Κυριακή, 26 Ιουνίου 2005

Η ομολογία πίστεως,δρόμος σωτηρίας καί αγιασμού



217-β
Κυρ. Αγ. Πάντων, 2005

Συζητούν χριστιανοί μου ένας άνδρας, που μόλις πριν από λίγες μέρες είχε γίνει χριστιανός, μ’ έναν παλιό του φίλο.
- Ώστε βαπτίστηκες, του είπε, κι έγινες χριστιανός Ορθόδοξος, ε;
Του λέει, «μάλιστα».
- Μα τότε θα ξέρεις πολύ καλά, όλα τα σχετικά με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αλήθεια που Γεννήθηκε;
- Δεν ξέρω…
- Πόσο χρονών ήταν όταν βγήκε στη μεγάλη Του δράση;
- Δεν ξέρω…
- Πότε πέθανε; Πότε σταυρώθηκε;
- Δεν ξέρω.
- Σε πόσες μέρες αναστήθηκε;
- Μάλλον σε τρείς, αλλά δεν θυμάμαι.
- Ποια ήταν η κυριότερη θεϊκή Του διδασκαλία;
- Δεν ξέρω.
- Ποιοί ήσαν οι Απόστολοι που έγραψαν τα Ευαγγέλια;
- Δεν ξέρω.
- Ο Χριστός τι ήταν; Ήταν Θεός, ήταν άνθρωπος, ήταν Υιός Θεού, τι ήτανε;
- Δεν ξέρω.
- Αυτό που λένε ότι πιστεύετε εσείς οι χριστιανοί οι Ορθόδοξοι στην Αγία Τριάδα, τι σημαίνει;
- Δεν ξέρω.
- Από ό,τι βλέπω, είπε ο φίλος του, πολύ λίγα πράγματα θα έμαθες για τον Ιησού Χριστό, και την θεϊκή Του διδασκαλία. Απορώ όμως, αφού ξέρεις τόσα λίγα, τι σε έκαμε και έγινες χριστιανός;
- Έχεις δίκιο. Πολύ λίγα ξέρω και ειλικρινά ντρέπομαι γι’ αυτό. Αλλά ξέρω και κάτι. Και αυτό το κάτι το ομολογώ.
- Τι είναι αυτό;
- Να! Πριν λίγα χρόνια ήμουν αλκοολικός. Όλο έπινα. Όλο μεθούσα. Πότε με ούζα, πότε με ρετσίνα, πότε με κρασί, πότε με ουίσκι, πότε με το ένα, πότε με το άλλο, άσε που όπως ξέρεις έπαιζα συνέχεια και χαρτιά. Έτσι χρωστούσα πάρα πολλά χρήματα, πολλά, πολλά... Η οικογένειά μου υπέφερε και οδηγούμεθα σιγά σιγά στην τελεία καταστροφή. Τα παιδιά μου με εφοβούντο. Μόλις έμπαινα στο σπίτι μεθυσμένος έτρεμαν τα καημένα, και τα πιο μικρά κατουριόντουσαν επάνω τους απ’ το φόβο. Τώρα πια δεν πίνω. Δεν μεθάω. Δεν παίζω ούτε χαρτιά ούτε ζάρια. Και δεν χρωστάω σε κανέναν. Στο σπίτι όλοι με αγαπάνε. Και η ζωή μου είναι γεμάτη πλέον από χαρά. Τώρα ομολογώ την πίστη μου στον Χριστόν χωρίς να ντρέπομαι γι’ αυτήν. Εξομολογήθηκα καθαρά και με ειλικρίνεια, και από τότε, όπως και σήμερα πετάω. Και όλα αυτά ήρθαν πολύ ήρεμα στη ζωή μου, χωρίς να το καταλάβω… πώς; Από τη στιγμή που πίστευσα αληθινά στο Χριστό. Ήμουν τυφλός, όπως κάποιος τυφλός που άκουσα στο Ευαγγέλιον. Και είδα, ανέβλεψα. Ήμουνα παράλυτος και ο Χριστός με λύτρωσε, με έστησε στα πόδια μου, στάθηκα στα πόδια μου. Ήμουν νεκρός πνευματικά, ηθικά, σωματικά και ο Χριστός με ανέστησε. Πίστεψα και είδα το Χριστό και αυτό μου φτάνει. Πηγαίνω στην Εκκλησία, κοινωνώ των Αχράντων Μυστηρίων, διαβάζω το Ευαγγέλιο, προσεύχομαι πρωί και βράδυ, κάνω το Σταυρό μου ελεύθερα. Εργάζομαι κάθε μέρα και αυτό με γεμίζει χαρά. Είμαι πλέον χρήσιμος, πρώτα για τον εαυτόν μου, για την οικογένειά μου πρώτα, και ύστερα για ολόκληρη την κοινωνία. Και όλα αυτά είναι δώρα Του. Δώρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Και αυτά τα δώρα Του τα χρωστάω. Αυτό το ξέρω, το ξέρω πολύ καλά, και το ομολογώ.

Αυτό το κάτι χριστιανοί μου, που είπε και ομολόγησε και που ομολογεί ο νεοβαπτιζόμενος χριστιανός, σημαίνει ότι ξέρω κάτι από πείρα. Είναι το βίωμά μου. Το έζησα. Το ζω και σήμερα και κατάλαβα τι αξία έχει το βίωμα απέναντι μονάχα στις ξερές γνώσεις.
Έτσι και ο τυφλός του Ευαγελίου, αν θυμηθούμε το Βαρτιμαίο, ήταν στο απόλυτο σκοτάδι και είδε το φως της ημέρας, όπως και όλοι οι τυφλοί στους οποίους ο Κύριος χάρισε το φως.
Είδαν οι πρώην τυφλοί εκ γενετής πώς είναι οι άνθρωποι. Είδαν τον ουρανό, τον ήλιο, το φεγγάρι, τ’ αστέρια, είδαν τα πουλιά, τα δένδρα, τους βράχους, τις θάλασσες, τα ποτάμια και όλην την Κτίση. Αυτό που είδαν, ήταν βίωμα και ζωή.
Ο λεπρός που καθαρίστηκε από την λέπρα μ’ ένα λόγο του Κυρίου, είχε το θαύμα χειροπιαστό, και γι’ αυτόν ήταν βίωμα και ζωή.
Και οι τυφλοί που ανέβλεψαν, και οι λεπροί που καθαρίστηκαν, και οι παράλυτοι που περπάτησαν, και οι τυφλοί που είδαν, και οι κουφοί που άκουσαν, και οι νεκροί που αναστήθηκαν, και ιδιαιτέρως, όλως ιδιαιτέρως, ο Λάζαρος, και χιλιάδες άλλοι που βρήκαν την υγειά τους, όλοι τους είχαν την εμπειρία του θαύματος, και αυτό το ομολογούσαν και το διεκήρυτταν με παρρησία ότι ο Ιησούς Χριστός είναι αυτός που τους χάρισε, που τους ανέστησε και τους έδωσε το φως, την υγεία, τη ζωή. Και αυτό ήταν μια ομολογία πίστεως.
Ομολογία πίστεως είχαν και όλοι οι άγιοι τους οποίους σήμερα τιμάει η Εκκλησία μας, Κυριακή των Αγίων Πάντων.
Ομολογία πίστεως έδωσαν και οι πρώτοι χριστιανοί, γι’ αυτό και μαρτύρησαν με θάνατο φρικτό ύστερα από πολλαπλά βασανιστήρια εκ των οποίων πολλά γνωρίζετε και σεις.
Ομολογία πίστεως έδωσαν και οι προφήτες, γι’ αυτό και πολλοί απ’ αυτούς εξορίσθησαν ή εφυλακίσθησαν ή εν φόνω μαχαίρας επέθανον, όπως μας είπε το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα.
Ομολογία πίστεως έδωσαν και εκατοντάδες νεομάρτυρες μπροστά στους Τούρκους, μπέηδες και πασάδες, για να ακολουθήσει κατόπιν το κρέμασμα ή το σούβλισμα ή άλλα ποικίλα βασανιστήρια.
Ομολογία πίστεως έδωσε και ο Μάξιμος ο Ομολογητής όταν φυλακίσθηκε και εξορίσθηκε και έδωσε και εκεί στην εξορία και στη φυλακή άλλη ομολογία πίστεως όταν του έκοψαν τη γλώσσα για να μην μπορεί να ομιλεί, να διακηρύσσει, να κηρύττει τον λόγον της αλήθειας του Χριστού, τον λόγον της ζωής. Ομολογία πίστεως έκαμε και εν συνεχεία για τρίτη φορά όταν του έκοψαν και το δεξί του χέρι για να μην μπορεί να γράφει γι’ αυτές τις αλήθειες της Ορθοδόξου ημών πίστεως, δηλαδή της Ορθοδοξίας.
Ομολογία πίστεως έδωσαν και οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, όταν καθόριζαν τους ιερούς κανόνες και τα δόγματα της πίστεώς μας. Και έχει ανυπέρβλητη αξία αυτή η ομολογία πίστεως, γιατί ήταν αποτέλεσμα θεϊκής βιώσεως και θεοπτίας.
Ομολογία πίστεως έδωσαν και δίδουν και σήμερα οι ερημίτες, όταν μέσα στις σπηλιές, στις τρύπες και στις οπές της γης και στις κορυφές των ορέων, αγρυπνούν μετά πάσης προσοχής και νήψεως, προσευχόμενοι καθ’ όλην την διάρκειαν της νυκτός μέχρι δέκα ώρες με τη νοερά καρδιακή προσευχή, βυθίζοντας το νου, μέσα στη καρδιά υπέρ της του κόσμου σωτηρίας. Νηστεύουν με άκραν νηστείαν, και δίδουν αγώνες και μάχες και πάλη σώμα με σώμα με τους δαίμονες, όπως ο συνεχιστής της παραδόσεως των νηπτικών Πατέρων, ο Οσιότατος Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής και πνευματικός μου παππούς.
Ομολογία πίστεως έκαμε και η Αγία Βαρβάρα μπροστά στον πατέρα της, εφαρμόζοντας στην πράξη αυτό που μας τόνισε ο Χριστός στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, «ο αγαπών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, ουκ έστι μου άξιος». Ομολόγησε την πίστη της η δεκαεπτάχρονη εκείνη κοπελίτσα και σφάχτηκε από τον ίδιο τον πατέρα της. Εκείνη κατέστη αγία και στόλισε τον θρόνον του Θεού και ανήκει στη συνοδεία της Υπεραγίας Θεοτόκου, αλλά ο δύστυχος εκείνος πατέρας όχι μόνον κεραυνοβολήθηκε, αλλά ως κάρβουνο που τον μετέβαλλε ο κεραυνός, κάρβουνο παραμένει και μέσα στο βυθό της αιωνίου κολάσεως.
Ομολογία μαρτυρικής πίστεως έκανε και ο δωδεκάχρονος Ταρσίζιος όταν θέλησε να φυλάξει την μεταφορά των Τιμίων Δώρων, του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού μέσα σε ένα μήλο. Τον αντίκρυσαν μερικοί νεαροί, μεγαλύτεροί του ειδωλολάτρες, τον άρπαξαν με βαναυσότητα και άρχισαν να τον κτυπούν μέχρι που τον άφησαν μισοπεθαμένο για να αρπάξουν αυτό που έκρυβε μέσα στην αγκαλιά του, αλλά εξαφανίστηκαν ευθύς αμέσως με την εμφάνιση ενός αξιωματικού Ρωμαίου χιλιάρχου, του Σεβαστιανού που ήταν και αυτός χριστιανός, για να μαρτυρήσει και αυτός αργότερα για την πίστη του Χριστού την Αγία, και αν δεν απατώμαι εορτάζει στις 18 Δεκεμβρίου. Από τον ετοιμοθάνατο Ταρσίζιο ο Σεβαστιανός πήρε το μήλο, με τα Τίμια Δώρα, και τα μετέφερε ο ίδιος στους εν φυλακή ευρισκομένους χριστιανούς, όπου και κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων και την άλλη μέρα εσύρθησαν στο Κολοσσαίον της Ρώμης για να τους κατασπαράξουν τα πεινασμένα άγρια θηρία και με το αίμα τους εκεί να δώσουν και αυτοί την καλήν ομολογίαν της πίστεως. Την ίδια μέρα πέθαινε και ο Ταρσίζιος στο σπίτι του Σεβαστιανού.
Ομολογία πίστεως δίδουν και όσοι από τους σημερινούς Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς, έχουν την παρρησία και την τόλμην μπροστά στα πάσης φύσεως αφεντικά της παρούσης ζωής να διακηρύξουν το «πειθαρχείν δει Θεόν μάλλον ή ανθρώποις».
Ομολογία πίστεως δίδουν και κείνοι, από τους σημερινούς Ορθοδόξους χριστιανούς που βιώνουν μέσα από τα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας, μέσα από την καθαρά προσευχή, μέσα από την πράξη των εντολών, την μετάνοια και την ταπείνωση, βιώνουν τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και διακηρύσσουν στην καθημερινή τους ζωή «ουκ δυνάμεθα γαρ ημείς, ά είδαμεν και ηκούσαμεν μη λαλείν». Δεν μπορούμε αυτά τα θαυμάσια που είδαμε και ακούσαμε και γευθήκαμε από την Χάριν του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας και την πίστη μας, να μην τα διακηρύσσουμε με όλη την δύναμιν της ψυχής μας προς όλους, φίλους και εχθρούς, πιστούς και απίστους, μαύρους και άσπρους, θεοσεβείς και ασεβείς.

Χριστιανοί μου, θέλω να πιστεύω πώς και μείς όλοι, σείς και γώ μαζί σας, σήμερα, συγκαταλεγόμεθα σ’ αυτήν την τελευταία εκλεκτή ομάδα των Ορθοδόξων αγωνιζομένων πιστών χριστιανών, που ομολογούν δημοσίως, Ιησούν Χριστόν και τουτον Εσταυρωμένον, για να δώσει και ο Χριστός με τη σειρά Του, την καλήν ομολογίαν για σας, στον Θεόν Πατέρα λέγοντας «ομολογήσω καγώ εν αυτώ» ή «ομολογήσω καγώ γι’ αυτούς, για σας και για μένα, έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς».

Αυτό το εύχομαι με όλη μου την καρδιά σε όλους σας, αλλά να το εύχεσθε και σεις σε μένα τον ανάξιο και ταλαίπωρο, αλλά και σ’ όλους τους ιερείς,

Αμήν, γένοιτο.