Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Η ηθική βρωμιά τής εποχής μας καί η διορθωσίς της



211-α

Και τώρα έρχομαι στο σημερινό κήρυγμα.

«Είς Κύριος, μία πίστις, έν Βάπτισμα, ένας Θεός».
Ο Θεός ο Πατήρ ημών, ο επί πάντων.
Αυτό όμως είπε το σημερινό, Αποστολικό Ανάγνωσμα, το οποίον και αναγνώσθη με πολύ νόημα.

Χριστιανοί μου, κάποτε μια Κυριακή σαν τη σημερινή, πριν από σαράντα περίπου χρόνια, το 1968, σ’ αυτόν εδώ το Ναό, και μπροστά από τον παλιό Θρόνο, βέβαια είχαμε έναν παμπάλαιο Θρόνο εδώ, δεν ξέρω πόσοι, αν ήταν κανείς εδώ και το θυμάστε και εδώ ήταν όλο βαμμένο μπλε και από τούβλο… Η Ωραία μας Πύλη εδώ… Εκκλησιάζετο μπροστά από το Θρόνο ο κυρ-Γιάννης, -ο Θεός να τον αναπαύσει. - Εκείνη την Κυριακή ήταν όρθιος και τον είδα, όταν έβγαινα έξω για να πω εκείνα τα οποία επιβάλλονται από το τελετουργικόν του Όρθρου ή της Θείας Λειτουργίας, τον έβλεπα ιδρωμένο. Κατάλαβα λοιπόν ότι είχε και πυρετό, και θα πρέπει να ήταν και υψηλός, παρά ταύτα όμως, ήρθε να λειτουργηθεί, και να κοινωνήσει στο τέλος. Και πράγματι έτσι έγινε. Με τρεμάμενα τους πόδας απ’ τον πυρετό, ήλθε, κοινώνησε και επέστρεψε εκεί, και έκατσε στην καρέκλα του. Τελείωσα … τελειώνοντας τη Θεία Λειτουργία, διαπίστωσα ότι έγειρε το κεφάλι του προς τα κάτω, και εφαίνετο σα να κοιμόταν. Τελείωσα τη Θεία Λειτουργία και άρχισα να μοιράζω αντίδωρο. Εδώ οι διπλανοί που ήσαν εδώ εκείνη την εποχή, ήθελαν να τον ξυπνήσουν και τους εμπόδισα εγώ και είπα «αφήστε τον, έτσι όπως είναι».
Έφυγαν όλοι και ο κυρ-Γιάννης παρέμεινε στη θέση του, με τα χέρια σταυρωμένα, και τις παλάμες έτσι, όπως δηλαδή παίρνομε το αντίδωρο. -Δεν το παίρνομε το αντίδωρο με ένα χέρι όπως κάνετε οι περισσότεροι, με δυο χέρια το παίρνομε το αντίδωρο, έτσι, το δεξί πάνω στο αριστερό. Και όταν μπαίνει το αντίδωρο στη χούφτα, φιλούμε το χέρι. Αν δείτε τους Ρώσους, όταν θέλουν να χαιρετήσουν έναν ιερέα κάνουν έτσι, να τον χαιρετήσουν, να πάρουν την ευχή του, και βάζει εκείνος σταυροειδώς τα δάχτυλα μεσ’ τη χούφτα και την ασπάζονται.- Τελείωσε το αντίδωρο, δεν τον έδωσα.. τον άφησα σ’ αυτή τη θέση που ήτανε. Έκλεισα εδώ την Ωραία Πύλη, κατέλυσα, και μαζί με τον τότε νεαρό Ηλία, που σήμερα είναι ο πατήρ-Ηλίας στην Άνδρο, διαβάσαμε και τη Θεία Ευχαριστία, και ήρθα εδώ στο πλάι και άρχισα να ξεντύνομαι. Τότε μπήκε από κει από την Ωραία Πύλη, -η Νοτία όπως λέγεται,- μπήκε μέσα ο κυρ-Γιάννης. Είχε μια έκφραση απεράντου γλυκύτητος, και δεν υπήρχε ούτε ιδρώτας ούτε τίποτα, και εφαίνετο μια χαρά, και με δάκρυα στα μάτια, μου διηγήθηκε τα εξής: «Από την εξάντληση και τον πυρετό,» που είχε μετά τη Θεία Κοινωνία, «κάθισα,» λέει, «στη καρέκλα, έγειρα το κεφάλι μου προς τα κάτω, προς το μέρος της καρδιάς όπως μου έχεις διδάξει, και άρχισα να λέω το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» και έτσι να απολαμβάνω την γλυκύτητα της Θείας Κοινωνίας. Κάποτε» λέει, «έχασα κάθε αίσθηση του χώρου, που βρισκόμουν δηλαδή, του χρόνου, του θορύβου, των ψαλμωδιών,» -θα ήταν τότε οι ψάλτες μας αυτοί.- «των φωνών και τα λοιπά,» Όταν σήκωσε το κεφάλι του, συνήλθε δηλαδή, δεν ήταν μόνος, όλος ο ναός ήταν γεμάτος από την παρουσία της Παναγίας μπροστά του, που ’χε την αίσθηση ότι είχε ξεκολήσει από δω, όχι από κείνη την πλευρά, συγγνώμη, από δω, και είχε πάει κοντά του, και του έβαλε στην ανοικτή του παλάμη, η Υπεραγία Θεοτόκος, ένα αντίδωρο. Και του είπε, «φάτο παιδί μου». Το έφαγε αλλά έμειναν λίγα ψίχουλα. Και όπως μπήκε μέσ’ το ναό, έτσι, τα είδα τα ψίχουλα. Και έσκυψα και τα ’γλυψα. Και φώναξα και το νεαρό, τον τότε Ηλία, του λέω «έλα εδώ, έχει ένα δυο ψιχουλάκια, να γλύψε τα απ’ το χέρι του», με κοίταξε έτσι παράξενα, γιατί δεν είχε ακούσει τη συζήτηση, «κάντο, κάντο» λέω Ηλία λέω, «Κατάλαβες τίποτα; », λέει «όχι».
Εγώ όμως είχα τη συναίσθηση ότι ευωδίαζε τούτο το πράγμα, εκείνα τα ελάχιστα ψιχουλάκια, σαν Θεία Κοινωνία. Έτσι ο κυρ-Γιάννης κοινώνησε μια φορά με το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, και τη δεύτερη φορά, με τρόπο υπερφυσικό, στη μορφή του αντιδώρου. Η παράκλησίς του ήτο, να μην το μάθει κανένας, ούτε ακόμα και η οικογένειά του. Έτσι εγώ το ξέχασα. Ο Ηλίας δεν κατάλαβε τίποτα, ούτε καν πιστεύω να το θυμάται. Να όμως που το θυμήθηκα χτες βράδυ, όταν μελετούσα το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, που όλοι ακούσατε, διότι συνήθιζε να μου το λέγει, «Αχ, πάτερ Στέφανε, «είς Κύριος, μία πίστις, εν Βάπτισμα, είς Τριαδικός Χριστός, εις Τριαδικός Θεός, μια μετάνοια, »… και άλλα πράγματα.

Εκείνη την ευλογημένη πενταετία σ’ αυτό τον Ιερό Ναό, από το Φεβρουάριο του ’66 μέχρι τέλος του ’70, έζησα μαζί με τους παλαιούς πιστούς Μικρασιάτες κατά το πλείστον, Μικρασιάτες κατά το πλείστον χριστιανούς, στιγμές καλές, ιερές, και αποκαλυπτικές κατά χάριν Θεού. Εν αντιθέσει, -και ήταν οι μέρες καλές, και έξω στην κοινωνία μας,- ήταν διαφορετικές οι μορφές τότε, των οικογενειών, πολύ διαφορετικές. Επήγαινα εκείνη την πενταετία σε πάρα πολλά σπίτια, σχεδόν σε όλη την ενορία διότι μου είχανε δώσει αυτή την άδεια. Και συνήντησα ευλάβεια, και ευλάβεια και πίστη πολλή. Εν αντιθέσει λέω με τις σημερινές ημέρες, που γεμίσαμε από φονιάδες, κακοποιούς, κλέφτες, ομοφυλόφιλους, παιδεραστές, εμπόρους λευκής σαρκός, ναρκομανείς, εμπόρους ναρκωτικών, τοκογλύφους. Σήμερα γίνεται πολύς λόγος, για ξέπλυμα μαύρου χρήματος, και μεταξύ των δήθεν καλών μας πολιτικών. Για δωροδοκίες ακούμε, για παρανόμους χρηματισμούς, για καζίνα που έγιναν πάμπολλα στην πατρίδα μας, για παράνομα στοιχήματα, για αύξηση του τζόγου στα καζίνα, επισήμως, για ληστείες, για αδικίες, για αύξηση των εκτρώσεων σε τετρακόσες χιλιάδες το χρόνο, από ετών δώδεκα και δεκατρία μέχρι σαράντα. -Τώρα πώς να ονομάσω αυτές τις γυναίκες και τα κορίτσια;- Για αύξηση των παρανόμων συμβιώσεων, για πατροκτονίες, παιδιά σκοτώνουν τους πατέρες τους, και τις μητέρες τους, και έτσι λοιπόν γέμισαν οι φυλακές, γέμισαν τα νοσοκομεία από χιλιάδες δυστυχήματα και αναπηρίες, και άδειασαν οι ναοί. Άδειος είναι ο ναός μας, τι είναι, γεμάτος είναι; Άδειος είναι. Που είναι το ενενήντα τοις εκατό των χριστιανών, που είναι; Επίσης γίνεται λόγος για δουλεμπόριο ανθρώπων, για απαγωγές μικρών παιδιών που τους παίρνουν τα όργανα, για να τα πάρουν αυτοί που έχουν χρήματα πολλά και ύστερα τα σκοτώνουν τα παιδιά. Γίνεται ακόμα λόγος για αύξηση των πορνοθεαμάτων, το τι γίνεται, στην τηλεόραση δε λέγεται, της βίας, των φόνων, των κλοπών σε ανυπεράσπιστα γερόντια, τα βλέπετε και τα ακούτε. Για αναρχία, για εμπρησμούς δασών και τραπεζών, για εμπρησμούς και λεηλασίες στα σχολεία μας, που οι δικοί μας οι φόροι πληρώνουν τα σχολεία. Και όμως τα καταστρέφουν τα παιδιά μας τα ίδια, εμπρησμούς στα πανεπιστήμια, εμπρησμούς στους αστυνομικούς σταθμούς, ένας κατακλυσμός πανσεξουαλισμού, κακίας και παρανομίας. Μια διάλυση της οικογενειακής και κοινωνικής συνοχής, με αύξηση της χυδαιολογίας, προστυχολογίας, και της ύβρης των Θείων. Ξεχάσαμε και τους τριακόσιους του Λεωνίδα της Βουλής των Ελλήνων, να ψηφίζουν νόμους αντιχριστιανικούς, και διαλυτικούς για την οικογένεια και τα παιδιά. Μήπως σας είπα υπερβολές; Δεν νομίζω! Και λίγα σας ανέφερα. Γι' αυτό και θα έλθει η οργή του Θεού, επί τους υιούς της απειθείας. Άλλωστε «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος».

Χριστιανοί μου,
Έρχονται σιγά σιγά οι δύσκολες μέρες. Και θά 'ρθουν και χειρότερες. Όπως θά 'ρθει και η εποχή, όπου τα παιδιά μας, τα εγγόνια και τα δισέγγονα, θα δίνουν πίστιν ομολογίας Χριστού, και τούτου Εσταυρωμένου. Θα ’ναι οι νέοι ομολογηταί της πίστεως. Αυτά τα αυριανά βρέφη που σήμερα κοινώνησαν. Γι' αυτό και θα πρέπει να τονώσουμε την Ορθόδοξη πίστη μέσα στις καρδιές των παιδιών μας. Πώς θα την τονώσουμε; Πρώτον με το δικό μας παράδειγμα, κι ύστερα βέβαια με τη διδασκαλία, την οποία θα τρέχουμε να την ακούσουμε. Θα σπρώχνουμε και τα παιδάκια μας να την ακούσουμε. Να διαβάζουμε ένα ανέκδοτο το μεσημέρι, την Κυριακή το μεσημέρι. Ένα ανέκδοτο, μια ιστορία απ’ το γεροντικό. Να διαβάζουμε τρεις στίχους, βρε αδερφέ, δε μπορούμε να διαβάσουμε τρεις στίχους, απ’ την Καινή Διαθήκη, μη λέμε τώρα κουταμάρες….

Ο Απόστολος Παύλος μας λέει και μας προτρέπει, στο σημερινό ανάγνωσμα να ζούμε με ταπείνωση και μετάνοια. Με πραότητα και ανοχή, απέναντι στον πλησίον μας, και μάλιστα η ανοχή μας να στηρίζεται στην πίστη προς τον Χριστό και στην αγάπη. Διότι μόνο έτσι θα μπορέσομε να διατηρήσωμε, όπως λέγει, την ενότητα, του Αγίου Πνεύματος, και μέσα μας, και στα παιδιά μας, και μεταξύ μας, «εν τω συνδέσμω της ειρήνης», δηλαδή στον κοινό πνευματικό αγώνα μας, αυτό που θα μας συνδέει θα πρέπει να είναι η ειρήνη. Η Άνωθεν Ειρήνη. «Υπέρ της Άνωθεν Ειρήνης, και της Σωτηρίας των ψυχών ημών, του Κυρίου δεηθώμεν». Κάνομε μία αίτηση φοβερή. Αυτή είναι η Ειρήνη του Θεού. Και αυτή η Ειρήνη πρέπει να ’ρθει στις καρδιές μας. Όπως το Άγιον Πνεύμα είναι κοινό σε όλους μας, μετά το Άγιον Βάπτισμα, έτσι είναι κοινή και η πίστις στον ένα Τριαδικό Θεό, και στην ενανθρώπιση του Θεού Λόγου, όπως και η ελπίδα της Σωτηρίας μας. Όλα αυτά, από το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα.
Αυτά αν γίνουν ζωή μέσα μας, πράξις, και έργα μετανοίας, αυτά θα αλλάξουν το χαρακτήρα μας. Κι όταν θα αλλάξει ο δικός μου ο χαρακτήρας, και γίνει σωστός όπως τον θέλει ο Θεός, και γίνει αγιασμένος, θα αλλάξει και το παιδί μου. Θα επηρεάσω και τον σύντροφό μου. Όχι εγώ, το Άγιον Πνεύμα. Αυτό κατοικεί μέσα μου. Αυτό κατοικεί και μέσα σας και μέσα στα παιδιά μας. Όταν το Άγιον Πνεύμα λοιπόν, θα βλέπει ότι εμείς θέλουμε, να μεταμορφωθούμε εν Χριστώ, αυτό ως μαγνήτης θα μεταμορφώνει και την οικογένεια και τον κάθε πλησίον. Άρα λοιπόν κατ’ επέκταση θα αλλάξουν και όλοι οι κοινωνικοί και επαγγελματικοί χώροι.
Και αν προστεθούν και τα Πανάγια σωστικά Μυστήρια, της Θεία Κοινωνίας και της Ιεράς εξομολογήσεως, με αληθινή όμως μετάνοια, με προσευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού, γιατί αυτό μπορούμε να το λέμε συνέχεια, «Κύριε ελέησον», - δεν μπορούμε να πούμε «Κύριε ελέησον»; Γι' αυτό βάλαμε σαν αρχή να το ψάλομε και όλοι μαζί εδώ εννέα φορές. Δεν μπορούμε να πούμε «Κύριε ελέησον»; Δεν μπορούμε να πούμε «Παναγία μου βοήθησέ μας»; Δεν μπορούμε να πούμε «Χριστέ μου Σώσε με»; Δεν μπορούμε να πούμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με»; Με τη μνήμη του θανάτου και της κρίσεως, - αύριο θα πεθάνουμε, μπορεί και σήμερα, ποιος μας το εξασφαλίζει;- Καλπάζουσα λευχαιμία, ο καρκίνος ισχυρός σκληρός μεταδοτικός…τι να κάνομε; Θα προλάβουμε να πούμε «ήμαρτον»;
Γι’ αυτό λοιπόν με εγκράτεια στη γλώσσα και στις αισθήσεις, -μην κατακρίνουμε, γιατί συνεχώς κατακρίνουμε, αμάν, άμα και βουλώσει και αυτό, αν καταφέρουμε δηλαδή και βάλουμε φερμουάρ, πάλι το μυαλό μας θα κατακρίνει, τα μάτια μας, παίζουν γύρω γύρω δεξιά αριστερά, κατακρίνουν. Και με την κατά δύναμην νηστεία, γιατί οι περισσότεροι έχουμε ασθένειες...
Αν λοιπόν όλα αυτά, τηρηθούν στη ζωή μας, να είστε βέβαιοι ότι θα κάμει ο Θεός θαύματα, και στους δύσκολους καιρούς που θα έρθουν, θα αρχίσετε να τους βλέπετε και να τους βλέπουμε, απ’ το Γενάρη και μετά, ο Θεός θα προστατεύσει τα δικά του τα παιδιά. Δεν θα τα εγκαταλείψει. Δεν θα τα αφήσει – δεν ξέρω πώς, αλλά ο Θεός θα κάνει θαύματα. Έχεις πίστη; Μη φοβάσαι! Έχεις μετάνοια; Εσύ, εσύ, εσύ, εσύ, μην τρέμεις… Έχεις προσευχή; Και οι άγιοι θα κάνουν θαύματα, και ο Θεός θα κάμει θαύματα, Και οι άγγελοι θα κάμουν θαύματα, Και η πίστη σου θα κάνει θαύματα. Έχεις ταπείνωση; Όλα τα δαιμόνια θα φύγουν. Κοινωνείς μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης; Είσαι από τώρα στα Δεξιά του Χριστού και της Παναγίας! Τι άλλο θέλετε; Τα έχουμε όμως αυτά; Έχουμε αυτές τις ευλογίες της πίστεως; Έχουμε; Ή μήπως είμαστε βουτηγμένοι στο βούρκο της χυδαιότητος της σημερινής εποχής; Όχι για μας που σήμερα εκκλησιαζόμαστε, αλλά τουλάχιστον για το ενενήντα τοις εκατό που απουσιάζει.
Εγώ θέλω να πιστεύω πως η Παναγία μας, αν είμαστε αγνοί και καθαροί, χωρίς ρυτίδα και κοιλίδα και σπίλον αμαρτίας, όλα θα αλλάξουν, και ο καθένας, και ο καθένας από μας, αν σήμερα αλλάξουμε, μέσα σε μία μόνον εβδομάδα, απ’ τη στιγμή που θα αλλάξει, θα βρει και ένα λουκουμάκι της Θείας Χάριτος στο προσκεφάλι του. Πώς θα το βρεί; Όπως το βρήκε ο κυρ-Γιάννης. Τι είχε περισσότερο; Αυτά ο Θεός τα γνωρίζει. Κανένας μας δεν ξέρει την καρδιά του άλλου. Τον βλέπουμε έτσι, να ’ναι μπακάλης, να ’ναι μανάβης, να ’ναι υπάλληλος, να ’ναι στρατιώτης, να ’ναι νοικοκυρά, να ’ναι κι αυτή μια υπάλληλος, πότε η καημένη να εκνευρίζεται με τα παιδιά, πότε εκείνο, πότε αυτό, αλλά την καρδιά, ποιος τη ξέρει τη καρδιά; Μόνο αυτός που ετάζει καρδίας και νεφρούς. Και βλέπουμε και έχουμε ανάμεσα στους Ορθοδόξους χριστιανούς, καυχιέμαι εν Χριστώ γι αυτό, βγάζω και το καλυμμαύχι μου, σε ορισμένους από τους χριστιανούς, όταν εξομολογούνται, βλέπω καρδιές όμορφες, θείες καλλονές, όχι εξωτερική ομορφιά, άστην αυτήν, αυτή έρχεται και περνάει, αλλά Θεία καλλονή, αγγελικές μορφές, μέσα στις ψυχές τους.
Ε, λοιπόν, τέτοιες ομορφιές, παρά την δεινή βρομερότητα της εποχής μας, τέτοια ομορφιά, και τέτοια μεταμόρφωση κατά Χριστόν, εύχομαι να αποκτήσουμε όλοι μας.
Πρώτα εσείς και ύστερα εγώ και εμείς οι ιερείς.

Αμήν.