Τρίτη, 29 Μαρτίου 1994

Ο χλιαρός. Η χλιαρότης καί οί τρείς τρόποι αποκαταστάσεως




29.5.1994
117-δ



Ούτε ψυχρός εί, ούτε ζεστός. Αποκάλυψις Γ 15

Έτσι εισερχόμεθα χριστιανοί μου, σιγά σιγά, συν Θεώ, στην 7η επιστολή προς τον επίσκοπο Λαοδικείας, μέσα στην Αποκάλυψη.
Η Λαοδικεία ήτο Ελληνική πόλις. Κτίστηκε από τον Αντίοχο τον 2ο, στην εύφορη κοιλάδα του Λύκου κοντά στην Έφεσο. Οι κάτοικοί της ήταν εύποροι και πλούσιοι. Ήταν κέντρο εμπορικό, επιστημονικό, ιατρικό.
Εν τούτοις όμως, παρόλα τα πλούτη και την πρόοδο που είχαν υστερούσαν φοβερά σε θρησκευτική ζωή. Η Εκκλησία της Λαοδικείας είχε ιδρυθεί από τον Απόστολο Παύλο δια μέσου του Επαφρά, όπως μας πληροφορεί ο Απόστολος Παύλος στην προς Κολασσαείς Επιστολή του, και πρώτος επίσκοπος ήταν ο Άρχιππος.
Στα χρόνια της Αποκαλύψεως ευρίσκετο σε τελματώδη κατάσταση, χωρίς κανένα ίχνος πνευματικής ζωής. Γι’ αυτό και ο Κύριος την αναφέρει τελευταία, αφού και τελευταία ήτο στην αρετή.
Τάδε λέγει ο Αμήν, Γ-14, έτσι αρχίζει η επιστολή.
Ο Κύριος ονομάζει τον εαυτόν Του «Αμήν». Αυτό το «Αμήν» σημαίνει ο ακριβής, ο τέλειος, ο παναληθής Θεός, ο υπερτέλειος. Η δε τελειότης του είναι αιώνιος και άπειρος. Άλλωστε τα πάντα εν σοφία εποίησεν. Είναι επίσης ο μάρτυς, ο πιστός και αληθινός. Πιστός και αληθινός, τα αναλύσαμε. Δηλαδή ο μόνος αξιόπιστος και αληθής, ο μόνος βέβαιος, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού.
Επίσης ο Κύριος ονομάζει τον εαυτόν Του «αρχή της Κτίσεως του Θεού». Όχι το πρώτο κτίσμα, όπως μας λένε οι αιρετικοί και οι χιλιασταί, αλλά η δημιουργική αιτία των πάντων. Δηλαδή η αρχή της δημιουργικής ενεργείας του Θεού. Ως Λόγος του Θεού και Κύριος εδημιούργησε ολόκληρη την Κτίση, ορατή και αόρατη. Τω Λόγω Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν, βεβαιώνει η Αγία Γραφή, για να συμπληρώσει οριστικά και αμετάκλητα ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στο πρώτο του κεφάλαιο στίχος 3, «πάντα δι αυτού εγένετο», τα πάντα, όλα. Και η τελευταία πέτρα, και ο τελευταίος θάμνος, και το τελευταίο κύτταρο, και το τελευταίο ηλεκτρόνιο και νετρόνιο. Πάντα. Τα πάντα δι αυτού εγένετο. Όλα έγιναν δια του λόγου του Θεού, και «χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ό γέγονεν». Και χωρίς τον Λόγον Θεού δεν έγινε τίποτε από ό,τι έγινε στον κόσμον, άρα είναι ο δημιουργός των πάντων. Δεν είναι το αντικείμενον που δημιουργείται όπως μας είπε ο Άρειος και διεδόθη μέχρι των ημερών μας δια μέσου των αιρετικών, αλλά το υποκείμενον που δημιουργεί. Είναι η Αρχή αυτό που δημιουργεί. Είναι η αρχή του Σύμπαντος κόσμου, ορατού και αοράτου. Και πώς είναι δυνατόν να είναι κτίσμα ο Χριστός, αφού τον προσκυνούν και οι άγγελοι, «και προσκυνησάτωσαν αυτώ, πάντες οι άγγελοι αυτού, βεβαιώνει αλλού η Αγία Γραφή».
Και ένα τελευταίο από την προς Κολασσαείς Επιστολή του θείου Παύλου, Α 16, για να κλείσουμε ετούτο το κομματάκι. «Εν αυτώ τω Χριστώ», γράφει ο Απόστολος Παύλος, «εκτίσθη τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γής. Τα ορατά και τα αόρατα, είτε Θρόνοι, είτε Κυριότητες, είτε Αρχαί είτε Εξουσίαι». Όλες αυτές είναι αγγελικές τάξεις. «Τα πάντα δι αυτώ, και εις αυτόν έκτισται». Όλα έγιναν δηλαδή απ’ αυτόν τον Χριστόν, και για λογαριασμόν Του, για τον εαυτόν Του.

Επιστρέφομε όμως στην Αποκάλυψη, όπου βλέπουμε να ακολουθούν κάποιες αυστηρές παρατηρήσεις προς τον επίσκοπο Λαοδικείας. Γνωρίζω τα έργα σου λέγει ο Κύριος, σε παρακολουθώ, και δεν είμαι καθόλου μα καθόλου ευχαριστημένος μαζί σου. Έχεις τα χάλια σου και δεν σε ήθελα όπως κατήντησες τώρα. Ούτε ψυχρός εί, ούτε ζεστός. Δεν είσαι λοιπόν, ούτε κρύος, ούτε ζεστός. Έπρεπε να ήσουν ή ψυχρός ή θερμός. Συ όμως είσαι χλιαρός. Και επειδή είσαι χλιαρός και αδιάφορος, με κατέλαβε τέτοια αηδία και αγανάκτηση μέσα μου για σένα, ώστε θα σε αποβάλλω, θα σε ξεράσω από μέσα μου. Δεν σε αντέχω πλέον. «Μέλλω εμέσαι» εκ του στόματός μου, είναι η φράση. Φοβερός αυτός ο λόγος του Κυρίου.
Και γίνεται ακόμα πιο φοβερότερος, όταν σκεφτεί κανείς ότι τον να απευθύνει αυτόν τον λόγον Εκείνος που είναι το Εσφαγμένον Αρνίον, ο Χριστός, αυτός που είναι όλος αγάπη, όλος σπλάχνα οικτιρμών, αυτός που έχυσε το Πανάγιόν Του Αίμα, πάνω στον Τίμιον Σταυρόν για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων, και του καθενός από μας χωριστά. Κι όμως, αυτός ο Κύριος, ο όλος αγάπη, η Αυτοαγάπη και η Αυτοαλήθεια, ο μακρόθυμος, ο πολυέλεος, ο φιλάνθρωπος, λέγει προς τον χλιαρό. Σε αηδιάζω. Θα σε ξεράσω εκ του στόματός μου. Γιατί; Γιατί πέρα από το να είναι Πανάγαθος και Φιλεύσπλαχνος και όλος αγάπη, είναι και δίκαιος, Δίκαιος Κριτής.
Για να πει ένα τέτοιο φοβερό λόγο ο Κύριος, αυτό σημαίνει ότι η κατάστασις που επικρατούσε στην επισκοπική περιφέρεια της Λαοδικείας, ήταν τελείως απαράδεκτη. Αδιαφορία, ραθυμία, πνευματική στασιμότης, πτώσις των πάντων, πλήξις και ανία από παντού. Οι κίνδυνοι από όλες τις πλευρές μέσα και έξω. Κι όμως η ψυχή δεν κινείται, αδιαφορεί. Και το χειρότερο: Δεν βλέπει κινδύνους. Νομίζει ότι όλα πάνε πολύ πολύ καλά. Ο Θεός όμως δεν μας θέλει χλιαρούς και νερόβραστους. Προτιμά να είμαστε ψυχροί παρά χλιαροί και ράθυμοι. «Δεινών η ραθυμία», ψάλλει η Εκκλησία μας.
Ο ψυχρός και αμαρτωλός, που συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του και την βρωμερότητά του, και δεν θέλει να μπεί στην Εκκλησία, υπάρχει ελπίδα να μετανοήσει. Ο χλιαρός όμως και ράθυμος ίσως όχι. Γιατί; Διότι νομίζει τον εαυτόν του εντάξει. Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος. Ότι πιστεύει ότι είναι εντάξει.
Πάει τρείς τέσσερεις φορές το χρόνο στην Εκκλησία. Νηστεύει κάθε Μεγάλη Παρασκευή. Κοινωνάει κάθε τρία πέντε χρόνια, δεν ξέρω κάθε πόσο, και λέει ότι είναι εντάξει. Είναι όμως καλός άνθρωπος. Τη μπουκιά του θα τη βγάλει από το στόμα για να στη δώσει. Είναι και αλτρουιστής, είναι ανθρωπιστής. Αλλά άμα του πείς όμως να πάει πιο τακτικά στην Εκκλησία, τότε ή οι παπάδες του φταίνε ή οι ψάλτες ή οι επίτροποι. Άλλοτε πάλι του φταίει το λιβάνι, άλλοτε το κερί, άλλοτε ο δίσκος που περιφέρεται, οι πολυέλαιοι και τα καντήλια, προφάσεις εν αμαρτίαις. Όταν του λένε να ακούσει μια ομιλία και λίγον λόγον Θεού, είτε από την Εκκλησία, είτε από το ραδιόφωνο, απαντάει ότι αυτός τα ξέρει όλα. Όταν τον προτρέπουν πάλι να εξομολογηθεί, τι λέει; «Εγώ δεν έχω τίποτα». Είναι χριστιανός αλλά υποχωρεί. Εύκολα συμβιβάζεται και ευκολότερα ντρέπεται να ομολογήσει την πίστη του.
Αλήθεια! Πώς θα σωθεί αυτός ο άνθρωπος! Πώς θα σωθεί αφού νομίζει ότι είναι καλός άνθρωπος, και ότι αγαπάει όλον τον κόσμον. Έτσι βραβεύει ο ίδιος τον εαυτόν του. Και κάνοντας και καμιά ελεημοσύνη ή εξυπηρέτηση, αυτοκολακεύεται και ησυχάζει. Και αν τυχόν βλασφημήσει τα θεία και του κάνουν παρατήρηση, «Τώρα από συνήθεια το ’πα αυτό, από συνήθεια». Και αν πέσει σε καμιά φανερή αμαρτία, το μόνο που ξέρει να απαντήσει είναι «ε, αυτό είναι φυσικό, το κάνει όλος ο κόσμος, γιατί να μην το κάνω και γω». Δηλαδή μια κατάστασις καθόλου καθόλου ευχάριστη.
Δυστυχώς δεν καταλαβαίνει ο κακομοίρης, όπως γράφει στη συνέχεια και η Αποκάλυψη ότι είναι, ο ταλαίπωρος και ο ελεεινός, και πτωχός, και τυφλός και γυμνός.
Δυστυχώς και πάλι δυστυχώς ο εγωισμός και η υπερηφάνεια, μας κάνουν να πιστεύουμε ότι δεν έχουμε αδυναμίες και πάθη και κακίες. Ότι είμεθα πλούσιοι σε αρετές και σε καλοσύνες. Ότι όλα πάνε καλά, μη έχοντες την ανάγκην κανενός. Ο εγωισμός δεν μας αφήνει να δούμε τις ελλείψεις μας, την πνευματική μας φτώχεια και την ψυχική μας αθλιότητα, τη γύμνια μας. Έτσι δεν έχουμε όρεξη για πνευματικούς αγώνες, δεν έχουμε όρεξη για νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, μετάνοια, Θεία Λατρεία, εγκράτεια και τόσα άλλα. Καμιά βία δεν καταβάλουμε για να διορθωθούμε και να προοδεύσουμε στην αρετή. Ικανοποιούμεθα πάντοτε στο λίγο. Λίγη προσευχή, λίγη μελέτη, λίγος εκκλησιασμός, σε λίγες καλές πράξεις, και λίγη νηστειούλα και λίγη συγχωρητικότητα, και λίγη ελεημοσύνη και λίγα και λίγα και τίποτα περισσότερο. Μόνο λίγα. Έτσι με τα λίγα λίγα δεν βλέπουμε πόσο πτωχοί είμεθα και κούφιοι και στο ήθος και στην πίστη και στα έργα της αρετής που ζητάει ο Θεός. Το ότι δεν είμαστε τίποτα το αποδείξαμε και χθές το πρωί, ορισμένοι που λέγονται χριστιανοί.
Δυστυχώς όπως και τότε, έτσι και στις ημέρες μας, υπάρχουν πολλοί τέτοιοι χλιαροί και νερόβραστοι χριστιανοί. Οι χθεσινοί ήσαν φανατικοί – αυτό είναι άλλο άκρο. Και μάλιστα ασυγκρίτως περισσότεροι στις ημέρες μας κυκλοφορούν ήδη πλήθη ανθρώπων από την Λαοδικεία. Και πιστεύω πως ξεπέσαμε σ’ αυτή τη θανατηφόρα νάρκη, από τη νοοτροπία της Δύσεως, Ευρώπης και Αμερικής.
Η πληθώρα των καταναλωτικών αγαθών, ο νέος ασύδοτος τρόπος ζωής, εδημιούργησαν τον χριστιανισμό των εκπτώσεων. Ο τρόπος αυτός που δεν είναι ούτε Ευαγγελικός, ούτε πατερικός, ούτε και Ορθόδοξος, είναι αυτός που συμβιβάζει τα ασυμβίβαστα. Με το ένα πόδι στο Χριστό και με το άλλο στο χρυσό. Με το ένα μάτι στον ουρανό και το άλλο στην λάσπη της αμαρτίας. Με το ένα χέρι κλέβουν και αδικούν και με το άλλο κάνουν φανερή φιλανθρωπία προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις. Το πρωί στην Εκκλησία αλλά το βράδυ με πολλή άνεση στις αμαρτωλές σκηνές της τηλεοράσεως. Το πρωί στην Εκκλησία και το βράδυ στο χαρτάκι και στο φλιτζανάκι και τα λοιπά και τα λοιπά. Συνδυάζουν εύκολα κοσμική και θρησκευτική ζωή. Και λίγη λατρεία στο Θεό και αρκετή λατρεία στα κέντρα διασκεδάσεως. Η εκκλησία εκκλησία σου λένε, αλλά και το συμφέρον συμφέρον και η μόδα η μόδα και η διασκέδασις διασκέδασις.
Οι χριστιανοί των ημερών μας είναι έτοιμοι για κάθε συμβιβασμό αρκεί να μην χάσουν τις ανέσεις τους. Αν τους μιλήσουν για τα Πανάγια Μυστήρια δυσανασχετούν. Αν τους προτρέψουν για έργα αρετών, κατσουφιάζουν. Κι αν τους υποδείξουν τα πάθη τους για να τα κόψουν και ή να τα διορθώσουν, αντιδρούν. Θέλουν και ζητάνε την Εκκλησία του Χριστού με το αζημίωτο. Να μην κοστίζει πολύ, να μη ζητά θυσίες, να μην προβάλλει συνεχώς ου και όχι. Μια Εκκλησία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της εποχής μας. Θέλουν μια Ορθοδοξία και έναν Χριστιανισμό ευκαιρίας. Μια Ορθοδοξία εποχιακή.
Τέτοιοι είναι οι χλιαροί χριστιανοί της ολίγης πίστεως και της μπαλωμένης ηθικής, άνθρωποι του συμφέροντος, των ανέσεων και των υποχωρήσεων. Άνθρωποι που νερώνουν όλο και πιο πολύ κάθε μέρα το κρασάκι της πνευματικής ζωής. Γι’ αυτό και ο Κύριος ήταν αυστηρός στον επίσκοπο Λαοδικείας.
Νομίζεις, του λέγει, μέσ’ στην Αποκάλυψη, ότι είσαι πλούσιος σε αρετές και σε πνευματική ζωή, κάνεις όμως μεγάλο λάθος. Ο εγωισμός σε τυφλώνει. Δε βλέπεις ότι είσαι και ταλαίπωρος και ελεεινός και φτωχός, και τυφλός και γυμνός; Δεν ξέρεις ότι εγώ ως Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσομαι και ότι σκορπίζω στους 4 ανέμους οστά ανθρωπαρέσκων;
Παρά ταύτα όμως δεν είναι αργά. Υπάρχει ελπίδα σωτηρίας. Παρά την απειλή ότι θα τον ξεράσει ο Κύριος, επειδή είναι χλιαρός, ευθύς αμέσως του προσφέρει λύση και τον συμβουλεύει πώς θα θεραπεύσει την τριπλή του αρρώστεια, την φτώχεια του, τη γύμνια του και την τύφλωσή του.

Πρώτον. Συμβουλεύω σοι, αγοράσαι παρ’ εμού, χρυσίον πεπυρωμένον εκ πυρός ίνα πλουτίσεις. Σε συμβουλεύω να αγοράσεις από μένα χρυσάφι. Για να πλουτίσεις, να γίνεις πλούσιος. Το αγοράσαι παρ΄εμού, έχει μεγάλη σημασία διότι ο Κύριος εννοεί την πραγματική αρετή. Είναι σα να του λέγει «τη δική μου αρετή θα αγοράσεις». Τη δική μου αρετή θα αποκτήσεις και όχι τη δική σου όπως την φαντάζεσαι, την κάλπικη, την απατηλή και τη σάπια. Αυτό ας το ακούσουν όλοι οι αιρετικοί, και οι υπερήφανοι που ισχυρίζονται και πιστεύουν ότι έχουν αρετές. Χωρίς Χριστόν, τον Θεάνθρωπον Χριστόν, και τούτον Εσταυρωμένον, πραγματικές αρετές δεν μπορούμε να αποκτήσουμε ποτέ, και σωτηρία δεν υπάρχει. Διότι πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί καταβαίνον εκ του Πατρός των φώτων.
Οι αρετές όμως κατακτώνται όχι με χλιαρούς και νερόβραστους αγώνες αλλά με θλίψεις και πόνους, με βία πνευματική, και κόπους πολλούς. Γι’ αυτό και λέγει «αγοράσαι». Θα αγοράσουμε την αρετή από τον Θεόν, με αγώνες, με συντριβή, με προσευχή.
Δωρεοδότης είναι ο Θεός, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά βραβεύει όμως εκείνους που αγωνίζονται, που ιδρώνουν και κοπιάζουν για να τηρήσουν τις εντολές. Ο αγώνας του χριστιανού είναι και η αγορά για τον Θεόν.
Βέβαια ο Θεός δεν αμείβει τους χλιαρούς και τους τεμπέληδες.

Δεύτερον. Αγοράσαι παρ’ εμού ιμάτια λευκά, ίνα περιβάλλει και μη φανερωθεί η αισχύνη της γυμνότητός σου. Σε συμβουλεύει ο Κύριος να αγοράσεις από μένα, λευκά ιμάτια για να ντυθείς και να σκεπάσεις έτσι τη ντροπή σου, τη γύμνια σου. Και ποια είναι αυτά τα λευκά ιμάτια; Είναι της αγνότητος, της σωφροσύνης και της ηθικής καθαριότητος. Ό,τι και αν κάνομε ξανακερδίζονται τα λευκά ιμάτια. Έπεσες σε υπερηφάνεια; Περίμενε μεγάλους πειρασμούς. Έπεσες σε υπερηφάνεια; Μπορεί να ξεπέσεις και ηθικά. Γι’ αυτό διορθώσου όσο είναι καιρός. Ο Χριστός είναι και για σένα και για μένα και για όλους μας το λευκόν ιμάτιον. Φόρεσέ το. Ο Χριστός έχει το ένδυμα του γάμου, αγόρασέ το. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε Χριστόν ενεδύσασθε» βεβαιώνει η Αγία Γραφή. Στο βάπτισμα ντυθήκαμε και φορέσαμε τον Χριστόν και τον άϋλο ολοφώτεινον τρισήλιον χιτώνα του. Αν στην πορεία της ζωής τον λερώσαμε αυτόν τον χιτώνα, και ποιος δεν τον λερώνει, και ποιος δεν τον μουτζουρώνει, και ποιος δεν τον κακοποιεί, σχίζει αυτόν τον χιτώνα; Υπάρχει τρόπος αποκατάστάσεως πριν μας ξεφτιλήσει η αμαρτία και η ντροπή. Και ο τρόπος αυτός είναι ένας και μοναδικός. Η μετάνοια. Η συντριβή, η εξομολόγησις.

Τρίτον και τελευταίον. Και «κολλύριον αγοράσαι παρ΄εμού» λέγει ο Κύριος, «ίνα εγχρύσει τους οφθαλμούς σου ίνα βλέπεις», στίχος 18. Το κολλύριο είναι ιατρικό φάρμακο, οι περισσότεροι οι μεγάλοι το ξέρουν, που τακτοποιεί τα αρρωστημένα μάτια. Τι εννοεί όμως εδώ ο Κύριος; Ό,τι ο χλιαρός και αναιμικός χριστιανός δεν μπορεί από μόνος του να δει την αθλιότητά του. Του χρειάζεται κολλύριο. Δηλαδή ο φωτισμός του Θεού. Που υπάρχει ο φωτισμός του Θεού; Στον λόγον Του, στο Ευαγγέλιόν Του! Και πράγματι το Ευαγγέλιο είναι ο καθρέφτης μέσα στον οποίον μπορούμε να δούμε το πρόσωπόν μας, να δούμε την ψυχή μας, να δούμε την αθλιότητα της καρδιάς μας, και τη γύμνια μας, να δούμε την κατάστασή μας. Το Ευαγγέλιον είναι το φώς μέσα στο σκοτάδι.
Η Αγία Γραφή βεβαιώνει ο νόμος σου λύχνος τοις ποσί μου, και φως ταίς τρίβοις μου.

Χριστιανοί μου, δεν θα επεκταθούμε άλλο. Ανακεφαλαιώνοντας λέμε επιγραμματικά ότι η χλιαρότητα διακρίνεται από τρία πράγματα: Από τη ραθυμία, από τα ημίμετρα και από την άκοπη θρησκευτική ζωή. Ο δε χλιαρός καταντά ελεεινός, φτωχός, τυφλός και γυμνός.
Χλιαρός και χλιαρότητα θεραπεύονται με τρία πράγματα:
Πρώτον, από τους πνευματικούς θησαυρούς των θείων αρετών του Θεανθρώπου,
Δεύτερον από τα λευκά ιμάτια της σωφροσύνης, αγνότητος και ηθικής καθαρότητος, και
Τρίτον, από το σωτήριο Ευαγγελικό Τριαδικό φώς. Η θεραπεία αυτή θα μας καταστήσει αδελφοί μου και πάλι θερμούς. «Τω πνεύματι ζέοντες και τω Κυρίω δουλεύοντες».
Είθε να το δώσει ο Θεός,

Αμήν

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 1994

62 Η Θεία Λειτουργία. Η Αγία Αναφορα. Μέρος.3ον. Τά Σά εκ τών Σών

********************************

62Α Τα παιδιά που για παιχνίδι πήγαν να κάνουν Θεία Λειτουργία

Κάποτε, αδελφοί μου, πριν πολλά πολλά χρόνια, δυο παιδιά, όπως
μας διηγείται το Λειμωνάριον, από τον πόθο που είχαν να γίνουν
Ιερείς, είχαν μάθει από μνήμης όλα όσα λέγονται και γίνονται στη
Θεία Λειτουργία. Βοηθούσαν μέσα στο Αγιο Βήμα και πρόσεχαν τα
πάντα. Ετσι γνώριζαν και τα κατείχαν όλα. Τα δυο παιδιά ήσαν
ηλικίας 10 και 12 χρονών. Μια μέρα αποφάσισαν παίζοντας να
κάνουν τους παπάδες και να τελέσουν τη Θεία Λειτουργία αφού έτσι
και αλλιώς την ήξεραν απέξω, από μνήμης. Πήραν λοιπόν ένα
καρβέλι ψωμί και κρασί και βγήκαν έξω από το χωριό τους, το
Δοξανό της Αφαμίας. Βρήκαν δυο μεγάλες πέτρες που ήσαν από το
ένα μέρος τους πλατειές, ίσιες σαν πλάκες. Την μια την
χρησιμοποίησαν για Ιερά Πρόθεση, Προσκομιδή και την άλλη για
Αγία Τράπεζα. Εκαναν από χαρτιά το Πετραχείλι τους και για
Φελόνι φόρεσαν τσουβάλια. Και έτσι άρχισαν κανονικά τη Θεία
Λειτουργία. Οπως την παρακολουθούμε και όπως ακριβώς τελείται
έτσι την έκαμαν γιατί την ήξεραν από μνήμης όπως είπαμε. Και
φθάνουν στο σημείο να επαναλάβουν τα λόγια της συστάσεως της
Θείας Ευχαριστίας : "Λάβετε, φάγετε, πίετε εξ αυτού πάντες". Και
λέγοντας τις φράσεις: "Το υπέρ ημών και πολλών εκχυνόμενον" ενώ
ο ουρανός ήταν καταγάλανος πέφτει ένα αστροπελέκι φοβερό, με
φοβερή βροντή και κατακαίει τα πάντα, κάνοντας τα μαύρη στάχτη
και τις δυο μεγάλες πέτρες και τα είδη που είχαν πάνω σε αυτές
και τον γύρω χώρο. Τα παιδιά παρέμειναν άθικτα. Καψάλισε και
έκαψε τα χάρτινα Πετραχείλια τους και τα δυο τσουβάλια από το
επάνω μέρος και όχι από κάτω για να αποδειχθεί η αλήθεια του
θαύματος. Από πάνω κάηκαν αυτά, όχι από κάτω. Τα δυο παιδιά από
τον τρόμο τους παρέλυσαν και βουβάθηκαν. Δεν μπορούσαν ούτε να
κουνηθούν, ούτε και να μιλήσουν. Πέρασε όλη η μέρα και τα παιδιά
δεν γύρισαν πίσω. Και στο σχολείο δεν είχαν πάει. Ετσι
ανησύχησαν οι γονείς και άρχισαν να ψάχνουν μαζί με άλλους
χωριανούς για να τους εύρουν. Τελικά τους βρήκαν στην κατάσταση
που είπαμε. Σιγά σιγά συνήλθαν τα παιδιά και διηγήθησαν με
λεπτομέρεια το όσα συνέβησαν. Οι γονείς κατόπιν τα γνωστοποίησαν
στον Ιερέα του Δοξάνου και εκείνος στον Επίσκοπο της επαρχίας
του. Ηρθε ο Επίσκοπος και μαζί με τα παιδιά και τον ευλαβή
εφημέριο του χωριού, τους γονείς και πολλούς άλλους χωριανούς
μετέβησαν στον τόπο όπου συνέβη το παράδοξον αυτό θαύμα. Ο
Επίσκοπος είδε και θαύμασε και επειδή ήτο αγιασμένος κληρικός
μέσα του πληροφορήθηκε ότι έτσι πράγματι συνέβησαν τα θαυμάσια
του Θεού. Εκεί στο ίδιο μέρος έχτισε στην αρχή έναν
μεγαλοπρεπέστατο Ναό και στο σημείο που έγινε το θαύμα και
κάηκαν οι δυο πέτρες τοποθέτησε την Αγία Τράπεζα. Αργότερο
οικοδομήθηκε μεγάλο μοναστήρι όπου τα δυο παιδιά, μεγάλα πια,
έγιναν μοναχοί και αργότερο καταξιωμένοι Λειτουργοί του Υψίστου.

***************************************************

62Α Μικρός τέλεσε Θεία Λειτουργία και γέμισαν το στόμα του
σάρκες

Στην πενταετία μεταξύ 1950 και 1955 είχε πεθάνει ένας μοναχός
στο Αγιο Ορος που τον θυμούνται οι Πατέρες της Εκκλησίας μας ότι
πάντα τραύλιζε. Δεν μπορούσε να μιλήσει καλά. Είχε πάνω του κάτι
το φοβισμένο. Και όταν επρόκειτο να προσέλθει στη Θεία Κοινωνία
πάντοτε τον κρατούσαν δεξιά και αριστερά δύο μοναχοί και μετά
φόβου και τρόμου κοινωνούσε. Γιατί άραγε; Οταν ήταν μικρός,
μέχρι περίπου 14 ετών αγαπούσε τόσο πολύ την Εκκλησία και τη
Θεία Λειτουργία ώστε απεφάσισε να την κάνει μόνος του. Είχε θείο
παπά σε μια μεγάλη κωμόπολη που ζούσαν και από αυτόν και από την
Εκκλησία πήρε κρυφά όσα χρειάζονται για τη Θεία Λειτουργία,
δηλαδή πήρε τον Αγιο Δίσκο, το Αγιο Ποτήριο, το Ευαγγέλιο,
πρόσφορο, κρασί και όλα τα υπόλοιπα, ακόμα και άμφια. Βρήκε κάτι
παλιά μέσα στα συρτάρια, τα πήρε και αυτά. Κάποια μέρα λοιπόν
που ήταν μόνος του στο σπίτι του ετοιμάστηκε, ντύθηκε, έκαμε την
προσκομιδή και ύστερα τη "Θεία Λειτουργία", το βάζω σε
εισαγωγικά αυτό. Κατά το τυπικόν έφτασε η ώρα να "κοινωνήσει".
Μόλις έβαλε στο στόμα του το ψωμί έγινε ματωμένο κρέας, γούρλωσε
τα μάτια του από τον τρόμο του. Ο τρόμος βέβαια έγινε πανικός,
παγωμάρα όπως θα λέγαμε, όταν είδε ότι από το Αγιον Ποτήριον
άρχισε αυτό μέσα να βράζει. Εβραζε και δεν ήταν κρασί, ήταν αίμα
το οποίο άρχισε να χύνεται προς τα έξω. Μπροστά σε αυτό το θέαμα
και σε αυτό που είχε στο στόμα του λιποθύμησε. Γύρισαν οι δικοί
του στο σπίτι και τρομαγμένοι βρήκαν το γιο τους λιποθυμισμένο
και πάνω σε ένα μικρό τραπέζι τα σκεύη της Θείας Λειτουργίας με
όσα είχε τελέσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Φώναξαν βέβαια το
συγγενή τους τον Ιερέα, ο οποίος προσπάθησε πρώτα πρώτα να
συνεφέρει τον μικρό. Και κατόπιν να του μιλήσει γιατί ήταν πολύ
τρομαγμένος και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Τελικά
τραυλίζοντας και με πολλή πολλή δυσκολία κατάφερε να διηγηθεί τι
συνέβη. Εκλήθη ο Αρχιερεύς της περιοχής, κάπου στην Πελοπόννησο
έγινε αυτό, ο οποίος μαζί με τους Ιερείς μετέφεραν τα τελούμενα
πάνω στην Αγία Τράπεζα της Εκκλησίας του μεγάλου αυτού χωριού,
της κωμοπόλεως, όπου υπηρετούσε ο θείος του παιδιού. Την άλλη
μέρα λειτούργησαν και αγίασαν αυτόν τον τεμαχισμένο άρτο και τον
οίνο γιατί τα βρήκαν ακριβώς όπως ήταν και όχι όπως τα είδε ο
μικρός. Και όπως ακριβώς γίνεται όταν προετοιμαζόμαστε για την
Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία αγίασε τα ήδη ο Αρχιερεύς. Αυτό το
έκανε όπως περίπου κάνουμε όταν προετοιμαζόμαστε για την
Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία. Το παιδί δεν μπόρεσε να συνέλθη
ποτέ. Εκεί στα 20 περίπου χρόνια του έγινε μοναχός στο Αγιον
Ορος αλλά πάντοτε φοβισμένο το παιδί κοινωνούσε. Αναστατώνετο
στην ιδέα ότι θα μπορούσε το στόμα του να ξαναγεμίσει από
σάρκες. Το γιατί το επέτρεψε ο Θεός δεν το ξέρουμε αυτό.

***********************************

62Α

Σε κάποια Σκήτη πριν από πολλά χρόνια ζούσε ο Πατήρ Ελπίδιος,
πράος, ειρηνικός, υπάκουος, άριστος υποτακτικός, εγκρατής,
ασκητικότατος, βιαστής των πνευματικών αγώνων και εργάτης της
νοεράς προσευχής. Σε μια του αγρυπνία με το κομποσχοινάκι,
καθήμενος έξω από το κελλάκι του και αγναντεύοντας πότε το
πέλαγος και τον ουρανό, τον έναστρο ουρανό, και πότε βυθιζόμενος
μέσα στον ουρανό της καρδιάς του, είδε, με τα μάτια του είδε
κάποια στιγμή το Κυριακό. Κυριακό είναι ο κεντρικός Ναός της
Σκήτης. Και είδε τον Ναόν αυτόν φωτισμένο. - Μπα, είπε με το
λογισμό του, φαίνεται πως οι Πατέρες έχουν αγρυπνία. Αλλά για
ποιον Αγιο; Ας πάω να δω. Ετσι ξεκίνησε και πήγε προς το
Κυριακό. Οι πόρτες ολάνοιχτες. Ο Ναός πολύ φωτισμένος και οι
ψαλμωδίες κατανυχτικές. Μόλις μπήκε μέσα είδε ότι ο Ναός ήταν
γεμάτος από Πατέρες, από μοναχούς. Ολοι τους όμως ήσαν σκυμμένοι
και εφαίνοντο πολύ συγκινημένοι. Τα κουκούλια σκέπαζαν τα
πρόσωπα. Η ατμόσφαιρα γλυκειά, ευώδης, κατανυχτική και συγχρόνως
όμως λαμπροφόρα. Και αυτό προήρχετο από αυτόν που λειτουργούσε.
Τον κοίταξε καλά. Ηταν ένας μεγαλοπρεπής Αρχιερεύς
περιστοιχισμένος από 12 Ιερείς. Ολοι τους ακτινοβολούσαν. Αλλά ο
Αρχιερεύς Δεσπότης άστραφτε σαν τον ήλιο. Αυτού η λαμπρότητα
φώτιζε και τον Ναό και έξω από το Ναό. Γεμάτος δέος και
αιχμαλωτισμένος από την απαστράπτουσα αυτή μεγαλοπρέπεια του
Δεσπότου δεν κατάλαβε πώς έφτασε στο τέλος, πότε έφτασε στο
σημείο να βγει ο Αρχιερεύς και να πει "Μετά φόβου Θεού, πίστεως
και αγάπης προσέλθετε". Και λέγει ο Αρχιερεύς κατόπιν: - Ελα,
Ελπίδιε, έλα. Και πήγε. Πήγε και κοινώνησε. Μα τι άρρητη ευωδία
ήταν αυτή! Μα τι θεία ευφροσύνη τον κατέλαβε! Με τι παραδείσους
πλημμύρισε το είναι του! Πού ζούσε; Στον ουρανό; Στη γή; Ηταν
μέσα του; Ηταν έξω από τον εαυτό του; Ηταν με το σώμα του; Ηταν
χωρίς το σώμα του; Ηταν ξύπνιος; Ονειρεύετο; Και ξαφνικά μια
τρομαγμένη και απορρημένη φωνή τον ρωτάει. Και με την ερώτηση
βέβαια συνέρχεται. Αυτός που τον ακούμπησε και τον ρώτησε ήταν ο
Δικαίος της Σκήτης, ο υπεύθυνος δηλαδή της Σκήτης που είχε την
ευθύνη να ανοίγει και τον Ναό. - Πώς μπήκες μέσα, Πάτερ
Ελπίδιε; Πώς βρέθηκες εδώ τέτοια ώρα; - Συγχώρεσέ με, Πάτερ,
απαντάει ο Πάτερ Ελπίδιος. Φαίνεται πως μετά τη Θεία Λειτουργία
με πήρε ο ύπνος. Συγχώρεσέ με. Ευλόγησον, ευλόγησον. - Μα για
ποια Θεία Λειτουργία μιλάς, ευλογημένε; - Μα για αυτή που
τελείωσε λίγο πριν μαζί με την αγρυπνία. Δεν απάντησε ο
Δικαίος. Είπε όμως τα συμβάντα στους Γέροντες της Σκήτης και
είπε και το εξής: - Οταν πήγα στο Ναό η πόρτα ήταν κλειδωμένη
και γύρισα το μεγάλο αυτό κλειδί δυο φορές για να ανοίξει η
πόρτα. Πώς βρέθηκε μέσα; Και τι είδους Λειτουργία ήταν αυτή που
είδε και συμμετείχε; Οι Πατέρες βέβαια και οι Γεροντάδες πίεσαν
τον Πατέρα Ελπίδιο και εκείνος με απλότητα διηγήθηκε τα όσα
συνέβησαν. Μετά όμως από αυτό το γεγονός όταν κατάλαβε ότι αυτό
δεν ήταν γήινο αλλά υπερουράνιο, υπερφυσικό, ότι βρέθηκε στη
Λειτουργία της Ανω Ιερουσαλήμ, της Βασιλείας των Ουρανών, ότι το
υπερουράνιο θυσιαστήριο κατέβηκε κάτω στη γη και ποιος ξέρει
ποιοι ήσαν αυτοί οι δώδεκα - ισως οι Απόστολοι -

Αλλαγή πλευράς ?????

Καταλάβατε λοιπόν. Ο Πατήρ Ελπίδιος βρέθηκε στη Θριαμβεύουσα
Εκκλησία, στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, στη λατρεία της Βασιλείας
του Αγίου Θεού. Η άνωθεν λοιπόν θεία ακατάληπτος Λειτουργία
ετελείτο στη γη κατά τρόπον παράδοξον, τρόπον που δεν μπορούν να
συλλάβουν τα δικά μας φτωχά και κοσμικά μυαλά. Και ετελείτο από
τον Δεσπότη Χριστό, τον Κύριο του ουρανού και της γης, τον
Παντοκράτορα Θεόν. Και το απορίας άξιον: Τι εκοινώνησε ο Πατήρ
Ελπίδιος; Αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ. Αυτήν την ιστορία μου τη
διηγήθηκε ο Πατήρ Φιλόθεος, ένας ερημίτης μοναχός το 1959, όταν
πρωτοπήγα στο Αγιον Ορος ως Διάκονος τότε ακόμα για να μου πει
ότι πρέπει να γίνω σαν τον Πάτερ Ελπίδιο ως Λειτουργός του
Υψίστου. Και αλίμονό μου δεν έγινα τίποτα.

*************************

62 Επίμετρον Η Μακεδονία

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 1994

61 Η Θεία Λειτουργία. Η Αγία Αναφορα. Μέρος 2ον. Ο Μυστικός Δείπνος καί η σύστασιςτής Θείας Ευχαριστίας

************************

61Α Καταγραφή στο βιβλίο της ζωής του πατρός Αβερκίου

Μια από τις διηγήσεις που είχα ακούσει στη Νέα Σκήτη του Αγίου
Ορους την περίοδο 62-65 είναι η εξής περίπου: Μεταξύ του 1900
και 1934 ζούσε ένας ευλαβής μοναχός εκεί στη Νέα Σκήτη ο Πατήρ
Αβέρκιος. Ηταν ασκητικός μοναχός, ελεήμων, εργατικός, απέριττος,
πράος, ειρηνικός. Στις αγρυπνίες, όταν γινόταν οι ολονύκτιες
στις μεγάλες γιορτές και τις Κυριακές, εκκλησιαζόταν πάντοτε στο
Κυριακόν, έτσι λέγεται ο κεντρικός Ναός μιας Σκήτης. Εστέκετο δε
κατά τη συνήθεια του στο πίσω μέρος του Ναού, εκεί στο Νάρθηκα,
στο τέλος, με πολύ πολύ ευλάβεια. Κάποτε σε μια αγρυπνία κάποιας
μεγάλης γιορτής, είχε τελειώσει η μεγάλη δοξολογία, διακόπτουν
εκεί μετά τη δοξολογία και διαβάζεται χύμα η 1η ώρα. Μετά την 1η
ώρα γίνεται Απόλυσις και εν συνεχεία ο Πρωτοπρεσβύτερος ή ο
Ηγούμενος της μονής βάζει "Ευλογημένη η Βασιλεία". Βλέπουν
λοιπόν ξαφνικά οι Πατέρες τον πατέρα Αβέρκιο να αφήνει το
στασίδι του από εκεί πίσω, να διασχίζει γρήγορα όλο το Ναό και
να φτάνει μπροστά στο Ιερό, να περνά έτσι μπροστά από την Ωραία
Πύλη όπως ήταν ανοιχτή και στάθηκε εκεί μπροστά στην Αγία
Τράπεζα. Μοναχός είπαμε ήταν, δεν ήταν Ιερεύς. Κατόπιν λοιπόν
τον βλέπουν να βάζει μια μετάνοια σε κάποιον που όμως αυτός δεν
εφαίνετο. Εβαζε σε κάποιον μετάνοια αλλά πού την έβαζε; Και
χαρούμενος να απαντάει: - Ναι, Δέσποτα, βλέπω, βλέπω. Αβέρκιος
μοναχός. Ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ. Μετά κάνει πάλι μια βαθειά
βαθειά μετάνοια, μαζί με μια κίνηση ότι φιλάει το χέρι και
περνώντας πάλι μέσα από την Ωραία Πύλη γύρισε και πήγε στη θέση
του. Οσοι πρόσεξαν αυτή τη συμπεριφορά του πατρός Αβερκίου
νόμισαν ότι κάτι πήγε να πει στον εφημέριο. Ο εφημέριος ήτο στην
Πρόθεση εκείνη τη στιγμή, είδε τη στιγμή που περιγράψαμε
προηγουμένως και θεώρησε τον πατέρα επιπόλαιο και από δήθεν
σαλότητα έκανε μερικά καμώματα εκεί. Την άλλη μέρα όμως ο
εφημέριος δεν ησύχασε. Πηγαίνει και βρίσκει στο φτωχικό καλυβάκι
του τον πατέρα Αβέρκιο και τον ρώτησε: - Τι έγινε εχθές, Πάτερ
μου; Πώς τόλμησες και μπήκες από την Ωραία Πύλη; Και με ποιον
μιλούσες; Εκπληκτος λοιπόν ο πατήρ Αβέρκιος απάντησε με
απλότητα: - Καλά, εσύ παπά μου, δεν έβλεπες το Δεσπότη που
στεκόταν τόσην ώρα στην Ωραία Πύλη και με φώναξε να πάω κοντά
του; Ρώτησε το όνομά μου και του το είπα. Κατόπιν το έγραψε
αυτός σε μια πλάκα που είναι μέσα στο Αγιο Βήμα και δεξιά, από
εκείνη την πλευρά δηλαδή, και μάλιστα μου το έδειξε και εγώ το
διάβασα "Αβέρκιος μοναχός". Δεν είπε τίποτε ο Ιερεύς. Γρήγορα
όμως αυτό έγινε γνωστό και όλοι οι Πατέρες τον ρωτούσαν και τον
ξαναρωτούσαν πώς έγινε, τι του είπε ο Δεσπότης και όλα τα άλλα.
Και ο γέρων Αβέρκιος τα διηγείτο όλα με κάθε λεπτομέρεια και
πάλι από την αρχή και πάλι από την αρχή. Απορούσε όμως ο απλός
και άκακος αυτός γέρων μοναχός γιατί τον ρωτούσαν συνέχεια οι
αδελφοί αφού όλοι τους θα έπρεπε να είχαν δει, όπως πίστευε
άλλωστε, τη δική του εκστατική θεωρία. Επίστευσε τελικά ότι ήτο
θεία ενέργεια διότι πλάκα και μάλιστα μαρμάρινη δεν υπήρχε μέσα
στο Ιερό και ούτε βρέθηκε ποτέ. Τι να ήτο άραγε; Ητο το ουράνιο
βιβλίο της αιωνίου ζωής όπου ο φιλάνθρωπος Κύριος και Δεσπότης
καταγράφει τους καθαρούς τη καρδία, τους σεσωσμένους, τους
αγωνιζομένους χριστιανούς που πεθαίνουν εν μετανοία. Γράφει τους
μάρτυρες, τους ομολογητάς, τους δικαίους, τους οσίους, τους
αγίους, άνδρες και γυναίκες. Τι θαυμάσιον μυστήριον! θα
μπορούσαμε να αναφωνήσουμε όλοι μαζί, τι εξαίσια, τι θεία
μεγαλοπρέπεια, αν σε κάποια Θεία Λειτουργία ο Δεσπότης Χριστός,
ο Σωτήρας και Λυτρωτής μας έβγαινε στην Ωραία Πύλη και μας
φώναζε τον καθένα από εμάς με το μικρό του όνομα και όταν θα
πλησιάζαμε κοντά Του, όχι για να γράψει το όνομά μας στα βιβλία
της αιωνίου ζωής, αλλά για να μας κλείσει στην αγκαλιά Του τη
θεία και να μας ανεβάσει μαζί Του κατόπιν στα υπερουράνια
σκηνώματα της θριαμβεύουσας Εκκλησίας. Αλλά και τώρα όμως κάθε
φορά που τελούμε τη Θεία Ευχαριστία μας προσφέρεται ο ίδιος μέσα
από το Αγιον Ποτήριον, Σώμα και Αίμα, εις άφεσιν αμαρτιών και
εις ζωήν αιώνιον.

***********************************************

61A Καλύτερα εδώ κάτω παρά στα χέρια σου

Μου έλεγε ένας Ιερεύς την περασμένη εβδομάδα ότι είχε ακούσει το
εξής φρικτό γεγονός, φρικτότατο: Ενας Λειτουργός μετά το
"Πρόσχωμεν τα Αγια τοις Αγίοις" ύψωσε τον Αρτο και άρχισε να
τεμαχίζει τον Αμνόν του Θεού αλλά βιαστικά και απρόσεχτα. Οπως
λοιπόν τον τεμάχιζε με νευρικές κινήσεις γιατί έκανε και ο
κόσμος θόρυβο πετάχτηκε ένας μεγάλος μαργαρίτης από το Πανάγιον
Σώμα του Κυρίου μας και του έπεσε κάτω μπροστά στην Αγία
Τράπεζα. Εσκυψε λοιπόν και άρχισε να ψάχνει για να το βρει τον
μαργαρίτη. Τελικά τον είδε και άπλωσε το χέρι του για να τον
πιάσει και να τον βάλει επάνω στον Αγιο Δίσκο. Ξαφνικά έντρομος
τι βλέπει; Τι βλέπει; Το κεφάλι του Κυρίου. Μάλιστα. Και του
μίλησε. Μάλιστα του μίλησε. Και τι του είπε λέτε; - Καλύτερα
εδώ κάτω παρά στα χέρια σου. Κοκκάλωσε και ακόμα λέει να
συνέλθει. Φοβερόν για όλους, για όλους εμάς τους Λειτουργούς του
Υψίστου και για μένα τον αμαρτωλό.

***********************************************

61Α Το θαύμα του Προφήτη Ηλία

Ο Ιερός Χρυσόστομος αναφέρει το εξής παράδειγμα. Το παράδειγμα
το παίρνει από τον Προφήτη Ηλία. Ο Προφήτης Ηλίας λοιπόν για να
αποδείξει στους βασιλείς στον Αχαάβ και στην Ιεζάβελ καθώς και
στους ειδωλολάτρες ότι ο Θεός που λατρεύει ο ίδιος ο Προφήτης
είναι αληθινός Θεός, κάλεσε το λαό στην κορυφή του όρους
Καρμίλου. Εκεί χτίστηκε ένα πρόχειρο θυσιαστήριο και οι
ειδωλολάτρες έσφαξαν τα μοσχάρια τους και τα έβαλαν πάνω σε
αυτό. Τους είπε λοιπόν τότε ο Προφήτης - Ορίστε. Προσευχηθείτε
στους θεούς σας να ανάψει η φωτιά μόνη της για να γίνει η θυσία.
Αλλά μέχρι το απόγευμα προσεύχονταν, 10 ώρες, φώναζαν, τσίριζαν,
φωτιά δεν άναψε. Κατόπιν λοιπόν ο Προφήτης Ηλίας πήρε το δικό
του το μοσχάρι, το 'βαλε πάνω στο θυσιαστήριο, το βρέχει με πολύ
νερό, βρέχει τις πέτρες, βρέχει το θυσιαστήριο, κάνει ένα αυλάκι
γύρω γύρω, το γεμίζει νερό το αυλάκι αυτό. Και ο λαός βέβαια
στεκόταν εκστατικός και περίμεναν να δουν τι θα γίνει. Γονατίζει
λοιπόν ο Προφήτης Ηλίας και παρακαλά τον Θεό πολύ σύντομα, μια
πολύ μικρή προσευχή έκανε, να ρίξει ο Θεός φωτιά από τον ουρανό
και να καεί το σφάγιον για να γίνει η θυσία. Και αμέσως λοιπόν
πέφτει πυρ εξ ουρανού και καίγεται το σφάγιο. Και ήταν τόσο
δραστική η φωτιά ώστε έκαψε ακόμα και αυτές τις πέτρες που ήταν
γύρω και τα νερά σκορπίστηκαν. Ο λαός βέβαια είδε το θαύμα και
πίστεψε. Και είπε ότι ο Θεός που πιστεύει ο Προφήτης Ηλίας είναι
ο αληθινός Θεός. Αυτό το θαύμα περιγράφεται στο βιβλίο Γ'
Βασιλειών, στην Παλαιά Διαθήκη, στο 17ο κεφάλαιο. Παρά ταύτα
όμως λέγει ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος το θαύμα αυτό είναι
μικρό αν το συγκρίνουμε με το θαύμα που τελεί ο Ιερεύς κάθε φορά
που γίνεται η Θεία Λειτουργία. Ο Ιερέας παρακαλεί να έρθει όχι
μια φωτιά σαν εκείνη τη φωτιά που ήρθε στο θυσιαστήριον του
Προφήτου Ηλία αλλά να έρθει το Αγιον Πνεύμα, να συντελεστεί η
θυσία πάνω στην Αγία Τράπεζα αλλά και μέσα στις καρδιές των
ανθρώπων να πυρπολήσει τα πάθη, να κάψει τις αμαρτωλές σκέψεις
και να φωτίσει με τη Θεία Χάρη το νου.

********************************************

61Β Εκανε τη γυναίκα του να ξεράσει τη Θεία Κοινωνία

Στην αρχαία Τάδα της Κύπρου υπήρχε τα παλιά χρόνια, γύρω στον 6ο
αιώνα, ένα μοναστήρι ανδρικό. Εκεί μεταξύ των μοναχών υπήρχε και
κάποιος με το όνομα Ισίδωρος. Αυτός μέρα νύχτα έκλαιγε. Στη δε
Θεία Λειτουργία χτυπούσε διαρκώς το στήθος του. Τα αναφιλητά, οι
στεναγμοί, τα βογγητά και τα κλάμματά του ήσαν ασταμάτητα.
Κάποτε πέρασαν από το μοναστήρι δυο τρεις εκλεκτοί Ιερείς από τα
Ιεροσόλυμα. Βλέποντας την ακατανόητη γι' αυτούς συμπεριφορά του
θέλησαν να τον παρηγορήσουν, να μετριάσουν κάπως τη θλίψη του.
Αλλά εις μάτην. Εκείνος διαρκώς φώναζε: - Είμαι ένας καταραμένος
αμαρτωλός. Κανένας άνθρωπος από του Αδάμ μέχρι σήμερα δεν
αμάρτησε όσο και εγώ. Και οι Ιερείς του είπαν: - Δίκιο έχεις,
αββά, μοναχέ μου, Πατέρα μου, μα καθώς ξέρουμε όλοι μας ο μόνος
αναμάρτητος είναι ο Κύριος. Επομένως τι κάνεις έτσι; Εχει ο
Θεός. Ο Θεός είναι φιλάνθρωπος, ελεήμων, εύσπλαχνος. Μην κάνεις
έτσι. Τίποτα εκείνος. - Εγώ είμαι καταραμένος αμαρτωλός. Και
για να μη νομίσετε ότι άδικα αυτοκατηγορούμαι θα σας πω τη
φοβερή μου πτώση, την ανεπανόρθωτη αμαρτία. Στον κόσμο λοιπόν
ήμουν παντρεμένος αλλά χωρίς παιδιά. Δυστυχώς είχα παρασυρθεί
από τους αιρετικούς του Σεβήρου και δεν πίστευα στην θεανθρώπινη
φύση του Κυρίου μας και πολύ περισσότερο στη Θεία Κοινωνία. Ενα
πρωινό γύρισα ξαφνικά από την εργασία μου και στο σπίτι δεν
βρήκα τη γυναίκα μου. Σε λίγο λοιπόν έρχεται εκείνη
καταχαρούμενη. Ελαμπε ολόκληρη. Και αμέσως της φωνάζω: - Μήπως
κοινώνησες, μωρή; της λέω. Από τη στάση της κατάλαβα ότι είχε
κοινωνήσει διότι εκείνη δεν με ακολουθούσε στην πλάνη. Σα
μανιακός λοιπόν την άρπαξα από το λαιμό και άρχισα να τον πιέζω.
Οταν άνοιξε το στόμα της πάτησα και τη γλώσσα της και ύστερα με
το γόνατο την κοιλιά της μέχρι που έκανε εμετό. Και τότε, τότε
είδα τη Θεία Κοινωνία να ακτινοβολεί μέσα στα ξεράσματα σα
διαμάντι. Ενας μικρός ήλιος μπροστά μου. Και όμως εγώ δεν
συνήλθα, άρπαξα την Αγία μερίδα, το διαμάντι του ουρανού και το
πέταξα από το παράθυρο έξω στις λάσπες. Αφού πέρασαν δυο τρεις
ημέρες νά σου ξαφνικά εκεί παρουσιάζεται μπροστά μου ένας
απαίσιος και συγχρόνως αξιοθρήνητος αράπης, ντυμένος με κουρέλια
και μου λέει: - Εσύ κι εγώ, κακομοίρη μου, είμαστε για την ίδια
κόλαση. Εγώ τρομαγμένος τότε τον ρώτησα: - Και συ ποιος είσαι;
- Εγώ είμαι ο δούλος που ράπισα τον Χριστό μπροστά στους
Αρχιερείς των Ιουδαίων. Ο,τι εράπισα εγώ, εσύ το ξέρασες. Και
εξαφανίστηκε. Λιποθύμησα από την τρομάρα μου. Συνήλθα,
ομολόγησα την πράξη μου. Αρνήθηκα την αίρεση του Σεβήρου και
μαζί με τη γυναίκα μου γίναμε μοναχοί. Εγώ ήρθα εδώ και από τότε
κάθε μέρα, θρηνώ και οδύρομαι. Δεν μπορώ να σταματήσω τα
κλάμματά μου, δεν μπορώ. Είμαι καταραμένος αμαρτωλός. Κάντε μου,
Πατέρες, λίγη προσευχή. Εδώ τελειώνει η διήγησις. Μάλιστα,
ό,τι εγώ ράπισα εσύ το ξέρασες. Δηλαδή το ίδιον δεσποτικόν Σώμα
του Κυρίου που ο αχάριστος εκείνος δούλος ράπισε, χαστούκισε, το
ίδιο αυτό Σώμα ξέρασε ο δυστυχισμένος αυτός μέσα από τα σπλάχνα
της γυναίκας του. Θυμάστε εκείνη τη βραδιά στο σπίτι του
Αρχιερέως. "Εάν κακώς ελάλησα μαρτύρησον περί του κακού. Ει δε
καλώς τι με δέρεις;". Τι με δέρεις; Μήπως και κάποιοι ορθόδοξοι
χριστιανοί με τις βλαστήμιες των Θείων ή με άλλες παραβάσεις των
αγίων ευαγγελικών εντολών μοιάζουν ή μιμούνται έναν από τους
δυο; Ο Θεός να φυλάξει. Αλλά και ο Θεός ως φιλάνθρωπος περιμένει
τη μετάνοια όλων μας.

***************************************

61Β Νεφέλη πάνω από τα κελλάκια των μοναχών

Και αυτό το μέγιστο θαύμα θαυμάτων της Αγίας Αναφοράς το έβλεπε
κατά τρόπον παράδοξον ο Πατήρ Αβέρκιος στη Νέα Σκήτη που
αναφέραμε προηγουμένως. Τι έβλεπε; Τις νύχτες ο Πατήρ Αβέρκιος
αγρυπνούσε προσευχόμενος με το κομποσχοινάκι του. Προς τα
ξημερώματα πολλές φορές έβλεπε να κατέρχεται από τον ουρανό μια
φωτεινή ακτινοβολούσα νεφέλη. Και σε όσα κελλάκια οι Πατέρες
λειτουργούσαν και πλησίαζε η Αγία Αναφορά η νεφέλη αυτή η
φωτεινή απλωνόταν αδιακρίτως σε όλους τους μικρούς και
απέριττους ναϊσκους και εκάθετο τρόπον τινά πάνω σε αυτούς. Και
τότε βέβαια ο Πατήρ Αβέρκιος εβυθίζετο περισσότερο στην
προσευχή.

*************************

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 1994

60 Η Θεία Λειτουργία. Η Αγία Αναφορα. Μέρος.1ον. Ο Επινίκιος ύμνος καί τό προοίμιον Τού Μυστικού Δείπνου

*************************

60Α Η λειτουργική ζωή του πατρός Ιλαρίωνος

Ο πατήρ Ιωακείμ ο Σπετσέρης διασώζει πολλά για τους μεγάλους
γεροντάδες του Αγίου Ορους. Μεταξύ αυτών αναφέρει και τον
παπα-Ιλαρίωνα, τον οποίο πολλές φορές είδε να τελεί το Μυστήριο
της Αγίας Λειτουργίας. Δεν ήξερε πώς να περιγράψει τις ουράνιες
και ανεκλάλητες καταστάσεις του μέσα στη Θεία Λατρεία. Και πώς
να μην είχε αγγελικές επισκέψεις αφού ήτο υποτακτικός του
περίφημου γέροντος του παπα-Σάββα του Πνευματικού. Ο παπα-Σάββας
ήταν γίγαντας στο πνευματικό του ανάστημα και ουρανοβάμων στη
Θεία Λειτουργία. Υπάρχει μία σειρά γύρω από τις αγιορείτικες
μορφές του πατρός Χερουβείμ, όποιος θέλει μπορεί να τις πάρει να
τις διαβάσει. Και γράφει λοιπόν ο πατήρ Ιωακείμ: Οταν
λειτουργούσε ο παπα-Ιλαρίων είτε μόνος του είτε μετά του
γέροντός του, του πατρός Σάββα, μετά την εκφώνηση "Τον επινίκιον
ύμνο άδοντα βοόντα και κραγότα και λέγοντα", καθόν χρόνον οι
ψάλτες μοναχοί έψελναν το "Αγιος Αγιος Αγιος Κύριος Σαβαώθ",
χτυπούσε το στήθος του και έκλαιγε με λυγμούς. Ποιος ξέρει τι να
έβλεπαν εκείνη τη στιγμή τα μάτια της ψυχής του! Οι Αγιορείτες
Πατέρες μας λένε ότι θα έπρεπε να βλέπει τις ουράνιες
Αρχαγγελικές δυνάμεις να λειτουργούν με δέος μπροστά στο
αιμόφυρτο και εσφαγμένο Αρνίον. Φαίνεται πως οι ουράνιες σκηνές
της άνωθεν Λατρείας και δόξης του Εσφαγμένου Αρνίου θα ήσαν τόσο
δυσπερίγραπτες ώστε μπροστά στην ιερή φρίκη που ζούσε δεν του
απέμενε τίποτε άλλο παρά να χτυπά το στήθος του και να
πλημμυρίζει από δάκρυα και κλαυθμούς. Μαζί με τις Αγγελικές
δυνάμεις εδονείτο ο παπα-Ιλαρίων από παραδεισένια λειτουργικά
ζωή και μεταμόρφωση. Απιαστα όλα αυτά για τα δικά μας φτωχά και
κοσμικά μυαλά που τα πάντα τα μετράμε με τη λογική μας. Σε αυτά
τα πλαίσια, γράφει ο πατήρ Χερουβείμ στις Αγιορείτικες μορφές,
εκινείτο η λειτουργική ζωή όχι μόνον του παπα-Σάββα του
Πνευματικού αλλά και του υποτακτικού του πατρός Ιλαρίωνος αλλά
και πολλών άλλων αγιορειτών Ιερέων, ζωή γεμάτη δάκρυα,
συγκλονισμούς, αγγελικά σκιρτήματα, εκστάσεις και θείες αρπαγές.
"Αξιον εστί" έψαλλε μαζί με τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ και τα
πολυόμματα Χερουβείμ "το Αρνίον το Εσφαγμένον, λαβείν την
δύναμιν και πλούτον και σοφίαν και ισχύν και τιμήν και δόξαν και
ευλογίαν", από το 5ο κεφ. της Αποκαλύψεως. Ο Εσταυρωμένος
Κύριος έτρεφε και τρέφει καθημερινά τους αξίους Λειτουργούς Του
με το Πανάγιον Σώμα Του και το Τίμιον Αίμα Του καθιστώντας τον
καθένα από αυτούς, όπως τονίζει ο Αγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος,
στους περίφημους Λόγους του, τον καθένα από αυτούς και ημάς όταν
κοινωνούμε οικοδόμον και γεωργόν, παράδεισον και ξύλον ζωής,
μαργαρίτην και στέφανον, παθητόν και απαθή, άνθρωπο και θεοειδή,
οίνον και ύδωρ ζον, πρόβατον και νυμφίον, πολεμιστήν και όπλον.
Αυτώ η δόξα και το κράτος και η τιμή εις τους αιώνας των αιώνων.

************************************************

60Α Ο παπα-Ιγνάτιος ο Πνευματικός

Πριν 80 περίπου χρόνια στη Σκήτη της μικράς Αγίας Αννης
λειτουργούσε ο παπα-Ιγνάτιος ο Πνευματικός ως προεξάρχων ανάμεσα
σε πολλούς συλλειτουργούντας Ιερείς μιας κάποιας πανηγυρικής
Θείας Λειτουργίας. Τι να έβλεπαν άραγε οι συλλειτουργοί του
Ιερείς; Τι να έβλεπαν; Ποιο φοβερό θέαμα αντίκρυζαν τα μάτια
τους και είχαν γουρλώσει; Ποιος φωτεινός Αγγελος πρόβαλε μπροστά
τους; Το πρόσωπο του παπα-Ιγνατίου ήταν αλλοιωμένο, ολοφώτεινο,
λαμπερό, δοξασμένο από θεϊκή χάρη και αστραφτερό σαν το πρόσωπο
Αρχαγγέλου. Πλησίαζε η φρικτή στιγμή της Αγίας Αναφοράς. Ολοι οι
Ιερείς και οι μοναχοί σε εκείνο το εκκλησάκι της ερήμου βίωσαν
κοντά στον λειτουργούντα και εξαστράπτοντα παπα-Ιγνάτιο τη δική
τους λειτουργική μεταμόρφωση με μπροστά τους είχαν έναν έμψυχο
ναό του αγίου Τριαδικού φωτός. Κάποτε άλλοτε ιδού τι συνέβη.
Κάποιος δόκιμος μοναχός τελειώνοντας τους Χαιρετισμούς μετά το
Απόδειπνο στράφηκε να πάρει την ευχή του Πατρός Ιγνατίου. Αλλά
τι ήταν αυτό που αντίκρυσε; Συγκλονίστηκε και άρχισε να τρέμει
μπροστά στην παράξενη λάμψη. Δονίστηκε από το ρίγος της
μεταμορφώσεως. Το πρόσωπο του Πατρός Ιγνατίου είχε καταυγαστεί
από Θαβώρειο δόξα στο Απόδειπνο. Αστραφτε και ελαμπροφορείτο σαν
πρόσωπο ουρανίου Αγγέλου. Τόσο πολύ ήταν το φως. Ποιος ξέρει
όμως πόσες και πόσες φορές ακόμη θα είχε αστράψει από υπερκόσμια
δόξα το πρόσωπο του αγίου Πνευματικού όταν τελούσε τη Θεία
Ευχαριστία! Τα δύο αυτά περιστατικά είναι παρμένα από τις
"Αγιορείτικες μορφές".

******************************************

60B Μωρό πάνω στην Αγία Τράπεζα

Το 1960 έκανε φοβερό κρύο. Τόσο φοβερό κρύο, όπως μου έλεγε ένας
Ιερεύς, που λειτούργησε με το παλτό του. Ηταν Σάββατο. Επρόκειτο
να γίνει κάποιο Μνημόσυνο αλλά λόγω της φοβερής παγωνιάς δεν
ήρθαν. Ο Ιερεύς ήταν μόνος του μαζί με τον καντηλανάφτη που
έκανε τον ψάλτη. Σε αυτές τις φοβερές στιγμές που αναλύουμε και
όταν θέλησε να πει "Τα σα εκ των σων", πριν από αυτό και με την
εκφώνηση "Πίετε εξ αυτού πάντες" έπρεπε ο ψάλτης να πει "Αμήν".
Δεν το είπε το "Αμήν". Είπε την ευχή που θα αναλύσουμε κατόπιν
και γύρισε να του πει να πει "Αμήν". Τον είδε που είχε έτσι
γύρει και το είπε εκείνος "Αμήν" και γύρισε προς το μέρος της
Αγίας Τραπέζης. Και τι βλέπει επάνω στην Αγία Τράπεζα; Ενα μωρό,
ένα βρέφος από την πλευρά του οποίου έτρεχε αίμα, αίμα, αίμα...
Μες στην παγωνιά ο παππούλης έγινε φούρνος από το δέος, από το
πυρ που ανέβλυζε μέσα του, από τη φωτιά που όλα γύρω του είχαν
πάρει. Και γονάτισε και δεν μπορούσε να ξαναατενίσει μέχρι που
να ξαναγίνουν τα Τίμια Δώρα σε αυτό που έχουν την εμφάνισή τους.
Είναι ο Χριστός, είναι ο Δεσπότης Κύριος, είναι ο Δεσπότης
Κύριος. Τον συνάντησα αυτόν τον παππούλη φέτος στο Αγιον Ορος.
Δεν μπορεί να ξεχάσει το γεγονός. Πέρασαν 30 τόσα χρόνια. Δεν
μπορεί να το ξεχάσει. Ζει και τρέμει και φοβάται και ξέρει ότι
μπροστά, αυτό που βλέπει, δεν είναι ψωμί, δεν είναι ψωμί. Μακάρι
να μπορούσαμε να το καταλάβουμε όλοι μας.

**********************

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 1994

59 Η Θεία Λειτουργία. Η Αγία Αναφορα. Μέρος.1ον. Η ευχαριστήριος ευχή καί ο επινίκιος ύμνος

*******************************

59Α Ο πατέρας Προκόπιος που ήθελε να μάθει να ψάλλει

Το 1960 είχα επισκεφθεί το Αγιον Ορος για δεύτερη φορά σε ένα
κελλί στην Αγία Αννα στον παπα-Σεραφείμ, δεν ζει τώρα. Μου έλεγε
για κάποιον χαρισματούχο γέροντα, εργάτη της νοεράς προσευχής,
τον οποίο έλεγαν Προκόπιο. Ο γέροντας αυτός είχε έναν πόθο πολύ
μεγάλο. Ηθελε να υμνεί και να δοξάζει τον Χριστό, την Υπεραγία
Θεοτόκο, τους Αγίους, τους Αγγέλους αλλά δεν μπορούσε. Εστερείτο
παντελώς μουσικών γνώσεων. Ηθελε να ψάλλει αλλά δεν τα
κατάφερνε. Ηταν τελείως φάλτσος. Από μουσικό αυτί μηδέν. Σαν το
δικό μου. Αντί για πρώτο ήχο, αυτοί που ξέρουν να ψάλλουν
ξέρουν, έψελνε πλάγιο του ογδόου. Κάποια μεγάλη γιορτή λοιπόν
επέστρεψε ολόλαμπρος και μακάριος στο κελλάκι του. Η Θεία
Μετάληψις και Κοινωνία τον έκανε να ακτινοβολεί από ευφροσύνη.
Ευχαριστούσε τον Κύριό του συνεχώς αλλά του έκανε πάλι ένα απλό
γλυκό παράπονο που δεν μπόρεσε πάλι να τον δοξολογήσει ψαλτικά.
Ο διάβολος εκμεταλλευόμενος ακόμη και αυτό το αθώο παραπονάκι
παρουσιάζεται ξαφνικά μπροστά του με παράξενη φορεσιά σαν
άριστος διδάσκαλος της εκκλησιαστικής βυζαντινής μουσικής. -
Εγώ, του λέει, είμαι δάσκαλος του Ουρανού και ήρθα να σε διδάξω
ουράνια μαθήματα εκκλησιαστικής μουσικής και μουσικής των
Αγγέλων. Μόνο που θέλω αμοιβή. - Τι αμοιβή; ρωτάει ο πατήρ
Προκόπιος. - Να, να πετάξεις αυτό που κρατάς στο χέρι σου. Και
του έδειξε το κομποσχοίνι με το οποίο επικαλούνταν αδιαλείπτως
το φοβερόν όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. - Α, του λέει ο
Προκόπιος, εσύ δεν είσαι καλός δάσκαλος, δαίμονας είσαι. Και
αμέσως τον σταυρώνει και με το κομποσχοίνι του. Οπότε σκάει ο
διάβολος αφήνοντας πίσω του δυσοσμία και καπνιά. Βλέποντας ο
γέροντας μοναχός το φοβερό αυτό φαινόμενο φεύγει από το κελλάκι
του και τρέχει αμέσως στο εκκλησάκι του και πέφτει στα γόνατα
δοξολογώντας και ευχαριστώντας τον Θεό που τον έσωσε από τη
φονική μανία και την πλάνη των δαιμόνων. Και τότε μυριάδες φωνές
Αγγέλων και Αρχαγγέλων άρχισαν να ψάλλουν μελίρρυτα και
γλυκόφθογγα. Ηταν τόση η ωραιότης των ψαλμών, τόση η ευφροσύνη
και η μακαριότης που τον πλημμύρισε που δεν άντεξε και
λιποθύμησε.

*************************************

59Α Μεταφορά από τη Δάφνη με βάρκα

Από τον Πατέρα Σεραφείμ τον Κάρσονα είχα ακούσει δυο διηγήσεις
την πρώτη με τον Πατέρα Προκόπιο και τη δεύτερη που θα σας πω
τώρα. Πρόκειται για έναν γέροντα μοναχό του οποίου το όνομα δεν
θυμάμαι. Σε πολύ γεροντική ηλικία πήρε τα εργόχειρά του και πήγε
στις Καρυές. Τα διέθεσε και με τα λεφτά που πήρε αγόρασε τα
απαραίτητα γι' αυτόν τρόφιμα ή άλλα είδη για τις ανάγκες του. Το
πρωί εκκλησιάστηκε στο Ναό του Πρωτάτου, κοινώνησε των Αχράντων
Μυστηρίων και ξεκίνησε για το δρόμο της επιστροφής. Στο δρόμο
ήταν όλος χαρά. Η ψυχή του από την πολλή προσευχή και από την
πρωινή Θεία Κοινωνία πετούσε στα ουράνια. Αλλά ήταν όμως πολύ
πολύ γεροντάκι και σήκωνε και ένα φορτίο σαράντα οκάδες. Και
έτσι πάρα πολύ σιγά όπως περπατούσε άργησε να φτάσει έγκαιρα στη
Δάφνη και έχασε τη βάρκα που έκανε δρομολόγιο μια φορά το μήνα.
Μια φορά το μήνα πήγαινε και ερχότανε. Στενοχωρέθηκε πάρα πολύ
και κάθησε σε μια ακρούλα στον ταρσανά κλαίγοντας. Πότε έκλαιγε
και πότε έκανε προσευχή. - Και τώρα, Παναγία μου, Πανάχραντος
Μητέρα, τι θα γίνει; Μόνος κατάμονος. Πρώτα πρώτα ήταν
γεροντάκι. Δεύτερον είχε μεγάλο φορτίο. Οι αποστάσεις μεγάλες.
Ερημιά γύρω. Υπήρχε όμως και ένας άλλος μεγάλος κίνδυνος ο
οποίος προήρχετο από τους φανατικούς Τούρκους χωρωφύλακες που
εκείνη την εποχή σκότωναν τους μοναχούς όταν τους έβρισκαν
μόνους. Και είχαν μάλιστα σκοτώσει αρκετούς. Ετσι λοιπόν στην
κατάσταση αυτή που ευρίσκετο περίμενε ποιος ξέρει δυο τρεις
πέντε ώρες. Ενώ βρισκόταν λοιπόν έτσι βλέπει ξαφνικά να
πλησιάζει μια βάρκα με δυο νέους. Βγήκαν από τη βάρκα, πήγαν
κοντά του και τον ρώτησαν γιατί ήταν πολύ στενοχωρημένος και
γιατί σχεδόν έκλαιγε. Αυτός τους είπε τι συνέβη. Αμέσως οι δυο
νέοι του λένε: - Ελα να σε πάμε εμείς στη σκήτη της Αγίας Αννης.
Τον βάλαν στη βαρκούλα, φόρτωσαν και τα πράγματα και ξεκίνησαν.
Η βαρκούλα όμως έφευγε πολύ γρήγορα παρά τα φαινομενικά κουπιά
όπως πηγαίναν. Ο παππούλης αυτός παραδόθηκε στην προσευχή και
έχασε κάθε αίσθηση και του χρόνου και του χώρου. Συνέβη κάτι που
συνήθως μας λένε οι νηπτικοί Πατέρες : "Οστις σάρκα ενίκησε την
φύσιν ενίκησε. Οστις την φύσιν ενίκησε υπέρ φύσιν γέγονεν. Οστις
υπέρ φύσιν γέγονεν όμοιος τω υπέρ φύσιν Δημιουργώ εγένετο.
Γίνεται όμοιος με τον Θεό, τον Δημιουργό του και Πλάστη του.
Αυτός πελάγη πορευτά. Δηλαδή αυτός σχίζει με μεγάλη ευκολία τα
πελάγη. Και αποστάσεις ευπέραστοι. Και αποστάσεις
εκμηδενίζονται". Ενωμένος λοιπόν με τον Κύριον του δεν κατάλαβε
απολύτως τίποτα. Οταν έφτασαν στην παραλία τον βοήθησαν να
αποβιβαστεί, του έδωσαν και το σάκκο του που ήταν όπως είπαμε
πάρα πολύ βαρύς. Τους ευχαρίστησε θερμά και άρχισε ο καημένος να
ψάχνεται για να τους πληρώσει ή να τους δώσει καμμιά ευλογία,
κανένα κομποσχοινάκι, κάτι να τους δώσει αφού τον έφεραν από
τόσο δρόμο. Αλλά εξαφανίστηκαν! Και η βάρκα μαζί και όλα
αφήνοντας πίσω τους μια άρρητη ευωδία και γεμίζοντας το γέροντα
εκείνο μοναχό, τον υπέργηρο, με δέος και έκσταση. Και ξαφνικά
βλέπει από μακριά να έρχεται το καϊκάκι της συγκοινωνίας με
ανοιχτά τα πανάκια από μακριά μακριά. Ποιοι ήσαν οι δύο νέοι;
Το ρώτησα κι εγώ. - Ποιοι ήσαν , Πάτερ μου; Ο Αγγελος φύλακας
και ο Αγγελος του Σχήματος. Δόξασε τον Θεό αλλά είχε να κάνει
και έναν ανήφορο πεντακόσια μέτρα, εφτακόσια. - Τώρα, λέει, με
φέρατε μέχρι εδώ άντε βοηθήστε με. Και ξαφνικά μαζί με το βάρος
των σαράντα οκάδων βρέθηκε μπροστά στην πόρτα του κελλιού του.
Ο γέροντας αυτός έζησε οσιακή ζωή μέχρι που πέθανε σε βαθιά
γεράματα πάνω από εκατό χρονών στο 1850 στο καλυβάκι του.
Χαρακτηριστικό του ήταν να ζει τη Θεία Λατρεία σε έκσταση χωρίς
αίσθηση του χρόνου, του χώρου, των αποστάσεων.

******************************************

59B Θαύμα στην κορυφή του όρους Σινά

Σε ένα αρχαίο Γεροντικό αναφέρεται το εξής περιστατικό: Στην
αγία κορυφή του όρους Σινά υπήρχε συνήθεια στα πολύ παλιά χρόνια
να τελείται Θεία Λειτουργία την ημέρα της Πεντηκοστής. Εμαζεύετο
πλήθος μοναχών από τις γύρω Σκήτες και τα ερημητήρια. Ενα
φοβερό γεγονός έγινε κάποια φορά μια χρονιά κατά τη διάρκεια της
Θείας Λειτουργίας. Αλλά αυτό βέβαια πριν μιανθεί η αγία κορυφή
και ο τόπος από τις ορδές των απίστων και των βαρβάρων. Τι έγινε
λοιπόν; Οταν ο Ιερεύς έκανε την πρώτη εκφώνηση της αγίας
Αναφοράς και είπε: "Τον Επινίκιον ύμνον άδοντα, βοώντα και
κραγότα και λέγοντα" - εκείνα τα χρόνια βέβαια η εκφώνηση
ελέγετο ως εξής: "Τον Επινίκιον ύμνον της μεγαλοπρεπής Σου δόξης
λαμπρά τη φωνή άδοντα, βοώντα, δοξολογούντα και κραγότα και
λέγοντα" - ακούστηκε ένα φοβερό βουητό από όλα τα γύρω βουνά
μαζί που έμοιαζε με αντίλαλο και είχε ήχο φωνής. Και γεμάτη φόβο
και δέος μαζί αυτή η βοή απάντησε στην εκφώνηση του Λειτουργού
Ιερέως: "Αγιος, Αγιος, Αγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και
η γη της δόξης Σου. Ωσαννά εν τοις υψίστοις ευλογημένος ο
ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου". Αυτή η ακατάληπτη ομιλούσα βοή
επαναλάμβανε συνεχώς τον ύμνο μέχρι που τελείωσε η Θεία
Λειτουργία. Είναι αυτό που έλεγε ο Πατήρ Ιάκωβος. Μόλις πούμε το
Δι'ευχών τα πάντα ησυχάζουν από τις φωνές και τους ύμνους των
Αγγέλων. Από τους παρευρισκομένους μοναχούς και ασκητάς άκουσαν
αρκετοί αυτό το παράξενο και υπερκόσμιο βοητό αλλά όχι όλοι,
μόνον εκείνοι που είχαν κατάλληλα αυτιά για να ακούνε τους
ουράνιους ύμνους των Αγγέλων. Αυτό μας το λέει και μας το
διασώζει το Λειμωνάριον. Το γεγονός όμως αυτό επαναλαμβάνεται σε
άπειρες παραλλαγές κάθε φορά που τελείται το φρικτόν Μυστήριον
της Θείας Λειτουργίας.

********************

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 1994

58 Η Θεία Λειτουργία. Προοίμιον τής αγίας αναφοράς. Μερος 3ον. Άνω σχώμεν τάς καρδίας

*******************************

58Α Ελεημοσύνη εν σχέσει με τη Θεία Κοινωνία

Διηγείται ο πατήρ Παϊσιος, ο γνωστός μοναχός, στο τρίτο του
βιβλίο που έχει εκδώσει, ότι στη μεγάλη πείνα του 1917 οι
μοναχοί της μονής Ιβήρων στο Αγιον Ορος βλέποντας τις αποθήκες
της μονής να αδειάζουν είχαν ελαττώσει κατά πολύ την φιλοξενία.
Μάλιστα ένας προϊστάμενος ήταν τόσο τσιγκούνης που επέμενε πάρα
πολύ και την έκοψαν τελείως την φιλοξενία. Επόμενο ήταν και ο
Χριστός να σταματήσει τις ευλογίες του στο μοναστήρι. Αρχισαν να
πεινάνε οι Πατέρες και να παραπονούνται στον Κύριο, στην
Υπεραγία Θεοτόκο πως δεν φρόντιζε πλέον για το μοναστήρι τους.
Δυστυχώς δεν είχαν καταλάβει το μεγάλο λάθος που είχαν κάνει.
Μια μέρα λοιπόν παρουσιάζεται στην πόρτα της μονής ένας φτωχός,
ρακένδυτος άνθρωπος και ζητάει από τον πορτάρι λίγο ψωμί.
Εκείνος λυπημένος του λέει: - Δεν έχουμε, αδελφέ μου, δεν
έχουμε. Τίποτα δεν έχουμε. Γι' αυτό κόψαμε και την φιλοξενία.
Αλλά περίμενε, όμως, σε λυπάμαι, να σου φέρω λίγο από το
κομματάκι, το ψωμάκι που έχω στο κελλί μου για τον εαυτό μου να
στο φέρω. Πήγε λοιπόν στο κελλάκι του γρήγορα γρήγορα και έφερε
το ψωμί που είχε για τον εαυτό του και του το έδωσε. Εβλεπε όμως
ότι το πρόσωπο του φτωχού, του ρακένδυτου εκείνου ανθρώπου
άρχισε σιγά σιγά να λάμπει. Οταν πήρε λοιπόν ο φτωχός το ψωμί
λέει στον πορτάρη: - Ξέρεις γιατί ήρθε αυτή η δυστυχία στο
μοναστήρι; Επειδή διώξατε από το μοναστήρι δυο. - Ποιους
διώξαμε; ρωτάει ο πορτάρης. Και απαντάει ο φτωχός: - Τον δότε
και τον δοθήσεται. Μετά από αυτά τα λόγια έγινε άφαντος,
σκορπίζοντας μια θεϊκή λάμψη που θάμπωσε τον πορτάρη. Τα 'χασε
αυτός ο καημένος και φοβισμένος όπως ήταν τρέχει στους
προϊσταμένους της μονής, γιατί ήταν ιδιόρρυθμο, και διηγήθηκε το
γεγονός. Οι Πατέρες άρχισαν να βασανίζουν το μυαλό τους για να
θυμηθούν ποιοι ήταν αυτοί που έδιωξαν. - Δότε και Δοθήσεται; Τι
ονόματα πάλι είναι αυτά; Επειτα όμως κατάλαβαν ότι αυτά τα λόγια
είναι ευαγγελικά. Αρα λοιπόν αυτός που ήρθε και εξαφανίστηκε
πρέπει να ήταν ο Κύριος. Πρέπει να ήταν ο Χριστός. Κάποια
συμπληρωματικά πράγματα για αυτό το ίδιο γεγονός είχα ακούσει κι
εγώ το 1959 όταν για πρώτη φορά είχα επισκεφτεί το Αγιο Ορος,
από έναν μοναχό εκεί, νομίζω ερημίτης ήταν στις Καρυές του Αγίου
Ορους. Μου μιλούσε τότε για την αξία της ελεημοσύνης, της
πρακτικής ελεημοσύνης, της πνευματικής ελεημοσύνης εν σχέσει με
την Θεία Κοινωνία. - Οσο περισσότερο θα ελεείς από το υστέρημά
σου, μου έλεγε αυτός ο ανώνυμος - δεν θυμάμαι και το όνομά του -
τόσο και περισσότερο θα λαμβάνεις υλικά χαρίσματα. Θα λαμβάνεις
χαρίσματα και υλικά και πνευματικά. Ειδικά μάλιστα όταν θα
λειτουργείς και θα κοινωνείς αξίως των Αχράντων Μυστηρίων. Αυτό
συνέβη και με τον πορτάρη της μονής Ιβήρων το 1917. Οταν
κοινώνησε την άλλη μέρα έγινε όλο φως, ολόλαμπρος και
ολοφώτεινος. Ενιωσε μέσα του και το αισθάνθηκε αυτό η Θεία
Κοινωνία να σκορπάει, να απλώνεται τρόπον τινά σε ολόκληρο το
είναι του μια ευφροσύνη πολύ μεγάλη, λάμψις θείας μακαριότητος.
Τον κατέλαβε συγχρόνως και πολύ ταπείνωσις, συντριβή, δάκρυα.
Εκλαιγε και δεν ήξερε γιατί έκλαιγε. Και ύστερα άρχισε να
ντρέπεται. Εντρέπετο τον Σωτήρα του Χριστό και Κύριον του που
καταδέχτηκε να τον γεμίσει με τόσες ακατάληπτες δωρεές. Και
τελείωσε ο ερημίτης. Αυτά είναι που μου είπε εμένα. - Δοκίμασε
το, Διάκο - Διάκος ήμουν τότε - και θα το δεις και στην πράξη.
Η συνέχεια μετά από αυτό το γεγονός είναι γνωστή. Το γράφει και
ο πατήρ Παϊσιος. Οι Πατέρες μετανόησαν για το σφάλμα τους και
μόλις άρχισαν να δίνουν από το υστέρημά τους στους φτωχούς
μοναχούς και στους κοσμικούς κατέφθασαν και οι πλούσιες δωρεές
του Αγίου Θεού. Αυτό το γεγονός το ανέφερα όχι μόνον για το ότι
δεν πρέπει να είμεθα αφιλόξενοι αλλά ελεούντες τους πάντες και
τα πάντα έστω και για λίγο, αλλά επειδή εκείνος ο ερημίτης το
είχε συνδυάσει την ελεημοσύνη, την προσφορά προς τον πλησίον με
την πνευματική ελεημοσύνη εν σχέσει με την Θεία Κοινωνία και
εμείς βέβαια εδώ αναλύουμε την Θεία Λειτουργία.

*****************************************************

58Β Πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης

Κάποτε σε μια μου επίσκεψη στο μοναστήρι του Αγίου Δαυίδ μου
εδιηγείτο ιδιαιτέρως ο Πατήρ Ιάκωβος ο μακαριστός, Ηγούμενος της
μονής του Αγίου Δαυίδ στην Εύβοια - την ευχή του να έχουμε. Ο
Αγιος αυτός Ιερεύς και Λειτουργός του Υψίστου μου είπε τα εξής:
- Οι χριστιανοί μας, Πάτερ μου, είναι δυστυχώς τυφλοί πνευματικά
και δεν βλέπουν τα πόσα γίνονται μέσα στη Θεία Λειτουργία. Μια
φορά λοιπόν που λειτουργούσα δεν μπορούσα να κάνω τη Μεγάλη
Είσοδο. Στο Χερουβεικό καθηλώθηκα έτσι ακίνητος μπροστά στην
Αγία Τράπεζα από αυτά που έβλεπα. Τα μάτια τα δικά μου όπως
καταλαβαίνετε άνοιξαν τόσα. - Τι έβλεπες, Πατέρα μου; τον
ρώτησα εκστατικός. Εκείνος δεν μου απάντησε και συνέχισε. - Ο
ψάλτης συνεχώς επαναλάμβανε : "Ως τον Βασιλέα των όλων
υποδεξάμενος, Ως τον Βασιλέα των όλων υποδεξάμενοι". Οπότε
ξαφνικά νιώθω ότι κάποιος με σπρώχνει από τον ώμο και με οδηγεί
στην Αγία Πρόθεση. Σαν να μου έλεγε : "Αντε, πήγαινε να κάνεις
την Αγία Πρόθεση. Τι περιμένεις;". Νόμισα λοιπόν πως ήταν ο
ψάλτης και είπα μέσα μου : "Ο ευλογημένος τόση ασέβεια έχει;
Μπήκε από την Ωραία Πύλη και με σπρώχνει;". Οπότε και γυρίζω και
βλέπω μια τεράστια φτερούγα που μου την είχε περάσει ο
Αρχάγγελος από τον ώμο μου και με οδηγούσε να κάνω τη Μεγάλη
Είσοδο. Το τι γίνεται εδώ μέσα, Πάτερ μου, στο Ιερό κατά τη
διάρκεια της Θείας Λειτουργίας δε λέγεται. Αυτά περίπου μου
είπε. Στο καινούριο βιβλίο όμως που εξεδόθη από τους Πατέρες
της μονής του Αγίου Δαυίδ και στη σελίδα 81 περιγράφει όπως και
άλλα πολλά που είχαμε ακούσει εμείς την ίδια λειτουργική θεωρία
και προσθέτει μερικά άλλα τα οποία σε εμένα δεν τα έχει πει. -
Πολλές φορές δεν μπορώ να αντέξω από αυτά που βλέπω και κάθομαι
στην καρέκλα. Οπότε όταν λειτουργώ με άλλους ορισμένοι
συλλειτουργοί μου νομίζουν ότι κάτι δεν πάει καλά με την υγεία
μου και ανησυχούν. Αλλά δεν ξέρουν τι βλέπω και τι ακούω. Τι
φτερούγισμα, παιδί μου, οι Αγγελοι, τι φτερούγισμα. Μόλις ο
Ιερέας πει το "Δι' ευχών" στο τέλος φεύγουν οι ουράνιες δυνάμεις
και μέσα στο Ιερό πλέον έχουμε απόλυτη ησυχία. Αυτά από τον
Πατέρα Ιάκωβο.

***************************

Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 1994

57 Η Θεία Λειτουργία. Προοίμιον τής αγίας αναφοράς. Μερος 2ον. Η Τριαδική αποστολική ευλογία

**************************


57Α Σκούπισμα του ναού κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας

Κάποτε, αδελφοί μου, σε κάποιο ανδρικό ρωσικό μοναστήρι, όπως
μας διηγείται ο στάρετς Σαμψών, κατά τη διάρκεια της Θείας
Λειτουργίας κάποιος μοναχός θυμήθηκε ότι του είχαν δώσει εντολή
να σκουπίσει καλά την πόρτα του Καθολικού, του κυρίου δηλαδή
Ναού, και αυτός το είχε λησμονήσει. - Ας το κάμω τώρα, είπε με
το λογισμό του, αφού αυτή τη στιγμή δεν είναι σπουδαίο το μέρος
αυτό της Θείας Λειτουργίας. Ησαν τα Πληρωτικά μετά την Μεγάλη
Είσοδο. Στη Θεία Λειτουργία όμως, έχουμε τονίσει αυτό
επανειλλημένες φορές, δεν υπάρχουν μεγάλες και μικρές στιγμές.
Ολες οι στιγμές είναι σπουδαίες. Και αυτό φαίνεται από την
ανάλυση που κάνουμε. Κάθε λόγος και ευλογία και κάθε κίνησις και
θέσις του Λειτουργού Ιερέως μέσα στη Θεία Λατρεία έχει την
ανυπέρβλητη σπουδαιότητά της. Η αξία της κάθε στιγμής της Θείας
Λειτουργίας είναι ειδική και ουράνια. Πήγε λοιπόν ο μοναχός,
πήρε τη σκούπα και άρχισε να σκουπίζει εκείνη την ώρα. Από μέσα
του νοερά έλεγε την ευχούλα, το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με",
και με τα μάτια του παρακολουθούσε πότε πότε τις εκφωνήσεις των
ειρηνικών. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και όπως έστρεψε το βλέμμα
του ψηλά βλέπει ξαφνικά να ανοίγουν οι τρούλοι της Εκκλησίας
όπως είναι οι ρωσικοί Ναοί και να παρουσιάζεται μπροστά του η
θριαμβεύουσα Εκκλησία σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Φοβερή ήταν
όντως η εικόνα. Στο κέντρο υπήρχε μια μεγάλη τράπεζα όσο και ο
ουρανός και μπροστά από αυτήν τρεις Αρχιερείς ήσαν γονατιστοί.
Αυτούς τους τρεις Αρχιερείς τους περιέβαλλαν και άλλοι και άλλοι
και άλλοι και αυτούς πλήθος Ιερέων και Διακόνων. Δεξιά και
αριστερά ίσταντο αγγελικές χωρωδίες με απερίγραπτη απαστράπτουσα
ομορφιά. Η δόξα και το φως ανέκφραστα. Οι μελίρρυτες και
ακατάληπτες μελωδίες των παρισταμένων Ταξιαρχιών τον γέμισαν από
θεία μακαριότητα και ευφροσύνη. Ετελείτο τροπον τινά η ουράνιος
Θεία Λατρεία σε μια όμως παράξενη μορφή που έμοιαζε με την
επίγεια Θεία Λειτουργία και ετελείτο ολόκληρη. Την τελούσαν
άγιοι Ιεράρχες, Ιεράρχες σαν τον Μέγα Βασίλειο, τον Αγιο
Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον Αγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, - τρεις -
σαν τον Μέγα Αθανάσιο, τον Μέγα Φώτιο και τον Αγιο Γρηγόριο τον
Παλαμά, - τρεις - σαν τον Αγιο Νικόλαο, τον Αγιο Σπυρίδωνα, τον
Αγιο Νεκτάριο, - τρεις -. Εστάθη ο μοναχός ακίνητος,
μαρμαρωμένος σαν κολώνα μέχρι που τελείωσε η Θεία Λειτουργία.
Αλλά και εκεί στον ουράνιο Ναό της Θριαμβεύουσας Εκκλησίας, της
Ανω Ιερουσαλήμ, και εκεί κοινώνησαν και κοινωνούν. Κοινωνούν
αδιαλείπτως από τη δόξα και το άκτιστον τριαδικό φως, από την
αμβροσία της θείας μακαριότητος, από το ποτήριον των απορρήτων
Μυστηρίων. Φεύγοντας οι μοναχοί από την Εκκλησία τον είδαν
ακίνητο και μαρμαρωμένο το μοναχό. Ηταν σα στήλη άλατος,
μουσκεμένος από τα δάκρυα, κυριολεκτικά μουσκεμένος. Ολα τα ράσα
του, τα πάντα ήταν μούσκεμα σαν να είχε βγει από βροχή.
Στράγγιζαν τα ράσα του λέει από τους ποταμούς των δακρύων. Τον
πήραν λοιπόν με πολλή προσοχή και τον μετέφεραν απαλά απαλά στο
κελλάκι του. Και εκεί μέσα έμεινε ώρες πολλές σα χαμένος,
τελείως εκστατικός, θαμπωμένος από τη θεία αποκάλυψη. Οταν
συνήλθε ήρθε και ο Πνευματικός του. Τον συνέφερε από τα δάκρυα
και κατόπιν πήγαν μαζί στον Ηγούμενο της μονής, όπου και
διηγήθηκε με δέος και ταπείνωση πολλή το εξαίσιον και θείον
όραμά του. Ισως να ήταν ο Αγιος Σαμψών ο στάρετς όταν πρωτομπήκε
φαίνεται νεαρός δόκιμος μοναχός στο μοναστήρι. Πιθανόν, δεν το
λέει αλλά τέτοια υποψία υπάρχει.

****************************************

57A Περιστέρι πάνω από τα Τίμια Δώρα

Από τις σημειώσεις που βρήκα τώρα τελευταία μου διηγείτο ο
παπα-Κυριάκος από το Τσατσιφλίκ της Δράμας ότι προ του 1920 είχε
γνωρίσει ένα Ιερέα ο οποίος δεν έκαμε τον καθαγιασμό των Τιμίων
Δώρων εάν προηγουμένως δεν ήρχετο ένα λευκότατο αστραφτερό
περιστέρι λουσμένο μέσα σε άπλετο λευκό φως να στέκεται ακίνητο
πάνω σε αυτά, τα Τίμια Δώρα. Και μετά τον καθαγιασμό για λίγες
στιγμές να αστράφτει ολόκληρο το Αγιον Βήμα και το περιστέρι να
εξαφανίζεται. Κάποτε δεν ήλθε το περιστέρι. Και εκείνος
περίμενε. Και μαζί του περίμενε όλο το χωριό, 1920 μιλάμε, γιατί
ήταν Χριστούγεννα. Η ώρα περνούσε και ο ευλαβής εκείνος Ιερεύς
δεν έλεγε να κάμει τη μεταβολή, διότι δεν ήξερε άλλον τρόπο.
Αυτό γνώριζε, αυτό ζούσε. Κάθε φορά που ήταν να γίνει η μεταβολή
και ο καθαγιασμός των Τιμίων Δώρων ήρχετο το πανάλευκο αυτό
περιστέρι. Και άρχισε να κλαίει. Την ευχή του να έχουμε από τους
Ουρανούς και τις πρεσβείες του. Τότε βγαίνει λοιπόν στο
εκκλησίασμα και τους λέει: - Το Αγιον Πνεύμα δεν κατεβαίνει. Το
περιστέρι δεν ήρθε. Συγχωρέστε με, συγχωριανοί μου, είμαι
αμαρτωλός. Συγχωρέστε με, συγχωρέστε με. Εγώ θα καθήσω εδώ να
περιμένω μέχρι που να έρθει. Εσείς τι θα κάνετε; Τι θα κάνει το
χωριό, θα 'φευγε; Εκατσε και εκείνο και περίμενε. Αλλά μόλις
τελείωσε βλέπει ξαφνικά το περιστέρι να κατεβαίνει σαν αστραπή
από τον τρούλο της Εκκλησίας και να στέκεται όπως πάντα πάνω από
τα Τίμια Δώρα, όλο φως και όλο δόξα. Και εκείνος ο παππούλης
είπε: - Ηρθε. Και γύρισε απλά και έκαμε τον καθαγιασμό και
συνέχισε τη χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία.

*******************************************

57Β Ο παπα-Δανιήλ

Χριστιανοί μου, πολλές δωρεές, πολλές ευλογίες και πλούσια
Τριαδικά χαρίσματα ελάμβανε κάθε μέρα, στην καθημερινή του Θεία
Λειτουργία, ο παπα-Δανιήλ ο ησυχαστής στο Αγιον Ορος. Αυτός
λειτουργούσε κάθε μέρα ακόμα και τη Μεγάλη Σαρακοστή επί 60
ολόκληρα χρόνια. Πολλά είχα ακούσει για αυτόν τον ασκητή
Λειτουργόν του Υψίστου. Ητο επίγειος Αγγελος και αγγελικά μαζί
με τους Αγγέλους λειτουργούσε. Ο Πνευματικός μου παππούς, γέρων
Ιωσήφ ο Σπηλιώτης και ησυχαστής, μαζί με τον παραδελφό του,
Γέροντα Αρσένιο, οδοιπορούσαν επί ώρες για να τον βλέπουν και να
τον απολαμβάνουν λειτουργούντα. Τίποτα άλλο δεν ήθελαν, μόνον να
τον βλέπουν λειτουργούντα. Ησύχαζε και λειτουργούσε στη σπηλιά
του Αγίου Πέτρου του Αθωνίτου. Για αυτόν γράφουν και λένε οι
Πνευματικοί Πατέρες οι Αγιορείτες ότι ήτο λειτουργικόν πνεύμα
και μια πυρός φλοξ, σύμφωνα με το ψαλμικόν: "Ο ποιών τους
Αγγέλους Αυτού πνεύματα και τους Λειτουργούς Αυτού πυρός φλόγα",
από τον 103 Ψαλμό. Οσοι είχαν παρακολουθήσει έστω και μία Θεία
Λειτουργία του παπα-Δανιήλ ομολογούσαν ότι ήταν πραγματική
μυσταγωγία, μια κατάβασις της ουράνιας λατρείας κάτω στη γη εκεί
στη σπηλιά όπου λειτουργούσε ο παπα-Δανιήλ αλλά συγχρόνως και
μια πραγματική ανάβασις του επι γης θυσιαστηρίου στην ουράνια
λατρεία, στο ουράνιον θυσιαστήριον της Ανω Ιερουσαλήμ. Και για
να έχει η Λειτουργία του μεγαλύτερο μάκρος τελούσε κάθε μέρα τη
Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, που ως γνωστόν την τελούμε
μόνον 10 φορές το χρόνο. Εδιάβαζε τις Ευχές αργά αργά και με
νόημα, με πολλή κατάνυξη. Δεν εβιάζετο καθόλου. Από ποιον να
βιαστεί και γιατί; Ολη νύχτα και κάθε νύχτα ήταν δική του.
Ησυχαστής ήταν. Ποιες θα ήταν οι εργασίες του τη μέρα; Μόνον
προσευχή και Λειτουργία. Με την κατάνυξη ήρχοντο άφθονα, ήρεμα
και γλυκύτατα δάκρυα, τα γλυκύρροα όπως τα λένε οι νηπτικοί
Πατέρες. Από την ευφροσύνη της κατανύξεως και των πολλών δακρύων
σταματούσε τις εκφωνήσεις και το διάβασμα των Ευχών. Τόση δε
ήταν η κατάνυξίς του ώστε δεν έλεγε "Δι' ευχών" εάν δεν εγίνετο
το χωματένιο δάπεδο της θεόκτιστης σπηλιάς λάσπη από τα δάκρυα.
Για 60 ολόκληρα χρόνια λειτουργούσε κάθε μέρα αδιαλείπτως χωρίς
κανένα κενό, ούτε ένα. Μετά το πέρας της τελευταίας Θείας
Λειτουργίας, όταν απεσύρθη για να ησυχάσει - είχε αυτή την αγία
συνήθεια να αποσύρεται για μια-δυο ώρες και να απολαμβάνει το
μεγαλείο των θείων δωρεών που ελάμβανε στη Θεία Λειτουργία -
εκοιμήθη. Κάθε του Θεία Λειτουργία διαρκούσε ώρες πολλές.
Μακάριες οι στιγμές και οι ώρες που ηρπάζετο ο νους του
παπα-Δανιήλ στην ουράνια λατρεία και εκεί με τις δεήσεις του και
με τις παρακλήσεις του τις γεμάτες κλαυθμούς και δάκρυα γέμιζε
την κτίσιν του Θεού - τι λένε οι Πατέρες για αυτόν - με
παραδεισένια ομορφιά αλλά και τους κλονισμένους χριστιανούς στον
κόσμο στερέωνε, τους αδυνάτους δυνάμωνε, τους εσκοτισμένους
φώτιζε, τους θλιμμένους και πονεμένους παρηγορούσε, τους
μοναχούς προστάτευε, τους αγωνιζομένους πιστούς θωράκιζε. Και
με το πλήθος αυτό των καθημερινών του δακρύων και κλαυθμών
άνοιγε δρόμους σωτηρίας για μας τους αμαρτωλούς. Ηταν ένας από
εκείνους τους λίγους της κάθε γενιάς που αγγελομόρφωνε τον
κόσμο. Είναι φράσεις των Πατέρων για τον παπα-Δανιήλ. Η χάρις
του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός
και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είοι με τα πάντων ημών.
Πιστεύω όταν θα το 'λεγε αυτό όλη η ευλογία η τριαδική αυτή του
Θεού θα περνούσε από τα χέρια του σε όλον τον κόσμο.

***************************

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 1994

56 Η Θεία Λειτουργία. Προοίμιον τής αγίας αναφοράς. Μερος 1ον. Στώμεν καλώς

****************************

56Α Φωτιές από το Αγιο Ποτήριο

Το 1950 ή 51 δεν θυμάμαι ακριβώς, πήγαμε με τα κατηχητικά
σχολεία της Δράμας στο Μπράβι Καβάλας, τη σημερινή
Ελευθερούπολη, επί τη λήξη των κατηχητικών σχολείων. Το
απογευματάκι κάναμε μια εκδήλωση εκεί με τραγούδια, τοπικούς
χορούς, με χριστιανικά σκετς και άλλα πολλά. Εγώ δεν ελάμβανα
μέρος και κάθισα εκεί κάπου κοντά μαζί με κάτι παππούληδες. Με
τραβούσε το ράσο λιγάκι και κάθισα κοντά τους. Παρακολουθούσαν
εκεί όλο το χωριό τις εκδηλώσεις. Και σε μια στιγμή λέει ο
Ιερεύς γυρίζοντας σε μένα: - Δεν θα ήταν πιο καλύτερα να
μαζεύαμε όλους αυτούς τους νέους και είστε τόσοι πολλοί - και
πράγματι ήμασταν πολλοί, μπορεί να ήμασταν και 500, όλα νέα
παιδιά - και να λέγαμε κάτι από τη Θεία Λειτουργία; Γιατί
συμβαίνουν τόσα φοβερά εκεί μέσα και οι χριστιανοί μας και οι
πιστοί μας δεν τα γνωρίζουν. - Εχεις δίκιο, λέω, παππούλη,
γιατί τέτοια πράγματα λέει και ο γέροντας από τη Σίψα. - Α, μου
λέει, τον ξέρεις; - Τον ξέρω. Για πες μου τίποτα από αυτά και
άστους αυτούς να τραγουδούν. Πού είσαι εδώ στο Μπράβι; - Οχι,
είμαι στη Νικίσιανη. Το βρήκα γραμμένο πριν από τις γιορτές και
είπα να σας το πω σήμερα αυτό. Κάποτε, λέει, έβλεπα μέσα σε
όλες τις Ακολουθίες και ειδικότερα στη Θεία Μετάληψη και στη
Θεία Λειτουργία, στις ευχές ότι ο Θεός είναι πυρ καταναλίσκον
και αλοίμονο σε αυτούς που κοινωνούν αναξίως. Καταφλέγει τους
πάντας. Ενώ στον άξιο καίει την αμαρτία και καταφλέγει το
διάβολο. Και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς είναι δυνατόν ο Θεός
να είναι φωτιά και τον μεν άξιο να φωτίζει, να χαϊδεύει, τον δε
ανάξιο να κατακαίει. Δεν μπορούσα να το καταλάβω αυτό και το
είχα για πολύν καιρό απορία. Σε μια Λειτουργία, μετά τον
καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων - τώρα πέρασαν και χρόνια δεν
θυμάμαι πώς ακριβώς μου τα έλεγε και με τον δικό του τρόπο τον
απλό, πατήρ Ιωάννης, έτσι λεγόταν, έχει κοιμηθεί τώρα - βλέπω,
λέει, ξαφνικά, όταν σηκώθηκα γιατί ήταν καθημερινή από το Αγιο
Ποτήριον να βγαίνουν φωτιές, μετά τον Καθαγιασμό των Τιμίων
Δώρων. Τρόμαξα, λέει και εγώ, γούρλωσα τα μάτια μου, και έλεγα:
"Θεέ μου, πάρτο τώρα αυτό από εδώ γιατί πώς θα κοινωνήσω
ύστερα;". Και σταμάτησα τη Θεία Λειτουργία και δεν είπα τίποτε
άλλο παρακάτω μέχρι που να φύγει αυτό. Και τελικά εδέησε ο καλός
Θεός να το πάρει. Από τότε λέει τι να πω; Δεν θα ήταν πιο
ωφέλιμη αυτή η ιστορία από όλα όσα γίνονται εδώ; Εσείς τι λέτε
δεν θα ήταν πιο ωφέλιμα από τα τραγουδάκια και τα σκετσάκια;

**********************************************

56A Φλόγα μέσα από το Αγιον Ποτήριο

Ενα παρόμοιο γεγονός το διηγείται ο στάρετς Σαμψών της Ρωσίας,
που εκοιμήθη μάλιστα οσιακώς πρόσφατα το 1979. Κάποτε κάποιος
απλός Ιερομόναχος λειτουργούσε, γράφει. Και στο "Πρόσχωμεν τα
Αγια τοις Αγίοις", καθ' ω χρόνο σήκωσε τον Αμνό, το Σώμα του
Κυρίου ψηλά και σταυροειδώς πάνω από το Αγιον Δισκάριο, βλέπει
ξαφνικά να αναπηδά από το Αγιον Ποτήριο μια φλόγα, φλόγα λευκής
φωτιάς. Δεν κατέβηκε η φλόγα από πάνω προς τα κάτω αλλά
αναπήδησε μέσα από το Αγιον Ποτήριο. Ηταν τόση η έκπληξη, ο
θαυμασμός και το δέος που τον κατέλαβε ώστε δεν μπορούσε να
κάνει την ένωση, δηλαδή να βάλει το Σώμα μέσα στο Αγιον Ποτήριο.
Το παρακολουθούσε βουβός από το δέος με αίσθημα πλήρους
ταπεινώσεως και συντριβής μέχρι που αυτό εξαλείφθηκε. Μάλιστα,
λέει, ο στάρετς Σαμψών, αυτό συνέβη στις πονηρές ημέρες μας,
στην εποχή της αποστασίας, σε έναν απλό και τυχαίο Λειτουργό της
Ορθοδόξου Εκκλησίας.

**********************************************

56A Φλόγα όταν η Θεία Κοινωνία έπεσε κάτω

Εγώ όμως έχω να προσθέσω και ένα τρίτο γεγονός, σχεδόν παρόμοιο,
που συνέβη το Δεκέμβριο που μας πέρασε. Σε ένα Ναό του Αγίου
Νικολάου που πανηγύριζε σε μια γειτονική μας Μητρόπολη, στις
6-12-1993, εκκλησιάστηκε κάποιος χριστιανός. Πολύς ο κόσμος, οι
άγιοι επίτροποι : "Περάστε μπροστά, περάστε μπροστά", βρέθηκε
λοιπόν εδώ μπροστά, στο σολέα. Μετά το κήρυγμα βγήκε ο
Αρχιερεύς, είπε "Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε"
και ένας Ιερεύς μαζί με έναν Διάκονο άρχισαν να κοινωνούν τους
πιστούς. Αλλά ο συνωστισμός πολύς, αταξία μεγάλη και μέσα στα
σπρωξίματα φαίνεται κάποιος χτύπησε το χέρι του Ιερέως και έπεσε
η Θεία Μετάληψις κάτω. Απομάκρυναν λοιπόν αμέσως τον κόσμο και ο
χριστιανός είδε. Τι είδε ο χριστιανός αυτός; Είδε ακριβώς εδώ
στο σολέα, όπου έπεσε η Θεία Κοινωνία να αναπηδά μια λευκή
φλόγα, όχι λέει σαν τις φλόγες που ξέρουμε. Αυτή ήταν άσπρη και
κυματιστή. Ετσι κινείται και η φλόγα. Ηθελα να του πω μήπως
έριξαν οινόπνευμα. Μου λέει "Στάσου, μη βιάζεσαι, άσε με να
τελειώσω". Και μπαίνει μέσα ο Ιερεύς και ο Διάκονος, αφήνουν το
Αγιο Ποτήριο πάνω στην Αγία Τράπεζα, έρχεται ο Ιερεύς έξω και
γονατίζει και σκύβει και άρχισε λέει να ρουφά - αυτό έβλεπε - τη
φλόγα. Αφού την κατάπιε ολόκληρη εξαφανίστηκε. Υστερα έρχεται
λέει ο Διάκος και ρίχνει με ένα μπουκαλάκι οινόπνευμα και με
σπίρτα, ρίχνει επάνω στο τσιμέντο, στο πλακάκι, τι ήταν εκεί,
οινόπνευμα, άναψε και ένα σπίρτο και άρχισε να καίγεται. Αυτή η
φλόγα όμως ήταν διαφορετική από την άλλη. Συγκλονίστηκε από αυτό
το γεγονός που είδε, από το πρώτο, όχι το δεύτερο, το δεύτερο
ήταν κάτι υλικό και πραγματικό. Μέρα νύχτα εβασανίζετο από αυτό
που αντίκρυσαν τα μάτια του, μέρα νύχτα. Μέσα του έγινε ένας
πραγματικός σεισμός. Και από εκείνη τη στιγμή και ύστερα είπε
πρέπει να πάω να εξομολογηθώ. Ουδέποτε είχε πάει σε Πνευματικό
και σε εξομολόγηση. Και είχε 40 χρόνια να κοινωνήσει. Ετσι μια
εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα βρέθηκε μπροστά στο Πετραχείλι και
όπως μου το διηγήθηκε σας το ανέφερα, βέβαια με την άδειά του
και ανώνυμα.

*******************************************

56Β Ο Αγιος Ιάκωβος ο Νεομάρτυς

Γύρω στο 1520, χριστιανοί μου, ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ένας
έμπορος ονόματι Ιάκωβος. Ηταν χριστιανός αλλά η πόρτα της
Εκκλησίας δεν τον ήξερε. Την περνούσε μόνο δυο τρεις φορές το
χρόνο και πώς να θυμόταν η πόρτα της Εκκλησίας ποιος ήταν ο
Ιάκωβος. Οσο δε για την πόρτα του Πνευματικού αυτή δεν την είχε
δει ποτέ. Σήμερα θα λέγαμε χριστιανός της ταυτότητας ΧΟ. Κάποια
μέρα λοιπόν ξαφνιάστηκε όταν άκουσε έναν φίλο του Τούρκο να
θαυμάζει την πίστη των χριστιανών. Τι του είπε; - Είχα τη
γυναίκα μου άρρωστη. Και αφού δεν είδα κανένα καλό από όλους
τους δικούς μας γιατρούς πήγα να τη διαβάσει ο δικός σας ο
Πατριάρχης ο Νήφων. Τελείωνε εκείνο το πρωινό η Εκκλησία σας
και φώναξα εκεί στην πόρτα και λίγο πιο μέσα τον Πατριάρχη. Ηρθε
ντυμένος όπως ήταν, με τα παράξενα εκείνα ρούχα που φορούσε,
εννοούσε βέβαια τα άμφια, και άρχισε να διαβάζει την άρρωστη
γυναίκα μου. Μόλις άρχισε το διάβασμα ο Πατριάρχης ξαφνικά
άνοιξε ο τρούλος της Εκκλησιάς σας και ξεχύθηκε ένα φως πολύ
δυνατό από τον ουρανό προς τα κάτω. Και δεν το είδα μόνον εγώ
αλλά το είδαν και οι σκλάβοι μου, οι υπηρέτες μου και τρόμαξαν.
Αυτό το ουράνιο φως σκέπασε τον Πατριάρχη και τη γυναίκα μου τη
Φατμέ, φωτίζοντας συγχρόνως πολύ παράξενα και όλη την Εκκλησία.
Και η γυναίκα μου η Φατμέ σηκώθηκε, έγινε καλά. Γι' αυτό σου λέω
ότι έχετε σπουδαία πίστη σεις οι Ρωμιοί, οι χριστιανοί. Τα
λόγια αυτά συγκλόνισαν τον Ιάκωβο, ένιωσε σαν να ξυπνάει από
όνειρο. Μαχαίρια του τρύπησαν την καρδιά. Ανοιξε ο νους του,
φωτίστηκε. Κατάλαβε πολύ καλά τι πολύτιμος θησαυρός ήτο η
ορθόδοξος πίστις του. Κατενύχθη, δάκρυσε, ντράπηκε. Και ντράπηκε
που ένας Τούρκος είχε εκτιμήσει πολύ περισσότερο από αυτόν τη
χριστιανική του πίστη. Ντράπηκε πάρα πολύ. Οι πολλές δουλειές
και η πλεονεξία του τον κοίμιζαν ή μάλλον τον τύφλωναν και δεν
τον άφηναν να δει την ομορφιά, την αλήθεια και τη δύναμη της
χριστιανικής πίστεως. Η επομένη μέρα ήτο Κυριακή. Πηγαίνει
λοιπόν από τα χαράματα στην Εκκλησία, παρακολουθεί κλαίγοντας
τον Πατριάρχη Νήφωνα, τον μετέπειτα Αγιο της Εκκλησίας μας, τον
Αγιο Νήφωνα, να τελεί την αναίμακτη θυσία της Θείας Λειτουργίας.
Κι έφτασε η στιγμή της Αγίας Αναφοράς. Μετά το "Στώμεν καλώς"
του Διακόνου ακολουθεί η τριαδική ευλογία υπό του Πατριάρχου.
Και από τα χέρια του Αγίου Νήφωνος, όπως ευλογούσε τον λαό,
βλέπει να ξεπετάγονται ακτίνες και αστραπές θείου φωτός που
χτυπάνε τα στήθη των εκκλησιαζομένων χριστιανών. Μια ακτίνα
αυτού του ακαταλήπτου, φαντάζομαι ακτίστου, φωτός χτύπησε και τα
στήθη του Ιακώβου. Και τότε πλημμύρισε από ευτυχία, από
μακαριότητα, από θεία ευφροσύνη, από ανέκφραστη μέσα του γαλήνη.
Ούτε κατάλαβε πότε τελείωσε η Θεία Λειτουργία. Ηταν μόνος του
εκεί, είχαν φύγει όλοι και αυτός είχε μείνει μόνος του. Το ίδιο
απόγεμα ζήτησε τον Πατριάρχη και εξομολογήθηκε με πολλή συντριβή
και ειλικρίνεια. Τόσα χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και δεν είχε
πάρει είδηση ότι είχε δίπλα του έναν άγιο κληρικό, έναν έμπιστο
και σοφό θησαυροφύλακα του πλούτου της αγάπης του Θεού, έναν
πιστό αληθινό οικονόμο της θείας χάριτος. Μέχρι τώρα
εμπιστευόταν μονάχα τα λεφτά του. Μέσα σε μια μέρα όμως άλλαξε ο
Ιάκωβος. Μοίρασε ολόκληρη την περιουσία του στους φτωχούς,
300.000 χρυσά νομίσματα. Για την εποχή μας ξέρετε τι θα λέγαμε;
2 δισεκατομμύρια. Και έγινε μοναχός, καλόγηρος. Η δράσις του
κατόπιν, τα κηρύγματά του ήσαν φλογερά σαλπίσματα για να
ξυπνήσει το σκλαβωμένο γένος των Ορθοδόξων Ελλήνων. Αυτό δεν
άρεσε βέβαια στους κατακτητές, στους Τούρκους, τον συνέλαβαν και
ύστερα από μαρτύρια φρικτά τον απεκεφάλισαν. Ετσι ο Αγιος
Ιάκωβος ο Νεομάρτυς μαρτύρησε για τη δόξα του Χριστού από ένα
γεγονός που συνέβη σε έναν αλλόθρησκο, σε έναν αλλόπιστο, σε
έναν Τούρκο, το Νοέμβριο του 1520.

********************