Κυριακή, 12 Ιουνίου 2005

Κήρυγμα πού ελέχθη τό 1998. Σήμερα τό μισό. (Κυριακή των Αγίων Πατέρων, 2005)



217-α
Κυριακή των Αγίων Πατέρων, 2005

Μεγάλη η σημερινή Κυριακή χριστιανοί μου, η Κυριακή που είναι μετά την Ανάληψη, διότι η Εκκλησία μας τιμά τους Θεοφόρους Πατέρας της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Όλα τα γράμματα αναφέρονται εις την Θεότητα του Ιησού Χριστού, εις την Τριαδικότητα του Θεού και αυτό καταδεικνύεται και φαίνεται μέσα ακόμα και από το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα που σήμερα περιέχει, τέτοια μέρα, ένα μέρος από την λεγομένη Αρχιερατική προσευχή, την οποίαν ολόκληρη την ακούμε ως Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, σαν πρώτο Ευαγγέλιο την Μεγάλη Πέμπτη.
Αυτήν την προσευχή την απευθύνει ο Χριστός στον Θεό Πατέρα, λίγο πριν από το πάθος της Σταυρικής Του Θυσίας. Αρχίζει δε την προσευχή ο Κύριος με μία συγκινητική λεπτομέρεια. «Ταύτα ελάλησεν ο Ιησούς και επήρε τους οφθαλμούς εις τον Ουρανόν». Δηλαδή σήκωσε τα μάτια Του στον Ουρανό. Απ’ αυτή τη μικρή λεπτομέρεια, αλλά και από το πλήθος των άλλων που περιέχονται σε κάθε λέξη του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, εξέρχονται άπειρες ουράνιες αποκαλύψεις. Δεν μπορούμε εμείς να ασχοληθούμε βέβαια με το άπειρον, ούτε καν με έναν περιορισμένον αριθμόν. Θα αρκεστούμε μονάχα σε δύο, ενώ το 1998 είχαμε την ευκαιρία να αναφερθούμε σε τέσσερεις από αυτές θαυμαστές Ευαγγελικές αποκαλύψεις.
Η πρώτη είναι το πώς βλέπει ο Χριστός Κύριος τον Θεόν Πατέρα. Το βλέμμα του Χριστού στρέφεται προς τον ουρανό και λέγει. «Πάτερ ελήλυθεν η ώρα». Εμείς διδαχτήκαμε από τον ίδιο τον Χριστό, να φωνάζουμε και να επικαλούμεθα τον Θεόν «Πατέρα μας». «Πάτερ ημών», λέμε την Κυριακή προσευχή, την οποίαν και προηγουμένως την απαγγείλαμε όλοι μαζί, λέγοντες «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά Σου» και τα λοιπά.
Ο Ιησούς Χριστός όμως δεν είπε «Πάτερ ημών», αλλά «Πάτερ», σκέτο το «Πάτερ». Διότι άλλη είναι η σχέσις η δική μας προς τον Θεόν, και άλλη η σχέσις η δική Του.
Η δική μας είναι σχέσις εξάρτησης. Από τον Θεόν δημιουργηθήκαμε όλοι μας. Μηδενός εξαιρουμένου. Αυτός μας έπλασε. Αυτός μας έφερε από την ανυπαρξία και από το μηδέν, στο «είναι», στο να υπάρχουμε. Αυτός μας έδωσε τη ζωή. Αυτός μας έπλασε κατ’ εικόνα Του και καθ’ ομοίωσίν Του. Μας έδωσε δηλαδή μυαλό, μας έδωσε λογικό, νου, λογον, έναρθρον λόγον, μπορούμε και ομιλούμε, θέληση, κρίση, ελευθερία, αίσθημα δικαιοσύνης αλλά και πολλών άλλων ειδών αισθήματα, αγάπης και προσφοράς και προς τον Θεόν, και προς τον πλησίον. Άρα Αυτός είναι ο Πατέρας μας. Ο φυσικός Πατέρας και Δημιουργός μας. Και μας έπλασε διπλούς τη φύση. Από σώμα υλικό και από ψυχή άϋλη και πνευματική. Οι δε γονείς μας είναι απλοί, γεννήτορές μας.
Ενώ οι σχέσεις του Χριστού προς τον Θεόν Πατέρα, είναι σχέσεις ενότητος, τι θα πει αυτό. Θα πει ότι ο Χριστός, είναι ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ο μοναδικός κατά φύσιν Υιός του Θεού Πατρός. Ομοούσιος προς Αυτόν και τέλειος Θεός. Ακριβώς αυτό το πράγμα, το διακήρυξαν οι σημερινοί Πατέρες, στη Νίκαια το 325 μ.Χ. στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.
Το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος είναι ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού, που γεννάται αϊδίως, πάντοτε και προ πάντων των αιώνων. Δεν υπήρξε εποχή και χρόνος που να μην υπήρχε, αφού ο Θεός ως Τριάς και ως μονάς, είναι αιώνιος και άχρονος. Και δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος.
Την ενότητα αυτή, τη βλέπουμε να εκφράζεται από τους λόγους του ίδιου του Κυρίου, όταν έλεγε στους Ιουδαίους «εγώ και ο Πατήρ έν εσμέν», «τα εμά πάντα σα εστί και τα σα εμά».
Εμείς όταν απευθυνόμαστε στο Θεό, συνήθως ζητάμε υλικά αγαθά, και την κάλυψη των πολλών μας βιοτικών αναγκών – άνθρωποι είμαστε.
Άλλα μεν από αυτά τα αιτήματά μας είναι λογικά, άλλα δε πάλι είναι παράλογα. Παρακαλούμε βέβαια για ένα θαύμα, και για μια ίαση σε σοβαρές και ανίατες ασθένειες όπως είναι ο πολυτάραχος καρκίνος. Παραλογισμός είναι να το απαιτούμε. Ζητάμε λύση στα βάσανα και στις θλίψεις της ζωής. Αυτό βεβαίως είναι λογικό γιατί ως άνθρωποι πονάμε και είμαστε αδύναμοι. Αλλά όμως όταν ζητάμε την απόκτηση πλούτου πολλού, και ηδονικών απολαύσεων, με την τύχη του πρώτου αριθμού των διαφόρων λαχείων που κυκλοφορούν, ε. αυτό είναι παράλογο. Χιλιάδες είναι τα αιτήματα, αλλά λίγες φορές όμως ζητάμε με όλη μας την καρδιά «να γίνει το θέλημά Σου». Σε κάποια φάση της ζωής μας, δύσκολη τις περισσότερες φορές, και ακόμα είναι πολύ πιο δυσκολότερον να πούμε «γεννηθήτω το θέλημά Σου». Είναι φοβερά δύσκολο. Πρέπει να κάνουμε πολλή προσευχή, να ζητάμε από τον Θεόν, να μας δώσει τη δύναμη και την πίστη να μπορούμε να πούμε «γεννηθήτω το θέλημά Σου».
Ακόμα βέβαια λιγότερες φορές, είναι να ζητούμε την απαλλαγή από τα πάθη μας και από τον φοβερό εγωισμό μας.
Οι περισσότεροι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι χριστιανοί, δεν ζητάνε καθόλου τον φωτισμόν, ούτε και την άφεση των αμαρτιών μας στο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως. Ούτε βέβαια ασφαλώς και την απόκτηση των Ευαγγελικών αρετών, γι’ αυτό ο Θεός όλους αυτούς και μας ακόμα, βεβαιώνει «αιτήτε και ου λαμβάνετε». Ζητάτε και δεν παίρνετε, δεν σας δίδεται! Γιατί; Διότι κακώς αιτήσθε. Ζητάτε με κακό τρόπο, εντελώς παράλογα.

Ο Χριστός όμως δεν ζητάει στην Αρχιερατική Του προσευχή τίποτα το γήινο και το πρόσκαιρο, ούτε βέβαια ασφαλώς και την άφεση των αμαρτιών. Διότι ήτο αναμάρτητος. Τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός, εκτός αμαρτίας. Τι ζητάει ο Χριστός απ’ το Θεό Πατέρα; Την Δόξα! Την Δόξαν; Ε, δεν τη ζητάμε και μείς;
«Δόξασόν Σου τον Υιόν», αυτό είπε. Αλλά η Δόξα του Χριστού όμως, είναι ο Σταυρός! Είναι ο Γολγοθάς! Είναι η Σταυρική Θυσία. Είναι ο πόνος! Αυτή είναι η Δόξα! Είναι ο θάνατος πάνω στο Σταυρό. Αυτή είναι η Δόξα! Τη ζητάμε τέτοια δόξα; Και γιατί τη ζήτησε ο Κύριος; Διότι απ’ αυτήν προήλθε η συγχώρεσις και η άφεσις των αμαρτιών του σύμπαντος κόσμου, όλων των ανθρώπων στη γη μέχρι της συντελείας των αιώνων.
Άρα η δόξα του ανθρώπου είναι η άφεσις των αμαρτιών του, και η δικαίωσίς του απέναντι στον Θεόν, μπροστά στον οποίον κουρέλιασε και κουρελιάζει την ψυχή του με τις καθημερινές πτώσεις. Κι αφού η άφεσις των αμαρτιών προέρχεται και πηγάζει από την Σταυρική Θυσία του Ιησού Χριστού, αλλά και ο χριστιανός δοξάζεται όταν παίρνει άφεση των αμαρτιών, την πρώτη φορά στο Άγιον Βάπτισμα, και κατόπιν κάθε φορά που προσέρχεται στο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως και του διαβάζεται η συγχωρητική ευχή.
Έτσι η Δόξα του Σωτήρος Χριστού, είναι και δική μας δόξα μέσα σ’ αυτά τα δυο μυστήρια. Αλλά είναι δόξα όμως και στο Χρίσμα, είναι δόξα και στη Θεία Ευχαριστία, είναι δόξα και στην απλανή προσευχή, είναι δόξα και όταν ρουφάς τα λόγια του Θεού διαβάζοντας και μελετώντας την Αγία Γραφή. Είναι δόξα όταν τηρείς τις εντολές, κι είναι δόξα όταν αποκτάς Θείες αρετές.
Ας μην ξεχνάμε, ότι η δόξα φαίνεται και στον ουρανό, κάθε φορά που ένας εξ ημών μετανοεί. Χαρά γίνεται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι. Και είναι δόξα γιατί σώζεται μια ψυχή. Και τώρα ας έρθουμε – μπορούσαμε να συνεχίσουμε βέβαια, αλλά εδώ σταματάμε, και ερχόμεθα σε μια δεύτερη μικρή αποκάλυψη, πώς βλέπει ο Χριστός τον εαυτόν Του. Ποιός ήταν ο Χριστός πριν έρθει στον κόσμο; Πριν πάρει σάρκα και οστά μέσα από τα σπλάχνα της Υπεραγίας Θεοτόκου; Τι είχε πριν κατέβει στη γη; Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος μέσα απ’ την αρχιερατική Του προσευχή, και την οποίαν την ακούσαμε σήμερα στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα. Και νυν δόξασόν με Συ Πάτερ, παρά σεαυτώ τη δόξη, ην είχον προτού τον κόσμον είναι παρά συ. Δηλαδή, και τώρα δόξασέ με και Συ Πατέρα, πλησίον σου με τη δόξα που είχα κοντά Σου, προτού να γίνει ο κόσμος. Άρα ο Χριστός είχε θεϊκή δόξα μαζί με τον Πατέρα, προτού να δημιουργηθεί ο κόσμος, και ο υλικός, και ο πνευματικός, δηλαδή προ πάντων των αιώνων.
Ο πρώτος στίχος του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, αρχίζει με τις φράσεις «Εν αρχή ην ο Λόγος», που σημαίνει, «στην αρχή που δημιουργήθηκε ο κόσμος, ο ουρανός, η γη, οι άγγελοι, και ο άνθρωπος, προϋπήρχεν ο Λόγος, ο Υιός του Θεού, ο Θεός δηλαδή, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος».
Όσοι δε από τους χριστιανούς σωθούν και βρεθούν στον Παράδεισο, - μακάρι να είμεθα και ημείς μεταξύ αυτών, - θα λάμπουν σαν τον ήλιο και θα έχουν δόξα. Δόξα μεγάλη. Δόξα απερίγραπτη. Δόξα αιώνια.
Ο Χριστός όμως την δόξα την είχε πάντοτε διότι είναι ένα με τον Πατέρα Του, ομοούσιος προς Αυτόν.
Παρά Σου εξήλθον λέει. Δηλαδή, από Σένα προήλθα, από σένα βγήκα, βγήκα και ήλθα στον κόσμο, χωρίς στιγμή να είμαι χωρισμένος από σένα. Γιατί είμαι και τέλειος Θεός. Και τώρα έρχομαι πάλι σε σένα. Καγώ προς Σε έρχομαι. Μόνον που δεν έρχομαι Πατέρα μόνος. Κουβαλάω μαζί μου ολόκληρη την ανθρωπότητα, ολόκληρη και τελεία την ανθρωπίνη φύση. Φέρνω μαζί μου τον άνθρωπο. Φέρνω μαζί μου τον άνθρωπο, για τον οποίο έγινα άνθρωπος εγώ ο Θεός. Σου φέρνω λοιπόν θεωμένη την ανθρωπίνη φύση, που είναι πλέον ενωμένη μαζί μου, σύμφωνα με τους τέσσερεις όρους που έδωσε η Τετάρτη Οικουμενική Σύνοδος στην Καρχηδόνα, και ηνωμένη μαζί της αδιαιρέτως, ατρέπτως, αναλλοιώτως και ασυγχύτως. Θεωμένη λοιπόν και δοξασμένη.

Ο Θεός αδελφοί μου, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, δεν ήλθε για να μας κρίνει και να μας κατακρίνει, για να μας δικάσει και να μας καταδικάσει. Ήλθε για να μας σώσει. Εγώ ουκ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμο. Και μας σώζει με τη Σταυρική Του Θυσία, την οποίαν και σφράγισε με την πανένδοξη Ανάστασή Του. Κιβωτός της σωτηρίας είναι η Εκκλησία Του που μας παρέχει δυο μεγάλες δωρεές.
- Πρώτον την ανυπέρβλητη θεϊκή Του διδασκαλία, μέσα από τα Ευαγγέλια και την Καινή Διαθήκη, και
- Δεύτερον την Θεία Χάρη, μέσα από τα Πανάγια σωστικά μυστήρια, το Βάπτισμα, το Χρίσμα, τη Θεία Ευχαριστία και την Ιερά Εξομολόγηση με αληθινή μετάνοια.
Όργανα της Θείας Χάριτος, διά μέσου όλων των μυστηρίων, και των αγιαστικών ευχών και τελετών της Εκκλησίας μας είναι ο παπάς και ο Δεσπότης. Είναι η Ιεροσύνη. Είναι απ’ την Ιεροσύνη του Χριστού, που φέρουμε όλοι μας, όλος ο κλήρος παντός βαθμού, διάκονοι, πρεσβύτεροι, και επίσκοποι. Δεν έχομε δική μας ιεροσύνη. Του Χριστού έχουμε. Όποτε θέλει την παίρνει, δική Του είναι. Και εξ ονόματι αυτής, εμείς αγιάζουμε τα Πανάγια Μυστήρια.
Η Θεία Χάρις είναι μια ειδική δωρεά. Με τη Χάρη του Θεού γινόμεθα όλοι ναός του Αγίου Πνεύματος. Κατά χάριν δηλαδή. Κατά χάριν μπορούμε και προσευχόμεθα απλανώς. Κατά χάριν αποκτούμε δόξα και θέωση. Κατά χάριν η Θεία Ευχαριστία γίνεται σε μας τροφή αιωνίου ζωής και εις άφεσιν αμαρτιών. Κατά χάριν. Κατά χάριν γονατίζουμε. Με τη χάρη και τη δύναμη του Θεού ήρθατε σήμερα στην Εκκλησία. Με την κατά χάριν μπορούμε να πούμε, κατά χάριν του Αγίου Πνεύματος μπορούμε να πούμε «Κύριον Ιησούν». Τι νομίζετε ότι λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», -και τώρα που το είπα εγώ, αυτές τις πέντε λεξούλες,- με την χάριν και την δύναμιν του Αγίου Πνεύματος τις είπα. Αν δεν θέλει η χάρις του Αγίου Θεού ούτε αυτές τις λέξεις μπορούμε να τις πούμε. Ουδείς δύναται να ειπεί «Κύριον Ιησούν» ή μη εν Πνεύματι Αγίω, δηλαδή με την χάριν του Αγίου Πνεύματος.

Χριστιανοί μου, η ζωή μας εδώ στη γη κάποτε θα τελειώσει. Γι’ αυτό ας εκμεταλευτούμε τις δωρεές του Θεού, τις ευλογίες του Θεού, τις ευκαιρίες του Θεού, όσο ζούμε και υπάρχουμε, και σήμερα μάλιστα. Γιατί το αύριον δεν το γνωρίζουμε, ανήκει στον Θεόν. Και αυτές τις ευκαιρίες να τις εκμεταλευτούμε για τη σωτηρία μας, για την άφεση των αμαρτιών μας, για να βιώσουμε το κάλος και τη δόξα του Θεού κατά χάριν του Αγίου Πνεύματος.

Ο καλός Θεός και η Παναγία, εύχομαι να είναι πάντοτε μαζί μας, και αυτή η χάρις του Αγίου Θεού να στείλει τον άγγελο φύλακα της ψυχής μας, και τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, την ώρα ακριβώς που θα φεύγουμε απ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, για να μας βοηθήσει αυτή η χάρις να έχουμε αληθινή μετάνοια, να κληρονομήσουμε την Βασιλεία των Ουρανών, ιστάμενοι προ του φοβερού βήματος και ακούοντες τους σωτήριους λόγους του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού: «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην ημίν Βασιλείαν από καταβολής κόσμου».
«Κληρονομήσατε», να καταστείτε δηλαδή και να γίνετε και να γίνουμε όλοι μας κληρονόμοι της Βασιλείας του Θεού,

Αμήν