έχει εδώ μια λακούβα».
«Πρόσεξε, εδώ έχει μια επικίνδυνη στροφή».
«Πρόσεξε γιατί ο άλλος οδηγεί μεθυσμένος», λέμε στο δικό μας οδηγό.
«Πρόσεχε στο παιχνίδι σου».
«Πρόσεχε, μη κάνεις παρέα μ’ αυτά τα παιδιά διότι έχουν, δεν έχουν καλή ανατροφή».
«Πρόσεχε πώς διαβάζεις».
«Πρόσεχε πώς σκουπίζεις καημένε, σηκώνεις σκόνη».
«Καλά, όταν διδάσκει ο δάσκαλός σου, ο καθηγητής σου εσύ δεν προσέχεις; Που είναι το μυαλό σου»;
«Πρόσεξε, πρόσεξε». Να προσέχεις εδώ, να προσέχεις εκεί, πάντοτε να προσέχεις. Παντού και πάντοτε η προσοχή. Διαρκώς οι εντολές «να προσέχεις» και «πρόσεξε» βρίσκονται πάντοτε στα χείλη μας για τους άλλους. Καμιά φορά λέμε και το «σε παρακαλώ». «Σε παρακαλώ πολύ να προσέχεις». Επομένως λοιπόν, πρόσεχε πώς ντύνεσαι, πρόσεχε πώς περπατάς, πρόσεχε το πορτοφόλι σου.
Πρόσεχε πώς μιλάς.
Πρόσεχε να μην κατακρίνεις.
Πρόσεχε να μη λες ψέματα.
Πρόσεχε τους λογισμούς σου, τις σκέψεις σου.
Πρόσεχε τα μάτια σου.
Πρόσεχε τη γλώσσα σου.
Πρόσεχε σε αυτό, είναι η εντολή της Αγίας Γραφής.
Να προσέχεις τον εαυτό σου.
Να προσέχεις μέσα σου, για να μη δημιουργηθεί ατόπημα.

Σήμερα η εκκλησία μας εορτάζει τον Άγιο Πολύκαρπο, ιερομάρτυρα και επίσκοπο Σμύρνης. Γεννήθηκε εξήντα χρόνια περίπου μετά Χριστόν. Είναι δηλαδή αποστολικός Πατέρας της Εκκλησίας μας. Γύρω στα είκοσί του χρόνια έγινε χριστιανός. Ο Άγιος Πολύκαρπος ήτανε στολισμένος με πολλές αρετές. Με μεγάλη σωφροσύνη, πολύ αυστηρός στον εαυτόν του, με αγάπη και επιείκεια πολλή στον συνάνθρωπό του, και με ολόψυχη αφοσίωση στην διδασκαλία του Θείου Λόγου. Έτσι πρόκοψε στην αρετή. Θα μπορούσε όμως να προκόψει στην αρετή εάν δεν ήταν προσεκτικός στην καλλιέργεια των αρετών; Εάν δεν ήταν προσεκτικός στην ακρίβεια της τηρήσεως των θειοτάτων εντολών, των λόγων του Αγίου Θεού; Τα προτερήματά του αυτά, η προσεκτική και αγιασμένη ζωή του, επαναλαμβάνω τη λέξη «προσεκτική» και αγιασμένη ζωή του, τον έκαναν τόσο πολύ αγαπητό στον Ευαγγελιστή Ιωάννη, ώστε αργότερα να τον χειροτονήσει διάκονο, ιερέα, και επίσκοπο, επίσκοπο Σμύρνης.
Στο αξίωμά του αυτό, όπως μας λέγει ο βιογράφος, επιτελούσε τα καθήκοντά του με πολύ πολύ ζήλο. Αλλά και πολλή προσοχή. Και η προσοχή αυτή τον ανέδειξε ακέραιο φρουρό της ποίμνης του. Όταν άρχισαν οι διωγμοί κατά των χριστιανών επί αυτοκράτορος Αντωνίου του Πίου, ο ανθύπατος τότε της Μικράς Ασίας Κωστάτιος Κοδράτος, μετά από μανιώδη απαίτηση του ειδωλολατρικού όχλου, συνέλαβε τον Άγιο Πολύκαρπο, και τον διέταξε να αρνηθεί την πίστη του στο Χριστό και να Τον βλασφημήσει. Γέροντας ήταν ο επίσκοπος τότε, περίπου ογδόντα έξι χρονών. Λέει τόσα χρόνια, μέχρι τα ογδόντα έξι μου Τον υπηρετώ, και όχι μόνον δεν με αδίκησε αλλά με ευεργέτησε. Αν και υπήρξα αμαρτωλός, εν τούτοις όμως με στόλισε με πλήθος αρετών. Πώς λοιπόν τώρα θα Τον αρνηθώ; Αφού είναι και ο προσωπικός μου σωτήρας, και ο αληθινός Θεός; Τον έριξαν στη φωτιά για να καεί ζωντανός. Αλλά η φωτιά δεν τον άγγιξε, όπως και τους τρείς παίδας εν καμίνω. Τότε λοιπόν ένας δήμιος, διεταγμένος βέβαια από τον άρχοντα, με το μεγάλο ξίφος του τον αποκεφάλισε. Το μαρτύριό του έγινε στις εικοστρείς Φεβρουαρίου του εκατόν εξηντα εφτά μετά Χριστόν. Έτσι λοιπόν έγινε πιστός μέχρι θανάτου και έλαβε το στέφανον της ζωής. Το λέει και η Αγία Γραφή στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, «γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής».

Για να γίνομε όμως πιστοί μέχρι τον θάνατον, και να μη φοβόμαστε απολύτως τίποτα, θα πρέπει να είμαστε ασφαλώς και πολύ πολύ προσεκτικοί στη ζωή μας. Και έτσι λοιπόν να πούμε λίγα λόγια, περί προσοχής. Το κήρυγμα περί προσοχής το είχα κάνει πάρα πολύ παλιά, το είχα αρχίσει από το 1965, 64-65, το επανέλαβα εδώ διασκευασμένο το 1987, και ύστερα από 13 χρόνια, ξαναλέμε λίγα λόγια πάλι, περισσότερον αυτή τη φορά κατανοητά.

Τι μας λέγει ο Άγιος Ησύχιος, τι είναι προσοχή; Θα το πούμε πρώτα, στην – όπως το έγραψε, όπως το είπε – στα Αρχαία Ελληνικά, και εν συνεχεία θα το μεταφράσουμε. «Προσοχικήν αρετήν πάση δυνάμει μέτελθε, ή εστίν ως φυλακή, νου τήρησις και τελείωσις καρδιακή γλυκείας ησυχίας, αφάνταστος μακαρία της ψυχής κατάστασις, πράγμα ουκ εν πολλοίς ευρισκόμενον». Δηλαδή αν θέλεις να είσαι πραγματικά ενωμένος με τον Θεόν, λέγει ο Άγιος Ησύχιος, τότε να αναπτύξεις με όλες σου τις δυνάμεις την αρετή της προσοχής. Που είναι ασφαλής φύλαξη και τήρηση του νου, - η προσοχή ασφαλίζει και τηρεί τον νούν, εξασφαλίζοντας έτσι σε τελειότητα την καρδιακή γλυκειά ησυχία, μια μακαρία δηλαδή ψυχική κατάσταση, χωρίς φαντασίες, και την οποίαν δεν βρίσκομε σε πολλούς από τους αγωνιζομένους χριστιανούς.
Έτσι, κακά τα ψέματα, δεν έχουμε προσοχή. Αν είχαμε προσοχή, πρώτα πρώτα δεν θα πέφταμε. Δεν θα αμαρτάναμε με τόση ευκολία, όπως εγώ ο άθλιος. Μας λείπει η προσοχή. Σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής μας, και προπαντός δε στην πορεία μας προς τον Θεόν. Νομίζουμε ότι βαδίζουμε προσεκτικά, στο δρόμο του Θεού, αλλά δεν είμαστε στο δρόμο, στον παράλληλο είμαστε, στο δρόμο δεν είμαστε. Νομίζουμε ότι πορευόμαστε σωστά, αλλά μη ξεγιελιόμαστε, είμαστε πολύ μακριά από το θέλημα του Παναγίου Θεού.
Γιατί μας τα λες αυτά πάτερ, για να μας απελπίσεις; Όχι. Απλώς να εντείνουμε την προσοχή μας, να την αυξήσουμε, να αυξήσουμε την προσευχή μας, να συναισθανθούμε την αμαρτωλότητά μας, και έτσι εν μετανοία και συντριβή να ζητήσουμε το έλεος του Αγίου Θεού. Και ο Θεός δε θα μας γελάσει. Ο Θεός θα τηρήσει τον λόγον Του, όποιος προσέρχεται σ’ αυτόν με μετάνοια, ο Θεός τον σώζει, τον βάζει στα δεξιά Του κληρονόμο της Βασιλείας των Ουρανών.
Η προσοχή λέγει ο Άγιος Ησύχιος παρακάτω, σε έναν λόγο του προς τον Θεόδουλο, έχει σαν βοηθό τη νήψη και σαν μητέρα την προσευχή. Γι’ αυτό οι τρείς αρετές πάνε μαζί. Νήψις, προσοχή και προσευχή. Όλες αυτές μαζί, οι οποίες βοηθούν στο να καλλιεργούνται και το πλήθος των αρετών, λέει ο Άγιος Ησύχιος, εισέρχονται, στον χώρον της τελειότητος, της πλήρης καθαρότητος, ακόμα δε και της θείας ελλάμψεως, ο Άγιος τα λέει, όχι εγώ, για να τα λέει ο Άγιος, σημαίνει ότι έχει δίκιο, πέρασε απ’ αυτόν τον δρόμο, κατέκτησε αυτές τις κορυφές των θείων αρετών, και μας καλεί και μας να τις βαδίσουμε και μείς. Γιατί μας λέγει ότι τον συνδυασμό αυτών των τριών αρετών, όπως και τον σύνδεσμο, τον διακρίνουμε στα βιώματα όλων των αγίων της Εκκλησίας μας.

Πάμε παρακάτω, στον όσιο Φιλόθεο τον Σιναΐτη. Τι μας λέγει αυτός; Ότι η νήψις είναι εκείνη η οποία παρατηρεί το νου και βλέπει ποιοι λογισμοί έρχονται κάθε φορά μέσα στο μυαλό μας. Είμαστε στην Εκκλησία, και δεν υπάρχει χριστιανός που να μην παραπονείται ή να μην το ομολογεί σαν αμαρτία, ότι κατά την διάρκειαν που βρίσκεται μέσα στον χώρο της, της Εκκλησίας και παρακολουθεί τη Θεία Λειτουργία και τα τελούμενα εν αυτή, ή κάνει προσευχή, ή διαβάζει την Αγία Γραφή, ο νους του φεύγει. Όλοι οι χριστιανοί αυτό το ομολογείτε. Άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο. Άλλοτε οι λογισμοί είναι αδιάφοροι, υπάρχει απλός δηλαδή μετεωρισμός, πηγαίνει σε διάφορα πράγματα και σε βιοτικές μέριμνες, και άλλοτε οι λογισμοί είναι κακοί, είναι πονηροί, είναι αισχροί, είναι βλάσφημοι. Για τους βλασφήμους λογισμούς δεν έχουμε ευθύνη. Φανερώνει τον φθόνο του διαβόλου προς τον προσευχόμενο χριστιανό ή τον χριστιανό που μελετά τον Λόγον του Θεού. Τι κάνει λοιπόν η νήψις; Αντιλαμβάνεται αυτούς τους λογισμούς, τους παίρνει είδηση ότι έρχονται. Και τότε παίρνει τα μέτρα του. Ποιο είναι το πρώτο μέτρο; Να καλεί σε βοήθεια το Χριστό! Πώς Τον καλεί; Με το όνομά Του! Τι λέγει; «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Ο νούς μου κακώς δαιμονίζεται.. Τι είπε η Χαναναία; Που μας έμαθε την προσευχή του Ιησού; «Κύριε Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με ότι η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». Εμείς θα πούμε ότι «κακώς δαιμονίζεται ο νους μας. Ελέησόν με». Άρχισε να μας βομβαρδίζει ο διάβολος, με λογισμούς και σκέψεις κακές. Αφού φωνάξουμε και το όνομα του Ιησού Χριστού, η προσευχή μαζί με τη νήψη, εγείρουν λέει την προσοχή, η οποία στέκεται φρουρός, η προσοχή θα πάρει το μαστίγιο του ονόματος του Ιησού Χριστού, και θα αρχίσει να δέρνει ανελέητα στην πλάτη τον διάβολο. Να τον μαστιγώνει, να τον καίει, να τον ζεματάει. Να τον τρέπει σε φυγή. Και τον τρέπει σε φυγή με όλες τις κακίες του και με όλες τις πονηρές του φαντασιώσεις. Αυτά μας λέγει ο Όσιος Φιλόθεος. Ποτέ όμως δεν τα είπα έτσι αναλυτικά.

Για να δούμε τώρα τι μας λέει ο Άγιος Νικηφόρος. Ο Άγιος Νικηφόρος λέγει ότι η προσοχή είναι το γνώρισμα, το πλέον ακριβές γνώρισμα της μετανοίας. Δεν μπορεί να έχεις μετάνοια αν δεν έχεις προσοχή. Θα προσέξεις που αμάρτησες, πώς αμάρτησες, πόσο αμάρτησες, πόσο έβλαψες την ψυχή σου, πόσο πόνεσες τον πλησίον σου, πόσο τον πόνεσα εγώ τον πλησίον μου, πόσο λύπησα το Άγιον Πνεύμα, πόσο λύπησα τον άγγελόν μου, αυτά θα τα προσέξω, θα τα μελετήσω, αυτά θα μου φέρουν μετάνοια και συντριβή. Προσοχή είναι, μας λέγει ακόμα ο Άγιος Νικηφόρος, είναι μας λέει, είναι η άρνησις της αμαρτίας. Αφού έρθω σε μετάνοια, κατόπιν αρνούμαι την αμαρτία, τη σιχαίνομαι την αμαρτία. Από δω και πέρα πλέον την κάνω εμετό. Και δεν το ξανακάνω. Σ’ αυτό με βοηθάει η προσοχή.
Αφού λοιπόν δεν επαναλαμβάνω την αμαρτία, κατ’ ανάγκη θα αρχίσω να καλλιεργώ αρετές. Την αρετή της μετανοίας, την αρετή των δακρύων, την αρετή της πίστεως, της υπομονής, του πνευματικού αγώνος και τόσων άλλων πραγμάτων. Σε όλα αυτά θα μας βοηθήσει πολύ η προσοχή. Και φθάνει μάλιστα, όπως λέγει ο Άγιος Νικηφόρος, η προσοχή να μας δημιουργήσει, επειδή ακριβώς προσέχουμε διαρκώς το νου μας, να μην αμαρτήσει πλέον, θεληματικά, εκουσίως. Προσέχουμε να μη λερωθεί η καρδιά μας. Να μη κατέβει δηλαδή το λέρωμα του νου, μέσα στην καρδιά – αυτό το επιτυγχάνει η προσοχή – τότε, η ψυχή, λέγει ο Άγιος Νικηφόρος, παίρνει, απλανή πληροφορία ότι συγχωρήθηκε, συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες της. Βεβαίωσις και σφραγίδα αυτής της πληροφορίας είναι εν συνεχεία το πετραχήλι του πνευματικού, διότι πρέπει αυτή η πληροφορία να σφραγισθεί. Ένα έγγραφο για νάναι επίσημο θέλει σφραγίδα. Και η σφραγίδα είναι το πετραχήλι του πνευματικού. Και προχωρεί ακόμα περισσότερο. Ανεβαίνει δηλαδή ο Άγιος Νικηφόρος, από αρετή σε αρετή και φτάνει σε μία τελειότητα. Μετά την πληροφορία περί συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών, και μετά την ένωση που έχουμε δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μέσω της Θείας Μεταλήψεως του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών, και εις ζωήν αιώνιον, έχουμε μία αποκάλυψη, έχουμε μία απλανή θεωρία μέσα στο νου, μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Είναι η εμφάνισις του Θεού μέσα μας. Όπως εμφανίζεται κάποιο πρόσωπο σε καθαρό καθρέφτη. Και μάλιστα λέει ότι η προσοχή δημιουργεί την ανοικοδόμηση ενός υπέροχου παλατιού, μιας υπερουράνιας βίλας να το πούμε, μέσα στην οποίαν βίλα, την καρδιακή αυτή βίλα, έρχεται και ενθρονίζεται ο Τριαδικός Θεός, γι’ αυτό λέω ότι «προς Αυτόν ελευσόμεθα, και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσωμεν». Το είπαμε και στην Αποκάλυψη, για τον θερμό χριστιανό, «Ιδού ίσταμαι επί την θύραν και κρούω». Αν μου ανοίξεις, θα μπω μέσα και θα δειπνήσω μαζί σου, θα συμφάγει μαζί μας ο Θεός, μέσα στην καρδιά μας, τι; τα φασόλια και το κρέας που τρώμε; όχι, θα συμφάγει μαζί μας την ουράνια δόξα! Την οποίαν αυτός προσφέρει, διότι Αυτός είναι η Ζωή, Αυτός είναι ο Άρτος ο εκ του ουρανού καταβάς, είναι το ύδωρ το ζον, Αυτός μας προσφέρεται ολόκληρος, και αυτό το αισθανόμεθα, και αυτό το οφείλουμε στην προσοχή.

Σ’ ένα κοινόβιο του Αββά Σερίδου στην Παλαιστίνη, έζησε και ασκήθηκε πνευματικά ένας μεγάλος όσιος της Εκκλησίας μας, ο Αββάς Δωρόθεος. Μαθητής των οσίων Βαρσανουφίου και Ιωάννου. Οι διδασκαλίες του αποτελούν, γνώμονα, αποτελούν το σωστό οδηγό, μιας χριστιανικής πορείας, προς σωτηρία και αγιασμό του ανθρώπου, του χριστιανού. Σε μια απ’ αυτές αναφέρεται στην κατάκριση, γιατί η κατάκρισις είναι πολύ πολύ βαρύ αμάρτημα, γιατί μ’ αυτό σφετεριζόμαστε την κρίση και την δικαιοσύνη του Θεού, και η κρίσις και η δικαιοσύνη ανήκει μόνον στο Θεό.
Όταν ήτανε λέει νέος, έκανε τον πολύξερο, σήμερα χρησιμοποιείται μια έκφρασις που λέμε «αυτός είναι ο ξερόλας, που τα ξέρει όλα». Δεν ξέρουμε τίποτα. Τα μαλλιά μας γίνανε σαν χιόνια, και τα γένια μας το ίδιο, εν τούτοις δεν ξέρουμε τίποτα. Τίποτα δεν ξέρουμε. Όλα τα καλά του Θεού, και μόνον τα κακά και τα στραβά και τα ανάποδα είναι δικά μας.
Είδε λοιπόν κάποτε, έναν άνθρωπο, να αμαρτάνει. Να πέφτει σε μια θανάσιμη βαριά αμαρτία. Σαρκική αμαρτία, βαριά.
-Βρε λέει τον παλιάνθρωπο, κοίταξε τι έκανε, είπε. Δεν ντράπηκε την ηλικία του και τα λοιπά.
Και ούτω κάθεξής. Δεν ξέρω τι άλλο είπε. Πάντως τον κατέκρινε. Δεν ξέρουμε τι συνέβη, την άλλη μέρα, αυτός ο άνθρωπος που κατέκρινε, ο αββάς, σκοτώθηκε. Έπεσε απ’ το γάιδαρο, χτύπησε το κεφάλι του σε μια πέτρα και σκοτώθηκε. Έρχονται και του το λένε, ότι ο τάδε, σκοτώθηκε. Πω πω, είπε. Κείνη τη στιγμή με το πωπω, εμφανίζονται και δυό άγγελοι μπροστά του, κρατώντας την ψυχή αυτουνού του ανθρώπου που χτες είχε πέσει σε αμαρτία. Και τον ρωτάνε:
«Λοιπόν, να ορίστε, ορίστε η ψυχή αυτουνού του ανθρώπου, που χθές εσύ κατέκρινες και τον καταδίκασες. Για πες μου λοιπόν τώρα, εγώ είμαι άγγελος Κυρίου και κρατώ τη ψυχή του. Που θέλεις να την βάλω; Στον Παράδεισο ή στην Κόλαση;»
Με άλλα λόγια ήταν σαν να του έλεγε ο άγγελος τα εξής, επί λέξει όπως γράφεται και στο γεροντικό, και στον αββά Δωρόθεο τον ίδιον :
«Επειδή σύ είσαι ο Κριτής των δικαίων και των αμαρτωλών, πες μου τι προστάζεις γι’ αυτή την ψυχή. Της δίνεις χάρη, ή την καταδικάζεις;»
Στα λόγια αυτά ο άγιος γέροντας τρόμαξε. Πέφτει λέει αμέσως με το πρόσωπό του, στα πόδια του αγγέλου, και ζητάει συγχώρεση και συγγνώμην γιατί αμάρτησε. Και ο άγγελος του απάντησε:
«Να, ο Θεός σου έδειξε πόσο βαρύ αμάρτημα είναι, το να κατακρίνεις έναν άνθρωπον που αμαρτάνει. Να μην το ξανακάνεις.»
Ο γέροντας αυτός πέρασε την υπόλοιπη ζωή του, με στεναγμούς και δάκρυα, με μετάνοια πολλή, προσέχοντας, το επαναλαμβάνω, προσέχοντας, να μη κατακρίνει ποτέ κανέναν άνθρωπο και για τίποτα. Να μην κατακρίνει κανένα γεγονός στη ζωή του. Την προσοχή αυτή, την ανέπτυξε σε υπέρτατο βαθμό, γι’ αυτό και αγίασε.

Τι είναι λοιπόν, η προσοχή; Τι είναι ακόμα; Μας λέγει ο Άγιος Νικηφόρος; Είναι ακόμα ένα ασφαλές ταμείο, των θλίψεων και των πειρασμών της ζωής. Είναι η πηγή από την οποίαν ξεπηδά το ύδωρ το ζόν της πίστεως, της ελπίδος και της αγάπης.
«Έχεις προσοχή;» λέγει ο Άγιος Νικηφόρος, «θα αναπτύξεις αρετές. Δεν έχεις προσοχή, όχι μόνον θα μαραθούν αυτές, αντ’ αυτών θα βγούν τα αγκάθια και τα τριβόλια των αμαρτιών. Των παθών και των αδυναμιών».
Και μας λέγει ο Άγιος Νικηφόρος παρακάτω. «Εκείνος ο οποίος δεν καθίσταται ικανός να δεχθεί, χωρίς αντιλογία και μεμψιμοιρία, -δηλαδή αγόγγυστα,- τις θλίψεις και τους πειρασμούς αυτής της ζωής, ασφαλώς δεν είναι σε θέση να πει, προς τον Κύριον το ψαλμικό «Αντιλήπτωρ μου ει και καταφυγή μου. Και αν μη τον Ύψιστον θύσει καταφυγήν, δεν δύνασθε, δεν μπορεί, να καταστεί, να γίνει, στενός φίλος, επιστήθιος φίλος, αγαπητός φίλος, ο πλέον αγαπητός και αγαπημένος, φίλος του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. «Υμείς» είπε ο Κύριος στους μαθητάς Του, «φίλοι μου εστέ. Εγώ είρηκα υμάς φίλους. Εγώ σας έχω πεί και σας λέγω ότι είστε φίλοι μου. Και σαν φίλοι μου καρδιακοί που είστε, θα σας αποκαλύψω όσα μου αποκάλυψε ο Ουράνιος Πατήρ. Θα σας πω τα μυστικά του Ουρανού. Θα σας αποκαλύψω τα μυστήρια, και τα απόρρητα της Αγίας Τριάδος». Η προσοχή θα μας δώσει τη δύναμη, να αντιμετωπίσουμε και τα πράγματα στην παρούσα μας ζωή. Όσα και αν είναι αυτά. Και αυτό βέβαια είναι το πιο μεγάλο κατόρθωμα.

Ας δούμε όμως τι μας λέγει για την προσοχή, και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Είδαμε τον Άγιος Ησύχιο, είδαμε τον Όσιο Φιλόθεο, ακούσαμε τον Άγιο Νικηφόρο, είδαμε το παράδειγμα και την ιστορία του αββά Δωροθέου, είπαμε λίγα για τη ζωή του Αγίου Πολυκάρπου του Ιερομάρτυρος, του οποίου την μνήμη εορτάσαμε σήμερα, ας δούμε τώρα τι μας λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, για την προσοχή.
«Οφείλεις» λέγει «να φυλάγεις τον εαυτό σου πολύ καλά, και να μη του επιτρέπεις να παρασύρεται από το ρεύμα της φαντασίας. Το πλέον κακό πράγμα στον άνθρωπο, που αγωνίζεται, τον χριστιανό, είναι η φαντασία. Η φαντασία είναι η γέφυρα των δαιμόνων. Με την φαντασία ο διάβολος γίνεται μυρμηγκολέων. Ένα πράγμα που είναι μικρό, το κάνει να φαίνεται πάρα πολύ μεγάλο, φοβερό και τρανό, και αντιστρόφως κάτι πάλι που είναι πάρα πολύ μεγάλο να το εμφανίσει πολύ μικρό».
Έλα καημένε δε βαριέσαι σου λέει, κάντο αυτό τώρα, τι πειράζει; Ποιος σε βλέπει, ποιος σε ακούει τώρα; Και μόλις το κάνεις και πέσεις στην αμαρτία και πέσουμε, ύστερα μας το παρουσιάζει τρομακτικά μεγάλο για να μας φέρει απελπισία και απόγνωση, για να μας ρίξει στον γκρεμνό, ακόμα και της αυτοκτονίας.
«Η φαντασία έχει μεγάλη ευχέρεια, στο να μπορεί να τυπώνει κάθε σκέψη που μας προβάλλει μέσα μας ο διάβολος. Είναι δυνατόν δε», συνεχίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «οι σκέψεις αυτές, που προβάλλονται μέσα στο μυαλό μας, μέσα στο νου μας, από τον διάβολο δια της φαντασίας, να είναι τελείως, τελείως ανύπαρκτες. Γι αυτό και λέγονται και φανταστικές. Ο άνθρωπος όμως ο χριστιανός που καλλιεργεί την προσοχή, θα καλέσει αμέσως σε βοήθεια τον Χριστό, το οποίον το παμπόθητον όνομα, θα εκδιώξει και θα αφανίσει κάθε σκέψη και κάθε εικόνα βλαβερή. Αν στο πανίσχυρον αυτό όνομα του Ιησού Χριστού, κάμπτεται παν γόνυ επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων, από όσα μας βεβαιώνει η Αγία Γραφή, πόσο μάλλον δε θα σκορπίσει σαν καπνό, κάθε βλαβερή προσβολή των πονηρών δαιμόνων, όταν μετά βίας και ζέσεως και θέρμης και πίστεως δυνατής παρακαλούμε τον Θεόν να έρθει εις βοήθειαν. Όπου και αν βρισκόμεθα, οιανδήποτε και αν είναι η ασχολία μας», συνεχίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, «οφείλουμε να διατηρούμε τις αισθήσεις μας ακοίμητες, σαν άγρυπνους φρουρούς εν καιρώ πολέμου, και συμμαζεύοντας έτσι το νου μας, ώστε μεταξύ της καρδιάς και του ονόματος του Ιησού Χριστού, να μην μπαίνει καμιά δαιμονική σκέψη. Να μην παρεμβάλλεται απολύτως τίποτα. Η πνευματική πρόοδος και η εσωτερική κάθαρσις της καρδιάς του ανθρώπου, όπως και ο φωτισμός του νου οφείλονται κατά το μέγιστον εις την προσοχήν. Αγωνίζου», συνεχίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, «όταν προσεύχεσαι, όταν είσαι στην εκκλησία, και όταν μελετάς την Γραφή, να διατηρήσεις το νου σου στενά συνδεδεμένο με τον Θεόν. Κι όταν θα τρέξεις για ελεημοσύνη, και όταν θα κάνεις προσευχή για κάποιον τρίτο, το μυαλό σου να μη φεύγει απ’ τον Χριστό. Ο Θεός θα σε βοηθήσει και θα σου πει τι πρέπει να κάμεις και πώς πρέπει να το κάμεις. Πρόσεχε επίσης και τις πονηρές έννοιες, τις οποίες ο διάβολος, ο πολύπειρος και άξιος στη μίμηση ζωγράφος», έτσι τον χαρακτηρίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «βάζει μέσα στην καρδιά, πότε μεν αποτυπώνοντας μορφές, που αφυπνίζουν τα πάθη, πότε δε υποδεικνύοντας τρόπους για την πράξη της αμαρτίας, πότε πάλι ζωγραφίζοντας διά μέσου της φαντασίας, σχήματα βλαβερά, για να ξεσηκώσει τον άνθρωπον και να τον ρίξει στην αμαρτία. Τι θα τον σώσει;» ερωτά. «Η προσοχή, και η προσευχή. Θα τον σώσει η μετάνοια, και τα δάκρυα της μετανοίας. Αν λείψουν λοιπόν αυτά,» λέει ο Χρυσόστομος, «τότε εύκολα ο δαίμονας εισέρχεται μέσα μας νοερά, κυριεύει την καρδιά, αιχμαλωτίζει την θέληση, λαφυραγωγεί τις καλές διαθέσεις μας, φονεύει, σκοτώνει τον φόβον του Θεού μέσα μας, τσαλαπατά την ευσέβεια, και τελικά σέρνει τον άνθρωπο, την ψυχή του στο βάραθρον της απωλείας.

Βλέπουμε λοιπόν πόσα πράγματα, οφείλονται στην προσοχή, μια αρετή την οποίαν δεν δίνουμε σημασία, κι όμως την χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας ζωή, πολύ πολύ συχνά. Πάρα πολύ συχνά. Σκεφτείτε πόσες φορές, λέμε «πρόσεχε». Ή «να προσέχεις».
«Όσο αυξάνεται η προσοχή», μας λένε άλλοι άγιοι Πατέρες πάλι, της Εκκλησίας μας, «τόσο περισσότερο εντείνεται, όσο αυξάνεται η προσοχή, τόσο περισσότερο εντείνεται η αγάπη σου για τον Θεόν».
Και από την άλλη πλευρά, η ταπείνωσις, δύο στοιχεία απαραίτητα για την σωτηρία του ανθρώπου.
Χωρίς προσοχή δε γίνεσαι μικρό παιδί. Τι μας είπε ο Κύριος;
Τον ρώτησαν «ποιος είναι ο πιο μεγάλος;» και πήρε ένα παιδάκι. Και λέει, αν δεν γίνετε σαν αυτά τα μικρά παιδιά, στην Βασιλεία των Ουρανών, δεν μπαίνετε μέσα. Τι έχουν τα μικρά παιδιά; Αθωότητα. Ακακία. Απονήρευτα είναι. Αγαπούν με όλη τους την καρδιά. Εύκολα συγχωρούν. Εύκολα ξεχνούν. Και λαχταρούν να βρεθούν στην αγκαλιά του πατέρα ή της μητέρας. «Τη κακία νηπιάζετε!» Αλλά για να φθάσουμε στο σημείο να γίνουμε μικρά παιδιά ως προς την κατάστασιν αυτήν της ακακίας, και αθωότητος και τα λοιπά και ό,τι άλλο είπαμε, χρειάζεται η καλλιέργεια της προσοχής. Από την άλλη πλευρά βέβαια, θα καλλιεργείται και το τέλειο φρόνημα του νοός. Στα φρένα σας λέει, θα είστε τέλειοι, στα μυαλά σας θα είστε ... στην καρδιά μικρά παιδάκια, και στα μυαλά σοφοί και τέλειοι.
Όπως λοιπόν η προσοχή προκαλεί το φωτισμό, στο νου του ανθρώπου, έτσι και η έλλειψις της προσοχής, προκαλεί το σκοτισμό του νου και φέρνει μύρια τόσα πράγματα στη ζωή ενός ανθρώπου.

Μας λέει εδώ για ένα όραμα, ου είδε ο αββάς Δωρόθεος, αυτόν τον αββά που αναφέραμε προηγουμένως, ότι σε μια ακολουθία έβλεπε τον άγγελο να περιφέρεται μέσα στην εκκλησία και από ένα μυροδοχείο να βγάζει άρωμα – ασφαλώς θα ήταν ουράνιο – και έτσι με το χέρι του, να ραντίζει τους παρευρισκομένους εκκλησιαζομένους μοναχούς όπως αργότερα και το είδε βέβαια αυτό και σε μια εκκλησία μιας πόλεως που κατέβηκε για δουλειές και εκκλησιάστηκε στην πόλη. Τι έβλεπε λοιπόν; Τον άγγελο ορισμένους από τους εκκλησιαζομένους χριστιανούς να τους ρίχνει μύρο, και ορισμένους να μην τους ρίχνει. Σε κάποια στασίδια, γιατί υπήρχαν γύρω γύρω στασίδια, ορισμένα που ήταν άδεια, τα ράντιζε με μύρο, και ορισμένα δεν τα ράντιζε. Λοιπόν αυτό το είδε πέντε δέκα φορές, μια μέρα λοιπόν βγήκε έξω από την εκκλησία και μόλις έκανε να φύγει ο λαμπροφορεμένος αυτός νέος, όπως τον έβλεπε,
«έλα δω του λέει, για στάσου, ποιος είσαι εσύ; Μπαίνεις βγαίνεις, ραντίζεις ξεραντίζεις, τι κάνεις εδωπέρα;» λοιπόν, δεν του έδωσε την πληροφορία ο Θεός για να την δώσει απευθείας ο ίδιος ο άγγελος,
του λέει «είμαι άγγελος Κυρίου».
«Ε», του λέει, «ορισμένους τους ραντίζεις και ορισμένους όχι».
«Αυτούς που ραντίζω, το μυαλό τους και η προσοχή τους είναι στην ακολουθία, είναι στην προσευχή, ο νους τους βρίσκεται στον ουρανό, άδωντας και ψάλλοντας τω Κυρίω. Οι άλλοι; Οι άλλοι μεριμνούν και τυρβάζουν περί πολλών, ακόμα και αμαρτωλών. Έτσι αυτούς δεν τους μυρώνω με το ουράνιο μύρο».
«Τα στασίδια τώρα πές μου, τα άδεια».
«Σ’ αυτά τα στασίδια που ραντίζω, οι μοναχοί αυτοί εκτελούν διακόνημα και είναι έξω απ’ τη μονή, αλλά το μυαλό τους είναι στην ακολουθία. Οι άλλοι πάλι απουσιάζουν, αλλά είναι αμελείς και κοιμούνται τον ύπνον της νωθρότητος και της τεμπελιάς που οδηγεί στην αμαρτία».
Κι όπως περιγράφεται στο βίο του Αγίου Νικολάου του Πλανά, κι αυτός λοιπόν κάποτε που θύμιαζε στην «Τιμιωτέρα» και πέρασε τα στασίδια, όσοι διαβάσατε το βίο του θα το θυμάσθε, πήγε σ’ ένα στασίδι άδειο, που το θύμιασε τρείς φορές, και πέρασε από την διπλανή κυρία που ήταν μέσα στο στασίδι και δεν τη θύμιασε. Ε, κανονικά θύμιασε όλους τους άλλους. Αυτή λοιπόν παρεξηγήθηκε.
Και του λέει, «έλα εδώ παπα-Νικόλα, γιατί δε με θύμιασες εμένα και θύμιασες το άδειο το στασίδι της κερα-Γιαννούλας;»
Λέει, «η κερά Γιαννούλα είναι άρρωστη, αλλά ήταν εδώ, με την ψυχή της, με το νου της, με το μυαλό της, με την καρδιά της, ήταν εδώ, εσύ, της λέει, ήσουν στο στασίδι, αλλά δεν ήσουν εδωπέρα. Το μυαλό σου ήταν μακριά, πώς να σε θυμιάσω;»
Τι έλειπε λοιπόν; Η προσοχή έλειπε.

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε και να πούμε πολλά πολλά ακόμα, τα οποία η προσοχή σαν πνευματική αρετή, έχει πολλές πολλές αναβάσεις, τις οποίες βέβαια εγώ, δεν θέλησα να αναλύσω. Πρώτον γιατί δεν είμαι άξιος, παρόλον που τις διαβάζουμε, εδώ στους πατέρες τους νηπτικούς της Εκκλησίας μας, και δεύτερον δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε πολλά πράγματα. Γι’ αυτό λοιπόν να μείνουμε στα λίγα, καλλιεργώντας όσο δυνατόν μπορούμε πρακτικά την προσοχή μαζί με την προσευχή.
Θα μπορούσαμε να κάνουμε, πάνω μόνο σε αυτό το κήρυγμα, μια σειρά από ομιλίες γύρω από την προσοχή, την νήψη και την προσευχή. Αλλά τα κουράγια εξέλιπαν….

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2000

Οι τέσσερις μορφές φαρισαΐσμού και υποκρισίας



160 δ
Κυρ. Τελώνου & Φαρισαίου 2000

photo
Ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων.

Πιστεύω πως όλοι μας αδελφοί μου, ακούσαμε το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, που αναφέρεται στην γνωστή παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου, και με την οποίαν μάλιστα αρχίζει σήμερα και το Τριώδιο.
Χιλιάδες σελίδες έχουν γραφτεί χριστιανοί μου για τον Φαρισαϊσμό και την υποκρισία.

Δύο ήσαν στα χρόνια εκείνα οι κυριότερες ηγετικές τάσεις ανάμεσα στους Εβραίους, οι Φαρισαίοι και οι Σαδδουκαίοι. Οι πρώτοι όμως ήσαν οι επικρατέστεροι. Έλεγαν και δυστυχώς επίστευαν πως τηρούσαν με ζήλο και ακρίβεια τον Μωσαϊκό Νόμο, επειδή τον διάβαζαν πολύ και ήσαν νομομαθείς. Γνώριζαν δηλαδή και ερμήνευαν τις εντολές του Μωυσέως, και όσα κατά καιρούς είχαν πει οι προφήτες με τις προφητείες τους. Εφαρμόζοντας δε απλές τυπικές διατάξεις του Νόμου, έδιναν την εντύπωση πως ήσαν ευσεβέστατοι, ενώ στην ουσία ξεγελούσαν τον αμαθή λαό, και τον κορόιδευαν με την φοβερή τους υποκρισία. Γι’ αυτό και τους καυτηρίασε ο Κύριος λέγοντάς τους «Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι αποδεκατούτε το ηδύοσμον και το άνιθον και το κύμινον, και αφήκατε τα βαρύτερα του Νόμου, την κρίσιν και τον έλεον και την πίστιν», από το 23ο κεφάλαιον του Ματθαίου.
Δηλαδή αλίμονο σε σας, Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, που δίνετε απλά και μόνον στο ναό και στους λευίτας το δέκατον από το δυόσμο, τον άνιθο και το κύμινο, που τηρείτε δηλαδή μόνον τους τύπους, και κάποιες δευτερεύουσες διατάξεις του Νόμου, και περιφρονείτε τις μεγάλες εντολές του Θεού, όπως είναι η δικαία κρίσις, η ευσπλαχνία και η τιμιότητα στη ζωντανή πίστη του αληθινού Θεού.
Έτσι αδελφοί μου, με τα φοβερά του «Ουαί» ο Κύριος κατεδίκασε μια για πάντα τον Φαρισαϊσμό, τον οποίον εξομοίωσε με την υποκρισία. Γι’ αυτό και τονίζουμε ότι το πιο τραγικό λάθος των Φαρισαίων ήταν, ότι θεωρούσαν τον εαυτό τους ενάρετο, ευσεβή, δίκαιο και τέλειο ενώ φανερά περιφρονούσαν τους απλούς ανθρώπους του λαού. Έτσι η ουσία της Φαρισαϊκής αμαρτίας, συγκεντρώνεται στις λέξεις που είπε ο Φαρισαίος, στη σημερινή παραβολή.
«Ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων».
Θεέ μου σε ευχαριστώ που δεν είμαι σαν όλους τους άλλους ανθρώπους, οι οποίοι είναι κλέφτες, άδικοι, πόρνοι, μοιχοί, φονιάδες, ψεύτες και λοιπά, ή σαν κι αυτόν εδώ τον Τελώνη.
Έτσι γίνεται φανερό, γιατί ο Κύριος ήλεγξε με τόση σφοδρότητα τους Φαρισαίους και μάλιστα λίγο πριν απ’ το πάθος τους. Και το έκανε, μας λένε οι Πατέρες, για όλους εκείνους που πιστεύουν πως είναι ενάρετοι και ευσεβείς, ενώ περιφρονούν τους απλοϊκούς ανθρώπους, δηλαδή τον απλό λαό του Θεού.

Κι είναι αλήθεια ότι η υποκρισία πρόσβαλλε σε όλες τις εποχές τους χριστιανούς, και τους κληρικούς, εμάς δηλαδή τους παπάδες παντός βαθμού, και τους μοναχούς, αλλά και τους λαϊκούς.
Πάντως λίγο πολύ όλοι μας δηλητηριαζόμεθα απ’ αυτό το φοβερό μικρόβιο του Φαρισαϊσμού, τον ιό, όχι της γρίπης αλλά της υποκρισίας. Ακόμη και σήμερα μπορούμε να συναντήσουμε ανθρώπους που παριστάνουν τους ευσεβείς, τους αγίους, τους δικαίους, τους εναρέτους, τους οραματιστάς και λοιπά.
Τους βλέπουμε πότε να κάνουν μεγάλους σταυρούς, να κάνουν μετάνοιες επιδεικτικές όμως, επιδεικτικές όμως, μπροστά στις εικόνες, να σηκώνουν ψηλά τα χέρια τους, να κινούνται μια από δω, μια από κει, αυτό έχει σημασία, κι ύστερα πάλι σταυρούς, πάλι μετάνοιες και σ’ όλη τη διάρκεια αυτής της επιδείξεως, κάτι να μουρμουρίζουν, στις δε συζητήσεις τους κατακρίνουν τους πάντες και τα πάντα.

Υπάρχουν όμως πολλών ειδών Φαρισαϊσμού, πολλές μορφές υποκρισίας, που μπορεί μεν να είναι κάπως λεπτές, αλλά είναι εξίσου επικίνδυνες.

Μια μορφή απ’ αυτές, η πρώτη, βρίσκει εύκολα καλό έδαφος στους χλιαρούς χριστιανούς. Όταν λοιπόν τους προτρέπουμε για να εκκλησιάζονται, για να εξομολογούνται, για να νηστεύουν, και να κοινωνούν, ή να εγκρατεύονται, μας απαντούν:
- Εγώ, λένε, δεν είμαι σαν κι αυτούς τους Φαρισαίους που κάνουν τους μεγάλους Σταυρούς αλλά εκμεταλλεύονται τον κόσμο. Εγώ, συνεχίζουν, είμαι ντόμπρος άνθρωπος, ειλικρινής, τίμιος, και αγαπώ όλο τον κόσμο, μπορεί την μπουκιά μου βγαζω απ’ το στόμα μου να τη δώσω, τον Θεό Τον έχω μέσα μου, και δεν μου χρειάζονται όλα αυτά, που κάνουν οι Φαρισαίοι…
Τα λένε αυτά αδελφοί μου, και δεν καταλαβαίνουν ότι με τον τρόπο αυτό μεταβάλλουν οι ίδιοι τον εαυτό τους σε Φαρισαίο πρώτης τάξεως μάλιστα, και στην ουσία επαναλαμβάνουν τα ίδια του τα λόγια, ότι «εγώ ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων».
Αυτή η μορφή των χριστιανών, ή έχουν άγνοια, ή έχουν σκανδαλιστεί από κάποια αρνητικά παραδείγματα κακών κληρικών, και αυτά δυστυχώς δεν είναι λίγα, αυτά που δίνουμε εμείς οι παπάδες, παντός βαθμού, επαναλαμβάνω.
Δυστυχώς σε πολλά φταίμε και εμείς οι ιερείς, οι επίσκοποι, και οι μοναχοί. Το επαναλαμβάνω αυτό, που δίνουμε στους χλιαρούς χριστιανούς λαβές και αφορμές, για να γίνουν ακόμα χειρότεροι. Έτσι από χλιαροί, καταντούν νερόβραστοι, από νερόβραστοι γίνονται αδιάφοροι, και από αδιάφοροι εχθροί και πολέμιοι της Εκκλησίας.

Μια δεύτερη μορφή Φαρισαϊσμού είναι αυτή που μας χωρίζει σε φατρίες, σε κάστες, σε αδελφότητες και θρησκευτικές ομάδες, χωριστά οι θρησκευτικοί σύλλογοι και οι προσωποπαγείς ομάδες μέσα στις ενορίες.
Έτσι οι μεν που ανήκουν στην άλφα θρησκευτική Ορθόδοξη κίνηση, περιφρονούν όλους εκείνους που έχουν ας πούμε, να το πούμε για παράδειγμα έτσι, κάποιες φιλομοναχικές τάσεις, κάποιοι άλλοι που ανήκουν σε μια δεύτερη θρησκευτική ομάδα, αποστρέφονται όλους τους άλλους χριστιανούς, που όχι μόνον δεν τους χαιρετούν και δεν τους λένε και καλημέρα, αλλά και επιπλέον τους κακολογούν για τα τρωτά που έχουν, ε, που έχουν σαν άνθρωποι και αυτοί, ή για τα λάθη που κάνουν.
Άλλοι πάλι λέγουν και καμαρώνουν γιατί είναι πνευματικοπαίδια του Τάαδε πνευματικού πατρός, και όλους τους άλλους τους θεωρούν δευτέρας κατηγορίας χριστιανούς. Πιστεύουν δε ότι αυτοί και μόνον έχουν το προνόμιο της σωτηρίας ή της αποκλειστικότητος. Αυτόν τον πολυμερισμό σε θρησκευτικές ομάδες, ή οπαδούς των χριστιανών, τον καταδίκασε τελεσίδικα ο Απόστολος Παύλος. Τι θα πεί, έλεγε και έγραφε, ο ουρανοβάμονας αυτός, ο των Εθνών Απόστολος. «Εγώ είμαι του Απολλώ, εγώ του Κηφά, εγώ του Παύλου». Μεμέρησται ο Χριστός; Δηλαδή διαιρείται ο Χριστός; Μήπως χωρίζεται σε κόμματα και ομάδες, και αδελφότητες, Μήπως πολυμερίζεται σε γεροντάδες, πνευματικούς, επισκόπους και πρεσβυτέρους; Ασφαλώς όχι. Χίλιες φορές όχι. Τα πάθη μας, ο εγωισμός μας, η υποκρισία μας, και το να δειχνουόμαστε ότι κάποιοι δήθεν είμαστε, φτιάχνουν τις διαιρέσεις, τους πολυμερισμούς και τις προσωπολατρίες.
Αρκετές φορές στο παρελθόν, και απ’ αυτόν εδώ τον χώρο δυστυχώς, έχουν γίνει τέτοιου είδους παρεξηγήσεις. Ευτυχώς όμως όχι τώρα γιατί εξέλειπαν. Τα πράγματα μπήκαν στη θέση τους. Διότι άλλο πράγμα να λες ότι εξομολογείσαι στον τάδε ιερέα, και ότι αναπαύεσαι σ’ αυτόν, και άλλο πράγμα να περιφρονείς όλους τους άλλους χριστιανούς, επειδή δεν εξομολογούνται στο δικό σου πνευματικό, ή δεν πηγαίνουν στο κήρυγμά του ή δεν τον αναγνωρίζουν και τόσα άλλα. Αυτή η περιφρόνησις έχει μέσα της μπόλικο μπόλικο Φαρισαϊσμό.
Όλοι μας αδελφοί μου είμαστε παιδιά του ενός Θεού. Ομολογούμε την ίδια πίστη. Συμμετέχουμε στα ίδια μυστήρια, και έχουμε τον ίδιο στόχο.
Στο πώς θα σωθούμε, δια του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, που αυτός και μόνο θυσιάστηκε πάνω στο Σταυρό για τη σωτηρία μας. Για τη σωτηρία όλων μας. Κανένας άλλος δε σταυρώθηκε και δεν έχυσε το αίμα του ….

Μια τρίτη μορφή Φαρισαϊσμού, λεπτή και επικίνδυνη, έχει σχέση και πάλι με τους ευσεβείς χριστιανούς. Και ενώ εκκλησιάζονται, εξομολογούνται, κοινωνούν των Αχράντων Μυστηρίων, μελετούν την Αγία Γραφή και τους Πατέρες, προσεύχονται πρωί και βράδυ, κάνουν δηλαδή τον πνευματικό τους αγώνα, και πηγαίνουν συχνά σε διάφορα προσκυνήματα και στους Αγίους Τόπους, και οι άνδρες στο Άγιον Όρος και λοιπά και λοιπά, εν τούτοις σιγά σιγά τους μπαίνει η ιδέα αμυδρά στην αρχή, ισχυρή και πιστευτή στη συνέχεια, ότι είναι καλύτεροι από τους άλλους, ότι δεν είναι ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων. Έτσι αργά αργά, και χωρίς να το καταλαβαίνουν από την αρχή, γεμίζουν από Φαρισαϊσμό, από υπερηφάνεια, από μία ακατάσχετη ορμή να θέλουν να ομιλούν για τα καλά που έχουν κάνει. Και ότι τάχα τους ξεφεύγει η αρίθμησις των πνευματικών τους έργων. Ξέρετε λένε; Να, να, εγώ, εξομολογούμαι, κοινωνώ, προσεύχομαι, δίνω και καμιά συμβουλή στους άλλους, κάνω και καμιά ελεημοσύνη, αλλά ξέρετε, ξέρετε, να, δεν ήθελα αυτά να τα πώ, ε, μου ξέφυγαν. Και άλλες τέτοιες ανοησίες. Και με το πέρασμα του καιρού δυστυχώς ξεπέφτουν σε μια συνεχή μανία επιδείξεως. Και όπως καταλαβαίνετε αυτή η Φαρισαϊκή στάση μολύνει και τις πιο ιερές στιγμές, όπως είναι ο εκκλησιασμός, η Θεία Κοινωνία, η προσευχή και άλλα.
Φυσικά αυτοί οι χριστιανοί δεν ασχολούνται πλέον με τις προσωπικές τους αμαρτίες, τις οποίες ελαχιστοποιούν, αλλά με τις πτώσεις και τα λάθη των άλλων, και τους οποίους συνεχώς κατακρίνουν με σκληρότητα και ασπλαχνία.

Μια τετάρτη μορφή φαρισαϊσμού είναι ο τελωνικός φαρισαϊσμός. Εδώ έχουμε κάτι πολύ πολύ επικίνδυνο. Έχουμε μια ανάμειξη, έχουμε ένα συνδυασμό, ένα κράμα, των αρνητικών στοιχείων και του Τελώνου και του Φαρισαίου. Τα αρνητικά στοιχεία του τελώνου είναι τα μεγάλα και βαριά αμαρτήματα. Τα αρνητικά στοιχεία του Φαρισαίου, είναι η αυτοθέωση, η αυτοδικαίωση και η υποκρισία. Αυτά λοιπόν τα αρνητικά στοιχεία και των δύο τύπων συνυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο. Έχουμε δυστυχώς και τέτοιους χριστιανούς. Είναι αυτοί που ενώ καθημερινά διαπράττουν τα πιο μεγάλα θανάσιμα αμαρτήματα, εν τούτοις, όχι μόνον δεν μετανοούν, όχι μόνον δεν συντρίβονται, όχι μόνον δεν ζητούν το έλεος του Θεού, αλλά καμαρώνουν γι’ αυτά τους τα αμαρτήματα και τα διατυμπανίζουν κιόλας σε όλους και κάνουν και κάτι άλλο που είναι πολύ πιο χειρότερο, πολύ πιο απαίσιο. Κατηγορούν δηλαδή και κατακρίνουν συνεχώς και αποκαλούν Φαρισαίους, κοροϊδεύοντας και ειρωνεύοντας όλους εκείνους τους χριστιανούς που αγωνίζονται οι καημένοι νυχθημερόν για να τηρούν με πολύ κόπο τις Ευαγγελικές εντολές, να καλλιεργούν τις θεότατες αρετές, να πολεμούν τα πάθη τους, να συμμετέχουν στα άγια μυστήρια, και να προσπαθούν να κρατηθούν πνευματικά όρθιοι και σώφρονες μέσα σ’ αυτή την εφιαλτική θύελλα της αποστασίας, της προστυχιάς και του υλιστικού φρονήματος που σαρώνουν απ’ άκρου εις άκρον ολόκληρον τον πλανήτη. Ε, τι να πεις γι’ αυτούς πλέον;

Υπάρχουν όμως και άλλες μορφές Φαρισαϊσμού, αλλά αρκούμεθα σ’ αυτές τις τέσσερεις.

Χριστιανοί μου, είδαμε το πόσο ύπουλος είναι ο Φαρισαϊσμός, και πόσο επικίνδυνα παραμονεύει και στα αγιότερα πράγματα και πως τελικά μας καταστρέφει.
Εμβόλιο για τα μικρόβια του Φαρισαϊσμού και της υποκρισίας είναι ένα και μόνο, το τελωνικό πνεύμα.
Το πνεύμα της συντριβής.
Το πνεύμα της μετανοίας και το πνεύμα της ταπεινώσεως, που είναι και το αιώνιον πνεύμα της Αγίας μας Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Αυτό το πνεύμα θέλει να μας εμπνεύσει η Εκκλησία μας, με το Τριώδιο και τη Μεγάλη Σαρακοστή, να αισθανόμεθα δηλαδή από βάθους καρδίας την αμαρτωλότητά μας,
δεύτερον, να μην κατακρίνουμε κανέναν άνθρωπον και για τίποτα,
και τρίτον να παρακαλούμε με πόνο ψυχής τον Κύριο και Λυτρωτή μας ομολογώντας σαν τον Τελώνην :
«ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ, ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ…»

Αμήν

Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2000

Οι νερόβραστοι Χριστιανοί, Μέρος Α', βραδινό κήρυγμα, 2-2-2000

Βραδινό κήρυγμα αριθ. 122

2.2.2000

Οι περισσότεροι χριστιανοί αδελφοί μου στις ημέρες μας είμαστε χλιαροί και νερόβραστοι. Διάβασα αυτές τις ημέρες κάποιο κήρυγμα του πατρός Αυγουστίνου Καντιώτου, επισκόπου Φλωρίνης, που το κήρυγμά του αυτό το εξεφώνησε το 1977, και αναφέρεται στους χλιαρούς χριστιανούς.
Σε αυτό το κήρυγμα θα κάνουμε δικά μας σχόλια και θα αναφερθούμε και σε μια ανάλογη ομιλία δική μου, που την έκαμα εδώ στην Αγία Βαρβάρα, το Μάιο του 1994.
Δε θα διορθώσουμε, προς Θεού, το μεγάλο αυτό ρήτορα και κήρυκα του Ευαγγελίου, απλώς θα προσθέσουμε μερικές δικές μας ακόμα χρήσιμες παρατηρήσεις.

Λοιπόν, ρωτάει ο επίσκοπος, μήπως είμεθα χλιαροί; Ε, μάλλον ναι. Επειδή πολλοί από σας, με επιμονή, φορτική θα έλεγα, ζητήσατε να κάνουμε κάποια κηρύγματα, και αυτά βέβαια έχουν το δικό τους κόπο, αλλά και ποιος είμαι εγώ;
Ο επίσκοπος ρωτάει, μήπως αυτός που σας ομιλεί είναι άγγελος ή αρχάγγελος, μήπως είναι κανένας μεγάλος ασκητής και ερημίτης απ’ το Άγιον Όρος, τίποτα ερημητήρια της Παλαιστίνης, μήπως είναι κανένας μάρτυρας και ομολογητής, ή κανένας από τους πατέρες της Εκκλησίας;
Αν εκείνος για τον εαυτό του λέει αλίμονο, πόσο πολύ περισσότερο θα πρέπει να το πούμε εμείς. Μακάρι να μπορούσαμε όλοι οι ιερείς, μοναχοί και επίσκοποι που κηρύσσουμε τον λόγον του Θεού, να βρισκόμασταν στα ύψη αυτά των μεγάλων πατέρων της Εκκλησίας μας. Μακάρι.
Αλλά κείνο όμως το οποίο μπορούμε να πούμε και μπορούμε να ομολογήσουμε, εμείς, οι ιερείς και πρώτος εγώ, είναι να επαναλάβω τα λόγια του προφήτου Ησαΐα. «Ο ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος, ότι άνθρωπος ων και ακάθαρτα χείλη έχω, εν μέσω λαού, ακαθάρτα χείλη έχοντος εγώ ηχώ». Είμαι άνθρωπος, λέει ο προφήτης, και τα χείλη μου είναι ακάθαρτα, είναι αμαρτωλά, είναι βρώμικα. Αλλά όμως βρίσκομαι ανάμεσα σε έναν λαό που έχει και αυτός ακάθαρτα χείλη. Γιατί και αυτός ο λαός είναι αμαρτωλός. Μεστός αμαρτιών και ανομιών. Όπου κυριαρχεί δυστυχώς στην πατρίδα μας ένα πνεύμα αμετανοησίας. Χωριστά η διαφθορά. Ανάμεσα λοιπόν σε αυτόν τον λαόν, κατοικώ και ευρίσκομαι και εγώ. Δυστυχώς, για μας τους ιεροκήρυκες και για μένα ειδικότερα, ισχύει αυτό το οποίον λέγει ο ψαλμωδός, ο προφήτης Δαυΐδ στον 49ον ψαλμόν, «τω δε αμαρτωλώ είπεν ο Θεός», εις τον αμαρτωλόν είπε ο Θεός, «ίνα τι συ εκδιεί τα δικαιώματά μου και αναλαμβάνεις την διαθήκην μου δια του στόματός σου», ποιος είσαι εσύ; ο οποίος με παίρνεις στο στόμα σου και θέλεις να διηγηθείς τα μεγαλεία τα δικά μου; Ποιος είσαι εσύ που μπορείς να αποκαλύψεις τα δικά μου μυστήρια;
Μην κάνουμε τίποτα τέτοιο απ’ αυτά. Μεταφέρουμε τον λόγον του Θεού, τον Ευαγγελικόν του λόγο πρώτα για μας, πρώτα προσωπικά για μένα. Ύστερα για σας που ακούτε. Είμαι αμαρτωλός, γι’ αυτό και η ευθύνη μεγαλώνει κάθε φορά που απευθύνουμε λόγον Θεού. Είναι όμως ανάγκη να διαδίδεται ο λόγος του Θεού, είναι ανάγκη, είναι πολύ απαραίτητο. Παρόλην λοιπόν την αμαρτωλότητά μας πρέπει να ομιλούμε. Πρέπει να σπέρνεται ο λόγος του Θεού. Γιατί ο Λόγος του Θεού είναι σπόρος, θεϊκός σπόρος, δεν είναι κάτι δικό μας!.. Και αν θα φυτρώσει ο σπόρος, δεν εξαρτάται αυτό από μας. Δεν εξαρτάται δηλαδή από το πρόσωπο που σπέρνει το σπόρο. Εξαρτάται από άλλους παράγοντες. Από την ποιότητα του σπόρου, και από την ψυχική κατάσταση του δέκτη, της γής, των ψυχών μας δηλαδή.
Βέβαια σε αυτό έχω να προσθέσω και κάτι άλλο. Ότι ο αγιασμένος άνθρωπος, όταν ομιλεί, και ομιλεί εκ του περισσεύματος της καρδίας του, ευκολότερα γίνεται αποδεκτός. Μαλακώνουν οι καρδιές των ανθρώπων. Πηγαίνουν κοντά στον άγιο άνθρωπο και ζεσταίνονται. Θερμαίνονται. Θέλουν κυριολεκτικά να ρουφήξουν τα λόγια του. Αυτό σημαίνει ότι έχουν γη αγαθή.
Ο πατήρ Αυγουστίνος λέει ότι αν ένας λεπρός ή ένας μαύρος ή ένας κίτρινος άνθρωπος κρατούσε στα χέρια του τον σπόρο, και σπέρνει, - ο σπόρος δεν χάνει την δύναμή του, είναι σπόρος – και λεπρός να κρατεί λέει ακόμα στα χέρια του τον σπόρο, αυτός θα φυτρώσει στη γη, αρκεί η γη να είναι δεκτική. Γι’ αυτό λοιπόν οποιοσδήποτε και αν σας ομιλεί, και λεπρός να είναι ακόμα στον ψυχικό του κόσμον, επί λέξει το τονίζει αυτό, εφόσον κηρύσσει τον λόγον του Θεού, εφόσον κρατάει στα χέρια του τον Ευαγγελικό σπόρο, το αποτέλεσμα θα είναι καρποφόρο, θα φέρει καρπούς πολλούς, εάν συναντήσει και γη κατάλληλη. Ο πομπός μπορεί να λειτουργεί σωστά, αλλά πρέπει να λειτουργεί σωστά και ο δέκτης.
Κρατάμε στα χέρια μας το πιο πολύτιμο χρυσάφι. Τον μεγαλύτερο πλούτο που μπορεί να υπάρξει πάνω στην γη. Δεν είναι ούτε τα χρήματα, ούτε τα κτήματα, ούτε τα σπίτια, ούτε τα παλάτια, ούτε τα αξιώματα, τίποτε από αυτά δεν είναι πλούτος. Πλούτος είναι ο λόγος του Θεού. Αυτός είναι ο πλούτος. Και αυτόν τον λόγον του Θεού πρέπει να δεχθούμε όλοι μας.
Εγώ όπως είναι γνωστόν στερούμαι και του προφορικού και του γραπτού λόγου. Δεν έχω ικανότητες και αυτό είναι γνωστό. Το ζητήσατε και σας κάνω υπακοή όσο μπορώ. Γι’ αυτό το λόγο είπα ότι θα φροντίσω να χρησιμοποιήσω τον λόγον των άλλων, προσθέτοντας κάτι φτωχό δικό μου.
Βέβαια πρέπει να μας συνέχει από την άλλη πλευρά και ένα αίσθημα ταπεινώσεως. Γιατί η ώρα της ακροάσεως του Λόγου του Θεού είναι ώρα ιερή. Και πρέπει αυτήν την ώρα που έχουμε πει επανειλημμένες φορές και στα πιο παλιά μας κηρύγματα, να παρακαλείτε από μέσα σας τον Θεόν να με ελεήσει. Και να μου δίδει εκείνη τη στιγμήν κατάλληλον φωτισμόν, για να λέγεται και να είναι ο λόγος δυνατός, τόσο δυνατός που να σπάζει τον βράχο των παθών μας, που πλακώνει τις καρδιές μας. Πρέπει να είναι ο λόγος μας δυναμίτης. Εάν ο Απόστολος Παύλος παρακαλούσε, φαίνεται αυτό στα γραπτά του κείμενα, παρακαλούσε τους χριστιανούς, να προσεύχονται γι’ αυτόν, «ίνα μη αδόκιμος γένηται», μήπως δηλαδή κηρύσσοντας τον λόγο του Θεού, αποδοκιμασθώ εγώ από τον Θεόν. Διότι μακάριος είναι εκείνος ο οποίος διδάσκει και ποιεί – όχι μόνον ομιλεί αλλά και πράττει. Πολύ περισσότερον λοιπόν αν ο Παύλος αυτό το παρακαλούσε, όχι πολύ περισσότερο, και γω δεν ξέρω ασυγκρίτως πόσο περισσότερο, θα πρέπει να είναι η δική μου παράκλησις σε σας, να μην αποδοκιμασθώ από τον Θεόν για τους λόγους αυτούς τους οποίους θα απευθύνω σε σας, όσες φορές θα μπορέσω να σας κάμω βραδινό κήρυγμα.
Λοιπόν, εν ημέρα κρίσεως, όταν θα έλθει η ώρα και θα φύγουμε από αυτόν τον κόσμο, διότι η ηλικία μας ήδη πέρασε, να μην μου πεί ο Θεός «ουκ οίδα υμάς», δεν σας ξέρω. Μα πώς δεν με ξέρει! Παπάς Του ήμουνα. Στα χέρια μου Σε κρατούσα. Για Σένα ομιλούσα και τόσα άλλα που θα μπορούσα να πω. Δεν σε ξέρω… Και αυτό θα το πει σε πολλούς. «Ούκ οίδα υμάς. Υπάγετε απ’ εμού κατηραμένοι, οι εργαζόμενοι την ανομίαν, εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιμασμένω τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού».
Για να γίνει λοιπόν καρποφόρος ο λόγος του Θεού πρέπει να προσέχετε, να έχετε κατάνυξη. Και όχι απλώς να έχετε κατάνυξη, να έχετε και αυτιά. Διότι δεν έχετε αυτιά.. Ο Κύριος είπε «ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω». Φυσικά, αυτιά, είχαν και οι Γραμματείς είχαν και οι Φαρισαίοι. Είχαν αυτιά. Αλλά πνευματικό αυτί δεν είχαν.. Αυτιά είχαν και αυτιά δεν είχαν. Και γι’ αυτό δεν άκουαν τίποτα.. Και δεν καταλάβαιναν τίποτα από όσα έλεγε ο Κύριος στο κήρυγμά Του. Έτσι λοιπόν, πόσοι από μας πηγαίνουμε στις συναυλίες, δεν ξέρω, από σας, τα καλύτερα κομμάτια να ακούμε να παίζονται, αλλά άμα δεν έχουμε αυτιά δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. Και κιθάρες αγγέλων να παίξουν, και Χερουβείμ να κατέβουν κάτω, και να μ’ αρχίζουν να μας ψάλουν ουράνιους ύμνους, αν είμαστε κουφοί δεν θα καταλάβουμε τίποτα. Όπως λοιπόν ένας κουφός δεν είναι σε θέσιν να ακούσει τις ωραιότατες μελωδίες, έτσι και ένας που είναι αναίσθητος και αδιάφορος δεν μπορεί να καταλάβει τίποτα από τον λόγον του Θεού που λέγεται. Λοιπόν, αυτός ο άνθρωπος, που έχει κλειστά τα αυτιά της ψυχής του, είναι ανίκανος να ακούσει τους ήχους του Παναγίου Πνεύματος, να ακούσει τον λόγον του Θεού, να τον πάρει βαθιά μέσα του και να τον κάνει ζωή του, να τον κάνει έργο.
Χρειαζόμαστε λοιπόν αυτιά γι’ αυτό είπε και ο Θεός, ο Χριστός μας, «ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω».
Ο άνθρωπος έχει μια σχετική ακοή. Δεν ακούει τόσο ισχυρά, όπως δυνατά ακούνε τα ζώα. Μερικά ζώα ακούνε πολύ. Όταν αρχίζει ένας σεισμός, τα ζώα το παίρνουν πρώτα είδηση. Εδώ τα σκυλιά ουρλιάζουν, οι γελάδες βελάζουν, και ούτω κάθε εξής. Σήμερα όμως η πρόοδος της επιστήμης ξεπέρασε και αυτά τα σκυλιά διότι βλέπουμε πάνω στις κορφές των ορέων να στήνονται τεχνητά αυτιά, τα λεγόμενα ραντάρ, και έτσι λοιπόν όταν τα εχθρικά αεροπλάνα περνούν τα σύνορά μας, αμέσως το παίρνουν είδηση και ειδοποιούνται οι αρμόδιοι ότι κάτι το ξένο και το εχθρικό μπήκε στην πατρίδα μας.
Λοιπόν πρέπει να μας δώσει τέτοια δυνατά αυτιά ο Θεός, για να ακούμε τα μηνύματα του ουρανού. Να μην ακούμε τους ήχους της γης. Τα συνθήματα της εποχής μας, τα αμαρτωλά και απατηλά, αλλά, να μπορέσουμε να ακούμε, να αφουγκραζόμαστε, τους αλάλητους στεναγμούς του Παναγίου Πνεύματος, και τους πνευματικούς ανασασμούς του ουρανού. Αυτά πρέπει να ακούμε.
Όταν θα κάνετε προσευχή να έχετε απάντηση στην καρδιά σας. Κι όταν ανοίγετε την Αγία Γραφή να παίρνετε από κει το μήνυμα του ουρανού και να το αισθάνεται η ψυχή σας. Ο Κύριος λαλεί και εξακολουθεί να λαλεί εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια συνέχεια. Γι’ αυτό και ο ψαλμωδός λέγει «λάλει Κύριε και ο δούλος σου ακούει». Έτσι λοιπόν ο Θεός εξαπέστειλε τα μηνύματά Του, πρώτα διά των προφητών, ύστερα ο ίδιος και εν συνεχεία διά των Αποστόλων. Κατόπιν διά των Αποστολικών Πατέρων και ύστερα δια των μεγάλων διδασκάλων και Πατέρων δια των Οικουμενικών Συνόδων, ύστερα μίλησε διά μέσου των Αγίων και των μαρτύρων και τόσων άλλων.

Προπαντός όμως ομιλεί ο Θεός διά της Καινής Διαθήκης, διά της Αγίας Γραφής. Η Αγία Γραφή είναι ραντάρ. Όποιος έχει αυτί θα ακούσει. Κάπου εκεί στο δεύτερο και τρίτο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως, λέγει το εξής, δεν το λέγει μόνο μία φορά, το λέγει επτά φορές. Τι λέγει επτά φορές; «Ο έχων ούς, όποιος έχει αυτί, ακουσάτω τι το Πνεύμα λέγει τοις Εκκλησίαις». Όποιος έχει αυτί, ας ακούσει τι λέγει το Πνεύμα, το Πνεύμα το Άγιον, στις Εκκλησίες. Όχι όποιος έχει αυτί, ας ακούσει τα μηνύματα που έρχονται από τον ουρανό εδώ κάτω στον κόσμο.
Δυστυχώς τα μηνύματα των πολιτικών μας, και των διαφόρων άλλων τσαρλατάνων, τα ακούμε, γήινα μηνύματα, μικρά και ασήμαντα. Και στήνουμε το αυτί μας, και στο ραδιόφωνο, και το πρόσωπό μας μπροστά στην οθόνη της τηλεοράσεως για να ακούσουμε και να δούμε. Αλίμονον. Αλίμονον που τόσες ώρες κολλάμε σ’ αυτά. Και δεν έχουμε αυτιά. Και δεν έχουμε μάτια για τα μηνύματα του ουρανού.

Ραντάρ λοιπόν η Αγία Γραφή. Με όλα τα βιβλία ομιλεί. Ομιλεί όμως και μέσα από την Αποκάλυψη. Που είναι το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Είναι βέβαιον όμως ότι στις Εκκλησίες, τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές, όπως και τις καθημερινές, δεν ακούμε να διαβάζεται η Αποκάλυψη. Και καλώς έπραξαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας που τα παλαιότερα χρόνια, απέκλεισαν την Αποκάλυψη από τα Αναγνώσματα που αναγινώσκονται στις ιερές ακολουθίες. Η Αποκάλυψις του Κυρίου μας εδόθη στον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή, εκεί στην Πάτμο. Παλαιότερα τα λόγια της ήταν ακατάληπτα, μυστηριώδη, γριφώδη. Όσο προχωρούν όμως οι αιώνες, τα πράγματα διασαφηνίζονται. Το αν πρέπει να διαβάζεται η Αποκάλυψη ή όχι, στις ακολουθίες, αυτό δεν το γνωρίζω, και δεν είμαι εις θέσιν να δώσω μία απάντηση. Αυτό θα το αποφασίσουν τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία σε μια μελλοντική Ορθόδοξη Οικουμενική Σύνοδο.
Ο τελευταίος προφήτης του Γένους μας, ξέρετε ποιος ήταν; Ήταν ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος απηγχονίσθη. Τον κρέμασαν οι Τούρκοι, οι Αλβανοί, εκεί στα Αλβανικά βουνά, και το σώμα του το πέταξαν στον Αώο ποταμό. Αυτός προφήτευσε πολλά. Σε μια προφητεία του είπε το εξής: Θα δείτε στον κάμπο αμάξι χωρίς άλογο να τρέχει γρηγορότερα απ’ το λαγό. Ποιος καταλάβαινε τότε τι εννοούσε όταν το έλεγε αυτό στην εποχή του; Κανείς δεν καταλάβαινε. Μπορούσε, σκεφτόντουσαν οι άνθρωποι, καλά μπορεί να υπάρξει αμάξι και κάρο, που να τρέχει στον κάμπο χωρίς άλογο, χωρίς βόδι, χωρίς ζώο; Κι όμως, αυτό που ήτανε παράξενο, ύστερα από εκατό χρόνια έγινε πραγματικότητα. Και είδαμε το αμάξι χωρίς άλογο να τρέχει, και αυτό είναι το αυτοκίνητο. Είπε και άλλα πάρα πολλά, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός!
Έτσι λοιπόν ερμηνεύονται σιγά σιγά, και τα γεγονότα τα φοβερά της Αποκαλύψεως. Γι’ αυτό και πρέπει να την διαβάζουμε την Αποκάλυψη χωρίς να την ερμηνεύουμε. Η ερμηνεία ανήκει στους Πατέρες της Εκκλησίας μας, όταν αρχίζουμε από το Ματθαίο, θα τελειώσουμε με την Αποκάλυψη. Υπάρχουν ορισμένα κομμάτια τα οποία είναι πολύ ωφέλιμα στο να τα διαβάζει κανένας. Δεν χρειάζεται να τρομοκρατείται από αυτά που διαβάζει, διότι το μήνυμα είναι μήνυμα σωτηρίας και καλεί τους ανθρώπους στην μετάνοια. Ο άνθρωπος που είναι κοντά στο Θεό δεν φοβάται τίποτα. Ούτε τον Αντίχριστο, ούτε το όνομά του, ούτε τα εξάρια, ούτε τα εννιάρια, τίποτα δεν φοβάται. Είναι κοντά εις τον Θεόν. Τελείωσε. Τι να φοβηθεί; Να γίνει μάρτυρας; Είναι έτοιμος! Να δώσει το σώμα του να μαρτυρήσει, και αυτό είναι έτοιμο.
«Μακάριος ο αναγινώσκων και ακούοντες τους λόγους της προφητείας, και τηρούντες τα εν αυτή γεγραμμένα. Ο γαρ καιρός εγγύς», λέει στην Αποκάλυψη, στο πρώτο κεφάλαιο, στο στίχο δεκατρία. Μακάριος λοιπόν είναι ο άνθρωπος που διαβάζει και ακούει τους λόγους αυτής της προφητείας που υπάρχουν μέσα σ’ αυτό το ιερό βιβλίο. Το τελευταίο της Καινής Διαθήκης, την Αποκάλυψη. Αλλά και πιο μακάριος είναι εκείνος ο οποίος τηρεί, εφαρμόζει, όσα σ’ αυτήν είναι γεγραμμένα. Διότι ο καιρός είναι εγγύς. Εγγύς! Ο καιρός είναι κοντά, είναι πλησίον.
Σε τι είμεθα κοντά; Σε συνταρακτικά γεγονότα που περιγράφει η Αποκάλυψις; Μα τα περιγράφει εδώ και δυό χιλιάδες χρόνια! Έχουμε εισέλθει στον κύκλον εκείνον που θα συνταράξουν ολόκληρη την οικουμένην; Δεν γνωρίζω.
Λέει λοιπόν στο στίχος 3, το διαβάσαμε: «Μακάριος ο αναγινώσκων και ακούοντες τους λόγους της προφητείας». Μακαρίζει λοιπόν η Αγία Γραφή, τα θεία και μεγάλα πράγματα και όχι τα μικρά και τα ανθρώπινα. Και τηρούντες τα εν αυτή γεγραμμένα.
Ο Άγιος Ανδρέας εγηγεί πώς μακαρίζει, αυτούς οι οποίοι, μέσα από τις πράξεις, όχι μόνο αναγινώσκουν αλλά και εφαρμόζουν.
Ο δε Άγιος Αρέθας λέγει ότι όλοι αυτοί οι μακάριοι είναι εκείνοι που έχουν αυτιά και ακούνε. Όποιος λοιπόν έχει αυτιά για να ακούσει ας ακούει. Και ποιος έχει αυτού του είδους τα αυτιά; Τα έχει εκείνος που απέκτησε την ικανότητα να ακούει και αυτά που ακούει να τα διατηρεί και να τα φυλάσσει ως τον νόμον του Θεού. Και έτσι καταρτισμένος να ζει πνευματικά και όχι όπως ο ζωώδης και κτηνώδης άνθρωπος. Δηλαδή αυτός που προτιμά να ζει αισθησιακά όπως τα ζώα που δεν έχουν λογική.
Ο γαρ καιρός εγγύς. Πλησιάζει ο καιρός της μακαριότητος. Είναι εγγύς και παρών ο καιρός και δίνει την ευκαιρία για εργασία πνευματική, για εργασία που θα μας φέρει στη σωτηρία. Για εργασία σποράς του λόγου του Θεού. Για εργασία τηρήσεως των εντολών. Για εργασία καλλιεργήσεως των αρετών. Διότι είπεν ο Κύριος: εμέ διεργάζεσθε, έως ημέρα εστί. Όσο είναι μέρα, όσο ζούμε, τώρα θα εργασθούμε για την σωτηρία μας. Άμα πεθάνουμε, το χάσαμε το παιχνίδι. Και πρέπει λοιπόν, και προτρέπει τους πάντες, να κερδίσουμε αυτόν τον μακαρισμό. - Διαβάζω τα σχόλια, που μας τα δίδει η Αποκάλυψις από τον Άγιο Ανδρέα και από τον Άγιο Αρέθα.- Τι άλλο σημαίνει εγγύς; Σημαίνει ότι πλησιάζει ο καιρός της απονομής των επάθλων. Και είναι σύντομος αυτός ο καιρός αν συγκριθεί, με τη μικρή διάρκεια που έχει αυτή η ζωή μας. Το εγγύς λοιπόν σημαίνει ακόμα, και την προειδοποίησή μας για τον θάνατό μας. Εγγύς σημαίνει ότι ήλθε ο καιρός για να πεθάνεις άνθρωπε! Είσαι έτοιμος να πεθάνεις; Αν δεν είσαι, φρόντισε να γίνεις! Άρα λοιπόν το εγγύς σημαίνει ότι ήλθε ο καιρός της μετανοίας.
Βλέπουμε δηλαδή από τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ότι δίδονται πολλές ερμηνείες στη λέξη «εγγύς», και δεν αναφέρονται μόνον στα συνταρακτικά γεγονότα τα οποία βέβαια έρχονται και θα ακολουθήσουν.

Ακούγοντας λοιπόν αυτό το πνευματικό ραντάρ της Αποκαλύψεως, ακούμε από μακριά τους ήχους και τα μηνύματα του Αγίου Πνεύματος, ότι από τον ουρανό ο Θεός στέλνει 7 μηνύματα ή μάλλον 7 επιστολές, και βέβαια κομιστής και ταχυδρόμος αυτών των επιστολών ήταν ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής.
Λέει: «τω αγγέλω γράψον», ποιος είναι ο άγγελος τώρα; εις τον άγγελον γράψε! λέγει ο Θεός εις τον Ευαγγελιστή Ιωάννη. «Άγγελο» εννοεί τον επίσκοπο. Τον Αρχιερέα. Όπως ένας άγγελος υπερέχει των ανθρώπων και ίπταται στον ουρανό, έτσι πρέπει και ένας επίσκοπος να είναι άγγελος, και ως άγγελος εν μέσω των ανθρώπων.
Υπήρξε κάποια εποχή, που ο κόσμος έβλεπε όχι μόνον τον επίσκοπο, αλλά και τον κάθε λειτουργό ιερέα, και τον πιο ταπεινό παππούλη, τον έβλεπε ως άγγελο Κυρίου του Παντοκράτορος Θεού. Ήσαν σε τέτοιο πνευματικό ύψος τότε, οι ιερείς και επίσκοποι, ώστε ο κόσμος τους έβλεπε σαν αγγέλους, τους πίστευε σαν αγγέλους, τους πίστευε σαν αγίους και απέδιδε ανάλογη τιμή.
Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός είπε σε μια προφητεία του: Ήταν κάποιος καιρός που οι κληρικοί ήσαν ως άγγελοι και λαϊκοί ζούσαν ως άνθρωποι. Θα έρθει όμως η εποχή, που οι κληρικοί θα ζουν σα λαϊκοί, οι δε λαϊκοί θα γίνουν σαν κτήνη, σαν ζώα. Αυτά τα είπε ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Και τότε ήξει το τέλος του κόσμου. Αυτό είναι από το 24ον Κεφάλαιον του Ματθαίου.
«Τω αγγέλω λοιπόν γράψον», σε ποιόν επίσκοπον να γράψει. Στις επτά Εκκλησίες της Μικράς Ασίας, σε επτά επισκόπους. Τα ονόματά τους βέβαια συγκενούν τους Μικρασιάτες και όσους κατάγονται από κείνα τα μέρη. Από τις λεγόμενες αλησμόνητες πατρίδες, που τονίζεται τώρα τελευταία υπερβολικά. Διότι λίκνον του Χριστιανοσμού ας μη ξεχνάμε ότι ήταν η Μικρά Ασία. Γράψον λοιπόν στις επτά Εκκλησίες. Ποιες Εκκλησίες είναι αυτές, είναι η Έφεσος, η Σμύρνη, η Πέργαμος, τα Θυάτειρα, οι Σάρδεις, η Φιλαδέλφεια και εβδόμη η Λαοδίκεια. Κι έτσι ερχόμενοι οι άνθρωποι από κει, φέραν και την πατρίδα τους μαζί τρόπον τινά, και έτσι τη Σμύρνη την είπαν Νέα Σμύρνη. Τη Φιλαδέλφεια την είπαν Νέα Φιλαδέλφεια και ούτω κάθε εξής. Ονόματα μεγάλα. Οι λυχνίες τους τότε ήσαν αναμμένες. Αλλά ήταν προφητευμένο μέσα στην εκκλησία ότι θα μετακινήσω την λυχνία σου, το λέει αυτό στο 2ο κεφάλαιο. Και πράγματι το 1922, το μήνα Σεπτέμβριο, τότε έσβησαν όλες αυτές οι λυχνίες, έσβησαν όλες. Τα καντήλια του Χριστού, τα φώτα τα ιερά, ο πολυέλαιος, όπως τονίζει χαρακτηριστικά ο πατήρ Αυγουστίνος, που εφώτιζε την Μικρά Ασία με 30 Μητροπόλεις, με τέσσερεις χιλιάδες εκκλησίες, με εκατοντάδες μοναστήρια και ιερούς ναούς, έσβησαν. Δεν υπάρχουν πλέον πουθενά, μα πουθενά. Και μέσα σ’ αυτές τις εκκλησίες, μέσα στις οποίες ελειτούργησαν άγγελοι του Θεού, ιερείς και επίσκοποι, εκκλησιές, εξωκκλήσια και μοναστήρια, όπως το μοναστήρι της Παναγίας του Σουμελά, και το μοναστήρι του Βαζελώνος, που ήταν τότε σεβάσμια προσκυνήματα, σήμερα είναι στάβλοι, κοπρώνες, αποθήκες, κέντρα διασκεδάσεως. Το μεγαλύτερο δυστύχημα του Ελληνισμού είναι η καταστροφή της Μικράς Ασίας. Αυτή είναι η μεγαλύτερη τιμωρία του Ορθοδόξου Ελληνισμού. Για να μετανοήσουμε έγιναν αυτά. Αλλά εμείς όμως να επαναλάβουμε εκείνο που λέγει τη Μεγάλη Εβδομάδα: «Ο δε παράνομος Ιούδας ουκ ηβουλήθη συνιέναι». Δε θελήσαμε να βάλουμε μυαλό, να μετανοήσουμε και να συναισθανθούμε τα αμαρτήματά μας. Το βλέπουμε τώρα στην πατρίδα μας πόσο διάχυτη είναι η αμαρτία και ποιες είναι οι καταστρεπτικές συνέπειές της.
Μετακινήθησαν βέβαια οι καημένοι εκείνοι πρόσφυγες, και ήρθαν στην Ελλάδα μας και έτσι παντού βλέπουμε Ποντίους, Καυκασίους, Φιλαδελφείς, Μικρασιάτες και τα λοιπά. Όπου και να πάμε θα βρούμε αυτούς τους ανθρώπους, ίσως να ευρίσκονται και εδώ.

Να διαβάσουμε τα γράμματα; Που έστειλε ο Ιωάννης στις εκκλησίες; Έχουν ενδιαφέρον. Το κάθε γράμμα ξεχωριστό έχει ενδιαφέρον. Δεν μπορούμε να τα διαβάσουμε όλα. Αλλά όμως εσείς πηγαίνοντας στα σπίτια σας, καλόν είναι να διαβάστε αυτές τις επτά επιστολές, που απευθύνονται στις επτά εκκλησίες της Μικράς Ασίας. Θα διαβάσουμε όμως μόνο το τελευταίο, που απευθύνεται προς την Εκκλησία των Λαοδικαίων. Γιατί και μεις τέτοιοι είμαστε, όπως ήσαν οι χριστιανοί από την Λαοδικεία. Γράφει λοιπόν, θα διαβάσω τη μετάφραση:
Και στον άγγελο της εκκλησίας της Λαοδικείας γράψε: Αυτά λέει ο Αμήν, ο αξιόπιστος και αληθινός μάρτυρας, η αιτία των δημιουργημάτων του Θεού. Γνωρίζω τα έργα σου. Δεν είσαι ούτε κρύος, ούτε ζεστός στην πίστη. Μακάρι να ήσουν κρύος ή ζεστός. Επειδή όμως δεν είσαι ούτε ζεστός ούτε κρύος αλλά χλιαρός, γι’ αυτό θα σε ξεράσω απ’ το στόμα μου. «Μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματός μου». Αυτό θα πεί, αυτό σημαίνει θα σε ξεράσω απ’ το στόμα μου. Λές είμαι πλούσιος και απέκτησα περιουσία και δεν έχω ανάγκη κανέναν. Και δε γνωρίζεις ότι στην πραγματικότητα είσαι ταλαίπωρος και αξιοθρήνητος, είσαι πτωχός, τυφλός και γυμνός. Γι’ αυτό σε συμβουλεύω να αγοράσεις από μένα, παρ’ εμού λέει, χρυσάφι καθαρισμένο στη φωτιά, για να πλουτίσεις, λευκά ρούχα για να ντυθείς, και να μην ντρέπεσαι για την γυμνότητά σου, και κολλύριο για να αλείψεις τα μάτια σου για να βλέπεις. Εγώ όσους εάν ωφελώ, ελέγχω και παιδεύω. Ζήλευε ουν και μετανόησον. Δείξε ζήλο και μετανόησε. Ιδού έστεικα επί την θύραν και κρούω. Στέκομαι μπροστά στην πόρτα της καρδιάς σου και κτυπώ. Εάν τις ακούσει της φωνής μου και ανοίξει την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού. Και αν κάποιος ακούσει τη φωνή μου και μου ανοίξει την πόρτα θα μπω μέσα και θα δειπνήσω μαζί του. Και αυτός μαζί μου, … και άλλα πολλά.
Γεμάτο λοιπόν παράπονα είναι. Επειδή λέγει, δεν είσαι ούτε κρύος ούτε ζεστός, αλλά είσαι χλιαρός, γι’ αυτό θα σε ξεράσω. Δεν σε ανέχομαι. Ούτε ζεστός είσαι, ούτε ψυχρός. Χλιαρός είσαι. Νερόβραστος δηλαδή. Γι’ αυτό και οι χριστιανοί μας, όλοι οι χριστιανοί, χωρίζονται σε τρείς κατηγορίες. Στους θερμούς, στους ψυχρούς και στους χλιαρούς.

Πρώτον βέβαια είναι οι θερμοί χριστιανοί. Οι θερμοί χριστιανοί είναι οι ζεστοί χριστιανοί. Ποιοι είναι αυτοί; Είναι αυτοί περί των οποίων ο Απόστολος Παύλος είπε ότι είναι το Πνεύματι ζέοντες. Είναι από το 12ο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους Επιστολής, στίχος 11. Και είχαμε την ευκαιρία όταν κάναμε την προς Ρωμαίους Επιστολή, αυτό το Πνεύματι το ζέοντες, να το αναλύσουμε.
Εδώ ο Απόστολος Παύλος μας λέγει, σας είχα πει τότε, στο κήρυγμα εκείνο, ότι το πνεύμα μας, δηλαδή οι εσωτερικές μας και πνευματικές μας δυνάμεις, οφείλουν να είναι γεμάτες και ποτισμένες από την θερμότητα του Αγίου Πνεύματος. Ή καλύτερα να διακρίνονται από τη φλόγα του θεϊκού ζήλου. Αυτό σημαίνει ότι όποιος χριστιανός κατορθώσει τα είδη των αρετών που ο Παύλος απαριθμεί, τότε προσελκύει την χάρι του Αγίου Πνεύματος και πυρακτώνεται απ’ αυτό, θερμαίνεται, δυναμώνει. Φωτοποιείται, και απαστράπτει σαν αστέρι φαεινό, λάμπει ολόκληρος. Να πως καταστρέφονται και εξουδετερώνονται οι προσβολές οι δαιμονικές. Κατακαίονται μόλις συναντήσουν την ψυχή ζέουσα από την χάριν του Αγίου Πνεύματος. Ενώ αντιθέτως εκείνος ο χριστιανός που δεν εργάζεται όπως πρέπει τις θείες αρετές, και δεν τηρεί το θέλημα του Θεού, αυτός ψυχραίνεται και σβήνει μέσα του η φλόγα της θείας χάριτος. Αυτό μας θυμίζει και άλλη προτροπή του Αποστόλου Παύλου που μας λέγει «το Πνεύμα μη σβένυται», που είναι από την πρώτη προς Θεσσαλονικείς Επιστολή, αυτό το «Πνεύμα μη σβένυται».
Ποιο όμως είναι αυτό το Πνεύμα που δεν πρέπει να σβήσουν οι πιστοί χριστιανοί διότι διαφορετικά ή ψυχροί θα καταντήσουν ή χλιαροί; Είναι η Θεια Χάρις! Είναι η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος! Όταν βαπτιστήκαμε στο όνομα της Αγίας Τριάδος, στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, πήραμε όλοι μας, ο καθένας χωριστά την χάρη του Αγίου Πνεύματος, την πήραμε, που η Χάρις αυτή είναι και φως, είναι και ζωή. Και λέγεται ζωή διότι όντως μας δωρίζει την αιώνια και μακαρία ζωή, κοντά στον Χριστό. Είναι δε και φως διότι διέλυσε τα σκοτάδια. Το σκοτισμένο μας νου, που κληρονομήσαμε απ’ τους προπάτορές μας, από τον Αδάμ και την Εύα. Είναι φως διότι εξακολουθεί να διαλύει τα σκοτάδια, όταν τα σκοτάδια της αμαρτίας σκοτίζουν το νού μας. Η λάμψις και η θερμότητα αυτού του φωτός διατηρείται αναμμένη όσο ο χριστιανός με την αγαθή του προαίρεση φροντίζει να τηρεί το θέλημα του Αγίου Θεού.
Που θα το βρούμε αυτό το θέλημα του Αγίου Θεού; Μέσα στο Ευαγγέλιο, μέσα στην Αγία Γραφή, μέσα στην Καινή Διαθήκη. Κάθε σελίδα της Καινής Διαθήκης είναι και ένας καθρέφτης! Εκεί μέσα βλέπουμε τι αξίζουμε! Ότι δεν αξίζουμε απολύτως τίποτα, και δεν είμεθα τίποτα! Και όμως υψώνουμε το ανάστημά μας, και πρώτος εγώ. Γίνεται αισθητή η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος! Όταν μελετάμε μετά θερμότητος και μετά ζήλου την Αγία Γραφή, όταν την μελετάμε για να μάθουμε. Και για να φωτισθούμε απ’ αυτήν. Ρίχνουμε στάχτη, πάνω σ’ αυτό το φως της Θείας Χάριτος. Βάζουμε μια βαρύ συννεφιά, βάζουμε βράχους, απάνω στο φως της Θείας Χάριτος, και πλακώνεται η καρδιά μας και βαραίνει! Και δεν μπορούμε να δούμε καθαρά το θείο θέλημα. Και δεν έχουμε δυνάμεις να το τηρήσουμε. Η εμμονή στην αμαρτία συστέλλει τη Χάρι. Τη σπρώχνει πολύ στο βάθος της καρδιάς, και ο άνθρωπος σκληραίνει. Πώς επανέρχεται η Χάρις; Με την ειλικρινή μετάνοια! Και τα καυτά της δάκρυα. Με την μετάνοια λένε οι Πατέρες αναζωπυρώνεται και πάλιν ως πνοή ζωογόνος, ως σπινθήρας της Θείας Χάριτος, που παραμένει στο βάθος της καρδιάς κάθε βαπτισμένου χριστιανού, και τότε ο χριστιανός με δύναμη πολλή αλλά και προθυμία αρχίζει να εκτελεί τις θείες εντολές. Έτσι ξαναφωτίζεται, έτσι ξαναζωογονείται ο σκοτισμένος νούς, και όλος ο άνθρωπος πυρακτώνεται από την Θείαν Χάριν.
Λοιπόν μοιάζουν οι θερμοί χριστιανοί σαν το καζάνι που βράζει, που έχει μέσα νερό βραστό. Ζεστοί χριστιανοί, θερμοί χριστιανοί, είναι εκείνοι που έχουν πίστη ως κόκκο σινάπεως, τόσο μικρό, ο σπόρος σινάπεως είναι μικρούτσικος, πάρα πολύ μικρός, αλλά άμα έχουμε τόση πίστη λέγει ο Κύριος, τότε μπορούμε να πούμε σε ένα βουνό «σήκω από δω και πήγαινε εκεί» και θα πάει. Με πίστη σαν κόκκο σινάπεως κάνουμε θαύματα. Μετακινούμε όρη. Εξαφανίζουμε τα όρη και τους όγκους των παθών. Οι Πατέρες το λένε, όχι εγώ. Θερμοί ήσαν οι προφήτες! Θερμοί ήσαν οι Απόστολοι. Θερμοί και ζηλωταί ήσαν όλοι εκείνοι για τους οποίους είπε ο Κύριος ότι ο ζήλος του οίκου σου κατέφαγέ με. Ζηλωτής θερμότατος ήταν ο Απόστολος Παύλος, αλλά βέβαια πάνω απ’ όλα και πρώτο υπόδειγμα για μας θείας θερμότητος ήταν ο Χριστός και ο Σωτήρας μας. Διότι σ’ αυτόν εφαρμόσθη πλήρως η προφητεία του ψαλμωδού, «ο ζήλος του οίκου σου κατέφαγέ με». Ήταν τόσο θερμός που δεν υπέφερε να βλέπει την ασέβεια και την αμαρτία να κυριαρχούν μέσα στο Ναό του Σολωμόντος, γι’ αυτό έφτιαξε φραγγέλιο με τα χέρια Του και είπε εκείνο το περίφημο, ότι «μη ποιείτε τον οίκον του πατρός μου οίκον εμπορίου και σπήλαιον ληστών». Χριστιανοί που έχουν ένα τέτοιο ζήλο, είναι θερμοί. Η Παναγία βέβαια να μας βοηθήσει όλους μας.

Δεν ήρθαμε ακόμα στους χλιαρούς, θα έρθουμε και σ’ αυτούς. Πριν έρθουμε όμως σ’ αυτούς πρέπει να δούμε την δεύτερη κατηγορία των χριστιανών. Τους ψυχρούς χριστιανούς. Το θερμόμετρο έχει πέσει πολύ σ’ αυτούς. Μοιάζουν σαν τα παγόβουνα του Βορείου Πόλου. Νεκροί στο πνεύμα. Κι όταν πέσει το θερμόμετρο, ο άνθρωπος που για να ζήσει έχει ανάγκη μιας θερμοκρασίας, κρουσταλλιάζει. Όταν δεν υπάρχει η πνευματική θερμοκρασία, η θερμότητα του Παναγίου Πνεύματος μέσα στον άνθρωπο, ο άνθρωπος είναι νεκρός. Είναι αυτοί περί των οποίων ο Κύριος είπε ότι στους εσχάτους καιρούς, ψυγήσεται η αγάπη των πολλών, η αγάπη θα γίνει σαν τον πάγο. Είμαστε αδιάφοροι, και ψυχροί, και σκληροί στον πόνον του άλλου, όποιος και αν είναι αυτός. Δεν λέτε που μερικές φορές και χαιρόμαστε όταν αυτός που μας έκανε κακό, πάθει κακό! Ψυγείο λοιπόν γίνεται η αγάπη. Κατάψυξη μάλλον. Και άμα όμως μερικά παιδιά που έχουν κλειστεί στα ψυγεία και τάχουν αναφέρει κατά καιρόν οι ειδήσεις με τα παιχνίδια τους, ή μέσ’ στον καταψύκτη που κλείστηκαν για να κρυφτούν, παίζοντας το κρυφτούλι, πάγωσαν τα παιδιά, πέθαναν. Ακριβώς λοιπόν έτσι κάμνει και ο διάβολος. Προσπαθεί να μας βάλει στο ψυγείο του, στην κατάψυξή του. Κατεψυγμένοι χριστιανοί οι περισσότεροι από μας, χωρίς μόριο πνευματικής ζωής, τίποτα, γυρίστε έξω και δείτε μια ματιά. Πόσοι εκκλησιάζονται; Πόσοι εξομολογούνται; Πόσοι κοινωνούν; Πόσοι προσεύχονται; Πόσοι μελετούν; Πόσοι τηρούν τις εντολές; Πόσοι καλλιεργούν τις αρετές; Πόσοι έχουν φόβον Θεού; Ευλάβεια, καλοσύνη, αγάπη; Υπομονή, πίστη, πόσοι έχουν; Τέτοιοι υπήρχαν πάντοτε, και θα υπάρχουν.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος όταν τους έβλεπε μέσα στην εκκλησία, εταράζετο. Και τους έβλεπε! Είχε φοβερό μάτι. Το μάτι της καρδιάς του μπορούσε να διαβάζει τις άλλες καρδιές. Τους ήλεγχε!. Βλέπω λέει κάτω στο βάθος κάποιον να χασμουριέται. Επί λέξει τα λέει αυτά. Μάλιστα! Χασμουριέται! Και τον ρώτησε: Θα χασμουριόσουν μπροστά στην βασίλισσα; Α, όταν στέκεσαι μπροστά της και θαυμάζεις την ομορφιά της, και θαυμάζεις την βασιλική της μεγαλοπρέπεια, την κοιτάζεις όχι μόνον στα μάτια και δεν χασμουριέσαι, αλλά έχεις ανοίξει και το στόμα σου μια πιθαμή. Εδώ όμως χασμουριέσαι! Τι είναι η βασίλισσα στο κάτω κάτω; Εδώ είναι τα λόγια του Κυρίου! Εδώ είναι το Ευαγγέλιο! Εδώ είναι ο Γολγοθάς! Εδώ είναι το Αίμα του Θεανθρώπου! Και συ χασμουριέσαι; Αυτά είναι λόγια του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Σε ώρα προσευχής δεν επιτρέπεται να χασμουριόμαστε. Αν κοιτάξεις μέσα στην εκκλησία, πολλοί χασμουριόνται. Είναι αδιάφοροι. Σημεία των καιρών. Οι μοναχοί και οι ασκηταί και οι ερημίτες μας λένε, ότι όταν χασμουριέται ο άνθρωπος όχι από κόπωση και κούραση, γιατί υπάρχει βέβαια και αυτό που μας προκαλεί το χασμουρητό, σημαίνει ότι δεν υπάρχει ενδιαφέρον. Όταν δεν έχει ζωηρό ενδιαφέρον ο άνθρωπος χασμουριέται. Όταν όμως τον κινεί η περιέργεια, και έχει ενδιαφέροντα, τότε δεν χασμουριέται. Βρίσκεται σε κίνηση. Σε εγρήγορση. Αυτό δείχνει και το παράδειγμα που μας ανέφερε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Λέγει και άλλα πολύ σκληρότερα. Τα έλεγε από του άμβωνος. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Και μάλιστα τα έλεγε μέσα στην εκκλησία.
Υπάρχει βέβαια και μια αντίληψις, την οποίαν την είδα στο Άγιον Όρος, και γω την χρησιμοποιώ, όταν χασμουριόμαστε να κάνουμε το σημείον του Σταυρού. Γιατί λέει, γιατί μπαίνουν τα δαιμόνια απ’ το στόμα. Μας τα παραλέει ο παπάς, θα πουν μερικοί. Ε, δεν είπα βέβαια τέτοιο πράγμα, διότι υπάρχουν και χασμουρητά που προέρχονται από την κούραση, από την αϋπνία, από φυσική κάμψη και αδυναμία, και τόσα άλλα, τα οποία βέβαια και χαρακτηρίζονται και αδιάβλητα πάθη. Πρόκειται όμως για κείνο το χασμουρητό που φέρνει ο πειρασμός. Περνάν τα Άγια. Ως τον Βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι. Πάντων ημών, μνησθίει Κύριος Ο Θεός, φωνάζουμε. Και εκείνη την ώρα κάποιος χασμουριέται. Αυτό είναι δαιμονικό. Είναι πειρασμικό. Τελούμε την Θεία Λειτουργία. Έρχεται η ώρα του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων. Αν χασμουρηθείς εκείνη την ώρα είναι δαιμονικό. Είναι πειρασμικό. Σταύρωσε το στόμα σου, και ζήτησε το έλεος του Θεού.
Κάποιος ιερεύς, πιστεύω να σας τόχω πει σαν παράδειγμα, σαν ζωντανή ιστορία στα λειτουργικά κηρύγματα που κάναμε τότε, κάποιος ιερεύς λοιπόν, ο οποίος φαίνοται, βαριόταν που έκανε τη Θεία Λειτουργία, χασμουριόταν πολύ τακτικά. Και έτσι ένα Σάββατο, που λειτουργούσε, ήταν δυο τρείς χριστιανοί μονάχα, ο ψάλτης και ο νεωκόρος. Έφτασε η στιγμή του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων και δώστου το χασμουρητό, και δώστου το χασμουρητό. Εκείνη την ώρα λοιπόν, τρώει ένα φοβερό μπάτσο, πάααφ, στο μάγουλο, που έπεσε κάτω,
- Ε φτάνει πια! ακούστηκε μια φωνή,
Δεκαπέντε είκοσι μέρες ήταν σημάδια πάνω στο μάγουλό του. Από τότε απέκτησε πνεύμα ζωντάνιας, μέχρι που να πεθάνει πιστεύω να κλαίει, γιατί είναι ζωντανός ακόμα.
Μέχρι που να πεθάνει θα κλαίει. Όταν έρχεται αυτή η στιγμή, κλαίει.

Αλλά η ώρα πέρασε.
Έτσι λοιπόν, στο άλλο κήρυγμα θα συνεχίσουμε, με τους χλιαρούς πλέον, που ανήκουμε οι περισσότεροι σ’ αυτήν την κατηγορία, γιατί δεν είμαστε ούτε θερμοί, ούτε ψυχροί, αλλά χλιαροί, χριστιανοί των περιστάσεων και των εκπτώσεων, θα τα πούμε λοιπόν συν Θεώ την άλλη Πέμπτη.

___________________________________

Το απόσπασμα από την Αποκάλυψη

14 Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ ἀμήν, ὁ μάρτυς ὁ πιστὸς καὶ ἀληθινός, ἡ ἀρχὴ τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ·
15 οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρὸς ἦς ἢ ζεστός.
16 οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου.
17 ὅτι λέγεις ὅτι πλούσιός εἰμι καὶ πεπλούτηκα καὶ οὐδενὸς χρείαν ἔχω, - καὶ οὐκ οἶδας ὅτι σὺ εἶ ὁ ταλαίπωρος καὶ ὁ ἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός, -
18 συμβουλεύω σοι ἀγοράσαι παρ' ἐμοῦ χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρὸς ἵνα πλουτήσῃς, καὶ ἱμάτια λευκὰ ἵνα περιβάλῃ καὶ μὴ φανερωθῇ ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου, καὶ κολλύριον ἵνα ἐγχρίσῃ τοὺς ὀφθαλμούς σου ἵνα βλέπῃς.
19 ἐγὼ ὅσους ἐὰν φιλῶ, ἐλέγχω καὶ παιδεύω· ζήλευε οὖν καὶ μετανόησον.
20 ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ' αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ' ἐμοῦ.
21 Ὁ νικῶν, δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ' ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου, ὡς κἀγὼ ἐνίκησα καὶ ἐκάθισα μετὰ τοῦ πατρός μου ἐν τῷ θρόνῳ αὐτοῦ.
22 Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.

_______________________________

Ιστορίες από τα κηρύγματα : http://agia-varvara2.blogspot.com/2010/12/blog-post_3221.html