Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2004

Κήρυγμα για τα Χριστούγεννα



190-α
(Μισό) Κήρυγμα για τα Χριστούγεννα . 19.12.2004

Και είναι πολύ φυσικό ο χριστιανός να δοξάζει τον Τριαδικό Θεό ως Πλάστη και Δημιουργό και Πατέρα του και να αντιδοξάζεται απ’ Αυτόν γιατί ενεργεί και συμπεριφέρεται όχι ως άνθρωπος του κόσμου αλλά ως παιδί του φωτός, ως παιδί του Θεού, αντάξιο της θείας του καταγωγής.
Τον λατρεύει, Τον αγαπά, Τον υπηρετεί, γίνεται κοινωνός θεότητος, γι’ αυτό και αξίως συμμετέχει στο τραπέζι της Θείας Ευχαριστίας. Αγωνίζεται θανατώνοντας την σάρκα του συν τοις παθήμασι αυτής. Περιφέρει νύχτα και μέρα, την δόξα του μεταμορφωμένου εν τω Θαβώρ Σώμα του Κυρίου Ιησού στο δικό του σώμα, γιατί κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων.
Πεινά και διψά όχι μόνον για δικαιοσύνη και την αλήθεια του Θεού, αλλά κυρίως όμως διψά για να δοξασθεί ο Πανάγιος Θεός και το Ευαγγέλιό Του.
Γυμνητεύει, διώκεται, μαρτυρεί αναιμάκτως, θλίβεται, πονά, κάθε μέραν αποθνήσκει για την αγάπη του Ιησού Χριστού.
Ναι χριστιανοί μου, για να φθάσει ο χριστιανός, σ’ αυτήν την δεδοξασμένη και θεία φωτοφόρα αυθυπέρβαση, χρειάζονται να περάσουν πολλά χρόνια. Να δοθούν σκληροί αλλά και νόμιμοι κατά Θεόν αγώνες, να προηγηθεί η κάθαρσις και ο αγιασμός ψυχής και σώματος, να συντριβεί το θεριομένο Εγώ μέσα του, να ταπεινώσει τους λογισμούς του, να νεκρώσει τις καλοθρεμένες αισθήσεις του, να μεταλλάξει τα πάθη του σε αρετές, με τις πολλαπλές ενέργειες του Παναγίου Πνεύματος.
Σ’ αυτόν και μόνον τον τρόπον ζωής βρίσκει ο χριστιανός την ειρήνη του, βρίσκει την ανάπαυσή του, την ελευθερία του, την ψυχοσωματική του ισορροπία, βρίσκει τον εαυτόν του, τον χριστοποιημένον εαυτόν του. Και έχει αποδειχτεί μέσα από τους βίους των αγίων, τα γεροντικά που τα διαβάζουμε τόσο τακτικά στις ημέρες μας και τα συναξάρια, ότι μόνον οι συντετριμμένη και η τεταπεινωμένη καρδία η απλή και άδολος δηλαδή καρδιά, αυτή και μόνον αληθινά μπορεί να λατρεύσει τον Θεόν, να δοξάσει τον Θεόν και να αντιδοξασθεί απ’ αυτόν. Μόνον οι απλές και ταπεινές ψυχούλες μπορούν να δεχτούν ότι ο σκοπός της ζωής τους δε βρίσκεται στο δικό τους θέλημα, στα δικό τους εγώ, αλλά μόνον στο Θεό.
Όταν λοιπόν ο καθένας από μας παρασυρθεί από τον διάβολο και τον εγωισμό του, αρνείται τον Θεόν, και περιφρονεί την δόξαν του. Δεν Τον ευχαριστεί, δεν Τον ευγνωμονεί, δεν Τον δοξολογεί. Είναι σα να φοβόμαστε όλοι μας, μήπως η δόξα του Θεού, αφαιρέσει τη δική μας δόξα. Γι’ αυτό και θέλομε να τρεφόμαστε διαρκώς από τις κολακείες, και τους επαίνους των συνανθρώπων μας. Όλοι θέλουμε να μας λένε μπράβο. Και αντί για φιλόθεοι, γινόμαστε φιλόσαρκοι, φιλόδοξοι, φίλαυτοι. Φτιάχνομε όλοι μας μια δική μας ηθική, κάνομε όλοι μας ένα δικό μας Ευαγγέλιο. Για ρωτήστε έξω τους χριστιανούς, και ρωτήστε τους τι πιστεύουν για το Ευαγγέλιο; Έχουν δικό τους Ευαγγέλιο. Κάνουν ένα δικό τους χριστιανισμό, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους. Στα μέτρα της φιλαυτίας και της φιλοδοξίας. Όλα για τη δόξα μας και μακριά ο Θεός και το Ευαγγέλιό Του. Εδώ βασίζεται ο λεγόμενος ουμανισμός. Αυτοδοξαζόμενος ο άνθρωπος αυτοθαυμάζεται, αυτοδοξάζεται, αυτολατρεύεται, αυτοθεώνεται. Αλλά να που ο άνθρωπος φεύγει, ως άνθος μαραίνεται, και ως όναρ παρέρχεται και μένει μόνος, έρημος, χωρίς στήριγμα, χωρίς ελπίδα και ιδιαίτερα όταν θα έλθει η στιγμή του θανάτου. Τότε είμεθα μόνοι μας! Μόνον αν δοξάζουμε με τη ζωή μας μπορούμε να μην είμεθα μόνοι μας. Διότι τότε θάχουμε για παρηγοριά τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους, την ίδια την Υπεραγία Θεοτόκο, και γιατί όχι, και Αυτόν που με τη ζωή μας μέχρι εκείνη τη στιγμή δοξάζαμε, δηλαδή τον Χριστόν.
Βυθισμένος λοιπόν ο άνθρωπος ο σημερινός, ο Νεοέλληνας Ορθόδοξος Χριστιανός, βυθισμένος στο σκοτάδι της αυτονομίας του, γρήγορα και εύκολα η αυτολατρεία του μεταβάλλεται σε ειδωλολατρία. Ώρα καλή τώρα, ο σημερινός παγανισμός και το Δωδεκάθεο, και να καταλήξει μετά απ’ αυτό και σε δαιμονολατρία.
Έτσι ο σημερινός άνθρωπος που αρνείται να λατρεύσει και να προσκυνήσει τον Θεόν μέσα από τα Πανάγια Μυστήρια, και την Σταυρωμένη Του Εκκλησία, γρήγορα υποδουλώνεται στα χείριστα των παθών, που είναι πιο ανελέητα από τους τυράννους και στο τέλος προσκυνά και τον ίδιο τον διάβολο.
Αφήσαμε τον Θεόν και λατρεύουμε τα κτίσματα. Περιφρονούμε τον Χριστόν και την Εκκλησία Του και λατρεύουμε τα είδωλα. Εγκαταλείπουμε την Τριαδική Χάρη και τους Αγίους και προσκυνάμε τους δαίμονες.
Πιστεύω όμως πως όλοι μας που σήμερα βρισκόμεθα σ’ αυτόν εδώ το Ναό, και εκκλησιαζόμαστε όπως και πολλοί άλλοι Ορθόδοξοι χριστιανοί, δοξάζομε καθημερινά το Θεό με τον εκκλησιασμό μας και τη Θεία Κοινωνία, με την μετάνοια και την Ιερά Εξομολόγηση, με την μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, με την προσευχή και τη Θεία Λατρεία, με την πίστη στη Τριαδικότητα του Αγίου Θεού και στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού, με την τιμή μας προς τις άγιες και ιερές εικόνες και την πίστη στα θαύματα των Αγίων, με την καλλιέργεια του ταπεινού φρονήματος και των άλλων αρετών, με την υπακοή μας στο θέλημα του Θεού, με το καντηλάκι μας στο σπίτι και το θυμιατό, με το κεράκι και το εικονοστάσι μας, με τον Τίμιο Σταυρό που κάνομε και την ευχούλα που λέμε, με τον μικρό και τον μεγάλο αγιασμό, όλα αυτά μαζί είναι δόξα και ευχαριστία προς τον Θεόν. Είναι όμως συγχρόνως και η αληθινή η αδιάκοπη Παράδοσή μας, είναι η Ορθοδοξία μας. Η ορθή δόξα – πίστις για τον Τριαδικό Θεό και τον σαρκωθέντα Υιό και Λόγο. Και η ορθή σωστή δοξολογία του Θεού είναι και η μέλλουσα αιώνια δόξα του ανθρώπου της οποίας η πρόγευσις αρχίζει από δω, από σήμερα, από τούτη τη στιγμή.
Η ομορφιά λοιπόν και τα κάλλη του Παραδείσου, η ξένη και νοερά έλλαμψις, και κάθε τι ουράνιο, όλα τα μακάρια και τα θεία πάθη, είναι πρόγευσις αθανασίας και της μελλούσης αιωνίου ζωής επαναλαμβάνω από σήμερα, από τώρα.

Χριστιανοί μου,
τα Χριστούγεννα που μας έρχονται σε πέντε μέρες, μας παρέχουν και πάλι την ευκαιρία, να δοξάσουμε οικογενειακώς, μαζί με τον σύντροφο της ζωής μας, τη γυναίκα μας ή τον άνδρα μας, τους γονείς μας και τα παιδιά μας, να δοξάσουμε την ενανθρώπηση του Θεού και Λόγου. Ο ανακλινόμενος και σαρκωθείς Θεός εν τη φάτνη της καρδίας ημών θα δώσει την ουράνια χαρά, να απολαύσουμε την θεϊκή του ειρήνη, και την Τριαδική Του ευδοκία.
Έτσι μας λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Και αυτό επαναλαμβάνω θα γίνει μονάχα, όταν με κατάλληλες σκέψεις και καλούς συλλογισμούς, με την μελέτη και την προσευχή, με την εξομολόγηση και τη Θεία Κοινωνία, κάνομε όλη μας την καρδιά φάτνη εντός της οποίας είθε να ανακλιθεί ο νεογεννηθείς Χριστός μέσα σ’ αυτήν, δηλαδή μέσα στην καρδιά μας,

Αμήν.

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2004

Η επτάριθμη πνευματική είσοδος του Χριστιανού και η πνευματική της καλλιέργεια



189-δ
Τα Εισόδεια της Θεοτόκου 2004

Σήμερα η Εκκλησία μας χριστιανοί μου, τιμά και εορτάζει την Είσοδο της Παναγίας μας εις τα Άγια των Αγίων.

Γι’ αυτήν την γιορτή και τη μεγάλη σημασία της έχομε μιλήσει αρκετές φορές στο παρελθόν. Το χίλια εννιακόσια ενενήντα εννιά (1999) είχαμε τονίσει, ότι στα Άγια των Αγίων εισήρχετο μία φορά το χρόνο ο Αρχιερεύς των Ιουδαίων, στο Ναό του Σολομώντος. Με την είσοδό Της όμως η Παρθένος Μαριάμ στο Ναόν του Θεού, εκεί στα ενδότερα του καταπετάσματος, κατέστη κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η ίδια τα Άγια των Αγίων, διότι μέσα στα σπλάχνα της και στην πάναγνη μήτρα της, διά Πνεύματος Αγίου, μία και μόνον φορά, άπαξ των αιώνων εισήλθε ο μοναδικός και αιώνιος Αρχιερεύς, ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Χριστός.
Εκεί μέσα στο Ναό για δώδεκα ολόκληρα χρόνια υπηρετείτο η Παναγία από αγγέλους που την τροφοδοτούσαν με ουράνια τροφή. Τροφή που ήταν ανώτερη από το πολυθρύλητον μάννα, και από εκείνην με την οποία ετρέφετο ο Προφήτης Ηλίας, ή από εκείνην που κατά καιρούς ετρέφοντο όσιοι αναχωρητές, ησυχαστές και ερημίτες.

Επίσης τονίσαμε και την δική μας είσοδο στα Άγια των Αγίων, που πραγματοποιείται
πρώτον με την είσοδό μας κάθε Κυριακή και μεγάλη γιορτή στους ιερούς ναούς, για εκκλησιασμό, για Θεία Λατρεία, για Θεία Κοινωνία.
Δεύτερον, με την πνευματική μας είσοδο στην κολυμβήθρα των δακρύων, στο λουτρό δηλαδή της Ιεράς Εξομολογήσεως και μετανοίας.
Τρίτον στη μυστική μας είσοδο στο ταμείον του δωματίου μας, για τις δικές μας ατομικές προσευχές, του Αποδείπνου και των Χαιρετισμών, του Μεσονυχτικού, των Παρακλήσεων, των κομποσχοινίων, των μετανοιών και άλλων προσευχών.
Τέταρτον, στην Ευαγγελική μας είσοδο για μελέτη της Αγίας Γραφής, των βίων των αγίων, των γεροντικών και άλλων πνευματικών βιβλίων.
Πέμπτον, στην πλέον ωφέλιμη είσοδο του νοός, στον πνευματικό χώρο της καρδιάς μαζί με την ευχούλα, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν».
Έκτον, στην απρόσκοπτη και υπερφυά προσωπική μας είσοδο, στην χώρα των πτωχών τω πνεύματι, και των καθαρών τη καρδία, εκεί που αντικρύζουμε εκστατικοί με τα μάτια της ψυχής μας και εν Χριστώ Ιησού, το φως το αληθινόν, το εράσμιον και ανέσπερον και τούτο «καθώς εστί».
Και τέλος τον έβδομον τρόπον εισόδου, που δεν είναι άλλος από την πράξιν και την τήρηση των Ευαγγελικών εντολών και την αντίστοιχη καλλιέργεια των θειοτάτων αρετών.

Έτσι λοιπόν χριστιανοί μου, βλέπουμε ότι δεν μπορούμε, πρώτον, να περιφρονούμε την Θεία Λειτουργία της Κυριακής και κάθε μεγάλης γιορτής, εμείς, πού είμαστε Ορθόδοξοι χριστιανοί, Νεοέλληνες Ορθόδοξοι χριστιανοί, και δι’ αυτής την Θείαν Κοινωνίαν, αφού ο Κύριος μας βεβαιώνει, ότι «ο τρώγων μου την Σάρκαν και πίνων μου το Αίμα, εν εμοί μένει και γω εν αυτώ. Ούτος ζει αιωνίως, έχει ζωήν αιώνιον, και ούτος φέρει καρπόν πολύν».

Δεν μπορούμε, δεύτερον, να περιφρονούμε, την κολυμβήθρα των δακρύων, διότι είναι πηγή σωτηρίας, μέσα από το μυστήριον της Ιεράς Εξομολογήσεως. «Μετανοείτε», ήταν τα πρώτα λόγια του Κυρίου μας, όταν έκαμε την έξοδο ή την είσοδό Του εις τον κόσμον.
«Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών», και η εντολή του εις τους Αποστόλους, και δια των Αποστόλων εις τους διαδόχους, και εις τους διαδόχους των διαδόχων, μέχρι και σήμερα και εις τους αιώνας, το «αν τινών αφείτε τας αμαρτίας αυτών, αφίενται αυτοίς, αν τινών κρατείτε, κεκράτεινται».

Τρίτον, δεν μπορεί να περιφρονήσεις εσύ, που είσαι Ορθόδοξος Χριστιανός, την καθημερινή σου ατομικήν προσευχή, δηλαδή την πνευματική σου κοινωνία μετά του Αγίου Θεού, διότι η εντολή του Αγίου Θεού είναι «αδιαλείπτως προσεύχεσθε», και όταν θέλεις να προσευχηθείς, είσελθε εις το ταμείον σου, και κει να προσευχηθείς, και ο Θεός, «ο βλέπων σοι εν τω κρυπτώ, αποδώσει σοι εν τω φανερώ». Άλλωστε, «αιτείτε δια της προσευχής, και δοθησεται ημίν, κρούετε και ανοιγήσεται»,

Τέταρτον, δεν μπορούμε να περιφρονήσουμε, την Αγία Μελέτη του Λόγου του Θεού, διότι μέσα στο Ευαγγέλιο υπάρχει η αλήθεια της Θείας Αποκαλύψεως, ότι δηλαδή ο Χριστός είναι το φως το αληθινόν. «Εγώ ειμί το φως του κόσμου», διεκήρυξεν ο ίδιος, και την Σαμαρείτιδα την διαβεβαιώνει ότι «εγώ ειμί ο λαλών σοι», δηλαδή ο Μεσίας, ο Χριστός, ο Σωτήρας του κόσμου.
Ναι αδελφοί μου και τέκνα εν Κυρίω, το Ευαγγέλιο μας αποκαλύπτει την διπλή φύση του Χριστού, το ομοούσιον με τον Πατέρα Του, τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, μας φανερώνει δηλαδή και μας αποκαλύπτει, και εκεί μέσα γνωρίζουμε, εν Πνεύματι Αγίω, την Τριαδικότητα του Θεού, ότι ο Θεός, είναι ένας αλλά Τριαδικός, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα.
Τα λόγια του Θεού χριστιανοί μου, στην Καινή Διαθήκη είναι «ρήματα αιωνίου ζωής».

Πέμπτον, ούτε πάλι μπορούμε να περιφρονήσουμε ή να ειρωνευθούμε την νοερά προσευχή, την καρδιακή νοερά προσευχή που λέγεται με τις πέντε εκείνες λεξούλες, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», διότι εντός της καρδίας η Βασιλεία του Θεού. Διαβεβαίωσις του ιδίου του Κυρίου ότι η Βασιλεία του Θεού ότι η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί. Μέσα δηλαδή στην καρδιά μας είναι η Βασιλεία του Θεού, και όποιος έχει καθαρό και αμόλυντο το νου, εύκολα την βρίσκει. Πρώτα την αναζητά, την ψάχνει εναγωνίως, με τον ισχυρό τηλεφακό της ευχούλας, δηλαδή με το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», την ανακαλύπτει, και ύστερα θρονιάζεται πάνω σ’ αυτήν. Και λέγω θρονιάζεται, γιατί θρόνος του Θεού είναι η καρδιά μας, ως κέντρον υπερφυσικόν. Δηλαδή ο ενδιάθετος λόγος λέγει από μέσα του την ευχή, και ο νους χωρίς πλέον φαντασίες και μετεωρισμούς, χωρίς ιδέες και εικόνες, χωρίς λογισμούς και σκέψεις εναγκαλίζεται και αφομοιώνει την ευχή που λέγεται με πόνο, με κόπο, με βία πνευματική, και πληρούμενος ο καθαρός νους, από το εράσμιο φως της θείας χάριτος σε μία ενιαία και αδιαίρετη Τριαδική ενότητα, θρονιάζεται στην καρδιά. Και τότε η καρδιά από μόνη της φωνάζει και λαλεί με πολύ φυσικό τρόπο εκείνη την ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».

Έκτον, δεν μπορούμε και ως Ορθόδοξοι χριστιανοί, να περιφρονούμε την τήρηση των Ευαγγελικών εντολών αφού η προτροπή του Κυρίου είναι «τήρησον τας εντολάς». «Εάν αγαπάτε Με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε». Και πρώτη μεγάλη εντολή είναι «αγαπήσεις Κύριον τον θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου» και δευτέρα εντολή ομοία της πρώτης, «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Όχι τον καλόν συνάνθρωπόν σου, όχι τον καλόν φίλον και γείτονα και συγγενή, αλλά τον εχθρόν σου, διότι «αγαπάτε τους εχθρούς ημών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς», «ευλογείτε και μη καταράσθε, κι αν ο εχθρός σου πεινά ψώμιζε αυτόν, και αν διψά πότιζε αυτόν, και πολλές άλλες εντολές αγάπης.
Επίσης δεν μπορούμε να περιφρονούμε τις πράξεις των εντολών του Θεού, διότι δια των αγαθών μας έργων, και δη των έργων της μετανοίας, αποδεικνύουμε την πίστην μας.
Τα έργα μας ως εφαρμογή των εντολών της αγάπης, είναι απόδειξις της πίστεώς μας στον ένα Τριαδικό Θεό. «Πίστις άνευ έργων νεκρά εστί, ομολογεί η Αγία Γραφή». Τα δε έργα φιλανθρωπίας που είναι τόσα πολλά ιδίως τον καιρό της μεγάλης Τεσσαρακοστής και των Απόκρεω, τα έργα αυτά που γίνονται χωρίς την Ορθόδοξη πίστη, είναι έργα κενοδοξίας και σκέτης υποκρισίας. Μα θα μου πείτε, δεν λέγει ο Θεός, «μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται»; Ναι, σωστά, και το λέγει και είναι η εντολή του Θεού. Αλλά ο ελεήμων πρέπει να έχει αγάπη και Ορθόδοξη πίστη. Και η προσφορά της ελεημοσύνης του να γίνεται εν τω κρυπτώ, και «μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου» και η καρδιά σου και η καρδιά του να είναι γεμάτη από καλοσύνη διότι «ιλαρόν δότην αγαπά ο Θεός». Και όταν λέμε «Ορθόδοξη πίστη πρέπει να έχει αυτός που ελεεί», εννοούμε πίστη στην Τριαδικότητα του ενός Θεού, πίστη στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού, πίστη στο κοσμοσωτήριον έργο Του, πίστη στην Παναγία μας ως Θεοτόκον, ως Θεομήτορα, και ως Αειπάρθενον, πίστη εις την Ανάσταση του Χριστού, στην ανάσταση των νεκρών, στην Δευτέρα Του Παρουσία και στη δικαία Του Κρίση. Στον Παράδεισο και στην αιώνια Κόλαση. Πίστη στα επτά μυστήρια της Εκκλησίας μας, πίστη στους Αγίους και στα θαύματα, πίστις εδώ, πίστις εκεί, πίστις παντού.

Και τέλος έβδομον, δεν μπορούμε να καταφρονήσουμε, την ισόβιο καλλιέργεια του ταπεινού φρονήματος, διότι «Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι την χάριν και πας ο ταπεινών εαυτόν εκείνος υψωθήσεται και εκείνος σωθήσεται». Μόνο με τη ταπείνωση και χωρίς κανένα έργο ο άνθρωπος σώζεται και μάλιστα δωρεάν. Η ταπείνωσις χαρίζει και προσφέρει όλες τις δωρεές του Θεού και όλα τα αγαθά του Θεού όλα τα ουράνια αγαθά, διότι φορά τη στολή της θεότητος, δηλαδή τον Χριστόν. Μας σώζει η ταπείνωσις και η καθαρή καρδιά μας και όχι τα έργα μας, διότι δεν πιστεύουμε στην εργοσωτηρία, αλλά στην θυσία του Χριστού που μας θεώνει.

Χριστιανοί μου,
αν καταφέρνουμε κάθε μέρα, να πραγματοποιούμε, με την βοήθεια και την Χάρη του Χριστού μας, την επτάριθμον αυτήν είσοδο, τότε ασφαλώς, θα πραγματοποιηθεί και η τελευταία μεγάλη είσοδός μας, μαζί με τον Χριστόν, όπως μας το τόνισε το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, δηλαδή την είσοδό μας στα Άγια των Αγίων, της Άνω Ιερουσαλήμ, στην αιώνια πόλη της Τρισηλίου θεότητος, στην Βασιλεία των Ουρανών, αυτή μας περιμένει, αυτήν σας εύχομαι, αυτή να εύχεσθε και σε μας τους ιερείς,

Αμήν.

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2004

Πώς η αγάπη οδηγεί στη μετάνοια, στη κάθαρση, στό φώς και στη σωτηρία.



189-γ
Κυριακή Η Λουκά 2004

Σήμερα αδελφοί μου ακούσαμε στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα την παραβολή του καλού Σαμαρείτου.
Είχαμε και την ευκαιρία στα πολλά χρόνια που είμαστε εδώ μαζί, πολλές φορές να αναφερθούμε σ’ αυτήν. Εδώ βλέπουμε στην πλήρη εφαρμογή της, την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον. Τον οποιονδήποτε πλησίον. Ακόμα και τον εχθρόν μας. Ακόμα και στον αλλόθρησκο, ή το λαθρομετανάστη.
Η αγάπη του Θεού δεν έχει όρια και στρέφεται με την ίδια στοργή προς όλους τους ανθρώπους. Και προς τους πονηρούς και προς τους αγαθούς. Και στους καλούς και στους κακούς. Και στους δικαίους και εις τους αδίκους. Και στους άσπρους και στους μαύρους.
Ζητά όμως και μιαν άλλην αγάπη. Που στρέφεται όχι μόνον προς τη γυναίκα σου, ούτε προς τον άνδρα σου, ούτε προς τους γονείς, ούτε προς τα πεθερικά, ούτε προς τα παιδιά τα κατά σάρκαν τέκνα, ούτε προς τους κατά σάρκαν αδελφούς, και τους λοιπούς οικείους και συγγενείς, ούτε προς στους γείτονας και στους φίλους, αλλά κυρίως αυτή η αγάπη στρέφεται προς την ψυχήν σου.
Διότι αυτή είναι πληγωμένη και θέλει γιατρό και θεραπεία. Αυτήν κατατραυμάτισαν οι ληστές των παθών, και τώρα αποζητά βοήθεια, γιατρειά και φάρμακα. Αιμορραγεί η ψυχή σου, δεν την βλέπεις, κρυώνει, πεινάει, διψάει, και συ αδιαφορείς; Γιατί δεν αρπάζεις την κατατραυματισμένη και χιλιοκουρελιασμένη ψυχή σου, για να τρέξεις για εισαγωγή στο μεγάλο θεραπευτήριο της Εκκλησίας και εκεί να σωθεί; Να γιατρευτεί, να ορθοποδήσει, να αποκτήσει φτερά ουράνια, για να βρεθεί αιώνια ασφαλής στην μεγάλη αγκαλιά του Θεού Πατρός;
Χριστιανοί μου,
όλοι μας είμεθα αμαρτωλοί και πρώτος εγώ. Αμαρτωλοί και σκλάβοι των παθών μας, αμαρτωλοί και ασθενείς, από τις κακίες μας, τις πολλές κακίες, και τις πολλές πονηριές μας. Αμαρτωλοί και αξιολύπητοι, αφού δεν θέλουμε να βρούμε την γιατρειά μας, την υγεία της ψυχής μας.
Και το μεγαλύτερο κακό για τον χριστιανό, τον Ορθόδοξο χριστιανό, είναι στο να μην συνειδητοποιεί ότι είναι αμαρτωλός, πολύ αμαρτωλός. Η σωστή συναίσθησις της αμαρτωλότητος οδηγεί τον χριστιανό στην μετάνοια, και η αληθινή μετάνοια είναι αυτή που χαρίζει την υγεία της ψυχής.
Κατόπιν την ψυχούλα μας την τρέφουμε με το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χριστού, και την συντηρούμε με την Θεία Λατρεία, την Ιερά Εξομολόγηση, την προσευχή, την μελέτη των Γραφών, τους βίους των Αγίων και τα Γεροντικά. Την συντηρούμε την ψυχή μας, με την εγκράτεια, με την νίψη και την προσοχή – που δεν διαθέτουμε – με την τήρηση των εντολών που παραμελούμε και την υπομονή στους πειρασμούς της ζωής που δεν έχουμε. Και με πλήθος άλλων ασφαλώς ιερών πολλών υποχρεώσεων.
Αυτό σημαίνει ότι όταν η μετάνοιά μας γίνει το καθημερινό ένδυμα της ψυχής, - μας λένε οι Πατέρες – και πολυκαιρίζει η καθαρά προσευχή, τότε σιγά σιγά φωτίζεται ο νούς, και οι ακτίνες θεϊκής ελλάμψεως εισέρχονται στην καρδιά, και εκεί την φωτίζουν ολόκληρη. Όλος ο άνθρωπος μέσα και έξω γίνεται φώς.
Και όσο καταπολεμούμε τα πάθη, τηρώντας τις Ευαγγελικές εντολές, και επιμένουμε στην καθημερινή προσευχή με πολλή μετάνοια, και όσο μεγαλώνουν οι κόποι και αυξάνουν τα δάκρυα, τόσο και πιο πολύ λαμπροφορείται η καρδιά μας.
Και όσο περισσότερο καθαρό φαίνεται το πανένδοξο και σωτήριο όνομα του Ιησού Χριστού μέσα στην καρδιά μας, τόσο και καθαρότερο φαίνεται, και όσο πιο καθαρό φαίνεται, τόσο και πιο πολύ αγαπιέται.
Γι’ αυτό το θείον φως μέσα στην καρδιά μας που κατέρχεται και καταλαμβάνει την καρδιά, είναι το πρώτο φως του Αγίου Βαπτίσματος που έχουμε μιλήσει και άλλη φορά.
Δεύτερο φως καταλαμβάνεται από την αγάπη προς την Εκκλησία και τον πνευματικό πατέρα,
και τρίτον το φώς του Χριστού, με το πανάγιον όνομά Του χαραγμένο πάνω στην καρδιά.
Και όσο αυξάνεται η αγάπη, τόσο και μεγαλώνει αποτελεσματικά η κάθαρσις από τα πάθη, και από τα ποικίλα μολύσματα της βλακώδους κενοδοξίας.
Και όσο ο ψυχοσωματικός άνθρωπος καθαρίζεται από τις κακίες, τις πονηριές, τις αδικίες και από το πύον της αμαρτίας και από κάθε μολυσμό σαρκός και πνεύματος και ιδιαίτερα από τους βλάσφημους λογισμούς και από τις αισχρές φαντασιώσεις, τόσο και φωτίζεται ο νους και διδάσκεται απλανώς στο να μπορεί να διακρίνει το καλό από το κακό, το δίκαιο απ’ το άδικο, το ψέμα απ’ την αλήθεια, το φως απ’ το σκοτάδι.
Τραγική όμως η αλήθεια, αλλά κατορθωτή.
Χρειάζεται κόπος πολύς, και έτσι θα ματώσουμε για να ξεριζώσουμε ένα πάθος, μια αδυναμία, ένα ελάττωμα, ένα κουσουράκι, ναι ένα κουσουράκι, θα ματώσουμε για να το βγάλουμε κι αυτό, μια ιδιοτροπία για να την εξαλείψουμε, - και γι’ αυτήν θα ματώσουμε – πρέπει να σκύβουμε το κεφάλι με ταπείνωση και υπακοή πολλή.

Ναι αδελφοί μου,
θα ματώσουμε για να ξεριζωθούν ο εγωισμός, η υπερηφάνεια, η φιλαυτία και κάθε αμαρτωλή απρέπεια και ανυπακοή.
Είναι όμως πολύ μεγάλο και αξιοθαύμαστο γεγονός, μέσα στην ασέληνη νύχτα και στο βαθύ σκοτάδι των παθών μας, να δεχτούμε ελλάμψεις θείου φωτός, - γιατί κι αυτές για μας είναι.
Τότε θα πλημμυρίσουμε από ποταμούς δακρύων, και θα γεμίσουμε από κατάνυξη και συντριβή. Και μόνον τότε θα στεριώσει η πίστις, θα θερμανθεί η αγάπη, θα βεβαιωθεί η ελπίδα της σωτηρίας, θα βασιλεύσει η ειρήνη στην καρδιά. Και θα γεμίσει η ψυχή σου, και η ψυχή σου, και η ψυχή σου, και η ψυχή μου, και η ψυχές όλων μας από ανέκφραστη θεϊκή ευχαριστία και δοξολογία.
Μόνον φρόντισε να μην χορτάσεις ποτέ από τα δάκρυα της μετανοίας. Αυτά σου φέρνουν πάντοτε τα δώρα του ουρανού, αυτά που λέγονται χαρίσματα και Τριαδικές δωρεές. Από κει η ταπείνωσις, από κει το πένθος, από κει η πραότητα και η αγνότητα, και η υπομονή και η καθαρότητα, από κει η ενεργουμένη αγάπη, και η κρυφή ελεημοσύνη και η καθαρά νοερά καρδιακή προσευχή.
Μόνον σε παρακαλώ να μετανοείς κάθε μέρα και να πενθείς, για τις μικρές ή και για τις μεγάλες αμαρτίες, για τις ασήμαντες – που τις θεωρείς ασήμαντες – ή ακόμα και τις πιο βαριές. Για τις θανάσιμες και τις συγγνωστές. Έτσι ευδοκιμεί, καταδέχεται και έρχεται η Θεία Χάρις, και σε σένα έρχεται η Θεία Χάρις, και σε σένα έρχεται, και ήλθε, και σε σένα που είσαι ο μικρός αμαρτωλός, αλλά και σε μένα που είμαι ο μεγάλος αμαρτωλός, ο σερνάμενος σκώληκας, το χαμένο τούβλο.
Αλλά η Θεία Χάρις όμως είναι για όλους μας και έρχεται γεμάτη έλεος και φως, και μας γεμίζει από ελπίδα και κατάνυξη, συντριβή και ταπείνωση, συγγνώμη και υπακοή.
Όταν ο νους μας χριστιανοί μου, χαριτωθεί από αληθινή μετάνοια, τα μυστήρια και τις εντολές, τότε βλέπει εν αισθήση ψυχής το φως της Θεϊκής ζωής. Αλήθεια, δεν το είδατε ποτέ;
Λαμπρυνόμενος ο νους ανέρχεται αναβάσεις, προς τα κεκρυμμένα μυστήρια του Αγίου Θεού, γι αυτό ζεις και ζω και ζούμε, γι’ αυτήν την θεϊκήν αποκάλυψην. Για να αποκτήσει ο νους μας θεογνωσία, και διάκριση πνευμάτων και λογισμών και καταστάσεων καρδίας, ακόμα δε και νοημάτων, δηλαδή, η πνευματική όρασις του νου να βλέπει το φως της ζωής, το φως του ουρανού. Η ακοή η πνευματική αποκτά τότε σύνεση προς όλα τα πράγματα της ζωής, και ακούει, στήνει αυτί, με πολλή υπομονή, στα βάσανα τα πολλά της κάθε πονεμένης ψυχής.
Η πνευματική αφή πάλι της καρδιάς, συγκρατεί τον θυμό, κυριαρχεί στο λογικό και χαλιναγωγεί την επιθυμία. Σώμα και αισθήσεις είναι πλέον απαθείς.
Ιδού χριστιανοί μου το τελικό στάδιο των πνευματικών αγώνων μας, και ο τελικός σκοπός της ζωής μας, ο φωτισμός του νου, η κάθαρσις από τα πάθη, ο αγιασμός των αισθήσεων, η βεβαιωμένη ελπίδα της σωτηρίας, η ενθρόνισις της Αγίας Τριάδος στην καρδιά μας.
Δεν ήρθαμε εδώ και δεν γίναμε χριστιανοί για να γίνομε καλοί άνθρωποι, ούτε να γίνουμε καλοί χριστιανοί, αλλά για να θεωθούμε, για να βιώσουμε, την ενθρόνιση της Αγίας Τριάδος στην καρδιά μας, διότι Αυτός το διαβεβαίωσε, ο Κύριος, όταν έλεγε προς αυτόν «πορευόμεθα και ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν», - θα κάνομε την καρδιά του χριστιανού κατοικία και παλάτι της Βασιλείας των Ουρανών.
Ώστε λοιπόν σκοπός μας είναι το φως του Θεού, η τελείωσις, η θέωσις, ο αγιασμός, η σωτηρία μας εν Χριστώ Ιησού,

Αμήν.

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2004

Η ζωή της Αγίας Μάρθας Λαυρεντίευνας και παραινέσεις της



189-β

Ήταν μια πολύ φτωχή κοπέλα η Μάρθα Λαυρεντίεβνα, που γεννήθηκε γύρω στο χίλια οκτακόσια πενήντα, (1850). Στο σπίτι του πατέρα της σπάνια χόρταινε έστω και μια φέτα ψωμί. Και δούλευε από μικρό παιδί, από τα χαράματα μέχρι που να βραδιάσει.
Δώδεκα χρονών μπήκε μαθητευομένη εργάτρια για ένα κομμάτι ψωμί, στα τότε γνωστά εργοστάσια. Δούλευε σκληρά, με υπομονή και με πολλή ταπείνωση, δείχνοντας προς όλους, αθέους και υλιστάς την πολλή της καλοσύνη.
Όταν μεγάλωσε άρεσε σε πολλούς και ήθελαν να την πάρουν ως υπόδειγμα καλής συζύγου, για να κάμουν μιαν άριστη οικογένεια. Αλλά η Μάρθα όμως δεν έψαχνε για γαμπρό.
Με τις φτωχές της οικονομίες έτρεχε στα προσκυνήματα. Πολύ γρήγορα το αντελήφθησαν, ακόμα και οι άθεοι προϊστάμενοί της, και της έδιναν διπλή την άδεια και κρυφά χρηματικά ποσά για να τα μοιράζει στους φτωχούς και σε όσους είχαν ανάγκη – και πόσοι εκείνη την εποχή δεν είχαν ανάγκη. Επίσης δε, να βοηθεί όσο ήτο δυνατόν, τις εκκλησίες και τα μοναστήρια.
Ήταν παροιμιώδης η καλοσύνη της, και με καλοσύνη και πίστη στο Θεό, είχε δε άμετρη την υπομονή της, σε όλες τις πικρίες, τις θλίψεις, τους πειρασμούς και τα βάσανα της ζωής. Και επειδή ακριβώς μαζί μ’ αυτά, εσυνοδεύετο η ζωή της από ολονύκτια προσευχή μετά πολλών δακρύων, και πολλή τη μετάνοια, ο Θεός της έδωσε χαρίσματα, και ένα μάλιστα από τα πιο μεγάλα, να θεραπεύει ασθένειες. Και της χάρισε ακόμα και κάτι άλλο, τη διάκριση, που χαρίζει σε μεγάλους ασκητάς και αναχωρητάς, που ύστερα από πολλά χρόνια και ματωμένον αγώνα, αποκτούν την πρώτην και μεγίστην των αρετών, που λέγεται διάκριση.

Κάποια φορά, πήγε στην Μάρθα μια χωρική από ένα γειτονικό χωριό. Της είπε ότι το ένα της παιδί είχε ένα φοβερό κακό, πολύ κακό δερματικό νόσημα. Και η ίδια έδωσε και την εξήγηση, την ερμηνεία.
«Γι’ αυτό το κακό που συμβαίνει στο παιδί μου ο άντρας μου φταίει. Διότι γυρίζει πέρα δώθε. Αλητεύει, μπεκρουλιάζει, και πίνει κάθε μέρα. Γι’ αυτό, και ο Θεός μας τιμώρησε και αρρώστησε το παιδί μου τόσο βαριά».
Άνοιξε δε το στόματό της, και άρχισε να βρίζει τον άντρα της με κακία και χυδαιότητα.
Η Μάρθα στεναχωρέθηκε. Την διέκοψε και της είπε:
«Γιατί βρίζεις τον άντρα σου; Γιατί τα φορτώνεις όλα σ’ εκείνον; Δεν φταίει εκείνος, εσύ φταις! Κι αν θέλεις να γίνεις καλά το παιδί σου, θα πάς στο μύλο του χωριού. Και ενώ το νερό γυρίζει στην ρόδα, εσύ θα βάλεις έναν κουβά να γεμίσει από τις σταγόνες που πετάει η ρόδα μακριά. Με το νερό αυτό θα πλύνεις το γιό σου, και θα γίνει αμέσως καλά».
Υπήκουσε η πονεμένη μητέρα, έστω και αν ήταν τόσο αγριεμένη και επιθετική. Και πήγε, και είδε να πετάγονται οι σταγόνες σαν ελάχιστα αστεράκια, σε απίθανο βαθμό, -μικρές μικρές ήταν αυτές οι σταγονίτσες-, πετιώντουσαν στον αέρα, ήσαν πολλές, κι όμως μ’ αυτές σιγά σιγά εγέμισε ο κουβάς της. Πήγε στο σπίτι, έπλυνε το παιδί της, και αυτό γιατρεύτηκε. Και έμαθε η γυναίκα αυτή να βλέπει τις δικές της αμαρτίες, και να μη κατηγορεί από τότε και εις το εξής ποτέ τον άνδρα της και από κει και πέρα ζήσαν ειρηνικά και με αγάπη πολλή.
Τις ίδιες συστάσεις όμως έκαμε και εις τους άντρες, που έκαναν διαρκώς παράπονο για τις γυναίκες τους, που τους παραμελούσαν, ή που διαρκώς γκρίνιαζαν και φώναζαν και αγανακτούσαν και τόσα άλλα μαζί με τα παιδιά που δεν διορθώνουνταν με τίποτα.
«Εσείς φταίτε», απαντούσε και εδώ η Αγία Μάρθα. «Σεις που μεθάτε, χαρτοπαίζετε, βρίζετε, τεμπελιάζετε όλη την ημέρα, σεις φταίτε, γιατί είστε χωρίς Εκκλησία, χωρίς Εξομολόγηση, χωρίς Θεία Κοινωνία, σεις φταίτε για όλα, γιατί πρώτοι δίνετε το κακό παράδειγμα».

Στο τέλος της ζωής της η Μάρθα αρρώστησε βαριά. Και έμεινε για είκοσι δύο χρόνια κατάκοιτη και παράλυτη. Όμως και από κει ήταν η παρηγοριά όλων εκείνων των ανθρώπων της Ρωσικής απεράντου γης που περνούσαν από κοντά της. Αντί να παρηγορούν, επαρηγορούντο. Αντί να δυναμώνουν την ασθενούσα, εκείνοι εδυναμώνοντο απ’ την πίστη της, απ’ την αγία της υπομονή.
Κι όμως εκείνη φοβόταν, φοβόταν μην αμαρτήσει. Μην λυγίσει, μην γογγύσει κάτω από το βάρος της ασθένειας. Και ικέτευε τότε τον πνευματικό της που την επισκέπτετο συχνά.
«Να παρακαλάς τον Κύριο να μου δίνει κάθε μέρα και κάθε ώρα δύναμη για να μη λυγίσω. Να μη χάσω την πίστη μου. Γι’ αυτό να με κοινωνείς με τα Άχραντα Μυστήρια, αν είναι δυνατόν και κάθε μέρα».
Και κείνος το υποσχέθηκε και το έπραξε. Και κάθε φορά της έλεγε:
«Υπομονή σαν τον Ιώβ, και προσευχή,
υπομονή σαν την Αγία Συγκλιτική, και προσευχή,
υπομονή σαν τους Αγίους Μάρτυρες, και προσευχή,
υπομονή, υπομονή, αγία υπομονή».

Στο κρεβάτι του πόνου, η Μάρθα προσεύχεται από τώρα και στο εξής πιο θερμά, πιο ταπεινά, με περισσότερη πίστη, κουράγιο και αγάπη. Προσευχομένη αισθάνεται τον Κύριο δίπλα της, και το δωμάτιό της να γεμίζει από αγγέλους. Κλαίει, στενάζει η Αγία Μάρθα και λέγει προς τον Κύριο:
«Κύριε εγώ είμαι αμαρτωλή, μεγάλη αμαρτωλή, δεν είμαι άξια να έχω τέτοια ειρήνη και χαρά. Γιατί Χριστέ μου, άφησες τα ενενήντα εννιά άγια πρόβατά Σου, και ήρθες να ασχοληθείς με μένα το απολωλός; Και με κρατάς με τόση στοργή στην αγκαλιά Σου; Δεν είμαι Κύριε άξια, δεν είμαι άξια, δεν είμαι άξια».
Και ανελύετο σε λυγμούς ευγνωμοσύνης και θείας ευφροσύνης.

Έφυγε από τον κόσμο αυτόν στις πέντε (5) Απριλίου του χίλια ενιακόσια είκοσι επτά (1927). Το σύνθημα της ζωής της ήταν ένα και μόνον, «Μην κρίνεις ποτέ κανέναν, ιδιαιτέρως τον άνδρα σου ή τη γυναίκα σου, ή τα πεθερικά σου, τους οικείους, τους γείτονας, και ειδικότερα αυτούς που σε αδικούν. Μην κρατάς ποτέ κακία σε κανέναν, γιατί ποτέ δεν θα μπορέσεις να καταλάβεις αν εκείνον που εσύ κατακρίνεις, αυτόν ο Θεός τον δέχεται με αγάπη, του χαρίζει μετάνοια, τον παίρνει στην αγκαλιά Του, και τον βάζει στην Βασιλεία των Ουρανών. Ποιος είσαι εσύ, που κρίνεις τον έτερον, τον αδελφόν σου;» -

Από το «Ρωσικό συναξάρι», μετάφρασις ο Νικοπόλεως Μελέτιος.

Είθε όλοι μας, άνδρες και γυναίκες να μιμηθούμε την Αγία Μάρθα,

Αμήν

Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2004

Το φώς του Θεού και η πρακτική εφαρμογή τών Ευαγγελικών εντολών



189-α
Κυριακή Ε Λουκά. 31.10.2004

Πολλές φορές χριστιανοί μου, λέτε και ομολογείτε, ότι ο νους μας κατά τη διάρκειαν της Θείας Λειτουργίας, όπως και στις ιδιωτικές μας προσευχές, και άλλες φορές ακόμα, και στη μελέτη της Αγίας Γραφής ή άλλων ιερών βιβλίων, το μυαλό μας φεύγει και ταξιδεύει πότε εδώ και πότε εκεί.
Άλλοτε είναι ένας απλός μετεωρισμός, και ο νους ωσάν αλήτης τρέχει στα σοκάκια τα διάφορα, και άλλοτε αμαρτωλός διότι κατακρίνει ή διότι δέχεται πονηρές, αισχρές και διεστραμμένες προσβολές και φαντασιώσεις.
Η προσευχή μας είτε λέγεται προφορικά, είτε λέγεται από μέσα μας με το νου, και καμιά φορά με όλη μας την καρδιά αλλά εσωτερικά, πρέπει να είναι καθαρή. Αν δεν ακούμε αυτά που λέμε εμείς, αν δεν έχουμε την συναίσθηση της προσευχής, και λέγεται αυτή μόνον μηχανικά, έτσι για να λέγεται, πως έχουμε την απαίτηση αυτήν την προσευχή να την ακούσει ο Θεός;
Προσευχή χαριτωμένη είναι να μην φεύγει καθόλου ο νους, από τον ζώντα παρόντα Θεόν, έχοντας πλήρη τη συναίσθηση την ψυχοσωματική και της παρουσίας Του, και της αγάπης Του και της προστασίας Του.
Αυτό δε το επιτυγχάνει, το κατορθώνει ύστερα από πολύ κόπο, και πειρασμούς πολλούς η ευχή, η νοερά προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Σ’ αυτό μας ευκολύνει η μνήμη του θανάτου, της αδεκάστου κρίσεως του Θεού, κατά την Δευτέραν αυτού Παρουσίαν, και της Κολάσεως ακόμα, όπως μας τα περιγράφουν τα ιερά Ευαγγέλια, και μάλιστα η σημερινή παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου, όπου ο πλούσιος ευρίσκετο εις τον Άδην, δηλαδή εις την Κόλασην, για να ομολογεί ότι «οδυνώμαι εν τη φλογή ταύτη».
Η καθημερινή μελέτη του Λόγου του Θεού, των βίων των Αγίων και των Συναξαριστών, όπως και των διαφόρων Γεροντικών, αυξάνουν τον ζήλον μας για καθαρή προσευχή, ζωντανή προσευχή, θερμαίνουν την καρδιά μας, και εγγράφουν σ’ αυτήν, χαράσσουν σ’ αυτήν, το Πανάγιον όνομα του Ιησού Χριστού.

Πριν από πολλά χρόνια, ήμουν στο Άγιον Όρος μαζί με κάποιους λαϊκούς προσκυνητάς. Κάποιος γέροντας στο προαύλιο μας σκήτεως, απευθυνόμενος σε κάποιον από μας λαϊκόν, του λέγει:
«Γιώργο, τι είναι αυτό που έχεις μέσα στο στήθος σου;»
«Ποιο», ρωτάει αυτός έκπληκτος, «τι, φοράω μπουφάν, πουκάμισο, αυτό το Σταυρό μήπως;»
«Όχι, όχι, αυτό που βλέπω είναι φως, βλέπω στην καρδιά σου πολύ φως»
«Μα άγιε γέροντα συγχωρέστε με αλλά εγώ δε βλέπω τίποτα», απάντησε ο Γιώργος.
«Εμ, πώς να το δεις, αφού τα μάτια της ψυχής σου είναι τυφλά και νους σου σκοτεινός; Και όμως έχεις φως, και μάλιστα μέσα σ’ αυτό, βλέπω χαραγμένο με χρυσά γράμματα ένα όνομα», -ένα όνομα.
«Ποιο όνομα;», ρώτησε εκείνος σαστισμένος ο Γιωργάκης,
«Βλέπω το όνομα του πνευματικού σου πατρός. Αυτό σημαίνει ότι τον αγαπάς και τον σέβεσαι πολύ. Και με αυτήν την πίστη, αν τυχόν γίνεις μοναχός, θα προκόψεις πολύ πνευματικά.»
Όλοι μας παραμείναμε άφωνοι και βουβοί από την κατάπληξη και τον θαυμασμό.
Αλλά συνέχισε εκείνος ο γέροντας.
«Α, τι βλέπω ακόμα; Πίσω απ’ αυτό το όνομα βλέπω και ένα άλλο, βαθύτερα χαραγμένο, και φωτεινότερο μυρίων μεσημεριάτικων ηλίων λαμπρότερον», -μυρίων ηλίων λαμπρότερον!
«Και ποιο είναι αυτό»; Πετάχτηκα εγώ τότε και ρώτησα.
«Είναι το όνομα Ιησούς», - Ιησούς!
«Όσο θα σέβεσαι, θα αγαπάς,» συνέχισε ο γέροντας, «και θα υπακούς τον γέροντά σου, «ως εις Θεόν, τόσο και περισσότερον θα προκόπτεις στην αρετή και θα χαριτώνεσαι από το Πανάγιον Πνεύμα. Για να σου αποκαλυφθεί όμως αυτό το φως, θα χρειαστούν ματωμένες προσπάθειες, για την πιστή τήρηση πρώτα των αγίων εντολών του Θεού, γιατί τις εντολές δεν τις τηρούμε. Θα χρειαστεί άκρα υπομονή και ταπείνωση σε όλους τους πειρασμούς της ζωής, νηστεία, αγρυπνία, εγκράτεια και καθαρή έμπονη προσευχή».
Αυτά είπε ο εκείνος ο γέροντας στο Γιώργο.

Τα ίδια περίπου περιγράφει και ο μακάριος γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, όπως τα έχω ακούσει απ’ το στόμα του τονίζοντας ότι
το πρώτο φως, είναι το φως της χάριτος του Αγίου Βαπτίσματος. Ούτε και αυτό το βλέπουμε. Βλέπουμε μόνον την εξωτερική του ενέργεια. Αν έχουμε και λίγο τα μάτια καθαρά, θα το δούμε στο νεοβαπτιζόμενο βρέφος, και ειδικότερα θα το δούμε όταν βαπτίζουμε έναν μεγάλον άνθρωπον. Αυτό το φως. Θα δούμε την ενέργεια του φωτός.
Το δεύτερο φως είναι το φως του μοναχικού αγγελικού σχήματος, κατά τον γέροντα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη επαναλαμβάνω,
το τρίτον είναι του πνευματικού πατρός και γέροντος,
και το τέταρτον είναι το φως της θείας τελειώσεως, το άκτιστον φως του Σωτήρος Χριστού.

Ας έλθομε όμως σε μας τους αμαρτωλούς, τους αγωνιζομένους εν τω κόσμω χριστιανούς, λαϊκούς και κληρικούς. Υπάρχει και για μας φως, φως σωτηρίας. Όπως φάνηκε στην περίπτωση ενός ταπεινού προσκυνητού στο Άγιον Όρος, με το όνομα Γεώργιος.
Με τη συμμετοχή μας λοιπόν στα Πανάγια Μυστήρια, την ακριβή τήρηση των Ευαγγελικών εντολών, την καλλιέργεια των θειοτάτων αρετών, και την υπακοή μας, πρώτα στη φωνή της Εκκλησίας,
δεύτερον στη φωνή του σεβαστού μας πνευματικού πατρός,
και τρίτον στη φωνή της συνειδήσεώς μας,
να είτε βέβαιοι ότι θα πετύχομε εν Χριστώ Ιησού, την μεταμόρφωσή μας. Και όχι μόνον αυτή αλλά και την θέωσή μας. Όταν μεταμορφώθηκε ο Κύριος στο όρος Θαβώρ, μας είπε ότι «έτσι και σεις, ενωμένοι μαζί μ’ εμένα, θα μεταμορφωθείτε, θα αλλοιωθείτε, θα αναγεννηθείτε, θα θεωθείτε».
Θα δούμε τα χάλια μας, και τα βλέπουμε τα χάλια μας. Αλλά αν τηρήσουμε όλα όσα είπαμε, θα δούμε και πρόσωπο Θεού. Όχι σαν τούβλα, όπως είμεθα τώρα, «ων πρώτος ειμί εγώ», αλλά σαν πρόσωπα, σαν υπάρξεις, σαν εικόνες Θεού. Σαν πλάσματά Του, σαν παιδιά Του, σαν κληρονόμοι της Βασιλείας των Ουρανών.

Αυτό το κατόρθωσε και ο νέος άγιος της Ορθοδόξου Ρωσικής εκκλησίας, Άγιος Λουκάς και ιατρός. Η αγάπη του για τον Χριστό και την Εκκλησία έγινε χρυσή ουράνια μελάνη, για να γραφτεί στην καρδιά του το όνομα του Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και ευρέθη στην ανακομιδή των λειψάνων του, τελείως άθικτη, σκορπίζοντας υπερουράνιες ευωδίες στους χιλιάδες πιστούς που παρέστησαν στην εκταφή του. Σύσσωμος λαός και διοικούσα εκκλησία τον ανεκήρυξε άγιο.

Λοιπόν ποια είναι η δική μας προσευχή, έναντι αυτής, την οποία ζητά από μας ο Πανάγιος Θεός; Γι’ αυτό και με το στόμα του Αποστόλου Παύλου, ζητά απ’ όλους μας «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Και αν αδιαλείπτως προσεύχεσθε, και το φως του Θεού θα δείτε, και πρόσωπον Θεού θα δείτε στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού, και τα ουράνια μακάρια ανεκλάλητα αγαθά θα απολαύσετε. Αυτά μας λέγει ο Κύριος.

Χριστιανοί μου,
Αν προσέχουμε λιγάκι στη ζωή μας, που δεν προσέχουμε,
αν προσέχουμε την γλώσσα μας, που δεν την προσέχουμε γιατί διαρκώς κατακρίνει,
τις αισθήσεις μας και το νου,
αν προσέχουμε στην εφαρμογή των Ευαγγελικών εντολών και των συμβουλών που δίνει ο πνευματικός, - δεν δίνει διαταγές, συμβουλές δίνει ο πνευματικός -,
αν με φόβο Θεού προσερχόμεθα στην Θεία Μετάληψη, στην Θεία Κοινωνία, και με αληθινή μετάνοια στην Ιερά Εξομοόγηση,
αν υπομένουμε καρτερικά τις αδικίες της ζωής, τους πειρασμούς της και την αχαριστία των συνανθρώπων μας,
τότε θα ’χουμε ανάπαυση και ειρήνη στην καρδιά, και φωτοπλημμύρα Θείας Χάριτος σε ολόκληρη την ύπαρξή μας.
Η στιγμή τότε του θανάτου, δεν θα μας τρομάζει, δεν θα είναι οδυνηρή. Η παρουσία των δαιμονικών τεράτων δεν θα μας κλονίζει την πίστη, αφού θα μας στηρίζει η παρουσία των φωτοφόρων αγγέλων του Θεού, και ειδικότερα του αγγέλου φύλακος της ψυχής μας. Η συνείδησή μας, δεν θα μας ελέγχει, γιατί το ποινικό μας μητρώο θα ’ναι πεντακάθαρο σαν το γαλάζιο ουρανό, δυνάμει της δικής μας καθαράς εν μετανοία εξομολογήσεως.
Οι αισθήσεις μας θα απολαμβάνουν το φως του Θεού, την αίγλη της Αγίας Τριάδος, η δε ψυχή μας θα απολαμβάνει την απρόσιτη θέα της Τριαδικής Θεότητος.

Ώ χριστιανοί μου και αδελφοί μου,
είθε και στις καρδιές όλων μας να γραφτεί το όνομα του Σωτήρος Ιησού Χριστού, του και Θεού ημών.
Αν γραφτεί από τώρα, -και μπορούμε αυτό να το πετύχουμε, όπως μας διαβεβαιώνουν και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, και σε μια ώρα, και σε μια μέρα, και μέσα σε μια νύχτα,- τότε πήραμε και το εισιτήριο για τον Παράδεισο. Το διαβατήριο είναι σφραγισμένο με το όνομά Του.
Γι’ αυτό λοιπόν, πάρε και συ την πέννα της υπομονής, και βούτηξέ την στη μελάνη των πειρασμών και γράψε, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν».
Τις προϋποθέσεις τις έχουμε, και τον αγώνα μας τον αρχίσαμε – η παρουσία σας εδώ, μέσα σ’ αυτόν τον Ναόν, αλλά και σε κάθε Ναόν-, το δείχνει και τα αποδείχνει.
Ιδού μας ανοίχθηκε λοιπόν ένα παράθυρο στον ουρανό γεμάτο φως,
φως κατά πρώτον λόγον του Αγίου Βαπτίσματος,
φως του Αγίου Ποτηρίου τώρα που θα εξέλθει, για να φωνάξει ο ιερεύς «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε»,
το φως της μετανοίας,
το φως του Ευαγγελίου,
το φως της αδιαλείπτου προσευχής,
το φως Ιησούς Χριστός, το αείδιον παναείδιον εράσμιον άκτιστον Τριαδικόν φως του Θεού,
το φως της Βασιλείας των Ουρανών,
το φως της σωτηρίας μας,

Αμήν

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2004

Η Αποστολική ζωή και το μαρτύριο Ιακώβου του Αδερφόθεου με γενική περίληψη της επιστολής του



188-δ

“Έτερον δε των Αποστόλων ουκ είδον, ή μη Ιάκωβον τον αδελφόν Κυρίου”.
Χθες η Εκκλησία μας χριστιανοί μου γιόρταζε τον Αδελφόθεον Ιάκωβον, Απόστολον και Ιερομάρτυρα.
Ονομάζεται αδελφός του Κυρίου διότι ήταν γιος του μνήστορος Ιωσήφ από τον πρώτον του γάμο. Όταν εκείνος εμνηστεύθη την Υπεραγία Θεοτόκο, και στην οποίαν εγένετο προστάτης μέχρι τον θάνατόν του, χωρίς να γίνει ποτέ σύζυγος, είχε εν τω μεταξύ ήδη παιδιά. Τέσσερα αγόρια και τρία κορίτσια, τα ονόματα των οποίων μας αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος στο δέκατο τρίτο κεφάλαιο.
Ο Ιάκωβος όμως και τα άλλα έξι αδέλφια του, δεν είχαν πιστέψει ευθύς εξαρχής το Χριστό, ως Μεσσία και Σωτήρα του κόσμου. Και ασφαλώς είχαν παρεξηγήσει την δράση του, και εσκανδαλίζοντο κατά πολύ που ξαφνικά Τον έβλεπαν μεγάλο διδάσκαλο του λαού και θαυματουργό, και μάλιστα να διακηρύττει ότι Αυτός είναι το φως του κόσμου, ο Σωτήρας.
Μετά όμως από την Ανάσταση του Κυρίου, τα πράγματα άλλαξαν. Και όπως είναι γνωστό σε όλους μας, ο Κύριος άρχισε να κάμνει εμφανίσεις κατά πρώτον λόγον εις τους μαθητάς Του, πολλές εμφανίσεις. Επίσης ενεφανίσθη στην Παναγία Του Μητέρα, χωριστά εις την Μαρία την Μαγδαληνή και χωριστά στον Απόστολο Πέτρο. Επίσης στην πορεία δύο αποστόλων εκ των εβδομήκοντα προς Εμμαούς. Ενεφανίσθη και σε μια σύναξη επάνω πεντακοσίων αδελφών, όπως μας το διασώζει ο Απόστολος Παύλος, και ιδιαιτέρως, ιδιαιτέρως ενεφανίσθη, στον Αδελφόθεο Ιάκωβο, και επί λέξη "ώφθη δε αναστάς Κύριος και Ιακώβω", από την πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή, το δέκατο πέμπτο κεφάλαιο.
Απ' αυτή τη στιγμή αδελφοί μου, αρχίζει και η καινούργια ζωή του Ιακώβου. Αναγνωρίζει την θεότητα του Ιησού Χριστού και δέχεται και αυτός, όπως και πολλοί άλλοι το βάπτισμα πυρός την ημέρα της Πεντηκοστής. Συγκλονισμένος από τις αποκαλύψεις αφιερώνει πλέον τη ζωή του στον Χριστό και στην Εκκλησία Του.
Η αγιασμένη μεταβολή του Ιακώβου γίνεται αμέσως αισθητή, μεταξύ των πρώτων χριστιανών στην πόλη των Ιεροσολύμων. Έτσι όλοι αναγνωρίζουν και σέβονται την προσωπικότητά του και θεωρείται πρότυπον αρετής και δικαιοσύνης γι' αυτό απεκαλείτο "ο Δίκαιος Ιάκωβος", και πολύ σταθερός στην πίστη, φλογερός και ακλόνητος.
Για το πλήθος των χαρισμάτων σύσσωμος ο λαός των Ιεροσολύμων, με την έγκριση των Αποστόλων τον ανακηρύσσει "Πρώτον Επίσκοπον αυτής", δηλαδή πρώτο επίσκοπο των Ιεροσολύμων. Έτσι καθίσταται όχι μόνον ο καλός ποιμήν, αλλά αναδεικνύεται και ο στοργικός πατέρας, ο προστάτης των κατατρεγμένων τότε χριστιανών. Γι' αυτό και ομόφωνα ανεγνωρίσθη από την Εκκλησία και από τη Νεστορία ως ένας από τους τρείς στύλους, μαζί με τον Πέτρον και τον Ιωάννην, της νεοσυσταθείσης τότε Εκκλησίας του Χριστού.
Προς τον Ιάκωβο ο Απόστολος Πέτρος μετά την θαυμαστήν αποφυλάκισή του, - όταν έπεσαν οι αλυσίδες από τα χέρια του, ενεκρώθησαν οι φύλακες, άνοιξαν οι πόρτες των φυλακών όλες η μία μετά την άλλην, και ευρέθη ελεύθερος έξω εξ αυτών, - λέω μετά από αυτήν την θαυμαστήν αποφυλάκιση, ο Πέτρος λέγει σε κείνους που πρωτοσυνάντησε ότι "πηγαίνετε αυτό το θαύμα αμέσως να το ανακοινώσετε στον Ιάκωβο".
Τον Ιάκωβο και τον Πέτρον συνάντησε ο Απόστολος Παύλος ύστερα από τρία χρόνια μετά από την αποστολική του κλίση, διότι τα τρία αυτά χρόνια όπως είναι γνωστόν και το μαρτυρεί ο ίδιος, ευρίσκετο εις την Αραβίαν σε πολύ προσευχή και νηστεία.
Στο σπίτι του Αδελφοθέου Ιακώβου εγίνοντο πολλές συγκεντρώσεις, αποστόλων και χριστιανών, και είναι αυτός που προήδρευσε της πρώτης Αποστολικής Συνόδου.
Από την Καθολική Επιστολή του Ιακώβου της Καινής Διαθήκης, που είναι έργο δικό του, καταφαίνεται ότι ήτο θεόκλητος Ευαγγελιστής και Απόστολος. Θερμός διδάσκαλος της πίστεως και των έργων αυτής. Ήτο λιτός, ασκητικός και με χάρη προφητικής αυστηρότητος. Είναι αυτός που έγραψε και συνέγραψε και συνέταξε την πρώτη γραπτή Θεία Λειτουργία της Εκκλησίας, η οποία σήμερα τελείται μια φορά το χρόνο. Πολλές Μητροπόλεις σήμερα Κυριακή εικοσιτέσσερεις του μηνός, θα τελέσουν την Θεία Λειτουργία στους μητροπολιτικούς των ναούς.
Η αποστολική του όμως ζωή, γεμάτη από αγιότητα, δικαιοσύνη και έργα φλογερής πίστεως, τον οδήγησαν και στο μαρτύριο. Γραμματείς και Φαρισαίοι με επικεφαλής τον Αρχιερέα Άννα, τον τότε Αρχιερέα Άννα, εγγονό του αρχιερέως Άννα της εποχής του Χριστού, εκμεταλεύτηκαν τον ξαφνικό θάνατο του ηγεμόνος της Παλαιστίνης Φήστου, τον απέδωσαν οι Εβραίοι στους χριστιανούς, θεώρησαν υπεύθυνο τον Ιάκωβο, τον συνέλαβαν, και τον κατεδίκασαν εις θάνατον με λιθοβολισμό. Τον ανέβασαν πρώτα πρώτα στο υψηλότερο πτερύγιον του Ναού του Σολομώντος, τον έσπρωξαν και τον πέταξαν κάτω, και κείνος πέφτοντας ο μάρτυς του Χριστού στο έδαφος, αιμόφυρτος και μισοπεθαμένος, κατατσακισμένος ασφαλώς από τόσο ύψος, - και τότε άρχισαν να τον πετροβολούν. Κατάφερε όμως να σηκώσει τα χέρια του και να υψώσει την φωνήν του Πρωτομάρτυρος και Πρωτοδιακόνου Στεφάνου, "Κύριε μη στήσεις αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην". Με την αναξίκακη αυτή στάση του μάρτυρος, η μανία του όχλου μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ, έγινε πιο φρικτή, και ένας απ' αυτούς, αρπάζοντας ένα ρόπαλο, πήγε κοντά του και τον συνέτριψε, με αλλεπάλληλα χτυπήματα την κεφαλή, την αγία του κεφαλή, την οποία έκαμε θρύψαλα.
Για τους χριστιανούς η μέρα εκείνη ήταν Κυριακή, Κυριακή του Πάσχα.
Του Πάσχα του εξήντα δύο ή εξήντα τρία μετά Χριστόν.
Αυτό ήταν και το μαρτυρικόν τέλος (του Αδελφοθέου Ιακώβου.)

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2004

Ο ευαγγελικός λόγος του είναι ο ίδιος ο σεσαρκωμένος Κύριος



188-γ
Κυρ. Δ' Λουκά, 2004

«Εξήλθεν ο Σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού».
Πολλές φορές χριστιανοί μου, ο Κύριος ομιλεί και ομιλούσε βέβαια τότε με παραβολές. Μέσα όμως από τις καθημερινές εικόνες της ζωής, απεκάλυπτε τις μεγάλες αλήθειες της πίστεώς μας. Τα λόγια Του, όσο και αν φαίνονται μερικές φορές απλά, - άλλοτε νομίζουν μερικοί δύσκολα - , εν τούτοις όμως, ό, τι και αν είναι κρύβουν βαθειά και υψηλά θεολογικά νοήματα. Γι’ αυτό και δεν μπορούν οι μεταφράσεις, όποιες και αν είναι αυτές, το επαναλαμβάνω, όποιες και αν είναι αυτές, δεν μπορούν την αυθεντίαν του Ευαγγελικού και Λειτουργικού λόγου που έχει τον χαρακτήραν του απολύτου, να τον αποδώσουν ερμηνευτικά.
Τα του Θεού τα λόγια και τα ακατάληπτα μυστήρια του Θεού δεν μεταφράζονται, - βιώνονται. Τα θεόπνευστα κείμενα δεν πρέπει να αποδίδονται με προχειρότητες, όπως το τονίσαμε εκτεταμένα την περασμένη Κυριακή. Ο Ευαγγελικός και Λειτουργικός Λόγος ήταν είναι και θα είναι πάντοτε σωτήριος και αποκαλυπτικός. Αυτό σημαίνει ότι ο Κύριος με την ανυπέρβλητη θεϊκή Του διδασκαλία, δεν έδωσε ποτέ την εικόνα ενός κοινωνικού συντρόφου, - και μάλιστα κόκκινου -, ούτε την εικόνα ενός φτηνού ηθικολόγου, ούτε την εικόνα ενός ταξικού επαναστάτου, ούτε πολύ περισσότερο την εικόνα ενός φιλοσόφου της αγοράς. Όχι, - χίλιες φορές όχι.
Ήταν ο λόγος του Θεού, ο Θεός Λόγος, πού έγινε άνθρωπος στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Σωτήρας και Λυτρωτής του κόσμου.
Είναι Αυτός που κατέβηκε από τον Ουρανό, - άδειασε τους Ουρανούς – και από Θεός έγινε εδώ στη γη άνθρωπος για να μας φανερώσει την αλήθεια. - Την αλήθεια για το ποιος είναι αληθινός Θεός.
Κανένας δεν μας μίλησε και δεν μας ομιλεί από τις θρησκείες που υπάρχουν σήμερα, και πολύ περισσότερες αυτές που εκφράζουν την αθεϊα και τον υλισμό, αλλά και οι άλλες όμως θρησκείες οι γνωστές, δεν μας ομιλούν για τον αληθινό Θεό, για το Ποιος είναι Αυτός. Την αλήθεια δηλαδή για τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. Για τον Ένα εν Τριάδι Θεό. Την αλήθεια για τον Εαυτόν Του. Την αλήθεια για το ποιος είναι ο Υιός του ανθρώπου, δηλαδή ο Υιός της Παρθένου, ο Υιός της Θεοτόκου, αλλά και συγχρόνως ο Υιός του Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.
Και τέλος μας μίλησε και μας είπε και μας απεκάλυψε την αλήθεια για τον άνθρωπο. Την αξία και τον προορισμό του, γιατί δυστυχώς δεν ξέρουμε γιατί ζούμε εμείς οι χριστιανοί. Σ’ αυτήν την αλήθεια απέβλεπαν όλες οι θεϊκές Του διδασκαλίες και αποκαλύψεις. Στη μοναδική δηλαδή αλήθεια που σώζει τον άνθρωπο μέσα από την Σταυρική Θυσία, την ταφή και την Ανάστασή Του, την ίδρυση της Εκκλησίας και την σύσταση των μυστηρίων.
Έτσι φανέρωσε τον εαυτόν Του, έτσι Τον απεκάλυψε.
Μας απεκάλυψε και μας φανέρωσε ότι Αυτός είναι η αλήθεια, η Αλήθεια είναι πρόσωπο, «Εγώ είμαι η Αλήθεια, Εγώ είμαι η ζωή, Εγώ είμαι το φως του κόσμου, ο ακολουθών εμοί, ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής. Εγώ είμαι η Ανάστασις, Εγώ είμαι η ζωή και η οδός».

Ο σπόρος λοιπόν που σπείρεται στις καρδιές μας, μέσα από τον Ευαγγελικό και Λειτουργικό λόγο είναι ο ίδιος ο Χριστός. Το καταλαβαίνεται αυτό; Νοιώθετε ότι η γη της καρδιάς σας, της καρδιάς μας, ημών των λειτουργών, και υμών ως εκκλησιαζομένων πιστών χριστιανών, νοιώθουμε όλοι μας ότι οργώνεται η ψυχή μας και ότι αυτή τη στιγμή σπέρνεται ο Χριστός στις καρδιές μας;
Δε ζούμε όπως ο Χριστός για να το νοιώθουμε, δε ζούμε όπως ζει η Παναγία, σεις οι γυναίκες, δε ζούμε όπως ζούσαν οι Άγιοι, πού ήσαν έτοιμοι να πεθάνουν για την αγάπη του Χριστού, δεν ζούμε όπως οι άγγελοι στον ουρανό, λατρεύουν τώρα τον Θεόν, στο υπερουράνιο Θυσιαστήριο για να το λατρεύουμε και μείς κατά τον ίδιον τρόπο στο επίγειον Θυσιαστήριο.
Έχουμε τέτοια λατρεία μέσα μας; Σας ρωτώ, έχουμε; Εσάς όλους. Καθισμένοι και όρθιοι, έχουμε; Δεν έχουμε ..!
Ε, αφού δεν έχουμε, να γονατίζουμε το βράδυ, να κλαίμε το βράδυ, και να λέμε ότι δεν είμαστε σωστοί, σωστοί χριστιανοί, «Χριστέ μου», να κτυπάς το στήθος σου, και να φωνάζεις και να λες «δε σε ζω μέσα μου». Το φωνάζετε; Γι’ αυτό λέω ότι ο Σπόρος που σπάρθηκε σήμερα στις καρδιές μας, είναι ο σπόρος του Παραδείσου, της ουράνιας ευτυχίας, της κοινωνίας της αγάπης του Χριστού.
Και όταν ο Χριστός συνιστούσε το «αγαπάτε αλλήλους» ή «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν», ή εκείνον το φοβερόν «αγαπάτε τους εχθρούς ημών», δεν μοίραζε παχιά λόγια, για να δημιουργήσει ηθικοκοινωνικά συστήματα προστασίας του πολίτου. Αλλά θεολογούσε, και προσέφερε τον λόγον της σωτηρίας, τον σπόρον της σωτηρίας, την αγάπη ως κοινωνία προσώπων μετά του Αγίου Θεού, μέσα στην ίδια την καρδιά μας.
Δηλαδή εγώ να σας βάζω μέσα μου, εσείς όλοι να με βάζετε μέσα σας, να βάζετε ο ένας τον άλλον μέσα του, ο άνδρας την γυναίκα, η γυναίκα τον άνδρα, οι γονείς τα παιδιά, τα παιδιά τους γονείς, τα αδέλφια μεταξύ τους, και όλοι μαζί τον Θεόν, τον Τριαδικό Θεό ως κοινωνία αγάπης. Αυτά τα έχουμε; Δεν τάχουμε..! Τότε τι λέμε ότι είμαστε χριστιανοί, γι’ αυτό δε δίνουμε το καλό παράδειγμα..! Ξέρετε τι είπε προχτές ο ραδιοφωνικός εκκλησιαστικός σταθμός της Εκκλησίας της Ελλάδος που έκανε μια απαρίθμηση των διαζυγίων;

Μια πόλις, - να την πούμε κιόλας -, η Πάτρα, το δύο χιλιάδες τρία (2003), είχε δύο χιλιάδες (2000) γάμους. Χίλια (1000) ήταν τα διαζύγια. Πενήντα τα εκατό (50%). Στους δυο γάμους ο ένας διαλύεται. Γιατί; Γιατί δεν έχουμε Χριστόν. Κι όταν εγώ το χίλια εννιακόσια πενήντα έξι (1956), πήγα να πάρω πιστοποιητικό αγαμίας απ’ την Μητρόπολη Δράμας, ερώτησα τον ευλαβή εκεί κληρικόν, τον πατέρα Θεόδωρο, απ’ το χίλια εννιακόσια τριάντα και τριάντα ένα (1930), μέχρι τώρα το χίλια εννιακόσια πενήντα έξι (1956), «πόσα διαζύγια είχε η Μητρόπολις»; Και μου είπε : «κανένα».
Γιατί; Γιατί τότε είχαν Χριστόν. Και σήμερα μπορεί να ’χουμε χρυσό! Ή να ’χουμε ειδωλολατρεία, ή να ’χουμε εγωισμό, ή να ’χουμε αλαζονεία, ή δεν ξέρω τι άλλο πάθος κυριαρχεί μέσα στις ψυχές και στις καρδιές μας.
Ακόμα και οι μαθηταί του Χριστού δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τον λόγον του και γι’ αυτό έλεγαν «φράσον την παραβολήν ημίν, ταύτην την παραβολήν». Ανάλυσέ μας σε παρακαλώ αυτήν την παραβολή γιατί δεν την καταλαβαίνουμε…Ήταν εύκολες οι παραβολές; Ορισμένες ναι, ορισμένες όχι. Παραβολή του άφρονος πλουσίου, του ασώτου υιού, του Τελώνου και Φαρισαίου, του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου, τις διαβάζουμε… Τώρα θέλουν να μας τις δώσουν και ερμηνεία, εύκολες είναι, μοιάζουν σαν παραμυθάκι … Αμ δεν είναι εύκολες, ούτε είναι απλές.

«Υμίν δέδοτε» λέει «γνώναι τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού», δηλαδή σε σας δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσετε τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού μέσα από αυτές τις παραβολές που νομίζετε και σας φαίνονται εύκολες και κατανοητές. «Τοις δε λοιποίς», λέει, «ίνα βλέποντες μη βλέπωσιν και ακούοντες μη συνιώσιν», ενώ κοιτάζουν δεν βλέπουν, και ενώ ακούουν δεν καταλαβαίνουν. Γιατί; Διότι δεν μπορούσαν να πιάσουν τον Χριστό. Δεν μπορούσαν να Τον καταλάβουν. Και γιατί δεν μπορούσαν να Τον καταλάβουν; Γιατί οι καρδιές τους ήταν πέτρινες! Πέτρινες είναι και σήμερα! Όχι μεταφρασμένα να μας τα δώσουν … Πέτρινες θα μένουν οι καρδιές μας! Και τα μάτια εκεινών ήταν τυφλά. Ε, και τα δικά μας είναι τυφλά. Τα μυαλά εκεινών εκείνης της εποχής ήταν σκοτισμένα, ε, και τα δικά μας μυαλά είναι σκοτισμένα.

Κάτω λοιπόν από τα λόγια της θεϊκής διδασκαλίας του Ευαγγελίου, υπάρχει ο ίδιος ο Λόγος του Θεού, ο Χριστός. Και μέσα στα κείμενα όπως τα διαβάζομε, γι’ αυτό λέμε κι έχει μαλλιάσει η γλώσσα μου, εικοσιτέσσερα χρόνια τώρα εδώ, να σας λέγω και να σας επαναλαμβάνω, να επαναλαμβάνω, «Μελετάτε το Ευαγγέλιο και την Καινή Διαθήκη κάθε μέρα, - λίγο. Δεν μπορείτε ένα κεφάλαιο, μισό. Δεν μπορείτε μισό, - πέντε στίχους, μη μου πείτε τώρα ότι δεν μπορείτε να διαβάσετε πέντε στίχους απ’ το Ευαγγέλιο. Αλίμονό μας τώρα». Στην τηλεόραση καθόμαστε δέκα ώρες, πέντε λεφτά δεν μπορούμε να αφιερώσουμε για τον Λόγον του Θεού, που καταντήσαμε! Ύστερα λέμε γιατί αποτυγχάνουν οι γάμοι των παιδιών μας, γιατί έχουμε γκρίνια μέσα στην οικογένεια και στο σπίτι, εμ γι’ αυτό το λόγο τά ’χουμε, γιατί δεν έχουμε Χριστόν, δεν Τον ζούμε τον Χριστόν, ούτε καν μέσα στην Θεία Λειτουργία. Συγχωρέστε με, έτσι που έχω κάπως, σήμερα έντονη τη φωνή.

Βέβαια οποιοσδήποτε λόγος μπορεί μερικές φορές να φαίνεται άτεχνος, και ασύντακτος σαν τον δικό μου δηλαδή, πού ’ναι για κλάματα ο λόγος μου, αλλά όμως μέσα ο λόγος του Θεού, όποιος και αν είναι, έχει τεράστιες πνευματικές δυνάμεις, που μερικές φορές καταπλήσσει. Έτσι μόνον εξηγείται, πώς μερικές φορές από το άκουσμα ενός κηρύγματος, από την μελέτη δύο στίχων του Ευαγγελίου, να γίνεται ένας πνευματικός σεισμός και να οδηγείται ο άνθρωπος στη μετάνοια και απ’ τη μετάνοια στην Ιερά Εξομολόγηση.

Χριστιανοί μου, όταν δεν καταλαβαίνουμε το Ευαγγελικό ανάγνωσμα, όπως τη σημερινή παραβολή, την οποίαν έχουμε αναλύσει τουλάχιστον δεκαπέντε φορές στα προηγούμενα χρόνια, ή το Αποστολικό Ανάγνωσμα, που ήταν πολύ κατανοητό, το ογδόντα τοις εκατό (80%) έπρεπε να το είχατε καταλάβει, εάν λοιπόν δεν το καταλαβαίνουμε, και μάλιστα και όσα τελούνται ή λέγονται στη Θεία Λειτουργία, το λάθος και η δυσκολία δεν βρίσκονται στα κείμενα, δεν βρίσκεται στην προσφορά του Λόγου του Θεού, αλλά το λάθος βρίσκεται μέσα μας, ξέρετε τι θα πει μέσα μας; Μέσα μας. Μέσα στις ψυχές και στις καρδιές μας είναι που είναι σκοτεινιασμένα και τα δυο. Στην εποχή, στην εποχή του Χριστού, δεν έβλεπαν οι Ιουδαίοι ότι σήκωνε τους παραλύτους, δεν Τον έβλεπαν να βγάζει δαιμόνια; Δεν Τον έβλεπαν να καθαρίζει λεπρούς; Δεν Τον έβλεπαν να χορταίνει τα πλήθη; Δεν Τον έβλεπαν να ανασταίνει νεκρούς; Και όμως δεν πίστεψαν! Ότι ήταν ο Μεσσίας, ο Υιός του Θεού, και Τον σταύρωσαν!
Τους το έλεγε, τους προειδοποιούσε! Ότι εσείς θέλετε να με φονεύσετε, παρόλα όσα βλέπετε και ακούτε. «Ζητείτε με αποκτείναι, ότι ο λόγος ο εμός ου χωρεί εν υμίν». Ζητάτε να με σκοτώστε, διότι ο θεϊκός μου λόγος, η διδασκαλία μου, δεν μπαίνει μέσα στις ψυχές, στις ψυχές σας.
Επομένως λοιπόν, κακά τα ψέματα, εμείς φταίμε και κανένας άλλος.
Α, να πάρουμε τους δυο μαθητάς που πήγαιναν προς Εμμαούς και να τελειώσω.
Ώρες πεζοπορίας μαζί με το Χριστό. Στη μέση Τον είχαν! Ο Κλεόπας δεξιά, και αριστερά δεν ξέρουμε το όνομά του, - ένας απ’ τους εβδομήκοντα ήταν αποστόλους. Μαζί περπατούσαν, ώρες συνομιλούσαν και δεν ήξεραν ποιος ήταν! Ούτε Τον κατάλαβαν, ούτε Τον αντελήφθησαν, ούτε τα μάτια τους είχαν ανοίξει για να Τον δούν. Μόνον όταν ήλθε η ώρα, μόνον όταν θέλησε ο ίδιος ο Κύριος, διότι είδε σε ποια στιγμή κατάλληλη ήταν ανοιχτή η καρδιά τους, και τότε απεκαλύφθηκε μπροστά τους ως αληθινός Θεός.

Γι’ αυτό λοιπόν και μείς, πρώτα πρώτα ας καθαριζόμεθα με την Ιερά Εξομολόγηση και με τα δάκρυα της μετανοίας, ας ετοιμαζόμεθα κατάλληλα, πολύ κατάλληλα, με πολλή προετοιμασία, με νηστεία, με αγρυπνία, με προσευχή, με εγκράτεια, με φυλακή στις αισθήσεις, με ταπείνωση, με υπομονή, - είδατε πως τελείωσε το Ευαγγέλιο σήμερα, το προσέξατε, είπε κάτι ότι «αυξάνεται ο Λόγος του Θεού και καρποφορεί», αλλά «εν υπομονή πολλή».
Επομένως λοιπόν, θέλει και την αγάπη την ενεργουμένη, θέλει και την ζωντανή πίστη, θέλει και την αγία υπομονή, -για να μάθουμε να περιμένουμε-, και κείνος θα έλθει. Θα έλθει σίγουρα, για να μάθουμε να περιμένουμε. Τώρα σε λίγο θα πούμε «μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης» και να εκείνος στις καρδιές μας.

Είτε λοιπόν τηρούντες τις Ευαγγελικές εντολές, είτε εργαζόμενοι καθημερινά τις θείες αρετές, είτε μελετώντας το Ευαγγέλιο, είτε βρισκόμαστε σε στάση προσευχής, σε στάση προσευχής, είτε μέσα στα δάκρυα της μετανοίας, ή στη Θεία Λειτουργία, είτε κοινωνούντες των Αχράντων Μυστηρίων, Εκείνος έρχεται, θα έλθει, ήδη έχει έλθει για να μας σώσει!
Και θα μας σώσει!
Γιατί είναι ο Σωτήρας του κόσμου.
Αρκεί να φωνάξουμε :
«Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον πάντας ημάς»

Αμήν.

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2004

Η προσβολή τών λειτουργικών κειμένων από τη δημοτική γλώσσα καί ο αγιασμός τών ποιμένων



188-β
Κυρ Γ' Λουκά 2004

«Εξεκομίζετο τεθνηκώς»
Τον καιρό εκείνο ο Ιησούς Χριστός εισήλθε στην πόλη που την λέγανε Ναϊν, και μαζί Του ήσαν αρκετοί μαθητές Του και πολύς κόσμος. Όταν πλησίασε στην πύλη της πόλεως, έβγαζαν έξω έναν νεκρό, πού ήταν το μονάκριβο παιδί της χήρας μάνας του και πολύ λαός απ’ την πόλη ήταν μαζί της.
Μόλις την είδε ο Κύριος την λυπήθηκε και της είπε «Μην κλαίς!»
Και αφού πλησίασε άγγιξε το φέρετρο και είπε «Νεανίσκε, σού λέγω, σήκω», και ο νεκρός αναστήθηκε!
Αυτά μας διηγήθηκε το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα με απλά λόγια, σε μετάφραση.

Κάλλιστα, ύστερα από τον θόρυβο που γίνεται εδώ και τόσες μέρες, ίσως οι περισσότεροι να μην έχουν αντιληφθεί τι ακριβώς γίνεται, θα μπορούσαμε το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, την ώρα που ο ιεροκήρυκας θα βγει να κάμει το λόγο του, να κάμει και τη μετάφραση, ή του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, ή του Αποστολικού. Με απλά λόγια.
Δόξα σοι ο Θεός, μεταφράσεις της Καινής Διαθήκης, - ολόκληρης -, υπάρχουν πολλές, και μάλιστα πολύ καλές. Έτσι ο καθένας από μας μπορεί να πληροφορηθεί και στην απλή γλώσσα τον λόγον του Θεού.
Αλλά όπως πιστεύω όμως, και όπως κατάλαβα και όπως σήμερα άκουσα, το ένα μεν το διαβάσαμε, το άλλο δε το ακούσαμε από τους ιεροψάλτες, αυτά τα οποία ακούσαμε ήσαν κατανοητά. Κατά ογδόντα με ενενήντα τοις εκατό (80-90%) γνωστά. Ελάχιστες ήσαν οι λέξεις εκείνες τις οποίες πιστεύω ότι εσείς δεν καταλάβατε. Θα μπορούσατε λοιπόν παίρνοντας την Φωνή Κυρίου, την οποίαν πετάμε κάτω με τόση περιφρόνηση, να διαβάσομε σε μετάφραση και ερμηνεία το Ευαγγελικόν Ανάγνωσμα.
Το Ευαγγέλιο το σημερινό το έγραψε ο Ευαγγελιστής Λουκάς, και το έγραψε στα Ελληνικά εκείνης της εποχής του, δηλαδή στα Αρχαία Ελληνικά, και έτσι διαβάζετο το Ευαγγέλιο εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια, ακόμη μάλιστα και στα τετρακόσια χρόνια της Τούρκικης σκλαβιάς, που οι Έλληνες χρόνο με χρόνο ξεχνούσαν την γλώσσα τους. Κατάλοιπα έχουμε ακόμα και στις ημέρες μας από αυτήν την γλώσσα.
Και όμως οι σκλαβωμένοι Έλληνες το Ευαγγέλιο το καταλάβαιναν, γιατί τον λόγον του Θεού τον ρουφούσαν κυριολεκτικά με την ψυχή τους, και όσα δεν καταλάβαινε το μυαλό τα έπιανε με την πνευματική της αίσθηση η καρδιά. Αγράμματοι ήσαν, αλλά είχαν φόβον Θεού, αγράμματοι αλλά με πίστη δυνατή, αγράμματοι μεν αλλά έφταναν μέχρι ομολογίας και μαρτυρίου, ποτάμι το αίμα των Νεομαρτύρων χύθηκε στα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς. Χωρίς ερμηνείες και μεταφράσεις της Καινής Διαθήκης.
Αγράμματοι ήσαν αλλά ήσαν ευσεβείς, ευλαβείς, αγράμματοι αλλά πιστοί στις παραδόσεις και στις αξίες της χριστιανικής διδασκαλίας. Τα «γράμματα σπουδάματα, του Θεού τα πράματα» τα μάθαιναν στα κρυφά σχολειά με την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι και τα Μηναία, τα οποία όλα είναι γραμμένα στα Αρχαία Ελληνικά, - ακόμα και σήμερα έτσι ακούγονται και έτσι ψάλλονται.
Τα κρυφά σχολειά ήσαν τότε τα μοναστήρια με τους καλογήρους και τους ρακένδυτους παπάδες. Και τα φανερά ήσαν μέσα στους ιερούς ναούς, με τους εσπερινούς, με τους όρθρους. Με τη Θεία Λειτουργία, όπως ακριβώς είναι και σήμερα και γίνεται και σήμερα. Και όμως μόνο με τα ακούσματα της Θείας Λειτουργίας, κράτησαν αναμμένη την φλόγα της πίστεως και την αγάπη για την πατρίδα μας, την Ελλάδα. Και οι βραδινές προσευχές των σκλαβωμένων Ελλήνων μπροστά στο εικονοστάσι με το αναμμένο κανδηλάκι, ήταν αυτές που διατήρησαν την ενότητα της πίστεως και την αγάπη για την ελευθερία, και την αγάπη μεταξύ τους.

Σήμερα, το δύο χιλιάδες τέσσερα (2004), - τελειώνει και αυτό - , η Ορθόδοξη πίστις μας είναι νερόβραστη, η αγάπη μας ανύπαρκτη, και το Ευαγγέλιο κλειστό. Αλλοπρόσαλλη η διαγωγή μας μέσα στα σπίτια. Τίποτα δεν μπορούμε να μεταδώσουμε στα παιδιά μας – γι’ αυτό είναι αναιμικά, δεν πάσχουν απ’ την αναιμία του αίματος, πάσχουν από την αναιμία της πίστεως, της Ορθοδόξου πίστεως, των ναμάτων της πίστεως, απ’ αυτήν την αναιμία πάσχουν σήμερα τα Ελληνόπουλα.
Όλα τα θέματα της πίστεως και δη των Παναγίων Μυστηρίων, είτε τα κοροϊδεύομε στις ημέρες μας, είτε τα περιφρονούμε. Άμα σκοτώσεις την γλώσσα ενός λαού, σκοτώνεις και τον λαό και έθνος. Αυτό επιθυμούν μερικοί κουλτουριάρηδες εδώ και χρόνια, παρασυρόμενοι από τους εχθρούς της πίστεως να σκοτώσουν την πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου, και μάλιστα την Λειτουργική. Γι’ αυτό θα ήταν καλό να σταματήσουν οι κάποιοι καινοτόμοι τα πειράματα με την γλώσσα της Εκκλησίας μας, και δη της Θείας Λειτουργίας. Απαρασάλευτα πρέπει να παραμείνουν τα Ιερά και τα όσια της Παραδόσεώς μας.
Ο Εβραιοσαταλόπληκτος Κίσινγκερ, ο άλλοτε υπουργός Εξωτερικών, των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, είχε πει για μας: «Για να διαλύσουμε τους Έλληνες πρέπει να τους κτυπήσουμε σε δύο πράγματα, στη γλώσσα και στη θρησκεία». Έτσι, από τότε, η Ορθόδοξη χριστιανική πίστη μας, χτυπιέται εδώ και σαράντα χρόνια, αφενός μεν με τις εκατοντάδες προτεσταντικές αιρέσεις και τις Ινδουιστικές παραφυάδες και προπαγάνδες, που κατέκλεισαν την πατρίδα μας, και αφ’ ετέρου χτυπήθηκε και η γλώσσα μας. Και επισήμως, από κάποιους άθεους υπουργούς παιδείας, και συνεχίζεται και σήμερα, στο μήνα που πέρασε, να καταστρέφεται η ουράνια γλώσσα των Ελλήνων, όλως αυθαιρέτως, και μάλιστα στη Θεία μας Λατρεία, στη Θεία Λειτουργία και στο Ιερό Ευαγγέλιο. Και αυτό το κτύπημα είναι μέσα από τα σπλάχνα της Εκκλησίας, από κάποιους καινοτόμους και μάλιστα επισήμως.
Προσωπικά, ως πατήρ Στέφανος, είμαι αντίθετος σ’ αυτή την καινοτομία, και ο Θεός να μας φυλάξει από όλους τους εχθρούς της πίστεως, και τους εσωτερικούς και τους εξωτερικούς.
Οι νεωτερισμοί και οι καινοτομίες που δεν αποβλέπουν στον αγιασμό των χριστιανών, αντί να οικοδομούν γκρεμίζουν. Τις απόψεις μου εκφράζω. Και μάλιστα δημοκρατικά και με σεβασμό προς την Εκκλησιαστική μου αρχή. Ο σεβασμός όμως αυτός, δεν με εμποδίζει να διαμαρτύρομαι ήρεμα και πολιτισμένα.
Οι νέοι λοιπόν, θα έρθουν στην Εκκλησία όχι μέσα από τις κοσμικές καινοτομίες και παραδοξολογίες αλλά με τον αγιασμό των ποιμένων της. Νέοι γέροι και παιδιά, άντρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι ελκύονται στην χριστιανική μας πίστη και Εκκλησία, στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αποκλειστικά και μόνον από την Χάρη του Θεού. Όταν οι ποιμένες της, οι κληρικοί παντός βαθμού, είναι ευλαβείς και χαριτωμένοι, και θεοσεβείς. Και το επαναλαμβάνω. Για να γεμίσουν οι ναοί μας από αληθινούς πιστούς χριστιανούς, έχομε ανάγκη από ιερείς και επισκόπους που να είναι ταπεινοί και όχι ψωροϋπερήφανοι. Πραότατοι, και όχι θυμώδεις και νευρικοί σαν και μένα. Φωτεινοί στο ήθος, και όχι σκοτεινοί στα έργα, ελεήμονες, και όχι φιλάργυροι, φιλόθεοι και όχι φιλόχρυσοι, ειρηνικοί και όχι αλαζόνες, ευλαβείς και όχι θεομπαίχτες. Να είναι ακόμα καταδεχτικοί και χαριτωμένοι, και θεόκλητοι εκ κοιλίας μητρός. Να διακρίνονται επίσης από ταπεινό φρόνημα, από ιεραποστολικό ζήλο και από πνεύμα αυτοθυσίας, να σέβονται και να κρατούν σταθερά τις παραδόσεις της Εκκλησίας μας, τα ήθη και τα έθιμα της Ορθοδόξου πίστεως. Να διατηρούν ακεραία και αγνή την Ευαγγελική διδασκαλία της Εκκλησίας, και ανόθευτη τη Θεία μας Λατρεία, τη Θεία Λειτουργία. Να κατέχουν με πάσα ακρίβεια τα δόγματα και τους ιερούς κανόνας της Εκκλησίας, και ανόθευτα να τα προσφέρουν στον λαόν του Θεού, δηλαδή σε σας. Να είναι οι θεματοφύλακες της πίστεως, και να χύνουν το αίμα τους γι’ αυτήν. Και επιπλέον να αγαπούν με όλη τους την ψυχή, την μελέτην των Γραφών και των Πατέρων, την αδιάλειπτη εν μετανοία προσευχή, τη νηστεία, την αγρυπνία, την εγκράτεια. Τι άλλο να πω; Τι άλλο να πω;
Αν από μέσα μας δεν βγούνε, πηγαίως, οι ανεκλάλητοι στεναγμοί του Αγίου Πνεύματος, ούτε η πατρίδα μας θα σωθεί από τις σκοτεινές δυνάμεις, ούτε και τα λογικά πρόβατα της μάνδρας του Χριστού, που τα περισσότερα είναι ουσιαστικά χωρίς ποιμένα, θα σωθούν από τους προβατόσχημους λύκους που έχουν κατακλείσει την Ορθόδοξη Ελλάδα μας.
Παρά ταύτα, και πύλαι Άδου, ου κατισχύσουσιν αυτής, αυτής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, διότι «ζει Κύριος ο Θεός», και υπάρχουν άγιοι, που πρεσβεύουν, που έχουν χέρια οσίων, και με τις πρεσβείες τους δημιουργούν προϋποθέσεις σωτηρίας. Και οι άγιοι δεν έχουν λείψει από καμιά εποχή και από κανέναν αιώνα. Και η εποχή μας έχει αγίους, από τους οποίους οι περισσότεροι είναι αφανείς. Διότι οι αρετές δε βάζουν μπροστά στο στήθος ταμπέλες. Έχουμε και κληρικούς αγίους. Έχουμε και μοναχούς αγίους. Έχουμε και απλούς χριστιανούς που ζουν μέσα στον κόσμο αγίους. Ζουν ανάμεσά μας με ζωντανή την πίστη, με ενεργουμένη την αγάπη, με ολονύχτια την προσευχή, με την φωτιά του Αγίου Πνεύματος να κατακαίει τα σπλάχνα τους, τα στήθη τους, την καρδιά τους, την ψυχή τους, το είναι τους, σε μια ανύσταχτη αγωνία, για την σωτηρία των ψυχών της δικής των πρώτα, του συντρόφου κατόπιν, των παιδιών, των γονέων, των αδελφών, όλων των χριστιανών και σύμπαντος του κόσμου.
Ο πατήρ Ιωσήφ ο Ησυχαστής και παππούς και Όσιος, ο πατήρ Παϊσιος ο ασκητής, ο πατήρ Αμφιλόχιος ο Μακρής, ο πατήρ Φιλόθεος ο Ζερβάκος, ο πατήρ Ιάκωβος ο Τσαλίκης, ο πατήρ Γεώργιος ο Καρσλίδης, ο πατήρ Πορφύριος Μπαϊρακτάρης, ο πατήρ Δημήτριος Γκαγκαστάθης, για να μην αναφερθώ στους δέκα – δώδεκα που έχει ανακηρύξει η Εκκλησία μας ως Αγίους τον εικοστό αιώνα, όλοι αυτοί και άλλοι πολλοί, πρεσβεύουν στον Πανάγιο Θεό και στον Ουράνιο Θρόνο Του, για να αποστείλει Αγίους εργάτας στον αμπελώνα Του. Και ο Θεός θα στείλει. Ήδη τους έχει στείλει, μόνον που δεν ήλθε ακόμα η ώρα της αποκαλύψεως και της δράσεώς των. Και έτσι μόνον θα σωθούμε. Το μόνο που μένει από μας, είναι να παραμείνουμε ακέραιοι και σωστοί, όσα σύννεφα και αν μαζευτούν γύρω μας απειλητικά, μέσα στην Κιβωτό, μέσα στην Εκκλησία, που είναι η Κιβωτός της Σωτηρίας.
Με δυνατή την πίστη. Με συμμετοχή στα δύο σωστικά μυστήρια, Ιεράς Εξομολογήσεως και Θείας Κοινωνίας, αλλά με συνέπεια στο ήθος και στην διαγωγή μέσα στο σπίτι και έξω στη ζωή και στην κοινωνία. Με ασκητικό πνεύμα και ζωή, με αληθινή μετάνοια και τέλος με φρόνημα ταπεινό.
Αδελφοί μου, «άνω σχώμεν τα ς καρδίας»,
και να η ελπίδα,
και ιδού η σωτηρία,
όλους μας περιμένει ο Παράδεισος,
είναι ανοικτός,

Αμήν.

Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2004

Η αίσθησις οτι είμεθα υιοί τού Υψίστου περνά μέσα από τήν πίστη, τά μυστήρια, τήν κάθαρσι, καί τήν ευχή



188-α
Κυρ. Β' Λουκά 2004

«Και έσεσθε υιοί του Υψίστου».
Χριστιανοί μου, πολλοί άνθρωποι ανεξαρτήτου φυλής, γλώσσης, θρησκεύματος, χρώματος, εθνικότητος, λευκός, μαύρος, άσπρος, κίτρινος, κοκκινωπός, μελαμψός, και τα λοιπά, είναι πρώτα παιδιά του Θεού, πλασμένα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, και ύστερα των φυσικών γονέων παιδιά. Ακόμα και τα νόθα, τα εξώγαμα, και τα αγνώστου πατρός τε και μητρός, όλοι και όλα, είναι πλασμένα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση.
Πλάστης και Δημιουργός Κύριος ο Θεός! Αυτός δίδει την αθάνατη αιώνια ζωή, τη λογική ψυχή, το κατ’ εικόνα. Η φυσικοί γονείς δίνουν μόνο το σώμα, και κληροδοτούν στον όλο άνθρωπο αφενός μεν το πρωπατορικόν αμάρτημα και τις συνέπειες, και αφετέρου τη ροπή προς την αμαρτία, την πονηριά, την κακία, τον εγωισμό, την υπερηφάνεια, το πείσμα, τον θυμό, την διαστροφή, και τόσα πολλά άλλα που αυτός ο κατάλογος δεν τελειώνει, από κακίες και πάθη.

Ειδική υιοθεσία, αποκτούν οι άνθρωποι όταν θέλουν και όταν αποφασίζουν να βαπτιστούν Ορθόδοξα στο όνομα του Πατρός, και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, μέσα στην κολυμβήθρα, είτε είναι μικροί είτε είναι μεγάλοι.
Αυτή όμως η υιοθεσία, που επιτυγχάνεται δια του Αγίου Βαπτίσματος και του Χρίσματος, είναι η βασική προϋπόθεσις για να γίνουν οι άνθρωποι μέλη της Εκκλησίας του Χριστού, μέλη της στρατευομένης Ορθοδόξου Εκκλησίας. Προϋπόθεσις πάλι του Αγίου Βαπτίσματος, είναι η σωστή πίστις και η αληθινή μετάνοια. Δεν γνωρίζω πόσοι από μας, τους λεγομένους Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς, έχουν αυτές τις δυο βασικές προϋποθέσεις, όταν βαπτίζουμε τα παιδιά μας.

Στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, «υιοί του Υψίστου», παιδιά του Θεού, είναι όλοι εκείνοι αφενός μεν, που τηρούν με συνέπεια τις Ευαγγελικές εντολές, και αφετέρου συμμετέχουν μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, στα δύο σωστικά μυστήρια, Θείας Κοινωνίας και Ιεράς Εξομολογήσεως. Αυτό σημαίνει ότι μακάριοι δεν είναι αυτοί απλώς και μόνον, που ακούν τον λόγον του Θεού, αλλά οι φυλάσσοντες αυτόν. Δηλαδή αυτοί που τον τηρούν, τον εφαρμόζουν και τον κάνουν πράξη στη ζωή τους.
«Ου πας ο λέγων με ‘Κύριε Κύριε’ εισελεύσεται εις την Βασιλείαν των Ουρανών, αλλά ο ποιών το θέλημά μου, το θέλημα του Πατρός μου του εν Ουρανοίς». Αυτό το θέλημα του Ουρανίου Πατρός, το τήρησε πρώτος ο Υιός του Θεού, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, όστις «εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού». Έκανε υπακοή δηλαδή ο Χριστός ως Θεός εις τον Ουράνιο Πατέρα Του. Έκανε όμως και υπακοή και ως άνθρωπος, στην Παναγία Μητέρα Του, την Θεοτόκο Μαρία, και στο φυσικό προστάτη τον μνήστορα Ιωσήφ, όπως μας βεβαιώνει ο Ευαγγελικός λόγος που μας λέγει ότι «ην ο Χριστός υποτασσόμενος αυτοίς».
Ο Θεάνθρωπος όμως Κύριος έκανε και μια άλλη υπακοή. Τήρησε όλον τον Νόμον, τον τότε Νόμον, τον Μωσαϊκόν, και τις διατάξεις αυτού, όπως και τις ρήσεις των προφητών. Εμείς τι κάνουμε; Ούτε τις Ευαγγελικές εντολές τηρούμε, ούτε τις αντίστοιχες αρετές καλλιεργούμε, ούτε σωστά στα μυστήρια συμμετέχουμε όπως πρέπει, ούτε το θέλημα του Θεού εφαρμόζουμε, ούτε να λειτουργούμεθα δεν ξέρουμε. Ούτε πώς να πάρουμε αντίδωρο δεν γνωρίζουμε. Πάτε στην Ρωσσία να δείτε πως παίρνουν αντίδωρο και πως παίρνουν ευχή, το ένα χέρι κάτω απ’ τα’ άλλο, με ευλάβεια και σεβασμό, - όχι για τον παπά, ο παπάς είναι αμαρτωλός, και πρώτος είμαι εγώ, πάνω απ’ όλους – αλλά για την ιεροσύνη που φέρει, και η ιεροσύνη που φέρει είναι του Χριστού, το Χριστό προσκυνάτε. Όχι τον παπα-Γιώργη και τον παπα-Νικόλα και τον παπα-Στέφανο.
Λοιπόν δεν κάνομε απολύτως τίποτα, και πρώτος εγώ, και πρέπει να διορθωθούμε όλοι μας, αρχίζοντας βέβαια εγώ από σήμερα.
Άρα το προνόμιον της υιοθεσίας το έχουν αυτοί και μόνον, από τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, που τηρούν τις Ευαγγελικές εντολές, με ζωντανή την πίστη, με ενεργουμένη την αγάπη, με αληθινή τη μετάνοια, με ταπεινό το φρόνημα. «Εάν αγαπάτε με», λέγει ο Κύριος, «τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε», αλλά και «αγαπάτε αλλήλους», τώρα αν αγαπάμε αλλήλους αυτό το ξέρει η κάθε καρδιά του καθενός. Προπαντός δε «αγαπάτε τους εχθρούς ημών», το τόνισε το Ευαγγέλιο, πάλι σήμερα, «καλώς ποιείτε τοις μισούσιν ημας», και «μακροθυμείτε προς πάντας» και «αδιαλείπτως προσεύχεσθε», και «εν παντί ευχαριστείτε», και «ευλογείτε και μη καταράσθε», και «γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς ο Πατήρ ημών ο Ουράνιος οικτίρμων εστί». Και ο χρυσός κανόνας της χριστιανικής διδασκαλίας, «καθώς θέλετε να ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Και πλήθος άλλων Ευαγγελικών εντολών, που αναφέρονται στην πράξη της πραγματικής αγάπης προς τον πλησίον και προς τον Θεόν.

Ολόκληρο το κοσμοσωτήριον έργο αδελφοί μου, της ενανθρωπίσεως του Θεού Λόγου στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, απέβλεπεν «ίνα την υιοθεσίαν απολάβομεν». «Ίνα την υιοθεσίαν απολάβομεν», να πάρομε την υιοθεσία, να γίνουμε δηλαδή παιδιά του Θεού και έτσι να καταστούμε κληρονόμοι της Βασιλείας των Ουρανών. Γι’ αυτό και μείς, γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος είπε σήμερα ότι «πάσαν χάριν περισσεύσειν εις ημάς», όλη την πλούσια χάρη του Αγίου Θεού διά μέσου των Αγίων Μυστηρίων, σας την έδωσε με κάθε περίσσευμα, - πως την εκμεταλεύεται; πως την εκμεταλεύεσθε; - μας λέει εμάς, κι εμένα, αυτό ανήκει στην προαίρεσή σας.

Η ανταρσία των Πρωτοπλάστων όμως, Αδάμ και Εύας, μας αποξένωσε από τον Θεό, ενώ η πίστις στην Τριαδικότητα του Θεού, στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού και στο όλον έργο που έφθασε μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού, στην Εκκλησία, στην θεϊκή της διδασκαλία, και στα μυστήριά της, μας ξαναεντάσσει στους κόλπους της Εκκλησίας κι είμεθα πλέον παιδιά του Θεού.
Κι όλα αυτά όμως, όχι χωρίς κόπους, χωρίς πόνους και χωρίς θυσίες… Αυτό σημαίνει καθημερινό αιματηρό αγώνα για την κάθαρσιν εκ των ψεκτών παθών της κακίας.
Πώς θα γίνει αυτό; Με την κατά δύναμη νηστεία, την πνευματική ιδίως γιατί στη σωματική δεν αντέχουμε, θα είμεθα οι περισσότεροι ασθενείς, με αγρυπνία στο νου, με προσευχή και εγκράτεια, με φυλακή των αισθήσεων, με τη νίψη, με τη μελέτη των Αγίων Γραφών, της Καινής Διαθήκης και του Ψαλτηρίου, με τα δάκρυα της μετανοίας, με συντριβή και με κατάνυξη, και με τη συμμετοχή όπως χιλιάδες φορές το τονίσαμε στα μυστήρια Θείας Ευχαριστίας και Ιεράς Εξομολογήσεως.
Έτσι καθαρίζονται τα πάθη και φωτίζεται ο νους. Μόνον τότε φωτίζεται ο νους. Και όταν ο φωτισμένος νους, βοηθηθεί και από το γλυκύτατον, από το παμπόθητον όνομα του Ιησού Χριστού, από την ευχούλα, από το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», τότε κατέρχεται ο νους στο βάθος της καρδιάς, και τότε θα νοιώσετε τον Ουρανόν μέσα σας, τότε θα δείτε την καρδιά σας να γίνεται Ουράνιο Θυσιαστήριο, όπου θα θυσιάζεται με πολλή συντριβή και κατάνυξη ο νούς. Και τότε η καρδιά, ελεύθερη πλέον από τα σκοτάδια της αμαρτίας, και απ’ την τυραννίαν του διαβόλου, δια του Παναγίου Πνεύματος, θα αρχίζει να φωνάζει, να κραυγάζει και να διαλαλεί, να διαλαλεί θριαμβευτικά «Αββά ο Πατήρ»! Είμαι ο υιός σου, είσαι ο Πατέρας μου, είναι ο Πατέρας όλων μας, είναι ο «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς».

Ιδού χριστιανοί μου, πώς λαμβάνουμε πνεύμα υιοθεσίας, και καθιστάμεθα υιοί κατά χάριν, και υιοί του Υψίστου, και κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Ιησού Χριστού.
Η αίσθησις και το βίωμα ότι είμεθα υιοί του Υψίστου, λαμβάνεται μέσα από την πνευματική πορεία που αναφέραμε προηγουμένως. Την κάθαρση δηλαδή και τον φωτισμό και κυρίως με την νοερά καρδιακή προσευχή.
Βέβαια εμείς μέσα στον κόσμο, δεν μπορούμε να καταφέρουμε και πολλά πράγματα, αλλά τίποτα δεν μας εμποδίζει από το να λέμε την ευχούλα, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», με το στόμα, με τα χείλη ψιθυριστά και ιδιαίτερα με το νου. Παντού, στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο, στο αυτοκίνητο, και ειδικότερα εδώ, στη Θεία Λειτουργία. Να λέμε συνεχώς και να φωνάζουμε από μέσα μας, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Και τότε πολύ το όφελος, πολύ το πνευματικό κέρδος. Τότε θα δείτε άμεση τη βοήθεια του Αγίου Θεού και την συμπαράστασή Του. Και τότε θα καταλαγιάσει και το άγχος, και η ταραχή και η ανησυχία, και θα φύγουν οι βρώμικοι λογισμοί και όλος ο άνθρωπος θα ειρηνεύσει. Γι’ αυτό λοιπόν, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Και αν τυχόν αδελφοί μου, δεν έχομε άμεσα τα αποτελέσματα αυτής της νοεράς εργασίας, κάπου φαίνεται ότι φταίμε και μείς, και φταίει κυρίως ο εγωισμός μας. Ύστερα είναι η ολιγωρία, η αναβολή, η ακηδία, η αμέλεια, ο διάβολος, οι κακές συνήθειες του παρελθόντος, οι αδυναμίες και τα πάθη μας.

Αλλά είμεθα υιοί του Υψίστου, παιδιά του Θεού.
Και η Χάρις του Θεού, δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δεν θα μας εγκαταλείψει ποτέ.
Άπειρον το θείον έλεος, άπειρη και η φιλανθρωπία Του, η μακροθυμία Του, η ευσπλαχνία Του.
Ο Χριστός η ελπίδα μας, ο Χριστός η σωτηρία μας.
Είμεθα όλοι μας αμαρτωλοί, ναι είμεθα όλοι μας αμαρτωλοί, να το διαλαλούμε, να το ομολογούμε, να το φωνάζουμε, και πρώτος εγώ.
Αλλά ο Χριστός αμαρτωλούς ήλθε να σώσει.
Και μας σώζει με τη Σταυρική Του Θυσία και την Ανάστασή Του.
Τον πιστεύουμε; Να τηρήσουμε τις εντολές.
Τον πιστεύουμε; Να καλλιεργήσουμε τις αρετές όσο μπορούμε.
Τον πιστεύουμε; Να συμμετέχουμε σωστά στα Θεία Μυστήρια.
Τον πιστεύουμε; Τότε να ελπίζουμε στο Πανάγιον έλεός Του.
Γι’ αυτό ας Τον φωνάζουμε και ας Τον εκλιπαρούμε συνεχώς για έλεος, για έλεος, για έλεος.
Και κείνος δια της μετανοίας μας, θα μας σώσει όλους.
Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον πάντας ημάς,

Αμήν.

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2004

Η ευλάβεια και η Θεοσέβεια ως ειδικές αρετές που πρέπει να κοσμούν τον αγωνιζόμενο πιστό Χριστιανό



Κυρ. Μετά της Υψώσεως 2004

«Και αράτω τον Σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι».

Σήμερα χριστιανοί μου, ούτε τον Σταυρό μας σηκώνουμε, ούτε και τον Χριστόν με συνέπεια ακολουθούμε. Αυτό δηλώνει ότι και η πίστις μας είναι χλιαρή και νερόβραστη, και η ευλάβεια όπως και η θεοσέβειά μας είναι σχεδόν ανύπαρκτες.
Κάθε χριστιανός αδελφοί μου, και πρώτος εγώ ο ταλαίπωρος και ελεεινός, ή μπροστά πηγαίνουμε, ή προς τα πίσω. Στάσις δεν υπάρχει. Όταν λέμε στην εξομολόγησή μας και ομολογούμε ότι δεν προοδεύουμε σε τίποτα το πνευματικόν, αυτό σημαίνει ότι πάμε μόνον πίσω. Όταν δεν προοδεύουμε στις αρετές και γενικά στην πνευματική ζωή, συγχρόνως όμως δεν πέφτουμε και σε βαριές ή θανάσιμες αμαρτίες, πάλι πίσω πάμε και όχι μπροστά.
Γι’ αυτό οφείλουμε να καλλιεργήσουμε την πίστη μας, τον αγιασμένο φόβον προς τον Θεόν, την ευλάβειά μας και την θεοσέβεια, την μετάνοια και το ταπεινό φρόνημα, το πνεύμα της αγωνιστηκότητος και της θυσίας, το να μπορούμε να σηκώνουμε κάθε μέρα τον Σταυρό μας. Και ασφαλώς βέβαια να καλλιεργήσουμε και άλλες πολλές αρετές, που όλες μαζί συντελούν στη σωτηρία μας.

Και τώρα πιθανόν να με ρωτήσετε «και πως θα τις καλλιεργήσουμε αυτές; Πως θα πηγαίνομε μπροστά και όχι πίσω;»
Ασφαλώς, επαναλαμβάνω, με τον καθημερινό μας πνευματικό αγώνα, με την συμμετοχή μας στα πανάγια σωστικά μυστήρια, με την προσευχή, με την μελέτη των Αγίων Γραφών και των Πατέρων της Εκκλησίας, και με τόσα άλλα που τόσες πολλές φορές έχουμε τονίσει και επαναλάβει.
Τα χαρίσματα και οι δωρεές του Θεού που δίδονται στον κάθε χριστιανό αδελφοί μου, δεν κρύβονται. Όσο και να τις κρύψει ένας κεχαριτωμένος κληρικός, ή μοναχός, ή απλός αγωνιζόμενος εν τω κόσμω πιστός χριστιανός, αυτά τα χαρίσματα και αυτές τις δωρεές, τις αποκαλύπτει ο Θεός, τις κάμνει φανερές. Έτσι λοιπόν οι σημερινές χριστιανικές οικογένειες που ζούνε μέσα σ’ αυτόν τον κόσμον τον τραγελαφικόν, για να ωφελούνται πρέπει να ψάχνουν, και να το κάμουν αυτό με έμπονη προσευχή, το επαναλαμβάνω, έμπονη, με πόνο ψυχής, να ζητούν να βρουν οικογένειες, που να έχουν ζωντανή την πίστη και όχι νερόβραστη. Έμπρακτη την αγάπη και όχι μόνον λόγια και φιλολογία, να έχουν αληθινόν φόβον Θεού, και όχι ψευτοευσέβεια, που να είναι ευλαβείς, και όχι υποκριτές.

Η θεοσέβεια είναι σεβασμός προς τον Θεόν, και πρέπει αυτή να διακρίνει όλους μας, όπως ασφαλώς και η ευλάβεια. Η ευλάβεια μας λένε οι Πατέρες μοιάζει με το θυμίαμα, που όταν καίγεται, απλώνεται το άρωμά του παντού, και ο ευώδης καπνός ανέρχεται, ανεβαίνει ψηλά.
«Κατευθυνθήτω η προσευχή μου, ως θυμίαμα ενώπιόν σου», ψάλλουμε κάθε μέρα στον Εσπερινό. «Κύριε και Θεέ μου, σαν θυμίαμα κατευθύνεται στον Ουράνιο Θρόνο Σου, η πονεμένη μου προσευχή».
Και η θεοσέβεια και η ευλάβεια, δεν κρύβονται. Τις αποκαλύπτει ο Θεός. Και έχει τους τρόπους Του. Γι’ αυτό και μεταδίδονται εύκολα, αρκεί εμείς, που θέλουμε να ωφεληθούμε απ’ αυτές τις θεοσεβείς χριστιανικές οικογένειες, και από κάποιους ευλαβείς κληρικούς, οφείλουμε να έχουμε κατά πρώτον λόγον καλή διάθεση, καλούς λογισμούς και ταπείνωση.
Το επαναλαμβάνω, όχι μόνο θα ψάξουμε για να τις βρούμε, αλλά και αν τις βρούμε για να συναναστραφούμε μ’ αυτές, θα πρέπει να έχουμε καλή διάθεση, καλούς λογισμούς και ταπείνωση.
Υπάρχει θεοσέβεια και ευλάβεια σε πολλές ψυχές μέσα στον κόσμο, που εμείς αγνοούμε, τον πνευματικό τους αγώνα, και την κρυφή τους εργασία. Και αν κάτι θελήσει ποτέ να μας αποκαλύψει ο Θεός απ’ αυτές ή απ’ αυτούς, εμείς τότε μέσα απ’ τη δική μας μικροπρέπεια, την κακομοιριά, τις αδυναμίες μας, τις κακίες μας, τις πονηρίες μας, όλα τα παρεξηγούμε και συνεχώς κατακρίνουμε και κουτσομπολεύουμε.
Οι κινήσεις και οι τρόποι του θεοσεβούς χριστιανού, η καλοσύνη του, η πραότητά του, το χαμόγελό του, - και όχι τα δικά μου κατεβασμένα φρύδια – και γενικά η όλη συμπεριφορά μαρτυρούν την ευλάβειά του. Η στάσις του μέσα στο σπίτι, και εις την οικογένεια, όπως και εις την εργασία του, την οποιαδήποτε εργασία του, είναι ακριβώς ίδια, όπως είναι και μέσα στο Ναό, όταν εκκλησιάζεται, και όταν κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων. Όχι εδώ κούκλος και στο σπίτι πανούκλος, εδώ ευσεβής, εδώ ευλαβής, ευλαβής και στο σπίτι του, θεοσεβής με το σύντροφο της ζωής του, με τα παιδιά του, στην εργασία του, στο δρόμο, στην κοινωνία.
Είσαι σύζυγος; Είσαι πατέρας; Μητέρα; Θυγατέρα; Γιός; Παππούς, γιαγιά, παπάς, είσαι παπάς; Δεσπότης, καλόγερος; Οφείλεις να είσαι ευλαβής! Θεοσεβής, ταπεινός, γεμάτος πίστη, αγάπη ενεργουμένη, ταπείνωση και θυσία. Δεν τάχεις αυτά; Όποιος και αν είσαι, είσαι ένα τίποτα. Είμαι ένα τίποτα. Και συ, και συ, και συ, τι είσαι; Επιθεωρητής, στρατηγός, στρατιώτης, καθηγητής, δάσκαλος, βουλευτής, υπουργός, εργάτης, υπάλληλος, αθλητής, μήπως ψάλτης, μήπως θεολόγος, ότι κι αν είσαι, αν δεν έχεις θεοσέβεια και ευλάβεια προς τον Θεόν, στην Παναγία και τους Αγίους, και προς τον συνάνθρωπόν σου που είναι κι αυτός εικόνα του Θεού, δεν είσαι τίποτα. Όχι ασφαλώς τους ξηρούς τύπους. Όχι πολύ περισσότερο στην ψευτοταπείνωση και στην ταπεινοσχημία. Όχι βεβαίως και στην θρησκοληψία, και όχι στην υποκρισία. Αλλά ναι, στην αληθινή ευσέβεια που λέγεται θεοσέβεια, και που έχει φόβον Θεού, μετάνοια, προσοχή, νίψη, αδιάλειπτη προσευχή, δάκρυα, αγώνα για τα πάθη, και αγώνα για την κατάκτηση των θεοαρετών.
Τότε μας τιμούν και οι άγγελοι. Αλλά μας μακαρίζει και ο ίδιος ο Θεός. «Μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν». Είσαι θεοσεβής; Αν ναι, έχεις και ευλάβεια και με ακρίβεια τηρείς τις εντολές. Και δεν είσαι μόνον λόγια όπως εγώ.
Η θεοσέβεια μαζί με την ευλάβεια, αποδεικνύονται από τον τρόπον με τον οποίον εκκλησιαζόμεθα, από τον τρόπον το πώς κοινωνούμε, μάλιστα, η ευσέβεια εκεί φαίνεται, από το πώς παίρνουμε το αντίδωρο στα χέρια μας, από το πώς αναχωρούμε από τον ναόν μετά το «Δι’ ευχών». Μερικές φορές υπάρχει τόση αταξία μέσα στους ναούς, που αμφιβάλλω αν είμεθα μέσα σε Ορθόδοξο ιερό Ναό ή σε χάβρα Ιουδαίων ή σε κανένα κοσμικό κέντρο.

«Άνω σχώμεν τας καρδίας», μας προτρέπει ο λειτουργός ιερεύς, και εμείς απαντάμε διά μέσου των ιεροψαλτών «έχομε προς τον Κύριον». Και όμως λέμε ψέματα. Δεν έχουμε την καρδιά μας στο Θεό. Ούτε ο νούς μας, ούτε η καρδιά μας είναι εκεί. Αλλού τρέχει ο νούς και αλλού βόσκει η καρδιά μας. Πιθανόν δε σε χίλιες δυο βιοτικές μέριμνες, και όχι στον Θρόνον του Θεού. Με το σώμα μέσα στον Ιερό Ναό, και με την καρδιά μας έξω δυστυχώς απ’ αυτόν.
Και όμως εδώ μέσα σφαγιάζεται ο Κύριος. Και με τη Θυσία Του μας προσφέρει το Σώμα και το Αίμα Του για να μας καθαρίσει από κάθε αμαρτία, όσο θανάσιμη και αν είναι αυτή.
Μας μεταγγίζει το Πανάγιόν Του Αίμα, μας θεραπεύει, μας φωτίζει, μας αγιάζει και μας τρέφει με το Σώμα του, και έτσι θέλει να μας θεοποιήσει και να μας καταστήσει κληρονόμους της Βασιλείας των Ουρανών.
Πόσοι ναοί σήμερα Κυριακή θα λειτουργήσουν στην Ελλάδα; Οχτώ χιλιάδες. Θα βάλουμε και άλλες δυο χιλιάδες και άλλες δέκα χιλιάδες, σε ολόκληρο τον κόσμο, και ιδιαιτέρως κατά χιλιάδες στην Ρωσία, την Ουκρανία, και σε όλες τις άλλες Ορθόδοξες χώρες, όπου σήμερα τελείται Κυριακή η Θεία Λειτουργία; Πόσα Άγια Ποτήρια προσφέρουμε, πόσα Άγια Ποτήρια θα βγουν να κοινωνήσουν τους χριστιανούς; Δέκα χιλιάδες, είκοσι χιλιάδες Άγια Ποτήρια… Το κάθε Άγιο Ποτήριον πόσα γραμμάρια κρασί έχει που έχει μεταβληθεί σε Αίμα; Να πούμε εκατό γραμμάρια, να πούμε εκατόν είκοσι, μέχρι εκατόν είκοσι είναι, Αίμα! Εκατόν είκοσι γραμμάρια, επί είκοσι χιλιάδες, διακόσια σαράντα κιλά Αίμα χύνεται σήμερα και προσφέρεται σε όλους μας, για τη σωτηρία μας, εις άφεσιν αμαρτιών, και μεις είμαστε αδιάφοροι, μέχρι σκληρόκαρδοι.
Άλλοι από μας κουβεντιάζουμε μέσα στον ναό, άλλοι κατακρίνουμε ο ένας τον άλλον, άλλοι πάλι κοιτάζουμε τι φοράει ο ένας και τι φοράει ο άλλος, και αλήθεια, τι κρίμα, που ενώ προσφέρεται η Θυσία Αινέσεως, και το Αίμα εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια, - έρευσε ποτάμι το Αίμα αυτό του Κυρίου - , το μυαλό το δικό μας ταξιδεύει, τα μάτια μας διαρκώς κατακρίνουν, όπως και το μυαλό και η γλώσσα ροκανίζει.
Που είναι η ευλάβειά μας; Πού είναι η θεοσέβειά μας; Πού είναι η προσοχή μας; Αλλά και εμείς οι ιερείς όμως, δεν τους εξαιρώ τους εαυτούς μας πολύ δε περισσότερο τον εαυτόν μου, τι κάνομε μέσα στο Άγιο Βήμα; Κουβεντολόγι … και «Άγιος ο Θεός». Έτσι όμως όλοι μας κολαζόμεθα, κληρικοί και λαϊκοί, και αν δεν υπάρξει μετάνοια και δάκρυα, και διόρθωση, κόλασις μας περιμένει εκεί όπου, «ο τριγμός και ο βρυγμός των οδόντων», εκεί όπου «ο σκώληξ ου τελευτά», εκεί όπου «το πύρ άσβεστον και το σκότος ψηλαφητόν». Αυτή είναι η αλήθεια και αυτή είναι η τραγική πραγματικότητα.

Μετά όμως το Άγιον Βάπτισμα και το Άγιον Χρίσμα χριστιανοί μου, η ευλάβεια υπάρχει μέσα στον καθένα μας, ως φυσικό χάρισμα και ως δωρεά του Θεού, που θέλει όμως καλλιέργεια.
Άλλωστε γι’ αυτό είμεθα και μείς σήμερα όλοι εδώ μέσα. Εσείς και γω ο αμαρτωλός, για να μπολιαστούμε από τη Χάρη του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και Θεού ημών, και από το Αίμα Του. Να μας μεταγγίσει το Αίμα Του για να μεγαλώσει μέσα μας, το δένδρο εκείνο που έχει δύο κορμούς, τι θεοσέβεια και την ευλάβεια, που είθε να προσφέρουν πλήθος από σωτήριους καρπούς, και για την ψυχή μας αλλά και για τον πλησίον, και για κάθε χριστιανόν, και για κάθε άνθρωπον,

Αμήν.

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2004

Η πίστης και η μετάνοια ως βασικές αρετές για την σωτηρία μας



Κυρ. Προ της Υψώσεως 2004

«Πας ο πιστεύων εις αυτόν, ου μη απόλειται, αλλ’ έχει ζωήν αιώνιον».
Όποιος χριστιανοί μου πιστεύει στο Χριστό και στο κοσμοσωτήριο έργο Του, σώζεται.
Έτσι πιστεύει και εργάζεται τις αρετές, πιστεύει και τηρεί τις εντολές, πιστεύει και κάμει υπακοή στο πανάγιον θέλημά Του, πιστεύει αλλά με αγάπη ενεργουμένη, πιστεύει αλλά με έργα μετανοίας. Πιστεύει και συμμετέχει στα πανάγια μυστήρια, πιστεύει και προσεύχεται και νηστεύει και αγρυπνεί και εγκρατεύεται, πιστεύει και μελετάει τις Άγιες Γραφές και τους Πατέρες της Εκκλησίας.
Η πίστις στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού, και στην Τριαδικότητα του ενός Θεού, αυτή και μόνον μας σώζει. Αυτή όμως η ενεργουμένη πίστις, αποδεικνύεται από τα έργα μας. «Δείξον την πίστην σου εκ των έργων σου». Συντηρείται από την προσευχή μας, τρέφεται από την Θεία Κοινωνία, και αυξάνει από την καθημερινή μας μετάνοια.
«Μετανοείται και πιστεύεται τω Ευαγγελίω», διεκήρυξε ο Κύριος. Άρα η πίστις και μετάνοια συνυπάρχουν στον ίδιο ορθόδοξο πιστό, αγωνιζόμενο χριστιανό, σε μια αδιαίρετη ενότητα. Πιστεύομε και ομολογούμε την πίστη, εν έργω και λόγω, με την τήρηση των εντολών και την καλλιέργεια των θειοτάτων αρετών. Πιστεύομε στο έλεος του Θεού και στην άπειρη μακροθυμία του διότι είμεθα αμαρτωλοί.
Και είμεθα αμαρτωλοί αφού αμαρτάνομε κάθε μέρα. Είτε εκουσίως, θεληματικά, είτε αθέλητα, είτε με τους λογισμούς, είτε με τις αισθήσεις, είτε και με την φαντασία ακόμα, εκτός των έργων, των λόγων, επιθυμιών και τα λοιπά.
Η πίστις μαζί με την καθημερινή μετάνοια, την προσευχή, το μακάριο πένθος που έχει και τα δάκρυα της μετανοίας, με σώζουν, μας σώζουν, μας σώζουν, απ’ τον αιώνιο θάνατο της ψυχής, δηλαδή από την αιώνια κόλαση.
Η πίστις μας έχει αναφορά και στην Κόλαση και στον Παράδεισο, διότι ομολογήσαμε προηγουμένως στο Σύμβολον της Πίστεως «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος, αμήν».
Η πίστις μας είναι Ορθόδοξος τρόπος ζωής, ζωής ευλογημένης, ζωής αγιασμένης, ζωής αγγελικής, σύμφωνη δηλαδή με τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας.
Όπως η Ορθόδοξος χριστιανική πίστις είναι τρόπος ζωής, έτσι και η μετά θάνατον αιώνιος ζωή, είναι τρόπος υποστατικής υπάρξεως του όλου ανθρώπου.
Χαρά και μακαριότητα στη Βασιλεία των Ουρανών, αλλά και αφόρητη φρίκη και μίσος στην αιώνια κόλαση.
Αυτή είναι η πίστις μας, αλλά και η κράζουσα πραγματικότητα του μέλλοντος αιώνος διά στόματος Κυρίου. Επίσης έχουμε πίστη στα μυστήρια της Εκκλησίας μας, Βάπτισμα, Χρίσμα, Θεία Κοινωνία, Ιερά Εξομολόγηση, Ιεροσύνη, Γάμο και Ευχέλαιο.
Το μυστήριο της μετανοίας είναι και το δεύτερο βάπτισμα, το λουτρό του βαπτίσματος, το λουτρό των δακρύων.
Ο αμαρτωλός που αμαρτεί για όσες αμαρτίες και εγκλήματα και αν έχει κάμει, εάν έχει αληθινή μετάνοια, συγχωρείται παντελώς, εξέρχεται από την Ιερά Εξομολόγηση, πιο λευκός και από το χιόνι, πιο φωτεινός και από τον ήλιο. «Ένα βαρύ εξωτερικό τραύμα στο σώμα μας», μας λέγει ο Άγιος Ιερός Χρυσόστομος, «αφήνει ένα σημάδι, μια ουλή». Όπως την αφήνει και μια εγχείρηση που τυχόν θα κάνουμε. «Αλλά μετά από την αληθινή σου μετάνοια», βροντοφωνάζει ο Ιερός Χρυσόστομος, «και μετά την Ιερά σου Εξομολόγηση, η αγάπη του Θεού, δεν αφήνει κανένα ίχνος, κανένα σημάδι, καμιά ουλή, ακόμα και για την πιο σου μεγάλη αμαρτία».
Η αμαρτία με τα πολλά μας πάθη, είναι φωτιά που κατακαίει την ψυχή μας και την κολάζει. Κολάζεται η ψυχή μας απ’ την αμαρτία. Με τι μέσον όμως σβήνουμε μια οποιαδήποτε φωτιά; Είτε γίνει στο σπίτι μας, είτε σ’ ένα δάσος, σ’ ένα εργοστάσιο, ή κάπου αλλού; Με νερό. Ε, και τη φωτιά που κατακαίει τα σπλάχνα μας, κατακαίει και κολάζει την ψυχή μας, αυτήν την φωτιά, θα την σβήσουν μονάχα τα δάκρυα της μετανοίας. Οι κρουνοί της μετανοίας, οι κρουνοί των δακρύων, όπως λέγει και ο δικός μου ο άγιος γέροντας. Και έρχονται ευθύς αμέσως, το έλεος του Θεού, μετά το σβήσιμο αυτής της φωτιάς, και ξανακτίζει το σπίτι της ψυχής μας. Και το κάνει παλάτι και το κάνει ανάκτορο του ουρανού.
«Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών». Άρχισε το κήρυγμά του ο Κύριος. Και πότε «ήγγικεν η Βασιλεία του Θεού»; Ήλθεν κατά πρώτον με την ενανθρώπιση του Θεού στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού, τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός, ο Θεάνθρωπος Κύριος και Σωτήρας του κόσμου. Έρχεται με τη Θεία Κοινωνία, έρχεται με την ενάρετη ζωή μας, έρχεται μέσα από την κεχαριτωμένη προσευχή μας, έρχεται και όταν πεθάνουμε. Άραγε είμεθα έτοιμοι να υποδεχτούμε τον Κύριο μετά πίστεως και μετανοίας;
Η πίστις στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού, και στο κοσμοσωτήριο έργο του που έφθασε μέχρι θανάτου, θανάτου σε Σταυρού, μας σώζει μέσα από τις ηγιασμένες προϋποθέσεις που αναφέραμε.

Τα είπαμε κάπως σύντομα και επιγραμματικά, αλλά αυτή είναι η γενική εικόνα της Ορθοδόξου πίστεως. Η μεθαυριανή γιορτή του Τιμίου Σταυρού, είναι μία υπενθύμισις της Μεγάλης Παρασκευής, γι’ αυτό έχουμε και νηστεία, της υπερτάτης θυσίας του Θεανθρώπου Χριστού.
Αυτό θα πει το εξής: Κάθε φορά που μητέρα Εκκλησία, μας καλεί για να μας χαρίσει τη σωτηρία, δια μέσου του Σταυρωθέντος Ιησού Χριστού, και αναστάντος εκ νεκρών, μάς καλεί να περάσουμε μέσα από το μυστήριον του Σταυρού.
Σταυρός είναι να αρνούμεθα το αμαρτωλό θέλημά μας και να κάνομε υπακοή στο λόγο του Θεού. Το να πολεμούμε κάθε μέρα τα πάθη μας, και τις αδυναμίες μας είναι Σταυρός, είναι μαρτύριο. Το να αντιστεκόμεθα στις πονηριές του διαβόλου, και στις θανάσιμες προσβολές των λογισμών, είναι και αυτό μαρτύριο, αναίμακτο μαρτύριο της συνειδήσεως, βαρύς Σταυρός κάθε μέρα. Το να σηκώνουμε αγόγγυστα τις θλίψεις, τα βάσανα και τους πειρασμούς της ζωής, είναι βαρύς Σταυρός και γίνεται ακόμα πιο βαρύς όταν σηκώνουμε τις αδικίες και την αχαριστία του πλησίον μας και των δικών μας ανθρώπων. Το να μπορούμε με τη χάρη του Θεού, να συντρίβουμε κάθε λεπτό της ώρας, τον επάρατο εγωισμό μας, είναι κι αυτό ένας Σταυρός, βαρύς Σταυρός.
Ο Σταυρός όμως που μας οδηγεί στην ανάσταση, διότι «ο υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται».

Αν δεν πιστεύομε στην Σταυρική θυσία, του Ιησού Χριστού και στην Ανάστασή Του, δεν μπορούμε να σωθούμε. Αυτή η πίστις μας οδηγεί στα μυστήρια, στην ενεργουμένη αγάπη και μετάνοια, όπως και στην τήρηση των Ευαγγελικών εντολών. Ελπίζουμε και πιστεύουμε, στο άπειρον έλεος του Αγίου Θεού, το οποίον θα φωτίσει το νου μας, θα δυναμώσει την θέλησή μας, θα προκαλέσει την μετάνοιά μας και τα δάκρυα της μετανοίας, θα χαρίσει τα χρέη των αμαρτιών μας, και θα μας σώσει. Και όχι μόνον θα μας σώσει, αλλά και παιδιά Του θα μας κάνει. Και κληρονόμους της Βασιλείας Του, όπως τον Άσωτον Υιόν, αρκεί να μετανοούμε κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή.
Είθε αυτό, δηλαδή το της μετανοίας χάρισμα, να μας το δίδει κάθε μέρα ο Πανάγιος Θεός,

Αμήν.

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2004

Ή δούλος του Χριστού απελεύθερος, ή δούλος τών παθών



Κυρ. Δ' Ματθαίου 2004

«Ελευθερωθέντες δε από της αμαρτίας εδουλώθητε τη δικαιοσύνη», από το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα.
Εδώ, ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του, και στο έκτο κεφάλαιο, μας ομιλεί για την ελευθερία, που μας χάρισε ο Θεός μέσα από την πίστη μας, στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού και το προσφερόμενον έργο της σωτηρίας Του, και που εκδηλώθηκε έμπρακτα από εμάς μετά το Άγιον Βάπτισμα.
Και μας λέγει ο Απόστολος Παύλος στο σημερινό του Ανάγνωσμα, ότι υπάρχουν χριστιανοί μου δύο ειδών δούλοι. Οι δούλοι της αμαρτίας και οι δούλοι της αρετής. Οι δούλοι της αμαρτίας είναι σκλάβοι στο διάβολο και σκλάβοι στα πάθη τους. Σκλάβος είναι αυτός που εξαρτάται από το πιοτό, αυτός που υποδουλώνεται στα ζάρια και στο χαρτοπαίγνιο, σκλάβος είναι και ο ναρκομανής, σκλάβος είναι και αυτός που δεν μπορεί να κόψει το τσιγάρο. Σκλάβος είναι και ο κοιλιόδουλος, είναι και ο λαίμαργος. Ο ένας σκλάβος είναι στο θυμό και στην οργή, και ο άλλος είναι στη ζήλεια και στο φθόνο, και έτσι θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σ’ όλα τα πάθη. Κάθε πάθος και ένας τύραννος, κάθε αδυναμία και μια σκλαβιά, και όλοι μαζί είμεθα σκλάβοι στον εγωισμό μας. Έτσι είμεθα οι πιο πολλοί από μας, δούλοι στην πλεονεξία και άλλοι στη φιλαργυρία, άλλοι πάλι στη μνησικακία, στη σκληροκαρδία, στον αυταρχισμό, στην αισχρολογία, στη βλασφημία των θείων, στη μικροπρέπεια, στο ψέμα, στην υποψία, - καθολικό φαινόμενο η υποψία,- στην υποκρισία, και σε χίλια δυο άλλα πάθη που δεν μπορώ να απαριθμήσω τώρα. Ο καθένας γνωρίζει τα δικά του πάθη και το πόσο υποφέρει και βασανίζεται απ’ αυτά.
Οι κοσμικοί άνθρωποι που ζούνε μακριά απ’ το Θεό, έστω και αν λέγονται πολιτισμένοι σήμερα, νομίζουν πως ελευθερία είναι να κάμουν ό,τι θέλουν. Συνήθως λένε «είμαι ελεύθερος να κάμω ό,τι θέλω, να βρίζω, να κτυπώ, να σπάζω βιτρίνες, να κλέβω, να απατώ, να παρανομώ, να κοροιδεύω, να συκοφαντώ, να κοραίνομαι με τις ηδονές και στη σαρκολατρία, να μη τιμώ κανέναν. Να λέω ό,τι θέλω, να κάμω ό,τι θέλω. Τι θα πει σεβασμός και τιμή στο γέρο και στη γριά ή στους γέροντες γονείς, άμα θέλω σηκώνομαι απ’ το κάθισμα του λεωφορείου, έστω και αν είμαι δεκαπέντε χρονών, άμα δεν θέλω δεν σηκώνομαι. Είμαι ελεύθερος να κάμω ό,τι θέλω». Αυτού του είδους όμως η ελευθερία, μετατρέπεται σε μικρό χρονικό διάστημα σε μια φρικτή σκλαβιά. Γιατί τότε σκοτίζεται ο νους, γιγαντώνονται οι κακές σκέψεις μέσα μας και οι πονηροί λογισμοί.
Η σκοτισμένη αυτή κατάστασις του νου μαζί με τις επαναλαμβανόμενες καθημερινές πράξεις της πονηρίας, εξασθενίζουν την θέληση και αχρηστεύουν τις εσωτερικές πνευματικές αντιστάσεις. Έτσι έρχεται η κυριαρχία των παθών, και η ψυχή υποδουλώνεται στην σκληρή τους τυραννία.
Να, πως ο άνθρωπος γίνεται σκλάβος και δούλος των παθών, δηλαδή της αμαρτίας. Ενώ η αληθινή ελευθερία βρίσκεται στο να γίνουμε όλοι μας δούλοι Χριστού. Και δούλος Χριστού είναι αυτός που τηρεί ελεύθερα, τις Ευαγγελικές εντολές, που ελεύθερα και από αγάπη κάνει υπακοή στο θέλημα του Θεού, και συμμετέχει στα σωστικά μυστήρια της Ορθοδόξου ημών πίστεως και Εκκλησίας.
Ο δούλος του Χριστού, δηλαδή ο δούλος του Θεού, με τον καθημερινό του πνευματικό αγώνα, δηλαδή με τη νηστεία στις αισθήσεις, - αυτό ονομάζεται από τους Πατέρας φυλακή των αισθήσεων –, με τον έλεγχο στη γλώσσα, με την προσοχή στους λογισμούς, με την εγκράτεια και την καθημερινή προσευχή, με την μελέτη των Γραφών, με το ταπεινό φρόνημα και την συντριβή, με την φλογερή πίστη – που δεν έχουμε – και την ενεργουμένη αγάπη, - και απ’ αυτήν δεν έχουμε – απαλλάσσεται ο δούλος του Θεού από την τυραννία των παθών, και εξουδετερώνει την σκοτεινή εξουσία του κόσμου και του διαβόλου. Και από δούλος των παθών, ο άνθρωπος ή ο χριστιανός, γίνεται δούλος της δικαιοσύνης, δούλος των θείων αρετών, δούλος Θεού, δηλαδή παιδί του Θεού. Υιός κατά χάριν και κληρονόμος της Βασιλείας των Ουρανών. Ο δούλος του Θεού είναι ο ελεύθερος εν Χριστώ Ιησού.
Όποιος όμως πάλι είναι δούλος των παθών, και των σκοτεινών προπαντός προλήψεων, γεμίζει από ντροπή, από στεναχώρια, αηδία, ταραχή, νεύρα, τύψεις … δεν τον χωράει ο τόπος, όλα του φταίνε, πότε πονάει εδώ, και πότε πονάει εκεί. Η φαντασία του στις σκοτεινές σκέψεις κοντεύει να τον τρελάνει. Πολλές φορές έχει παράξενους φόβους, είναι γεμάτος υποψίες και πολλά άλλα, όλα μαζί, δηλώνουν μια αξιοθρήνητη κατάσταση όπως μας την περιέγραψε προηγουμένως το Αποστολικόν Ανάγνωσμα.
Υπάρχουν όμως, όπως μας είπε ο Απόστολος Παύλος, και τα χειρότερα, και αυτά τα χειρότερα τα υπογραμμίζει δυό φορές. Το τέλος εκείνων, δηλαδή, των δούλων των παθών και του διαβόλου, θάνατος. Και πιο κάτω, «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος». Η λέξις «οψώνια» σημαίνει μισθός, πληρωμή, άρα η πληρωμή που δίνει η αμαρτία, σε όσους θέλουν να παραμείνουν πεισματικά δούλοι των παθών, είναι ο θάνατος. Όχι όμως ο σωματικός, -γιατί σωματικό θάνατο θα τον υποστούμε όλοι μας, είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει, σήμερα αύριο φεύγουμε, πόσο καιρό δεν ξέρω, αλλά θα φύγουμε, και οπωσδήποτε θα φύγουμε,- αλλά εδώ ομιλεί για τον πνευματικόν θάνατο, δηλαδή για την αιώνια κόλαση. Ο Θεός όμως δεν κολάζει κανέναν, -κανένα πλάσμα του δεν το κολάζει-, μόνος του ο άνθρωπος αυτοκαταστρέφεται, μόνος του διαλέγει το μίσος, την κακία και την πονηριά, μόνος του αυτοκολάζεται και πεθαίνοντας κουβαλάει μαζί του και την κόλαση της ψυχής του. Ο Θεός απλώς επισφραγίζει τις δικές μας επιλογές, και τις δικές μας αποφάσεις, -το επαναλαμβάνω-, δεν μας κολάζει ο Θεός και δεν μας κολάζει και ο πλησίον. Την κόλαση την έχουμε μέσα μας, και αν δεν την πετάξουμε και δεν την γεμίσουμε από φως, θα την κουβαλήσουμε μαζί μας, μετά τον θάνατόν μας, για να είναι η κακή κληρονομιά.

Χριστιανοί μου, αν η πληρωμή της αμετανόητης ζωής μας, δηλαδή της αμαρτίας, είναι ο θάνατος, ποια είναι η πληρωμή της αρετής; Η πληρωμή της αρετής ποια είναι; Καμία! Καμιά; Ναι, ναι, καμία. Διότι η υπακοή στο θέλημα του Θεού, και η εργασία των αρετών, δεν έχει πληρωμές, αλλά έχει χαρίσματα, έχει θείες δωρεές.
Να πως μας το βεβαιώνει ο Απόστολος Παύλος. «Το χάρισμα του Θεού, ζωή αιώνιος εν Χριστώ Ιησού, τω Κυρίω ημών». Άλλο πληρωμή, άλλο μισθός, άλλο χάρισμα, άλλο ουράνιος δωρεά. Και η αλλαγή αυτή των λέξεων από τον Απόστολο Παύλο δεν είναι τυχαία. Είναι σαν να μας λέγει ο Παύλος, «Αδελφοί μου, σεις που καθημερινά κάνετε τον πνευματικό σας αιματηρό αγώνα, για να καταπολεμήσετε τα πάθη σας, με την τήρηση κατά δύναμιν, των Ευαγγελικών εντολών, μην περιμένετε πληρωμές και μισθούς. Αν πρόκειται να πληρωθείτε για τα έργα σας, ο μισθός θαναι τρύπιες δεκάρες, διότι τόσα ήταν και τα έργα σας. Άλλωστε και αυτά τα έργα, όσα έγιναν, έγιναν με τη βοήθεια του Θεού, αφού «άνευ αυτού, ου δύνασθε ποιείν ουδέν», όπως το τονίζει ο Κύριος, «άνευ εμού, ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Σώζεσθε λοιπόν δωρεάν και κατά χάριν και όχι για τα έργα σας. Η θυσία του Χριστού σας σώζει και όχι τα έργα σας. Τα έργα σας οφείλουν να είναι καρπός της πίστεως, και της αγάπης σας προς τον Χριστό. Γι’ αυτό και σας χαρίζει κάτι το αφάνταστο. Κάτι το άπιαστο και το ασύλληπτο για τα μυαλά μας. Κάτι που δεν μπορεί να το συλλάβει ούτε η πιο τολμηρή φαντασία, κάτι το μοναδικό, το μεγαλειώδες, το μεγαλοπρεπέστατο. Σας χαρίζει αιώνια ζωή εν Χριστώ Ιησού». Αυτά περίπου θα μας έλεγε ο Παύλος.
Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι ο Θεός μας παίρνει κοντά Του. Μας δικαιώνει. Μας ξανακάνει παιδιά Του. Και συγκληρονόμους του Χριστού, του Υιού και Θεού, στη Βασιλεία των Ουρανών. Μας χαρίζει όχι μόνον τα ουράνια αγαθά, όλα τα υπερουράνια αγαθά, - δεν μας χαρίζει μόνο αυτά – αλλά μας χαρίζει και τον ίδιο τον εαυτόν Του. Θα τον βλέπουμε και θα χορταίνουμε εις τους αιώνας των αιώνων. Αυτό είναι το χάρισμα. Αυτή είναι η δωρεά. Αυτή είναι η δόξα. Μπορεί να κοπιάσαμε κατά Χριστόν, άλλοι από μας πενήντα χρόνια, άλλοι είκοσι, άλλος δέκα, άλλος πέντε, άλλος ένα χρόνο. Άλλος να έχει κοπιάσει μόνον έξι μήνες. Άλλος ένα μήνα. Άλλος μια βδομάδα, άλλος μια ημέρα και άλλος μια ώρα. Και άλλος την τελευταία στιγμή, όπως ο ληστής πάνω στο Σταυρό. «Μνήσθητί μου Κύριε, όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου», και ανοίγει με τη μετάνοια της τελευταίας στιγμής, με το κλειδί της μετανοίας, την πόρτα του Παραδείσου και μπαίνει πρώτος μέσα.
Η αληθινή λοιπόν μετάνοια, είναι το μέγα, το μεγαλύτερο θαύμα της σωτηρίας μας. Είναι αυτή που μας χαρίζει την αιώνια ζωή. Γι’ αυτό θα μπορούσα και γω να φωνάξω, και να πω «Κύριε και Θεέ μου, θυμήσου κει όλους εμάς εδώ, όλους εμάς που βρισκόμαστε εδώ, να μας θυμηθείς όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου, και τελευταίο να θυμηθείς εμένα τον αμαρτωλό, και ανάξιο λειτουργό Σου»,

Αμήν