Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2002

Περί Ιερωσύνης και Θείας Λειτουργίας, Πάτρα 15.12.2002



177 α

Και μια ιστορία επιπλέον πολύ ωφέλιμη. Ένα γεγονός αληθινό.
Πριν από είκοσι περίπου χρόνια, - αυτό το βρήκα μέσα στις σημειώσεις μου, - γνώρισα μέσα στο μυστήριον της Ιεράς Εξομολογήσεως έναν χριστιανό θεοσεβή. Παρατήρησα όμως ότι παρόλον που του είχα συστήσει να κοινωνάει τακτικά, εκείνος είχε αραιώσει κατά πολύ τη Θεία Κοινωνία.
Στην πρώτη ευκαιρία και στην κατάλληλη ώρα τον ρώτησα:
- «Γιατί δεν κοινωνάς χριστιανέ μου; Κωλύματα δεν έχεις. Από όσο τουλάχιστον εξομολογείσαι, τον ιδιαίτερο κανόνα σου τον κάνεις με συνέπεια και η Εκκλησία που συνιστά, και σε καλεί για Θεία Κοινωνία. Εσύ γιατί δεν κοινωνάς; Τι συμβαίνει;»
-«Α,παπαπαπαπα, τι λές πάτερ μου, να πάρω εγώ αυτή τη φωτιά που βλέπω και να καώ;»
-«Φωτιά; Τι φωτιά; Βλέπεις δηλαδή φωτιά; Και τι είδους φωτιά είναι αυτή που βλέπεις»;
-«Και βέβαια βλέπω. Από το Άγιο Ποτήριο πάτερ μου, που βγάζετε και λέτε «μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε» βγαίνει φωτιά! Αληθινές φλόγες, που καμιά φορά γίνονται πολύ φωτεινές, πολύ φωτεινές, ολόλαμπρες. Και επειδή φοβήθηκα πήγα και σ’ άλλους ναούς, στην Παναγία των Βλαχερνών που είναι δίπλα μας, στον Άγιο Παντελεήμονα, στην Υπαπαντή, στον Άγιο Δημήτριο Ταμπουρίων, στην Αγία Τριάδα και αλλού. Παντού το ίδιο πράγμα. Όταν όμως δεν βγάζει φωτιές το Άγιο Ποτήριο, τότε πάω και κοινωνάω. Τι να κάνω πάτερ μου; Πώς να κοινωνήσω με τέτοιες φωτιές;»
Αν και ήμουν, όπως και είμαι τελείως αδαής, και με πείρα μηδαμινή του είπα:
-«Να παρακαλείς κάθε μέρα το Χριστό να πάρει τις φωτιές για να μπορείς έτσι να κοινωνείς πλέον άφοβα. Και αν το κάνεις αυτό με συντριβή, με δάκρυα και με ταπείνωση και με όλη σου την καρδιά, ο Θεός θα σ’ ακούσει και θα πάρει αυτές τις παράδοξες φλόγες».
-«Αλήθεια; Θα το κάμει αυτό ο Χριστός μας;», με ρώτησε.
-«Και βεβαίως θα το κάμει.», του απάντησα.
Ύστερα από λίγον καιρό τον είδα να προσέρχεται στην Θεία Κοινωνία με το πρόσωπό του να λάμπει από χαρά. Αργότερα με διαβεβαίωσε καταχαρούμενος ότι δεν υπήρχαν πια φωτιές και λάμψεις και όλα ήσαν φυσικά.
Ήταν πλάνη; Ήταν φαντασία; Ήταν κεχαριτωμένη αποκάλυψη; Ποιος ξέρει; Επειδή όμως τα παιχνίδια του διαβόλου με τις φαντασιώσεις και τις πλάνες είναι πολύ συχνά, γι’ αυτό και ήταν αυτή η σύστασις για να φυλαχτεί η καρδιά μας από οποιαδήποτε παγίδα. Αν ήταν πάλι μια αποκάλυψη του Αγίου Θεού, ποιος μπορεί αυτό να το γνωρίζει; Και καλώς επράξαμεν σύμφωνα και με τη σύσταση και την πείρα άλλων καταξιωμένων γερόντων και πατέρων.
Ευχαριστώ πάρα πολύ,
ο Θεός και η Παναγία νάναι πάντοτε μαζί μας

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2002

Ο Κύριος πάντοτε μπροστά μας για να μας χαρίσει το φώς Του το αληθινόν



176 γ
Κυρ. Του Τυφλού 2002

«Όταν εν τω κόσμω ω, φώς ειμί του κόσμου».
Η σημερινή Κυριακή αδελφοί μου, ονομάζεται Κυριακή του Τυφλού, επειδή η Εκκλησιαστική μας υμνολογία, και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αναφέρονται στη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού. Τίποτα το τυχαίο μέσα στην Εκκλησία και ιδιαίτερα μάλιστα όταν αναγιγνώσκονται τα Ευαγγελικά και τα Αποστολικά Αναγνώσματα.
Σήμερα πρέπει να έχει συντελεσθεί μέσα στην καρδιά μας ένα θαύμα. Το θαύμα της μετανοίας που θα μας γεμίσει φώς. Αυτή τη στιγμή είμεθα μέσα στο ναό και όλοι μας λειτουργηθήκαμε και αρκετοί κοινωνήσαμε των Αχράντων Μυστηρίων. Γι’ αυτό και έπρεπε μέσα μας να είχε γίνει ένα θαύμα, ένας σεισμός, σαν αυτόν τον σεισμό που έγινε στους Φιλίππους, και μετέβαλε έναν άνθρωπο από ειδωλολάτρη σε χριστιανό, και όχι μόνον αυτόν αλλά και την οικογένειά του. Αν αυτός ο σεισμός, αν αυτός ο τριγμός μέσα στην καρδιά μας, δεν έγινε, είθε να γίνει πριν ακόμα δύσει ο ήλιος σήμερα.
Είμεθα μέσα στο ναό, μέσα στη Θεία Λατρεία, μέσα στο μυστήριο του Θεού, στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Πρέπει κάτι να άγγιξε την ψυχή μας. Κάτι να την αλλοίωσε. Το λιγότερο, το λιγότερο, να της έδωσε ειρήνη και ανάπαυση, αν όχι και χαρά. Δε θέλω να πιστέψω ότι και εδώ μέσα μάς κτυπά η συνήθεια. Αλίμονον αν ο εκκλησιασμός μας κατήντησε συνήθεια. Αλίμονον. Και αν άγγελοι και αρχάγγελοι στριμώχνονται και συνωθούνται τρόπον τινά, γύρω μας και δίπλα μας μέσα στο ναό, τι κι αν κατέρχεται το Άγιον Πνεύμα, και μεταβάλλει κάθε φορά που τελείται η Θεία Λειτουργία, το ψωμί και το κρασί σε Σώμα και Αίμα Χριστού, μήπως μερικοί από μας αγρόν αγοράζουμε; Καθόλου απίθανο. Αφού το μυαλό μας ταξιδεύει. Ο νους μας πετάει πότε εδώ και πότε εκεί, και οι αισθήσεις μας είναι νεκρές, πεθαμένες και κατάσκληρες.
Και όμως το θαύμα πρέπει να γίνει μέσα στις καρδιές μας. Τι μας είπε ο Κύριος λίγο πριν κάμει το θαύμα στον εκ γενετής τυφλό; «Όταν εν τω κόσμω ώ, φώς ειμί του κόσμου». Τώρα που είμαι εδώ στον κόσμο, είμαι φώς του κόσμου. Και αυτό τι σημαίνει; Ότι τώρα που ’μεθα και μείς μέσα σ’ αυτόν τον μικρόν ιερό ναό, τώρα που είμεθα και μείς μέσα στο μεγάλο μυστήριο του Θεού, τώρα, αυτή τη στιγμή, είναι ο Κύριος μαζί μας. Είναι εδώ. Είναι παρών. Είναι μέσα μας. Είναι φως. Ο Χριστός είναι φώς. Και αυτό το φώς θέλει να μας δώσει για να μας θεραπεύσει από την τύφλα μας, από την πνευματική μας τύφλα. Και όπως θεράπευσε τον τυφλό, και του έδωσε το φως, έτσι θέλει να θεραπεύσει και μας, διαλύοντας αφενός μεν τα σκοτάδια της αμαρτίας, και αφετέρου τα σκοτάδια του διαβόλου, αφού γνωρίζομε ότι ο διάβολος είναι ο άρχων του σκότους του αιώνος τούτου.
Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός για να μας σώσει, θέλει πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα να μας θεραπεύσει από την θανατηφόρο αρρώστια της αμαρτίας, και ύστερα από τις σωματικές ταλαιπωρίες, πόνους θλίψεις, βάσανα, αρρώστιες, και πόσα άλλα. Η επιθυμία Του είναι να μας ξαναχαρίσει τον Παράδεισο.
Και τώρα ας έρθουμε στην ερώτηση που έκαμαν οι μαθηταί του Κυρίου στον Κύριο, ερώτηση την οποίαν την κάνουμε πολύ συχνά και όλοι μας. Άραγε ποιος αμάρτησε; Αυτός ο ίδιος ή οι γονείς του; Ούτε αυτός αμάρτησε, ούτε οι γονείς του. Αλλ’ ίνα φανερωθεί τα έργα του Θεού εν αυτώ». Το επέτρεψε ο Θεός για να φανερωθεί το έργο Του, να φανερωθεί η παντοδυναμία Του, να φανερωθεί η χάρις Του, γι’ αυτό και αμέσως πολύ πολύ απλά τον θεραπεύει. Τι κάνει; Φτύνει στο χώμα, κάνει με το σάλιο λίγη λάσπη, παίρνει τη λάσπη και την αλείφει στα μάτια του τυφλού. Γιατρεύεται κανείς με λάσπη; Και ειδικότερα αν είναι τυφλός; Και όμως από τον Χριστό που είναι και τέλειος Θεός, έγινε το θαύμα της δημιουργίας και αναπλάσεως της οράσεως και του φωτός. Προσωπική συνάντηση είχε ο τυφλός με τον Κύριο και το θαύμα της θεραπείας του επιτεύχθηκε. Και μείς όλοι εδωμέσα στο ναό, το επαναλαμβάνω για δεύτερη φορά, μέσα στο μυστήριο του Θεού, έχουμε προσωπική συνάντηση ο καθένας μας με τον Κύριο. Και σύ έχεις συνάντηση, και σεις οι όρθιοι, και σεις οι καθιστοί, και γω, το καταλάβαμε; Το καταλάβαμε; Όχι.
Το νοιώθουμε ή δεν το νοιώθουμε, ο Κύριος είναι παρών, είναι και φως, είναι και ιατρός, είναι και Σωτήρας. Και μπορεί να δώσει στον καθένα μας αυτό που του λείπει. Να μας δώσει δύναμη, να μας χαρίσει την άφεση των αμαρτιών, να μας δώσει λύτρωση, να μας δώσει γιατρειά στις πολυποίκιλες ασθένειες, οι οποίες μας βασανίζουν, έστω και αν τις έχουμε εκ γενετής, και να μας δώσει φως. «Ούκ αδυνατίσει παρά τω Θεώ παν ρήμα». Σε μας βρίσκεται η απιστία, όχι στη δύναμη του Θεού..
Και τώρα κάτι άλλο, που διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας αυτό το θαύμα, μου έκαναν εντύπωση λοιπόν ορισμένα πράγματα που θα σας τα πω. Ρώτησε τον τυφλό αν είχε πίστη; Όχι. Τον ρώτησε αν θέλει να γίνει καλά, όπως τον παραλυτικό της περασμένης Κυριακής, τον ρώτησε δηλαδή «Θέλεις υγιής γενέσθαι;» Τον ρώτησε τέτοιο πράγμα; Όχι. Μήπως ο ίδιος ο τυφλός εκ γενετής, φώναξε προς τον Κύριο αυτό που φώναζαν οι άλλοι τυφλοί και άρρωστοι και λεπροί, «Κύριε Ιησού Υιέ Δαβίδ ελέησόν με», μήπως φώναξε αυτό ο τυφλός; Όχι, ούτε και αυτό έγινε. Τι έγινε; Τι συνέβη; Πηγαίνει ο ίδιος ο Κύριος μπροστά στον τυφλό, γι’ αυτό είναι μπροστά μας, και κάνει τη λάσπη, την αλείφει στα μάτια, και λέγει στον τυφλό «Πήγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και πλύσου». Προσέξτε, δεν του λέγει «πήγαινε να πλυθείς και θα θεραπευτείς», η λέξη «θεραπευθείς» ή «θα γίνεις καλά» δεν τη λέγει ο Κύριος, και τίποτα τυχαίο δεν υπάρχει μέσα στην Αγία Γραφή, τα πάντα είναι αλήθεια, θεία γνώση και φως. Είπε «πήγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και πλύσου, πλύσου, απλά». Πηγαίνει ο τυφλός αμέσως χωρίς αντίρηση, πλένει τα μάτια του και βλέπει. Είδε το φως.
Άραγε τι να σημαίνει αδελφοί μου για μας, η εικόνα, η περιγραφή αυτή του θαύματος; Ότι ο Θεός είναι πάντοτε παρών και μπροστά μας. Ασφαλώς, δε βρέθηκε τυχαία ο Κύριος μπροστά στον τυφλό εκ γενετής. Φαίνεται απροσδόκητο, αλλά δεν ήτο. Ως Θεός ήταν και είναι πάντοτε παρών, και ως καρδιογνώστης γνώριζε το βάθος της καρδιάς του τυφλού. Γνώριζε τα πάντα. Το ίδιο συμβαίνει και εις τον καθέναν από μάς. Ο Θεός είναι πάντοτε παρών, και μπροστά μας, και πάντοτε μέσα στις καρδιές μας. Αυτός ετάζει καρδίας και νεφρούς. Αυτός είναι ο παντογνώστης. Άρα γνωρίζει τα πάντα. Γνωρίζει τις σκέψεις μας, τις διαβάζει. Γνωρίζει τις διαθέσεις μας, τις κρυφές μας επιθυμίες, τις πιο άνομες και παράνομες, την προαίρεσή μας, την κακή ή την καλή, και ενεργεί ανάλογα, για να μας θεραπεύσει, να μας φωτίσει, να μας σώσει, με ποικιλία τρόπων, αφού θέλει «πάντας ανθρώπους σωθείναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».
Οι περισσότεροι όμως των χριστιανών, αντιδρούν, εν αντιθέσει προς τον τυφλό που έκανε χωρίς αντιλογία απόλυτη υπακοή. Αντιδρούμε εγωιστικά με πείσμα και υπερηφάνεια. Θέλουμε αυτές τις εντολές του Χριστού που υπάρχουν μέσα στο Ευαγγέλιο, στην Καινή Διαθήκη, να είναι κομμένες και ραμμένες στα μέτρα μας. Θέλουμε αυτές οι εντολές να μας χαϊδεύουν, να μας κολακεύουν, και να μην ταράζουν την ικανοποίηση των παθών μας. Να μας αφήνουν στον εύκολο κατήφορο. Συνεχώς αντιδράμε, επαναστατούμε, και δίνουμε όποιες ερμηνείες θέλουμε εμείς στην Αγία Γραφή. Αυτές που μας βολεύουν. Το ένα δεν μας αρέσει. Το άλλο δεν είναι για μας. Το τρίτο και το πέμπτο δεν είναι για την εποχή μας, δεν είναι για τον καιρό μας, πέρασαν αυτά πλέον τώρα, «ακόμα εδώ ζείς;», μας λένε. Και λένε στους χριστιανούς «μα ο Χριστός είναι ο Αυτός, και χθές, και σήμερον και εις τους αιώνας». Ο αυτός ο ίδιος, ο λόγος Του είναι αιώνιος, αυτός που ίσχυε τότε όταν εκήρυττε, ισχύει και σήμερα, για όλα τα πράγματα της ζωής μας, ποιός τον δίνει σημασία; Και όμως ξέρετε κάτι που μου κάνει εντύπωση όταν παρευρίσκομαι στα Βαπτίσια, ότι τα μωρά, τα νήπια δεν αντιδρούν. Δεν αντιδρούν; Ναι, δεν αντιδρούν. Δεν αντιδρούν ψυχικά. Μπορεί να φωνάζουν λίγο, να τσιρίζουν, αλλά αυτός είναι επειδή ο ιερεύς το φυσά στην αρχή, επειδή υπάρχει κόσμος, θόρυβος, το νερό και χίλια δυό, άλλα πράγματα, και αυτό τα κάνει να είναι ανήσυχα και να δημιουργείται αυτός ο θόρυβος που δημιουργείται. Όμως ψυχικά, δεν αντιδρούν. Το ίδιο και ο τυφλός. Δεν αντέδρασε ψυχικά. Δεν αντιστάθηκε στην προτροπή του Κυρίου, δεν του είπε πήγαινε να θεραπευθείς, και είπε, ας πάω, να δούμε θα θεραπευθώ; Δεν είπε τέτοιο πράγμα, αλλά χωρίς μιλιά, έκανε απόλυτη υπακοή, και έτρεξε στην κολυμβήθρα, πλύθηκε, και το θαύμα έγινε. Και εδώ είναι το πρόβλημά μας. Ενώ ο Θεός είναι και τώρα και πάντοτε παρών και μπροστά μας, εμείς δεν τον βλέπουμε. Γιατί δεν τον βλέπουμε; Γιατί τα μάτια της ψυχής μας είναι τυφλά. Να ποιά η σχέση μας με τον τυφλόν του Ευαγγελίου. Και είναι τυφλά από τα πάθη μας και την κακομοιριά μας. Να μην πω πονηριά, κακία, μνησικακία, διαφθορά, υπερηφάνεια, εγωισμός, και τα λοιπά, γενικά είναι τυφλά από την αμαρτία.
Και όμως ήρθαμε στην εκκλησία από μόνοι μας. Για να συναντηθούμε προσωπικά με τον Κύριο και Θεό μας, το Σωτήρα μας, για να πάρουμε την Χάρη Του, και να κοινωνήσουμε του Σώματός Του, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον. Είναι σα να μας λέγει τώρα «παιδί μου θέλω να σε θεραπεύσω, θέλω να σε θεραπεύσω από την τύφλα σου και από την παραλυσία σου, να σου σβήσω τις αμαρτίες σου, θέλω να γνωρίσεις την αλήθεια και το φώς, θέλω να σου χαρίσω τον Παράδεισο. Θέλω να σε κάμω καλά. Και μεις τι κάνουμε; Αντιδρούμε. Αδιαφορούμε. Ειρωνευόμεθα. Γιατί το λέω αυτό; Διότι το 90% των χριστιανών, δεν εκκλησιάζονται, δεν θέλουν να εκκλησιαστούν, και από αδιάφοροι γίνονται ασεβείς και θεομάχοι. Μια ματιά στην κοινωνία μας, από την κατάντια της, που θα πάνε τα πράγματα ασυγκρίτως χειρότερα, δεν ξέρω τι είναι αυτό, και ποιό, και με ποιό τρόπο θα σταματήσει αυτός ο φοβερός κατήφορος, δεν ξέρω, αυτό μας δείχνει γιατί έχουμε γίνει ασεβείς και θεομάχοι. Και παρόλον που ο Θεός με την Σταυρική Του Θυσία και την Ανάστασή Του, θέλει να μας σώσει όλους από τον διάβολο, από τα νύχια της αμαρτίας και από τον αιώνιο θάνατο, εμείς, οι περισσότεροι δηλαδή από τους χριστιανούς, θέλω να πώ, του γυρίζουμε την πλάτη. Αντιδρούμε με εγωισμό και πείσμα.
Το κρίμα λοιπόν στο λαιμό μας. Κρίμα θα πεί κρίσις. Θα έλθει δηλαδή η κρίσις του Θεού, που θα μας κρίνει και θα μας καταδικάσει. Αλλά ήδη κρινόμεθα. Διότι ο Θεός είναι παρών και μπροστά μας. Και όχι μόνον τώρα, και όταν θα φύγουμε από δω, και όταν θα είμαστε στο σπίτι, και όταν θα είμαστε στη δουλειά, και όταν θα πάμε να κοιμηθούμε, και όταν θα κάνουμε προσευχή, και όταν θα καθίσουμε να φάμε, και όταν μαλώνουμε, και όταν διαπληκτιζόμεθα, και όταν ικανοποιούμε τα πάθη και όταν καλλιεργούμε τις αρετές, ο,τιδήποτε και αν κάνουμε, μέρα νύχτα, ο Θεός είναι παρών και μπροστά μας, και μας κρίνει. Ναι, μας κρίνει. Το είπε, είναι ο επόμενος στίχος σ’ αυτό το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, τον διαβάσαμε, δεν τον έβαλε η Εκκλησία, για να μη μας χαλάσει λίγο φαίνεται την διάθεση, και ξέρετε τι λέγει ο επόμενος στίχος αυτού του Ευαγγελικού Αναγνώσματος που αναφέρεται στο θαύμα; «Εγώ εις κρίμα εις τον κόσμον τούτον ήλθον. Ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι, και οι βλέποντες τυφλοί γένονται». Ήρθα στον κόσμον αυτόν, για να κρίνω τον καθέναν από τους ανθρώπους, που έχουν αντίδραση, που κλωτσάνε στον λόγον μου, που με βρίζουν, που με βλαστημάνε, που θεομαχούν.
Ο αμαρτωλός αδελφοί μου αν ταπεινωθεί και διορθώσει τη ζωή του, και υπακούσει στο θέλημα του Θεού, ο Θεός θα διαλύσει τα σκοτάδια της ψυχής του, θα του ανοίξει τα μάτια και θα φωτιστεί. Θα χαριτωθεί και θα δει το φως. Ο εγωιστής όμως και ο υπερήφανος, αυτός που νομίζει ότι τα ξέρει όλα, ο ξερόλας δηλαδή, και πιστεύει για τον εαυτόν του ότι είναι ανοιχτομάτης, ότι είναι σωστός, ότι είναι ενάρετος, ότι είναι ο πιο καλός άνθρωπος του κόσμου, αυτά πιστεύει, αυτός στην πραγματικότητα είναι ο πιο δυστυχισμένος γιατί είναι τυφλός και σκοτισμένος.
Ο Κύριος και Θεός βέβαια ήλθε στον κόσμο για να τον σώσει. «Εγώ ουκ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον, αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμον». Αυτό δεν έρχεται εις αντίθεση με τον προηγούμενο στίχο που είπαμε, αλλά κρίνει τον καθέναν από μας, ανάλογα με τη στάση που παίρνομε απέναντι στο Θεό. Αν θέλουμε να σωθούμε, ο Θεός θα μας σώσει. Αν θέλουμε να αυτοκαταστραφούμε, να βγάλουμε τα μάτια μας, να επιμένουμε στην τύφλα μας…. Τι να μας κάνει ο Θεός; Σέβεται την ελευθερία μας. Όταν λοιπόν εγώ καλλιεργώ προσωπικά, την ταπείνωση και την συντριβή και ομολογώ ενώπιόν Του ότι είμαι αμαρτωλός, πανάθλιος και σιχαμερή μύξα, ότι δεν ξέρω τίποτα, μα τίποτα, μα τίποτα, ότι είμαι ένα τεράστιο μηδενικό, τότε και ο Θεός της φιλανθρωπίας, που επιβλέπει επί την ταπείνωσιν της ψυχής του αμαρτωλού, προετοιμάζει το έργον της σωτηρίας μου. Τι ίδιο συνέβη και με τον τυφλόν της περικοπής. Τι ίδιο συμβαίνει και με στον καθένα από μας, όπως είπα, λίγο πρίν. Τι περιμένει από μας; Την ολοπρόθυμη υπακοή μας.
Αν αληθινά μετανοήσουμε θα σωθούμε. Αν μετανοήσουμε θα σωθούμε. Αν μετανοήσουμε θα ελεηθούμε. Αν μετανοήσουμε θα δούμε το φως το αληθινόν. «Ίδωμεν το φως το αληθινόν», έψαλε θριαμβευτικά προηγουμένως η Εκκλησίας μας. Αν μετανοήσουμε θα γίνουμε και πάλι κληρονόμοι της Βασιλείας των Ουρανών. Αν μετανοήσουμε όχι μόνον θα σωθούμε αλλά μπορεί και να αγιάσουμε. Λοιπόν, να σας κάνω μια ερώτηση, είναι βέβαια και για τον εαυτό μου, δεν τον εξαιρώ σε τίποτα από ότι είπα τον εαυτόν μου. Πρώτα εγώ και ύστερα όλοι εσείς. Τι προτιμάμε, την μετάνοια ή την αντίδραση; Ασφαλώς προτιμάμε την μετάνοια. Καιρός λοιπόν να πέσουμε στα γόνατα,
Αμήν.

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2002

Η ζωή και το έργον της Αγίας Φωτεινής της Σαμαρείτιδος και οι δικές μας βαθύτερες υποχρεώσεις



176 β
Κυρ. Σαμαρείτιδος 2002

Μην ούτος εστίν ο Χριστός;
Ύστερα από το κήρυγμα της περασμένης Κυριακής, πρέπει να έρθουμε και στη θεία παρηγοριά της φιλανθρωπίας του Αγίου Θεού. Ποιο να είναι άραγε αδελφοί μου το ζητούμενον, για ολόκληρη την ανθρωπότητα, για όλα τα έθνη, φυλές και γλώσσες; Ποιο να είναι το ζητούμενο για πιστούς και για απίστους και ειδικά για μας τους Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς;
- Μήπως η ευδαιμονία του ανθρώπου μέσα από την κατανάλωση των υλικών αγαθών και την τρυφή των σαρκικών απολαύσεων; Όχι.
- Μήπως η θεραπεία όλων των ασθενειών; Και της δυστυχίας των ανθρώπων; Όχι.
- Μήπως η κατάκτησις του αστρικού σύμπαντος; Όχι.
- Μήπως το ένα, μήπως το άλλο; Θα απαντούσαμε σε όλα αυτά με ένα ξερό όχι.
Τότε ποιο είναι το ζητούμενον; Ένα και μόνον.
Να βρούμε τον αληθινό Θεό μέσα στις καρδιές μας. Τον Τριαδικό Θεό. Να βρούμε τον Θεάνθρωπο Κύριο, τον Σωτήρα του κόσμου, το φως το αληθινόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Αυτόν που είναι η ζωή και η Ανάστασις, αυτόν που είναι το ύδωρ το ζόν, αυτόν που είναι ο Άρτος ο ζών, ο εκ του ουρανού καταβάς. Αυτόν που είναι ο Μεσσίας, ο Λυτρωτής και Σωτήρας του κόσμου. Αυτόν που είναι φως εκ φωτός και Θεός αληθινός, εκ Θεού αληθινού, Αυτόν πήγε να συναντήσει η πόρνη του Ευαγγελίου μετά πολλών δακρύων και μύρου πολυτίμου, για την συγγνώμη και την μακροθυμία του, γι’ αυτό και άκουσε από το γλυκύτατον στόμα Του να της λέγει: «Αφέονταί σου αι αμαρτίαι αι πολλαί, ότι ηγάπησας πολύ».
Αυτόν προϋπάντησε πάνω στο Σταυρό ένας κακούργος, ένας ληστής, ένας φονιάς, ο οποίος αναγνωρίζοντας πρώτον την βρωμερότητα της ψυχής του, δεύτερον πιστεύοντας στην θεότητα του Ιησού Χριστού και τρίτον εκζητώντας με πλήρη συναίσθηση το έλεός του, άνοιξε και πέρασε πρώτος τις πύλες του Παραδείσου. Να λοιπόν που ο πρώτος κατοικος της Βασιλείας των Ουρανών, της Βασιλείας του Θεού, υπήρξε ένας ληστής και κακούργος.
Ναι αδελφοί μου. Τα πάντα στηρίζονται στην μετάνοια και στην πίστη. Στη μετάνοια και στην ταπείνωση, στη μετάνοια και στην αγάπη και στους καρπούς αυτών.
Και ερχόμαστε τώρα στο τρίτο παράδειγμα το σημερινό. Αυτόν τον Χριστόν, συνήντησε στο πηγάδι της Σιχάρ, μικράς πόλεως της Σαμαρείας μια αμαρτωλή γυναίκα. Σ’ αυτήν την αμαρτωλή γυναίκα που στο παρελθόν είχε πέντε άνδρες, απεκάλυψε ο Κύριος ότι είναι ο Μεσσίας, ο Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός.
«Εγώ ειμί ο λαλών σοι», διαβεβαιώνει και διακηρύττει όχι μόνον σ’ αυτήν, αλλά και σ’ ολόκληρον τον κόσμον. Με αυτήν άνοιξε ένα καταπληκτικό θεολογικό διάλογο που δεν υπάρχει σ’ άλλη σελίδα της Αγίας Γραφής. Σ’ αυτήν ομιλεί ο Θεός Κύριος για τον Θεόν. «Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας Αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν» και τόσα άλλα που ακούσαμε στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα. Σ’ αυτήν ομολογεί ότι είναι «το ύδωρ το ζον, το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον».
Και το θαύμα της πίστεως και των αποκαλύψεων αδελφοί μου, έγινε. Οι αποκαλύψεις φώτισαν την ψυχή της αμαρτωλής γυναίκας, της Σαμαρείτιδος. Ο φωτισμός στερέωσε την πίστη και καλλιέργησε την μετάνοια, και η μετάνοια την αλλαγή σε ολόκληρη τη ζωή της. Έτσι λίγο αργότερα, όταν άρχισε διά των αποστόλων η διάδοσις και η σπορά του Ευαγγελικού κηρύγματος, ήταν από τις πρώτες γυναίκες που βαπτίστηκε και έγινε χριστιανή και πήρε το όνομα Φωτεινή.
Η Φωτεινή όμως, ό,τι πήρε, δεν το κράτησε για τον εαυτό της. Το διέδωσε, όπως και την πρώτη φορά που συνήντησε τον Χριστόν. Δηλαδή όταν πείστηκε ότι αυτός είναι ο Μεσσίας, έτρεξε αμέσως στην πόλη Σιχάρ και είπε στους συμπολίτας της, «ελάτε να δείτε άνθρωπο που μου είπε όλα όσα έχω κάνει». Και πρόσθεσε αμέσως με πολλή διακριτικότητα για να κεντρίσει το ενδιαφέρον τους, «μήπως αυτός είναι ο Χριστός»;
«Μήτι ούτος εστίν ο Χριστός;»
Έτσι άρχισε το πρώτο κήρυγμά της, την πρώτη της ιεραποστολή. Και όταν βαπτίστηκε στο όνομα της Αγίας Τριάδος, η πίστις της ζωντάνεψε και έγινε φλογερή. Μαζί της βαπτίστηκαν και τα δυό της παιδιά. Ασφαλώς θα ήταν προηγουμένως νόθα, και όλες της οι αδελφές.
Μετά το 40 μ.Χ. αρχίζει και την ιεραποστολική της δράση, κυρίως μεταξύ των γυναικών. Αφού όργωσε πνευματικά ολόκληρη την Παλαιστίνη, άρχισε να απλώνει την σπορά του Ευαγγελικού λόγου στις απέραντες εκτάσεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Έτσι έφτασε μέχρι την Αφρική. Γυρίζει κατόπιν στην Μεσοποταμία, και από κει στην Αρμενία, Ασσυρία, Καππαδοκία, Γαλατία, Μικρά Ασία, Ελλάδα και φτάνει στη Ρώμη.
Και όπως ο Χριστός ο Σωτήρας του κόσμου, έκανε την μεγάλη και κοπιαστική οδοιπορία, για να συναντήσει την Σαμαρείτιδα, διότι πήγε από την Ιουδαία στη Σαμάρεια, έτσι και κείνη για την αγάπη του Χριστού με θυσίες και σκληρές δοκιμασίες, επραγματοποίησε ένα τεράστιο έργο ιεραποστολής, σ’ όλες αυτές τις χώρες που ανέφερα, προσφέροντας το θεϊκό νερό της Ευαγγελικής διδασκαλίας του Ιησού, σε χιλιάδες διψασμένες ψυχές.
Από όπου περνούσε προετοίμαζε το έδαφος για τους Αποστόλους, και τους διαδόχους των, σκορπίζοντας το φως του Χριστού, στις απελπισμένες και σκοτισμένες καρδιές των ειδωλολατρών. Εκεί κατόρθωσε με την χάριν του Ιησού Χριστού. Σιγά σιγά, οδοιπορώντας για 25 ολόκληρα χρόνια, έφθασε και μπήκε και μέσα στα ανάκτορα του Νέρωνος. Εκεί κατόρθωσε με την χάρη του Χριστού να κάνει χριστιανή την κόρη του αυτοκράτορος, τη Δομνίνα, και αρκετές άλλες υπηρέτριες, δούλες και σκλάβες. Αλλά ήδη είμεθα στα χρόνια των μεγάλων διωγμών, από τον αιμοσταγή αυτοκράτορα της Ρώμης, το Νέρωνα. Ήλθε δηλαδή και η ώρα του μαρτυρίου της.
Συλλαμβάνεται όχι μόνον η ίδια αλλά και τα παιδιά της, και οι αδελφές της. Έτσι αξιώθηκε μιας μεγάλης τιμής. Να χύσει και το αίμα της, ύστερα από βασανιστήρια για την αγάπη του Χριστού – έτσι δεν κάνουμε και μείς; Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας, την Αγία Φωτεινή, τη Σαμαρείτιδα, την ονόμασε όχι μόνον μεγαλομάρτυρα, αλλά και ισαπόστολο. Η μνήμη της εορτάζεται δυό φορές το χρόνο, μία στη σημερινή Κυριακή, 5η Κυριακή του Πάσχα που ονομάζεται και Κυριακή της Σαμαρείτιδος, και τη δεύτερη φορά την 26η Φεβρουαρίου.
Χριστιανοί μου, το ζητούμενον για κάθε άνθρωπο και για κάθε εποχή είναι ο Χριστός, ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Σωτήρας του κόσμου και το Ευαγγελικό του μήνυμα. Αυτό είναι το ζητούμενο. Έτσι το Ευαγγέλιον, δηλαδή η Καινή Διαθήκη, περιέχει
-πρώτον, την απόκάλυψη του ενός Τριαδικού Θεού,
-δεύτερον, την ενανθρώπιση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού ως Θεανθρώπου, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος,
-τρίτον, την ανυπέρβλητη θεϊκή του διδασκαλία και τα θαύματά του,
-τέταρτον, τη σταυρική Του θυσία, την ανάστασή του εκ νεκρών και την ανάληψή Του στους ουρανούς, και
-πέμπτον τις προϋποθέσεις σωτηρίας που είναι η πίστις, η μετάνοια, το Βάπτισμα και το Χρίσμα ασφαλώς, η Θεία Κοινωνία και τα έργα πίστεως και μετανοίας.
Επαναλαμβάνω χριστιανοί μου ότι η Αγία Φωτεινή, ό,τι είδε και άκουσε, το πίστεψε και εργάστηκε πάνω σ’ αυτό με τόση αυτοθυσία, ώστε έφθασε και μέχρι το μαρτύριο.
Άραγε τι κάνουμε εμείς; Εμείς εδώ στην πατρίδα μας, δεν έχουμε ανάγκη από ιεραποστόλους. Έχουμε ανάγκη από επανευαγγελιστάς. Αυτούς δηλαδή οι οποίοι γνωρίζουν για το Ευαγγέλιο, ακούνε για την πίστη, εφαρμόζουν πέντε πράγματα, και αυτά ακριβώς με βαθιά τη μετάνοια και φλογερή την πίστη να τα μεταδώσουν και στους άλλους. Ποιοι είναι οι άλλοι; Είναι ο σύντροφός μας, είναι οι γονείς μας, είναι τα παιδιά μας, είναι τα αδέλφια μας, είναι οι συγγενείς μας, είναι οι φίλοι μας, είναι οι γείτονές μας, είναι το περιβάλλον μας, είναι η κοινωνία μας. Παίρνουμε φοβερό κατήφορο. Πώς θα σταματήσει αυτός; Πώς;
Παρόλο λοιπόν, που έχουμε εργάτας στον αμπελώνα του Κυρίου, δεν επαρκούν. Είναι βέβαια οι μητροπολίτες, είναι οι κατά τόπους ιεροκήρυκες, είναι οι θεολόγοι ιερείς που βρίσκονται σε όλους τους ναούς και τα παρεκκλήσια της χώρας, και κηρύσσουν τον λόγον του Θεού. Ταυτόχρονα δε επιδίδονται σε άλλες ποιμαντικές ποικίλες δραστηριότητες. Έχουμε επίσης και τους μοναχούς και τους ιερομονάχους από το Άγιον Όρος, που και αυτοί μας βοηθούν, ή βοηθούν το έργον της Ελλαδικής Εκκλησίας, για τον επανευαγγελισμό των Ορθοδόξων Ελλήνων. Έχουμε ακόμα και μια πληθώρα εκλεκτών λαϊκών θεολόγων, και αυτοί βοηθούν όσο μπορούν.
Αλλά, παραταύτα όμως, όλοι εμείς και αυτοί και εκείνοι δεν επαρκούμε. Κάτι μας λείπει. Κάτι μας λείπει, και αυτό που μας λείπει είναι ο αγιασμός, δηλαδή η βαθιά ενεργουμένη πίστις, η αληθινή μετάνοια, και το πνεύμα θυσίας και αγάπης μέχρι θανάτου. Και αυτά δε λείπουν μόνο από μας τους κληρικούς παντός βαθμού, αλλά και από σας, τα λαϊκά μέλη της Εκκλησίας.
Γι’ αυτό και θα κάμω την ερώτηση.
Πού είναι η ταπείνωσις;
Πού είναι η αληθινή μου μετάνοια;
Που είναι η συντετριμμένη μου καρδία;
Που είναι η κρυφή νηστεία, η αγρυπνία, η εγκράτεια και η προσευχή μου;
Πού είναι και η δική σας;
Πού είναι η πραότης μου;
Πού είναι η υπομονή μου;
Πού είναι η φλογερή πίστις και η αγάπη ακόμα προς τους εχθρούς;
Που είναι η ανοχή;
Που είναι η καλοσύνη μου, η ευγένεια, και ο θείος φόβος; Και τέλος για να μη λέμε πολλά λόγια.
Πού είναι το αγιασμένο παράδειγμα όλων μας, και εμού πρώτου; Και αυτό και μόνον αυτό είναι που διδάσκει και οδηγεί στη σωτηρία με τον φωτισμόν του Αγίου Πνεύματος. Αυτό και μόνον αυτό δια του Αγίου Πνεύματος και εν Χριστώ Ιησού επιτυγχάνεται ο επανευαγγελισμός των ψυχών. Όταν ο Κύριος αδελφοί μου είδε στην Σαμαρείτιδα αληθινήν την μετάνοια, ζωντανή την πίστη της και φλογερή την αγάπη της, την αξίωσε να γίνει Ευαγγελίστρια και ισαπόστολος μέχρι τα πέρατα του κόσμου και τέλος μεγαλομάρτυς.
Χριστιανοί μου, τι είναι αυτό που μας λείπει;
Ο Χριστός απ’ τις καρδιές μας! Αυτό είναι και το ζητούμενον.
Ο Χριστός μέσα στις καρδιές μας, και αυτός ο Χριστός είναι ο αγιασμός μας, αυτός είναι η ζωή, το φως και η ανάστασις, είναι η οδός, είναι το ύδωρ το ζόν, τα πάντα είναι ο Θεός.
Ο Χριστός λοιπόν μέσα στις καρδιές μας που είναι το ζητούμενον, αλλά με ποιες προϋποθέσεις; Να τις ξαναπούμε; Τις χιλιοείπαμε… Θα τις συνοψίσουμε σε τέσσερα πράγματα και θα τελειώσουμε. Αυτές οι προϋποθέσεις για τον αγιασμό, που συνοψίζουν και το ζητούμενον είναι η αληθινή μετάνοια, η ζωντανή πίστις, η φλογερή αγάπη και το ταπεινό φρόνημα.
Είθε να μας τα χαρίσει ο Χριστός, ο Κύριός μας και ο Σωτήρας μας,
Αμήν.

Κυριακή, 26 Μαΐου 2002

Την παραλυσία της ψυχής μας ούτε την βλέπουμε, ούτε την αναγνωρίζουμε, ούτε και την πιστεύουμε



176 α
Κυρ. Παραλύτου 2002

«Θέλεις υγιής γενέσθαι»;
Όλοι μας προηγουμένως αδελφοί μου ακούσαμε το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα που μας περιέγραψε την θεραπεία ενός αρρώστου, που ήτανε παράλυτος 38 ολόκληρα χρόνια.
Ο Θεός με τον Ευαγγελικό Του Λόγο που μας στέλνει κάθε μέρα τα μηνύματα της σωτηρίας, έτσι και σήμερα. Το να μπεί όμως μέσα στην καρδιά μας το μήνυμα του Θεού, ο Λόγος του Θεού, αν θέλετε και το πιο φτωχό ακόμα κήρυγμα, αυτό δεν είναι έργο που μπορούν να το κάνουν οι άνθρωποι. Δεν εξαρτάται αποκλειστικά και μόνον από μας.
Σήμερα έγινε ένα θαύμα. Έγιναν δύο, έγιναν τρία, έγιναν πέντε, και τα ακούσαμε και στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα και στο Αποστολικό.
Για μας που αναλύουμε το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, βλέπουμε ότι ο παράλυτος θεραπεύτηκε μ’ έναν και μόνον λόγο του Σωτήρος Χριστού. Ο ίδιος λόγος του Θεού απευθύνθηκε και στις δικές μας παράλυτες από την αμαρτία καρδιές.
Θεραπευθήκαμε; Όχι.
Αναστηθήκαμε; Όχι.
Πετάμε τώρα στους ουρανούς ως άγγελοι; Όχι!
Άρα δεν θεραπευθήκαμε και δεν γιατρευτήκαμε. Η ψυχή μας εξακολουθεί να είναι παράλυτη και καταπληγιασμένη από τις μαχαιριές της αμαρτίας, τις οποίες μαχαιριές εμείς επιτρέψαμε να δημιουργηθούν στο σώμα της ψυχής.
Ποιος θα μας θεραπεύσει; Ποιος θα μας αναστήσει; Ο Θεός! Και αυτό είναι το έργον Του. Η Θείας Χάρις ετοιμάζει τον κάθε άνθρωπο χωριστά. Η Θείας Χάρις, η Χάρις του Θεού τον ταρακουνά τον άνθρωπο. Τον συγκλονίζει. Η Χάρις του Θεού τον φωτίζει. Η Χάρις του Θεού ερμηνεύει μέσα του τις αλήθειες του Ευαγγελικού Λόγου. Η Χάρις του Θεού κάνει το θαύμα, το θαύμα της μεταμορφώσεως του ανθρώπου. Η Χάρις του Θεού που πρώτα θεραπεύει την πληγή της αμαρτίας και ύστερα την κάθε σωματική αρρώστια. Γι’ αυτό και είπαμε ότι τον ετοιμάζει τον άνθρωπο, τον φωτίζει και λοιπά.
Μπήκε όμως αυτή η αλήθεια του Θεού η τόσο μεγάλη, αυτό το θαύμα, αυτός ο θείος φωτισμός, για να μην μπω στις δικές σας πάλι ψυχές και τύχω πολλές φορές της παρεξηγήσεως, την ερώτηση θα την κάνω στον εαυτό μου. Μπήκε μέσα στην ψυχή μου; Εγώ λέω δυστυχώς όχι. Και λέγω δυστυχώς διότι όλα μου έχουν καταντήσει αλίμονο και τρισαλίμονο, μια απλή συνήθεια.
Που είναι λοιπόν ο φωτισμός; Πού είναι η συντριβή; Πού είναι η μετάνοια; Που είναι της αλλαγής το θαύμα; Πού είναι αυτό το θαύμα μέσα μου; Πρέπει να ομολογήσω όχι μόνον εγώ αλλά και όλοι μας. Δεν ήρθα σήμερα να λειτουργήσω και σεις να λειτουργηθείτε ως μετανοημένοι χριστιανοί. Δεν ήρθαμε για να ξεφορτωθούμε το βάρος που κουβαλάμε στους ώμους της ψυχής μας. Γιατί; Γιατί εγώ δεν είχα την διάθεση να μετανοήσω. Γι’ αυτό και γύρω μου όλα είναι σκοτεινά. Δεν είμαι έτοιμος. Δεν άνοιξα τα μάτια μου για να δω το φως το αληθινόν. Το Αναστάσιμο φως. Δεν θέλω, όπως και δεν θέλεις όπως και δεν θέλουμε. Οι καρδιές μας, κακά τα ψέματα, είναι κλειστές. Τα μάτια μας τυφλά. Τα αυτιά μας κουφά. Και τα πόδια μας παράλυτα.
«Θέλεις υγιής γενέσθαι;» μας ρωτάει σήμερα ο Κύριος. Μας ρωτάει ο Σωτήρας μας! Θέλεις να γίνεις καλά; Με το στόμα και ίσως με και με ένα στόμα θα πούμε όλοι μας «ναι, μάλιστα». Και με την ψυχή μας όμως από μέσα μας, από πολύ πολύ πολύ βαθειά μέσα μας, εκεί όπου φωλιάζει το κακόν και η αμαρτία, από κει θα ακούσουμε μια φωνή που θα λέει «όχι». Γιατί; Γιατί δεν έχουμε ακόμη αληθινά μετανοήσει. Δεν έχουμε ακόμη αληθινά φωτιστεί. Γι’ αυτό και τόσα δεινά σκορπίζουμε από μόνοι μας γύρω μας.
Με τη σημερινή μας Θεία Λειτουργία και Θεία Κοινωνία συγκλονιστήκαμε μέσα μας; Έγινε μέσα μας αναστάσιμος σεισμός, σαν εκείνον που προκάλεσαν οι άγγελοι όταν απέσυραν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου για να πουν στις μυροφόρες «ουκ έστιν ώδε, αλλ’ ηγέρθη». Πλημμυρίσαμε από ανείπωτη χαρά, και βεβαιωμένη την ελπίδα της σωτηρίας μας; Έστω, αναπαυθήκαμε για λίγο; Θα πω ότι ένας, δύο, πέντε, δέκα, είκοσι, μπορεί να βίωσαν και να βιώνουν τη Χάρη του Αγίου Θεού. Οι άλλοι όχι, όπως και γω. Γιατί; Γιατί δεν συντονίστηκε η ψυχή μου με το θέλημα του Θεού. Δεν έχω αγαπήσει το Θείο Θέλημα. Πάρτε το είδηση. Όταν φτιάχνομε μία αμαρτία, όταν την αγκαλιάζουμε, όταν την διαπράττουμε, όποια και αν είναι αυτή, όσο μικρή και αν φαντάζει στα μάτια μας, αυτό σημαίνει ότι δεν ταυτίζουμε το θέλημά μας με το θέλημα του Θεού.
Θέλει ο Θεός να λέμε ψέματα; Όχι. Και μεις λέμε! Άρα; Το θέλημά Του δεν είναι θέλημα δικό μας. Εμείς λέμε «γεννηθήτω το θέλημά Σου ως εν ουρανώ και επί της γής», αλλά το θέλημά μας το θέλουμε κατά τέτοιον τρόπον, που να ταιριάζει με το θέλημα του Θεού. Να συμφωνεί δηλαδή ο Θεός με τα δικά μας καμώματα. Γι’ αυτό κάθε φορά που θέλουμε να εκκλησιαστούμε, και ημείς οι ιερείς να λειτουργήσουμε, πρέπει να ερχόμαστε με πνεύμα συντετριμμένον και τεταπεινωμένον. Με πνεύμα συντριβής και ταπεινώσεως. Με πνεύμα συνταυτίσεως του θελήματός μας, με το θέλημα του ουρανίου Πατρός που θέλει τη θεραπεία μας. Θέλει την ψυχική μας γιατρειά. Θέλει τη σωτηρία μας. Και τότε το μυστήριο της Θείας Λατρείας το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, καθίσταται αυτόματα η πιο μεγάλη πνευματική κολυμβήθρα του Σιλωάμ, όπου θεραπεύονται οι πάντες και τα πάντα. Και το σπουδαιότερο, μέσα σ’ αυτό το μεγάλο θεραπευτήριο προσφέρεται το φάρμακο της αθανασίας. Είναι το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού που δίδεται εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον.
Αν λοιπόν αδελφοί μου αυτό το γεγονός, αυτό το θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού μέσα στην καρδιά μας πραγματοποιηθεί, τότε λοιπόν το «ίδε υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε» παίρνει σάρκα και οστά. Θα προτιμήσουμε από τώρα, από τούτη τη στιγμή, και το παίρνομε αυτό απόφαση, και όσο θα ζήσουμε μετά, καλύτερα να πεθάνουμε παρά να αμαρτήσουμε. Αυτή όμως, προσέξτε, την απόφαση την παίρνουμε σαν συνειδητοί χριστιανοί, γιατί δυστυχώς τις περισσότερες φορές είμαστε λόγια. Και είμαστε μόνο λόγια και μάλιστα και μεγάλα και παχιά.
Εγώ βλέπω τώρα ότι φεύγει σιγά σιγά το χαλί κάτω απ’ τα πόδια μου, φεύγει η ζωή και πλησιάζω προς το θάνατο. Δεν κάναμε απολύτως τίποτα. Δεν έκανα τίποτα. Δεν μπόρεσα να μαζέψω καρπό ούτε μιας τρύπιας πεντάρας. Γιατί δεν ταύτισα το θέλημά μου με το θείο θέλημα. Και μέναμε και μένω τις περισσότερες φορές στα λόγια, και όχι στις πράξεις. Στη γη και όχι στον ουρανό. Στην ύλη και όχι στο πνεύμα. Προσπαθείστε και να προσπαθήσουμε αυτό το πράγμα να το καταλαβαίνουμε. Ειδικότερα δε όταν πέφτουμε το βράδυ για ύπνο. Και όταν την άλλη μέρα ετοιμαζόμαστε να πάμε στην εκκλησία για να πάρουμε Σώμα και Αίμα Χριστού.
Αυτό λοιπόν που μετράει στο Θεό, είναι η στάσις της ψυχής μας. Η αληθινή μας μετάνοια. Και το ξέρει ο Θεός. Αυτός ετάζει καρδίας και νεφρούς. Αυτός είναι ο καρδιογνώστης. Αυτός είναι ο παντογνώστης. Πόσοι και πόσοι από τους χριστιανούς σήμερα προσπαθούν, σε όλα τα θαυματουργικά προσκυνήματα της πατρίδος μας με πλήθος προσευχών και παρακλήσεων να πείσουν τους Αγίους και την Υπεραγία Θεοτόκο για να τους κάνει ένα θαύμα. Και το θαύμα γίνεται και μάλιστα εκεί όπου υπάρχει αληθινή μετάνοια. Θαύμα στο σώμα, θαύμα και στην ψυχή. Θαύμα που μας κάνει παιδιά του Θεού. Που μας μεταμορφώνει, που μας σώζει. Δυστυχώς όμως υπάρχουν και φαινόμενα τα οποία είναι πάρα πολύ θλιβερά. Προσευχές, δεήσεις, λειτουργίες λένε ιδιωτικές φτιάχνουμε, παρακλήσεις, τάματα, α, ο Θεός μας κάνει το χατίρι και μας απαντάει θετικά σε όλα αυτά. Αλλά μόλις θεραπευτούμε μένουμε μέχρις εκεί. Μόλις αποκατασταθεί η υγεία μας, μόλις λυθεί το οξύτατο πρόβλημά μας, και Θεό ξεχνάμε, και το θαύμα ξεχνάμε, και τους Αγίους ξεχνάμε, και την Παναγία ξεχνάμε, και τις προσευχές ξεχνάμε, και τα μυστήρια τα ξεχνάμε, όλα τα ξεχνάμε. Αυτοί είμεθα. Αχάριστοι, αγνώμονες, πανάθλιοι. Υπάρχουν και άλλοι πάλι οι οποίοι στις αρρώστιες, στις αναποδιές και στις θλίψεις της ζωής τα βάζουν με τον Θεόν. Και με τον Θεόν και με τους Αγίους και τους βλαστημάνε. Γογγύζουν, καταριώνται, αναθεματίζουν, θεομαχούν. Αλλά «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος».
Έτσι λοιπόν εκείνο που μετράει είναι η θετική και συντετριμμένη στάσις της ψυχής μας απέναντι στο Θεό. Και ας μην ξεχνάμε, ο Θεός είναι ο μέγας φιλάνθρωπος, μας συμπαθεί, μας αγαπά, μας ελεεί, σφουγκίζει το δάκρυ μας, απαλύνει τον πόνο μας, και δίνει τη σωτήρια εντολή, «Ναι παιδί μου, να θεραπευθείς, να γιατρευθείς, να καθαριστείς, να συγχωρηθείς, δικός σου ο Παράδεισος, δική σου η Βασιλεία, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου». Και αυτό το πράγμα δεν είναι καθόλου μα καθόλου δύσκολο για το Θεό. Είναι; Δεν είναι! Η δυσκολία βρίσκεται μέσα μου, εγώ είμαι ο παράξενος, εγώ είμαι ο περίεργος, εγώ είμαι ο παμπόνηρος, ο κακός, ο δύστροπος, ο απότομος στους τρόπους, ο εγωιστής. Εγώ, και μόνον εγώ φταίω και κανείς άλλος. Όλη η δυσκολία στο να γίνει το θαύμα και το θαύμα της σωτηρίας βρίσκεται μέσα μου, δεν βρίσκεται στο Θεό. Εγώ φταίω. Και λειτουργούμεθα, και εξομολογούμεθα, και προσευχόμαστε, και μελετάμε την Αγία Γραφή, και την κουβαλάμε και στην τσέπη μας, κάνουμε και ένα άλλο πλήθος από καθήκοντα πνευματικά, πηγαίνουμε και στα προσκυνήματα, διαβάζουμε και τους βίους των Αγίων, ξέρουμε και τις παρακλήσεις απέξω, και τους Χαιρετισμούς, αλλά στο βάθος, δεν θα το πω στον πληθυντικό, θα το πω πάλι στον ενικό. Στο βάθος δεν αλλάζω. Παραμένω ίδιος. Θέλω να γίνεται το δικό μου. Και μόνον το δικό μου το θέλημα, και τίποτα περισσότερο απ’ αυτό. Αυτό που ικανοποιεί τον εγωισμό μου. Εμ; Άμα γίνεται έτσι τότε, πώς θα βοηθήσει ο Θεός; Αν θέλουμε διαρκώς να γίνεται το δικό μας; Πώς θα μας βοηθήσει; Πώς θα μας βοηθήσει αν δεν αλλάξουμε στάση απέναντί Του;
Άρα και το επαναλαμβάνω, από την δική μου αληθινή έμπρακτη μετάνοια και ταπείνωση εξαρτάται η αναγέννηση και η σωτηρία μου. Και τότε ο Θεός, αφού πλέον είμαι παραδομένος στο θέλημά Του ολοκληρωτικά, και εφόσον βέβαια το κάνω αυτό, και παραδοθώ εξ όλης ψυχής καρδίας ισχύος και διανοίας, αυτό σημαίνει «αγάπα Κύριον τον Θεών σου εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας» σημαίνει ότι με όλη σου την καρδιά, με όλη σου την ψυχή, μ’ όλη σου την διάνοια, το μυαλό, τη θέληση, με όλες σου τις ψυχοσωματικές δυνάμεις να παραδοθείς στο θείο θέλημα. Και τότε με την χάριν Του ο Θεός χαρίζει το φως το αληθινόν. Το φως της Αναστάσεως, το φως της Τριαδικής πίστεως, το φως της Θείας Μεταμορφώσεως, το φώς της Βασιλείας των ουρανών.
Παιδί μου, μηκέτι αμάρτανε και είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου.
Αμήν

Κυριακή, 28 Απριλίου 2002

Ο Κύριος εγγύς. Με πόσους τρόπους είναι ο Κύριος εγγύς και η δική μας στάσις



175 γ
Κυρ. Βαΐων 2002

«Ο Κύριος εγγύς».
Είναι γνωστή χριστιανοί μου η θριαμβευτική είσοδος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στα Ιεροσόλυμα, λίγες μέρες πριν από το Πάθος Του. Την αναλύσαμε πολλές χρονιές και υπάρχουν τα σχετικά κηρύγματα στη διάθεσή σας.
«Ωσαννά Ευλογημένος ο Ερχόμενος». Αυτό ζητωκραυγάζει ο λαός. Και σε πέντε μέρες ο ίδιος λαός, ο αχάριστος αυτός λαός των Εβραίων, φωνάζει και απαιτεί «Σταύρωσον, Σταύρωσον αυτόν».
Αλλά και μείς όμως, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο επαναλαμβάνομε το ίδιο πράγμα. Σήμερα στην Εκκλησία και αύριο αντιπάθειες και μίση. Μπροστά στον κίνδυνο, στην αρρώστια, στον πειρασμό, στο ατύχημα, σε οποιοδήποτε κατατρεγμό της ζωής μας φωνάζουμε «Παναγία μου», «Χριστέ μου», «Θεέ μου» και άλλα, και σε δυό μέρες, σε τρείς ή και την ίδια μέρα βλαστημάμε τα θεία. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη γρουσουζιά για ένα σπίτι, για μια οικογένεια, για μια εργασία, από το να βλαστημούν οι οικείοι του σπιτιού τα θεία. Και θα είναι και εις βάρος τους και εις βάρος των παιδιών τους. Και εις βάρος σε κάθε τι που θα πιάνουν και θα κάνουν στα χέρια τους. Τέτοιοι είμεθα.
«Ωσαννά Ωσαννά», αλλά χωρίς μετάνοια αληθινή και πνεύμα ταπεινό. Τι θα πει «Ωσαννά»; Θα πει «Δόξα σοι». «Δόξα στο όνομά Σου Θεέ μου», αυτό θα πεί. Σημαίνει όμως και «σώσε μας». «Λύτρωσέ μας». «Ευλόγησέ μας», «έλα να γεμίσεις τις καρδιές μας από ουράνια χαρά, από πνευματική χαρά».

«Ο Κύριος εγγύς».
Εμείς όμως σήμερα αδελφοί μου, θα πάμε στο Αποστολικό Ανάγνωσμα, του Αποστόλου Παύλου που είναι από την Προς την Φιλιππησίους Επιστολή του, Κεφάλαιο 4ο , στίχοι 4-9.
Ενώ στην αρχή βλέπουμε ότι ο Απόστολος Παύλος προτρέπει όλους τους χριστιανούς σε μια κίνηση χαράς, την οποίαν οφείλει να γνωρίσουν όλοι οι άνθρωποι πάνω στη γη μέσα από την επιείκεια και την μακροθυμία ημών των χριστιανών, ευθύς αμέσως στον επόμενο στίχο, στον 5, είναι προειδοποιητικός λέγοντας, «ο Κύριος εγγύς».
Ας δούμε όμως πρώτον τον στίχο 4.
«Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε», μας προτρέπει ο Απόστολος, και συνεχίζοντας μας το ξανασυνιστά λέγοντας «πάλιν ερώ χαίρετε». Σας το λέγω και σας το επαναλαμβάνω. «Να χαίρεστε». «Να είστε πλημμυρισμένοι από τη χαρά του Χριστού». «Να χαίρεστε πάντοτε». Αυτό το «πάντοτε» έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι δεν εξαιρεί χρόνους και καιρούς, περιστάσεις της ζωής και καταστάσεις. Δηλαδή η χαρά πρέπει να βρίσκεται και στην θλίψη και στον πόνο. Στα βάσανα και στις αρρώστιες της ζωής. Στις στεναχώριες και στην εγκατάλειψη. Στην φτώχεια και στις στερήσεις. «Πάντοτε», να χαίρεστε «πάντοτε». Κα να χαίρεστε πολύ περισσότερον όταν αναλογίζεστε τις άπειρες ευεργεσίες του Θεού, σε σας προσωπικώς, και στις οικογένειές σας.
Αυτά μας λέγει ο Απόστολος Παύλος. Γι’ αυτό και θα πρέπει να χαιρόμεθα και μείς όλοι, για την άπειρη αγάπη και μακροθυμία του Θεού, προς όλους ημάς, κακά τα ψέματα, να μην κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλο, κρύβεσαι;, κρύβομαι; - είμαστε όλοι μας γεμάτοι από κακίες, πονηριές, εγωισμοί και άλλα πάθη, και πρώτος εγώ, δεν τον εξαιρώ τον εαυτό μου, πρώτος, να χαιρόμεθα που καταδέχτηκε ο Θεός να μας ξανακάμει παιδιά Του και να μας χαρίσει την υιοθεσία. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να χαιρόμεθα όταν μέσα από την αληθινή μετάνοια απολαμβάνουμε την χάρη της αφέσεως των αμαρτιών στο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως.
Και η χαρά μας να είναι ανέκφραστη, ασυγκρίτως πολύ περισσότερη όταν κοινωνούμε των Αχράντων Μυστηρίων. Έχετε τα σκιρτήματα της χαράς, του Αγίου Πνεύματος; Τώρα που κοινωνήσαμε ων Αχράντων Μυστηριών; Φτερουγίζει μέσα μας η χαρά του Παναγίου Πνεύματος; Έχουμε κατάνυξη;
Και είθε να μας πλημμυρίζει αυτή η χαρά, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού ιδιαιτέρως στην καταπολέμηση των παθών μας όταν αυτά τα νικούμε και τα καταβάλουμε. Στην τήρηση την πιστή των Ευαγγελικών εντολών. Στην κρυφή ελεημοσύνη. Στην πραότητα και στην ειρήνη. Στην προσευχή και στην μελέτη και στις τόσες τόσες άλλες αρετές.
Το πιο σπουδαίο όμως απ’ όλα είναι ότι πρέπει να χαιρόμεθα όταν πάσχουμε για την αγάπη του Χριστού. Τώρα ποιος πάσχει; Δεν ξέρω ποιος πάσχει!
Για να γίνει όμως αυτό αδελφοί μου, η χαρά του Χριστού μας πρέπει να γίνει μια ζωντανή πραγματικότητα, μέσα στις καρδιές μας. Πρέπει από μέσα μας να αποβάλουμε το μίσος και την κακία. Την εχθρότητα και την αντιπάθεια. Την λέξη αντιπάθεια την επαναλαμβάνω δυό φορές. Γιατί αντιπαθούμε πότε τον έναν και πότε τον άλλον. Το βλέπω αυτό να διακατέχει και την δική μου καρδιά. Όπως επίσης ότι είμεθα γεμάτοι πλημμυρισμένοι από φθόνο. Και από αντιζηλεία, και από υποψία, και από μνησικακία και από εκδίκηση. Και από κάθε αποστροφή προς τον πλησίον για τον άλφα - βήτα λόγον όταν αυτός μας πειράζει.
Σας τα λέω αυτά απ’ την πείρα μου. Απ’ την πείρα την δική μου. Γι’ αυτό και ο πάσχων Απόστολος Παύλος συνιστά ευθύς αμέσως σε όλους μας στον επόμενο στίχο πέντε τα εξής. Για το πώς θα νικήσουμε όλα αυτά τα πράγματα. «Το επιεικές ημών γνωσθήτω πάσιν ανθρώποις διότι εγγύς ο Κύριος». Δηλαδή την επιείκειά σας, την ανεξικακία σας, την πραότητά σας είθε να την γνωρίσουν όλοι οι άνθρωποι διότι «ο Κύριος εγγύς». Η επιείκειά σας νάναι τόσο πολύ μεγάλη, και να περισσεύει τόσο πολύ, ώστε να γίνει γνωστή, να διαδοθεί δηλαδή σε όλους τους ανθρώπους που κατοικούν πάνω στη γή, πιστούς και απίστους. Η χριστιανική σας καλοσύνη και όχι ο ουμανισμός, - εγώ λέει είμαι ανθρωπιστής, λέει ο άλλος, δεν σε θέλουμε ανθρωπιστή, σε θέλουμε με χριστιανική καλοσύνη, με χριστιανική αγάπη, έτσι σε θέλουμε – και αυτό να εξασκείται με τόση τελειότητα, και να πάρει τέτοια έκταση, ώστε να καταστεί το φωτεινό παράδειγμα προς όλους.
Είστε «φως Χριστού». Και το «φως Χριστού», όπως ακούσαμε σε όλες τις βραδινές προηγιασμένες Θείες Λειτουργίες, «Φως Χριστού φαίνει πάσι». Δηλαδή, φωτίζει όλους. «Υμείς εστέ το φως του κόσμου», διακήρυξε ο Χριστός. Τι θα πεί αυτό, θα πεί ότι «από μένα» λέγει ο Κύριος, «που είμαι το αληθινόν φως, γίνεστε και σείς φως σε ολόκληρον τον κόσμον». Άρα από σας πρέπει να φωτίζονται και να διδάσκονται οι συνάνθρωποί σας.
Λέμε συχνά «Να φωτισθεί το παιδί μου». Εσύ, και σύ, τι κάνεις για να φωτισθεί το παιδί σου, τι κάνω εγώ; Πόσο ματώνουν τα γόνατά μας; Για να φωτισθεί το παιδί μας; Να φωτισθεί το γειτονόπουλο. Να φωτισθούν τα παιδιά του κόσμου; Πόσο αγρυπνούμε; Πόσο νηστεύουμε; Πόσο υπομένουμε;
Και ο λόγος που πρέπει ολόκληρη η ανθρωπότητα να γνωρίσει την χριστιανική μας επιείκεια και καλοσύνη, την χριστιανική μας πραότητα και ανεξικακία, είναι το «ο Κύριος εγγύς».
Αυτή η ρήσις «ο Κύριος εγγύς», έχει πάρα πολλές ερμηνείες. Θα πούμε την πρώτη, η οποία αναφέρεται στον λειτουργικό χρόνο. Αυτό θα πει ότι όλα γίνονται τώρα, αυτή τη στιγμή, σήμερα. Οι θεολόγοι μπορεί να μας το εξηγήσουν με περισσότερα λόγια.
Σήμερον εισέρχεται ο Κύριος εις τα Ιεροσόλυμα επί πώλου όνου καθήμενος. Για τη σημερινή ημέρα.
Σήμερον κρεμάται επί ξύλου για τη Μεγάλη Παρασκευή.
Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει, για τα Χριστούγεννα.
Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον, για τον Ευαγγελισμό.
Επεφάνη σήμερον τη οικουμένη, για τα Θεοφάνεια.
Σήμερον σωτηρία τω κόσμω εγένετο, ότι ανέστη Χριστός ως Παντοδύναμος.
Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται, για τις ημέρες του Πάσχα και της Αναστάσεως,
αυτά και άλλα πολλά για να μη μακρυγορούμε για όλες τις Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές.
Άρα σήμερα πρέπει να γνωρίζουν και να γνωρίσουν οι συνάνθρωποί μας τη μακροθυμία μας, και την επιείκειά μας, και πρώτος εγώ θα προσπαθήσω, απ’ αυτή τη στιγμή, αυτό το πράγμα να σας το γνωρίζω.
Η Δευτέρα ερμηνεία είναι το «ο Κύριος εγγύς», μας λέγει ότι ο Χριστός είναι κοντά μας, είναι μέσα μας, και πάντοτε πρόθυμος στο να μας δυναμώνει και να βοηθεί στην κατόρθωση, μιας οποιασδήπορε αρετής, διότι «άνευ εμού, ου δύνασθε ποιείν ουδέν», βεβαιώνει ο ίδιος, και στην πιστή τήρηση μιας οποιασδήποτε Ευαγγελικής εντολής.
Η τρίτη ερμηνεία αναφέρεται στην Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, και η
τετάρτη στο θάνατο μας.
Έτσι «ο Κύριος εγγύς», δείχνει ότι πλησιάζει η ώρα ή που θα πάμε εμείς να συναντήσουμε τον Δίκαιο και Κριτή Κύριόν μας, με τον θάνατόν μας; Ή που ο Κύριος θα έρθει σε μας με τη Δευτέρα του Παρουσία, πράγμα που το βλέπω λίγο πολύ μακρύ. Αλήθεια όμως, αφού όλα γίνονται σήμερα, και αφού υπάρχει η πιθανότης και σήμερα να πεθάνουμε, - αν πεθάνω εγώ σήμερα, τι λόγο θα δώσω στον Θεόν; Το είπα και την περασμένη Κυριακή. Κι αν πεθάνεις και συ, και συ; Τι θα πείς στο Θεό; Τι θα Του πείς στο Θεό για το πρωί, για χθές, για προχθές, για αντιπροχθές, και ούτω κάθε εξής, τι θα του πείς; Τι θα Του πώ; Ποια θα είναι η απολογία μου; Άραγε Άγγελοι και Αρχάγγελοι θα έρθουν να παραλάβουν την ψυχή μας, ή μήπως οι δαίμονες; Δυστυχώς δεν έχουμε αληθινή μετάνοια, για να έρθουν να μας παραλάβουν οι χοροί των Αποστόλων, οι χοροί των οσίων και των ιεραρχών, οι χοροί των αγίων μεγάλων μαρτύρων, και πολύ περισσότερο η Υπεραγία Θεοτόκος; Άπαγε της βλασφημίας. Αλλά «ζεί Κύριος ο Θεός». «Οικτίρμων ο Κύριος, μακρόθυμος και πολυέλαιος, ουκ εις τέλος οργισθήσεται, ουδέ εις τον αιώνα μηνιεί», μας έψαλε στα τυπικά η Εκκλησία.
«Ο Κύριος» λοιπόν, «εγγύς».
Το βεβαιώνει και ο ίδιος σε κάποιο άλλο σημείο της Αγίας Γραφής, στην Ιερά Αποκάλυψη, όταν ο Χριστός μας βεβαιώνει και μας λέγει «ιδού ίσταμαι επί την θύραν και κρούω». Ίσταμαι, λέει, στέκομαι δηλαδή, στέκομαι τώρα. Στέκομαι σήμερα μπροστά στην πόρτα της καρδιάς σου, και την κρούω, την κτυπάω, την κτυπώ όμως διακριτικά. Εάν μου ανοίξεις θα εισέλθω, και τότε θα δειπνήσω μαζί σου και θα σου στήσω μεγάλο πανηγύρι, πανηγύρι χαράς και ευφροσύνης. Άραγε θα μου ανοίξεις; Ερωτά ο Κύριος. Θα μου ανοίξεις;
Γι’ αυτό καλόν θα είναι από σήμερα το βράδυ που αρχίζει η Μεγάλη Εβδομάδα, και η Εβδομάδα των Παθών, των φρικτών Παθών του Κυρίου μας, να ρωτήσουμε τον εαυτό μας. Να ρωτήσουμε την καρδούλα μας την πληγωμένη. Να ρωτήσουμε την ψυχή μας την κατακομματιασμένη από την αμαρτία.
Ανοίγεις ψυχή μου για τον Χριστό που σου κτυπάει την πόρτα;
Ανοίγεις για ο λόγο Του;
Ανοίγεις για το Ευαγγέλιό Του;
Ανοίγεις για να κάνεις υπακοή;
Ανοίγεις για να ταπεινωθείς;
Ανοίγεις για να πεις «τέρμα η αμαρτία, από σήμερα Χριστέ μαζί Σου. Το κάμεις αυτό;

«Ο Κύριος εγγύς».
Τι θα διαλέξουμε, το θάνατο ή την αιώνια ζωή; Τη φρίκη της Κολάσεως ή την χαρά της Βασιλείας των Ουρανών; Εμείς διαλέγουμε. Εμείς. Εμείς αποφασίζουμε. Εμείς. Εμείς θα κριθούμε για τις καλές ή τις κακές επιλογές μας.
Πολλές φορές αναρωτιέμαι, την δική μου την καρδιά, δεν την κτυπάει ο Θεός; Ασφαλώς και την κρούει. Με διάκριση όπως είπα. Με ευγένεια. Με καλοσύνη.
Γιατί όμως δεν την ακούω; Γιατί δεν ακούω αυτό το κτύπημα στην καρδιά μου που μου κάνει ο Θεός; Γιατί είμαι κουφός! Με έχουν κάνει κουφό τα πάθη μου και προπαντός ο εγωισμός μου. Ναι, ο εγωισμός μου. Εσείς δεν ξέρω αν έχετε. Ας μην κρυβόμαστε όμως πίσω απ’ το δάχτυλο, κανένας δεν κρύβεται. Είμαστε κουφοί από τα πάθη μας. Και κάτι άλλο, ο Χριστός είναι μέσα μου, «ο Κύριος εγγύς» λέει. «Ίσταμαι». Στέκομαι. Είμαι πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού και καθ’ ομοίωσιν. Άρα είναι μέσα μου. Μέσα μου είναι ο Θεός. Μέσα μου είναι ο Χριστός. Μέσα μου είναι η Θεία Του Χάρη.
Γιατί όμως δεν Τον βλέπω; Γιατί δεν Τον βλέπω μέσα μου; Γιατί με έχουν τυφλώσει τα πάθη μου, οι αδυναμίες μου, οι κακίες μου και γενικά οι αμαρτίες μου. Όμως ο Θεός αμαρτωλούς ήλθε να σώσει, «ών πρώτος ειμί εγώ». Ο πρώτος των αμαρτωλών είμαι εγώ. Και δεν κάνομε τώρα εδώ ταπεινολογίες και ταπεινοσχημίες. Να πούμε κάτι απλό. Αυτό το είπε ο Απόστολος Παύλος για τον εαυτόν του. Αν ο Απόστολος Παύλος είπε ότι είναι ο πρώτος των αμαρτωλών, εγώ τι θα πω ότι είμαι; Δεν πρέπει να πω ότι είμαι πιο κάτω απ’ τον Παύλο; Εσύ δεν πρέπει να πεις ότι είσαι πιο κάτω απ’ τον Παύλο; Πρέπει να το πείς! Και κάτι άλλο. Που λέει το Άγιον και Ιερόν Ευαγγέλιον. Εάν όλα όσα λέει το Άγιον και Ιερόν Ευαγγέλιον, τα φτιάξουμε, - τα φτιάχνουμε; εγώ δεν τα φτιάχνω! εσύ τα φτιάχνεις; εσύ, εσύ, εσύ, τα κάνετε; τα εφαρμόζουμε δηλαδή όλα όσα έχει μέσα το Ευαγγέλιο; ποιός τα εφαρμόζει; ποιός μπορεί να διακηρύξει ότι τα εφαρμόζει; - τι λέει ο Κύριος; και αν όλα τα εφαρμόσετε, αν, τότε θα λέτε ότι είστε «αχρείοι δούλοι». Προσέξτε τι φράση χρησιμοποιεί ο Κύριος. «Αχρείος». Επομένως λοιπόν εγώ είμαι αχρείος. Άρα και ο καθένας από μας που δεν εφαρμόζει τον Ευαγγελικόν λόγον όπως πρέπει, πρέπει να είναι τρείς φορές, χίλιες φορές αχρείος. Αφού όταν τα εφαρμόσουμε όλα πρέπει να λέμε ότι είμαστε αχρείοι δούλοι.

«Ο Κύριος εγγύς».
Γι’ αυτό και «το επιεικές ημών γνωσθήτω πάσιν ανθρώποις». Και θα το πετύχουμε με την χάριν του Θεού, - «άνευ εμού δύνασθε ποιείν ουδέν», είπαμε – και με αυτά που συνιστά ο Παύλος στους παρακάτω στίχους, τους οποίους βέβαια δυστυχώς δεν έχουμε το χρόνο να αναλύσουμε διότι ήδη πέρασε η ώρα και σας εκούρασα. «Μηδέν μεριμνάτε» λέγει. Μη πνίγεσθε στις μέριμνες αυτής της πρόσκαιρης ζωής, αλλά όλα τα προβλήματά σας, να τα αναφέρετε με την προσευχή σας την δακρύβρεκτο και την εν μετανοία στο Θεό. Και το πιο σπουδαίο απ’ όλα, τ’ ακούσατε πιστεύω, και πρέπει να σας έκανε εντύπωση, τι είπε ο Παύλος, «όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσφιλή, όσα εύφημα, ή τις αρετή και ή τις έπαινος, ταύτα λογίζεσθε. Ταύτα πράττετε.» Αυτά να σκέπτεσθε. Και αυτά να πράττετε. Κάθε μέρα, κάθε στιγμή και τώρα.

Αδελφοί μου, λόγια και πράξεις, πρέπει να γίνουν ένα πράγμα στη ζωή μας. Διότι ο Κύριος εγγύς.
Αμήν

Κυριακή, 21 Απριλίου 2002

Συνέχεια περί ταπείνωσεως, φωτός και αληθείας με μια αληθινή ιστορία για το νεκρό παιδάκι που δάκρυσε



175 β
Κυρ. Ε' Νηστειών, 2002

Και να που σήμερα το Ευαγγελικόν Ανάγνωσμα μας ξαναδίνει πάλι αυτή την αφορμή, βλέποντας δύο μαθητάς να ζητούν πρωτοκαθεδρίες και η απάντησις του Κυρίου να είναι ότι «ουκ οίδατε τι αιτείσθε»… «δεν ξέρετε τι ζητάτε». Διότι ο Θεός δεν ήλθε δια να διακονηθεί αλλά για να διακονήσει. Ήλθε να προσφέρει τον Εαυτόν Του για τη σωτηρία των άλλων. Και μάλιστα μια προσφορά θυσίας και θανάτου. Θανάτου δε Σταυρού. Γι’ αυτό και εγένετο υπήκοος, λέει, μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού, γι’ αυτό και ο Κύριος του εχάρισε όνομα το υπέρ παν όνομα: Ιησούς Χριστός εις το όνομα του οποίου παν γόνυ κάμψει και επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων.
Αλλά εμείς ως άνθρωποι όμως και πρώτος εγώ, εάν, οποιαδήποτε ηλικία κι αν έχουμε, μικρή ή μεγάλη, και κάνουμε μια αναδρομή στο παρελθόν, αν είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και το γυρίσουμε να το δούμε καλά, τότε θ’ αρχίσουμε να κλαίμε και να θρηνούμε. Δεν έχουμε κάνει απολύτως τίποτα στη ζωή μας. Ένα μεγάλο μηδενικό.
Κι από μας που λέμε ότι προσφέρουμε υπηρεσίες δήθεν στον άνθρωπο και κηρύττουμε και ευαγγελιζόμεθα τον λαόν του Θεού, κι εμείς δεν κάνουμε τίποτα. Αν δεν είχαμε στόμα, δεν θα μιλούσαμε, αν δεν είχαμε χέρια δεν θα τα κουνούσαμε, αν δεν είχαμε μυαλό δεν θα σκεφτόμασταν κι αν δεν είχαμε φωτισμό - αλλά από ποιόν όμως τον φωτισμόν; - …Έχουμε τίποτα δικό μας; Έχουμε δικό μας φως; Είμαστε μέσα μας γεμάτο σκοτάδια-τα σκοτάδια των παθών και των αδυναμιών μας. Μία είναι η αλήθεια: το φως του Θεού. Κι όποιος πάρει αυτό το φως -όχι μόνο με την συχνή Θεία Κοινωνία, διότι και αυτή είναι «πυρ καταναλίσκον»…και αν δεν είμαστε άξιοι, δεν ξέρουμε τι καίει μέσα μας. Πρέπει να πάρουμε το φως του Χριστού διότι είναι ο ίδιος φως κι έτσι να φωτιστεί ο νους και να γίνει ο νους όλο φως. Να φωτισθεί η καρδιά μας και να γίνει φως όλη η καρδιά μας. Να φωτισθούν οι αισθήσεις μας και να γίνουν και οι αισθήσεις μας όλοι φως. Όλος ο άνθρωπος, ψυχή τε και σώματι…φως. Μόνο τότε θα δει την αλήθεια. Ποια αλήθεια; Ότι σ’ αυτή τη ζωή δεν έχει κάνει απολύτως τίποτα, γι’ αυτό και πρώτος, χωρίς ταπεινολογίες και ταπεινοσχήματα, δεν έχω κάμει απολύτως απολύτως τίποτα. Κάποιες τρύπιες δεκάρες, όπως λέει ο Γέροντάς μου, μπορεί να έχουμε μαζέψει κι αν κι αυτές τις μαζέψαμε. Κι εγώ δεν ξέρω με πόσο κόπο και με πόσο αίμα, διότι αίμα πρέπει να στάξει ο άνθρωπος για να πάρει μια σταγόνα ταπείνωση. Αυτό το έλεγε ο πατήρ Εφραίμ ο Κατουνακιώτης στο δικό μου το Γέροντα, τον πατέρα Εφραίμ τον Φιλοθεΐτη.
«Ε…παπά μου», του έλεγε, «για να πάρουμε μια σταγόνα ταπείνωση, μια σταγόνα, πρέπει να χύνουμε αίμα κάθε μέρα γιατί μέσα μας φωλιάζει ο παλιός άνθρωπος, φωλιάζει η αμαρτία, φωλιάζει το κακόν, φωλιάζει η πονηριά, η πονηριά μάλιστα από μικρή ηλικία»...απ’τα πέντε και τα έξι και τα επτά και τα οκτώ…πού να φτάσουμε στα δεκατέσσερα και στα δεκαπέντε…που γαμπρίζουμε από τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου! Χωρίς φόβον Θεού! Χωρίς φόβον Θεού! Τα τείχη του εγωισμού και των παθών, δεν θα πέσουν με τίποτα, λέγει ο πνευματικός μου, παρά μόνον με την ταπείνωση. Με την άκραν ταπείνωση. Και την υπακοή προς τις εντολές του Ευαγγελίου και του Αγίου Θεού. Έτσι γκρεμίζονται τα πάθη, έτσι γκρεμίζεται ο εγωισμός που είναι η πηγή όλων των κακών.

Βλέπετε λοιπόν, μαθηταί του Κυρίου ήσαν, και μάλιστα ο ένας εξ αυτών, ο πλέον αγαπημένος, αυτός που ακούμπησε και στο στήθος του Χριστού και είπε και ερώτησε «τις εστίν ο παραδιδούς σε;». Αυτός ο ηγαπημένος μαθητής του Κυρίου που μέχρι το τέλος της ζωής του εκήρυττε την αγάπη και έλεγε «αγαπάτε αλλήλους»…και αυτός στον καιρό που δεν είχε ολοκληρωμένη την χάρη και την αποκάλυψη, ενώ είχε τον Χριστό δίπλα του, τον ακουμπούσε, τον ψηλαφούσε κάθε μέρα, κάθε λεπτό, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, εν τούτοις όμως, βλέπετε, το πάθος κυνήγησε να ικανοποιήσει.
Και μεις λοιπόν, που εξομολογούμεθα, που κοινωνούμε, που προσευχόμεθα, που κάνουμε παρακλήσεις, που κοινωνούμε τακτικά, που εκκλησιαζόμαστε, που κάνουμε την άλφα αρετή και τηρούμε την βήτα εντολή. Κι εμείς τα πάθη κυνηγάμε να ικανοποιήσουμε…και πρώτος εγώ.
Και αφού πήραμε την αφορμή να πούμε για την αγάπη που είχε ο μαθητής εκείνος ο εκλεκτός του Κυρίου, είναι φοβερό και τρομερό πράγμα να προσέρχεσαι στο μυστήριο των μυστηρίων, το βασιλικότατον, όπως μας το λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, και να έχεις τι κατά του αδελφού σου. Και μάλιστα ο Κύριος, στην επί του όρους ομιλία λέγει ότι για να προσέλθεις στο Άγιον Ποτήριον, θα πρέπει να συνδιαλαγείς με τον αδελφό σου που όχι έχεις εσύ κάτι εναντίον του, αλλά εκείνος έχει κάτι εναντίον σου. Έτσι λέγει. Αυτή είναι η εντολή. Και αν δεν θέλουμε με αυτόν τον τρόπον, μαθαίνουμε, διδασκόμαστε… στην πράξη ποια είναι η ταπείνωσις, πώς μιμούμεθα τον Χριστόν στην υπακοή.
Διαφορετικά έχει άλλους τρόπους ο Θεός να μας μάθει και την ταπείνωση και την υπακοή. Να μας δώσει ένα μπάτσο. Τι προτιμάτε και τι προτιμούμε όλοι μας; Να καθίσουμε και να ασχολούμεθα διαρκώς με το να αυτοκατακρίνουμε τον εαυτόν μας και όχι τους άλλους, με το να αυτομεμφόμεθα τον εαυτό μας, διότι η μεγαλύτερη αρετή, κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας μας και κατά την διδασκαλίαν του Ευαγγελίου και όλων όσων πέρασαν απ’ αυτή τη ζωή, που την περπάτησαν μέσα στ’ αγκάθια και στους πειρασμούς, όλοι δηλαδή οι Άγιοι, έμαθαν ότι η μεγαλυτέρα αρετή που μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος είναι η αυτομεμψία. Να αυτομέμφομαι τον εαυτό μου. Και τον μέμφομαι. Σήμερα πέθανα! Μη σας φαίνεται παράξενο! Ροκανίζεται ο χρόνος, ροκανίζεται, εβδομήντα ένα-ενδομήντα δύο πάμε…ροκανίζεται! Σήμερα πεθάναμε! Πέθανα σήμερα! Θα ’ρθούν θα κλάψουν, πέντε-δέκα, είκοσι, θα τον θάψουν…Θεός ‘χωρές τον. Ήταν και απότομος, θα πουν…ήταν και θυμώδης…ε…μας έβαζε και κατσάδες, μας απόπαιρνε πολλές φορές. Θεός ‘χωρές τον. Καλά εδώ…τα περάσαμε ωραία, μας κάνετε και μετάνοιες και τεμενάδες, μερικές φορές σκύβετε κάτω και φιλάτε και τα πόδια μας, λες και ποιος ξέρει τι είμεθα…Βέβαια την ιεροσύνη του Χριστού ασπάζεσθε, εμείς δεν έχουμε ιεροσύνη, η ιεροσύνη δεν είναι δική μας, του Χριστού είναι η ιεροσύνη, σ’ αυτήν απευθύνεσθε! Στο Χριστό! Και όχι σε μας. Τι θα πούμε λοιπόν; Τι θα πω; Τι θα απολογηθώ; Και είδατε τι λέγει κάθε τόσο η Εκκλησία: «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά…».
Το ’κανε και ένας ασκητής ξέρετε αυτό, κάθε βράδυ, είχε σκάψει ένα λάκκο, και έλεγε «τώρα πεθαίνω, τώρα θα ’ρθουν οι Πατέρες, θα πουν δυο λόγια, θα πουν συγχωρέστε με, θα με θάψουν, θα φύγουν. Τι θα γίνει όταν παρουσιαστώ μπροστά στο φοβερό βήμα του Χριστού; Τι θα γίνει;». Αυτό πρέπει να μας τρώει κάθε μέρα. Μικρούς και μεγάλους. Δυστυχώς όμως, είναι κάτι που δεν κηρύσσεται και δεν επεξεργάζεται από τους λεγομένους ορθοδόξους νεοέλληνες χριστιανούς. Δηλαδή, η αυτομεμψία.

Να προσφέρουμε λοιπόν, πρώτα την ελεημοσύνη και την αγάπη στον εαυτόν μας κυνηγώντας τα πάθη και καλλιεργώντας τις αρετές και εν συνεχεία αυτό το πράγμα να γίνει παράδειγμα και εις τους άλλους. Μόνον όταν εμείς δουλεύουμε για τον εαυτόν μας, τότε δουλεύουμε και για τους άλλους. Η πράξις η δική μας γίνεται φως για τους άλλους.
«Υμείς εστέ το φως του κόσμου». «Υμείς εστέ το φως του κόσμου». Είστε φως, ο καθένας από σας και μείς μαζί οι ιερείς, διότι πήραμε μέσα μας τον Χριστόν που είναι φως, ζωή, Ανάστασις, οδός και η αλήθεια. Και όλα αυτά τα πράγματα που τα πήραμε δια του Αγίου Βαπτίσματος, και όλα αυτά εμπλουτίστηκαν από τις πολλαπλές δωρεές του Παναγίου Πνεύματος και εν συνεχεία μέσα στη ζωή, όσο μπορέσαμε ο καθένας από μας, αυτές καλλιεργήσαμε.. και έτσι λοιπόν, όλο αυτό γίνεται φως και οδηγός εις τους συνανθρώπους μας και προπαντός δε εις την οικογένεια μέσα εις την οποία ζούμε. Φως λοιπόν να γίνουμε.

Μια κυρία, περίπου 30 ετών, γιατί έχουμε τώρα δράματα εδώ και μου ’ρθαν δάκρυα στα μάτια, δράματα και πειρασμοί, παρακαλάτε τον Θεόν!!! Εσείς να διαλέγετε τον κόπο και το μόχθο στην τήρηση των εντολών, παρά να σας στέλνει ο Θεός πειρασμό! …χάνει το παιδί της (είναι διήγησις απ’ το Γέροντά μου), χάνει το παιδάκι της, μόλις και μετά βίας μπόρεσε να το αποκτήσει και 6 μηνών το χάνει. Ένα αγγελούδι, 6 μηνών αγγελούδι…τι θα είναι 6 μηνών!
Πριν το σηκώσουν απ’ το σπίτι την επομένη ημέρα για να το πάνε στην Εκκλησία και απ’ την Εκκλησία κατόπιν στο νεκροταφείο, εκεί όπου ήταν ξαπλωμένο, γονατίζει αυτή η πονεμένη μητέρα και λέει στο παιδάκι της «παιδάκι μου τώρα, εσύ είσαι αγγελούδι, έγινες άγγελος και πήγες στη Βασιλεία των Ουρανών, στολίζεις με την ψυχούλα σου το θρόνο του Θεού! Σε παρακαλώ! Να προσεύχεσαι για μένα, τη μάνα σου τη δόλια και τον πατέρα σου και για όλον τον κόσμο. Να μας διδάξει ο Θεός και να μας μάθει ο Θεός την ταπείνωση, τη σωτηρία. Το φως Του να δεχτούμε. Αυτό να Τον παρακαλάς.»

Με την ταπείνωση αρχίσαμε, για το φως του Θεού μιλήσαμε….τον νου και την καρδιά… Και όλον τον άνθρωπο … αυτό ζήτησε και εκείνη η ευλογημένη μητέρα από το νεκρό παιδάκι. Και το παιδί απάντησε! Νεκρό ήτανε! Και από τα μάτια του έτρεξαν δεξιά και αριστερά δύο δάκρυα. Άκουσε! Άκουσε! Απ’ τον ουρανό, άκουσε! Κι απάντησε! Κι είπε «Ναι, μάνα…ναι μητέρα. Αυτό θα σου στέλνω δια της προσευχής μου…την ταπείνωση, την αγάπη, το φως
Αυτά μας χρειάζονται.
Αυτά μας χρειάζονται.
Με αυτά θα σωθούμε.

Αμήν.

Κυριακή, 14 Απριλίου 2002

Εποικοδομητικοί σχολιασμοί για ταπείνωση σε ομιλία του Γέροντός μου



Δ Νηστειών, 2002
175α

Σήμερα, μεγάλη ημέρα του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα…ζήτησε από τον πατέρα του παιδιού που έπασχεν…πίστην. Κι εκείνος είπε «πιστεύω Κύριε, βοήθει μοι τη απιστία». Και όταν τον ρώτησαν οι Απόστολοι για ποιο λόγο δεν μπόρεσαν να κάνουν αυτοί το θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού, Εκείνος απήντησε «δια την απιστία υμών». Ώστε λοιπόν, το θαύμα, όχι μιας οποιαδήποτε αρρώστιας, αλλά το θαύμα να θεραπευτεί η παράλυτη ψυχή μας και να φύγουν από μέσα τα δαιμόνια των παθών, κατά πρώτον λόγον χρειάζονται πίστη. Είπεν όμως ο Κύριος κατόπιν εις τους Αποστόλους, ότι «τούτο το γένος των δαιμόνων», είναι ισχυρά τα δαιμόνια όταν εισέρχονται στον άνθρωπο, κυρίως όταν κάνουν κατοχή με τα διάφορα πάθη. Τα βλέπετε τα πάθη, πόσα είναι μέσα μας, ισχυρά και μεγάλα και θέλουν κατά την εντολήν του Θεού…να μην την πω εντολή…κατά την υπόδειξη του Θεού, κατά την παράκληση του Θεού…θέλουνε νηστεία και προσευχή. Αλλά όλοι οι Πατέρες όμως της Εκκλησίας μας, όπως και ο Άγιος, ο σημερινός, ο εορταζόμενος Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, λέγει ότι «και η πίστις και η προσευχή και η νηστεία, προϋποθέτουν μια αρετή, την πιο μεγάλη απ’ όλες, την πιο βασική, την ταπείνωση». Εάν δεν έχεις αυτήν την ταπείνωση, δεν έχεις δηλαδή το θεμέλιο, δεν μπορείς να στηρίξεις το οικοδόμημα της σωτηρίας σου. Κακά τα ψέματα, με τα λόγια, όλοι μας λέμε ότι έχουμε ταπείνωση. Αλλά και κείνος που θα το πει ότι έχει ταπείνωση…εκείνος δεν έχει!
Πολλούς ρωτάω στην ιερά εξομολόγηση «έχεις ταπείνωση; καλλιεργείς…» «Βεβαίως, βεβαίως, βεβαίως»…χίλιες φορές το λεν το «βεβαίως»! Τίποτα δεν καλλιεργούμε από την άποψη της ταπεινώσεως. Θέλετε να σας το αποδείξω; Θα σας διαβάσω κάτι που είναι γραμμένο από τον δικό μου τον πνευματικό και Γέροντα, εδώ και 42 χρόνια.
Λέγει: «εάν έχεις ταπείνωση, έχεις αγιότητα!». Προσέξτε ταυτίζει την ταπείνωση με την αγιότητα! «Και αν έχεις αγιότητα, οπωσδήποτε είσαι ταπεινός. Εάν δεν σε δοξάζει ο Θεός, η δόξα των ανθρώπων είναι μάταια και απατηλή». Δυστυχώς αυτό το μάθημα, το μαθαίνουμε μερικές φορές, πολύ πολύ αργά. Ο Θεός δε βλέπει το πρόσωπον. Δε βλέπει τα γαλόνια που φοράς. Δε βλέπει το πόσο γεμάτο είναι το πορτοφόλι σου. Δε βλέπει τα κτήματά σου, δε βλέπει τα πολυτελή ενδύματα που φοράς, δεν εντυπωσιάζεται από το κάλλος και την ομορφιά του προσώπου σου, διότι Αυτός σου την έδωσε, αλλά βλέπει μόνον στην καρδιά του ανθρώπου. Βλέπει μέσα σου-αυτή ακριβώς όπως είναι. Γι’ αυτό λοιπόν, φρόντισε κι εσύ παιδί μου, πατέρα μου, αδελφή μου και μητέρα μου και τέκνον μου να εμβαθύνεις όσο το δυνατόν περισσότερο μπορείς στην ταπείνωση του Θεού.
Εκείνος φόρεσε σάρκα! Ντύθηκε με την ανθρώπινη φύση, διότι τέτοιο πυρ καταναλίσκον όπως είναι ο Θεός, έπρεπε να σκεπαστεί…διότι αν οι άνθρωποι έβλεπαν αυτό το πυρ, θα εκαίγοντο. «Τις δύναται ειδείν τον Θεόν και ζήσεται; Πυρ γαρ εστίν καταναλίσκον» μας λέγει η Αγία Γραφή. Πόσον άπειρος ήτο πράγματι η ταπείνωσίς Του; Γέννησις, υποστατικά βέβαια βρίσκετο μέσα σε ένα νήπιο..ο Θεός της Δόξης γεννήθηκε σε ένα στάβλο! Όχι σε μια σπηλιά που την παρουσιάζουν οι εικονίτσες …και όμορφη κιόλας…και διανθισμένη και με λουλουδάκια. Στάβλος ήτανε, αχούρι ήτανε, βρωμούσε το αχούρι! Και κει μέσα γεννήθηκε. Τα παιδιά μας πού τα γεννάμε; Ρωτήστε μόνοι σας. Ο Θεός της Δόξης δέχεται κατόπιν να μαστιγωθεί από το πλάσμα Του. Ο δημιουργός των πάντων να περιφρονηθεί. Αυτόν τον δούλον που τον θεράπευσε στους οφθαλμούς - αυτός τον ράπισε. Εγκαταλείπεται από τους μαθητάς Του. Ο ένας τον προδίδει. Ο άλλος τον αρνείται.
Τι είναι λοιπόν να σκύψει ο άνθρωπος μπροστά σ’ αυτήν την ταπείνωση του Χριστού που πρέπει να την μελετά οπωσδήποτε κάθε μέρα για να παίρνει το μάθημα της ταπεινώσεως της αληθινής, της περιφρονήσεως της αληθινής. Ο Κύριος όμως μας τη φανέρωσε και μας την απέδειξε με την όλη Του ζωή. Από τότε που εγεννήθηκε μέχρι τότε που σταυρώθηκε, αναμάρτητος ων, για να μπορεί να φωνάζει με όλη Του την καρδιά και σαν άνθρωπος και σαν Θεός «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Και το ληστή και τον κακούργον, τον μεγάλον αυτόν αμαρτωλόν – ποιος ξέρει τι κακουργήματα είχε κάνει και σε τι άλλες αμαρτίες φοβερές θα είχε πέσει…και όμως επειδή Τον ομολόγησε Θεόν και επειδή ήλεγξε τον συσταυρωμένον, βρέθηκε πρώτος, εισερχόμενος πρώτος εις την Βασιλεία των Ουρανών. Τουλάχιστον την μετάνοια του ληστού να έχουμε! Την κραυγή του να διαθέτουμε κάθε μέρα. Και από την παραβολή του ασώτου, τη φωνήν αυτού να παραλάβουμε και να επαναλαμβάνουμε «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου. Ποιησόν με ως ένα τον μισθίων Σου». Αλλά και στην παραβολή του τελώνου και Φαρισαίου, την φωνήν του τελώνου που δεν ήθελε να σηκώσει τα μάτια του ψηλά να κοιτάξει τον Κύριον. Χαμηλά τα μάτια, …εκεί στο χώμα. Από χώμα είμαι. Αμαρτωλός είμαι, βρώμικος είμαι, τρισάθλιος είμαι, αχρείος είμαι. Αυτός είμαι. Ναι Πατέρα μου, νευριάζω, θυμώνω, βρίζω, βλαστημώ. Έχω εγωισμό, υπερηφάνεια, κατάκριση, κουτσομπολεύω, κάνω κείνο, κάνω τ’ άλλο. Όχι λέω καλά λόγια στο διπλανό μου κι όχι μαζεύω από δω κι από κει δεκάρες για να κάνω ελεημοσύνη. Καλά κάνεις. Κάντα κρυφά. Να μη στα βλέπει κανένας. Στον εξομολόγο τι θα πείς! Αυτό μετράει! Διότι τα λες μπροστά στο Χριστό! Τ’ άλλα Εκείνος τα ξέρει και τα γνωρίζει. Και τι κρύβει η δεξιά σου και τι κρύβει η αριστερά σου. Τι κρύβει το κεφάλι σου, τι κρύβουν οι αισθήσεις σου και προπαντός τι κρύβει η καρδιά σου. Τι ζητάει από μας ο Θεός; Λέει ο Γέροντάς μου «άπειρη ταπείνωση, άπειρη αγάπη. Απεριόριστη υπακοή εις το Πανάγιον θέλημα του Θεού». Απεριόριστη. Δεν κάνουμε συμβιβασμούς στο ό,τι μας λέει ο Θεός. Δεν λέμε «αυτό δεν ταιριάζει στην εποχή μας»…δεν το λέμε. Άλλη εποχή η δική σας. Άλλη εποχή η δική μας. Αλλιώς ζούσε τότε ο κόσμος, αλλιώς ζει τώρα. Όχι! Ο Θεός έχει έναν νόμο, έχει ένα Ευαγγέλιο και πρέπει σ’ αυτό να υπακούμε. Σ’ αυτό και γω να υπακούω σαν ιερεύς. Σαν λειτουργός του υψίστου. Με συντριβή και ταπείνωση. Με οδυρμούς και δάκρυα κάθε μέρα. Όχι με ψευτοχαμόγελα…συγχωρέστε με. Έρχεστε στην εξομολόγηση, πολλές κάθεστε και σταυροπόδι και χαμογελάτε κιόλας «ε…τι να κάνουμε…είμαστε και αμαρτωλές». Δεν εξομολογούνται έτσι. Μετά φόβου και τρόμου ενώπιον του Αγίου Θεού! Και με σκυμμένο το κεφάλι! Διότι είμαστε αμαρτωλοί. Ταπεινώσου λοιπόν όσο μπορείς περισσότερο. Ζήτησε να θεωρηθείς και να θεωρείς τον εαυτό σου έκτρωμα. Δηλαδή κάτι τόσο σιχαμερό, κάτι το βρώμικον. Ποιος πλησιάζει τον εμετό ενός σκύλου; Ρωτάει ο Γέροντάς μου. «Ποιος πλησιάζει τον εμετό ενός σκύλου;». Ε…τέτοιος είσαι! Τι νομίζεις ότι είσαι; Πήρε ο Θεός από πάνω του τη χάρη; Σου πήρε από πάνω το Άγιο Βάπτισμα; Σου πήρε το Άγιο Μύρο; Τι είσαι; Χώμα είσαι! Χώμα είμαι. Χώμα είμαστε. Να …σήμερα το βράδυ μπορεί να πεθάνω.. μέχρι το βράδυ …φαπ…στρωματσάδα…τον πιάνει…παγωμένος ο παπάς! Που είναι εκείνος ο ζωντανός που ήξερε μόνο να φωνάζει και δεν έκανε τίποτα;.. θα πείτε. Να…κι αυτός τι έγινε. Στο χώμα κατέληξε.
Τι έλεγε λοιπόν ο Απόστολος Παύλος «ως περικαθάρματα του κόσμου τούτου εγεννήθημεν». Τι λέγει ο προφήτης Ησαΐας; Διαβάζετε καμιά φορά κανέναν προφήτη;…δεν προλαβαίνομε θα μου πείτε. Εμ βέβαια, δεν προλαβαίνομε! Αφού έχουμε τόσες δουλειές. Μας πνίγει ο πολιτισμός σήμερα με τις δουλειές. Δουλεύουν άντρες και γυναίκες. Πού να μείνει καιρός να διαβάσουμε Καινή Διαθήκη και Αγία Γραφή; Η κάθε αρετή μας,….προσέξτε τι θα σας πω,… η κάθε αρετή μας είναι (όχι μοιάζει)..είναι, θεωρείται στα μάτια του Θεού ως ράκος αποκαθημένη??? Αν ξέρετε τι θα πει ράκος αποκαθημένης καλώς, τη μετάφραση δεν μπορώ να σας πω..τώρα. Ρωτήστε μεταξύ σας τι θα πει ράκος αποκαθημένη. Έτσι πρέπει να λογίζεται τον εαυτόν του ο κάθε άνθρωπος. Κι εγώ μαζί δηλαδή - δεν αποτελώ εξαίρεση και κοκορεύομαι… Ποιος είσαι; Ρωτάει. Σκουλήκι της γης. Με τόσες αμαρτίες που δεν θέλεις να ταπεινωθείς, να καταφρονηθείς. Όταν ο δημιουργός σου, ο Κύριός σου, που υμνείται από τους αγγέλους και δοξάζεται από τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, που Τον δοξάζει τώρα ολόκληρος η θριαμβεύουσα Εκκλησία των Αγίων, των Οσίων, των μαρτύρων. Αυτός ο Κύριος…εταπεινώθει, επτύσθει, εμαστιγώθει, εγυμνώθει μπροστά σε όλους του ανθρώπους όταν σταυρώθηκε. Δεν είναι μ’ αυτό το πανάκι που βλέπετε. Αυτό το βάλαμε εμείς. Εμείς οι άνθρωποι το βάλαμε αυτό. Για να καλύψουμε τη δική μας ντροπή! Τη δική μας γύμνια καλύπτουμε με κείνο το πανί που έχουμε κάτω από τη μέση του Εσταυρωμένου Κυρίου. Αυτός ήταν γυμνός εκεί επάνω. Κι εσύ κι εγώ…δεν καταδεχόμαστε να γυμνωθούμε μπροστά στον πνευματικό ο οποίος ύστερα από 3 λεφτά θα τα ’χει ξεχάσει όλα, για να τα παραλάβει ο Κύριος κι αυτό το χειρόγραφο που έχεις γραμμένο είτε σε χαρτάκι είτε στην καρδιά σου…θα το πάρει Εκείνος και θα το κάνει κομμάτια, θα το βάλει μέσα στο Αίμα Του όπως βάζει το ψιχουλάκι με τ’ ονοματάκι σου, μέσα στο Άγιον Ποτήριον και λέει «απόπλυνον Κύριε τας αμαρτίας των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου ζώντων τε και τεθνεόντων». Απ’ αυτά που σας είπα, είπα μισή σελίδα από τον Γέροντά μου και πέρασαν 14 λεπτά, 15. Να μην σας κουράσω άλλο, τα υπόλοιπα θα τα πούμε την επομένη Κυριακή.

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2002

Η δύναμις των πρεσβειών της Θεοτόκου



Δ' Χαιρετισμοί, 2002
174-δ

«Χαίρε λουτήρ εκπλύνων συνείδησιν..».
Χριστιανοί μου, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί από μόνος του να απαλλαγεί από το βάρος της αμαρτίας. Κανένας μας δεν μπορεί από μόνος του να καθαρίσει τη βρωμιά και τα στίγματα που δημιουργεί η κακία, η πονηρία, ο εγωισμός, η υπερηφάνεια, η κενοδοξία, η φιλαργυρία και το σύνολο των παθών. Μόνον ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Ιησούς Χριστός το μπόρεσε με τη θυσία Του πάνω στο Σταυρό. Το Θεανθρώπινο εκείνο αίμα που έρευσε πάνω στο Γολγοθά….με αυτό ξεπλένει τον ρύπο και την ενοχή της κάθε αμαρτίας. Της πιο μεγάλης, της πιο βαριάς, της αμαρτίας του συνόλου των ανθρώπων.
Είναι ο Σωτήρας, ο Λυτρωτής, είναι η Ζωή, το Φως, η Ανάστασις.
Και αυτήν τη δωρεά, τη λύτρωση και τη σωτηρία την χρωστάμε στην Παναγία μας, γιατί αυτή γέννησε τον Θεάνθρωπο Κύριον, τον Σωτήρα του κόσμου, δια μέσου του οποίου επραγματώθη η πνευματική και ηθική κάθαρση του όλου ανθρώπου. Πόση ευγνωμοσύνη λοιπόν, οφείλουμε στην Κυρία Θεοτόκο! Εάν δεν έλεγε το «ναι» στον Αρχάγγελο Γαβριήλ, δηλαδή αν δεν έλεγε τις φράσεις «Ιδού η δούλη Κυρίου, γεννητό μου κατά το ρήμα σου», δεν θα είχε γεννηθεί ο Υιός της, ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Ιησούς Χριστός μέσα απ’ τα σπλάχνα της. Και όλοι μας θα βρισκόμασταν κάτω απ’ το βάρος της αμαρτίας, κάτω απ’ την τυραννίαν του διαβόλου, κάτω από την εξουσίαν του θανάτου.
Γι’ αυτό και τόσα εγκώμια στην Παναγία μας.
Γι’ αυτό τόσοι ύμνοι και ωδές πνευματικές.
Γι’ αυτό και τόσο μεγάλο και αμέτρητο το πλήθος των θεοτοκίων.
Η θέση της στην Εκκλησία μας, στους ναούς μας, είναι δεξιά του Υιού της. Το βλέπετε εδώ στο ιερό τέμπλο…όπως σας βλέπω εγώ και όπως είναι η εικόνα του Κυρίου, δεξιά της είναι η Παναγία μητέρα Του. Σκοπός λοιπόν της ομιλίας μας είναι η Παναγία μας.
Γι’ αυτό ας παρακολουθήσουμε μερικές σκέψεις ιερές…

Ο νεοφανής Άγιος της Εκκλησίας μας ο Άγιος Άνθιμος Χίου, που εκοιμήθη το 1960, ακόμα πιο νεότερος του Αγίου Νεκταρίου Αιγίνης και του Οσίου Νικολάου του Πλανά, μας λέγει τα εξής περίπου για την Παναγία μας.

Η Παναγία μας αδελφοί μου, η Υπεραγία Θεοτόκος, είναι η σωτηρία όλου του κόσμου γιατί γέννησε τον Σωτήρα του κόσμου, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Η Παναγία μας είναι η ολόφωτη εκείνη λαμπάδα που λάμπει περισσότερο από επτά ήλιους μαζί, φωτίζοντας με τη θεομητορική της λάμψη ολόκληρη της οικουμένη. Όταν τρέχουμε κοντά της, όπως το κάναμε και σήμερα το βράδυ, τώρα, που τρέξαμε για ν’ ακούσουμε και να ψάλλουμε τους χαιρετισμούς της…και αυτό όταν το κάνουμε βέβαια με πίστη και με ευλάβεια, με ταπεινό το φρόνημα και με καρδιά συντετριμμένη, τότε δεν θα μας απορρίψει ποτέ.
Είναι η Μητέρα μας, είναι η παρηγοριά μας, είναι η προστασία μας. Και αυτό το βεβαιώνει η ορθόδοξη εκκλησιαστική μας υμνολογία όταν ψάλλει «πάντων προστατεύεις Αγαθή».
Μας συμπαθεί, μας πονάει, μας λυπάται, στην κάθε μας ανάγκη είναι πρόθυμη να τρέξει κοντά μας για να μας βοηθήσει, αρκεί να της το ζητήσουμε με βαθιά πίστη και πολλή την ταπείνωση. Και ποιος δεν την φωνάζει; Και ποιος δεν την παρακαλεί;
Όλοι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας είναι βοηθοί μας, αλλά απ’ όλους περισσότερον η Παναγία μας. Διότι Εκείνη έχει το πλήθος των οικτιρμών και μάλιστα για όλους εμάς που είμεθα αμαρτωλοί, αχρείοι, εκτρώματα του κόσμου τούτου. Γι’ αυτό και δεν παύει να μεσιτεύει στον Υιόν της, να Τον παρακαλεί, να Τον ικετεύει για το φωτισμό μας, για τη διόρθωσή μας, για τη σωτηρία μας. Και ο Υιός της, ο Θεάνθρωπος Κύριος, έχει μεγάλη τη χαρά όταν τον παρακαλεί η Παναγία Μητέρα Του διότι δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού αλλά τη σωτηρία του. Γι’ αυτό και μας την έφερε στον κόσμο, γι’ αυτό και μας την χάρισε. Για να την έχουμε σαν μέσο σωτηρίας, σαν σανίδα σωτηρίας, σαν κλίμακα του Ιακώβ, σαν γέφυρα που μας οδηγεί από την γη στον ουρανό.
«Και Σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν,
μη μου ελέγξει τας πράξεις ενώπιον των αγγέλων,
ο Υιός σου, παρακαλούμεν σε Παρθένε
βοήθησόν με εν τάχει».
Να η διαβεβαίωσις από τις παρακλήσεις μας το Δεκαπεντάυγουστο.
Μέσο σωτηρίας όμως είναι και τα Πανάγια Μυστήρια, τα Πανάγια Μυστήριά μας.
Μέσο σωτηρίας και ο πνευματικός μας στην ιερά εξομολόγηση.

«Χαίρε λουτήρ εκπλύνων συνείδησιν..».
Σφάλλουμε; Δια πρεσβειών της Παναγίας μας μητρός στον πνευματικό να τρέξουμε. Ας σφάλουμε, αμαρτάνουμε…ναι, αμαρτάνουμε κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, τότε λιμάνι σωτηρίας είναι η ιερά εξομολόγησις με μετάνοια αληθινή.
Ναι χριστιανοί μου, ο ανεξίκακος Υιός της Παρθένου, ο μακρόθυμος Υιός της Παναγίας, ο φιλάνθρωπος Υιός της Θεοτόκου, μας δώρισε πλούσια τα μέσα σωτηρίας και τα πρώτα είναι το Βάπτισμα και το Χρίσμα, η Θεία Κοινωνία και η ιερά εξομολόγηση. Και τα χορηγεί σε όλους μας μικρούς και μεγάλους, άντρες και γυναίκες, νέους, γέρους και παιδιά, δικαίους και αδίκους, πονηρούς και αγαθούς, καλούς και κακούς, αμαρτωλούς και εναρέτους.
Και μας στέλνει και βοηθούς για αυτό το φωτισμό. Έχουμε βοηθούς αγγέλους και αρχαγγέλους και τον άγγελο φύλακα της ψυχής μας. Έχουμε βοηθούς και όλους τους Αγίους όπως τον Άγιο Γεώργιο, τον Άγιο Δημήτριο, τον Άγιο Γρηγόριο, τον Άγιο πρωτομάρτυρα και αρχιδιάκονο Στέφανο, τον Άγιο Χαράλαμπο, τον Άγιο Χρυσόστομο, τον Άγιο Νεκτάριο, τον Άγιο Χριστοφόρο, τον Άγιο Αθανάσιο, τον Άγιο Βασίλειο, το Μέγα Αντώνιο και τόσους τόσους άλλους Αγίους.
Έχουμε ακόμα την Αγία Βαρβάρα, την Αγία Παρασκευή, την Αγία Αικατερίνη, την Αγία Μαρίνα, την Αγία Ματρώνα, την Αγία Μαρκέλλα, την Αγία Ειρήνη, την Αγία Ελένη και πλήθος ακόμη άπειρο Αγίων γυναικών.
Έχουμε επίσης το χορό των Αγίων Αποστόλων, την χορεία των Προφητών, τους ομίλους των Οσίων και θεοφόρων Πατέρων ημών, τους ομίλους των Μεγάλων Ιεραρχών και οικουμενικών διδασκάλων και τους εν ασκήσει διαλάμψαντες Αγίους και τόσους άλλους και τόσους άλλους…
Ως άστρα του ουρανού οι Άγιοι. Αλλά των όλων ανωτέρων είναι η Παναγία μας.
Γι’ αυτό και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς φώναζε μέρα-νύχτα «Υπεραγία Θεοτόκε φώτισον το σκότος της ψυχής μου»! Ας το φωνάζουμε λοιπόν κι εμείς. Αλλά και το
«Θεοτόκε Παρθένε, Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία,
ο Κύριος μετά Σου,
ευλογημένη Συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας Σου,
ότι Σωτήρα έτεκες των ψυχών ημών».
Αυτόν τον ύμνο της Θεοτόκου να τον πούμε 100 φορές. Και άλλες 100 φορές ολόκληρον το «Άξιον εστίν ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών» και τα λοιπά, κατόπιν όλους τους Χαιρετισμούς όπως θα τους πούμε την άλλη Παρασκευή…και τα 24 γράμματα.
Κάντε το αυτό μια, δυο, τρεις βραδιές και ζητήστε μετά από την Παναγία μας με πίστη και ταπείνωσιν εκείνα που αποβλέπουν στη σωτηρία μας και …να τότε θα έρθουν πληθωρικές οι ευλογίες της.
Όχι απελπισία, όχι απόγνωσις, όχι μελαγχολία και στενοχώρια. Καταφυγή μας η Παναγία. Γρήγορα, γρήγορα ας τρέξουμε κοντά της στην αγία της εικόνα που όλοι πιστεύω ότι έχουμε στα σπίτια μας.
Εκείνη είναι το ταμείον,
Εκείνη και η ασφάλειά μας,
Εκείνη το λιμάνι,
Εκείνη και η παρηγοριά μας.
Και κάτι άλλο πολύ σημαντικό που μας το τόνισε ο χαιρετισμός με τον οποίο αρχίσαμε «Χαίρε λουτήρ εκπλύνων συνείδησιν..».
Κείνη λοιπόν, η Παναγία μας είναι η χειραγωγός που μας οδηγεί στο λουτήρα του Υιού της για να ξεπλυθούν οι αμαρτίες μας. Αυτό όμως σημαίνει ανάπαυση, χαρά σωτηρία, αναγέννηση, αγιασμό και θέωση ακόμα. Αυτή τη χάρη της, την έδωσε ο Υιός του Θεού που έγινε και Υιός ανθρώπου, Υιός της Παρθένου δηλαδή Υιός δικός της. Και την περιμένει ο Κύριος για να μεσιτεύει και παρακαλεί για όλους εμάς που είμεθα αμαρτωλοί κι αχρείοι, ταλαίπωροι και βρώμικοι.
Και Εκείνη τρέχει από ψυχή σε ψυχή, από άνθρωπο σε άνθρωπο, από καρδιά σε καρδιά, από σπίτι σε σπίτι, από Εκκλησία σε Εκκλησία,
για ν’ ακούσει τις προσευχές μας…
για να σφουγγίσει τα δάκρυά μας,
για να απαλύνει τους πόνους μας,
για να μας ξεκουράσει από βάσανα και θλίψεις,
για να παρηγορήσει, να τονώσει, να χαρίσει την ελπίδα, τη γιατρειά.
Γι’ αυτό, ας εκμεταλλευτούμε την παρρησία της στον Υιόν της, τον Χριστό, τον Σωτήρα και Λυτρωτή μας.
Ν’ αρπάξουμε αυτήν την ευκαιρία που μας δίδεται σε κάθε στιγμή της ζωής μας, και με τις πρεσβείες της να τρέξουμε να πλύνουμε τη συνείδησή μας με μετάνοια και συντριβή.
Ναι, Παναγία μας, ναι Υπεραγία Θεοτόκε, «την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, Μήτερ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπιν σου».

Αμήν.

Κυριακή, 7 Απριλίου 2002

Η δόξα του Σταύρου και τι προσκυνούμε στο Τίμιο Σταυρό

174 γ
Σταυροπροσκυνήσεως 2002


Ο Σταυρός χριστιανοί μου είναι σύμβολο και πραγματικότητα.
Ο Σταυρός είναι η πίστις μας, είναι η δύναμίς μας και η δόξα μας.
«Σταυρός των αγγέλων η δόξα και των δαιμόνων το τραύμα» έψαλλε η Εκκλησία μας στον όρθρο.
Όταν πλησίαζε η ώρα αδελφοί μου, για να σταυρωθεί ο Κύριος, δηλαδή λίγο πριν από το πάθος Του, απευθυνόμενος προς τον ουράνιο Πατέρα Του στην Αρχιερατική προσευχή, μίλησε για την ειδική δόξα που θα έκρυβε ο Σταυρός Του. «Πάτερ ελήλυθεν η ώρα, δόξασόν Σου τον Υιόν». Να δοξάσεις δηλαδή τον Υιόν Σου, Πατέρα μου, με τη θυσία και το μαρτύριο πάνω στο Σταυρό.
Αυτό καταμαρτυρείται και από το έβδομο κεφάλαιο του Ιωάννου, όταν μας καθιστά γνωστόν ότι η χάρις του Αγίου Πνεύματος, που αναγεννά και σώζει κάθε άνθρωπον που πιστεύει στο Χριστό, δεν είχε δοθεί ακόμη σε κανέναν επειδή ο Ιησούς δεν είχε ακόμα δοξασθεί με τη Σταυρική του Θυσία. Και επί λέξει, «ούπω γαρ ήν Πνεύμα Άγιον ότι ο Ιησούς ουδέπω εδοξάσθη». Έτσι η κατάρα του Σταυρικού θανάτου έγινε δόξα Χριστού. Και είναι δόξα γιατί ο Χριστός πάνω στο Σταυρό νίκησε τον διάβολο, νίκησε την αμαρτία, νίκησε και αυτόν τον θάνατον.
Το σιτάρι όταν χάνεται και σπέρνεται στη γη, τότε δοξάζεται, δηλαδή καρποφορεί. Και ο Σταυρός όταν ματώθηκε από το Πανάγιον Αίμα του Χριστού μας, τότε έγινε ένδοξο ξύλο, ανθοφόρο και καρποφόρο. Ο κόκκος του σίτου εάν πεθάνει, πολύν καρπόν φέρει είπε ο ίδιος ο Κύριος. Έτσι και ο καρπός του Σταυρού, γέμισε ολόκληρον τον κόσμον, τον οποίον τρέφει, συντηρεί και σώζει ο Σταυρός του Χριστού.
Και αφού δια του Σταυρικού θανάτου επραγματώθη η σωτηρία ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους, άρα η δόξα του Χριστού είναι και δική μας δόξα.
Σωτηρία, Σταυρός και Δόξα ταυτίζονται γι’ αυτόν που πιστεύει και βαπτίζεται στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτόν που πιστεύει και τηρεί τις εντολές. Γι’ αυτόν που πιστεύει και συμμετέχει στα Άγια Μυστήρια. Γι’ αυτόν που πιστεύει και ασπάζεται τα Ορθόδοξα δόγματα. Γι’ αυτόν που πιστεύει και μετανοεί αληθινά όταν αμαρτάνει. Γι’ αυτόν που πιστεύει και που αγαπά τον Θεόν και τον πλησίον εξ όλης αυτού καρδίας.
«Ο Σταυρός», κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομον, «την γην ουρανόν εποίησεν, τοις ανθρώποις, τοις αγγέλοις ανέμειξεν, της αμαρτίας την δύναμιν ηφάνισε».
Αν η νίκη της Ορθοδόξου Εκκλησίας αδελφοί μου, μέσα στους 20 αιώνες που πέρασαν, θεωρείται δόξα και τιμή, τότε και ο Σταυρός είναι η δόξα της Εκκλησίας. Οι εχθροί της πίστεώς μας, οι αιρετικοί και οι άθεοι, οι πολέμιοι και οι θεομάχοι, δεν φοβούνται την Εκκλησία πάνω σε θρόνο δοξασμένη. Την φοβούνται και την τρέμουν όταν την βλέπουν Σταυρωμένη. Τότε είναι δυνατή. Τότε είναι παντοδύναμη.
Σταυρός, το του Πατρός θείον θέλημα. Το του Υιού Δόξα, το του Αγίου Πνεύματος αγαλλίαμα. Το του Παύλου καύχημα, όπως και του κάθε πιστού, μας λέγει και μας βεβαιώνει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
«Τον Σταυρόν Σου προσκυνούμεν Δέσποτα», ψάλλαμε προηγουμένως, όπως θα ψάλλουμε και σε λίγο στην περιφορά του Τιμίου Σταυρού. Αυτό σημαίνει ότι προσκυνούμεν
- Πρώτον την αγάπη, αλλά την σεσαρκωμένη αγάπη στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, και συγχρόνως Σταυρωμένη.
- Δεύτερον, ότι προσκυνούμε το μεγάλο Αρχιερέα. Ο λειτουργός ιερέας, ο κάθε λειτουργός ιερέας, και ο πιο ανάξιος, πέφτει, γονατίζει και προσκυνά την Αγία Τράπεζα, όπου το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού στο Άγιο Δισκοπότηρο. Αλλά και κάθε όμως πιστός αγωνιζόμενος χριστιανός, προσκυνώντας τον Σταυρό, προσκυνά, προσέξτε το, προσέξτε το, προσκυνά, την πρώτη Αγία Τράπεζα, όπου θυσιάστηκε πάνω σ’ αυτήν, δηλαδή στον Γολγοθά, ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου.
- Τρίτον, ότι προσκυνούμε το Αίμα του Ιησού Χριστού, διότι ο Σταυρός είναι εκείνος που ποτίστηκε ολόκληρος από το μοναδικό φάρμακο που προσφέρεται δωρεάν εις άφεσιν αμαρτιών, και εις ζωήν αιώνιον.
- Τέταρτον, ότι προσκυνούμε το Ευαγγέλιον, αφού ο Σταυρός είναι κήρυγμα του Ευαγγελίου. Όπου εκήρυττεν ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, έστηνε πρώτα έναν μεγάλο Σταυρόν, και επειδή ήταν κοντός, ανέβαινε πάνω σε ένα σκαμνί και εκεί εδίδασκε τον λαόν του Θεού. Πολλοί άγιοι μάρτυρες της Εκκλησίας μας, υπέστησαν μαρτυρικόν θάνατον πάνω σε Σταυρό. Οι Πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος, ο χορός των δώδεκα Αποστόλων, αλλά και οι Μεγάλοι Ιεράρχες και οι Οικουμενικοί διδάσκαλοι και Πατέρες της Εκκλησίας μας όπως και όλοι οι άγιοι εκήρυτταν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον. Και
- Πέμπτον, προσκυνούμεν τον Χριστόν, τον Υιόν του Θεού, τον Θεάνθρωπον Κύριον και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν, διότι δεν νοείται Χριστός χωρίς Σταυρόν. Θρόνος του Χριστού είναι ο πόνος του Σταυρού, το μαρτύριον και η θυσία του Σταυρού.

Χριστιανοί μου, η πιο μικρή μας προσευχή γίνεται όταν κάνουμε τον Σταυρό μας, και τον κάνουμε με τα τρία δάχτυλα, τα οποία συμβολίζουν και προτυπούν την Αγία Τριάδα, τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. Τα άλλα δύο δάχτυλα που είναι ενωμένα δηλώνουν την διπλή φύση του Ιησού Χριστού. Τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός, ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Κάνοντας το Σταυρό μας, κάτι εκείνη τη στιγμή δηλώνουμε, ότι ο Υιός του θεού κατέβηκε από τον ουρανόν και σαρκώθηκε μέσα στα σπλάχνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, - γι’ αυτό το δεύτερο σημείο κατεβαίνει στην κοιλιά – κατόπιν με την Ανάστασίν Του ανήλθε και εκάθισεν εις τα Δεξιά του Θεού και Πατρός, και το αριστερόν σημαίνει την κρίσιν του Θεού, για να έρθει και να κρίνει κατά την Δευτέραν Αυτού Παρουσίαν, ζώντας και νεκρούς. Όταν πιστεύεις και τηρείς τις εντολές και συμμετέχεις στα Άγια Μυστήρια, και κάνεις το Σταυρό σου με φόβoν Θεού, τότε ούτε ο διάβολος δεν μπορεί να σε βλάψει. Όχι ένας μόνος διάβολος, χιλιάδες διαβόλια και χιλιάδες μάγοι και μάγισσες δεν μπορούν να σε βλάψουν. Μικρή κίνησις, μεγάλη δύναμις, λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Υπάρχει όμως και μια μεγάλη κίνησις τους Σταυρού. Για την μικρή είπαμε. Και αυτή βρίσκεται στην καθημερινή Σταυρωμένη πορεία του χριστιανού. Πώς άρχισε το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα; «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον Σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι». Αυτά μας παραγγέλει ο Κύριος του Σταυρού.
Σταυρωμένοι μόνον ακολουθούν τον Σταυρωμένο. Να το επαναλάβω για να το καταλάβουμε καλά.
Σταυρωμένοι μόνον ακολουθούν τον Εσταυρωμένον.
Σταυρωμένοι στο καθήκον της οικογένειας.
Σταυρωμένοι στην ομολογία της πίστεως.
Σταυρωμένοι στην καθημερινή τήρηση των Ευαγγελικών εντολών.
Σταυρωμένοι στην υπομονή του πόνου και των πειρασμών και των θλίψεων της παρούσης ζωής.
Σταυρωμένοι της ασκήσεως και των πνευματικών αγώνων.
Σταυρωμένοι της μετανοίας. Τον ακολουθούν οι
Σταυρωμένοι του μαρτυρίου, ναι, και τέλος οι
Εσταυρωμένοι του αναιμάκτου μαρτυρίου της συνειδήσεως.
Αυτοί και μόνον.

Αμήν.

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2002

Η ορθόδοξη Χριστιανική πίστις και τα διάφορα πιστεύματα



174-β
Β' Χαιρετισμοί, 2002

«Χαίρε στερρόν της πίστεως έρεισμα».
Με τον χαιρετισμόν αυτόν αδελφοί μου, η Παναγία μας υμνείται σαν το πλέον ασάλευτο στήριγμα της αληθινής χριστιανικής πίστεως διότι εγέννησε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον θεμελιωτήν αυτής της πίστεως. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα:
-Πρώτον ότι πρέπει με όλη μας την καρδιά να τιμούμε και να πιστεύουμε ότι η παιδούλα της Ναζαρέτ, η Μαριάμ, που γέννησε τον Χριστόν εκ Πνεύματος Αγίου είναι όντως Θεοτόκος, Θεομήτωρ και Μητροπάρθενος. Και
-Δεύτερον ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Σωτήρας του κόσμου, ο Υιός του Θεού που έγινε Υιός ανθρώπου.
Όσοι λοιπόν, από τους ευσεβείς χριστιανούς έχουν αυτή τη διπλή ακλόνητη πίστη και αυτήν λατρεύουν και τιμούν είναι ακλόνητοι αφού η βάσις πάνω στην οποίαν στηρίζονται είναι απολύτως σταθερή. Γι’ αυτό και είπαμε «στερρόν το έρεισμα». Και δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο δογματικής και θεολογικής πλάνης γύρω από την πίστη μας. Και είναι αυτοί που θριαμβεύουν στους αγώνες της ζωής αφού ζουν εν Χριστώ και είναι οι μόνοι που μπορούν να ελπίζουν στο έλεος του Αγίου Θεού και στην απόλαυση των μελλόντων αιωνίων αγαθών.

Τι είναι όμως πίστις; Και μάλιστα, τι είναι ορθόδοξος πίστις και τι απαιτεί από μας; Ένας γενικός όρος της πίστεως εκφράζεται από τον Απόστολο Παύλο όταν μας λέγει «έστι δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, έλεγχος πραγμάτων ου βλεπομένων». Ερμηνεύοντας αυτό το χωρίο, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας λέγει περίπου τα εξής: το αληθινό γνώρισμα της ευσεβής πίστεως βρίσκεται στην υπόσχεση του Θεού ή στην αποκάλυψή Του και που δεν είναι ποτέ σύμφωνη με την ανθρώπινη λογική, είναι κάτι που δεν το πιάνει το μυαλό μας. Έτσι, από τη μια μεριά η πίστις μας σπρώχνει στο να ελπίζουμε σε πράγματα που θεωρούνται ανυπόστατα ή απρόσιτα και από την άλλη πλευρά η πίστις μας προς την παντοδυναμία και αγάπη του Θεού δίνει σ’ αυτά ύπαρξη, οντότητα, ζωή, ουσία. Αυτά κατά τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο. Αυτό σημαίνει ότι η πίστις μας είναι συγκεκριμένη, είναι μια ζωντανή πραγματικότητα, είναι η ορθή πίστις, είναι η ορθόδοξη πίστις.

Έτσι, άλλο πράγμα η ορθόδοξος πίστις και άλλο πράγμα τα διάφορα πιστεύματα και που είναι πάρα πολλά. Πίστευμα έχουν οι άθεοι και οι υλισταί, που στη θέση του Θεού έχουν τοποθετήσει την δύναμιν του χρήματος και του πλούτου ή την άνεση των πολλών αγαθών ή τις απολαύσεις πάσης μορφής φιληδονίας ή την δύναμιν της εξουσίας και των όπλων, - πράγμα που το βλέπουμε και σήμερα στις ειδήσεις - και άλλα πολλά.
Πίστευμα έχει και ο μωαμεθανισμός, αλλά η διδασκαλία του κορανίου, αφενός μεν βασίζεται στο κισμέτ, δηλαδή στο πεπρωμένον – είναι εκείνο που έλεγαν και οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι «το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον» - και αφ’ετέρου και το κυριότερον στην απόρριψη της Θεανθρωπότητος του Ιησού Χριστού και της Τριαδικότητος του Ενός Θεού. Αλλά για τον μωαμεθανισμό αναφερθήκαμε και άλλη φορά.
Πιστεύματα έχουν επίσης οι νεοειδωλολάτρες…εμφανίστηκαν κι αυτοί στην εποχή μας. Οι μασόνοι, οι χιλιαστές, οι πεντηκοστιανοί, οι παγανιστές, οι προτεστάντες με τις πλάνες τους, οι παπικοί με τις κακοδοξίες και τις θεολογικές τους διαστροφές, ο διεθνής σιωνισμός και λοιπά. Αλλά και η εξάπλωσις όμως των πολλών παραθρησκευτικών οργανώσεων μέσα στην πατρίδα μας. Δυστυχώς. Και που την καταγωγή τους την έχουν στον ινδουισμό, στην σατανολατρεία, στην ειδωλολατρεία, στον πανθεϊσμό και στις μεθόδους διαλογισμού και σίλβα, όλες μαζί και η κάθε μια χωριστά έχουν το δικό τους, τα δικά τους πιστεύματα.

Η αληθινή όμως είναι μία και την έχει η ορθόδοξος Εκκλησία. Καμιά αξία δεν έχει πως βλέπει ο καθένας, ο καθένας μας, την πίστη του. Και καμιά αξία δεν έχει τι θεωρεί και τι νομίζει ο καθένας για πίστη ορθή. Πολλοί αμελέτητοι και ημιμαθείς συνήθως μας λένε «ξέρεις πάτερ …» και μας το λένε και στην ιερά εξομολόγηση, «…εγώ για τον Θεό, πιστεύω αυτό, για την Εκκλησία πιστεύω εκείνο, για τις σχέσεις και το γάμο πιστεύω το άλλο, εγώ πιστεύω ότι αυτό δεν είναι για μας και δεν είναι για την εποχή μας» και άλλα πολλά, τα οποία είναι νούφαρα και μηδενικά, χωρίς αξία, απόψεις χωρίς νόημα και πιστεύματα χωρίς ελπίδα σωτηρίας.
Βολεύουν όμως τα πάθη μας, ναρκώνουν ή παραπλανούν τη συνείδησή μας, σκοτίζουν το νου μας, το μυαλό μας και μας σκοτώνουν ψυχικά και αιώνια. Καμιά σημασία δεν έχουν οι σκέψεις μας περί Θεού αφού είναι μεμειγμένες με τα πάθη μας και τις προκαταλήψεις, εκτός αν εκφράζουμε απόψεις, κανόνες και δόγματα των Πατέρων και των οικουμενικών συνόδων. Ούτε οι γνώσεις μας έχουν καμιά σημασία, ούτε οι πιθανολογίες μας, ούτε πολύ περισσότερο οι φαντασιώσεις για τις ικανότητες που δήθεν έχουμε για τον εαυτόν μας. Ούτε τα διάφορα πιστεύματά μας έχουν καμιά σημασία και αξία. Σημασία έχει μόνον η αλήθεια.
Και πιθανόν να ρωτήσετε: «και πού θα βρούμε την αλήθεια; Και πώς θα πειστούμε ότι την βρήκαμε ότι αυτή είναι και καμιά άλλη;». Μόνον η παρουσία μας μέσα στο ναό δείχνει ότι ψάχνουμε και βρίσκουμε την αλήθεια. Η αλήθεια αδελφοί μου είναι ο Χριστός! «Εγώ είμαι η αλήθεια, η ζωή και το φως». Ο Χριστός είναι η αποκεκαλυμμένη αλήθεια, διότι Αυτός μας απεκάλυψε, Αυτός μας εφανέρωσε ότι είναι Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού. Θεός και άνθρωπος. Ο Θεάνθρωπος Κύριος. Υιός Θεού και Θεός Λόγος. Και Υιός ανθρώπου, της Παρθένου Μαριάμ. Αυτός μας απεκάλυψε την Τριαδικότητα του Ενός Θεού. Και μας λέγει μέσα από το Ευαγγέλιο: «Όλος Θεός ο Πατήρ, όλος Θεός ο Υιός, όλος Θεός το Άγιον Πνεύμα». Ένας Θεός: Τριαδικός. Μία ουσία. Μία φύσις. Μία θέλησις. Μία ενέργεια. Μία προσκύνησις. Ένας Θεός εν τρισί προσώποις προσκυνούμενος.
Άρα ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος εκτός αμαρτίας: ο Θεάνθρωπος Κύριος και Σωτήρας του κόσμου. Η δε κατ’ άνθρωπον μητέρα Του, είναι Θεοτόκος και Θεομήτωρ. Είναι επίσης Μητροπάρθενος και Νύμφη Ανύμφευτος. Και όλα αυτά μας τα αποκαλύπτει ο Ιησούς Χριστός, η μόνη αλήθεια, μέσα από τον αιώνιον Ευαγγελικό Του λόγο. Μέσα από την Καινή Διαθήκη, μέσα από την Αγία Γραφή. Και ποιος επικυρώνει αυτές τις αλήθειες; Η πίστις. Η ζωντανή πίστις. Η πίστις που βουνά,…και που βουνά μετακινεί.
Για τον χριστιανό λοιπόν αδελφοί μου που αληθινά πιστεύει, τα μη βλεπόμενα είναι τόσο βέβαια γι’ αυτόν, σαν να τα βλέπει μπροστά του. Τα ελπιζόμενα τα βιώνει ως παρόντα. Τα αόρατα, τα αόρατα τα ψηλαφεί πνευματικά ως ορατά. Τα αδύνατα τα κάνει δυνατά διότι «ουκ αδυνατήσει παρά τω Θεώ παν ρήμα» και «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». Η πίστις είναι Θείος φωτισμός αδελφοί μου, Θείος φωτισμός του νου και της καρδιάς, που καθιστά το απρόσιτο…προσιτό, το άγνωστο… γνωστό, το ανερμήνευτο… οικείο, πολύ οικείο, ένα με τον εαυτό μας. Ναι, αδελφοί μου, η πίστις του ορθοδόξου χριστιανού που τηρεί με ακρίβεια τις ευαγγελικές εντολές και που κάνει πράξη τον λόγον του Θεού, γίνεται βίωμα Θείας ενώσεως, γίνεται εμπειρία πνευματικής μεταμορφώσεως από πρώτο χέρι, δηλαδή από τη Θεία Χάρη. Ιδού λοιπόν, πως αποκαλύπτεται στην πιστεύουσα και συντετριμμένη καρδία, η Τριαδικότητα του Θεού, η Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού και η Θεομητρότητα της Παναγίας και όχι μόνον.

Χριστιανοί μου,
πίστις μας χρειάζεται.
Πίστις και έργα μετανοίας.
Πίστις και τήρησις των εντολών.
Πίστις και καλλιέργεια των αρετών.
Πίστις ενεργουμένη και αγάπη προς τον εν Τριάδι Θεόν εξ’ όλης ψυχής και εξ’ όλης καρδίας και εξ’ όλης διανοίας και εξ’ όλης ισχύος.
Ορθή πίστις μας χρειάζεται και μετάνοια αληθινή.
Ορθή πίστις και ταπείνωσις.
Ορθή πίστις και υπομονή.
Ορθή πίστις και προσευχή και τέλος
ορθή πίστις και απάρνηση του εαυτού μας, του εγώ μας…
να την δώσει ο Θεός,

Αμήν.

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2002

Η αξία και η δύναμις των Χαιρετισμών ως παρακλητική προσευχή



174-α
Α’ Χαιρετισμοί 2002

«Στώμεν ευλαβώς εν οίκω Θεού ημών»!
Ποιος είναι άραγε αυτός ο οίκος χριστιανοί μου, μπροστά στον οποίον μας καλεί σήμερα ο υμνωδός, να σταθούμε με ευλάβεια πολύ; Ποιος άλλος από την Υπεραγία Θεοτόκο, την Παναγία μας.
Ο σεβασμός και η ευλάβεια είναι προπαντός βίωμα της ψυχής μας, που πηγάζει
- από τη σωστή ορθόδοξη πίστη μας και τη σωστή στάση μέσα στη ζωή. Δηλαδή, από την ορθόδοξη πίστη στο Τριαδολογικό δόγμα, ότι ο Θεός που πιστεύουμε είναι ένας μεν, αλλά Τριαδικός: ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα.
-Δεύτερον, από την πίστη μας στο έργο της ενσάρκου οικονομίας, που λέγεται χριστοδολογικόν δόγμα. Αυτό σημαίνει ότι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός και Λόγος του Θεού και Θεός, έγινε άνθρωπος στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, χωρίς να πάψει να είναι και τέλειος Θεός, ο Θεάνθρωπος Κύριος.
- Τρίτον, επειδή η παρθένος Μαριάμ, η δεκαπεντάχρονη κόρη της Ναζαρέτ, δεν γέννησε μόνον άνθρωπον, αλλά τον Θεάνθρωπον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν, τον Σωτήρα του κόσμου, γι’ αυτό και δε λέγεται Χριστοτόκος, αλλά Θεοτόκος και Θεομήτωρ. Χριστοτόκον και απλή γυναίκα του λαού, την αποκαλούν βλάσφημα οι χιλιαστές και όλοι οι αιρετικοί, οι θεομάχοι και οι άπιστοι.
- Τέταρτον, πιστεύουμε ότι η Παναγία μας υπήρξε Παρθένος προ του τόκου, Παρθένος κατά τον τόκον και Παρθένος μετά τον τόκον. Η τριπλή αυτή παρθενία της Υπεραγίας Θεοτόκου συμβολίζεται με τα τρία αστέρια, τα οποία βλέπουμε αγιογραφημένα στην αγία της εικόνα: ένα στο μέτωπο και από ένα στους ώμους της δεξιά και αριστερά. Γι’ αυτό και ονομάζεται και θα είναι και θα είναι εις τους αιώνας των αιώνων «αειπάρθενος», εξ’ ου και «Νύμφη ανύμφευτος». Γι’ αυτό και διατρανούμε θριαμβευτικά «Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε».

Η Παναγία μας είναι αυτή που ανοίγει με τις πρεσβείες της την κεκλεισμένην πύλην των απορρήτων μυστηρίων της Βασιλείας του Θεού, της Βασιλείας των Ουρανών. Και τις ανοίγει για τις ψυχές εκείνες, που είναι καθαρές και αγνές. Που είναι συντετριμμένες από την μετάνοια, τεταπεινωμένες μέσα στο βάθος της καρδιάς, πιστές στην εφαρμογή των ευαγγελικών εντολών και πεπληρωμένες από τη Θεία Χάρη.

Αν όμως ρωτήσουμε τους σημερινούς νεοέλληνες, Ορθοδόξους χριστιανούς, άντρες, γυναίκες και παιδιά, και προπαντός τους νέους και τις νέες, για ποιο σκοπό τη Μεγάλη Σαρακοστή κάνουμε την ακολουθία των Χαιρετισμών; Οι εννιακόσια ενενήντα εννιά στους χίλιους θα μας πουν ότι δεν γνωρίζουν. Και γιατί τους διαβάζουμε μαζί με το μικρό απόδειπνο κάθε βράδυ; Και πάλι θα απαντήσουν και θα απαντήσουμε ότι «δεν γνωρίζουμε».

Οι Χαιρετισμοί, χριστιανοί μου, άρχισαν να ψάλλονται στις εκκλησίες και να διαβάζονται από τους πιστούς Χριστιανούς, στα σπίτια τους βέβαια μετά το 626 μ.Χ. όταν η Παναγία με τις πρεσβείες της διατήρησε αλώβητη και απόρθητη την Κωνσταντινούπολη.
Είναι λοιπόν, κατά πρώτον λόγον ευχαριστήριος ύμνος προς Εκείνην που με τις πρεσβείες της για πολλά χρόνια, για χίλια χρόνια, έσωζε πάντοτε την Πόλιν από τις ορμές των βαρβάρων.
Δεύτερον, είναι ευχαριστήριος κατ’εξοχήν ύμνος προς Εκείνην που έκανε απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Θεού, λέγοντας προς τον Αρχάγγελον Γαβριήλ «Ιδού η δούλη Κυρίου, γέννοιτό μοι κατά το ρήμα σου».
Είναι τρίτον, ύμνος θεολογικός και δογματικός διότι καλύπτει ολόκληρον το έργον της ενσάρκου οικονομίας. Είναι τέταρτον, ύμνος θριαμβευτικός, δια μέσου του οποίου υμνείται η δύναμις και η παρρησία των πρεσβειών της. Γι’ αυτό και μείς την επικαλούμεθα όπως μέσω των πρεσβειών της αξιωθούμε, αν και είμαστε όλοι μας ανάξιοι και αμαρτωλοί, και πρώτος εγώ, τη σωτηρία μας αλλά και τη λύση πολλών πολλών προβλημάτων, ασθενειών και θλίψεων της ζωής.
Είναι η Παναγία μητέρα μας. Είναι η πλατυτέρα των Ουρανών. Είναι η τιμιωτέρα των Χερουβείμ. Είναι η ενδοξοτέρα των Σεραφείμ, η «της Τριάδος τα δευτερία κατέχουσα», κατά την έκφραση του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Η Παναγία μας είναι ακόμη, όπως ακούσαμε πριν από λίγο, αν βέβαια τα προσέξαμε, η άσπιλος κόρη, η αγνή Παρθένος, η αμόλυντη, άφθορη, η Δέσποινα, η Θεόνυμφος, η άχραντη, η πανύμνητη, η απειρόγαμη, η πανάχραντη, ο πύρινος θρόνος, της γης το θεμέλιον, η έμψυχη τράπεζα, η γέφυρα, η πύλη, η είσοδος, το παράθυρο, η ακένωτος πηγή, η άφλεκτος βάτος, η ράβδος η μυστική, το άνθος το αμάραντον, των αγγέλων χαρμονή. Ο όρθρος ο φαεινός, νυμφών ολόφωτος, το άστρον το άδυτον, η χαράς αιτία, το φως το κατοικητήριο σε πολλά άλλα πολλά, πολλά, πολλά, πολλά και από τα λίγα αυτά που αναφέραμε, αλλά και από τα πολλά όμως που παραλείψαμε, διότι θα πρέπει να αναφέρουμε όλον τον κανόνα και όλους του χαιρετισμούς, τα πάντα ανήκουν, ως η πλέον μεγίστη τιμή σε Εκείνην που αξιώθηκε να γίνει Μητροπάρθενος. Μητροπάρθενος: παρθένος και μητέρα. Και επαναλαμβάνω, είναι και λέγεται Θεοτόκος. Όχι μόνο διότι Εκείνον τον οποίον συνέλαβε στη μήτρα της εκ Πνεύματος Αγίου και γέννησε σε ένα στάβλο στη Βηθλεέμ είναι ο σεσαρκωμένος Θεός, αλλά και διότι μετά τη σύλληψιν κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού έγινε και η δική της θέωση όπως μας βεβαιώνουν όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας με πρώτον τον Άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό.

Με τους Χαιρετισμούς λοιπόν, τη δοξάζουμε την Παναγία, δοξάζοντας συγχρόνως και τον Θεόν που τη διάλεξε! Που τη διάλεξε, ανάμεσα σε δισεκατομμύρια γυναικών για να την κάμει μητέρα Του, κατ’ άνθρωπον. Θεοτόκο και Θεομήτωρα.
Με τους χαιρετισμούς την ευχαριστούμε γιατί κατέστη η νέα Εύα, η Εύας της υπακοής εξ’ ης εγεννήθη ο Χριστός εκ Πνεύματος Αγίου, ο Σωτήρας του κόσμου. Τα δε υψηλά θεολογικά και δογματικά νοήματα των Χαιρετισμών, εμείς οι αμαρτωλοί χριστιανοί, τα κάνουμε και προσευχή. Προσευχή, όχι μόνο μια φορά την ημέρα αλλά και δυο και τρεις και πέντε και δέκα. Υπάρχουν ψυχές που τους Χαιρετισμούς τους ψελλίζουν όλη μέρα, ακόμα και στον ύπνο τους. Όπως άλλοι ψελλίζουν κατά τη διάρκεια της νυχτός, κεκοιμισμένοι, το σωτήριον όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αυτοί και καθ’ ύπνον, ασυνείδητα και ενσυνείδητα, επαναλαμβάνουν τους Χαιρετισμούς. Αυτό βέβαια μπορεί να αποτελεί εξαίρεση. Τι δηλώνει όμως; Φανερώνει και αποδεικνύει τη μεγάλη αξία και την δύναμη των Χαιρετισμών, για την αξία και τη δύναμη της οποίας έχουμε ομιλήσει κι άλλη φορά.
Στα χρόνια τα δικά μου τα παιδικά, μεταξύ του 1930 μέχρι και το ’45, ενθυμούμαι ότι διάβαζαν τους Χαιρετισμούς, προσέξτε το αυτό, διάβαζαν τους Χαιρετισμούς πάνω από τους ετοιμοθανάτους! Όταν αυτοί είχαν ρόγχο, όταν είχαν πέσει σε κώμα, όταν δεν μπορούσαν να απελευθερωθούν από το σώμα. Για ποιο λόγο; Για να διώξει η Παναγία τα δαιμόνια και να βοηθήσει την έξοδο της ψυχής από το σώμα. Αυτό άλλωστε το ζητάμε κάθε φορά που λέμε το μικρό απόδειπνο και θα το ακούσουμε σε λίγο από τους ιεροψάλτες μας. «Και εν τω καιρώ της εξόδου μου, την αθλία μου ψυχή περιέπουσα»…τι θα πει «περιέπουσα»; Να περιβάλλει, να σκεπάσει, να προστατεύσει η Παναγία την ψυχή μας. «Και τας σκοτεινάς όψεις των πονηρών δαιμόνων πόρρω αυτής απελαύνουσα». Να διώξει δηλαδή, τις όψεις, τα πρόσωπα και την παρουσία των δαιμόνων, των σατανάδων και των διαβόλων από τον ετοιμοθάνατο δικό μας άνθρωπο και συγγενή. Επίσης, διάβαζαν τους χαιρετισμούς σε άρρωστα παιδιά και στους δαιμονισμένους, όπως και το Τετραβάγγελο.
Αυτό σημαίνει ότι η Παναγία μας, δια μέσου των Χαιρετισμών που διαβάζουμε κάθε μέρα αναλαμβάνει για λογαριασμό μας και χτυπά αλύπητα τον διάβολο, δημιουργώντας του πληγές και θανάσιμα τραύματα. Το ψάλλαμε προηγουμένως, το προσέξατε; Το τόνισα και το τόνισα θριαμβευτικά όταν είπα «Χαίρε, το των δαιμόνων πολυθρήνητον τραύμα».
Με τους Χαιρετισμούς λοιπόν και την αληθινή μας μετάνοια, με τη ζωντανή μας πίστη, με την αποχή μας από την αμαρτία, ακόμα και των λογισμών και των σκέψεων…και σεις μικροί και σεις μεγάλοι και μείς οι κληρικοί και πρώτος εγώ …και την ενεργουμένη αγάπη, η Υπεραγία Θεοτόκος με τις πρεσβείες της τότε, μας ανεβάζει στον Παράδεισο. Ενώ συγχρόνως, καταποντίζει στα τάρταρα όλα τα δαιμόνια που μας πειράζουν και που θέλουν την αιώνια καταστροφή της ψυχής μας, που ζητούν την κόλασή μας. Και αυτό το διακηρύσσουμε, θα το πούμε την ερχομένη Παρασκευή, στη δευτέρα στάση των Χαιρετισμών όταν θα ομολογήσουμε και θα πούμε «Χαίρε, η κατάπτωσις των δαιμόνων».

Απ’όλα αυτά χριστιανοί μου, βγαίνει το συμπέρασμα ότι οι Χαιρετισμοί είναι και καθημερινή δική μας προσευχή, αλλά παρακλητική προσευχή, με πολλή δύναμη και παρρησία προς την Παναγία μας, που μπορεί αποτελεσματικά και θαυματουργικά να επέμβει σε όλα τα προβλήματα της ζωής μας, ακόμα δε και αυτής της σωτηρίας μας.
Και κλείσαμε προηγουμένως λέγοντας «Χαίρε, θνητών προς Θεόν παρρησία». Γι’ αυτό λοιπόν, από σήμερα, από τούτη τη στιγμή, ας εκμεταλλευτούμε τη μητρική Της αγάπη και ας αρπάξουμε την ευκαιρία που μας δίνει Εκείνη δια των πρεσβειών Της και είθε να αλλάξουμε ζωή, να μετανοήσουμε, αληθινά, έμπρακτα, από τώρα και δια των πρεσβειών της να τύχουμε της καλής παρρησίας μπροστά στο φοβερό βήμα του Υιού Της.
Αυτό το εύχομαι σ’ όλους σας αλλά και σεις να το εύχεσθε σε μένα. Ο θάνατος έρχεται ξαφνικά, με πήραν τηλέφωνο το μεσημέρι, ….ιερεύς με οκτώ παιδιά 42 ετών..να!…πέθανε ξαφνικά. Το βράδυ μπορεί να είναι η σειρά μου, μπορεί να είναι και αύριο, αλλά μπορεί να είναι και η σειρά και κάποιων από σας. Είμαστε έτοιμη να αντιμετωπίσουμε και να αντιμετωπίσω το φοβερό κριτήριο του Θεού; Είμαι έτοιμος να δώσω καλή και χρηστήν την απολογία μπροστά στο φοβερό Του βήμα;
Είμαι αμαρτωλός, ελπίζω στο έλεος του Θεού και στις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου

Αμήν.