Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Ο επικήδειος μιας ψυχής και η ομολογία της στα 30 χρόνια της αρρωστειάς της

-
162- δ


Μια κοπέλα αδελφοί μου, που την έλεγαν Δήμητρα, ήταν για 35 ολόκληρα χρόνια στο κρεβάτι του πόνου, από βαριά μυασθένεια και μορφές καρκίνου, από τα 12 της χρόνια μέχρι και τα 47 που εκοιμήθη, στο άσυλο ανιάτων. Πότε στο κρεβάτι ανάσκελα οριζοντιωμένη και ακίνητη και πότε στο αναπηρικό καροτσάκι, γεμάτη από σίδηρα. Οι πόνοι φρικτοί σε όλο το σώμα που εξελίσσοντο σχεδόν κάθε μέρα σε ένα ατέλειωτο μαρτύριο.
Κάπου βρέθηκαν κάποιες σημειώσεις της, στη συμπλήρωση των 30 χρόνων, από την βαριά της αρρώστια, από το 1965 μέχρι το 1995. Βέβαια εκοιμήθη 4 χρόνια αργότερα, πέρυσι, το ’99. Θα αρχίσω όμως από κείνο που άφησε ως παρακαταθήκη, για να διαβαστεί την ημέρα της κηδείας της. Και ύστερα θα δούμε τις προσωπικές της σημειώσεις, επί τη συμπληρώσει των 30 ετών της ασθενείας της. Γράφει λοιπόν στον επικήδειο:
Θρήνου ο καιρός πέπαυται.
Μη κλαίετε.
Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον. (Αυτό είναι από τον αναστάσιμο κανόνα).
Τον αίτιον της βαθειάς χαράς και ευτυχίας μου, της χαρμοσύνου επί γης πορείας μου, και της εν ουρανοίς ακαταπαύστου δοξολογίας μου.
Υμνώ τον αίτιο της επί γης ζωής μου και της εν ουρανοίς ζωής μου.
Σήμερον τον δρόμον τετέλεκα.
Σήμερα ο κοπετός μου μετεστράφη εις χαράν και το δάκρυ μου σε αγαλλίαση.
Σήμερα έπεσαν οι χειροπέδες της αιχμαλωσίας μου και γίνομαι ελεύθερη.
Η ξενιτιά μου τελείωσε, οι αλυσίδες της δουλείας μου έσπασαν και παίρνω το δρόμο για την ουράνια πατρίδα μου.
Ο πατέρας βγήκε στο σταυροδρόμι και περιμένει τον ερχομό του παιδιού του.
Περιμένει να φθάσει και καυτερό να αδειάσει το πατρικό του φιλί επάνω του.
Παιδί φτασμένο από τα ξένα, θα ξεχυθεί στην αγκαλιά του να πει τα μυστικά του. Σήμερα η άπολις γίνεται πολίτης, δηλαδή ουρανοπολίτης.
Η μάνα γη δίνει τον φιλοξενούμενόν της στην αγκαλιά του ουρανού.
Σήμερα με ευγνωμοσύνη χαιρετώ την ξενοδόχον γη μου, που τόσα χρόνια στοργικά κρατούσε στους κόλπους της το ξενιτεμένο παιδί του πατέρα.
Ω τρανή μου στιγμή και ημέρα, που νοσταλγικά τόσα χρόνια σε καρτερούσα, ήλθες!
Σήμερα έαρ μυρίζει.
Ήλθε αιώνια παντοτινή μου άνοιξη.
Διαλύθηκαν τα μαύρα σύννεφα της βαρυχειμωνιάς.
Σταμάτησαν οι παγωνιές και τα αγριοκαίρια.
Ανέτειλεν ο ήλιος της δικαιοσύνης.
Σήμερα το σκότος μου έγινε φώς!
Η σιωπή μου σάλπιγγα δοξολογίας και η ανημποριά μου δύναμις.
Χαράς τα πάντα πεπλήρωκε.
Έφθασα στο σπίτι μου.
Χαρείτε αδέλφια την τρανή γιορτή.
Ανάσταση είναι. και η ψυχή δεν νοιώθει τώρα μοναχή καθώς χθες και πρώτα.
Ανέστη Χριστός και ζωή πολιτεύεται!
Χαρείτε αδέλφια μου και ελάτε μαζί τη δόξα να γευθούμε και μέσα στην αγκαλιά του Ουράνιου Πατέρα να ξαπλωθούμε και να ξεκουραστούμε.
Αμήν.

Εδώ τελείωσε η νεκρώσιμη εξομολόγησή της. Ένα τέτοιο θάνατο θα ήθελα για τον εαυτό μου αδελφοί μου, σεις που με ακούτε αυτή τη στιγμή, πιστεύω όμως πως και σείς θα τον θέλετε. Με τέτοια δοξολογία, με τέτοια χαρά, με τέτοια ευγνωμοσύνη.
Αλλά ένας τέτοιος γλυκύτατος και Παραδεισένιος θάνατος, έχει πίσω στη ζωή πολλούς πολλούς σταυρούς. Αν τους σηκώσουμε μέχρι το τέλος, μέχρι τον Γολγοθά, μαζί με τον Χριστό, και τηρώντας το Πανάγιό Του θέλημα, συμμετέχοντες στα Άγια Μυστήρια, και καλλιεργώντας την ταπείνωση και την μετάνοια την καθημερινή και την αληθινή, ασφαλώς και για μας θα είναι ανοικτή η αγκαλιά του Θεού Πατέρα.

Ας έλθουμε όμως και στις προσωπικές της σημειώσεις, που και η ίδια τις έγραψε, όπως προηγουμένως και τη νεκρώσιμη, για την συμπλήρωση 30 ετών βαριάς μυασθένειας. Γράφει:

Ο Θεός μου και ο μαρτυρικός μου Σταυρός είναι το ίδιο πράγμα. Το ένα γλυκύτερον του άλλου. Και γι’ αυτό δε ζήτησα ποτέ να μου τον πάρει.
Τώρα να ρωτήσω εγώ κάτι: Πόσοι από μας δεν γογγύζουμε και δεν παραπονούμεθα κάθε μέρα για το σταυρό ή για τους σταυρούς που μας έχει δώσει δήθεν ο Θεός, πόσες φορές δε γογγύζουμε για τις αρρώστιες μας, τις στεναχώριες μας, τα βάσανά μας, τις αδικίες και τόσα άλλα που έχουμε μέσα στη ζωή; Ποιος από μας ευγνωμονεί για το σταυρό που φέρει και σηκώνει κάθε μέρα;
Αλλά συνεχίζουμε όμως.
Δε δοκίμασα τη γεύση της πικρίας του πόνου.
Δε με προβλημάτισε και δεν μου δημιούργησε στεναχώρια και ποτέ δεν αισθάνθηκα άρρωστη μόνο.
Δεν έσυρα το βήμα απλώς υπομονετικά, τούτο καθόλου δεν μου άρεσε.
Την ήθελα χαρούμενη την πορεία μου και έτσι την βάδισα.
Ήταν ένα γλέντι, ένα πανηγύρι, ένα χαρούμενο τρέξιμο μέσα στην ακινησία μου.
Να κάνω πάλι παρένθεση: Στο σταυρό της το φοβερό, η Δήμητρα δεν έκανε απλώς μόνον υπομονή, αλλά τον θεωρούσε και τον ζούσε σαν γλέντι και πανηγύρι ουράνιο. Άρα γε ποιος από μας νοιώθει το σταυρό της ζωής του γλέντι και πανηγύρι; Δεν ξέρω. Δεν ξέρω αν θα μπορούσε να το πει κανείς, πιστεύω όμως ότι κάτι τέτοιες ψυχές σαν τη Δήμητρα θα κρίνουν πολλούς από μας.
Και συνεχίζουμε.
Δεν ένοιωσα ποτέ το Θεό μακριά μου.
Μου ήταν ο γλυκύτατός μου και ο κατάδικός μου πατέρας.
Και ποτέ μόνη μου δεν περπάτησα την πονεμένη και τραχιά πορεία μου.
Πάντα στην αγκαλιά Του. Στα γόνατά Του. Στις χούφτες Του τις Πατρικές.
Έτσι ένοιωθα.
Ποτέ δεν είδα το γιατρό, το νοσοκομείο, τα φάρμακα με μάτι εχθρικό.
Ποτέ δεν αντιστάθηκα σε ό,τι μου ζητήθηκε για εξετάσεις, έστω κι αν αυτό μου στοίχιζε πόνους πολλούς.
Με ηδονή και γλυκύτητα αγκάλιαζα και καταφιλούσα τα οδυνηρά μου μηχανήματα, που πάρα πολλές φορές η ιατρική τα χρησιμοποίησε πάνω μου.
Ποτέ δεν βαρέθηκα το κρεβάτι του πόνου μου, μου γλύκανε όλο μου το είναι, γι’ αυτό με σεβασμό, με δέος και ευγνωμοσύνη το αγκάλιαζα και το καταφιλούσα.
Σαν μια ιερή διακονία ανάλαβα να φέρω εις πέρας την ασθένειά μου, ήμουν ο ασθενής και ο διακονών αυτή.
Πάντα είχα μέσα μου τον λόγον του Αποστόλου Παύλου, «την διακονία σου πληροφόρησον».
Η ως τώρα πορεία μου στη γη έχει έντονο το αίσθημα του εξόριστου διαβάτη της ξενιτιάς.
Τα πόδια μου τα ανάπηρα στη γη, αλλά τα μάτια μου, η καρδιά μου, ο νούς μου, ήσαν τραβηγμένα ψηλά στον ουρανό.
Με έλιωνε το αγνάντεμα.
Σαν το απογεγαλακτισμένο πρόβατο κάρφωνα τα μάτια μου στη γλυκιά πατρίδα.
Ποτέ δεν αισθάνθηκα την ημέρα μου να μου είναι βαρετή και ατέλειωτη.
Παρά τους πόνους μου, όλα γύρω μου γιορτινά, όλα αναστάσιμα, όλα καινούργια.
Όλα μιλούν, όλα γελούν, όλα πανηγυρίζουν.
Τίποτα το ίδιο, τίποτα το παλιό, το κουραστικό, το στατικό.
Ένας ορίζοντας πάντα ανοικτός, ολοφώτεινος.
Ουρανός και γη συμπλέκονται, και, και, ποιος ξέρει τι θεωρία είχε αυτή η ευλογημένη ψυχή;
Ποτέ και σε τίποτα δεν βρήκα δυσκολία στα θέματα γιατρός, φάρμακα, βοήθεια, άνθρωπος.
Πριν προλάβω να ζητήσω κάτι το είχα.
Η άπειρη αγάπη του Θεού με φύλαξε από άτοπες επιθυμίες.
Δεν μπήκε μέσα στην ψυχή μου ποτέ καμιά γήινη επιθυμία.
Με ηλέησε, με εσπλαχνίσθη.
Μονάχα οπίσω Του εκολήθη η ψυχή μου, και αυτός ο Θεός με όλους τους τρόπους έδειξε την αγάπη Του επάνω μου.
Ναι. Πέρα για πέρα ταίριαζε να το πώ, επλεόνασας επ’ εμέ την μεγαλοσύνη σου Κύριε.
Ω, τίποτα, τίποτα δεν έκανα στη ζωή μου που να αρέσει στο Θεό.
Κι όμως Αυτός με χόρτασε με όλη Του την αγάπη και τις ευλογίες και τα αγαθά Του.
Τίποτα δεν είχα να του δώσω στη ζωή μου και δεν έδωσα.
Ένα μόνο είχα, και αυτό ολόκαρδα Του το έδωσα, το «γεννηθήτω το θέλημά Σου», το χαρούμενο…
Χόρτασε το πετσί μου πόνο, και πολλές φορές έκλαυσα από τους φρικτούς πόνους και σε αθυμία έπεσα.
Αλλά απηλλαγμένα αυτά της πικρίας, εκεί στο βάθος της ψυχής μου στάλαζαν οι γλυκασμοί και ουράνιες δροσοσταλίδες.
Και, -παρένθεση τώρα, άνθρωπος ήταν και η Δήμητρα, και ασφαλώς από τα βασανιστήρια των πόνων της να έκλαυσε, και έκλαψε. Η ψυχή της όμως είχε θεϊκή παρηγοριά και ουράνιες αποκαλύψεις. Μόνο η καρδιά της γνώριζε το μέγεθος των αποκαλύψεων, που ασφαλώς θα ήσαν ανάλογες με την αγόγγυστη καρτερία που έδειξε, και τη δοξολογία που πρόσφερε στους πόνους και στην αναπηρία της. Αυτά τα γνωρίζω από κοντά, διότι είχα την ευτυχία να την εξομολογήσω τρείς τέσσερεις φορές.
Και η Δήμητρα συνεχίζει: - Το σώμα μου δεν το αγάπησα και ούτε του χαρίστηκα εν ονόματι της ανημποριάς του.
Του έδωσα τόσο όσο του έπρεπε για να συντηρηθεί.
Το διακόνησα με σεβασμό σαν άρρωστο, και αυτό που είχε ανάγκη του το έδωσα.
Ακουσίως στερήθηκε και τα στερήθηκε όλα, ακόμα και τα απαραίτητά του.
Πλεόνασε από παντός είδους κακουχία, αλλιώτικη πορεία από τούτη δε γνώρισε.
Γύρισε από ασθενοφόρο σε ασθενοφόρο, και από νοσοκομείο σε νοσοκομείο και από κρεβάτι σε κρεβάτι και από χέρια σε χέρια.
Ποτέ δεν εκπληρώθηκε το θέλημά μου.
Και αν ως άνθρωπος ήθελα κάποια στιγμή, αυτό το θέλω μου, μου το κατατεμάχιζε η μυασθένεια.
Είμαι δια παντός κάτω από τη δική της εξουσία, σαν ένα καθεστώς τυραννικό επάνω μου, που μου στέρησε και την παραμικρή ανάπαυση.
Όμως αυτό, με τίποτα δε με δυσκόλεψε να τρέξω προς την χαρά του πνεύματος, και πόσο μου άρεσε να τρέχω!
Δε θέλησα να περιοριστώ μονάχα μέσα στην ανημποριά μου, και αυτή να είμαι μόνο. Μια πορεία τριάντα χρόνων, σαν νάναι τριάντα μονάχα λεπτά.
Έτσι αισθάνομαι, μια πορεία μεστή, γεμάτη χαρμοσύνης και γλυκασμών.
Ευλογητός, ευλογητός ο Θεός για τούτη την ευτυχία,
Αύτη η κλητή και αγία ημέρα του 1965, - μέρα που την χτύπησε η αρρώστια …

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Κλάματα και δάκρυα μόνο για τις αμαρτίες μας και η έμπρακτη μετάνοια της ανηψιάς του Όσ. Αβραμίου

164 β



Ζ' Λουκά 2000

Μην κλαίετε!
Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αδελφοί μου, μας παρουσίασε δύο θαύματα. Το πρώτο ήτο η θεραπεία της αιμορροούσης γυναικός, και το δεύτερο η ανάστασις της νεκρής κόρης του Ιαείρου.
Γενικώς τα θαύματα από το Σωτήρα μας Χριστό δηλώνουν ότι μόλις ο άνθρωπος συναντηθεί με τη Θεία Χάρη μέσα στην καρδιά του, σιγά σιγά αποκτά μια αίσθηση ελευθερίας από την τυραννία των παθών. Το ίδιο συμβαίνει και με όλους εμάς τους χριστιανούς. Γίνεται ένα πολλαπλό θαύμα.
Πρώτα πρώτα καθαρίζεται το μυαλό μας, ξεθολώνεται δηλαδή ο σκοτισμένος νούς,
Δεύτερον δυναμώνει η εξασθενημένη θέλησίς μας,
Τρίτον θεραπεύεται η αρρωστημένη μας φύση και γινόμαστε δυνατοί στην πίστη, στην ομολογία και στην υπομονή
Τέταρτον παύει μέσα μας να ενεργεί ενεξέλεγκτα ο μαύρος νόμος της αμαρτίας και ριζώνει το δένδρο της μετανοίας με πλούσιους πλέον τους καρπούς της.
Όλα αυτά μαζί δηλώνουν ότι άρχισε η κάθαρσις του κατ’ εικόνα του όλου ανθρώπου.

Ας έρθουμε όμως στο θαύμα της αναστάσεως της νεκρής θυγατρός του Ιαείρου, και ειδικότερα στην προτροπή «μην κλαίετε».
Για μας τους λογικούς ανθρώπους, ακόμα και τους χριστιανούς, φαίνεται παράξενη και ακατανόητη αυτή η παραγγελία του Κυρίου «μη κλαίετε».
Την ίδια όμως παραγγελία έδωσε και στην χήρα μάνα που κήδευε το μονάκριβο παιδί της στην πόλη της Ναΐν, «μην κλαίε». «Μην κλαίετε» είπε γιατί δεν τελειώνει η ζωή, εδώ η ζωή του ανθρώπου. «Μην κλαίτε» παρήγγειλε, γιατί Εγώ είμαι η Ζωή και η Ανάστασις. «Μην κλαίτε», γιατί υπάρχει ανάστασις νεκρών, γιατί υπάρχει Παράδεισος.
Παρά ταύτα η σκληρή πραγματικότητα μας λέγει ότι η ζωή μας είναι ζυμωμένη με το κλάμα, και η Αγία Γραφή ονομάζει την γη πάνω στην οποίαν γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε, κοιλάδα του κλαυθμώνος, κοιλάδα των δακρύων.

Ο Κύριος όμως και Θεός ημών, ο Ιησούς Χριστός, δε φαντάζομαι να νομίζετε ότι απαγορεύει τα δάκρυα όταν αυτά προέρχονται από το χάσιμο προσφιλών μας προσώπων. Αντιθέτως μάλιστα τα προτρέπει για διάφορους λόγους.
Άλλωστε και ο Χριστός ως άνθρωπος έκλαψε. Τα δάκρυα όπως και η πείνα, η δίψα, η κούρασις, ο ύπνος, η ανάπαυσις… Όλα αυτά και άλλα ανήκουν στα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη.

Κατά πρώτον έκλαψε ο Κύριος για την πόλη των Ιεροσολύμων, όταν προείδε την ολοκληρωτική της καταστροφή και ερήμωση που έγινε λίγα χρόνια αργότερα από τους Ρωμαίους και ειδικότερα από τον στρατηγό Τίτο. «Και ειδών την πόλην της Ιερουσαλήμ έκλαυσεν επ’ αυτή», λέγει κατά λέξη ο Ευαγγελιστής Λουκάς.
Τον βλέπουμε κατόπιν να δακρύζει μπροστά στον τάφο του Λαζάρου, παρόλον που σε λίγα λεπτά θα τον ανέστηνε εκ νεκρών. Η προτροπή του Χριστού «μην κλαίετε» απέβλεπε στο να σταματήσουν τα κλάματα της απελπισίας. Και αυτό διότι με την ενανθρώπισή Του ο θάνατος έχασε την πραγματική του σημασία και έγινε ένας μεγάλος ύπνος.
Είναι σαν να τους έλεγε: «μην κλαίτε, το κοριτσάκι κοιμάται, και γω σε λίγο θα το ξυπνήσω. Άλλωστε εγώ είμαι η Ζωή και η Ανάστασις.
Μην κλαίτε λοιπόν γιατί υπάρχει Ζωή και Ανάστασις.
Μην κλαίτε γιατί υπάρχει η χαρά του Παραδείσου.
Μην κλαίτε γιατί υπάρχει η χαρά της Βασιλείας των Ουρανών».
Αλλά, υπάρχει και ένα αλλά που μας θυμίζει το «ουαί υμίν οι γελώντες νυν.»
Αλλοίμονον σε σας που γελάτε απερίσκεπτα, χωρίς να σας νοιάζει ότι αύριο μπορεί και να πεθάνετε.
Αλλοίμονό σας γιατί θα θρηνήσετε και θα κλαύσετε στο αιώνιον πυρ της Κολάσεως.
Αλλοίμονόν λοιπόν σε όλους εσάς, που γελάτε εις βάρος των άλλων.
Αλλοίμονον και σε σας που γελάτε και ευχαριστιέστε με την καταστροφή και τον πόνο του πλησίον, αντί να κλαίτε μετά των κλαιόντων και να χαίρεστε μετά των χαιρόντων», σύμφωνα με την προτροπή του Παύλου προς Ρωμαίους.
Αλλά υπάρχει και ένα δεύτερον «αλλά», πούναι χαρούμενο γιατί μας θυμίζει το «μακάριοι οι κλαίοντες νυν».
Μακάριοι και ευτυχισμένοι όσοι κλαίεται και στενάζετε για τις αμαρτίες σας.
Μακάριοι όσοι από μας τους Ορθοδόξους πιστούς χριστιανούς κλαίμε και θρηνούμε κάθε μέρα από μετάνοια και συντριβή.
Μακάριοι όσοι από μας θρηνούμε και πενθούμε για τη βρώμικη κατάσταση της ψυχής μας, και
μακάριοι όσοι κλαίμε και πονάμε για τα αδιόρθωτα πάθη μας και τα λάθη μας. Και ακόμα πιο πολύ
μακάριοι όταν κλαίμε για τα συντρίμια που σκορπίσαμε γύρω μας με την αδιόρθωτη ζωή μας. Και είναι όλοι αυτοί οι αμαρτωλοί
μακάριοι γιατί τους παρηγορεί ο ίδιος ο Κύριος λέγοντας και βεβαιώνοντας
«μακάριοι οι πενθούντες νυν, ότι αυτοί παρακληθήσονται».
Έτσι αδελφοί μου βλέπουμε δύο πράγματα: Απ’ τη μια μεριά να μας λέγει ο Χριστός να μην κλαίμε, γιατί αυτός είναι η Ζωή και η Ανάστασις, και από την άλλη να μας επιβάλει να κλαίμε και να πενθούμε και να στενάζουμε και να θρηνούμε για τις αμαρτίες μας, για να καλλιεργούμε έτσι την αληθινή μετάνοια και το ταπεινό φρόνημα.
Θα μπορούσαμε με την ευκαιρία αυτή να ασχοληθούμε και με την θεολογία των δακρύων. Αλλά αυτό για άλλη φορά. Σήμερα ο Κύριος μας έδειξε τον δρόμον που θα μας οδηγήσει μια για πάντα κοντά του, στη ζωή, στη σωτηρία, στη χαρά του Παραδείσου, και ο δρόμος αυτός είναι ο δρόμος της μετανοίας και των δακρύων.

Αυτόν τον δρόμο ακολούθησε και ο σημερινός εορταζόμενος Άγιος Όσιος Αβράμιος και μάλιστα η ανιψιά του Μαρία.
Ζούσε στα ασκητήρια της Παλαιστίνης ο Όσιος Αβράμιος, και μάλιστα ανέπτυξε και μεγάλη ιεραποστολική δράση.
Όταν πληροφορήθηκε ότι η κόρη του αδελφού του κατήντησε πόρνη στα διάφορα πανδοχεία της περιοχής. πήγε και την βρήκε, και της υπέδειξε τον δρόμον της μετανοίας. Εκείνη κατάλαβε το λάθος της και τη μεγάλη της αμαρτία, εγκατέλειψε τον κόσμο και την αμαρτωλή ζωή της και ακολούθησε τον θείο της.
Εκείνος την εγκατέστησε σε μια σπηλιά για να κλαύσει τις αμαρτίες της. Και μάλιστα ήταν τόσο αληθινή και τόσον ενεργουμένη η μετάνοιά της, ώστε ύστερα από λίγα χρόνια να κάνει ακόμα και θαύματα.

Αυτή η αληθινή ιστορία μοιάζει με μια άλλη, όπου κάποιος πάλι μοναχός έσωσε από κάποιο πορνείο την ανιψιά του. Όταν τον συνάντησε κάτω στην είσοδο θέλησε να τα εγκαταλείψει αμέσως όλα και να τον ακολουθήσει. Εκείνος είπε «πάρε βάλε τα σανδάλιά σου, και βάλε ένα ρούχο επάνω σου και ακολούθησέ με». Εκείνη όμως είπε «όχι. Αν γυρίσω πίσω, αν γυρίσω μέσα, αν επιστρέψω μέσα, δεν θα γυρίσω κοντά σου. Δεν θα ξεφύγω απ’ την αμαρτία. Γι’ αυτό θα σ’ ακολουθήσω όπως είμαι, ξυπόλητη και με τα εσώρουχα.»
Έτσι μπροστά ο θείος μοναχός, και πίσω η ανιψιά του η Μαρία, βάδιζαν όλη μέρα μέσα στις κακοτοπιές της ερήμου, στα μονοπάτια που ασφαλώς δεν ήταν οι δρόμοι της εποχής μας. Βράδιασε και έπεσαν να κοιμηθούν ο ένας μακριά από τον άλλον.
Το πρωί ο μοναχός αφού έκανε την προσευχή του, πήγε κοντά στην ανιψιά του, και θέλησε να την ξυπνήσει. Αλλά την βρήκε νεκρή. Είχε πεθάνει από αιμορραγία διότι τα πόδια της τα τρυφερά είχαν κατατρυπηθεί από τις πέτρες και τα αγκάθια των ατσαλιών εκείνων των κακών μονοπατιών.
Ο θείος έμεινε με την απορία. Εσώθηκε άραγε η ανιψιά του, ναι ή όχι;
Και αφού κάλεσε τους πατέρες της σκήτης και τέλεσαν την νεκρώσιμη ακολουθία και την έθαψαν, και τοποθέτησαν στον τάφο της έναν σταυρό με τ’ όνομά της, κατόπιν έπεσαν σε νηστεία και προσευχή, και κατόπιν θείου οράματος, ο θάνατός της απεκαλύφθηκε από τον Θεόν ότι λογαριάστηκε σαν μαρτύριο αφού είχε την πρόθεση της μετανοίας και την αλλαγή της ζωής της. Το αίμα που έχυσε σε ολόκληρο το δρόμο και που προκάλεσε την αιμορραγία και αργότερα το θάνατό της, την κοίμησή της, ήταν θάνατος μαρτυρικός. Ζωντανή έμπρακτη ομολογία της μετάνοιάς της. Αυτόν τον δρόμον λοιπόν της εμπράκτου μετανοίας και των δακρύων, μας υποδεικνύει και σε όλους εμάς ο Θεός και αυτόν είθε να ακολουθήσουμε,

Αμήν.

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Η ακακία και η αγαθότητα του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος

164-γ



Θα πούμε τώρα ένα θαυμαστό γεγονός, από τον Άγιο Ιωάννη τον Ελεήμονα, που ίσως να μην έχει σχέση με τα προηγούμενα που αναφέραμε, αλλά μας είναι πολύ διδακτικό.

Ανάμεσα στις πολλές αρετές που εστόλιζαν τον Άγιο Ιωάννη τον Ελεήμονα, ξεχωριστή θέση είχε και η μεγάλη του ανεξικακία. Η ιστορία, η βιογραφία του, οι Συναξαριστές του μας διασώζουν πολλά περιστατικά από τη ζωή του. Ένα απ’ αυτά, μας λέει ότι
κάποτε δύο κληρικοί, ήρθαν σε προστριβή και δυστυχώς χειροδίκησαν μεταξύ τους. Ο ένας κτύπησε τον άλλον. Η έχθρα είχε φουντώσει ανάμεσά τους. Το σκάνδαλο που δημιούργησαν στις ψυχές των πιστών, ήταν πάρα πολύ μεγάλο.
Ο συνετός Πατριάρχης για να περιορίσει το κακό, και για να τους παιδαγωγήσει, έλαβε αμέσως τα μέτρα του. Τους επέβαλε αργία για ένα ορισμένο διάστημα. Έπρεπε να αποσυρθούν για να φύγει από τη μέση το σκάνδαλο και να συναισθανθούν το αμάρτημά τους.
Το φάρμακο λοιπόν δόθηκε από τον έμπειρο γιατρό και στους δυό ασθενείς. Το ίδιο φάρμακο. Ο ένας το δέχθηκε με ευγνωμοσύνη, κατάλαβε το λάθος του και μετανόησε. Λυπήθηκε και ζήτησε συγγνώμην από τον επίσκοπό του, από τον Άγιο Ιωάννη τον Ελεήμονα. Ο άλλος όμως υπήρξε πιο πονηρός, πιο κακός, θύμωσε, πεισμάτωσε, και όχι μόνο δεν μετανόησε αλλά έγινε και χειρότερος. Έπαψε να πηγαίνει και στην Εκκλησία. Έπαψε να κάνει προσευχή και νηστεία, και άρχισε να γυρίζει στην πόλη, και να συμπεριφέρεται απρόσεκτα. Ακόμα δε και μέσα στα καπηλειά. Άνοιξε τη γλώσσα του ακόμα και κατά του αγαθού αυτού Πατριάρχου, του όντως αυτού παντελεήμονος, όπου και αν βρισκόταν έχυνε δηλητήριο εναντίον του.
Έμαθε ο μακάριος εκείνος ποιμένας την μανία και την αδιόρθωτη έχθρα του κακού αυτού κληρικού. Δεν οργίσθηκε όμως εναντίον του όπως θα περίμενε κάποιος. Ο αληθινός πατέρας θέλει να σώσει το παιδί του που κινδυνεύει. Θέλει να το συναντήσει, να το συμβουλεύσει, και να προσπαθήσει να το συνεφέρει. Παράδοξο όμως πράγμα, ενώ η σκέψις αυτή τον απασχολεί τόσο πολύ και είναι έτοιμος να τρέξει και να ψάξει να τον βρεί, κάποιο αόρατο χέρι την διώχνει απ’ το νου του. Και αυτό το πράγμα ίσως και για να φανεί ακόμα περισσότερο η λάμψη της μεγάλης του αρετής. Να φανεί δηλαδή η πιστή τήρηση των εντολών του Θεού, που αυτός ο Άγιος εφήρμοζε σε όλη του τη ζωή.

Ξημέρωνε Κυριακή του Πάσχα. Ο Πατριάρχης βρίσκεται στο ναό του Θεού, εμπρός στο Άγιο Θυσιαστήριο, κι είναι έτοιμος να προσφέρει την αναίμακτη θυσία της αγάπης. Ο διάκονος τώρα τελειώνει τη Συναπτή, και φθάνει η στιγμή που ο Ιεράρχης θα αρχίσει τη μεγάλη ευχή της αναφοράς.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, έρχεται στη σκέψη του Ποιμενάρχη ο μνησίκακος εκείνος κληρικός. Ο πρεσβύτερος εκείνος που τα είχε και εναντίον του. Στ’ αυτιά του αντηχεί δυνατά το δεσποτικό πρόσταγμα της συγγνώμης. «Εάν προσφέρεις το δώρον σου επί το θυσιαστήριον, και εκεί μνησθείς ότι ο αδελφός σου τι κατά σου, άφες εκεί το δώρο σου, έμπροσθεν του θυσιαστηρίου, και ύπαγε πρώτον διαλάγηθι τω αδελφώ σου και τότε ελθών πρόσφερε το δώρο σου.»
Τι να κάνει; Παράδοξη ίσως φανεί η απόφασή του στον σημερινό αναιμικό σημερινό χριστιανισμόν μας. Τον χλιαρό χριστιανισμό της εποχής μας.
Πιθανόν μερικοί να το χαρακτηρίσουν υπερβολή. Η αγιότης όμως είναι ποτέ υπερβολή; Για τον Άγιο της αγάπης, τον Ιωάννη, ήταν μια πράξη συνέπειας. Μια ενέργεια που ζωγραφίζει το μεγαλείον της ψυχής του.
Δίνει εντολή στο διάκο να συνεχίσει την Συναπτήν, να την επαναλαμβάνει και να την επαναλαμβάνει και να την επαναλαμβάνει μέχρις ότου επιστρέψει.
Αυτός πηγαίνει στο κειμιλιαρχείο, δίπλα δηλαδή στο ιερό, και εκεί δίνει εντολή να τρέξουν και να φέρουν τον τιμωρημένο κληρικό αμέσως μπροστά του.
Δεν άργησαν να τον βρούν και σύντομα τον παρουσιάζουν μπροστά του.
Και τότε έγινε μια σκηνή και που άγγελοι ακόμα την έχουν θαυμάσει. Όχι οι άνθρωποι, οι άγγελοι.
Ο σεβάσμιος Πατριάρχης μόλις τον είδε, πρώτος έβαλε μετάνοια και είπε : «συγχώρεσέ με αδελφέ». Ο Άγιος Ελεήμων έπεσε στα πόδια του αμαρτωλού ιερέως! Ο πατέρας γονατίζει μπροστά στο άτακτο παιδί για να το συγκινήσει! Απίστευτο θέαμα στα μάτια ανθρώπων και αγγέλων.
Ο αναιδής κληρικός ταράζεται! Τα χάνει. Κρύος ιδρώτας τον περιλούζει. Κοκκινίζει μπρός στην ασύλληπτη ταπείνωση του ποιμενάρχου του. Ντρέπεται στους ανθρώπους που τον κοιτούν με έκπληξη και απορία, φοβάται και τρέμει τη δίκαιη τιμωρία του Θεού! Φρίττει μπροστά σε μια τέτοια σκηνή, να βλέπει την τίμια και αγία εκείνη κεφαλή τη λευκασμένη στην υπηρεσία του Κυρίου, τη σεβαστή ακόμα και στους αγγέλους, πεσμένη στα αμαρτωλά του πόδια.
Η καρδιά του συντρίβεται! Τα πόδια του παραλύουν. Πέφτει και αυτός κάτω στη γη και ζητάει τη συμπάθεια και τη συγγνώμη και το έλεος του Πατριάρχου.
Ο ανεξίκακος όμως Άγιος Ιωάννης με καλοσύνη του απαντά: «Ο Θεός παιδί μου να χαρίσει και στους δυό μας τη συγχώρησή Του!»
Ύστερα σηκώθηκαν και οι δυό, μπήκαν στο ιερό. Τώρα πλέον ο Άγιος Ιωάννης μπορεί να στέκεται με ήσυχη και αναπαυμένη τη συνείδησή του μπροστά στο φρικτό θυσιαστήριο του Υψίστου Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του Θεού της αγάπης, και να προσφέρει την Αγίαν Αναφορά!

Το παράδειγμα αυτό της ταπεινώσεως του Αγίου Πατριάρχου, δημιούργησε κατάνυξη και συντριβή στον αμαρτωλό κληρικό. Τον συγκλόνισε. Πλήθος τα δάκρυα άρχισαν να ρέουν από εκείνη τη στιγμή από τα μάτια του. Και μια καινούργια ζωή άρχιζε πλέον γι’ αυτόν.
Ο Ιεράρχης του βλέπει τη θαυμαστή αυτή αλλαγή και συγκινείται. Και δεν αργεί να τον χειροτονίσει από διάκονος που ήταν και πρεσβύτερος.
Για μια ακόμα φορά, η αγάπη νίκησε!
Η ανεξικακία και η ταπείνωση ενός Αγίου κέρδισαν μια ψυχή για τη Βασιλεία του Θεού.
Τόση είναι η δύναμις της αληθινής αγάπης!

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Τι είναι η Καινή κτίσις και πώς συμμετέχουμε εμείς εις αυτήν

164-δ
Κήρυγμα στο Αποστολικό Ανάγνωσμα της ΚΒ Κυριακής του 2000


Εν δε Χριστώ Ιησού, ούτε περιτομή τι ισχύει, ούτε ακροβυστία, αλλά Καινή Κτίσις.
Εδώ ο Απόστολος Παύλος αδελφοί μου, απευθυνόμενος στους Γαλάτας, τους ομιλεί αυστηρά και τους λέγει, ότι καμιά αξία δεν έχει η περιτομή των Ιουδαίων, αλλά ούτε και η φαινομενική αρτιμέλεια των ειδωλολατρών που την λέγει ακροβυστία.
Μια καύχησις υπάρχει. Ο Σταυρός του Χριστού, και μάλιστα η Σταυρική Του Θυσία. Και αυτό διότι στη νέα κατάσταση της σωτηρίας και της πνευματικής ζωής, που προσφέρει η Θυσία και η Ανάστασις του Χριστού, καμιά αξία δεν έχουν τα παλιά σύμβολα και οι τύποι του Μωσαϊκού Νόμου, ούτε και οι αμπελοσοφίες των Εθνικών.
Αλλά αυτό που ισχύει είναι η Καινή Κτίσις. Η νέα δηλαδή πνευματική δημιουργία και αναγέννησις που παρέχεται από τον Χριστόν. Είναι μια καινούργια πνευματική ζωή, μια καινούργια πνευματική αναδημιουργία, που την κάμει όμως ο Χριστός, ο Θεάνθρωπος Κύριος.
Αυτή ακριβώς η πνευματική αναδημιουργία, είναι και το κοσμοσωτήριον έργον της θείας οικονομίας, το απολυτρωτικόν έργον του Χριστού. Και αυτό πραγματοποιείται μέσα στην Εκκλησία.
Η Εκκλησία όμως, όπως γνωρίζουμε, είναι το μυστικό Σώμα του Σωτήρος Χριστού. Και σαν Σώμα Χριστού είναι η όντως Καινή Κτίσις. Μια καινούργια δηλαδή δημιουργία που δεν υπήρχε πριν, πάνω στον πλανήτη μας, από τότε δηλαδή που δημιουργήθηκε από τον Θεό ο κόσμος.
Έτσι η Εκκλησία, είναι ένας καινούργιος κόσμος, που αναδημιουργήθηκε από τον Πανάγιο Τριαδικό Θεό, με το Αίμα όμως και τη Θυσία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού στο Γολγοθά, και με την υπερκόσμια και ακατάληπτη δόξα της ιστορικής Του Αναστάσεως.
Αυτός λοιπόν ο καινούργιος κόσμος, ο Απόστολος Παύλος τον ονομάζει Καινή Κτίση, είναι η Βασιλεία του Θεού πάνω στη γη. Είναι η Ευλογημένη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος μέσα στις καρδιές μας, που την βιώνουμε όμως ψυχοσωματικά, τη βιώνει ολόκληρος ο άνθρωπος και με την ψυχή και με το σώμα.

Η Βασιλεία του Θεού, εντός ημών εστί, βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος. Από πότε όμως; Η γέννησις και η δημιουργία της Καινής Κτίσεως, άρχισε από τη στιγμή που μπήκαμε στην κολυμβήθρα και βαπτισθήκαμε στο όνομα της Αγίας Τριάδος, και μυρωθήκαμε με το βασιλικό Χρίσμα του Παναγίου Πνεύματος.
Η Καινή Κτίσις αδελφοί μου, η Εκκλησία δηλαδή του Χριστού, το Σώμα του Χριστού, είναι το μοναδικό και το μόνο πραγματικό κέντρο ολοκλήρου του Σύμπαντος. Το Σύμπαν και η κοσμική ύλη γηράσκει. Φθείρεται. Αλλοιώνεται μέσα στους αιώνες που κυλούν, και στο τέλος θα χαθεί και θα καταστραφεί ολοσχερώς.
Η Εκκλησία όμως ουδέποτε γηρά, κατά τον Ιερόν Χρυσόστομο. Δεν γερνά, δεν γιράσκει δηλαδή, ποτέ. Αλλά συνεχώς ανανεώνεται από το Αίμα του Χριστού, και παραμένει, και θα παραμένει για πάντα νέα στους αιώνας των αιώνων.
Το μυστήριο όμως της Εκκλησίας ως Καινή Κτίσις είναι κάτι το ασύληπτο, το υπερθαύμαστο και το αιώνιο. Είναι δηλαδή η Ευλογημένη πολιτεία του Θεού, η Βασιλεία όπως είπαμε του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, που στην τελική της μορφή θα φανερωθεί με όλη της τη θεϊκή μεγαλοπρέπεια και λαμπρότητα, μέσα σε μια έκρηξη ακτίστου και υπερκοσμίου φωτός κατά την Δευτέρα του Χριστού Παρουσία.
Εμείς όμως οι βεβαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, συμμετέχουμε σ’ αυτήν την Καινή Κτίση, στην τωρινή της μορφή, με την προσωρινότητα που έχουμε στην παρούσα ζωή. Είμαστε δηλαδή μέλη της Εκκλησίας. Μέλη του Σώματος του Χριστού, μέλη της Καινής Κτίσεως.
Θα είμαστε όμως και μέλη στην τελική της μορφή, όπως αυτή υπάρχει ως Βασιλεία Θεού εις τους ουρανούς; Αυτός είναι και ο αγώνας μας. Η Εκκλησία είναι η Καινή Κτίσις, όχι μόνον επειδή δημιουργήθηκε από το Αίμα της Θυσίας του Θεανθρώπου, και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, αλλά διότι δημιουργεί και καινούργιους ανθρώπους, τους Χριστιανούς. Αυτοί οι νέοι άνθρωποι, οι πιστοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί, θα είναι και μέλη της Εκκλησίας στην αιωνιότητα. Ασφαλώς όμως και με κάποιες προϋποθέσεις.
Μέσα στα σπλάχνα της Εκκλησίας συντελείται η νέα αυτή πνευματική κοσμογονία. Ο άνθρωπος βαπτίζεται στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και μυρώνεται όπως είπαμε με το βασιλικό χρίσμα του Αγίου Πνεύματος. Και ευθύς αμέσως κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων. Τρέφεται δηλαδή από το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χριστού.
Ο άνθρωπος όμως όσο ζει είναι αμαρτωλός. Έτσι πολλές φορές κτυπιέται, γονατίζει, τραυματίζεται και πέφτει. Η Εκκλησία όμως σαν φιλόστοργη μητέρα, τον προτρέπει να σηκωθεί και να ξαναρχίσει νέον αγώνα, με όσα μέσα μητρικά εκείνη της παρέχει. Και έτσι αρχίζει ο αγώνας της μετανοίας. Αγώνας διαρκής και ισόβιος.
-Μετανοείτε, μας προτρέπει όλους η μητέρα Εκκλησία.
-Μετανοείτε, μας λέγει, διότι ήγγικεν η Βασιλεία των Ουρανών.
-Μετανοείτε και πιστεύετε του Ευαγγελίου, μας λέγει με άλλον Ευαγγελιστή.
-Μετανοείτε και αγωνίζεσθε ίνα εισέλθετε διά της στενής πύλης εις την ζωήν την αιώνιον.
-Μετανοείτε και προσεύχεσθε αδιαλείπτως.
-Μετανοείτε και αγαπάτε αλλήλους.
-Μετανοείτε και μακροθυμείτε προς πάντας!
-Μετανοείτε και εν παντί ευχαριστείτε.
-Μετανοείτε, αλλά και να αγαπάτε τους εχθρούς υμών και καλώς να ποιείτε τοις μισούσιν υμάς.
-Μετανοείτε και τας Ευαγγελικάς εντολάς να τηρείτε!
-Μετανοείτε και να συμμετέχετε στο Ποτήριον της Ζωής, στο Σώμα και στο Αίμα του Ιησού Χριστού μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης.

Και το θαύμα σιγά σιγά, μέρα με την ημέρα συντελείται. Η ψυχή ανακαινίζεται. Γίνεται ο νέος άνθρωπος. Ο σωστός Ορθόδοξος πιστός χριστιανός.
Η μετάνοια λοιπόν είναι το τέταρτον μυστήριο της σωτηρίας για τον χριστιανό. Γι’ αυτό και παρέχεται η σώζουσα Θεία Χάρις. Και είναι αυτή που μας καθαρίζει από τους ρίπους της αμαρτίας. Που θεραπεύει τις πληγές μας. Που μας δικαιώνει, μας αναγεννά, μας αγιάζει, μας χριστοποιεί και μας θεώνει. Μας καθιστά δηλαδή Καινή Κτίση.
Αυτή η σώζουσα Θεία Χάρις της μετανοίας, είναι αυτή που αλλάζει τα αισθήματά μας, που φωτίζει το νου και τις σκέψεις μας, που δυναμώνει τη θέλησή μας, που στρέφει το αυτεξούσιό μας προς την αρετή και που τροποποιεί προς το καλό όλες τις επιδιώξεις μας. Αλλάζει δηλαδή ολόκληρο τον εσωτερικό μας κόσμο και τις εξωτερικές μας διαθέσεις.
Η αληθινή όμως μετάνοια και συντριβή, με το γνήσιο ταπεινό της φρόνημα, αλλάζει ακόμα και τις σχέσεις μας με τον πλησίον μας έστω και αν αυτός είναι εχθρός μας και συκοφάντης. Αλλάζει επίσης και τις σχέσεις μας με τον ίδιο τον εαυτό μας.

Ναι αδελφοί μου, αυτό είναι το θαυμαστό εργαστήριο της Εκκλησίας, που με τα τέσσερα σωστικά της μυστήρια, Βάπτισμα, Χρίσμα, Θεία Κοινωνία και Μετάνοια, παίρνει όλα τα παλιά και τα άχρηστα υλικά, όλες τις πατσαβούρες, δηλαδή τους αμαρτωλούς ανθρώπους, και δημιουργεί τα πλέον πολύτιμα στολίδια. Τα πλέον πολύτιμα πετράδια, τους αγίους! Τους ομολογητάς και τους μάρτυρας! Τους οσίους στα όρη και στας ερήμους. Και τους δικαίους εν τω κόσμω, δηλαδή τους νέους κατά χάριν θεούς.

Χριστιανοί μου, σ’ αυτή την υπερευλογημένη Καινή Κτίση του Θεού, ανήκουμε και μείς όλοι οι σημερινοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Η συμμετοχή μας αυτή δεν θα πρέπει να είναι απλή, τυπική και μηχανική, αλλά θερμή και ολοζώντανη.
Και αυτό πρέπει να επιβεβαιώνεται πρώτα από την οικογένειά μας, από τα μέλη του σπιτιού μας, κι ύστερα από το περιβάλλον μέσα στο οποίον ζούμε. Και το επαγγελματικό και το κοινωνικό. Αυτό σημαίνει ότι εμείς, με πολύ σωστούς προσεκτικά διαλεγμένους τρόπους, αξιοποιούμε τα μέσα που μας παρέχει η μητέρα Εκκλησία, για να πετύχουμε εν Χριστώ Ιησού και εν Αγίω Πνεύματι την πνευματική αναγέννηση και σωτηρία μας.
Είθε όμως αδελφοί μου, αυτό να γίνει για όλους μας μια ζωντανή πραγματικότητα,

Αμήν.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Τι είναι η μαζί με τον Ιησού Χριστό συνανάστασις και συνενθρόνησις στη Βασιλεία του Θεού

ΚΓ' Κυριακή του 2000
Κήρυγμα στο Αποστολικό Ανάγνωσμα

164-ε


Συνήγηρε και συνεκάθισε εν τοις επουρανίοις, εν Χριστώ Ιησού.

Από το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, που με απλά λόγια μας λέγει τα εξής:
Ο Θεός αδελφοί μου που είναι πλούσιος σε έλεος και φιλανθρωπία, πλούσιος σε ευσπλαχνία και αγαθότητα, χάρι στην απεριόριστη αγάπη Του με την οποίαν μας αγάπησε, μας ζωντάνεψε πνευματικά μαζί με τον Χριστόν, κι όταν ακόμα ήμασταν νεκροί εξαιτίας των παραβάσεών μας, εξαιτίας δηλαδή των αμαρτιών μας.
Και έχετε σωθεί όχι ένεκα της αξίας σας, ή των έργων σας, αλλά δωρεάν, διά της Θείας Χάριτος. Και μας ανέστησε μαζί με τον Χριστό, και μας έβαλε να καθίσουμε μαζί Του στα επουράνια, για να δείξει καθαρά στους αιώνες που έρχονται, τον ακατάληπτο και υπερβολικό πλούτο της χάριτός Του, με την αγαθότητα που μας έδειξε διά του Ιησού Χριστού.
Αυτά αδελφοί μου, είπε ο Απόστολος Παύλος, στην προς Εφεσίους επιστολή του, Κεφάλαιο 2ο, στίχοι 4-7. Αυτά όμως τα οποία είπε προς τους Εφεσίους, τα οποία και τα είπε και τα έγραψε, δεν τα είπε μόνο προς αυτούς, αλλά διά μέσου αυτών, τα απηύθυνε προς όλους τους χριστιανούς, όλων των αιώνων, άρα και προς εμάς σήμερα.

Το θέμα αυτό που μας περιγράφουν οι τέσσερεις αυτοί στίχοι, είναι θεολογικό. Και αποτελεί δόγμα της πίστεώς μας, δόγμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Ο Θεός, λέγει ο Παύλος, έχει τόσο πολύ μεγάλη αγάπη, που είναι ένας απέραντος ανεξάντλητος πλούτος φιλανθρωπίας, ευσπλαχνίας και αγαθότητος. Και όλους εμάς, που μας κατέστρεψε η αμαρτία, και μας θανάτωσε πνευματικά, μας ζωντάνεψε ο Θεός, διά της ενώσεώς μας με τον Σωτήρα Ιησούν Χριστόν.
Και όχι μόνο μας ζωντάνεψε πνευματικά, αλλά και θα μας αναστήσει κατά την Δευτέρα του Χριστού Παρουσία, και θα μας βάλει να καθίσουμε στα δεξιά Του.

Και εδώ είναι το παράδοξο. Στους στίχους που αναφέρει ο Απόστολος Παύλος, δεν είναι γιατί θα μας αναστήσει, ούτε και θα μας καθίσει.
Αλλά τι μας λέγει; Τι μας βεβαιώνει; «Συνήγηρε και συνεκάθισε». Δηλαδή μας ανέστησε μαζί με τον Ιησούν Χριστόν, και μας κάθισε στο θρόνο μαζί με τον Χριστόν, στα δεξιά Του.
Είναι τόσο βέβαιος ο Παύλος ότι έτσι θα γίνουν τα πράγματα, για όσους πιστέψουν στο Χριστό, και τηρήσουν το Πανάγιο θέλημά Του, ώστε τα παρουσιάζει σα να έχουν ήδη γίνει. Σα να έχουν ήδη πραγματοποιηθεί. Έτσι όμως ομιλούσαν και οι προφήτες.
Τα γεγονότα δηλαδή τα μελλοντικά που θα γίνουν σε εκατό ή διακόσια ή πεντακόσια χρόνια, τα παρουσίαζαν συχνά σε χρόνο του παρελθόντος. Σα να έχουν ήδη πραγματοποιηθεί αυτά.

Ακόμα και η Αποκάλυψις του Ιωάννου, το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, έτσι μας ομιλεί. «Έπεσεν, έπεσεν η Βαβυλών η μεγάλη και εγένετο κατοικητήριο δαιμονίων». Ιη κεφάλαιο, στίχος 2.
«Έπεσε» μας λέγει, η μεγάλη Βαβυλώνα, και έχει ήδη γίνει κατοικητήριο των δαιμόνων.
Αλλά ποια είναι η μεγάλη Βαβυλώνα ; Η Νέα Υόρκη; Το Λάς Βέγκας; Το Παρίσι; Το Λονδίνο; Το Μόναχο; Το Τέλ Αβίβ; Κάποια άλλη πόλις, μεγάλη; Ποια τέλος πάντων είναι η μεγάλη Βαβυλώνα, που να έχει ήδη γίνει κατοικία των δαιμόνων και πρωτεύουσα του Αντιχρίστου; Και το παράδοξο: Πρέπει να έχει ήδη καταστραφεί, διότι λέγει «έπεσε». Όχι μόνον καταστράφηκε, αλλά και ερήμωσε ολοσχερώς.
Και όμως αυτό που θα γίνει στο μέλλον, για την άγνωστη πόλη της Μεγάλης Βαβυλώνας, η Αγία Γραφή προφητικά, μας το γράφει βεβαιωτικά ότι ήδη έχει γίνει.
Και κάτι άλλο. Μήπως δεν αναφέρεται εδώ ο Ευαγγελιστής Ιωάννης για μεγάλη πόλη, αλλά για ένα ολόκληρο κράτος που θα καταστραφεί ολοσχερώς από κάποια πυρηνική βόμβα; Πιθανόν. Ποιος το ξέρει; Ποιος μπορεί να ερμηνεύσει τις προφητείες; - Κανένας!
Πάντως ο χρόνος αυτός, λέγεται και είναι προφητικός, και είναι ισχυρός και απόλυτα βεβαιωτικός.

Ο Απόστολος Παύλος χρησιμοποίησε επίσης στα ρήματα και την πρόθεση «σύν». Και μας λέγει «συν-εζωποίησε», «συν-ήγηρε», και «συν-εκάθισε». Και αυτό το κάνει για να μας δείξει το πόσο πολύ στενά συνδεδεμένοι είμαστε εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί με τον Χριστό.
Ας δούμε όμως πώς αναλύει ο Ιερός Χρυσόστομος αυτούς τους δύο στίχους.
Είδες, μας λέγει, το άπειρο μέγεθος της παντοδυναμίας του Θεού, σε όλους εμάς που πιστεύουμε; Τους νεκρούς πνευματικά, αυτούς δηλαδή που είχαν πεθάνει εξαιτίας της αμαρτίας και ήσαν πλέον παιδιά της οργής, αυτούς τους εζωοποίησε διά μέσου του Αγίου Βαπτίσματος, αφού προηγουμένως είχαν πιστέψει στην θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού, στη Σταυρική Του Θυσία, στην Ανάσταση και την Ανάληψή Του, δηλαδή σε ολόκληρο το κοσμοσωτήριο έργο Του.
Βλέπεις λοιπόν, συνεχίζει ο Άγιος Χρυσόστομος, πόσο μεγάλη είναι η ελπίδα της προσκλήσεως όταν λέγει : «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται;» Αυτά κατά τον Άγιο.

Αλλά τι σημαίνει όμως «συνήγηρε» και «συνεκάθισε»; Ο Χριστός όμως ξέρουμε είναι η κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας. Της Εκκλησίας που ίδρυσε και θεμελίωσε με το Πανάγιον Αίμα Του πάνω στο Γολγοθά. Μέλη της Εκκλησίας είμαστε εμείς όλοι που βαπτισθήκαμε στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, που μυρωθήκαμε με το βασιλικό χρίσμα του Παναγίου Πνεύματος, που τρεφόμαστε από τα Πανάχραντα Μυστήρια της Θείας Ευχαριστίας, δηλαδή του Ποτηρίου της Θείας Ζωής, και που ανακαινιζόμεθα συγχωρούμενοι δια μέσου της μετανοίας και Ιεράς Εξομολογήσεως. Όπου όμως είναι η κεφαλή, δηλαδή ο Χριστός, εκεί είναι και το Σώμα, δηλαδή η Εκκλησία. Δεν νοείται η κεφαλή χωρίς το σώμα, και σώμα χωρίς την κεφαλή. Αναστήθηκε η κεφαλή, δηλαδή ο Χριστός; Συνανέστησε η κεφαλή και το σώμα. Συνανέστησε δηλαδή και την Εκκλησία. Αλλά μέλη της Εκκλησίας, όπως είπαμε, είμαστε και μείς, όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Αλλά συνανέστησε μαζί Του και όλους εμάς. Αφού αναστήθηκε η κεφαλή, αναστηθήκαμε και μείς. Όπως όμως μας συνανέστησε, έτσι και μας συνεκάθισε. Όταν κάθεται η κεφαλή, συγκάθεται και το σώμα. Πού συγκάθεται; Στα επουράνια! Στο Θρόνο του Θεού.

Να τα πούμε και πιο απλά. Με την Ανάστασή Του ο Χριστός, συνανέστησε και μας όλους. Με την Ανάληψή Του στους Ουρανούς, μας πήρε και μας όλους στα επουράνια, δηλαδή στον Παράδεισο, στην Βασιλεία των Ουρανών! Με το να καθίσει σε Θρόνο, στα δεξιά του Θεού και Πατρός, μας συνεκάθισε και μας όλους σε θρόνους δόξης και τιμής. Ο Θεός δηλαδή μας χαρίζει τον θρόνον Του! Αυτό είδαμε μέχρι τώρα και μάλιστα από τα όσα μας είπε και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, και η λοιπή χωρία των Πατέρων.

«Έρχεσθε, ότι ήδη έτοιμα εστί πάντα». Λουκάς ΙΔ 17. Ελάτε μας φωνάζει και μας προσκαλεί ο Θεός με την παραβολή του Μεγάλου Δείπνου. Είναι όλα έτοιμα και σας περιμένουν. Είναι όλα έτοιμα, όλα έτοιμα και ο δρόμος είναι ανοικτός! Μας τον άνοιξε ο ίδιος ο Θεός με την ενανθρώπισή του στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, με τη θεϊκή του διδασκαλία, με τη Σταυρική Του Θυσία, με την Ανάσταση και την Ανάληψή Του, και αφού ο δρόμος είναι ανοιχτός, και ο θρόνος έτοιμος, άρα έχει γίνει και η ενθρόνισις. Έτσι μας λέγει ο Απόστολος Παύλος.
Αυτό το «συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις», σημαίνει ότι μαζί με τον Χριστό, έχουμε και μεις ενθρονιστεί μαζί Του.

Και τώρα μπαίνει το τραγικό ερώτημα: Έχουμε όντως ενθρονιστεί; Ναι ή όχι; Εγώ λέω μάλλον όχι. Διότι για την ενθρόνισή μας στον ουράνιο θρόνο μαζί με τον Χριστό, χρειάζεται και η δική μας οπωσδήποτε συγκατάθεσις. Αλλά θα μου πείτε ποιος στραβός δεν θέλει το φώς του; Και όμως εμείς δεν το θέλουμε. Και δεν θέλουμε το φώς, και δεν θέλουμε την δόξα της Βασιλείας του Θεού, και δεν θέλουμε τη σωτηρία μας, διότι η προαίρεσίς μας στρέφεται αποκλειστικά και μόνον προς το δρόμο της αμαρτίας. Είμαστε βυθισμένοι στο κόσμο των παθών και των υλικών αμαρτωλών απολαύσεων. Στον κόσμο της λάσπης και της αισχρότητος. Στον κόσμο της κακίας και της πονηριάς. Στον κόσμο της σκληρότητος και της ασπλαχνίας. Στον κόσμο της απιστίας. Της απορρίψεως των ηθικών αξιών και της τέλειας αδιαφορίας.
Αυτόν λοιπόν τον δρόμο της αμαρτίας, πρέπει οπωσδήποτε να τον εγκαταλείψουμε, και να στραφούμε προς τον άλλον, που έχει στενή την πύλη, και τεθλιμμένη την οδό. Τον δρόμον που χάραξε ο Θεός με την αγία Του ζωή και τη Σταυρική Του Θυσία, τον δρόμο της Εκκλησίας, τον δρόμον της Ορθοδόξου πίστεως, τον δρόμον της νηστείας, της αγρυπνίας, της προσευχής, της εγκράτειας, του ταπεινού φρονήματος, δηλαδή του πνευματικού αγώνος. Τον δρόμον των παναγίων μυστηρίων και της καθημερινής αληθινής μετάνοιας.

Λίγος αγώνας πνευματικός έμεινε ακόμη αδελφοί μου.
Λίγος αγώνας.
Και ύστερα το τέλος, χωρίς τέλος. Το τέλος χωρίς τέλος.
Και όταν λέγω λίγος αγώνας έμεινε ακόμα, εννοώ ότι λίγες είναι οι μέρες μας, οι μήνες μας ή τα χρόνια που θα παραμείνουμε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο. Και ύστερα θα έλθει το τέλος. Το τέλος όμως, χωρίς τέλος για πού; Για την αιώνια κόλαση, ή για τον Παράδεισο;

Εκείνο που εύχομαι εγώ, θα είναι αυτό το τέλος χωρίς τέλος, να είναι για τον Παράδεισο!
Να είναι για την Βασιλεία του Θεού!
Για την αιώνια Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος!
Με τις προϋποθέσεις όμως που είπαμε και τις οποίες λέμε και ξαναλέμε και ξαναλέμε, εδώ και είκοσι χρόνια από το βήμα αυτό.
Εύχομαι εις όλους, η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος πάντοτε μαζί σας,

Αμήν.