Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Μακάριοι οι ακούοντες τόν λόγον τού Θεού καί φυλάσσοντες αυτόν



211-β

Κάποτε χριστιανοί μου και πριν από χρόνια, είχαμε κάνει μια προσπάθεια, να ερμηνεύσομε όλους τους μακαρισμούς που περιέχονται στην Καινή Διαθήκη. Ο Θεός μας βοήθησε και ερμηνεύσαμε με τη Χάρη Του τους γνωστούς μακαρισμούς, από την επί του όρους ομιλία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, καθώς και όσοι περιέχονται εις το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο.
Από σήμερα θα συνεχίσουμε αυτή την προσπάθεια και ανάλυση, όσο μας επιτρέπουν οι φτωχές μας δυνάμεις για να μπορέσουμε να έχουμε ένα συγκροτημένο βιβλίο γύρω από τους μακαρισμούς. Ο επόμενος λοιπόν μακαρισμός, είναι από τον Ευαγγελιστή Λουκά και από το ενδέκατο κεφάλαιο.
Θέλω να συμπληρώσω επίσης ότι πολλή είναι η πίεσις να φροντίσουμε να γράψουμε ένα βιβλίο για το γάμο. Έχουν γράψει τόσοι πολλοί, που δεν χρειάζονται τα δικά μας. Απλώς, ανάμεσα στους μακαρισμούς θα βάζουμε συμπληρωματικά στοιχεία, για την οικογένεια, που θα έχουν και κάποια σχέση βέβαια με τον μακαρισμό.
Ο μακαρισμός του Ευαγγελιστού Λουκά λέγει : «Μακάριοι οι ακούοντες τον λόγο του Θεού, και φυλάσσοντες αυτόν». Μακάριοι δεν είναι εκείνοι που απλώς ακούνε, ή μελετούν τον λόγον του Θεού, αλλά εκείνοι που τον φυλάσσουν βαθειά μέσα στην καρδιά τους. Και τον πιστεύουν, ότι είναι η μόνη αλήθεια που σώζει αυτός ο λόγος, γι αυτό και προσπαθούν να τον κάμουν πράξη στη ζωή τους. Αυτό σημαίνει ότι οφείλουν από αγάπη και μόνον να τηρήσουν, τις Ευαγγελικές εντολές, και να το κάμουν με απόλυτη υπακοή στο Πανάγιον θέλημά του.
«Εάν αγαπάτε με», λέγει ο Κύριος, «εάν με αγαπάτε, αν, τας εμάς εντολάς τηρήσατε». Ή «τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε».

Το να ακούμε μόνον τον λόγον του Θεού, και να μπαίνει από το ένα αυτί και να βγαίνει από το άλλο, και να μην τον θέτουμε σε εφαρμογή, καμιά ωφέλεια δεν προκύπτει, γιατί ο ίδιος αυτός ο λόγος του Θεού θα μας κρίνει για την αδιαφορία μας. Ιδού πως το βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος με απλά λόγια. «Όποιος ακούει αυτούς τους λόγους», λέγει ο Χριστός, «που αποβλέπουν στην αιώνια σωτηρία της ψυχής, και δεν τις πιστέψει και πολύ περισσότερον αν τους απορρίψει, ή τους χλευάσει, - άμα τους χλευάσει, δεν θα τους εφαρμόσει - δεν θα τον κρίνω εγώ, αλλά ο λόγος που κήρυξα, που τον άκουσε και δεν τον τήρησε στη ζωή του». Αυτό είναι από το δωδέκατον κεφάλαιο του Ιωάννου.
Άρα εκείνο που μετράει λοιπόν δεν είναι μόνον η ακρόασις του λόγου του Θεού από ένα κήρυγμα, πρωινό στη Θεία Λειτουργία ή βραδινό, μικρό ή μεγάλο, αλλά η εφαρμογή του.

«Σας εκάλεσα δώ,» λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «για να σας ομιλήσω επί δύο ώρες, και θα σας μεταφέρω τον λόγον του Θεού. Αυτά που θα ακούσετε θα είναι χίλια, θα κρατήσετε μόνο τα εκατό απ’ τα χίλια, θα εφαρμόσετε τα δέκα, και θα καρποφορήσει μόνον το ένα. Αλλά αυτό το ένα θα σώσει. Θα βάλλει την ψυχή σας στον Παράδεισο».

Επαναλαμβάνω λοιπόν ότι ο Θεός δεν μακαρίζει τους ακροατάς των Θεϊκών Του λόγων, αλλά αυτούς που εφαρμόζουν και τηρούν τις εντολές. Ασφαλώς η πίστις εξ ακοής, η «δε ακοή δια ρήμα Θεού, ή δια ρήματος Θεού», η ακοή στήνεται στο λόγο του Θεού, που στερεώνει την πίστη, τη μετάνοια, την υπομονή, την ελπίδα, που δεν ντροπιάζει τον Θεόν που ελπίζουμε σ’ Αυτόν, και την αγάπη για τις εντολές του Θεού.
Αγάπη, επαναλαμβάνω, Αγάπη, όπως αγαπάτε έναν άνθρωπο, έτσι να αγαπάς και μια εντολή του Θεού να την τηρήσεις. Το επαναλαμβάνω, «εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσετε».

Σε όλο τον κόσμο χριστιανοί μου οι άνθρωποι καυχώνται, ότι αγαπούν τον Θεόν και όλον τον κόσμον. Εγώ, εγώ, εγώ, εγώ, τον Θεό δεν αγαπώ; Εγώ όλο τον κόσμο αγαπώ. Εγώ δεν βλέπω να τηρούνται οι εντολές του Θεού, από τις κοινωνίες όλων των εθνών. Διότι αν ετηρούντο οι εντολές, δεν θα είχαμε εξοπλισμούς, πολέμους, επαναστάσεις.
Ούτε στα ενωμένα έθνη και στο λεγόμενο Συμβούλιο Ασφαλείας τηρούνται, οι κανόνες και οι εντολές του Θεού, διότι δεν επικρατεί το δίκαιον, αλλά το άδικον του ισχυρού, που επιβάλλεται σ’ όλον τον κόσμο. Γι’ αυτό και έχουμε τόσα και τόσα. Μήπως τηρούνται οι εντολές του Κυρίου όταν αφήνουν τα πολιτισμένα κράτη, -και καλά να πάθουν όσα παθαίνουν τώρα- που αφήνουν να πεθαίνουν από την πείνα, τέσσερεις χιλιάδες με πέντε χιλιάδες παιδιά την ημέρα; Το ακούσατε αυτό που είπα; Πέντε χιλιάδες παιδιά την ημέρα, κάθε μέρα, πεθαίνουν απ’ την πείνα. Έδειξε προχτές έτσι, δυο τρείς σκηνές από το τρίτο κόσμο, απ’ τη πείνα που υπάρχει, και οι περισσότεροι έκλεισαν, λέει, τις τηλεοράσεις γιατί δεν μπορούσαν να δουν αυτές τις εικόνες!
Να σας πω και άλλο φοβερότερο, αυτό για την πατρίδα μας. Σέβονται τις εντολές του Θεού, φυλάσσουν τις εντολές του Θεού, που λέει «μακάριοι», έ, «οι φυλάσσοντες;» οι τετρακόσες χιλιάδες γυναίκες φόνισσες, από δώδεκα ετών έως σαράντα, κάθε χρόνο! Εδώ στην ορθόδοξη Ελλάδα. Τετρακόσες χιλιάδες φόνοι, ποιος διαμαρτυρήθηκε; Ποιος βγήκε έξω με μια μαύρη σημαία; Ποιος άπλωσε στο μπαλκόνι του μαύρη σημαία; Ποιος έκανε πορεία; Για τετρακόσες χιλιάδες φόνους.
Δε λέω ότι δεν έγινε το πρόπερασμένο Σάββατο ένας φόνος. Και βεβαίως έγινε. Και όσα τα έκτροπα δεν έπρεπε να γίνουν, και ως διαμαρτυρίες έγιναν. Μα πού είναι όμως οι διαμαρτυρίες και γι’ αυτούς τους φόνους; Από την Ορθόδοξη πατρίδα μας, την Ελλάδα μας… Που είναι οι διαμαρτυρίες; Που είναι το επίσημο κράτος, που σφράγισε επισήμως την έκτρωση. Και πιέζουν τώρα την Ιρλανδία, για να μπει στο σύμφωνο με την υπογραφή, και κει οι εκτρώσεις να μένουν ελεύθερες.
Οι κουκουλοφόροι, οι αναρχικοί, οι ταραξίες, και πολύ περισσότερον οι τρομοκράτες, μπορούμε όλους αυτούς, να τους πούμε παιδιά του Θεού; Εγώ δεν τους λέω έτσι. Εγώ λέω ότι είναι παιδιά του διαβόλου. Να το δούμε λιγάκι παρακάτω…

Θέλετε να θυμηθούμε τι είπε, σήμερα ο Απόστολος Παύλος; Θα το θυμηθούμε. Έχομε τώρα: τους ομοφυλόφιλους, τους παιδεραστές, τους διαστροφείς, τους ναρκομανείς, τους μέθυσους, τους φονιάδες, τους κακοποιούς, τους κλέφτες, και τόσους άλλους όμοιούς τους. Είναι μήπως αυτοί χριστιανοί που φυλάσσουν τον λόγον του Θεού; Όχι. Χίλιες φορές όχι. Λοιπόν, λέει ο Απόστολος Παύλος, -πως αρχίζει εδώ,- «Νεκρώσατε ουν τα μέλη υμών επί της γής», νεκρώσατε, να πεθάνει ο παλιός άνθρωπος, νεκρώστε τη σάρκα σας, είναι εντολή αυτή! Την είπε προηγουμένως ο Απόστολος εδώ, στο Αποστολικόν Ανάγνωσμα που διάβασε εκεί, στους ιεροψάλτες μας, το ακούσαμε, δεν το ακούσαμε; Το εφαρμόζουμε;
Ποια είναι αυτά; Η πορνεία λέει, η ακαθαρσία, τι θα πει ακαθαρσία, ξέρετε κάθε πάθος, κάθε κακή επιθυμία! Και η πλεονεξία που είναι ειδωλολατρία! Και γι αυτά και για άλλα πολλά, και όσα είπα, «έρχεται» λέει «σ’ αυτούς, η οργή του Θεού επί τους υιούς της απειθείας». Υιοί της απειθείας είναι αυτοί που δεν εφαρμόζουν τις εντολές του Θεού. Αλλά η οργή του Θεού επάνω μας.
Εμ τετρακόσιες χιλιάδες εκτρώσεις είναι αυτές. Έτσι θα περάσουν; Μέσα σε δέκα χρόνια, θα είχαμε πέντε εκατομμύρια παιδιά… Τέσσερα σας λέω εγώ, τρία λέω, τρία εκατομμύρια παιδιά σε δέκα χρόνια, πόσα σχολεία θ’ άνοιγαν… Πόσοι δάσκαλοι θα ’χαν δουλειά, πόσα νηπιαγωγεία… Πόσοι αύριο, μεθαύριο, θα γινόντουσαν στρατιώτες, για να φυλάξουν την πατρίδα από τόσους και τόσους εχθρούς που την περιτριγυρίζουν, Ποιος νοιάζεται γι’ αυτά;

Αν λοιπόν ολόκληρη η Ελλαδική κοινωνία μας από τους άρχοντες του τόπου, το επαναλαμβάνω, θέλετε να το ξαναακούσετε; Από τους άρχοντες του τόπου, που εμείς ψηφίζουμε, εγώ και σεις, μην το ξεχνάτε αυτό, μέχρι τον τελευταίο πολίτη, που δεν τηρούν τις εντολές και δεν τις τηρούν, με τους νόμους που ψηφίζουν, αυτοί οι τριακόσιοι του Λεωνίδα, - τι σημαίνει αυτό, σημαίνει ότι και μείς έχουμε ευθύνη μαζί με αυτούς, γιατί εμείς τους βάλαμε εκεί απάνω… Έχουμε λοιπόν σ’ αυτήν την κατρακύλα, μερίδιο ευθύνης και μείς! Μη ρίπτουμε λοιπόν τα λάθη μόνο στους άλλους. Δε φταίνε μόνο οι άλλοι. Φταίμε και μείς.

Για παράδειγμα λοιπόν θα αναφερθώ στην οικογένεια.
«Μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν». Και να πάμε στους συζύγους. Ο άνδρας προς την γυναίκα και η γυναίκα προς τον άνδρα της και κατόπιν και οι δυό μαζί προς τον Θεόν.
Φυλάσσουν και τηρούν τις εντολές του Θεού αυτού; Εφαρμόζουν τις παραγγελίες του Κυρίου όπως αυτές δίδονται με το λόγο Του μέσα στην Καινή Διαθήκη; Το ενενήντα τοις εκατό των ζευγαριών, όχι! Έτσι λοιπόν κάνομε και μία εξαίρεση ένα δέκα τοις εκατό. Μπορεί να ’ναι πιο λίγο. Μπορεί να ’ναι περισσότερο, δεν το πιστεύω για περισσότερο.
Βλέπουμε, κάνουμε μία στατιστική για τους εκκλησιαζομένους. Και για κείνους που κοινωνούν και προσέρχονται στα μυστήρια. Δεν είναι περισσότεροι από δέκα τοις εκατό. Γι’ αυτό λοιπόν δεν απευθύνομαι στο δέκα τοις εκατό. Απευθύνομαι στο ενενήντα τοις εκατό, αλλά έτσι θα παίρνετε μία ιδέα. Και θα χτυπάει και κάποιο καμπανάκι στ’ αυτιά μας. Διότι η εντολή του Θεού λέει, να φύγει από πάνω μας η οργή, ο θυμός, η κακία, η βλασφημία - και μάλιστα η βλασφημία των θείων,- οι αισχρολογία εκ του στόματός μας, και το άλλο, «μη ψεύδεσθε εις αλλήλους». Και τα ψέματα πάν και έρχονται.
Έχουν λοιπόν μεταξύ τους κατανόηση τα περισσότερα ζευγάρια; Εγώ λέω όχι!
Τους διακρίνει πνεύμα θυσιαστικής αγάπης; Όχι!
Έχουν εποικοδομητικούς και πνευματικούς διαλόγους μεταξύ τους, και ειδικότερα μπροστά στα παιδιά, πάνω στο τραπέζι;
Διαβάζουν στα μικρά τους τα παιδιά ένα ανέκδοτο από το Γεροντικό; Όχι ανέκδοτο αστείο, που κάποιος μικρός το άκουσε. Και λέει ο παπα-Στέφανος να λέμε ανέκδοτα στο τραπέζι. Ιστορίες από το Γεροντικό είπα. Και να τη σχολιάζουμε μαζί με την Αγία Γραφή. Γίνεται; Όχι.
Έχει ο ένας εμπιστοσύνη στον άλλον; Όχι. Και οι δυό λένε ψέματα.
Συζητούν με ηρεμία τα προβλήματά τους; Όχι.
Τηρούν τις δέκα βασικές εντολές; Νομίζω τις περισσότερες όχι.
Σέβεται ο ένας την προσωπικότητα του άλλου; Μάλλον όχι. Εδώ να δείτε, όταν οδηγούμε τα αυτοκίνητα, έ; Τι μούτζες δεχόμαστε και τι μούτζες δίνουμε.
Διαφωνούν μεταξύ τους κάθε μέρα τα αντρόγυνα; Διαφωνούν.
Γρινιάζουν, παραπονούνται, διαμαρτύρονται συχνά;
Προβάλλουν διαρκούν τα δικαιώματά τους, και ξεχνούν τις υποχρεώσεις τους; Ναι, ναι, ναι.
Νομίζουμε και πιστεύουμε άντρες και γυναίκες, και ειδικότερα τα παιδιά, ότι έχουν μόνο δικαιώματα, υποχρεώσεις δεν έχουν. Βρέ έτσι μεγαλώνει μια οικογένεια, έτσι ζει ένα αντρόγυνο; Να σου λέει «δικαίωμά μου είναι ….» Δεν είναι δικαίωμά σου. Σ’ αυτή τη ζωή, έχεις μόνον υποχρεώσεις, υποχρεώσεις απέναντι στον Θεόν, και απέναντι στον συνάνθρωπό σου. Και μάλιστα όταν αυτός τυγχάνει να είναι σύντροφός σου, και παιδί σου, και πατέρας σου. Μόνον υποχρεώσεις έχεις. Κανένα δικαίωμα. Τα δικαιώματα ανήκουν στον Θεό, και θα φανούν «εν ημέρα οργής και εν ημέρα κρίσεως».
Θα μπορούσα να προσθέσω χιλιάδες ερωτήματα, γι’ αυτούς και για τα παιδιά τους, τη σχέση τους με την εκκλησία και τα μυστήρια, αν έχουν λειτουργική ζωή, αν προσεύχονται πρωί και βράδυ, αν λειτουργούνται και τόσα άλλα.
Αν μελετούν την Γραφή…

Είναι δυστυχώς απογοητευτικές οι μελέτες, από την εσωτερική ζωή της σημερινής οικογένειας. Το πιο χρήσιμο κύτταρο της κοινωνίας μας, άρχισε να σαπίζει. Και η σαπίλα, προκαλεί δυσωδία, βρώμα. Και η βρώμα αυτή έχει απλωθεί εις ολόκληρον τον κόσμον.

«Ο Κύριος είναι εγγύς», λέει η Γραφή. Γι’ αυτό «γρηγορείτε και προσεύχεστε να μη εισέλθετε εις πειρασμόν». Θα δοκιμαστεί η πίστις μας. Το πνεύμα πρόθυμο, αλλά τα σώματά μας είναι πολύ αδύνατα.

Έχουμε όμως και έναν μακάριο, είχαμε μάλλον ένα μακάριο, που φύλαγε με πολύ ακρίβεια όλες τις εντολές του Θεού, και αυτός ήτανε ο παπα-Μιχάλης. Ας ακούσουμε ένα γεγονός. Σε κάποιο χωριό της πατρίδος μας, ο παπα-Μιχάλης ένα πρωί, ημέρα Σαββάτου, μετέβη στον ναό για να κάμει Θεία Λειτουργία, μαζί με μνημόσυνο. Πήρε καιρό, ενδύθηκε τα ιερατικά του άμφια, και έχοντας πρόσφορο και νάμα, ετέλεσε την ακολουθία της Ιεράς Προθέσεως.
Ήταν ακόμα μόνος. Οπότε χωρίς χρονοτριβή, έβαλε «ευλογητός», και έκαμε όλον τον όρθρον μόνος του. Τελείωσε ψάλλοντας και την δοξολογία, αλλά ακόμα δεν είχε έρθει κανένας, ούτε ο μπάρμπα Γιώργος που τον βοηθούσε στο ψάλσιμο. Κάθισε μέσα στο Άγιο Βήμα και περίμενε. Σε λίγο ακούγει ουράνιες ψαλμωδίες, να ψάλλουν μελωδικότατα το «αλληλούια» εννέα περίπου φορές, σε ήχον πλάγιον του πρώτου. Είναι το γνωστό «Κύριε Ελέησον» που ακούτε. Ή το Αλληλούια που ακούμε στο τέλος του … καμιά φορά, στο τέλος του αναγνώσματος του αποστολικού.
Κατάπληκτος λοιπόν και γεμάτος απορία βγήκε στην Ωραία Πύλη, και δεν είδε κανέναν, και οι ψαλμωδίες εσίγησαν. Απορημένος ξαναγύρισε στη θέση του. Αλλά να που σε λίγο, οι μελίρρυτες ουράνιες φωνές, των αγγελικών τάξεων, άρχισαν και πάλι το «Αλληλούια», σε τόσους ήχους, και με τόση γλυκύτητα ώστε δεν άντεξε, την υπερευφροσύνη, αυτή η μελωδία, και έπεσε κάτω λιπόθυμος, -ευτυχώς που δε χτύπησε-
Συνήλθε με το νερό που έβρεχαν το πρόσωπό του ο ψάλτης και οι χριστιανοί, που εν τω μεταξύ είχαν καταφτάσει. Και ασφαλώς οι άνθρωποι είχαν ανησυχήσει- γιατί λιποθύμησε ο παπάς τους; Ο παπα-Μιχάλης, χωρίς να τους πει τίποτα, αφού συνήλθε, και σα να μην είχε συμβεί τίποτα, έβαλε το «Ευλογημένη η Βασιλεία» και άρχισε τη Θεία Λειτουργία. Όλοι έβλεπαν με χαρά το πρόσωπο του παπά τους, να λάμπει και να ακτινοβολεί από φώς. Και κείνος σε όλη την υπόλοιπη ζωή του, λαχταρούσε να ακούσει έστω, για μια ακόμη φορά, την υπερκόσμια μελωδία των αγγέλων να ψάλλουν το «Αλληλούια», όπως το πρωτοάκουσε.
Και ο Θεός του άκουσε την προσευχή του, και τον αξίωσε αυτής της δωρεάς, αλλά την ώρα, που αναχωρούσε από αυτόν τον μάταιον κόσμον. Καταξιωμένη μάρτυρας η πρεσβυτέρα του, που είδε και άκουσε, καθ’ όλη τη διάρκεια της νυκτός, που ήταν δίπλα στον παπά και ήξερε ότι θα είναι η τελευταία του νύχτα, από τα πολλά παιδιά που είχε, δε δέχτηκε κανένα, να είναι όλοι έξω, να ’ναι μόνον αυτή με τον παπά της, και άρχισε να κάνει μετάνοιες. Πρέπει να υπολογίσουμε ότι είχε… πρέπει να είχε ξεπεράσει τις τέσσερεις χιλιάδες μετάνοιες, όλη τη νύχτα… και να παρακαλεί τους αρχαγγέλους και ειδικότερα τον αρχάγγελο Μιχαήλ, από τη Σύμη, να έρθει για την παραλαβή της ψυχής του. Και τότε, τον είδε, και είδε και άλλους, αγγέλους, άκουσε, αυτή την ειδική ψαλμωδία, σε ήχο πλάγιον του πρώτου, και τον παπά της, τον παπά-Μιχάλη, κατασυγκινημένον, και με δάκρυα στα μάτια, με χαρούμενο και λαμπερό το προσωπάκι του, και με το σημείο του Σταυρού να αναχωρεί για την αιωνιότητα.
Εκεί, όπου το υπερουράνιον θυσιαστήριον, θα συνεχίσει να λειτουργεί τη λειτουργία της αγάπης, και της δόξης του αιωνίου Θεού.
Αυτά μου τα διηγήθηκε η ίδια η πρεσβυτέρα του, η κυρία Ειρήνη το καλοκαίρι του 1968, εδώ. Όπου ετέλεσα και το πρώτο μου σαρανταλείτουργο γι αυτόν τον παπά-Μιχάλη.

Χριστιανοί μου, εύχομαι
πρώτα απ’ όλα να είμεθα μακάριοι. Όχι μόνο να ακούμε ή διαβάζουμε το λόγο του Θεού, αλλά και να τον εφαρμόζουμε στο κατά δύναμιν. Όσο μπορούμε. Αλλά με μετάνοια και πίστη. Όσο μπορούμε. Με προσευχή και υπομονή.
Και δεύτερον. Εύχομαι να έχομε όλοι μας, σεις και μείς οι ιερείς οι τρείς, που λειτουργήσαμε σήμερα εδώ, αλλά και όλο το ιερατείο της ορθοδόξου εκκλησίας, να έχουμε το ευλογημένο τέλος που είχε ο παπα-Μιχάλης και η πρεσβυτέρα του, που ήσαν μακάριοι. Όχι γιατί άκουγαν τον λόγον του Θεού, αλλά γιατί τον εφύλασσαν με πολλή αγάπη και πίστη, μέσα στην καρδιά τους μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Τους Αγίους να μιμούμεθα, και όχι τα κακά παραδείγματα που υπάρχουν στην κοινωνία μας και στα μέσα ενημέρωσης.

Αμήν.

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Η ηθική βρωμιά τής εποχής μας καί η διορθωσίς της



211-α

Και τώρα έρχομαι στο σημερινό κήρυγμα.

«Είς Κύριος, μία πίστις, έν Βάπτισμα, ένας Θεός».
Ο Θεός ο Πατήρ ημών, ο επί πάντων.
Αυτό όμως είπε το σημερινό, Αποστολικό Ανάγνωσμα, το οποίον και αναγνώσθη με πολύ νόημα.

Χριστιανοί μου, κάποτε μια Κυριακή σαν τη σημερινή, πριν από σαράντα περίπου χρόνια, το 1968, σ’ αυτόν εδώ το Ναό, και μπροστά από τον παλιό Θρόνο, βέβαια είχαμε έναν παμπάλαιο Θρόνο εδώ, δεν ξέρω πόσοι, αν ήταν κανείς εδώ και το θυμάστε και εδώ ήταν όλο βαμμένο μπλε και από τούβλο… Η Ωραία μας Πύλη εδώ… Εκκλησιάζετο μπροστά από το Θρόνο ο κυρ-Γιάννης, -ο Θεός να τον αναπαύσει. - Εκείνη την Κυριακή ήταν όρθιος και τον είδα, όταν έβγαινα έξω για να πω εκείνα τα οποία επιβάλλονται από το τελετουργικόν του Όρθρου ή της Θείας Λειτουργίας, τον έβλεπα ιδρωμένο. Κατάλαβα λοιπόν ότι είχε και πυρετό, και θα πρέπει να ήταν και υψηλός, παρά ταύτα όμως, ήρθε να λειτουργηθεί, και να κοινωνήσει στο τέλος. Και πράγματι έτσι έγινε. Με τρεμάμενα τους πόδας απ’ τον πυρετό, ήλθε, κοινώνησε και επέστρεψε εκεί, και έκατσε στην καρέκλα του. Τελείωσα … τελειώνοντας τη Θεία Λειτουργία, διαπίστωσα ότι έγειρε το κεφάλι του προς τα κάτω, και εφαίνετο σα να κοιμόταν. Τελείωσα τη Θεία Λειτουργία και άρχισα να μοιράζω αντίδωρο. Εδώ οι διπλανοί που ήσαν εδώ εκείνη την εποχή, ήθελαν να τον ξυπνήσουν και τους εμπόδισα εγώ και είπα «αφήστε τον, έτσι όπως είναι».
Έφυγαν όλοι και ο κυρ-Γιάννης παρέμεινε στη θέση του, με τα χέρια σταυρωμένα, και τις παλάμες έτσι, όπως δηλαδή παίρνομε το αντίδωρο. -Δεν το παίρνομε το αντίδωρο με ένα χέρι όπως κάνετε οι περισσότεροι, με δυο χέρια το παίρνομε το αντίδωρο, έτσι, το δεξί πάνω στο αριστερό. Και όταν μπαίνει το αντίδωρο στη χούφτα, φιλούμε το χέρι. Αν δείτε τους Ρώσους, όταν θέλουν να χαιρετήσουν έναν ιερέα κάνουν έτσι, να τον χαιρετήσουν, να πάρουν την ευχή του, και βάζει εκείνος σταυροειδώς τα δάχτυλα μεσ’ τη χούφτα και την ασπάζονται.- Τελείωσε το αντίδωρο, δεν τον έδωσα.. τον άφησα σ’ αυτή τη θέση που ήτανε. Έκλεισα εδώ την Ωραία Πύλη, κατέλυσα, και μαζί με τον τότε νεαρό Ηλία, που σήμερα είναι ο πατήρ-Ηλίας στην Άνδρο, διαβάσαμε και τη Θεία Ευχαριστία, και ήρθα εδώ στο πλάι και άρχισα να ξεντύνομαι. Τότε μπήκε από κει από την Ωραία Πύλη, -η Νοτία όπως λέγεται,- μπήκε μέσα ο κυρ-Γιάννης. Είχε μια έκφραση απεράντου γλυκύτητος, και δεν υπήρχε ούτε ιδρώτας ούτε τίποτα, και εφαίνετο μια χαρά, και με δάκρυα στα μάτια, μου διηγήθηκε τα εξής: «Από την εξάντληση και τον πυρετό,» που είχε μετά τη Θεία Κοινωνία, «κάθισα,» λέει, «στη καρέκλα, έγειρα το κεφάλι μου προς τα κάτω, προς το μέρος της καρδιάς όπως μου έχεις διδάξει, και άρχισα να λέω το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» και έτσι να απολαμβάνω την γλυκύτητα της Θείας Κοινωνίας. Κάποτε» λέει, «έχασα κάθε αίσθηση του χώρου, που βρισκόμουν δηλαδή, του χρόνου, του θορύβου, των ψαλμωδιών,» -θα ήταν τότε οι ψάλτες μας αυτοί.- «των φωνών και τα λοιπά,» Όταν σήκωσε το κεφάλι του, συνήλθε δηλαδή, δεν ήταν μόνος, όλος ο ναός ήταν γεμάτος από την παρουσία της Παναγίας μπροστά του, που ’χε την αίσθηση ότι είχε ξεκολήσει από δω, όχι από κείνη την πλευρά, συγγνώμη, από δω, και είχε πάει κοντά του, και του έβαλε στην ανοικτή του παλάμη, η Υπεραγία Θεοτόκος, ένα αντίδωρο. Και του είπε, «φάτο παιδί μου». Το έφαγε αλλά έμειναν λίγα ψίχουλα. Και όπως μπήκε μέσ’ το ναό, έτσι, τα είδα τα ψίχουλα. Και έσκυψα και τα ’γλυψα. Και φώναξα και το νεαρό, τον τότε Ηλία, του λέω «έλα εδώ, έχει ένα δυο ψιχουλάκια, να γλύψε τα απ’ το χέρι του», με κοίταξε έτσι παράξενα, γιατί δεν είχε ακούσει τη συζήτηση, «κάντο, κάντο» λέω Ηλία λέω, «Κατάλαβες τίποτα; », λέει «όχι».
Εγώ όμως είχα τη συναίσθηση ότι ευωδίαζε τούτο το πράγμα, εκείνα τα ελάχιστα ψιχουλάκια, σαν Θεία Κοινωνία. Έτσι ο κυρ-Γιάννης κοινώνησε μια φορά με το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, και τη δεύτερη φορά, με τρόπο υπερφυσικό, στη μορφή του αντιδώρου. Η παράκλησίς του ήτο, να μην το μάθει κανένας, ούτε ακόμα και η οικογένειά του. Έτσι εγώ το ξέχασα. Ο Ηλίας δεν κατάλαβε τίποτα, ούτε καν πιστεύω να το θυμάται. Να όμως που το θυμήθηκα χτες βράδυ, όταν μελετούσα το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, που όλοι ακούσατε, διότι συνήθιζε να μου το λέγει, «Αχ, πάτερ Στέφανε, «είς Κύριος, μία πίστις, εν Βάπτισμα, είς Τριαδικός Χριστός, εις Τριαδικός Θεός, μια μετάνοια, »… και άλλα πράγματα.

Εκείνη την ευλογημένη πενταετία σ’ αυτό τον Ιερό Ναό, από το Φεβρουάριο του ’66 μέχρι τέλος του ’70, έζησα μαζί με τους παλαιούς πιστούς Μικρασιάτες κατά το πλείστον, Μικρασιάτες κατά το πλείστον χριστιανούς, στιγμές καλές, ιερές, και αποκαλυπτικές κατά χάριν Θεού. Εν αντιθέσει, -και ήταν οι μέρες καλές, και έξω στην κοινωνία μας,- ήταν διαφορετικές οι μορφές τότε, των οικογενειών, πολύ διαφορετικές. Επήγαινα εκείνη την πενταετία σε πάρα πολλά σπίτια, σχεδόν σε όλη την ενορία διότι μου είχανε δώσει αυτή την άδεια. Και συνήντησα ευλάβεια, και ευλάβεια και πίστη πολλή. Εν αντιθέσει λέω με τις σημερινές ημέρες, που γεμίσαμε από φονιάδες, κακοποιούς, κλέφτες, ομοφυλόφιλους, παιδεραστές, εμπόρους λευκής σαρκός, ναρκομανείς, εμπόρους ναρκωτικών, τοκογλύφους. Σήμερα γίνεται πολύς λόγος, για ξέπλυμα μαύρου χρήματος, και μεταξύ των δήθεν καλών μας πολιτικών. Για δωροδοκίες ακούμε, για παρανόμους χρηματισμούς, για καζίνα που έγιναν πάμπολλα στην πατρίδα μας, για παράνομα στοιχήματα, για αύξηση του τζόγου στα καζίνα, επισήμως, για ληστείες, για αδικίες, για αύξηση των εκτρώσεων σε τετρακόσες χιλιάδες το χρόνο, από ετών δώδεκα και δεκατρία μέχρι σαράντα. -Τώρα πώς να ονομάσω αυτές τις γυναίκες και τα κορίτσια;- Για αύξηση των παρανόμων συμβιώσεων, για πατροκτονίες, παιδιά σκοτώνουν τους πατέρες τους, και τις μητέρες τους, και έτσι λοιπόν γέμισαν οι φυλακές, γέμισαν τα νοσοκομεία από χιλιάδες δυστυχήματα και αναπηρίες, και άδειασαν οι ναοί. Άδειος είναι ο ναός μας, τι είναι, γεμάτος είναι; Άδειος είναι. Που είναι το ενενήντα τοις εκατό των χριστιανών, που είναι; Επίσης γίνεται λόγος για δουλεμπόριο ανθρώπων, για απαγωγές μικρών παιδιών που τους παίρνουν τα όργανα, για να τα πάρουν αυτοί που έχουν χρήματα πολλά και ύστερα τα σκοτώνουν τα παιδιά. Γίνεται ακόμα λόγος για αύξηση των πορνοθεαμάτων, το τι γίνεται, στην τηλεόραση δε λέγεται, της βίας, των φόνων, των κλοπών σε ανυπεράσπιστα γερόντια, τα βλέπετε και τα ακούτε. Για αναρχία, για εμπρησμούς δασών και τραπεζών, για εμπρησμούς και λεηλασίες στα σχολεία μας, που οι δικοί μας οι φόροι πληρώνουν τα σχολεία. Και όμως τα καταστρέφουν τα παιδιά μας τα ίδια, εμπρησμούς στα πανεπιστήμια, εμπρησμούς στους αστυνομικούς σταθμούς, ένας κατακλυσμός πανσεξουαλισμού, κακίας και παρανομίας. Μια διάλυση της οικογενειακής και κοινωνικής συνοχής, με αύξηση της χυδαιολογίας, προστυχολογίας, και της ύβρης των Θείων. Ξεχάσαμε και τους τριακόσιους του Λεωνίδα της Βουλής των Ελλήνων, να ψηφίζουν νόμους αντιχριστιανικούς, και διαλυτικούς για την οικογένεια και τα παιδιά. Μήπως σας είπα υπερβολές; Δεν νομίζω! Και λίγα σας ανέφερα. Γι' αυτό και θα έλθει η οργή του Θεού, επί τους υιούς της απειθείας. Άλλωστε «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος».

Χριστιανοί μου,
Έρχονται σιγά σιγά οι δύσκολες μέρες. Και θά 'ρθουν και χειρότερες. Όπως θά 'ρθει και η εποχή, όπου τα παιδιά μας, τα εγγόνια και τα δισέγγονα, θα δίνουν πίστιν ομολογίας Χριστού, και τούτου Εσταυρωμένου. Θα ’ναι οι νέοι ομολογηταί της πίστεως. Αυτά τα αυριανά βρέφη που σήμερα κοινώνησαν. Γι' αυτό και θα πρέπει να τονώσουμε την Ορθόδοξη πίστη μέσα στις καρδιές των παιδιών μας. Πώς θα την τονώσουμε; Πρώτον με το δικό μας παράδειγμα, κι ύστερα βέβαια με τη διδασκαλία, την οποία θα τρέχουμε να την ακούσουμε. Θα σπρώχνουμε και τα παιδάκια μας να την ακούσουμε. Να διαβάζουμε ένα ανέκδοτο το μεσημέρι, την Κυριακή το μεσημέρι. Ένα ανέκδοτο, μια ιστορία απ’ το γεροντικό. Να διαβάζουμε τρεις στίχους, βρε αδερφέ, δε μπορούμε να διαβάσουμε τρεις στίχους, απ’ την Καινή Διαθήκη, μη λέμε τώρα κουταμάρες….

Ο Απόστολος Παύλος μας λέει και μας προτρέπει, στο σημερινό ανάγνωσμα να ζούμε με ταπείνωση και μετάνοια. Με πραότητα και ανοχή, απέναντι στον πλησίον μας, και μάλιστα η ανοχή μας να στηρίζεται στην πίστη προς τον Χριστό και στην αγάπη. Διότι μόνο έτσι θα μπορέσομε να διατηρήσωμε, όπως λέγει, την ενότητα, του Αγίου Πνεύματος, και μέσα μας, και στα παιδιά μας, και μεταξύ μας, «εν τω συνδέσμω της ειρήνης», δηλαδή στον κοινό πνευματικό αγώνα μας, αυτό που θα μας συνδέει θα πρέπει να είναι η ειρήνη. Η Άνωθεν Ειρήνη. «Υπέρ της Άνωθεν Ειρήνης, και της Σωτηρίας των ψυχών ημών, του Κυρίου δεηθώμεν». Κάνομε μία αίτηση φοβερή. Αυτή είναι η Ειρήνη του Θεού. Και αυτή η Ειρήνη πρέπει να ’ρθει στις καρδιές μας. Όπως το Άγιον Πνεύμα είναι κοινό σε όλους μας, μετά το Άγιον Βάπτισμα, έτσι είναι κοινή και η πίστις στον ένα Τριαδικό Θεό, και στην ενανθρώπιση του Θεού Λόγου, όπως και η ελπίδα της Σωτηρίας μας. Όλα αυτά, από το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα.
Αυτά αν γίνουν ζωή μέσα μας, πράξις, και έργα μετανοίας, αυτά θα αλλάξουν το χαρακτήρα μας. Κι όταν θα αλλάξει ο δικός μου ο χαρακτήρας, και γίνει σωστός όπως τον θέλει ο Θεός, και γίνει αγιασμένος, θα αλλάξει και το παιδί μου. Θα επηρεάσω και τον σύντροφό μου. Όχι εγώ, το Άγιον Πνεύμα. Αυτό κατοικεί μέσα μου. Αυτό κατοικεί και μέσα σας και μέσα στα παιδιά μας. Όταν το Άγιον Πνεύμα λοιπόν, θα βλέπει ότι εμείς θέλουμε, να μεταμορφωθούμε εν Χριστώ, αυτό ως μαγνήτης θα μεταμορφώνει και την οικογένεια και τον κάθε πλησίον. Άρα λοιπόν κατ’ επέκταση θα αλλάξουν και όλοι οι κοινωνικοί και επαγγελματικοί χώροι.
Και αν προστεθούν και τα Πανάγια σωστικά Μυστήρια, της Θεία Κοινωνίας και της Ιεράς εξομολογήσεως, με αληθινή όμως μετάνοια, με προσευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού, γιατί αυτό μπορούμε να το λέμε συνέχεια, «Κύριε ελέησον», - δεν μπορούμε να πούμε «Κύριε ελέησον»; Γι' αυτό βάλαμε σαν αρχή να το ψάλομε και όλοι μαζί εδώ εννέα φορές. Δεν μπορούμε να πούμε «Κύριε ελέησον»; Δεν μπορούμε να πούμε «Παναγία μου βοήθησέ μας»; Δεν μπορούμε να πούμε «Χριστέ μου Σώσε με»; Δεν μπορούμε να πούμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με»; Με τη μνήμη του θανάτου και της κρίσεως, - αύριο θα πεθάνουμε, μπορεί και σήμερα, ποιος μας το εξασφαλίζει;- Καλπάζουσα λευχαιμία, ο καρκίνος ισχυρός σκληρός μεταδοτικός…τι να κάνομε; Θα προλάβουμε να πούμε «ήμαρτον»;
Γι’ αυτό λοιπόν με εγκράτεια στη γλώσσα και στις αισθήσεις, -μην κατακρίνουμε, γιατί συνεχώς κατακρίνουμε, αμάν, άμα και βουλώσει και αυτό, αν καταφέρουμε δηλαδή και βάλουμε φερμουάρ, πάλι το μυαλό μας θα κατακρίνει, τα μάτια μας, παίζουν γύρω γύρω δεξιά αριστερά, κατακρίνουν. Και με την κατά δύναμην νηστεία, γιατί οι περισσότεροι έχουμε ασθένειες...
Αν λοιπόν όλα αυτά, τηρηθούν στη ζωή μας, να είστε βέβαιοι ότι θα κάμει ο Θεός θαύματα, και στους δύσκολους καιρούς που θα έρθουν, θα αρχίσετε να τους βλέπετε και να τους βλέπουμε, απ’ το Γενάρη και μετά, ο Θεός θα προστατεύσει τα δικά του τα παιδιά. Δεν θα τα εγκαταλείψει. Δεν θα τα αφήσει – δεν ξέρω πώς, αλλά ο Θεός θα κάνει θαύματα. Έχεις πίστη; Μη φοβάσαι! Έχεις μετάνοια; Εσύ, εσύ, εσύ, εσύ, μην τρέμεις… Έχεις προσευχή; Και οι άγιοι θα κάνουν θαύματα, και ο Θεός θα κάμει θαύματα, Και οι άγγελοι θα κάμουν θαύματα, Και η πίστη σου θα κάνει θαύματα. Έχεις ταπείνωση; Όλα τα δαιμόνια θα φύγουν. Κοινωνείς μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης; Είσαι από τώρα στα Δεξιά του Χριστού και της Παναγίας! Τι άλλο θέλετε; Τα έχουμε όμως αυτά; Έχουμε αυτές τις ευλογίες της πίστεως; Έχουμε; Ή μήπως είμαστε βουτηγμένοι στο βούρκο της χυδαιότητος της σημερινής εποχής; Όχι για μας που σήμερα εκκλησιαζόμαστε, αλλά τουλάχιστον για το ενενήντα τοις εκατό που απουσιάζει.
Εγώ θέλω να πιστεύω πως η Παναγία μας, αν είμαστε αγνοί και καθαροί, χωρίς ρυτίδα και κοιλίδα και σπίλον αμαρτίας, όλα θα αλλάξουν, και ο καθένας, και ο καθένας από μας, αν σήμερα αλλάξουμε, μέσα σε μία μόνον εβδομάδα, απ’ τη στιγμή που θα αλλάξει, θα βρει και ένα λουκουμάκι της Θείας Χάριτος στο προσκεφάλι του. Πώς θα το βρεί; Όπως το βρήκε ο κυρ-Γιάννης. Τι είχε περισσότερο; Αυτά ο Θεός τα γνωρίζει. Κανένας μας δεν ξέρει την καρδιά του άλλου. Τον βλέπουμε έτσι, να ’ναι μπακάλης, να ’ναι μανάβης, να ’ναι υπάλληλος, να ’ναι στρατιώτης, να ’ναι νοικοκυρά, να ’ναι κι αυτή μια υπάλληλος, πότε η καημένη να εκνευρίζεται με τα παιδιά, πότε εκείνο, πότε αυτό, αλλά την καρδιά, ποιος τη ξέρει τη καρδιά; Μόνο αυτός που ετάζει καρδίας και νεφρούς. Και βλέπουμε και έχουμε ανάμεσα στους Ορθοδόξους χριστιανούς, καυχιέμαι εν Χριστώ γι αυτό, βγάζω και το καλυμμαύχι μου, σε ορισμένους από τους χριστιανούς, όταν εξομολογούνται, βλέπω καρδιές όμορφες, θείες καλλονές, όχι εξωτερική ομορφιά, άστην αυτήν, αυτή έρχεται και περνάει, αλλά Θεία καλλονή, αγγελικές μορφές, μέσα στις ψυχές τους.
Ε, λοιπόν, τέτοιες ομορφιές, παρά την δεινή βρομερότητα της εποχής μας, τέτοια ομορφιά, και τέτοια μεταμόρφωση κατά Χριστόν, εύχομαι να αποκτήσουμε όλοι μας.
Πρώτα εσείς και ύστερα εγώ και εμείς οι ιερείς.

Αμήν.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Μιά θεϊκή αποκάλυψις περί τής Θεότητος τού Αγίου Πνεύματος.



208-γ

Στη σημερινή αποστολική περικοπή χριστιανοί μου ο απόστολος Παύλος μας λέγει ότι παρόλο που είμεθα εξαιτίας των αμαρτιών μας, ΤΕΚΝΑ ΟΡΓΗΣ, εντούτοις ο Θεός πλούσιος εν ελέει, δηλαδή πλούσιος σε έλεος, αγαθότητα και φιλανθρωπία, μας αγάπησε τόσο πολύ, ώστε τον μονογενή Υιόν αυτού έδωκεν, για να γίνει άνθρωπος στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού, ο Θεάνθρωπος Χριστός και Σωτήρας.
Αυτός να διδάξει την ανυπέρβλητη διδασκαλία της αγάπης, ακόμα και προς τους εχθρούς, να θαυματουργήσει ποικιλοτρόπως θεραπεύοντας ασθενείς, παραλυτικούς, τυφλούς, χωλούς, λεπρούς, να ελευθερώνει δαιμονισμένους, να χορταίνει τα πλήθη, να διατάζει τους ανέμους και την αγριεμένη θάλασσα να ηρεμεί, να ανασταίνει νεκρούς και τέλος να μας υποδεικνύει την φρικτή πορεία προς τον Γολγοθά, το φρικτό πάθος, τη Σταύρωση, την Ταφή και την ένδοξο Ανάσταση.
Επαναλαμβάνω για να πω ότι ο Θεός παρόλον ΟΝΤΑΣ ΗΜΑΣ ΝΕΚΡΟΥΣ, τοις παραπτώμασι και τέκνα οργής, εν τούτοις μας εζωοποίησε πνευματικά μαζί με τον Χριστόν, όχι για τα καλά μας έργα, τα πολλά ή τα λίγα, ούτε για την δήθεν αξία μας, αλλά διότι με την Σταυρική Του Θυσία, μας έσωσε δωρεάν δηλαδή με την Χάρη Του που απορρέει από αυτήν.
Γι αυτό και το τόνησε ιδιαιτέρως σήμερα, ότι χάριτι Θεού εστέ σεσωσμένοι.
Τα έργα δε μας σώζουν, ούτε οι δράσεις μας, ούτε η αξία του ονόματός μας, ούτε ο τίτλος που τυχόν έχουμε στη ζωή αυτή.
Τι μας σώζει, η Σταυρική Θυσία του Σωτήρος Χριστού.
Αυτή ξεπλένει τις αμαρτίες μας, δυνάμει της θείας χάριτος που απορρέει από τα πανάγια σωστικά μυστήρια, Βαπτίσματος, Χρίσματος, Ιεράς Εξομολογήσεως και Θείας Κοινωνίας.
Αλλά ο έκτος στίχος χριστιανοί μου, συνδέει το παρόν της ζωής μας με το αιώνιον μέλλον, δηλαδή με την αιωνιότητα, λέγοντάς μας περίπου τα εξής:
Ο Θεός που είναι πλούσιος σε έλεος, αγαθότητα, φιλανθρωπία, μακροθυμία και σπλάχνα οικτιρμών,
από την πολλή Του αγάπη όχι μόνον μας έσωσε δωρεάν, αλλά και μας ανέστησε εκ νεκρών, μαζί με τον Χριστόν, και μας συνεθρόνησε μαζί Του, στην επουράνιο βασιλεία και δόξης δια του Ιησού Χριστού.
Αυτά μας είπε σήμερα το αποστολικόν ανάγνωσμα.

Όλα αυτά όμως βιώνονται χριστιανοί μου κατά πρώτον λόγον, στο άγιον βάπτισμά μας, διότι θάπτεται ο παλιός άνθρωπος και ανίσταται ο νέος, ο άνθρωπος εισέρχεται εις τον Παράδεισον, και όλα αυτά τα ζούμε κατόπιν και στην Θεία Λειτουργία.
Δεν υπάρχει σ’ αυτήν παρόν, μέλλον και παρελθόν χρονικά.
Αλλά ένα διαρκές αιώνιον πνευματικόν παρόν.
Αυτό στη γλώσσα μας, στη γλώσσα της θρησκείας μας λέγεται λειτουργικός χρόνος.
Εδώ στη Θεία Λειτουργία ζούμε όλη την αγάπη του Θεού, με την ενανθρώπιση του Θεού Λόγου στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, και την μεγάλη τελετή, που τελούμε, την ιεροπραξία, μέσα στην Ιερά Προσκομιδή, με τη Θεϊκή λυτρωτική διδασκαλία Του, - με το Ευαγγέλιο και το αποστολικόν ανάγνωσμα που ακούσαμε,- όπου αποκαλύπτεται όχι μόνο το έλεος του Θεού, όχι μόνον ο τρόπος της σωτηρίας μας, αλλά, και ότι ο Θεός είναι Ένας αλλά Τριαδικός.

Κατόπιν μας δείχνει και μας παρουσιάζει το Πάθος Του με την αναίμακτο Θυσία,
τη ματωμένη πορεία μέχρι τον νοητόν Γολγοθά, την Αγία Τράπεζα, με την μεγάλη Είσοδο,
την Ταφή και την Ανάσταση, την Ανάληψή Του με Δόξα στους ουρανούς, την Πεντηκοστή – ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον, αυτή είναι Πεντηκοστή – και την ίδρυση επί της γής της Εκκλησίας.

Επίσης μας παρουσιάζει, και την Δευτέρα αυτού Παρουσία και Κρίσιν, και τέλος την ενότητα της Βασιλείας του Θεού με την Αιώνια Ευφροσύνη, και μακαριότητα των σεσωσμένων χριστιανών, κληρικών, μοναχών και λαϊκών.
Εδώ στη Θεία Λειτουργία που την τελέσαμε σήμερα, όπως και σε κάθε Θεία Λειτουργία, όλα αυτά ΒΙΩΝΟΝΤΑΙ κατά το μέτρον της δωρεάς του Χριστού,
αφού Θεού το δώρον.

Χριστιανοί μου,
κάποτε πρίν από χρόνια πολλά, Κυριακή της Πεντηκοστής, σ’ αυτόν τον ναόν, ένας άνδρας, καθώς χρόνον εψάλετο το «Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της Αληθείας, ο πανταχού Παρών και τα πάντα Πληρών και τα λοιπά…», και το επαναλάμβανε και αυτός νοερά μέσα του, ξαφνικά όλος ο νους του, πλημμύρισε από φώς θείας γνώσεως, και με τρόπον ακατάληπτον πληροφορήθηκε ότι το Άγιον Πνεύμα είναι ΤΕΛΕΙΟΣ ΘΕΟΣ.
Εδώ στη Θεία Λειτουργία παρακαλούμε τον Πανάγιον Θεόν, όπως αποκτήσομεν, ΘΕΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΑΓΙΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ.
Έτσι μπαίνουμε μέσα.
Στις ευχές εμείς για όλους.
Η πληροφορία αυτή ως ψυχοσωματική θεία κατάστασις, τον κατέλαβε ολόκληρον.
Το Άγιον Πνεύμα ήταν μέσα σε όλη του την ύπαρξη, μέσα του.
Με κέντρο την καρδιά, και αυτός ολόκληρος ο χριστιανός, ως άνθρωπος, ήταν λουσμένος μέσα στη φωτοχυσία του Αγίου Πνεύματος.
Φώς μέσα του, και αυτός απέξω λουσμένος.
Ήτο, ο τα πάντα πληρών Πανάγιον Πνεύμα.
Και το παράδοξο ήτο ότι ο νους αυτού του προσευχομένου χριστιανού, ο ελαμπόμενος όπως το προείπαμε από το πνευματοφόρο φώς έμοιαζε με ουράνιο οφθαλμό.
Ο νους όλος οφθαλμός εστί, κατά την πείρα και το βίωμα και τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων.
Ο νούς όλος οφθαλμός εστίν.
Έτσι λοιπόν έμοιαζε με ουράνιο οφθαλμό που είχε δυνατή διορατική πνευματική όραση, που κυκλικά εφαίνετο σα να περιπολεί, -Περίπολος, πως λέμε- γύρω γύρω από την καρδιά, αφενός μεν για να διώχνει, τα παράσιτα των ξένων προσβολών, και αφετέρου να θαυμάζει τον αποκαλυπτόμενον θησαυρόν, της βασιλείας του Θεού.
Αφού η βασιλεία το Θεού εντός ημών εστί.
Ιδού πως αισθάνθηκε να βιώνει, και το «καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος».
Ένας απέραντος ουρανός, γεμάτος φως Θεού, χωρίς την παραμικρή κηλίδα των αμαρτιών.
Και καθ’ όν χρόνον εθαύμαζε ο νούς τον πλούτον των πνευματικών αυτών αποκαλύψεων, εντελώς απρόσμενα, στάθηκε με ακατάληπτη γνώση, και στις λέξεις, «και ζωής χορηγός».
Το Πνεύμα το Άγιον είναι ζωής χορηγός.
Το ψάλουμε σε κείνα τα τροπάρια της Πεντηκοστής, «φως και ζωή και ζώσα πηγή νοερά», ζωή και ζωοποιούν είναι το Πνεύμα το Άγιον.

Άρχισε δηλαδή, αυτός ο χριστιανός, να αντιλαμβάνεται απαθώς, και ως πρόσωπο, ως ύπαρξις, το απροσπέλαστο μυστήριο, και της ιδικής του πλάσεως και δημιουργίας, ως εικόνα Θεού και ως καθ’ ομοίωσιν, του Ενός Τριαδικού Θεού, απολαμβάνοντας συγχρόνως, και την άπειρη αγάπη του Θεού, τη Σοφία και την Πρόνοια, για την κορωνίδα της Δημιουργίας, δηλαδή τον άνθρωπο.
«Και ζωής Χορηγός», είναι αυτό που μας περιγράφει, το πρώτο βιβλίον της Αγίας Γραφής, η Γένεσις, για την πλάση του πρώτου ανθρώπου.

Και ενεφύσησεν ο Θεός εις το πρόσωπον αυτού, δηλαδή του Αδάμ, ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ, και εγένετο άνθρωπος, εις ψυχήν ζώσαν.
Δεύτερο κεφάλαιο, στίχος επτά.
Βίωσε λοιπόν ο χριστιανός μας, την πρώτη δημιουργίαν του πρώτου ανθρώπου, και το θείο εμφύσημα, ως άκτιστον ενέργειαν, να πλάθει την ψυχή, πνευματική, μεν, άυλη, νοερά και αθάνατη, αλλά κτιστή, και ταυτόχρονα ως εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού.
Η δε πληρότητα του Αγίου Πνεύματος, ως φως μέσα του, και γύρω του και γύρω από αυτόν, ομοιάζει με ότι έζησε ο Μοτοβίλωφ, ένας απλός χριστιανός στη Ρωσία, όταν μέσα στην καρδιά του χειμώνα, στην ύπαιθρο μεσ’ το δάσος, καθ’ όν χρόνον εχιόνιζε, μαζί με τον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ, βίωσε την πληρότητα του Αγίου Πνεύματος, ως ζώσα παρουσία ακτίστου φωτός, απείρου κάλους και λαμπρότητος.
Τα λόγια όμως αυτά, όσα σας είπα, είναι πολύ φτωχά, και αδυνατούν να περιγράψουν τη θεία πραγματικότητα, όπως βιώθηκε στο «Βασιλεύ Ουράνιε», και όπως το βιώνουν τόσοι και τόσοι άλλοι.
Δεν είναι δυνατόν αυτά τα πράγματα, τα πνευματικά τά άπιαστα, τα ουράνια, να ειπωθούν με λόγια που βγαίνουν από το στόμα.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ΑΔΕΙΑΖΟΥΝ την πραγματικότητα, τη φτωχαίνουν, αλλά για τον αδιάφορο όμως, … ωχ ωχ … Και για αυτόν που πολεμά την πίστη, αν του πούμε τέτοια πράγματα, αυτός θα μας πει ότι αυτά είναι παραμύθια για μωρά, και γριούλες που έχουνε αλσχάιμερ.
Αυτά όμως είναι έκτακτα χαρίσματα, που προσφέρονται ΔΩΡΕΑΝ, μια και δυό φορές στη ζωή μας, ή όσο κρίνει ο Θεός, στους θεοφόρους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ή έτι περισσότερον στους οσίους της ερήμου, στους αναχωρητές, ησυχαστές, ασκητές και κοινοβιάτες ή όπου αλλού κρίνει ο Πανάγιος Θεός.
Γιατί δεν μας λείπουν ούτε οι πτωχοί τω πνεύματι, μέσα στο κόσμο, ούτε οι απλοί, ούτε και οι δια Χριστόν σαλοί.
Όλα αυτά δε τα έκτακτα χαρίσματα, προσφέρονται κατά κύριον λόγον, στον προσευχόμενον ΑΠΛΑΝΩΣ, με την λεγομένη νοερά προσευχή, καρδιακή προσευχή, με το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», να αναδύει και από το Πανάγιον Πνεύμα μέσα απ’ την καρδιά του, ή κατά την διάρκειαν της Θείας Λειτουργίας, σε οποιοδήποτε σημείον από την Δοξολογία μέχρι και το «Δι’ ευχών», ή όταν κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων, ή όταν πνευματικά λαμβάνει αυτό στο λόγο του Θεού, το Ευαγγέλιο.

Και στον κληρικό παντός βαθμού, και στον μοναχό, κοινοβιάτη, κελιώτη, ησυχαστή, ή ακόμα και στον αγνό και καθαρό, αγωνιζόμενο πιστό χριστιανό.
Όλα αυτά μπορούν να γίνουν μία πραγματικότητα.
Οπότε δεν θα μας τρομάζει τίποτα…
Έρχονται καιροί δύσκολοι, δε πα να έρχονται, έρχεται ο Αντίχριστος, δε πα να ’ρχεται, θα ρίξουν βόμβες ατομικές, δε πα να ρίξουν, θα ρίξουν δηλητήρια και αέρια, δε πα να ρίξουν, θα πέσει πείνα, δε πα να πέσει.
Εμείς έχουμε ΠΙΣΤΗ, έχουμε ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΙΣΤΗ, και η πίστις μας κάνει θαύματα, και ο Θεός δεν θα αφήσει τα παιδιά του, αρκεί με ΠΙΣΤΗ να προσεύχονται σ’ Αυτόν.
Δεν μας τρομάζουν οι καιροί.
Ήρθαν οι διωγμοί όπου οι μάρτυρες, κατά χιλιάδες, κατά εκατοντάδες, κατά εκατομμύρια, σφάχτηκαν, από τους αιμοβόρους διώκτες, βασανιστάς, από τα άγρια θηρία, από τους χίλιους δυο διωγμούς και εξορίες.

Λοιπόν να μην ανησυχούμε.
Από την Χάρη του Θεού τα πάντα προέρχονται.
Ουδέποτε προέρχονται από τις δυνάμεις μας, ή από τα έργα μας…
Θεού το Δώρον, είπε και ο αναγνώστης, ίνα ΜΗ τις ΚΑΥΧΗΣΗΤΑΙ, για να μη καυχιέται κανένας, να μη το παίρνει επάνω του, να μην υπερηφανεύεται, και δυστυχώς εμείς οι ιερείς, και ιεροκήρυκες του λόγου, που κάνομε πέντε δέκα ψευτοέργα, και γράφομε και καμμιά σελίδα, εύκολα καβαλάμε το καλάμι, με συγχωρείτε που το λέω έτσι με τόσα σκληρά λόγια.
Θεού το δώρον λοιπόν, τα πάντα, όλα τα καλά είναι δώρα του Θεού, και όλα τα κακά τα στραβά και τα ανάποδα και τα διεστραμμένα, αυτά είναι δικά μας.
Η κάθε αρετή, είναι και ένα δώρο του Θεού, και η κάθε κακία και αμαρτία, ανήκει στη δική μας ευθύνη και στη δική σας.
Ό,τι λογισμός κακός σας περάσει, και τον αποδεχθείτε μέσα σας και μέσα μου, αμαρτάνομε,
και όποιος καλός λογισμός έρθει ή τον καλλιεργήσομε, έρχεται απ’ τη χάρη του Θεού
.

Και αυτή η σωτηρία μας, δεν κατορθώνεται λοιπόν από τα έργα μας, αλλά απ’ τη θεία χάρη διά μέσου της πίστεως. Σε τρία πράγματα, -στη θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού, -στη Σταυρική Του Θυσία, και την Ανάστασή του, -και στην Τριαδικότητα του Ενός Θεού. «Τη γαρ χάρ χάριτι, εστέ σεσωσμένοι, δια πίστεως» επιβεβαίωσε το σημερινό, αποστολικό ανάγνωσμα.

Γι αυτό και μεις όλοι χριστιανοί μου, να ΠΙΣΤΕΥΟΜΕ, και να ΕΛΠΙΖΟΜΕ στο ΕΛΕΟΣ του ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΥ. Πίστις και αγάπη ενεργουμένη και θα έρθει το έλεος. Μετάνοια και προσευχή καθημερινή, και ιδού το έλεος, συμμετοχή στα μυστήρια, και ιδού το έλεος, υπακοή στο θέλημα του Θεού, και ιδού η σωτηρία μας. Επαναλαμβάνω, ιδού η σωτηρία μας, χειροπιαστή, για να μπορούμε να το πούμε, «παραδίδω στα χέρια Σου Θεέ μου το πνεύμα μου».

Αμήν.

Και στην απόλυση:

Ξέρετε τι θα πεί να φεύγει η ψυχή μας, να φεύγει, και μεις να χαμογελάμε;
Έχετε δει καμιά φορά κανέναν νεκρό με ένα αδιόρατο χαμόγελο στα χείλη;
Αυτό είχε και όταν έφευγε η ψυχή του.
Γι' αυτό είπα ότι η σωτηρία είναι ΔΙΚΗ μας και τη νοιώθουμε δική μας όταν φεύγουμε με το χαμόγελο στα χείλη.
Οι χριστιανοί δεν είναι καρφούτηδες, ούτε κακομοίρηδες, ούτε ζητιάνοι...
Είναι ένας χαρούμενος άνθρωπος πούχει όλη την ελπίδα στον Πανάγιο Θεό.

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2008

Ο βίος καί τά βιώματα τού Αγ. Νεκταρίου



208-β

Η εκκλησία μας σήμερα τιμά αδελφοί μου, πανηγυρικά τιμά τη μνήμη του Αγίου Νεκταρίου, Επισκόπου Πενταπόλεως του θαυματουργού.
Ασκήτευσε στην Αίγινα και το 1920 ίδρυσε την Ιερά Μονή, τη γνωστή σημερινή Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος.
Από μικρός ο Άγιος υπήρξε αγνός και καθαρός.
Στις σπουδές του άριστος μαθητής, φοιτητής, ακαδημαϊκός, και στη προσωπική του ζωή όσιος.
Στη μοναχική που καθιέρωσε, υπήρξε μάρτυς του πόνου, και του αναιμάκτου μαρτυρίου της συνειδήσεως.
Σαν διδάσκαλος και ιεροκήρυκας υπήρξε προφήτης και απόστολος.
Μέσα στην ιεροσύνη και ως διάκονος και ως πρεσβύτερος, και ως επίσκοπος υπήρξε μια συνεχή προσφορά θυσίας, προς τον αμαρτωλό άνθρωπο.
Ύστερα από τον άδικο κατατρεγμό του, και την εξορία του από την Αλεξάνδρεια, εδώ στην Ελλάδα, κατάφερε με την δύναμη και τη Χάρη του Χριστού μας, να διδάξει στη πατρίδα μας την αληθινή βιωματική μυστική ζωή της ορθοδόξου εκκλησίας, δηλαδή να ξεχωρίσει από τον παρωχημένο σκοταδισμό και τις δυσειδαιμονίες της εποχής του, την ατόφια διδασκαλία τη μυστική, της εκκλησίας της ορθοδόξου.
Να αναγεννήσει λίγο το πνεύμα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, και να ξαναφέρει στην επιφάνεια τα θέματα περί προσευχής.
Αφού ξεχώρισε ο Άγιος κατά πρώτον λόγον τον άνθρωπο, από τον χριστιανό άνθρωπο,
- εννοείται βέβαια με τα κηρύγματα και τα γραπτά του κείμενα – κατόπιν ζωγράφισε τον χριστιανό.
Πώς είναι με το κάθε πάθος χωριστά, και πως είναι όταν κοσμείται από τις αρετές του Θεού.
Και τέλος δίδει και τον χριστιανό, που κατακτάται ολόκληρος από τη θεία χάρη.
Όλα αυτά περιγράφονται άριστα σε ένα βιβλίο του, που το κυκλοφόρησε ως «Γνώθι σ’αυτόν».
Είναι αυτό που έλεγε ο Απόστολος Παύλος και το οποίον είπε και το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα, «Ζώ δε ουκέτι εγώ, Ζεί δε εν εμοί Χριστός».

Στην καρδιά μας, όχι ο άνθρωπος που αγαπάμε, σύζυγος, παιδιά, γονείς, αδέλφια, αλλά ο ΧΡΙΣΤΟΣ.
Πρώτα ο Χριστός και ύστερα ο αγαπημένος ή η αγαπημένη.
Αγάπη στον πρώτον, τον Θεόν, εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος, διανοίας, αλλά και αγάπη στον δέυτερον ως σεαυτόν, δηλαδή να τον αγαπάς όπως τον εαυτόν σου και τίποτα περισσότερο.
Στην καρδιά μας ο Χριστός και όχι ο χρυσός.

Η προτεραιότητα, μας συμβουλεύει ο Άγιος Νεκτάριος, είναι ο Χριστός, το Άγιον θέλημά Του, η εκκλησία και τα μυστήριά της, και ύστερα ακολουθούν οι κοσμικές γνώσεις, η καριέρα, το επάγγελμα, και να προχωρήσουμε λίγο παρακάτω στην αμαρτωλή εξουσία και δύναμη, στις επιστήμες, στον αμαρτωλό πλούτο, στην παλικαριά, στην πρωτιά, στην διεστραμμένη τέχνη, στην τελειομανία και τόσα άλλα που μας απομακρύνουν απ' το Χριστό.
Και όταν βασιλεύσει ο Χριστός και η ειρήνη στην καρδιά μας, τότε την πλούσια αυτή ευλογία, απλόχερα την δίνουμε στον άνδρα μας, στη γυναίκα μας, στα παιδιά μας, στους γονείς μας και στον κάθε πλησίον.
Αυτόν τον πλούτον, της θείας χάριτος, που έχει και κοσμεί τη καρδιά μας, ΕΥΚΟΛΑ εμείς την μοιράζομε, τη δίνουμε, η την μοιραζόμαστε αν θέλετε, με τον σύντροφο της ζωής μας, και την οικογένειά μας και με τον κάθε συνάνθρωπό μας.
Σε ασύγκριτο βαθμό, τον σκορπούσε αυτόν τον πνευματικό πλούτο, της θεία χάριτος, ο Άγιος Νεκτάριος, στο πλήρωμα της εκκλησίας, πολύ δε περισσότερον ως διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής, στους σπουδαστές της, καθώς αργότερα και στις μοναχές της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος
που ίδρυσε ο ίδιος στην Αίγινα.

Χριστιανοί μου,
η ζωή του Αγίου Νεκταρίου από τότε που έγινε επίσκοπος Πενταπόλεως, ήτο γεμάτη πίκρες, φθόνους, συκοφαντίες, προδοσίες, εξορίες, κατατρεγμούς, πειρασμούς και θλίψεις, και αρρώστιες πολλές.
Διαβάστε το βίο, κυκλοφορούν σε πολλά φυλλάδια και θα τον δείτε και θα θαυμάσετε.
Αλλά και η ΥΠΟΜΟΝΗ του όμως, ήτο απροσμέτρητος, Ιώβειος, αγόγγυστος, και Αγία, γι αυτό και ήτο όλος φώς, και όλος δόξα, και αυτό το φώς δεν ήτο ένας απλός φωτισμός του νου.
Αλλά άκτιστον ουράνιον φώς, που τον κάλυπτε ορατά ολόκληρον, και τον γέμιζε από ειρήνη, αγάπη, δόξα και δύναμη πίστεως, αυτήν που χρειαζόμαστε, στις δύσκολες ημέρες που έρχονται, όποιες κι αν είναι αυτές.
Το άκτιστον φώς, ως ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, πηγάζει μέσα από τις ΚΑΘΑΡΕΣ καρδιές, διότι μέσα σ’ αυτήν βασιλεύει ο Χριστός, ΕΝΤΟΣ ΗΜΩΝ η βασιλεία του Θεού, βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος στην Αγία Γραφή, όπου ο Χριστός εκεί και το ανέσπερον, άκτιστον φώς, όπου ο Χριστός εκεί και ο Παράδεισος, εκεί και η βασιλεία Του.
Στον Άγιο Νεκτάριο, καρδιά και νους, ήταν ένα πράγμα, γι αυτό, επαναλάμβανε συχνά, «ζεί δε εν εμοί Χριστός, ζώ δε ουκέτι εγώ, ζεί δε εν εμοί Χριστός».

Όταν το 1962 μ' αξίωσε ο Θεός και πήγα για πρώτη φορά στον Άγιο Νεκτάριο, μόλις είχε αγιοποιηθεί, πρίν ένα χρόνο, δύο, συνάντησα εκεί, μια μοναχή Θεοδώρα, η οποία μάλιστα μας είχε και η ίδια, αγιογραφήσει τον Άγιο Νεκτάριο, όπως ακριβώς ήταν, όπως ήταν, -την έχουμε αυτήν την εικόνα, -
εκείνη η ευλογημένη ψυχούλα η μοναχή, μου εκμυστηρεύτηκε κάτι, αχ πάτερ μου λέει,
"Τι απέραντη ουράνια και ακατάληπτη ευτυχία, με καταλαμβάνει σε κάθε Θεία Λειτουργία του Αγίου, όταν βεβαιώνεται, ότι ακουμπάει η ψυχή μου, πνευματικά ακουμπάει η ψυχή μου στο στήθος του Χριστού, μέσω του Αγίου, ως άλλος αγαπημένος μαθητής απόστολος και Ευαγγελιστής του Κυρίου, Ιωάννης… "
Και ρώτησα εγώ, "και πώς γίνεται αυτό", -μεσάνυχτα εγώ τότε από τέτοια πράγματα-, να, μας έμαθε να λέμε και το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.
Όταν λοιπόν από τις πολλές φορές που το λέγω στη Θεία Λειτουργία, χωρίς να το καταλάβω, από μόνο του το κεφάλι μου γέρνει αριστερά, και σκύβει σκύβει και ακουμπά προς το μέρος της καρδιάς, όπως ακριβώς, διδάσκεται και η εφαρμογή, η πρακτική εφαρμογή της νοεράς προσευχής.
Και άλλοτε το βιώνω, το ίδιο πράγμα νοιώθω δηλαδή εκείνη τη στιγμή που γέρνει, το κεφάλι μου προς το μέρος της καρδιάς, γέρνει η ψυχή μου και ακουμπά στο στήθος του Κυρίου.
Και άλλοτε αυτό το βιώνω, στη Θεία Κοινωνία όταν επιστρέφω στη θέση μου.

Για κοιτάξτε τώρα ένα παράξενο πράγμα, την Κυριακή του Αγίου Δημητρίου, μια ψυχή από σάς, -είναι εδώ,- δε λέω άνδρας γυναίκα, λέω μόνο μια ψυχή, μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, είδε λοιπόν γύρω μας, εδώ μέσα στο ναό, να παρευρίσκονται, -η ψυχή εννοεί,- όχι τα μάτια, όχι τα σωματικά μάτια, η ψυχή ένοιωσε την ώρα που έλεγε την ευχή και είχε κλειστά τα μάτια, ότι γέμισε από τους Αποστόλους, τον Πέτρο, τον Παύλο, τον Ιωάννη, τον Ιάκωβο, τον Ανδρέα και άλλους.
Επίσης τον Άγιο Νεκτάριο, τον Άγιο Νικόλαο, τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, τον Μέγα Βασίλειο, τον Άγιο Χαράλαμπο, και άλλους πολλούς. Επίσης τον Άγιο Γεώργιο, πρώτα βέβαια τον Άγιο Δημήτριο, ήταν και του Αγίου Δημητρίου, τον Άγιο Στέφανο, τον Άγιο Μηνά, τον Άγιο Αρτέμιο και άλλους …
Εκατομμύρια μαρτύρους, μαζί με την Αγία Βαρβάρα, την Αγία Αικατερίνη την Αγία Παρασκευή, την Αγία Ειρήνη και άλλους και άλλους και άλλους …
Επίσης αισθάνθηκε και ολόκληρον τον αόρατο κόσμο, των αγγέλων και αρχαγγέλων, Χερουβείμ και Σεραφείμ, Θρόνων και Κυριοτήτων, και πάνω από όλους την Υπεραγία Θεοτόκο.
Εκείνη τη στιγμή, είδε να φεύγουν από δω μπροστά, κάτι παιδάκια, τα οποία τα αναγνώρισε γιατί ήταν εδώ καθισμένα, Ήταν η Λυδία της Ξένιας, ήταν ο Στέφανος ο δικός μου και ο Μηνάς, ήταν ο Μιχαλάκης του κυρίου Κώστα, και της Θυμίας, ήταν ο Τιμόθεος του κυρίου Λευτέρη, ήταν η Δήμητρα, -πού είναι η Δήμητρα;- , ήταν η Γεωργία της κυρίας Νίκης, ήταν μια Μαρία και άλλοι.
Τα οποία φύγαν όλα μαζί άνοιξε ο χώρος των ανδρών, εν μέσω των αποστόλων πήγαν στο θρόνο του Κυρίου, όπου εκάθητο ο Κύριος και έπεσαν στην αγκαλιά Του.
Τα παιδιά έπεσαν στην αγκαλιά Του, τα παιδάκια, τα άκακα, κάτω από δύο χρονών,
Δε θα θυμώνετε…
Αχ χριστιανοί μου πόσο θάθελα όλοι και εμείς, και σείς και μείς οι λειτουργοί του Υψίστου που σήμερα είμαστε τρείς, ο πατής Παναγιώτης, ο πατήρ Αντώνιος και εγώ ο βρωμερός, και ο καθένας χωριστά, να ένοιωθε, να ζήσει, να ζούσε, να βίωνε, με τρόπο καθαρά πνευματικό και ακατάλυπτο – ΟΧΙ ΜΕ ΤΟ ΜΥΑΛΟ – όχι με το νού, όχι με φαντασίες, όχι με ψευδοφάνιες,
όχι με ψευδοκαταστάσεις και ανατριχιάσματα, όχι, αλλά με ουράνια θεωρία, να μπορεί να βλέπει με τα μάτια της ψυχής του, την καρδιά του, να ακουμπά, στο θεανθρώπινο στήθος του Κυρίου μας, εδώ.
Και στη συνέχεια να καταφιλά, όπως εκείνα τα παιδάκια, που ακουμπούσαν στο στήθος Του, πώς όλα μαζί δεν ξέρω, και ύστερα άρχισαν να του φιλούν τα χεράκια και τα πόδια τα πανάχραντα του Κυρίου,
να μπορούσαμε και μείς νοερά, να το κάνομε αυτό όπως τόκανε στην πραγματικότητα και ο Μέγας Παϊσιος.
Θα αισθανόμασταν τότε ανέκφραστη μακαριότητα, "τι ευτυχία Θεέ μου" θα λέγαμε,
Δεν τα βιώνουμε όμως …
Να γιατί εκκλησιαζόμεθα, να γιατί εκκλησιαζόμαστε, Φύγαν όλοι οι νεαροί στην ηλικία των 14, 15, 16,
Τι πάς εκκλησία, αφού δε καταλαβαίνεις, πώς θα καταλάβει το ξερό σου το κεφάλι;
Αφού δε προσεύχεσαι.
Αφού σε όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, δε λές Χριστέ μου ελέησέ με, βοήθησέ με το σκοτισμένο μου μυαλό!
Σάμπως το λένε οι γονείς για τα παιδιά;
Εδώ βιώνουμε την ανθρώπινη τραγωδία μας, την αμαρτωλότητά μας, αλλά βιώνουμε όμως και την ελπίδα της σωτηρίας μας.

Αυτά πρόσφερε ο Άγιος Νεκτάριος σε κάθε Λειτουργία, στην Αγία Τριάδα στην Αίγινα, και όταν ο Άγιος λειτουργούσε, δεν συνέβαιναν μόνο αυτά που μου είπε και μου αποκάλυψε η αδελφή Θεοδώρα και το βρήκα ύστερα από 48 χρόνια αυτό το πράγμα γραμμένο σε ένα τριμμένο χαρτί, αλλά και στο Χερουβικό Ύμνο και στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, έμπαινε ολόκληρος μέσα σε ένα φώς, τόσο φώς που δεν τον έβλεπε η γερόντισσα Μαγδαληνή που ήταν διάκονος τότε του Αγίου Νεκταρίου σύμφωνα με την μαρτυρία.

Φοβερόν το μυστήριον, και όλο αυτό το μεγαλείο της αποκαλύψεως της θείας λαμπρότητος,
εισέρχεται μυστικά στις καρδιές όλων μας όσων τις έχουν ανοικτές.
Από τα απροσπέλαστα εκείνα μυστήρια των ουρανίων Θείων Λειτουργιών του Αγίου Νεκταρίου, είθε ο Άγιος να δίδει, να δωρίζει σε όλους εμάς που εκκλησιαζόμαστε σε κάθε ναό της χώρας, μετά φόβου Θεού, πίστεως, αγάπης, υπομονής και ταπεινού φρονήματος, λίγες στιγμές Θεέ μου, λίγες, λίγες, λίγες στιγμές, λίγα δευτερόλεπτα, μας φτάνουν, λίγα δευτερόλεπτα, έστω και πέντε, να μας χαρίσει τη θεία μακαριότητα που ζούσε εκείνος, μπροστά στην Αγία Τράπεζα όταν έκανε ή όταν έκανε προσευχή, με τη βεβαιωμένη ελπίδα ότι θα τύχουμε όλοι μας, την σωτηρία μας, δυνάμει του θείου ελέους και της Σταυρικής Του Θυσίας,

Αμήν.

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2008

Η ζωή τού Αγίου Δημητρίου καί η δόξα τών αγίων



208-α

Σήμερα αδελφοί μου η Εκκλησία μας τιμά, τη μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλύτου και λίαν θαυματουργού, που ήτο γέννημα και θρέμμα της Θεσσαλονίκης, γόνος υψηλής καταγωγής, και αξιωματικός του στρατού της εποχής του Διοκλητιανού.
Τα ξέρετε αυτά νομίζω, ε, λίγα λόγια να σας πω για τη ζωή του.
Γενναίος βέβαια και ατρόμητος, οπωσδήποτε, στρατιωτικός των Ρωμαϊκών λεγεώνων εκείνης της εποχής, και το οποίο βέβαια ήτο όμως και παράδειγμα χριστιανικής πίστεως, και αυτό το παράδειγμα μπορούμε και μείς να το ακολουθήσομε, διότι μνήμη αγίου μίμησις αγίου.
Δεν τιμούμε μόνο έναν άγιο μόνο για να γιορτάζομε στο σπίτι μας, τον γιορτάζουμε και για να τον μιμούμεθα.
Εδώ δηλαδή τι θα κάνομε, θα πάμε να μας κόψουν το κεφάλι, ή να μας λογχίσουν, ολόκληρο το σώμα με τις λόγχες... όχι, να δίνομε την ομολογία της πίστεως…

Θα μπορούσαμε έτσι κάπως με τόλμη να πούμε ότι υπήρξε, ο πρώτος αξιωματικός μαχητής της Εκκλησίας μας, γιατί χωρίς φόβο και χωρίς δισταγμούς, στους νέους της Θεσσαλονίκης έκανε κατήχηση για τον Χριστόν.
Και ιδιαίτερα βέβαια ανάμεσα στους στρατιώτες, και στους αξιωματικούς στο στρατό που υπηρετούσε.
Προς απόδειξιν αυτών των πραγμάτων που λέγομε, υπάρχει στο ναό του Αγίου Δημητρίου, και μια δυο χρονιές μάλιστα οι μητροπολίτες της Θεσσαλονίκης, μοίραζαν αυτή την εικόνα προς όλον τον κόσμο, κορνιζαρισμένη μάλιστα, που φανερώνει τον Άγιο Δημήτριο να κρατάει δύο νεαρά παιδιά από τα χέρια, το ένα από το ένα χέρι, και το άλλο από το άλλο.
Αυτό θέλει να μας διδάξει και η αγία μας αγιογραφία, ότι δηλαδή ο Άγιος Δημήτριος, ήτο κατηχητής και διδάσκαλος των νέων.
Θέλω να πιστεύω, να το πιστεύω θέλω, πως υπάρχουν και σήμερα χριστιανοί νέοι, - τώρα αν είναι μετρημένοι στα δάκτυλα ή όχι δεν το ξέρω – μαθηταί και φοιτηταί που δηλώνουν και ομολογούν, φανερά την πίστη τους στο Χριστό, παρά τις ειρωνίες και τον διωγμόν των συμφοιτητών τους και διδασκάλων.
Όπως ήταν επόμενον, η δραστηριότητα αυτή του Αγίου Δημητρίου, καταγγέλθηκε στους ανωτέρους, στους αξιωματικούς και από κει στον αυτοκράτορα που δεν δίστασε να τον κλήσει στις φυλακές.
Εν τούτοις όμως και μέσα στη φυλακή, και μπροστά στους στρατηγούς και μπροστά στον αυτοκράτορα, έδωσε τη μαρτυρία του ότι είναι χριστιανός, και ότι ο μόνος αληθινός Θεός είναι ο Χριστός.
Όλα τα άλλα είναι ξόανα και είδωλα.
Χωρίς καμιά αξία.
Ότι αξία έχει ένα σκουπίδι, άλλη τόση αξία έχουν και τα αγάλματά τους.
Το θάρρος και η ομολογία αυτή του Αγίου Δημητρίου, όπως ήτο επόμενο, εξέπληξε και τον αυτοκράτορα και τους αξιωματικούς.
Εκείνη την εποχή, όπου πήγαινε ο Αυτοκράτορας, δημιουργούνταν και εορτές με μονομάχους, εναντίον βέβαια των σκλάβων, τους οποίους τις περισσότερες φορές έδιδαν ακόμα και στα θηρία.
Παρουσιάστηκε λοιπόν ένας γίγαντας στρατιώτης εκεί ας πούμε σαν τον Γολιάθ, ο οποίος προκαλούσε τους χριστιανούς, να’ρθούνε να μονομαχήσουν μαζί του.
Βέβαια κανένας δεν τολμούσε, διότι αυτός ήταν δύο μέτρα και τεράστιος, που να τολμήσουν οι καημένοι φουκαριάρηδες οι χριστιανοί.
Όμως ένας νεαρός ο οποίος ήτο και μαθητής - δεκαοχτώ χρονών-, και μαθητής του Αγίου Δημητρίου, ο Νέστορας, πηγαίνει λοιπόν στη φυλακή, και του ζητάει τη βοήθεια.
Και του λέει «σταύρωσέ με και βοήθησέ με να τα βάλλω με τον Λιαίο», έτσι λεγόταν αυτός ο φοβερός, το λέει και το τροπάριο μάλιστα.
Ε, βέβαια ο Άγιος Δημήτριος τον σταύρωσε και του είπε «με την δύναμη του Χριστού, και θα νικήσεις και θα μαρτυρήσεις».
Όπως και πράγματι έγινε, εδόθη η μονομαχία, και ο Νέστορας των δεκαοχτώ χρονών παλικάρι,
παλικαράκι μικρό, και αδύνατο, σαν τον μικρό εκείνο τον Δαυίδ, που με την σφεντόνα, σκότωσε το Γολιάθ, έτσι πολύ γρήγορα, με μία τρικλοποδιά κατάφερε και αποκεφάλισε τον Λιαίο.
Αυτό βέβαια, α, και πριν γίνει η τελευταία, ας το πούμε προσπάθεια, του Νέστορος φώναξε
«ο Θεός του Δημητρίου βοήθοι μοι», και τότε κατάφερε το θανατηφόρο κτύπημα.
Βέβαια αυτό επειδή το στάδιο ήταν βουβό από την κατάπληξη, ενός νέου να τα καταβάλλει με τον γίγαντα εκείνον- είχε βουβαθεί.
Και έτσι η φωνή του ακούστηκε.
Ακούστηκε και από τον αυτοκράτορα, που διέταξαν αμέσως τους στρατιώτες, αυτοστιγμεί να αποκεφαλίσουν τον Νέστορα, και να πάνε μέσα να σκοτώσουν στη φυλακή και το Δημήτριο.
Και πράγματι έτσι έγινε, και πήγαν εκεί οι στρατιώτες και με τις λόγχες τους, τέσσερεις πέντε δέκα, πόσοι ήτανε, ελόγχευσαν ολόκληρο το σώμα του Αγίου Δημητρίου.
Και από τότε και μέχρι σήμερα, εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια θαυματουργεί.
Και βέβαια δεν ήταν και τυχαίο το γεγονός, που η Θεσσαλονίκη το χίλια εννιακόσια δώδεκα,
απελευθερώθηκε την ημέρα του Αγίου Δημητρίου.

Σήμερα τα οστά του ευωδιάζουν, και μερικές φορές μυροβλύζουν
.
Βγάζουν ακόμα και σήμερα μύρο.
Όπως και για χρόνια πολλά, έβγαινε από τον τάφο του μύρο.
Με τις ανασκαφές όμως, οι αθεόφοβοι αυτοί αρχαιολόγοι εκεί πέρα, ε κατεστράφη ο τάφος και έτσι, δεν έχομε πλέον μια ομολογία απτή, μια απόδειξη πού ακριβώς ήταν, για να έχουμε που και που, να στάζει η ευλογία του Θεού, και να φανερώνεται το μεγαλείο του, και το θαύμα ακόμα.
Σήμερα ο Άγιος Δημήτριος, εξακολουθεί με τις πρεσβείες του, να θαυματουργεί.

Θυμήθηκα όμως, να με συγχωρέσετε, θυμήθηκα κάποιες καλές παλιές ημέρες, που διάβαζα τους πατέρες και τους ρουφούσα έτσι κυριολεκτικά, και όταν αναφέρονταν στα μαρτυρολόγια των αγίων, στα μαρτύρια δηλαδή των μαρτύρων, ανέβαιναν με τη θεωρία τους, με την προσευχή τους, με την καθαρή τους ζωή, μέχρι εκείνο τον θρίαμβο, που έχουν οι άγιοι, στη βασιλεία των ουρανών, τον θρίαμβο λέω.
Όσοι από μας, και εύχομαι να είμεθα όλοι, και σεις, και σείς, και μείς οι ιερείς, όλοι μας, και όσοι αξιωθούμε, να βρεθούμε στον Παράδεισο, εκεί μαζί με τον Άγιο Δημήτριο, αλλά και όλους τους Αγίους, τι λέτε θα ζούμε ;
Θα ζούμε τον πλούτο της βασιλείας των ουρανών, και θα χαιρόμεθα την χαράν των αγίων, τη χαρά των αποστόλων, τη χαρά των μαρτύρων, και των παιδομαρτύρων.
Γύρω μας δηλαδή, και μέσα μας, θα μας περιβάλλει, και θα εισχωρεί, στο ψυχοσωματικό μας είναι,
η υπερπολυτέλεια των ουρανίων ακαταλήπτων αποκαλύψεων, δια των οποίων θα μας γνωρίζεται, η θεία Θεογνωσία, δηλαδή η Θεολογία της Αγίας Τριάδος.
Όχι όπως την μαθαίνουν στα θρανία εδώ μερικοί.
Και όπως τη μαθαίναμε και μείς.
Τη θεολογία της βασιλείας του Θεού.
Και κει θα γνωρίσουν τη Δόξα του Θεού, την Αγάπη του Θεού, που δεν την πιάνουμε σήμερα, τη Σοφία του Θεού, τη πραγματοποίηση του Θείου Ελέους και της μακροθυμίας Του διότι μας έσωσε.

Σας ειδοποιώ εδώ και χρόνια, ότι θα μας έρθουν σκληρές ημέρες.
Είδατε ότι χτυπάν την πόρτα μας ;
Μην γονατίζετε, μην κάνετε προσευχή, και όταν θάρθουν ύστερα θα λέτε «αχ Θεέ μου, βοήθησε»,
τότε ... μήπως θα είναι αργά, μήπως από τώρα πρέπει να κουνήσουμε λίγο τα δάκτυλά μας, λίγο τις προσευχές μας.
Εκεί κατευθείαν δεν μπορούμε, στο κρεβάτι επάνω να πάρομε ένα κομποσχοίνι και να λέμε
«Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς, ελέησέ την οικογένειά μου, τα παιδιά μου, τον πατέρα μου, τη μάνα μου, τα αδέλφια μου, όλους τους χριστιανούς, όλους τους ιερείς, όλους τους αρχιερείς
Μη σας επηρεάζουν μερικά πράγματα που ακούγονται από δώ και από κει, αλλά και όλον τον κόσμο, γιατί όλους θα μας πλήξει.
Και αλίμονο αν θα γίνει και κάνας πόλεμος, αλίμονο.

Θα μας αποκαλύπτει λοιπόν ο Θεός, μέσα από τον εαυτόν του, και θα αποκαλύπτει στα εκατομμύρια των μαρτύρων και των ομολογητών, στα εκατομμύρια των μεγάλων ιεραρχών και οικουμενικών διδασκάλων, των οσίων αναχωρητών της ερήμου, των ορέων και των σπηλαίων της γης, των χιλιάδων παιδομαρτύρων, των δικαίων, των προφητών και προπαντός των αποστόλων.
Έτσι όπως θα αποκαλύπτει ο Θεός σε όλους αυτούς, έτσι και σε μας, δηλαδή στους σεσωσμένους χριστιανούς, που θα κερδίσουν τον Παράδεισο με τη μετάνοιά τους, - έχουμε μετάνοια ; - θα αποκαλύπτει επαναλαμβάνω ο Θεός, πτυχές και ακτίνες από τον Εαυτόν Του.
Από τον Άπειρο Εαυτόν Του.
Που Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε.
Που θα εισχωρούν αυτές οι πτυχές, αυτές οι ακτίνες της θείας Δόξης Του, θα εισχωρούν, θα καταλαμβάνουν όχι μόνο τον νουν των αγγέλων, και των Αγίων που ανέφερα προηγουμένως, αλλά και όλων των σεσωσμένων ανθρώπων χριστιανών.
Όλος ο άνθρωπος θα γεμίζει από Δόξα και Αγάπη, κατά το μέτρον της Δωρεάς του Χριστού,
σύμφωνα με τον αγώνα και την προσευχή και τη νηστεία τη πνευματική που έκανες και τη γλώσσα και την εγκράτεια, που είχες, σύμφωνα με αυτά…
Αυτή είναι η δωρεά του Χριστού, (που) θα απολαμβάνεις επάνω, όχι ίση με τον Άγιο Αντώνιο, όχι ίση με τον Άγιο Δημήτριο, αλλά κατά το μέτρον της δωρεάς και των αγώνων πού έκανες εδώ στη γή.
Πόσο συμπαραστάθηκες στον συνάνθρωπό σου, πόσο συμπαραστάθηκες στα ανάπηρα παιδιά…
Τι έδωσες για να πάρεις;
Και όλα αυτά, θα αποτυπώνονται, πώς βάζομε μια σφραγίδα πάνω σ’ένα χαρτί επίσημο, το δίνουμε με επισημότητα το χαρτί, το σφραγίζουμε, και βάζουμε την υπογραφή μας, έτσι θα αποτυπώνονται, θα υποτυπώνεται η σφραγίδα, αυτής της πτυχής του Θεού, που θα θησαυρίζεται εις τους αιώνας των αιώνων, μέσα σ’ όλον τον άνθρωπον.
Έτσι θα αγάλλεται εις τους αιώνας των αιώνων η ψυχή μας, θα ευφραίνεται εις τους αιώνας των αιώνων, θα ευλογείται εις τους αιώνας των αιώνων, θα γλυκαίνεται εις τους αιώνας των αιώνων….
Και ενώ η ψυχή σου θα προσφέρει, στο Θεό δοξολογίες, ύμνους και ωδές πνευματικές, συγχρόνως, - προσέξτε το – θα αντιδοξάζεται από τον Θεόν.
Εσύ θα του προσφέρεις, εσύ, εσύ, εσύ, εσύ και εγώ δοξολογία, ευχαριστία, «με έσωσες, δεν το άξιζα, αμαρτωλός ήμουνα και χτες και σήμερα και θα είμαι και αύριο, και με έσωσες Θεέ μου,
δεν θα σου δοξολογώ, δε θα σε ευχαριστώ, δε θα σου προσφέρω αίνους, είναι δυνατόν;
»
Και τότε ο Θεός, θα με αντιδοξάζει, θα δοξάζει εσένα, εσένα, κι εμένα και όλους μας, τους ταπεινούς και αθλίους.
Και ενώ η καρδιά σου, αδελφέ μου, θα ευχαριστεί αενάως τον Χριστόν διά την σωτηρίαν σου,
ο Χριστός θα σου προσφέρει μακαριότητα και νέες αποκαλύψεις των απορρήτων μυστηρίων της Τριαδικής Θεότητος.
Και κάθε αποκάλυψις, -εδώ θέλω να το προσέξτε,- κάθε αποκάλυψις από την πτυχή του Θεού, δεν θα έχει προηγούμενο.
Δεν θα έχει ούτε προηγούμενο, ούτε επόμενο.
Θα είναι μία και μοναδική εις τους αιώνες.
Έτσι θα υπάρχει μια ανοδική συνεχής και αιώνια πορεία κίνησης, διαδοχικών αποκαλύψεων στην ψυχή μας.
Η κάθε αποκάλυψις θα είναι καινούργια.
Και νέα, και πιο αξιοθαύμαστη από την προηγούμενη, αλλά ΔΕΝ θα την ενθυμείται ο άνθρωπος.
Μόνον θα την απολαμβάνει.
Και επειδή θα έρχεται η επόμενη, που θα είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερη αποκάλυψις από την προηγούμενη, δεν θα ενθυμείται.
Τι σημαίνει αυτό ότι μετά… στη Δευτέρα Παρουσία, μετά τη Δευτέρα Παρουσία, δεν θα υπάρχει μνήμη.
Καμία μνήμη.
Θα υπάρχει μόνον θεία γνώσις.
Θεογνωσία, θείον κάλλος, Παράδεισος και θεία Κόλασις.
Δεν θα έχομε μνήμη και αναμνήσεις της εδώ ζωής μας ως άνω στη γή.
Θα έχω γνώση.
Αυτή είναι η κυρία Μαρία, αυτή είναι η Γεωργία, ο κύριος Φώτης, όχι ο κύριος, δε θα λέμε κύριος, έ, η ψυχή του, του αδελφού Κώστα και της Μαρίας.
Αυτός είναι ο Άγιος Δημήτριος, αυτός είναι ο Άγιος Γεώργιος, αυτή είναι η Αγία Αικατερίνη, αυτή είναι η Αγία Παρασκευή, μόνο γνώση, και όχι μνήμη.
Δεν θα λειτουργεί επίσης ουδόλως η φαντασία που είναι πτωτικό φαινόμενο.
Θα γνωρίζουμε όλα τα αγγελικά τάγματα, όπως θα έχουμε και τη γνώση της χορείας των αποστόλων, -όπως είπα προηγουμένως, - των δικαίων, των προφητών, των μαρτύρων, των ομολογητών, και των οσίων, αλλά και όλων των σεσωσμένων χριστιανών της εποχής μας, χωρίς χρόνο.
Θα σας γνωρίζω, θα με γνωρίζετε χωρίς χρόνο.
Όσοι σωθείτε μεταξύ σας θα γνωρίζεσθε.
Χωρίς χρόνο.
Δεν θα λέτε δηλαδή ότι εμείς ζήσαμε το δύο χιλιάδες οκτώ μετά Χριστόν.
Πάνε αυτά, τέρμα.
Αιωνία Κόλασις....
Στη βασιλεία του Θεού δεν θα υπάρχει παρελθόν και μέλλον χρονικό.
Ένα αιώνιο ακατάλυπτο παρόν με συνεχή αέναη κίνηση διαδοχικών αποκαλύψεων
όπως προείπαμε.
Θα δοξολογούμε, θα θαυμάζουμε και θα ευχαριστούμε τον Θεόν, χωρίς να ενθυμούμεθα ποια ήταν η προηγουμένη Θεϊκή αποκάλυψις, διότι θα ακολουθείται ευθύς αμέσως χωρίς χρόνο, μια άλλη που θα είναι και αυτή μία και μοναδική.
Δεν θα λέμε παραδείγματος χάριν, Αααα, αυτή η αποκάλυψις που μας έκανε τώρα ο Θεός βρε Γιώργο,
ξέρεις ήταν ασυγκρίτως πιο μεγάλη, πιο καλή, πιο απολαυστική, πιο, πιο, με μεγάλη, με μεγαλύτερη θεία μακαριότητα απ’ αυτή που μας έδειξε ο Χριστός πριν χίλια χρόνια, δεν έχει τέτοια πράγματα, δεν έχει τέτοια, δεν θα υπάρχει μνήμη.
Καταργείται λοιπόν και ο χρόνος και η μνήμη, και επικρατεί και βασιλεύει η θεία γνώσις, η Αγάπη, η Δόξα, η Σοφία, η Θεία Μακαριότητα, η Θεία Έκπληξις, ο Θείος Θαυμασμός, η Ευχαριστία, η Δοξολογία, ο Αίνος, οι Αγγελικές Ψαλμωδίες, η Θεία Ευφροσύνη, η Θεϊκή Αγαλλίασις, και άπειρες άλλες πνευματικές καταστάσεις, ανάλογες με τις αποκαλύψεις που θα κάνει ο Θεός, και ανάλογα με το μέτρον της δωρεάς του Χριστού.
Τίποτα το στατικό, και χωρίς επαναλήψεις.
Επαναλαμβάνω, δεν θα υπάρχει καμία επανάληψις, πάντοτε κάτι καινούργιο και μοναδικό,
θα μας δείχνει ο Χριστός και θα μας αποκαλύπτει ο Κύριος, συνεχώς και εις τους αιώνες, άπειρες ακτίνες της θείας Δόξης, ανεπανάληπτες, η μία μέσα στην άλλην, χωρίς τέλος διότι είναι άπειρος και ο Θεός, και είναι άπειρα και ακατάληπτα τα θεία ιδιώματά του.

Σας έδωσα μια πολύ πτωχή ανθρώπινη περιγραφή, πτωχοτάτη, πάμπτωχη, ελεεινή θα σας έλεγα, και μάλιστα ελέγθη ως άφρον, αλλά είναι απ’ αυτές, που μας έχουν αποκαλύψει, οι άγιοι πατέρες,
όπως και ο πνευματικός μου, και στον πνευματικό του ο θείος αυτός Άγιος άνδρας, ο οσιότατος Ιωσήφ ο Σπηλαιώτης, που το βιβλίο του πρέπει να το διαβάσετε όλοι σας.
Εκεί χαίρεται και αγάλλεται ο Άγιος Δημήτριος, και από κει με τις πρεσβείες του θαυματουργεί.
Στον Παράδεισο μπορούμε να πάμε όλοι μας, αρκεί να ζήσουμε εδώ στη γη, με μετάνοια, το επαναλαμβάνω, με μετάνοια, τηρώντας τις εντολές του Ευαγγελίου, δηλαδή το θέλημα του Θεού.
Το αν θα πάμε στον Παράδεισο ή όχι, από ΜΑΣ εξαρτάται.

Χριστιανοί μου εύχομαι με όλη μου την καρδιά, ό,τι απολαμβάνει σήμερα ο Άγιος Δημήτριος,
-προ-απολαμβάνει μάλλον,- ο Άγιος Δημήτριος, διότι σε πληρότητα θα έρθουν όλα αυτά μετά τη Δευτέρα του Χριστού Παρουσίαν, λέω ό,τι απολαμβάνει, ο Άγιος Δημήτριος, αυτό που απολαμβάνει,
τι να σας πω, δεν ξέρω, δεν έχω λόγια να σας πω, την ΑΑΑΑΠΕΙΡΗ ευτυχία και χαρά που νοιώθει, να μπει τις καρδιές σας, μία μία έτσι, και στην δική μου την καρδιά και στην καρδιά του πατρός Αντωνίου
Να ετοιμάζεστε όμως για τις σκληρές ημέρες, να κάνετε προσευχή και νάχετε μετάνοια.

Αμήν.

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

Κυριακή 12.10.2008, Ο πλούσιος από το Ντητρόϊτ



210-γ
«Ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού».

Ότι ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού χριστιανοί μου, όπως μας τον ερμήνευσε ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα που ακούσαμε, είναι ένα από τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού, που αξιώθηκαν και αξιώνονται να γνωρίσουν οι αγωνιζόμενοι πιστοί χριστιανοί μέσα στο χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Εκείνοι βέβαια οι χριστιανοί όμως, οι οποίοι συμμετέχουν στα άγια μυστήρια, τηρούν τις εντολές, καλλιεργούν τις αρετές, μάχονται με τα πάθη τους, και γενικά φροντίζουν να διάγουν Ευαγγελική Ζωή. Ο λόγος του Θεού είτε είναι γραπτός, δηλαδή μέσα στην Αγία Γραφή, στο Ευαγγέλιο, στην Καινή Διαθήκη, είτε ο λόγος του Θεού υπάρχει στα συγγράμματα των Πατέρων, στα κείμενα των νηπτικών, στους βίους των Αγίων, -είτε αυτοί είναι γραπτοί, είτε είναι προφορικοί, όπως επίσης και στα διάφορα μαρτυρολόγια,- και στα κηρύγματα μέσα στους ναούς, όλα αυτά μαζί συγκροτούν, τον Λόγον του Θεού, και τον γραπτόν και τον προφορικόν, και είναι μία ιεροτελεστία για την κάθε μια ψυχή χωριστά του χριστιανού, και ο Λόγος αυτός του Θεού, έχει μεταμορφωτική δύναμη ιδιαίτερα για εκείνον που ανοίγει το παράθυρο της ψυχής του.
Στο κήρυγμα όπως και σε όλα τα ιερά βιβλία της εκκλησίας δεν πρέπει να ψάχνομε φιλοσοφίες, πολεμικές, κριτικές, δημαγωγίες, πολιτικολογίες, και δεν ξέρω τι άλλο. Αλλά εκείνο που πρέπει να ψάχνομε να βρούμε, είναι, μονάχα το μυστήριον της σωτηρίας του ανθρώπου. Αυτό που διαβάζουμε και αυτό που ακούμε από έναν οποιονδήποτε ιεροκήρυκα, ιερέα, ή επίσκοπο, ή και μοναχό γέροντα, μ’ αυτόν τον λόγο που ακούμε, καυτηριάζεται η αμαρτία; Διδάσκεται η ταπείνωσις; Μας οδηγεί στην απόκτηση των αρετών, και στην καταπολέμηση των αδυναμιών μας; Μας δίνει τρόπους ασκήσεως για υπομονή; Διότι είπε το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα ότι «εν υπομονή πολλή, καρποφορούσιν τον λόγον», δηλαδή καρποφορείται ο λόγος του Θεού, για εκείνους που έχουν πολλή υπομονή, αλλά και γη αγαθή, δηλαδή καλή καρδιά, γόνιμο χωράφι για να μπορέσει μέσα να μπει ο σπόρος του Θεού, ο Λόγος του Θεού, και να καρποφορήσει και να δώσει καρπόν τριάκοντα, εξήκοντα, εκατό.

Ο λόγος που ακούμε μας οδηγεί στη μετάνοια; Μας αυξάνει την πίστη; Μας ανοίγει τα μάτια να δούμε την αλήθεια του Θεού; Ή μας οδηγεί στην πλάνη και στην αίρεση; Ή θέλουμε έναν λόγο το Θεού που χαϊδεύει τα αυτιά μας και να ικανοποιεί τον εγωισμό μας; Έτσι λοιπόν το κήρυγμα πρέπει να είναι αλιευτικόν, να ψαρεύονται δηλαδή οι ψυχές για σωτηρία, και μείς με τη σειρά μας κατόπιν εν συνεχεία, να μαθαίνομε να ψαρεύουμε τη χάρη! Μερικοί από σας μπορεί να έχετε και αυτό το χόμπι όπως λέγεται, να θέλετε να πηγαίνετε στις θάλασσες και να ψαρεύουν τις νύχτες. Ας βγάλουμε αυτούς, και ας δούμε εκείνους οι οποίοι κοπιάζουν όλη τη νύχτα για ένα κομμάτι ψωμί για το μεροκάματο. Εμείς πόσο κοπιάζουμε για να ψαρέψομε τη χάρη του Θεού; Πόσο κοπιάζουμε;
Ο κόπος μας είναι σχετικός ολίγος, αλλά σεις όμως, έχετε εσείς οι λαϊκοί, και οι γυναίκες και οι άντρες, οι έγγαμοι και οι άγαμοι, και οι μικροί και μεγάλοι, εσείς οι λαϊκοί λέω, έχετε μια ιδιαιτέρα ευλογία. Κερδίζετε πολύ πιο εύκολα τη Βασιλεία του Θεού, από μας τους κληρικούς. Αν εσείς θέλετε έναν κόπο, εμείς θέλουμε εκατό χιλιάδες φορές περισσότερο. Επομένως λοιπόν μην μας ανεβοκατεβάζετε αγίους, προορατικούς και διορατικούς. Εγώ διουρητικός είμαι, διορατικός δεν είμαι!

Όταν τον Φεβρουάριο, πήγα στην Αμερική στην Αριζόνα, και είδα το γέροντά μου, μου έκανε μια ερώτηση, μου είπε «προσφέρεις πενήντα χρόνια τον λόγο του Θεού, και από ότι ξέρω από την πρώτη μέρα που έγινες διάκονος, άρχισες να κάνεις κηρύγματα εις την Νέα Μηχανιώνα. Και τα συνεχίζεις μέχρι σήμερα, πενήντα ολόκληρα χρόνια. Έγραψες και βιβλία πολύ ωφέλιμα. Μπορεί να έσωσες και εκατό χιλιάδες ψυχές και διακόσιες. Συ όμως, θα σωθείς ή θα κολασθείς;» Θέλετε να το επαναλάβω; Τον κοίταξα με βουβό το στόμα και το επαναλαμβάνει «παπά μου, συ θα σωθείς ή θα κολασθείς;»
Πριν από χρόνια, μου είπε, πήγα στο Ντητρόιτ, και κει με κάλεσαν σ’ ένα σπίτι να εξομολογήσω έναν ογδοντάχρονο, ο οποίος δεν ήθελε εξομολόγηση στην ουσία, αλλά ήθελε να του κάνω ερμηνεία ενός ονείρου που είδε. Εγώ άρπαξα όμως την ευκαιρία, και από το όνειρο έβγαλα την εξομολόγηση. Και είπε, και είπε, και είπε αυτός ο ογδοντάχρονος άνθρωπος, πολλές και φοβερές αμαρτίες, ακατανόμαστες, που δεν μπορούμε ούτε καν να τις ονομάσουμε, στις εξωτερικές μας συζητήσεις, λέει, όχι μέσ’ την εκκλησία, ούτε έξω καν. Τόσο φοβερές ήταν αυτές οι αμαρτίες. Προσπάθησα λοιπόν να του βάλω μέσα, τη συναίσθηση της βαρύτητος της αμαρτίας, και ότι αύριο μεθαύριο, είτε του αρέσει είτε δεν του αρέσει, είτε το θέλει είτε δεν το θέλει θα βρεθεί μπροστά στην Κρίσιν του Αγίου Θεού.
Και τότε εκείνος ο άνθρωπος, κάτω απ’ τη χάρη του Αγίου Θεού, ως άλλος ληστής, είπε «Θεέ μου, συγχώρεσέ με τον αμαρτωλόν», δεν είπε «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη βασιλεία Σου», είπε «Θεέ μου συγχώρεσέ με τον αμαρτωλόν», αυτό είπε, και άρχισε να κλαίει, και να κλαίει, και να κλαίει, και να κλαίει … Μισή ώρα, μια ώρα, μιάμιση ώρα, δύο ώρες… και ’γω καθόμουν και έκλαιγα μαζί του.
Του διάβασα τη συγχωρητική ευχή, και έφυγα. Αυτός κάλεσε όλους τους δικούς του, και είπε πόσο ανάλαφρος ένοιωθε, γιατί ήταν και πολύ γεμάτος. Πάμπλουτος εν τω μεταξύ, με εκατομμύρια εκατομμυρίων χρημάτων, και άρχισε να αγκαλιάζει όλους και το υπηρετικό προσωπικό, και να θέλει να χορεύει τους Ελληνικούς χορούς από την χαρά του την πολλή, γιατί ξελάφρωσε, πέταξε όλη τη σαβούρα του, και την πήρε ο Σταυρός του Κυρίου, και χαρά, χαρά, χαρά, «πετάω σαν άγγελος, νοιώθω νάχω φτερά, νοιώθω νάχω φτερά», και έψαλλε ό,τι θυμόταν απ’ την πατρίδα του, μικρό παιδί, γιατί ήτο Ελληνοαμερικανός.
…Και από τα πολλά πηδήματα και την πολλή του τη χαρά, αισθάνθηκε κούραση, λέει, «Ας ξαπλώσω παιδιά μου λίγο τώρα, πέντε λεπτά έτσι, να ξεκουραστώ. Θεέ μου σ’ ευχαριστώ, που δέχτηκες εμένα τον αμαρτωλό, Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ», και πέθανε.
Θάνατος οσιακός, όπως αυτού του ανθρώπου, που ήταν απάνω στο Σταυρό του κακούργου. Άρα λοιπόν όλοι σας, έχετε αυτήν την ευκαιρία, να πείτε Θεέ μου συγχώρεσέ με, τον αμαρτωλό και την αμαρτωλή, αρκεί να τρέξει απ’ τα ματάκια σας, ένα διαμάντι μεγάλης αξίας, το διαμάντι αυτό, να είναι το δάκρυ της μετανοίας, και θα δείτε ν’ ανοίγουν οι ουρανοί, και να σας δέχονται και να σας υποδέχονται, άγγελοι και αρχάγγελοι.
Αλλά εμείς, αλλά εγώ, ο πατήρ Στέφανος, που τον ανεβάζετε και τον κατεβάζετε άγιο, δεν ξέρω τι άλλο τον λέτε, κουτσομπολεύετε και από πίσω, όχι εσείς, άλλοι… Εμείς όμως έχουμε αυτό εδώ, (δείχνει το πετραχήλι), αυτό έχουμε εδώ, και δω κρέμονται εκατοντάδες και χιλιάδες, και θα δώσουμε λόγον. Πώς μπορούμε να σωθούμε με ένα «μνήσθητι»; Ευλογημένοι είστε. Έτσι μου είπε, ευλογημένοι οι λαϊκοί που με έναν λόγο μετανοίας επιστρέφουν στην Βασιλεία του Θεού. Και αλίμονό σε όλους τους κληρικούς όλου του κόσμου, αλίμονό τους, διότι σχεδόν και με τα δυό τους πόδια, βρίσκονται στην κόλαση.
Λοιπόν επομένως να αφήσετε τις αγαπολογίες, και να ασπάζεστε μόνο το χέρι φτάνει. Γιατί τούτο το χέρι δέχτηκε τη φλόγα του Αγίου Πνεύματος, προηγουμένως, και ηγίασε τα Τίμια Δώρα, όπως και του κάθε ιερέως και του πατρός Αντωνίου, όταν ευλογεί τα Τίμια Δώρα. Αυτή η φλόγα ήταν εκεί στην Πεντηκοστή, που κάλυψε τους μαθητάς και βγήκε κατόπιν ο Απόστολος Πέτρος, και έκανε το κήρυγμα εκείνο στους χιλιάδες ανθρώπους, ώστε να τους περάσουν πρωί πρωί μεθυσμένους, και ήταν αυτοί Πάρθοι και Μήδοι και Ελαμίτες και οι κατοικούντες την Μεσοποταμίαν, την Ιουδαίαν και την Καππαδοκίαν, τον Πόντον και την Ασίαν, κάτοικοι απ’ τον Πόντο και την Ασία, απ’ τη Φρυγία και απ’ την Παμφιλία, απ’ την Αίγυπτο και από τα μέρη της Λιβύης, και την Κυρήνην, και τους παρεπιδημούντας Ρωμαίους, Ιουδαίους και προσηλύτους, Κρήτες και Άραβας και Έλληνες. Και ο Απόστολος Πέτρος, ομιλούσε στην Αραμαϊκή, και ο καθένας άκουγε στην δική του γλώσσα, τη σωτήρια.
Και ρώτησαν:
-Τι να κάνουμε;
-Μετανοείτεεε, φώναξε ο Απόστολος Πέτρος,
-Μετανοείτε !
Και γονάτισαν όλοι, και είπαν
-Μετανοούμε.
Και βαπτίσθησαν αυτομάτως και εσώθηκαν.
Έτσι θα σωθείτε και σείς.
Λοιπόν άρα, πρέπει ή δεν πρέπει να κάνετε προσευχή για τους ιερείς και τον πνευματικό σας; Που ανα πάσα στιγμή μπορεί να πεθάνει και να κριθεί αυστηρότατα από τον Πανάγιον Θεόν, διότι δεν ετήρησε με ακρίβεια την διαφύλαξη της παρακαταθήκης που του έδωσε ο Θεός εδώ στην παλάμη. Μη μας κολακεύετε και μη μας επαινείτε, και μην αποκαλείτε κανέναν άγιο … είμεθα όλοι αμαρτωλοί.
Εδώ έχομε ένα Ευαγγέλιο. Το βλέπετε; Το Ευαγγέλιο. Μπορεί μερικοί από σας, εσύ, εσύ, εσύ, εσύ, εσύ, εσύ, όλο αυτό να το τηρείτε. Όλο. Και να χαίρεστε και να οικοδομείστε. Αλλά όσοι όμως το τηρούν ολόκληρο, πρέπει να αποκαλούν τον εαυτόν τους «άχρειο δούλο». Μέσα το λέει, το Ευαγγέλιο, δεν το λέω εγώ, ο Χριστός το είπε. «Και αν πάντα τα διατεταγμένα ποιήσετε, θα καλείτε τον εαυτό σας αχρείους δούλους». Εγώ που δεν τα τηρώ, πως πρέπει να λέω τον εαυτό μου; Όταν καμιά φορά σας λέω είμαι αμαρτωλός, παραπονείσθε. Γιατί; Γιατί διαμαρτύρεσθε; Εσείς με έναν λόγο σώζεστε, εγώ με πόσους λόγους, θα σωθώ; Κι είμαι μεγάλος και αύριο πεθαίνω.

Θέλω λοιπόν τις προσευχές σας.
Από τώρα και στο εξής, όσο μ’ αφήσει ο Θεός να ζω, τέτοια κηρύγματα θα σας κάνω.

Σας εύχομαι με όλη μου την καρδιά, με έναν λόγο να βρεθείτε στον Παράδεισο.

Αμήν.

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

Περί Βατοπαιδίου



210-β

Ενώ θα έπρεπε να ασχοληθούμε κατεξοχήν με το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, του οποίου η υψηλή διδασκαλία του Κυρίου μας είναι ανυπέρβλητος, αλλά και στην εφαρμογή της προσφέρει τον δρόμον της σωτηρίας για τον άνθρωπο, με τον χρυσό κανόνα που λέει, «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως», και για να μπορεί να γίνει τούτο πράξις μέσα στην ζωή μας, χρειάζεται να δούμε και το τέλος του Ευαγγελικού αναγνώσματος, που καταλήγει με το «γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς ο Πατήρ ημών ο Ουράνιος Οικτίρμων εστί».

Αλλά επειδή όμως λείπομε αρκετό χρόνο, και σ’ αυτό το χρόνο που λείπομε, εδημιουργήθηκε ένας τεράστιος θόρυβος, και όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ραδιόφωνα τηλεοράσεις εφημερίδες, τα ’βαλαν εξαιτίας μιας μονής, και γενικά με την εκκλησία, δεν πρέπει να παραμείνομε και μείς με κλειστό το στόμα. Θα πρέπει να πούμε κάτι. Γιατί ρωτούν, «εσείς πάτερ Στέφανε, τι λέτε για τη Μονή Βατοπαιδίου;»

«Το να μη παρασυρθούμε από την κραυγή», μας λέγει ένας άγιος γέροντας από το Άγιον Όρος, του οποίου θα σας διαβάσω μερικές γραμμές, «το να μην παρασυρθούμε», λέει, «από την κατακραυγή των μέσων αυτών, και ειδικότερα των τηλεοράσεων, και τον λιθοβολισμό του πλήθους, δεν είναι σήμερα τόσο εύκολο πράγμα».

Βέβαια, έτσι θέλομε δε θέλουμε, θα αγγίξουμε το θέμα της Μονής Βατοπαιδίου. Κατ’ αρχάς θεωρείται, - την έχω επισκεφθεί επανειλημμένες φορές, στο παρελθόν, όχι υπό την νέαν συνοδεία, αλλά όταν ήταν ακόμα ιδιόρρυθμο - θεωρείται και είναι μια από τις σπουδαιότερες Ιερές Μονές της Ορθοδοξίας. Έχει περισσότερα από χίλια χρόνια λαμπρή ιστορία, ανέδειξε αγίους, πολλούς αγίους, -και για την ακρίβεια η Μονή Βατοπαιδίου έβγαλε 66 αγίους,- μεγάλο κειμηλιακό πλούτο διαθέτει, και αρχιτεκτονική. Κατέχει 35.000 τετραγωνικά μέτρα οικοδομικά, συνολικά. Έχει το μοναστήρι αυτό 2.000 πορτοπαράθυρα, 100 και περισσότερους μοναχούς, νέους και μορφωμένους, οι περισσότεροι των οποίων κατέχουν πανεπιστημιακά πτυχία.
Έχει 150 κάθε μέρα εργαζομένους, αρχιτέκτονες, μηχανικούς, εργολάβους τεχνίτες και εργάτες, που μαζί με τους φιλοξενουμένους και ιδίως το καλοκαίρι, έχει κάθε μεσημέρι, 600 μερίδες φαγητό.

Πως θα βγούν αυτά ; Ποιος τους ταϊζει ; Ποιος τους πλένει τα σεντόνια; Ποιος τους καθαρίζει; Ποιος τους ξεναγεί; Ποιος τους προσφέρει τα νάματα της Ορθοδοξίας;

Η σημερινή αδελφότητα, με τον ηγούμενό της, αλλά κυρίως όμως, με τον γέροντά της τον Ιωσήφ τον Βατοπαιδινό, ο οποίος ήτο πνευματικόν τέκνον του οσιωτάτου Ιωσήφ, του οποίου την βιογραφία επιμεληθήκαμε, και παρουσιάζεται και κυκλοφορεί ως βιβλίο, -ήδη τελείωσε μέσα σε δυόμιση μήνες η πρώτη έκδοσις, και από σήμερα κυκλοφορεί η δευτέρα, να το πάρετε και να θαυμάσετε τον βίον των αληθινών Ορθοδόξων μοναχών και ποια είναι η Ορθοδοξία μας, μέσα στο Άγιον Όρος, κι όχι όπως την παρουσιάζουν, οι πολέμιοι της εκκλησίας μας.

Λάθη μπορεί να γίνονται…αλλά διορθώνονται.

Γιατί υπάρχει και η διόρθωσις υπάρχει και η μετάνοια. Έτσι προχώρησε το Άγιον Όρος. Και μέσα από την μετάνοια έβγαλε τους αγίους. Μέσα από την πάλη των παθών και των αδυναμιών, μέσα από την πάλη με τις πτώσεις, γιατί κάθε άνθρωπος και κάθε χριστιανός μοναχός, και κάθε κληρικός και κάθε επίσκοπος πέφτει, αλλά με τη μετάνοια σηκώνεται, και προχωρά, δεν κοιτάζει πίσω, βλέπει μπροστά, εκεί όπου ο Γολγοθάς αλλά και η Ανάστασις.

Την περιουσία της Ιεράς Μονής την βρήκαν οι μοναχοί και έχουν υποχρέωση να την διαφυλάξουν, όλοι οι μοναχοί στο Άγιον Όρος, και των είκοσι μονών, και των μεγάλων σκήτεων. Έχουν υποχρέωση!

Ξέρετε, λέει ένας Αγγλικός νόμος; Γιατί δεν τον αναφέρουν. Να σας τον πω εγώ. Όσο παλαιότερο είναι ένα κτήμα, τόση μεγαλύτερη αξία έχει, και τόσο φερεγγυότερον γίνεται για εκείνον στο οποίον εχαρίσθη. Γι αυτό προσέχουν πολύ τα κληροδοτήματα που εδόθησαν πριν εκατό, διακόσια, τριακόσια, τετρακόσια, πεντακόσια χρόνια, και αυτός είναι νόμος απαράβατος, σε μια χώρα που δεν είναι Ορθόδοξη, αλλά προτεστάντικη.

Τι θα κάνομε εμείς εδώ οι Έλληνες Ορθόδοξοι που θέλουμε να τα διαλύσουμε όλα; Και την εκκλησία και τον μοναχισμό, και τους ιερείς και τους επισκόπους! Και βρίσκονται οι άθεοι πολιτικοί μας, οι οποίοι θέλουν να τα διαλύσουν τα πάντα! Τους ακούτε πιστεύω και τους βλέπετε στις οθόνες των τηλεοράσεων.

«Φοβάμαι» λέγει ο άγιος γέροντας αυτός, «ότι υπάρχει μια καλά οργανωμένη προσπάθεια, κατά της εκκλησίας και του Αγίου Όρους. Τόσο κακό έκαμε η εκκλησία σ’ αυτόν το τόπο; Έγιναν δηλώσεις ότι ακόμα και αν είναι νόμιμες οι ανταλλαγές, θα πρέπει να παρθούν από τις Ιερές Μονές όλα τα κτήματα και όλα τα ακίνητα. Δηλαδή τι; Επιστρέφομε σε αρπαγές άλλων καιρών; Το ρίχνομε δηλαδή στο πλιάτσικο που έκανε τότε ο Γερμανός βασιλιάς Όθων στην Ελλάδα; Σε κείνη την εποχή πρέπει να επιστρέψουμε; Κρίμα που λεγόμαστε Έλληνες Ορθόδοξοι. Δεν υπάρχουν νόμοι; Κράτος; Δικαίωμα περιουσίας και κυριότητος; Γίνετε ένας συναγωνισμός, ποιος θα μας κτυπήσει πιο σκληρά!

Ακόμα και σεις οι εκκλησιαζόμενοι, κουτσομπολεύετε τους ιερείς σας. Μάλιστα. Το διαπιστώνω πλειστάκις μέσα στην εξομολόγηση. Δε μάθατε να κρατάτε το στόμα σας κλειστό και να προσεύχεσθε. Που έχομε την ευθύνη των ψυχών σας! Και θα δώσουμε λόγο με αυτό το πετραχήλι. Κι εσείς ιεροκατηγορείτε ! Και σεις και οι άλλοι έξω. Μέρα νύχτα μικρούς και μεγάλους. Λες και δεν είστε σεις άνθρωποι, και δεν κάνετε αμαρτίες! Και δεν πέφτετε εσείς. Εσείς είστε άγιοι; Άμα είστε άγιοι να σας βάλω μια μετάνοια, μεγάλη μεγάλη. Και δυό και τρείς και πέντε και δέκα. Να συρθώ στα πόδια σας και να σας γλείψω το έδαφος άμα είστε άγιοι και αναμάρτητοι.

Επίσης πιστεύω ότι το Άγιον Όρος, επειδή έχει μια πολύ πλούσια ιστορία χιλίων εκατό ετών, μεγάλη προσφορά και σημαντική παρουσία στο παρόν και στις ημέρες μας, γίνεται προσπάθεια να διαβληθεί για να υποτονιστεί η πνευματικότητά του. Βάλθηκαν μερικοί να μη μείνει τίποτα ιερό όρθιο.

Αξίζει όμως εμείς οι Ορθόδοξοι χριστιανοί, να προστατεύσομε με κάθε τρόπο, και το Άγιον Όρος και ολόκληρη την Ελλαδική Εκκλησία. Το Άγιον Όρος είναι το τελευταίο οχυρό αντιστάσεως. Για το όποια λάθη, υπάρχει διόρθωση και μετάνοια, όπως το τονίσαμε προηγουμένως.

Το Άγιον Όρος προσφέρει πολλά, σε έναν κόσμο χωρίς νόημα, αγχώδη, και γεμάτο εγκλήματα καθημερινά. Φοβερά εγκλήματα καθημερινά. Τα βλέπετε με την ομοφυλοφιλία, τα βλέπετε με την παιδεραστία, -δεν τολμάτε να αφήσετε τα παιδιά σας να πάν σχολείο, μόνα τους, γιατί φοβάστε να μην τα καταστρέψουν. Άλλο πάλι κακό που αυτοκαταστρέφονται μέσα στο ίδιο το σχολείο. Από οκτώ χρονών, από επτά , από εννιά, από δέκα.

Ο ιερός Χρυσόστομος λέει κάτι πολύ σοβαρό. Πρόσεξε μήπως κτυπώντας δήθεν την αμαρτία, - γι αυτό κουτσομπολεύομε και κατακρίνομε – κτυπήσεις και τον αμαρτωλό.

Θα καυτηριάσω αν παίζεις ζάρια, κι αν παίζεις τζόγο και χαρτιά και στο καζίνο, θα καταδικάσω την αμαρτία. Αλλά εσένα τον αμαρτωλό, θα σε καλέσω σε μετάνοια. Και θα σου κάνω προσευχή. Δεν θα σε καταδικάσω. Αυτοκαταδικάζεσαι εσύ με το να πίνεις, με το να μεθάς, με το να παίρνεις ναρκωτικά, με το να έχεις άτακτη ζωή, με το να βρίζεις τα θεία, με το να καταριέσαι, και χίλια δυο άλλα. Εσύ καταστρέφεις τον εαυτό σου.

Η εκκλησία δεν φοβάται το μαρτύριο. Πολεμάται εδώ και δυό χιλιάδες χρόνια. Το Άγιον Όρος μπορεί να ζήσει και δίχως περιουσία - και ας τα πάρουν όλα, - ο κόσμος όμως ολόκληρος, μαζί με την Ελλάδα, δεν μπορεί να ζήσει δίχως Εκκλησία. Δε μπορούμε να ζήσουμε δίχως Θεό.

Εκατομμύρια είναι οι μάρτυρες, οι νεομάρτυρες και οι παιδομάρτυρες, άντρες και γυναίκες, νέοι γέροι και παιδιά, και απειράριθμοι οι ομολογηταί. Η εκκλησία μας πολεμουμένη πάντοτε θα νικά, και θα νικά στο όνομα της αγάπης, γι αυτό και είπε εκείνο το φοβερόν, που δεν τόχει καμιά θρησκεία στον κόσμο, από τότε που ενεφανίσθη μέχρι σήμερα, «αγαπάτε τους εχθρούς ημών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, κι αν ο εχθρός σου πεινά ψώμιζε αυτόν, και αν διψά πότιζε αυτόν». Ποιος το λέει αυτό σήμερα;

Η εκκλησία νικά τους εχθρούς της, και τους εξωτερικούς, όπως ήσαν οι αυτοκράτορες της Ρώμης και τόσοι άλλοι, οι δικτάτορες όπως ήταν ο Στάλιν, να μην πούμε άλλους, και στις ημέρες μας οι διάφοροι άρχοντες και επίσημοι, είτε είναι δημοτικοί, είτε είναι δεν ξέρω τι, είτε είναι βουλευτές, είτε είναι υπουργοί, που ανεβαίνουν πάνω στο βήμα και μας βρίζουν απροκάλυπτα, και βρίζουν την Ελληνική εκκλησία, και την ποδοπατούν με όσα αισχρά λέγονται εναντίον της. Καταργούν τα ήθη και τα έθιμά μας!
Θέλουν να καταργήσουν και αυτή τη γλώσσα μας. Έτσι είπε κάποτε ο Κίσσιγκερ, «στη γλώσσα χτύπα αυτούς τους ανθρώπους, στην πίστη τους κτύπα. Που τον πολιτισμό τους και την ιστορία κτύπα τους», και τώρα εμείς την πράξη αυτή, που αυτός την είπε το 1970, ύστερα από 38 χρόνια, το κάνουμε πράξη με νόμους.

Και την ιστορία καταργήσαμε. Και τα θρησκευτικά θα βγάζουν. Και τα ήθη απαλείψανε, και τις γιορτές θέλουνε να εξαφανίσομε. Γι’ αυτό βάζουν κάθε μέρα και μια μέρα να λέγεται «παγκόσμια ημέρα της βλακείας».

Κτύπησαν και κάτι άλλο με νόμο, το κύτταρο της κοινωνίας, και όταν σαπίζει το κύτταρο και γίνεται καρκινοειδές, πιάνει όλο το σώμα, και το κύτταρο αυτό λέγεται οικογένεια. Με νόμους διαλύσαν την οικογένεια. Και εμείς αυτούς τους ανθρώπους τους ψηφίσαμε και τους βάλαμε στην Βουλή.

Πόσο θα μας τιμωρήσει ο Θεός, δεν ξέρω! Υπάρχει όμως καιρός για μετάνοια!

Αυτή ήταν και μια δική μου προσωπική απολογία και για το Άγιον Όρος και για την εκκλησία.

Βέβαια δεν το κάνατε όλοι σας. Και ίσως μάλιστα οι παρόντες να εξαιρούνται. Εύχομαι να εξαιρούνται και χιλιάδες άλλοι. Αλλά αν το κάνατε, να το εξομολογηθείτε.

Εύχομαι η αγάπη του Θεού ναναι πάντοτε μαζί σας.

Αμήν.

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008

Κυριακή τών αγίων Πάντων, 2008



210-α
Κυριακή τών αγίων Πάντων, 2008

Η σημερινή Κυριακή των Αγίων Πάντων χριστιανοί μου, είναι η συνέχεια της εορτής της Πεντηκοστής. Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι άγιοι του Θεού, από κτίσεως κόσμου μέχρι και σήμερα, είναι η συνέχεια αυτής της μεγάλης γιορτής. Είναι η ίδια η Πεντηκοστή, για τον καθένα χωριστά και για όλους μαζί.
Δηλαδή ό,τι θαυμαστόν και υπέρλαμπρον συνέβη στους Αποστόλους εκείνη την ημέρα που γιορτάσαμε την περασμένη Κυριακή, γίνεται και στον κάθε χριστιανό από μας, όταν βαπτίζεται, όταν λαμβάνει το Άγιον Χρίσμα, όταν κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων, όταν μετανοώντας λαμβάνει την συγχωρητική ευχή, όταν ομολογεί τον Χριστόν ως Θεάνθρωπο Κύριον, ως Σωτήρα και Θεόν αληθινόν, και την ομολογία του αυτή την διακηρύσσει με το στόμα του, με τη ζωή του, με το αίμα του.
Γι’ αυτό και ο ίδιος ο Κύριος, έτσι μας άρχισε το σημερινό Του Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, «πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς».
Στο «πας όστις» ανήκουν όλοι οι Άγιοι, και οι Προφήτες και οι Απόστολοι και οι μάρτυρες και οι όσιοι, αλλά και όλοι οι αγωνιζόμενοι πιστοί χριστιανοί μέσα στον κόσμο. Άρα και μείς όλοι που κατακλύζουμε τους ιερούς ναούς, που γεμίζουμε με συναίσθηση τα εξομολογητήρια και που κάνουμε τον καλόν αγώνα της πίστεως προς τον Χριστόν και την Ορθόδοξη Εκκλησία Του.

Κοινό χαρακτηριστικό όλων των Αγίων είναι η ομολογία τους και η πίστις τους προς τον Χριστόν, ανεξάρτητα από τους διαφόρους τρόπους ομολογίας του καθενός.
Και πρώτον. Οι Προφήτες έδωσαν μαρτυρία την ομολογία και αυτό το μαρτύριο ότι θα έλθει κάποια εποχή που θα ανατείλει η σωτηρία δια μέσου του ερχομένου, του αναμενομένου Μεσσία, του Ιησού Χριστού.
Δεύτερον. Οι Απόστολοι. Οι Απόστολοι πάλι έδωσαν στον απογοητευμένο κόσμο την βεβαίωση και μαρτυρία ότι ο καινούργιος αιώνας ήλθε με την ενανθρώπιση του Λόγου του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, του παθόντος και αναστάντος εκ νεκρών την τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς, και του αναληφθέντος εν δόξη στους ουρανούς.
Και τρίτον. Οι υπόλοιποι των Αγίων, των μαρτύρων, των ομολογητών, των οσίων και των Πατέρων, και των αναριθμήτων ανωνύμων απλών αγωνιζομένων χριστιανών, έδωσαν και δίδουν την μαρτυρία και την διαβεβαίωση ότι είναι δυνατόν και σήμερα ο οποιοσδήποτε χριστιανός, με την έμπρακτή του μετάνοια μέσα στην Εκκλησία, να βιώσει και να ζήσει τη νέα εν Χριστώ Ιησού ζωή. Είναι δυνατόν να προγεύεται της Βασιλείας των Ουρανών και να ζει τον αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος και την Θεία Υιοθεσία ότι πλέον είναι κληρονόμος αυτής της Βασιλείας του Θεού Πατρός.

Αυτό βέβαια προϋποθέτει κάτι.
Προϋποθέτει καθημερινό ασκητικό πνευματικό αγώνα για να καθαρισθεί ο χριστιανός από τα πάθη του. Και μη νομίζετε ότι έχουμε λίγα. Έχομε πάρα πολλά ο καθένας.
Να τηρεί τις Ευαγγελικές εντολές, - που δεν τις τηρεί.
Να καλλιεργεί ζωντανή την πίστη του με έμπρακτη την αγάπη προς τον πλησίον, με ζήλο για ελεημοσύνη και συμπαράσταση στον πονεμένο – και αυτά τα βλέπομε πολύ σπάνια.
Επίσης απαιτείται αγώνας για αγρυπνία των αισθήσεων, για συγκράτημα της γλώσσας, ιδιαιτέρως, που όλη την ημέρα κουτσομπολεύει και κατακρίνει, - δεν προλαβαίνουμε να πούμε «Δι’ ευχών» και αμέσως έρχεται η μαύρη χάρις και μπερδεύεται στη γλώσσα μας και κάνομε το ναό μας χάβρα των Ιουδαίων.
Αγώνας για καθαρότητα στο νου,
για ταπεινό φρόνημα,
για συνεχή προσευχή,
για συμμετοχή στα μυστήρια,
για αγνότητα και σωφροσύνη και για τόσα πολλά άλλα.

Βέβαια έχει θλίψεις ο ευσεβής χριστιανός, έχει και βάσανα και στεναχώριες και πειρασμούς πολλούς. Παρ’ όλα αυτά όμως ο Θεός τον αξιώνει επειδή κρατά την ομολογία της πίστεως να παρομοιάζεται κατά δύναμιν, με τους προφήτας της Παλαιάς Διαθήκης, διότι όπως εκείνοι έβλεπαν την πρώτη έλευση του Μεσσία Ιησού Χριστού εν οράσει, έτσι και ο σημερινός Ορθόδοξος Χριστιανός, βλέπει να έρχεται η Δευτέρα του Κυρίου της Δόξης η Παρουσία, αφού ο Κύριος εγγύς.
Και μάλιστα με την πρόγευση της Βασιλείας των Ουρανών, με την νοερά καρδιακή προσευχή και με το πέρασμά του από την στρατευομένη στην θριαμβεύουσα Εκκλησία, όπως συνέβη και σήμερα.
Βιώνοντας λοιπόν αυτή την παρουσία από σήμερα, από τώρα, πρέπει οι σημερινοί εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί, απανταχού της γης στους Ορθοδόξους ναούς, έπρεπε να είχαν αυτή την αίσθηση, ότι ζούσαν μαζί με τους Αγίους Πάντας, μέσα σ’ αυτόν τον ίδιο ναό μαζί τους, καθ’ όν χρόνον προσηύχοντο και συμπροσεύχονται με τους ιερείς και την Εκκλησία του Χριστού.
Δεύτερον, ο κάθε χριστιανός είναι και αυτός ένας γνήσιος μαθητής και Απόστολος του Χριστού, γιατί ζει σε πλήρη κοινωνία μαζί Του, αφού τηρεί τις εντολές Του. Και αφού συνεχώς Τον φωνάζει με το όνομά Του, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
Και τρίτον, είναι και μάρτυρας, αφού θυσιάζει συνεχώς τον εαυτόν Του, για την αγάπη του Χριστού και με την μαρτυρικήν του ομολογία, σφραγίζει την νέα ζωή που έφερε στον κόσμο ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Έτσι με τον προσωπικό του αγώνα ο καθένας από μας καθίσταται και προφήτης και μαθητής και Απόστολος Ιησού Χριστού, και συγχρόνως ένας καθημερινός μάρτυρας και ομολογητής της πίστεώς του. Και επειδή είναι ζωντανό μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, ανασταίνεται, ή συνανασταίνεται και αναλαμβάνεται, συναλαμβάνεται στους Ουρανούς μαζί με τον Ιησού Χριστό. Γιατί ο Ιησούς είναι η κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας του οποίου μέλη είμεθα και μείς.
Αλλά ο Ιησούς Χριστός, επαναλαμβάνω, ανελήφθη στους Ουρανούς, μαζί με το αναστημένο και θεωμένο σώμα Του, γι’ αυτό είπα «συνανασταίνεται» και «συναναλαμβάνεται». Που είναι αυτό το θεωμένο σώμα Του η Εκκλησία Του. Δηλαδή εμείς, εσείς, εγώ ο άχρηστος και όλοι μας. Έτσι λοιπόν και οι Άγιοι Πάντες που είναι ενωμένοι μαζί με το Χριστό, είναι μέλη του αναστημένου σώματός Του, γι’ αυτό έχουν και την αγιαστική χάρη του Ιησού Χριστού.

Προχθές προσκυνούσα ένα ιερότατο οστούν, την κεφαλή ενός αγίου, ενός οσίου Χερουβείμ, αγνώστου, και ο τόπος ευωδίασε. Ευωδίασε από την χάρη του Χριστού, από κείνον το οποίον προσέφερε, εκείνος ο ίδιος ο Άγιος όσο ζούσε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο για την αγάπη του Χριστού, έτσι λοιπόν όταν ανελείφθη στους ουρανούς τον ανέλαβε μαζί Του και τη Χάρη Του, την Χάρη του Ιησού Χριστού την άφησε στα τίμια οστά του. Έτσι συμβαίνει με όλα τα οστά των αγίων. Κατ’ αυτόν τον τρόπον λοιπόν ασπαζόμενοι τα ιερά λείψανα των αγίων, ασπαζόμαστε την Χάρη του Αναστάντος Ιησού Χριστού που απορρέει μέσα απ’ αυτά. Γι’ αυτό και τα θαύματα δεν τελειώνουν κι ούτε θα τελειώσουν ποτέ.

Αδελφοί μου από όσα είπαμε μέχρι τώρα, βγαίνει το μικρό συμπέρασμα ότι κάθε αγωνιζόμενος πιστός χριστιανός πρέπει να ακολουθεί τα αχνάρια των Αγίων Πάντων. Γι’ αυτό και οι Νηπτικοί Πατέρες, μας καλούν όλους εμάς να ενεργοποιήσουμε την ομολογία στον κόσμον αυτόν που ζούμε.
Με ποιο τρόπο;
Πρώτον. Στα χέρια μας, μας λένε οι Πατέρες κρατάμε από το Άγιον Βάπτισμα φως! Τη Χάρη του Θεού. Αυτό είναι και το σύμβολον της λαμπάδας που κρατάει ο ανάδοχος ή το παιδάκι στη Βάπτιση. Έχουμε λοιπόν υποχρέωση αυτό το φως να το αφήσουμε πάντοτε να λάμπει και μέσα μας και γύρω μας, έστω κι αν αυτό μας στοιχίσει και αυτή τη ζωή μας. Και αν ακόμα μοιάσει αυτό φως με λυχνάρι θαμπό, γιατί είμαστε αδύνατοι και φτωχοί σε αρετές, είμαστε αμαρτωλοί, που τρεμοσβήνει σαν την πυγολαμπίδα αυτό το φως μέσα στον σύγχρονο κόσμο, που ζει στο σκοτάδι της αμαρτίας και των παθών. Το έργο μας είναι να το περιφέρουμε και να το διατηρούμε έστω και τρεμάμενο αυτό το φως της πυγολαμπίδος, αλλά πάντοτε αναμμένο. Και τότε ποιος ξέρει; Κάποιος μπορεί να το πλησιάσει αυτό το φως και ν’ ανάψει το δικό του σβηστό λυχνάρι απ’ τη δική μας πυγολαμπίδα.
Δεύτερον. Έχουμε τη φωνή της ψυχής μας, τη φωνή του λόγου μας, και αυτή τη φωνή θα τη φωνάζουμε δυνατά από μέσα μας με προσευχή, με παράκληση, με δοξολογία, με ευχαριστία, αλλά και με συμβουλές και με παράδειγμα, προς όλον τον κόσμο που είναι γύρω μας. Μπορεί οι κρότοι και οι θόρυβοι της απιστίας, της αθεΐας, της αδικίας, της θεομαχίας, των αιρέσεων, της ασπλαχνίας, του ευδαιμονισμού και του οικουμενισμού να πνίγουν αυτούς τους ήχους της πονεμένης μας καρδιάς, αλλά εμείς θα επιμένουμε να διακηρύσσουμε και να ομολογούμε Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον. Ποιος ξέρει; Κάποιος μπορεί να μας ακούσει και κάποιος να σωθεί.
Τρίτον. Όλοι μας ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί που συμμετέχουμε στα Άγια Μυστήρια έχουμε μέσα μας και τη φλόγα της Πεντηκοστής. Και επειδή ο κόσμος που ζούμε είναι πονηρός, φίλαυτος, αδιάφορος, και ψυχρός σαν τις παγοκολώνες, γι’ αυτό και μείς αυτήν την φωτιά της Πεντηκοστής θα την προσφέρουμε στον κάθε μας πλησίον. Και ποιος ξέρει; Μπορεί κάποιος να την πλησιάσει. Να ζεσταθεί από την φλόγα της Πεντηκοστής. Από την Θεία Χάρη. Να λειώσουν οι πάγοι των παθών της ψυχής του και έτσι να σωθεί. Ποιος ξέρει; Και
Τέταρτον να χρησιμοποιούμε όλοι μας την πνευματική μάχαιρα του πνεύματος. Πιθανόν το πρώτο ή το δεύτερο κτύπημα που καταφέραμε με το μαχαίρι αυτό, στον αιώνιο εχθρό της ψυχής μας, να ήταν χωρίς αποτέλεσμα. Ή προσέξτε, να εφαίνετο ότι ήτο χωρίς αποτέλεσμα. Εμείς όμως θα εντείνουμε όλες μας τις προσπάθειες με την ελπίδα ότι θα πλήξουμε όσο το δυνατόν γίνεται βαθύτερα αυτόν τον αιώνιο εχθρό της ψυχής μας, και έτσι θα τον αχρηστέψουμε γιατί έχουμε και την εντολήν του Κυρίου μας, να χρησιμοποιούμε πάντοτε αυτού του είδους την μάχαιρα. Την μάχαιρα του Πνεύματος, «ό εστί ρήμα Θεού». Και έτσι ο Χριστός θα μας καταστήσει σύγχρονους και προφήτας, και Αποστόλους και Ευαγγελιστάς και μάρτυρας. Γι’ αυτό το «ρήμα Θεού», που είναι ο Ευαγγελικός λόγος, ο λόγος της σωτηρίας, οφείλουμε να τον προσφέρουμε παντού και πάντοτε, ευκαίρως και ακαίρως, για να τονώνεται ο αγώνας μας, για να αυξάνεται η πίστις μας, για να δυναμώνει η ζωντανή μας ομολογία στον Χριστόν.

Χριστιανοί μου, ο φωτισμός που έχουμε από τον Θεόν, πρώτον,
η φωνή μας που διακηρύσσει την αλήθεια της πίστεώς μας, δεύτερον,
η φλόγα της Πεντηκοστής που φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον, τρίτον,
η χρήσις της μάχαιρας του Πνεύματος «ό εστί ρήμα Θεού», τέταρτον,
η ομολογία και το μαρτύριον, πέμπτον,
οι καθημερινές θυσίες, έκτον,
ο πνευματικός μας αγώνας έβδομον και
η ζωντανή μας συμμετοχή στα μυστήρια όγδοον,
και όλα μαζί αυτά και άλλα πολλά, ήσαν και είναι, η μαρτυρική ομολογία της ζωής και της δράσεως των Αγίων Πάντων, αλλά και της δικής μας ομολογίας.

Είθε να μας αξιώσει ο Πανάγιος Θεός όλους μας, να δίδουμε με όλα τα μέσα την ομολογία της νέας ζωής που έφερε ο Ιησούς Χριστός στον κόσμο, για να δεχτούμε χάριτι Θεού από το στόμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, κατά την Δευτέραν Αυτού Παρουσία, - πότε θα γίνει δεν ξέρουμε, μπορεί και αύριο, μπορεί και σήμερα – και την δική Του διαβεβαίωση και ομολογία.
Ποια;
Θα ομολογήσω καγώ εν αυτώ, - για τον καθένα μας χωριστά -, έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς.
Αμήν.

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Περί μετανοίας. Η Μετάνοια η αμαρτία καί η συμπεριφορά μας



Τετάρτη. 28.5.2008

Ας ευχαριστήσομε χριστιανοί μου, το Θεός που μας έδωσε την ευκαιρία, να συναντηθούμε και πάλι σήμερα για να πούμε και να ακούσουμε τον λόγον του Θεού.
Ο Χριστός μας, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, μας δωρίζει την κάθε μέρα ζωής κυρίως για μετάνοια. Αλλά και για την διόρθωση των λαθών που κάνουμε, γιατί κάνουμε κάθε μέρα λάθη, για να επανορθώσουμε τις ψυχικές μας ζημιές που προκαλέσαμε είτε στον εαυτό μας είτε στους άλλους, για να γίνουμε επιμελέστεροι στην καλλιέργεια των αρετών, για να μπορούμε πιο συστηματικά να διαβλέπουμε τις αδυναμίες μας και τα πάθη μας και έτσι να τα διορθώνουμε, για να αποκτήσουμε και αυτογνωσία των κακιών και τέλος για να πάρουμε πιο σοβαρά, τα θέματα της σωτηρίας της ψυχής μας. Πιο σοβαρά.
Εμείς όλοι και σείς ως λαϊκά μέλη της ποίμνης του Χριστού, και μείς, ως ιερείς και λειτουργοί του Υψίστου, όλοι μας, είχαμε το προνόμιο μέσα απ’ το Άγιο Βάπτισμα, να λάβουμε το μυστήριο της Χάριτος και Σωτηρίας, να βλέπουμε σε κάθε Θεία Λειτουργία το φως το αληθινόν, να πληρούμεθα από την χάριν της Πεντηκοστής, και να κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον, με τη βασική προϋπόθεση ότι περάσαμε από το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως, για το οποίο σήμερα θα κάνομε ειδικό λόγο, όπως και κάθε μέρα οφείλουμε να περνάμε για να βιώνουμε πνευματικά τη ζωή της μετανοίας.

Όλοι εμείς είμεθα ναός του Αγίου Πνεύματος, από μέσα μας βασιλεύει η Χάρις του Τριαδικού Θεού, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Και αυτή την Τριαδική αίσθηση της Θείας Χάριτος, εφόσον συνειδητά την αποκτήσουμε ή την βιώσουμε, να την μεταδίδουμε με τη ζωή και τα έργα μας, προς τον πλησίον μας, στον συνάνθρωπό μας, στο παιδί μας, στην οικογένειά μας, στο επαγγελματικό και στο κοινωνικό περιβάλλον μας.
Όχι ζήλεια στη ζωή μας. Όχι φθόνο. Και προπαντός μεταξύ των συζύγων όχι υποψίες. Κάθε υποψία είναι και ένας θάνατος. Όχι πονηριές και κακίες. Όχι μίση και εχθρότητες. Όχι θυμούς και νεύρα. Και προπαντός όχι κατάκριση. Όχι φωνές.
Αλλά αντιθέτως πρέπει να προσφέρουμε αγάπη, να μοιράζουμε πίστη, να διδάσκουμε την ταπείνωση, με την ζωή μας βέβαια. Και να μάθουμε να κάνουμε υπομονή. Να καλλιεργούμε την ελπίδα και με την ελπίδα να στηρίζουμε και τον εαυτό μας και τους άλλους.
Αν ο διπλανός μας έχει πέσει, να τον σηκώσουμε με αγάπη. Κάθε αμαρτωλό, γιατί είμαστε πρώτοι εμείς αμαρτωλοί, να συγχωρούμε, διότι αισθανόμαστε την ανάγκη να μας συγχωρείτε και σεις, να συγχωρούμεθα δηλαδή εμείς, ο καθένας μας χωριστά, άρα λοιπόν, αυτή την συγχώρηση, αυτή την αγάπη και την ανεξικακία πρέπει να την μεταδίδουμε και στους άλλους. Τον πληγωμένο να θεραπεύουμε, και τις ανάγκες του να συντρέχουμε και να ελεούμε. Για όλους να προσευχόμεθα, και για τους ζωντανούς και κυρίως για τους πεθαμένους.
Δυστυχώς όμως χριστιανοί μου οι περισσότεροι από μας, δεν βρισκόμαστε στον μαρτυρικό δρόμο του Χριστού. Δεν κάνουμε την οικογένειά μας με τη συμμετοχή όλων, και των συντρόφων μας και των παιδιών μας, και των γονέων ακόμα, και των παππούδων, γιαγιάς και παππού, μια κιβωτό μαρτυρίας, κατά Χριστόν ζωής και μάλιστα ζωής μαρτύρων.
Αν οι μάρτυρες με τα ποικίλα βασανιστήρια που υπέστησαν από τα άγρια θηρία στις αρένες, και από τα φοβερά εργαλεία των δημίων εδόξαζαν τον Θεόν, και έγραψαν ή εγράφησαν τα ονόματά τους στο αιώνιο βιβλίον της ζωής, έτσι και οι χριστιανικές οικογένειες, που οφείλουν να ζουν κατά Χριστόν, - κι εμείς κάνουμε μια προσπάθεια, γι’ αυτό και είστε εδώ, - μαζί με τα παιδιά, με τις νύφες και τα πεθερικά, τους γονείς και τους κουνιάδους, και με τους τόσους τόσους πειρασμούς που μας δέρνουν καθημερινά, όλα αυτά, μαζί με τους πρόωρους παιδικούς ή νεανικούς θανάτους, με τις πολλές καθημερινές στεναχώριες και πιέσεις, θα μπορούσα να πω όλα αυτά είναι και ένα δικό μας μικρό μαρτύριο. Δεν συγκρίνεται βέβαια με το μαρτύριο των αγίων μαρτύρων, αλλά είναι όμως ένα μαρτύριο καθημερινό, συνειδησιακό. Στην έρημο το ονομάζουν μαρτύριο της συνειδήσεως. Ε, και σε μας είναι μαρτύριο λογισμών. Που οι λογισμοί μας κτυπούν αλύπητα, χωρίς να λογαριάζουν τίποτα, γι’ αυτό και χάνουμε πολλές φορές την ψυχική μας ισορροπία, και στεναχωρούμε ο ένας τον άλλον, και προκαλούνται τόσες και τόσες διαστάσεις μέσα σε μια οικογένεια.
Θέλω να πιστεύω ότι όλοι εμείς που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή μέσα στο ναό, ανήκουμε σε μια ευλογημένη κατ’ οίκον Εκκλησία, την οικογένεια εν Χριστώ, που δίνει και αυτή τον αγώνα της και το μαρτύριό της.
Τώρα να δούμε στην πραγματικότητα αυτό που είπα και πριν, ότι οι περισσότεροι έχουμε παράπονα. Έχουμε ζήλειες και φθόνους, έχουμε κακίες και πονηριές. Δεν χωνεύουμε τον διπλανό μας. Δεν του λέμε καλημέρα, του γυρίζουμε και την πλάτη μας. Αυτά συμβαίνουν και μέσα στο ναό, - συγχωρέστε με αλλά συμβαίνουν. Και συμβαίνουν και όταν βγαίνετε έξω απ’ την Εκκλησία μόλις τελειώσει η Θεία Λειτουργία. Συμβαίνει καμιά φορά και την ώρα που προσέρχεστε να πάρετε αντίδωρο. Και κει θα υπάρξουν γκρίνιες. Και οπωσδήποτε θα φανούν τα πάθη και οι αδυναμίες μας.
Έτσι λοιπόν πώς θα βρούμε ειρήνη; Και ησυχία στην καρδιά μας; Αφού πιστεύουμε ότι φταίνε μόνον οι άλλοι και ποτέ εμείς. Πρόοδος πνευματική, μηδέν.

Θα διαβάσω εδώ ένα γεγονός το οποίον το ’γραψε και το περιοδικό των πολυτέκνων. Υπήρξε κάποιος τελώνης με το όνομα Πέτρος. Κι ήταν αξιωματούχος και πατρίκιος και διοικητής όλης της Αφρικής, επί της εποχής του αυτοκράτορος Ιουστινιανού, γύρω στο 530 μ.Χ. Κάποτε λοιπόν, την ώρα που βάδιζε στο δρόμο, τον πλησίασε ένας ταλαίπωρος ζητιάνος, και του ζητούσε με πολλή επιμονή ελεημοσύνη.
Αλλά κείνος διεκρίνετο για την ασπλαχνία του και την σκληροκαρδία του, και μπροστά στην επιμονήν του, για να τον ξεφορτωθεί, άρπαξε ένα καρβέλι ψωμί που κουβαλούσε ο δούλος του δίπλα, και αυτό το ψωμί, αντί για πέτρα, το πέταξε στο κεφάλι του. Όταν το καρβέλι με το ψωμί έπεσε κάτω, η φραντζόλα όπως θα λέγαμε, το άρπαξε ο πεινασμένος ζητιάνος και έφυγε τρέχοντας. - Και προχθές σ’ έναν κάδο απορριμμάτων, είδα μία νάιλον γεμάτη ψωμί. Πιστεύω ότι κάποτε θα έρθει η ώρα του Θεού να μας τιμωρήσει. - Μετά δύο μέρες ο άσπλαχνος τελώνης, αρρώστησε βαριά, και είδε στον ύπνο του ένα φοβερό όραμα. Είδε ότι κρινόταν ενώπιον του Δικαίου Κριτού, του Χριστού, και τα έργα του ζυγίζονταν σε μια ζυγαριά. Αριστερά του στεκόταν οι δαίμονες, που έβαζαν στην πλάστιγγα όλα τα αμαρτήματά του. Και βέβαια η πλάστιγγα έγερνε αποκλειστικά και μόνον προς τη δική τους πλευρά.
Από την άλλη πλευρά βρισκόταν κάποιοι άγγελοι, αλλά δεν είχαν τίποτα να δώσουν για να βάλλουν στην άλλη πλευρά της πλάστιγγος, κάτι καλό. Τελικά με δισταγμό, ένας άγγελος έβαλε ένα καρβέλι ψωμί, πού ’ταν εκείνο με το οποίον ο άσπλαχνος τελώνης κτύπησε οργισμένος και καταγανακτισμένος το ζητιάνο στο κεφάλι, και μόνον εκείνο το ψωμί, έκανε την πλάστιγγα να γύρει δεξιά. Τότε ο Πέτρος ο τελώνης, συνήλθε από το όραμα συγκλονισμένος, κατάλαβε την αξία και την δύναμιν, της πίστεως εις τον Χριστόν, που δίδαξε το «μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται», και αμέσως διέθεσε όλα του τα πλούτη στους φτωχούς, παλαιότερα σαν τον Ζακχαίο τον τελώνη, ή τον μετέπειτα Ματθαίο - και αυτός τελώνης και Ευαγγελιστής, - ακόμα και τα ενδύματά του. Σε κάποιο άλλο όνειρο, όραμα, τι ήταν, είδε τον Χριστό να φοράει τα ρούχα του, αφού κι αυτά τα διέθεσε για ελεημοσύνες. Και έτσι μη έχοντας τίποτε άλλο, πουλήθηκε ως δούλος σε έναν χρυσοχόο, και τα χρήματα που πήρε τα έδωσε και αυτά σε ελεημοσύνη στους φτωχούς. Αλλά επειδή κινδύνευε να γνωριστεί ποιος ήταν, ήθελε να φύγει απ’ τον κύριό του, ο οποίος βέβαια είχε ως θυρωρό έναν κωφάλαλο. Απευθύνθηκε λοιπόν σ’ αυτόν, μη γνωρίζοντας ότι είναι κωφάλαλος, και τον παρακαλούσε στο όνομα του Ιησού Χριστού, του έλεγε «σε παρακαλώ, άνοιξέ μου την πόρτα». Τότε έγινε και άλλο θαύμα. Άνοιξαν τα αυτιά και η γλώσσα του κωφαλάλου, του βουβού, ο οποίος περιχαρής άνοιξε την πόρτα και ο δούλος έφυγε. Τελικά κατέφυγε στα Ιεροσόλυμα, και από κει στην Κωνσταντινούπολη, όπου και απεβίωσε στην συνοικία Βόσου, όπου ήταν και το σπίτι του.
Από το συναξάρι του μηνός Ιανουαρίου, στις είκοσι Ιανουαρίου, μαζί με την μνήμη του Οσίου Ευθυμίου του μεγάλου, τιμάται και η μνήμη του μακαρίου Πέτρου του τελώνου. Όταν δίνουμε κάποια ελεημοσύνη ας θυμώμεθα και λιγάκι και αυτόν τον τελώνη, και το πεταμένο ψωμί, το οποίο εκσφενδονίστηκε στο κεφάλι του ζητιάνου, και παρόλον που έχομε το «ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός», εν τούτοις όμως και αυτό το έλαβε υπόψιν του, αφού αμοίβει και την προσφορά ενός ποτηριού ψυχρού ύδατος.

Ο Απόστολος Παύλος σε μια του επιστολή προς τον Τιμόθεο, μας λέγει ότι σ’ αυτές τις ημέρες που ζούμε, εν ταις εσχάταις ημέραις, λίγο πολύ πιστεύουμε ότι είναι και οι τελευταίες μας, αυτά δεν τα γνωρίζει κανένας, αλλά από το διάχυτο κακό που βλέπουμε γύρω μας, πιστεύουμε ότι είναι αυτές οι τελευταίες, αν και κανένας δεν μπορεί επαναλαμβάνω, δεν τις γνωρίζει, διότι οι τελευταίες αυτές μέρες μπορεί να κρατήσουν εκατό χρόνια και διακόσια και δεν ξέρω πόσα άλλα. Λέει, στήσονται, θα παρουσιαστούν, καιροί χαλεποί, δύσκολοι καιροί, και φοβερές καταστάσεις και καταστρεπτικές συνέπειες για τους ανθρώπους,
διότι αυτοί οι άνθρωποι θα είναι φιλάργυροι, γι’ αυτό το διάλεξα αυτό το κομμάτι από την Αγία Γραφή, διότι τονίζεται η λέξη απ’ τον Απόστολο Παύλο, στις μέρες μας οι άνθρωποι θα είναι φιλάργυροι.
Θάναι βέβαια και φίλαυτοι. Θα αγαπούν πολύ τον εαυτό τους, την καλοπέρασή τους, και σήμερα με τα πλούσια μέσα που μας δίδονται και παρέχονται, - μας τα προσφέρει ο τεχνικός πολιτισμός, - παραγίναμε φίλαυτοι και αλαζόνες και υπερήφανοι.
Κατόπιν λέει ότι θα είναι οι άνθρωποι βλάσφημοι. Και σ’ αυτό έχουμε δυστυχώς προνόμιο. Οι Έλληνες ειδικότερα, να βρίζουμε τα θεία, τα ιερά και τα όσια της πίστεώς μας.
Γονεύσι απειθείς. Μα οι περισσότεροι έχουμε παιδιά, έτσι δεν είναι; Διαπίστωση λοιπόν ότι τα παιδιά μας είναι ανυπάκουα. Είναι αντάρτες μέσα στο σπίτι τις περισσότερες φορές.
Θα συναντήσουμε και επίσης και την αχαριστία. Την είδε ο Χριστός, στο πρόσωπο των δέκα λεπρών, «οι δε εννέα που»; φοβερό πράγμα η αχαριστία στον άνθρωπο.
Οι άνθρωποι δε θα είναι τότε ανόσιοι, δηλαδή ασεβείς, θα είναι άστοργοι, χωρίς στοργή μέσα τους και τρυφερότητα, χωρίς συμπάθεια σ’ αυτούς που ψήνονται στο κρεβάτι του πόνου, και βλέπω εδώ μια κάρτα, η οποία έχει κάνει η Αρχιεπισκοπή Αθηνών, με υπηρεσία εθελοντικής διακονίας ασθενών και με φωτογραφία. Του ανθρώπου αυτού του οποίου εάν θέλει να χρησιμοποιήσει κάποιο κενό χρόνο από την περίοδο αυτή είτε την συνταξιοδοτική, είτε κάποια άλλη και έχει λίγο χρόνο, ένα Σαββατοκύριακο, μια Δευτέρα, μια Τετάρτη, δεν ξέρω ποιά άλλη μέρα, εφόσον πάρει και τα ειδικά μαθήματα αυτής της ειδικής σχολής, απ’ την Αρχιεπισκοπή Αθηνών, παίρνει και αυτήν την ταυτότητα, και με την βοήθεια βέβαια των μαθημάτων από τον Ερυθρό Σταυρό, μπορεί να προσφέρει ελεύθερα, χωρίς να γίνει παρεξηγήσιμος, σε κάποιο νοσοκομείο, υπηρεσία. Έτσι να προσφέρει τη στοργή του. Ασθενής ήμην, λέει και επισκέψασθέ με, να λοιπόν, μία ευκαιρία όσοι θέλετε μπορείτε να πάρετε πληροφορίες και να τις χρησιμοποιήσετε.
Θα είναι οι άνθρωποι ακόμα άσπονδοι, αδιάλλακτοι δηλαδή και πεισματάρηδες λέει, - είμαστε πεισματάρηδες, - και γω είμαι πεισματάρης.
Διάβολοι, δηλαδή εκείνοι που διαρκώς διαβάλλουν με κακία, διαβολή, συκοφάντες, ε;
Ακρατείς, άσωτοι δηλαδή, και η ασωτία αρχίζει από μικράς ηλικίας, τα βλέπουμε τώρα από τα Δημοτικά σχολεία, φοβερό,
ανήμεροι, άγριοι, σαν τα θηρία,
αφιλάγαθοι, προδότες, αυθάδεις, - και σε ποιους δεν είμαστε, ιδίως οι μικρότεροι προς τους μεγαλύτερους, αλλά και μεταξύ μας,
τετυφωμένοι, δηλαδή φουσκωμένοι από τον εγωισμό, ξερόλες, τα ξέρουμε όλα,
φιλήδονοι μάλλον ή φιλόθεοι, θα αγαπούν τότε τις ηδονές και τις σαρκικές απολαύσεις περισσότερο από τον Θεόν,
και τέλος θα κρατούν μερικούς τύπους, ενώ την δύναμιν της πίστεως που εκδηλώνεται με έργα μετανοίας θα την αρνούνται.
Άνθρωποι κατεφθαρμένοι στον νουν και αδόκιμοι περί την πίστιν, με σαπισμένο το μυαλό, δηλαδή, και άθλιοι και ανάξιοι της πίστεως προς τον Χριστόν.
Όλη αυτή η μικρή ανάγνωσις είναι από την δευτέραν προς Τιμόθεον επιστολήν, κεφάλαιον τρίτον, στίχοι 1-6.
Γι’ αυτό και η εντολή του Χριστού προς όλους μας, και όταν άρχισε ακόμα το Ευαγγέλιό Του, αλλά και μέχρι σήμερον είναι το ένα και το αυτό. «Μετανοείτε! Μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η Βασιλεία των Ουρανών».

Τι είναι μετάνοια; Μετάνοια είναι το μυστήριον με το οποίον συγχωρούνται από εντεταλμένο πνευματικό ιερέα, και πολύ περισσότερο απ’ τον Επίσκοπο, όλες οι αμαρτίες που έγιναν μετά το Άγιον Βάπτισμα. Προϋπόθεσις του μυστηρίου είναι η ειλικρινής εξαγόρευσις των αμαρτιών μας. Είτε αυτές οι αμαρτίες έγιναν εν λόγω ή εν έργω, ή έγιναν κατά νουν, περί κατά διάνοιαν, εν γνώσει ή εν αγνοία, εκουσίως ή ακουσίως, όπως το τονίζουμε και στην συγχωρητική ευχή, εν παραβάσει και παρακοή, και ιδιαιτέρως βέβαια υπό κατάρα και αναθεματισμούς, αν τους δώσαμε και αν τους πήραμε. Μετάνοια σημαίνει, αλλάζω στάση απέναντι στο Θεό. Ρώτησαν τους πατέρες, α, και ρωτείστε και τώρα, οι γεροντάδες απ’ τ’ Άγιον Όρος, και ρωτήστε τους, με μία λέξη τι θα πεί «μετάνοια»; Θα πεί αλλαγή στάσις ζωής. Δεν επαναλαμβάνω την αμαρτία που έκαμα το πρωί ή χθές. Σημαίνει ακόμα τη βαθιά συναίσθηση, ότι είμαι ανεπαρκής για να σώσω από μόνος μου τον εαυτόν μου, - δεν μπορώ να τον σώσω - , και γι’ αυτό το λόγο αναζητώντας την λυτρωτική Χάρη του Αγίου Θεού, πέφτω στα πόδια του πνευματικού πατρός, πέφτω μπροστά στο πετραχήλι του, και παρακαλώ για την άφεση των αμαρτιών και την λύτρωσή του. Επιθυμώ με όλη μου την καρδιά, να επανασυνδεθώ με τον Θεόν, διότι ζω αυτήν την διάσταση μέσα μου. Ζω αυτόν τον χωρισμό. Έχω βάρος, έχω ενοχές.

Ιδρυτής του μυστηρίου είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οποίος είπε στους Αποστόλους, «Λάβετε πνεύμα άγιον, αν τινών αφείτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς, αν τινών κρατείτε, κεκράτεινται». Και με απλά λόγια, σ’ όποιους ανθρώπους χριστιανούς, συγχωρείτε εσείς τις αμαρτίες τους, θάναι συγχωρεμένες και από τον Θεό Πατέρα. Σε όσους όμως τις κρατάτε άλυτες και δεσμευμένες, διότι δεν ήρθαν να ζητήσουν συγχώρεση και συγγνώμην, θα μένουν αιώνια ασυγχώρητες.

Τώρα, πόση συναίσθηση έχουμε ότι είμεθα αμαρτωλοί, αυτό ο καθένας μας το γνωρίζει. Τις περισσότερες φορές πιθανόν, -συγχωρέστε με- να το ψιθυρίζουν τα χείλη μας. Ερχόμεθα στον πνευματικό και λέμε είμεθα αμαρτωλοί. Θέλω αυτό το «είμεθα αμαρτωλοί» που το λέμε, να το λέμε με συναίσθηση και πόνο. Όντως είμεθα αμαρτωλοί. Μπορεί να μην έχουμε το άλφα ή το βήτα, συγκεκριμένο βαρύ ή θανάσιμο αμάρτημα, αλλά έχουμε όμως αμάρτημα. Και αμαρτάνουμε και με τα μάτια μας, αμαρτάνουμε και με τα αυτιά μας, αμαρτάνουμε και με την αφή μας, αμαρτάνουμε και κυρίως με τον λόγο μας και με την γλώσσα μας.

Μια κυρία ογδόντα έξι ετών επισκέφθηκε ένα μοναστήρι. Διαπίστωσαν λοιπόν, στην όλη της συμπεριφορά, και στον τρόπο της, που συνοδεύετο από τον γιό της, εξήντα δύο ετών, διανοητικώς ανάπηρον, διαπίστωσαν ότι αυτή είχε Χάριν Θεού. Και σαν μοναχές δεν έπρεπε να κάνουν αυτή την ερώτηση που έκαναν, αλλά εν τούτοις όμως την έκαναν, διότι ο άνθρωπος της Θείας Χάριτος, φαίνεται, διακρίνεται, οσφραίνεται, μυρίζεται, τον καταλαβαίνεις τον άνθρωπο όταν έχει Χάριν Θεού. Και θέλεις να ακούσεις ένα λόγο. Τη ρώτησαν λοιπόν, «Πώς θα σωθούμε; »
Η απάντησή της ήταν έτσι, ε, και λόγω ηλικίας, δεν είχε και δόντια, ψεύδιζε λιγάκι, αλλά ήταν η εξής: «Στην έρημο».
-Καλά εμείς είμαστε μοναχές. Είμαστε στην έρημο, μακριά απ’ τον κόσμο. Αλλά εδώ, από το πλήθος αυτών των ανθρώπων εδώ, όλοι μας δηλαδή, κληρικοί, λαϊκοί, και μοναχοί, πώς θα σωθούμε;
- Στην έρημο.
- Τι θα πει στην έρημο;
- Μάτια έχετε και να μη βλέπετε. Αυτιά έχετε και να μην ακούτε. Στόμα έχετε και να μην μιλάτε.
Τα ίδια αυτά λόγια, κατά, μπορώ να πω σύμπτωση, κατά θείαν χάριν, κατά θείαν πρόνοιαν, την προηγουμένη ημέρα, τα είχα διαβάσει στο Μέγα Μακάριο. Ακριβώς τα ίδια. Ότι η σωτηρία έγκειται στο πως βλέπει ο άνθρωπος, που έχει μάτια αλλά να μην βλέπει το κακό παρά μόνον το καλό. Που έχει αυτιά αλλά να μην ακούει το κακό, παρά μόνον το καλό και το αγαθό. Και νάχει στόμα, που νάναι γλυκό, γεμάτο καλοσύνη και ευγένεια, που δεν την έχουμε.

Καλοσύνη, γιατί το στόμα μας καμιά φορά γίνεται, βγάζει δηλητήριο φιδιού, «ιός ασπίδος», όπως λέει ο αδελφόθεος Ιάκωβος. «Ιός ασπίδος», δηλητήριο φιδιού δηλαδή.
Κατακρίνουμε, πολύ εύκολα κατακρίνουμε. Να προσέχουμε λοιπόν την κατάκριση, κι αν δεν έχουμε τίποτα να πούμε, τουλάχιστον να πούμε, δε βλέπουμε σωστά. Κι όταν δεν βλέπουμε σωστά, αμέσως ο νους μας κατακρίνει.
Παρεξηγούμε χίλιες δυο φορές αυτά που βλέπουμε κι αυτά που ακούμε, κι έτσι αμαρτάνουμε. Και κολάζουμε και τον άλλον. Επομένως τις περισσότερες φορές, να προσέχουμε, κι άμα προσέχουμε και ειδικότερα προσέχουμε τους λογισμούς μας, στους οποίους λογισμούς, στις σκέψεις, να βάζουμε μόνο το καλό και το αγαθό, διότι ό,τι σκεπτόμεθα είμεθα.
Παρατηρείστε τις σκέψεις μιας ημέρας, αν μπορείτε να τις καταγράψετε. Να πείτε, σήμερα τι σκεπτόμουνα όλη την ημέρα; Τι σκεπτόμουν; Ε, αυτό που σκεπτόσουνα όλη την ημέρα, αυτό είσαι. Πόσες προσβολές δαιμονικές δέχτηκες; Σε πόσες έδωσες συγκατάθεση. Που ταξίδευε ο νους; Ποια ήταν η συμπεριφορά του νου, απέναντι στο σύντροφο, στα παιδιά, στην κοινωνία, στο περιβάλλον, στις δουλειές που έκαμα, στην αρρώστια που έχω, στον πόνο που με δέρνει και με καταβάλλει, στην ανεργία η οποία με κατατρέχει, στα οικονομικά ή δεν ξέρω ποια άλλα προβλήματα.
Για καθίστε να τα σκεφτείτε λιγάκι, να δείτε πόσο έρμαια είμεθα των λογισμών μας και των σκέψεών μας; Έρμαια καταστροφής, προσωπικής καταστροφής.
Γι’ αυτό λοιπόν πρέπει να αποκτήσουμε επίγνωση της αμαρτωλότητός μας. Οι περισσότεροι, αυτά που είπα τα αγνοούμε, ή κάνουμε πως τα αγνοούμε. Κι έτσι το μυστήριο της μετανοίας και της Ιεράς Εξομολογήσεως ή περιφρονείται ή δεν δίδεται σ’ αυτό τη βαρύτητα που χρειάζεται και είναι απαραίτητη για τη σωτηρία μας.

Εν τούτοις όμως αυτός ο θείος θεσμός, του μυστηρίου της μετανοίας και της Ιεράς Εξομολογήσεως, αποτελεί μία από τις πηγές σωτηρίας του ανθρώπου.
Μας το βεβαιώνει η δίψα και η αίσθησις ανάγκης της ψυχής, με την οποίαν προστρέχουν πολλοί άνθρωποι, κάθε εποχής και κάθε τάξεως, μορφώσεως, ηλικίας, και φύλου στην Ιερά Εξομολόγηση, ιδίως όταν είναι για πρώτη φορά.
Αυτό το πρώτη φορά, είναι πράγματι ένα συγκλονιστικό μυστήριο τη στιγμή εκείνη μέσα στο Ιερό Εξομολογητήριο.
Η μετάνοια βέβαια και η εξομολόγηση στην Παλαιά Διαθήκη εθεωρείτο μια απλή αρετή. Στην Καινή Διαθήκη τα πράγματα αλλάζουν. Για μας τους Ορθοδόξους χριστιανούς είναι από τα μυστήρια της σωτηρίας. Γι’ αυτό λοιπόν πρέπει να προσέχουμε. Και το έργο το αγαθό θα το φτιάξουμε, και την εντολή θα τηρήσουμε, και την αρετή θα καλλιεργήσουμε, αλλά στο τέλος όμως πρέπει να μάθουμε να εκκλησιαζόμεθα, να μελετάμε το Ευαγγέλιο, να εξομολογούμεθα, κι όταν μας το επιτρέπει η Εκκλησία να κοινωνούμε και των Αχράντων Μυστηρίων. Διαφορετικά το τραίνο της αιωνιότητος θα το χάσουμε. Η μετάνοια σώζει όταν αυτή οδηγεί στη Θεία Κοινωνία. Που επαναλαμβάνω, δίδεται εις άφεσιν αμαρτιών, και εις ζωήν αιώνιον.
Η Εξομολόγησις που γίνεται με συντριβή και δάκρυα είναι ανανέωσις του Αγίου Βαπτίσματος, γι’ αυτό καλείται και λουτρό δακρύων ή δεύτερο βάπτισμα. Είναι η συμφωνία με τον Θεόν Πατέρα, δια μέσου του πνευματικού, ιερέως, εξομολόγου, για μια καινούργια ζωή. Είναι η πρώτη καλή αρχή για ταπείνωση.
Η μετάνοια είναι υπόθεση ολόκληρης ζωής, διότι όσο ζούμε, αμαρτάνουμε. Γι’ αυτό και η αρχή μιας νέας εν Χριστώ ζωής είναι η μετάνοια.

Θα ήθελα να σας θυμήσω τον όσιο Αβράμιο με την ανιψιά του. Ασφαλώς θα το έχετε διαβάσει πολλές φορές στο γεροντικό, - όσες φορές το ανοίγετε.
Πληροφορήθηκε λοιπόν ότι η ανιψιά του, στην πόλη της Αλεξάνδρειας, κατήντησε σε οίκο ανοχής και έγινε και πόρνη. Ήθελε ο καημένος να τη σώσει. Γι’ αυτό και δεν δίστασε να πάει έξω από αυτό το κακόφημο σπίτι. Και τη ζήτησε λοιπόν. Και κείνη κατέβηκε. Συγκλονίστηκε βέβαια όταν τον είδε, το άρωμα της ευσεβείας και της αγιότητος και της ερήμου, που έβγαζε το ασκητικό εκείνο σώμα του αγίου αυτού, απλώθηκε και στην ψυχούλα της, η οποία βέβαια ήτο βεβαπτισμένη χριστιανή, αλλά είχε ξεπέσει στην αμαρτία, συγκλονίστηκε, και ήρθε η ώρα της μετανοίας.
Στον καθένα άνθρωπο λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο. Έτσι λειτούργησε και σ’ αυτήν. Αλλά ο Αβράμιος ήτανε μοναχός, δεν ήταν ιερεύς.
Λέει, - πως θα σωθώ;
Λέει, - να με ακολουθήσεις, με σκοπό βέβαια να την εγκαταστήσει σε καμιά γυναικεία αδελφότητα εκείνης της εποχής,
Λέει, - πήγαινε, λέει, να βάλεις τα παπούτσια σου,
- όχι, λέει, να μην μπω ξανά μέσα, γιατί αν ξαναμπώ μέσα, μπορεί να μη βγω. Γι’ αυτό θα σε ακολουθήσω όπως είμαι. Και με τα ρούχα αυτά τα αραχνοΰφαντα, μ’ αυτά.
- Αλλά, λέει, για να μην μας παρεξηγούν στο δρόμο, θα βαδίζεις δεκαπέντε – είκοσι μέτρα πίσω, εγώ μπροστά και συ πίσω. Και πράγματι λοιπόν έτσι έγινε, βγήκαν από την πόλη, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των περαστικών, και των πολιτών, της πόλεως της Αλεξανδρείας, βγήκαν έξω απ’ την πόλη, και προχωρούσαν όλη την ημέρα μέσα από τα στενά – και βέβαια ο δρόμος δεν ήταν άσφαλτος, ούτε στρωμένος με σανιδάκια, με έπιπλα, δρόμος κακοτράχαλος ήτανε. – γεμάτο αγκάθια, πέτρες, βράχια, τριβόλια, - τελικά βράδιασε, της είπε πέσε εδώ να ξαπλώσεις, και γω θα πάω πολύ πιο κάτω και το πρωί ξεκινάμε.
Το πρωί διαπίστωσε ότι η ανιψιά του ήταν νεκρή.
Σώθηκε ή δεν σώθηκε; Ήταν το ερώτημα του αγίου.
Ύστερα από διαδικασίες βέβαια, αφού φώναξαν, πήραν το σώμα της και τα λοιπά, να το κηδέψουν και να το θάψουν, εγένετο προσευχή από τους πατέρες της σκήτης, και διαπίστωσαν ότι η ψυχή της ανέβηκε ως νύμφη Χριστού στη Βασιλεία των Ουρανών. Γιατί; Γιατί είχε πεθάνει επειδή είχαν ματώσει τα πόδια της, προκάλεσαν τόση αιμορραγία καθ’ όλην τη διάρκεια της νυκτός, ώστε μέχρι τα ξημερώματα να είχε πεθάνει από αυτήν την αιμορραγία.
Ελογίσθη λοιπόν ως μαρτύριον, γι’ αυτό και δοξάζεται από την Εκκλησία μας.

Βλέπουμε λοιπόν κι έναν άλλον τρόπον, με τον οποίον ο Θεός δέχεται την μετάνοιά μας, εφόσον απεστράφη το κακόν και την αμαρτία, και ακολούθησε το δρόμο της σωτηρίας.
Δεν ξέρουμε τι είπε στο δρόμο… Δεν εγένετο βέβαια, δεν εδιαβάστηκε η λεγομένη συγχωρητική ευχή, ίνα ακολουθηθεί η διαδικασία του ιερού μυστηρίου της Ιεράς Εξομολογήσεως, εν τούτοις όμως ο Θεός έκανε δεκτή αυτήν την προσφορά αυτής της κοπέλας, της αγίας.
Έτσι λοιπόν και μείς που έχουμε όμως τη συναίσθηση, όταν βαρέως ασθενήσουμε, να προσπαθήσουμε να βρούμε τον γιατρό και να πάμε να του ζητήσουμε το φάρμακο της θεραπείας. Ακόμα και αν είμαστε παράλυτοι, η μετάνοια θα μας σηκώσει. Διότι η μετάνοια κάνει θαύματα.

Τα αισθητά σημεία του μυστηρίου είναι
- πρώτον η ειλικρινής εξαγόρευσις των αμαρτημάτων μας που έγιναν είτε με έργα είτε με λόγους είτε με σκέψεις είτε με εσωτερικές διαθέσεις, ταραχές και επιθυμίες, είτε με πολλές πολλές υποψίες, είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία, είτε με τη θέλησή μας, είτε καμιά φορά αθέλητα, όπως μας παρασέρνει η διεφθαρμένη φύσις μας. Διότι ο άνθρωπος και ο βαπτισμένος, εκ νεότητος αυτού, ρέπει προς τα πονηρά. Επαναλαμβάνουμε το του Παύλου, που πολλές φορές «ό μισώ», λέει, «τούτο πράσσω», διότι βρίσκεται μέσα στα μέλη μου, ο νόμος της σαρκός, ο νόμος της φθοράς, ο νόμος του θανάτου, που αντιστρατεύεται στον νόμον του νοός, και στον νόμον της θείας Χάριτος και σωτηρίας.
Τα ενδεικτικά σημεία της αληθινής μετανοίας είναι η συντριβή, η εσωτερική. Πολλές φορές συντριβόμεθα, στενάζουμε, και κλαίμε κατά την διάρκειαν της νυκτερινής μας ή κατ’ ιδίαν προσευχής, ή όταν θάρθουμε μπροστά σε μια ιερά εικόνα μέσα στο ναό και είμαστε μόνοι μας, και μπορεί να μην το έχουμε αυτό στην ιερά εξομολόγηση την ώρα της εξαγορεύσεως. Φαίνεται όμως. Και μια απόφαση που πρέπει να πάρουμε, ότι πρέπει να αρχίσουμε καινούργια ζωή, καινούργιο τρόπο ζωής, να αποστραφούμε ό,τι κακό μέχρι σήμερα μας γονάτιζε.
- Δεύτερο αισθητό σημείο αυτού του μυστηρίου είναι η επίθεσις των χειρών και του πετραχηλίου, του εξομολόγου ιερέως στο κεφάλι του εξομολογουμένου, και
- Τρίτον είναι η συγχωρητική ευχή. Μόλις διαβαστεί η συγχωρητική ευχή, αμέσως μεταδίδεται η λυτρωτική Θεία Χάρις, η οποία καθαρίζει τον άνθρωπον από κάθε μολυσμό, από κάθε αμαρτία, και τον κάνει λευκότατον, όπως ακριβώς εξήλθε από την κολυμβήθρα του Βαπτίσματος. Αρκεί η εξομολόγησίς του να ήτο ειλικρινής, αληθινή. Η Θεία Χάρις ξεσκοτίζει την καρδιά, ξαναδυναμώνει τη θέληση, φωτίζει το νου, τον συμμαζεύει, που είναι διαρκώς διασκορπισμένος, προκαλεί συντριβή, καλλιεργεί τη συνεχή μετάνοια, και επανασυνδέει πολλές φορές τον άνθρωπο με τα μυστήρια. Δηλαδή, επαναλαμβάνω ότι συγχωρούνται όλες οι αμαρτίες, μικρές και μεγάλες, θανάσιμες ή συγγνωστές. Εκτός βέβαια από την αμαρτία εκείνη που είναι κατά του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή, η αμετανοησία. Όποιος δεν μετανοεί, δεν συγχωρείται. Μπορεί να του διαβαστούν εκατό ευχές, και αρχιερατικές, αλλά εφόσον δεν μετανοεί, δεν συγχωρείται.

Θέλω να σας διαβάσω κάτι για το σπουργιτάκι του Θεού. Για την Αγία των δρόμων. Που μια κοσμική εφημερίδα είχε αφιερώσει λίγα λόγια όπως ακριβώς τα περιγράφει μία οδοντίατρος, και θα ήθελα αυτό να σας το διαβάσω. Έχει σχέση πάρα πολύ με όλα όσα είπαμε μέχρι σήμερα.

Ήταν με την θέλησή της άστεγη, ζούσε στους δρόμους, κοιμόταν τα βράδυα, χειμώνα-καλοκαίρι, στα παγκάκια, στα υπόστεγα, στα σαλόνια των νοσοκομείων, όπου έκανε και αγαθοεργίες και ήταν γεμάτη αγάπη προς τον Θεόν, τους αγίους και τους δυστυχισμένους ανθρώπους. Δεν ήθελε να την επαινεί κανείς, και όταν την επαινούσαν, έκανε την «χαζή» και τη σαλή.
Καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη, είχε λάβει πολύ καλή παιδεία, και χειριζόταν άριστα τρείς γλώσσες, την Ελληνική, την Γαλλική και την Ιταλική.
Για τους πιο πολλούς εργαζομένους, γιατί δούλευε σ’ ένα εργοστάσιο, ήταν «η Στέλλα η χαζή». Όταν όμως έστηνες το αυτί να ακούσεις τι μουρμούριζε με το στόμα της, έλεγε συνεχώς «Δόξα σοι, ο Θεός, Δόξα σοι, ο Θεός, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». «Δόξα σοι, ο Θεός, Δόξα σοι, ο Θεός, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς».
Η αλήθεια είναι πως πολύ νωρίς κατάλαβα, διηγείται η οδοντίατρος, ότι αυτή η κυρία Στέλλα, η Στελλίτσα των ογδόντα ετών, δεν ήτανε ούτε χαζή ούτε τρελή, απλώς έκανε.
Είχε ένα και μικρό ποσό σύνταξης απ’ την εργασία της, 441 ευρώ, το οποίο το μοίραζε στους φτωχούς, στους φυλακισμένους. Υπάρχουν μάρτυρες ακόμα, από κείνους οι οποίοι κάνουν εξωτερική ιεραποστολή, ότι έδινε και σ’ αυτούς ποσά, απ’ τη σύνταξή της, μικρά η μεγάλα δεν έχει σημασία, αλλά τα έδινε.
Και έτσι όταν τελείωναν τα χρήματά της ζούσε στα παγκάκια, στα υπόστεγα, στα ερημοκκλήσια όταν τα εύρισκε ανοιχτά, κάτω από σκάλες και μέσα σε εγκαταλελειμμένες οικοδομές. Μου το εμπιστεύθηκε, πολλά βράδια κοιμόταν ακόμα και σε σαλόνια νοσοκομείων, καλύτερα να πούμε ότι προσποιόταν ότι κοιμόταν, γιατί όταν ησύχαζε το νοσοκομείο, σηκωνόταν, και έτρεχε σε μοναχικούς ασθενείς που ζητούσαν βοήθεια, και μια πάπια – συγχωρέστε με – και δεν ξέρω τι άλλο ζητούσαν, και είχαν ανάγκη από βοήθεια και τους συνέτρεχε όλους, σε όλες τις ανάγκες, και τους μιλούσε για το Χριστό, για τη σωτηρία της ψυχής, για μετάνοια και για Θεία Κοινωνία. Αλλά όταν όμως καταλάβαινε ότι κάποιο τρίτο πρόσωπο την αντιλαμβανόταν, τότε έκανε τα παλαβά της. Κάποια φορά ενώ την σκεπτόμουν με συμπόνια, πώς γυρνάει σαν σπουργιτάκι στους δρόμους, ξαφνικά με κοιτάζει και μου λέει, «μη στεναχωριέσαι», είναι θέλημα Θεού να κοιμάμαι στα παγκάκια», - διάβασε τον λογισμό της, και πως τον διάβασε; -
«Είμαι πολύ καλά και είμαι ευτυχισμένη, ξέρεις εκεί στα παγκάκια ράβω και τα ρούχα μου. Να το Πάσχα πέρασα πολύ ωραία, το ’βγαλα σ’ ένα παγκάκι. Το Μεγάλο Σάββατο με λίγα ευρώ πήρα ένα κομμάτι αρνάκι, το ’βαλα σ’ ένα ταψάκι που βρήκα στο δρόμο από μπακλαβά, το έδωσα στο φούρνο και μου το έψησαν. Το έκρυψα στο παγκάκι μου, και την άλλη μέρα έκανα Πάσχα εκεί, χαρούμενη και ευτυχισμένη, γιατί ο Ιερέας το βράδυ, στην Πασχαλιάτικη Θεία Λειτουργία, μοίρασε κόκκινα αυγά, και έτσι πήρα και γω ένα. Να μη στενοχωριέσαι, είμαι πάντοτε κάτω από τη σκέπη της Παναγίας μας».
Κάποτε μου είπε: «Μηλίτσα μου», - φαίνεται η οδοντίατρος λεγόταν Μηλίτσα – «εγώ θα πεθάνω στους δρόμους μόνη μου. Κανένας δεν θα μάθη, κανένας». Αυτό με πόνεσε πολύ και της είπα με απαίτηση: «Στελλίτσα μου, σε παρακαλώ θέλω να το μάθω. Θέλω να μάθω το φευγιό σου».
«Θα το μάθης, θα το μάθης», αλλά από τότε εξαφανίστηκε.
Το σπουργιτάκι του Θεού, η κυρία Χρυσούλα, έμαθε ότι στις 3 Ιουνίου του 2005, στις έξι και δέκα, κοντά στο σπίτι της, σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα μια γυναίκα αγνώστων στοιχείων. Τα πουλιά δεν έχουν ονόματα, και ο θάνατος ήταν ακαριαίος. Όλη η έρευνα απέδειξε ότι αυτή ήταν η Στέλλα, η Στελλίτσα των δρόμων, η Στελλίτσα των παγκακίων, η Στελλίτσα της αγάπης. Ενώ διέσχιζε το δρόμο, την παρέσυρε ένα αυτοκίνητο και την σκότωσε. Εθάφτηκε βέβαια, ήταν αγνώστων στοιχέιων, για πολύν καιρό έμεινε στο νοσοκομείο και στο νεκροτομείο, τελικά εθάφτηκε χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία, μόνον ένα τρισάγιο, - έγιναν αργότερα αυτά. Ο τάφος της είναι στου Ζωγράφου. Και έχει το νούμερο 8915.

Αυτή είναι η ζωή της αληθινής μετανοίας και της αγιότητος. Και μεις συνεχώς, διαρκώς παραπονούμεθα και γκρινιάζουμε πότε για το ένα και πότε για το άλλο. Και δεν δοξάζουμε τον Θεόν, γιατί αναπνέουμε ακόμα.
Γιατί μπορούμε «Δόξα σοι ο Θεός, Θεέ μου συγχώρεσέ με τον αμαρτωλό» ή «Θεέ μου συγχώρεσέ με την αμαρτωλή».

Πολλά μας λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, αλλά ήδη συμπληρώσαμε μία ώρα ομιλίας.
Εύχομαι η αγάπη του Θεού, νάναι πάντοτε μαζί σας, και έμπρακτα να ζούμε πλέον τη μετάνοια, αλλά και την πίστιν εις τον Χριστόν, και κυρίως προσέχοντας τις αισθήσεις μας και τις σκέψεις μας, και την εν γένει συμπεριφορά μας, ειδικότερα μέσα στο σπίτι, και όσοι από μας εργαζόμεθα, να την προσέξουμε την συμπεριφορά μας, και τους τρόπους μας, και την εν γένει χριστιανική μας διαγωγή και αγωγή στον πλησίον μας, στον κάθε πλησίον μας.

Και επειδή η εντολή είναι «μη λυπείτε το Πνεύμα το Άγιον», ας φροντίζουμε τουλάχιστον να μην προσφέρουμε λύπη στους δικούς μας ανθρώπους, αν όχι τουλάχιστον στους ξένους, στους δικούς μας ανθρώπους, στον άντρα μας, στη γυναίκα μας, στα παιδιά μας, στους γονείς μας, στα αδέλφια μας, στους αδελφούς μας εν Χριστώ, στον κάθε πλησίον.
Ας φροντίσω πρώτα να μην τα ξεχάσω εγώ, και εν συνεχεία, να μην τα λησμονήσουμε όλοι μας.
Μελετάτε το Ευαγγέλιον και κάνετε προσευχή, και αν δεν ξέρετε προσευχές και δεν έχετε χρόνο, να λέτε "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με" συνεχώς και αδιαλείπτως. Και ο Θεός θα ελεήσει, θα μας δώσει, θα δώσει στον καθένα μας, από έναν τρόπο, να προσφέρουμε το καλό στο διπλανό μας.
Θα ξημερώσει αύριο Πέμπτη, πείτε το πρωί στην προσευχή σας «πώς σήμερα θα κάνω ένα καλό; Πρώτα στο σπίτι μου, καλό, αγαθό, ωφέλιμο, σωτήριο, στο σπίτι μου πρώτα, και ύστερα στο διπλανό μας».
Εν Χριστώ μπορούν να γίνουν όλα. «Τα πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ». Να μπορούμε τουλάχιστον το βράδυ όταν κοιμόμαστε, να έχουμε ήσυχη τη συνείδησή μας, και ανένοχη. Και είναι μεγάλο πράγμα να μπορεί ο άνθρωπος να κοιμάται το βράδυ ήσυχος δοξάζοντας το Θεό και ψιθυρίζοντας με τα χείλη του, «Θεέ μου σε ευχαριστώ, Δόξα σοι ο Θεός, Χριστέ μου ελέησε όλο τον κόσμο και τελευταία εμένα»,

Αμήν.