Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2003

Πώς θα γιορτάσουμε πνευματικώ τώ τρόπω τα Χριστούγεννα



180-δ
Κυρ.Προ Χριστουγέννων 2003

Σε τρείς τέσσερεις ημέρες αδελφοί μου, θα γιορτάσουμε Χριστούγεννα. Έτσι το σημερινό μας κήρυγμα θα το αρχίσουμε με μερικές ερωτήσεις.

Ασφαλώς όλοι σας βάλατε στα σπίτια σας Χριστουγεννιάτικο δένδρο και το στολίσατε και καλώς κάματε. Τον Χριστό όμως Τον γνωρίσατε;
Πολλοί από σας στολίσατε και τα μπαλκόνια και τις ταράτσες, ακόμα και τα φυσικά δένδρα που πιθανόν να είχατε στις μικρές αυλές σας ή στις μεγάλες, τα στολίσατε με πλήθος από φώτα και λαμπάκια και καλώς κάνατε. Τον Χριστό όμως Τον γνωρίσατε;
Και δένδρα και δώρα ψωνίσατε και τρόφιμα πολλά, και με γαλοπούλα και με κοτόπουλο και με αρνάκι και γλυκά για ένα πλούσιο γιορταστικό Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Καλώς κάνατε, και μείς στο σπίτι μας το ίδιο κάναμε. Τον Χριστό όμως Τον γνωρίσαμε;
Αγαπάμε τον Χριστό, την Παναγία μητέρα Του και τους Αγίους;
Είμεθα έτοιμοι να δώσουμε και το αίμα μας για την αγάπη του Ιησού Χριστού; Αυτό το πιστεύουμε, ναι ή όχι;
Λέμε ότι λατρεύουμε τον Χριστό, σαν αληθινό Θεό και Σωτήρα μας. Αν το πιστεύουμε αυτό το πράγμα, μπορούμε να το αποδείξουμε με έργα και πράξεις που ιδιαιτέρως έχουμε τονίσει επανειλημμένως και τα ζητάει ο Θεός ο ίδιος δια της Αγίας Γραφής;
Δηλαδή έρχεσαι στην εκκλησία κάθε Κυριακή και μεγάλη γιορτή;
Μελετάς κάθε μέρα το Ευαγγέλιο και την Καινή Διαθήκη;
Έχεις αληθινή πίστη στην Τριαδικότητα του Αγίου Θεού και στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού;
Προσεύχεσαι το πρωί με την εωθινή προσευχή και το βράδυ με το Απόδειπνο και τους Χαιρετισμούς;
Εξομολογείσαι με απόλυτη ειλικρίνεια στον πνευματικό σου και μόνον τις δικές σου αμαρτίες;
Προσέχεις τις αισθήσεις σου και ιδιαιτέρως τα μάτια σου και τη γλώσσα σου, που κόκαλα δεν έχει αλλά κόκαλα τσακίζεις;
Κάνεις στο κατά δύναμιν τον πνευματικόν σου αγώνα με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή και εγκράτεια; Τον κάνεις αυτό τον αγώνα;
Συγχωρείς τους εχθρούς σου, τους συγγενείς σου, τους φίλους σου, τους γείτονάς σου που σου έκαμαν κακό; Σε πείραξαν;
Πολεμάς τα πάθη σου, ή τα τρέφεις με οποιοδήποτε τρόπο κάθε μέρα;
Θυμώνουμε ποτέ εναντίον των κακών, των πονηρών, των αισχρών, και των βλασφήμων λογισμών που σπέρνει ο διάβολος μέσα στο νου μας κάθε μέρα;
Στενοχωρούμεθα για τα λάθη μας, για τις πτώσεις μας και για τις αμαρτίες μας που διαπράττουμε κάθε στιγμή;
Κοινωνούμε των Αχράντων με προσοχή, με συστολή και φόβο, μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης;
Μήπως γογγύζουμε για τα βάσανα, τους πόνους, τις αρρώστιες και τις θλίψεις της ζωής;
Εξετάζεις κάθε βράδυ τη συνείδησή σου, είναι ήσυχη; Μήπως δεν τήρησες όπως έπρεπε τις άγιες εντολές του Θεού, γι’ αυτό και είσαι ανήσυχος, νευρικός και γκρινιάρης;
Μιλάς για το Χριστό, και την αλήθεια του Ευαγγελίου; Τον ομολογείς; Ή μήπως ντρέπεσαι στον οποιοδήποτε συνάνθρωπό σου μπροστά;

Σ’ αυτές τις είκοσι περίπου ερωτήσεις χριστιανοί μου, η φωνή της συνειδήσεώς μας, η φωνή της καρδιάς μας μπορεί να απαντήσει μ’ ένα ολοκάθαρο «ναι»; Αν απαντήσουμε «ναι μεν αλλά…», «και ναι και όχι», «και ίσως», «και πιθανόν», «και ξέρεις», «και αυτό μου συμβαίνει», «και το άλλο μου γίνεται», όλα αυτά είναι διάφορες δικαιολογίες και οι δικαιολογίες είναι ο δικηγόρος του διαβόλου.

Τα καλύτερα Χριστούγεννα είναι εκείνα τα Χριστούγεννα που τα κάνουμε με τον Χριστό μαζί. Τι θα πει Χριστούγεννα άλλωστε; Να ζήσουμε τον Χριστό εκείνην την ημέρα μέσα στην καρδιά μας. Να Τον κλείσουμε μέσα στην καρδιά μας, με τη Θεία Κοινωνία και την όλη Εκκλησιαστική ακολουθία, και ιερά υμνολογία, ολόκληρο το νεογέννητο Χριστό μέσα στην καρδιά μας. Να γίνει δηλαδή η καρδιά μας φάτνη και λίκνον αιώνιας ζωής.
Τι σημαίνει αυτό. Σημαίνει ότι μαζί με τους κτύπους της δικής σου καρδιάς, και της δικής μου βέβαια, να νοιώσεις και να νοιώσω, να αισθανθείς και να αισθανθώ, να βιώσεις και να βιώσω, και τους κτύπους της Θεανθρώπινης καρδιάς του βρέφους Ιησού.
Να νοιώσεις δηλαδή τους νοερούς παλμούς της αιωνιότητος, τους παλμούς της Βασιλείας των Ουρανών, τους παλμούς της αθανασίας, τους παλμούς της Βασιλείας του Θεού. Και έτσι να καταστείς και συ και ’γω, όπως μας λέγει ο Απόστολος Πέτρος «κοινωνός θείας φύσεως».
Πρώτα πρώτα νοιώθεις ότι είσαι αληθινός άνθρωπος. Άνθρωπος πλασμένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού. Άνθρωπος πνευματικός. Άνθρωπος μεν με σάρκα και οστά, με σώμα και ύλη, αλλά ταυτόχρονα και άνθρωπος ουράνιος. Και αυτό διότι μετέχεις της Θεότητος. Αφθαρτοποιείσαι. Πνευματοφορείς το Βρέφος Ιησούς μέσα στην καρδιά σου, ειδικά εκείνη την ημέρα, όταν προσέρχεσαι στην Εκκλησία, και όταν κοινωνείς των Αχράντων Μυστηρίων.
Τότε γίνεσαι ουράνια φάτνη, πνευματικόν λίκνον, πνευματική Βηθλεέμ. Μέσα και έξω όλα λάμπουν, όλα λάμπουν. Εξ ανατολών ανατέλλει στον ουρανό της καρδιάς σου ολόκληρος ο Ήλιος Χριστός. «Ο αχώρητος παντί, πως εχωρήθη εν γαστρί»; Θα ψάλουμε εκείνο το πρωινό, με τα ωραιότατα εκείνα τα τρία καθίσματα του όρθρου των Χριστουγέννων. Ναι, «ο αχώρητος όμως παντί», πως εχωρήθη εν τη καρδία σου ως Θείος Μαργαρίτης; Το σκέφτηκες αυτό ποτέ; Πώς γίνεται η καρδιά σου χώρος για να χωρέσει «ο αχώρητος παντί» με τον Θείο Μαργαρίτη;
Και όταν δεις με τα μάτια της ψυχής σου τον Χριστό μέσα στην καρδιά σου, μετά την πρωινή Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία και Θεία Κοινωνία, ω τότε! ω τότε! θα το πω και θα το φωνάξω. Άγγελοι και Αρχάγγελοι θα ζητωκραυγάζουν πανηγυρικά μέσα σου όμως, μέσα στο είναι σου, μέσα στις αισθήσεις σου, μέσα στην ψυχή σου, μέσα στην καρδιά σου, το «Δόξα εν Υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία».
Μη σας φαίνεται παράξενο, δεν είναι αυτά μόνο λόγια, δεν είναι ξεροί λόγοι, ουτοπία και χίμαιρα. Όταν σας λέω και σας βεβαιώνω ότι η καρδιά σας θα γίνει φάτνη, μπορεί να γίνει μία αγιοπνευματική κατοικία, εντός της οποίας θα ανακληθεί ο Ιησούς Χριστός, δια της Θείας Κοινωνίας, διότι όλα αυτά για μας είναι πίστις, είναι πίστις αληθινή, είναι πίστις ζωντανή, είναι πίστις πραγματική, και «δια της τοιαύτης πίστεως κατοικείσαι τον Χριστόν εν ταις καρδίαις ημών», μας βεβαιώνει η Αγία Γραφή με το στόμα του Αποστόλου Παύλου.

Θέλεις να ζήσεις αληθινά Χριστούγεννα; Και ποιος δε θέλει; Όμως πρώτα απ’ όλα πρέπει να πιστέψεις, και ν’ αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου, εξ όλης καρδίας και ψυχής και διανοίας και ισχύος, και να έχεις ήδη εξομολογηθεί. Πρέπει να έχεις μισήσει και να μισείς την αμαρτία. Πρέπει να εκκλησιαστείς από τις πέντε ει δυνατόν το πρωί. Και τέλος να κοινωνήσεις των Αχράντων Μυστηρίων. Και αν για τον άλφα βήτα λόγο, δεν μπορέσεις ή δε σου επιτρέπεται να κοινωνήσεις, μπορείς να κοινωνήσεις τη Θεία Χάρη, το Άγιον Πνεύμα, τον Θείον πνευματικόν Μαργαρίτην. Αν ζήσουμε τα φετινά Χριστούγεννα μαζί με τον Χριστόν, τότε όλα γύρω μας και μέσα μας, θα πανηγυρίζουν, θα λαμπροφορούν, θα γιορτάζουν.
Οι περισσότεροι όμως δυστυχώς, από μας τους Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς, θα γιορτάσουν, ή μάλλον θα περάσουν Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν. Θα ’ναι γι’ αυτούς μία κοινή ημέρα κοινής αργίας, ένα ευχάριστο πρωινό για ύπνο. Όταν όμως ξυπνήσουν, όλα γύρω τους και όλα μέσα τους θα είναι έρημα, θα είναι μαύρα, θα είναι σκοτεινά. Ήδη άρχισαν να ζούνε από τώρα την Κόλαση. Δεν τους σώζουν τα λαμπάκια και οι φωταψίες, το γλέντι και ο χορός, η κραιπάλη και η μέθη ή το τυχόν πλούσιο τραπέζι.

Χριστούγεννα χωρίς Χριστό, δεν είναι Χριστούγεννα, τα Χριστούγεννα τα γιορτάζουμε μόνον με τον Χριστόν, διότι ο Χριστός σώζει. Αυτός χαρίζει το φως, τη ζωή, τη χαρά, την ευτυχία, την ειρήνη, και την γαλήνη της ψυχής. Αυτός χαρίζει και τα αληθινά Χριστούγεννα.

Μαζί Του να τα ζήσουμε, μαζί Του,
Αμήν.

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2003

Η πίστις, τα έργα και το δείπνον της Θείας αγάπης



Η σημερινή Ευαγγελική περικοπή αδελφοί μου αναφέρεται στη γνωστή παραβολή του Μεγάλου Δείπνου. Ένας άρχοντας καλεί σε δείπνο πολλούς και διαφόρους.

Μερικοί αρνούνται την πρόσκληση προφασιζόμενοι το «αγρόν ηγόρασα». Τις δουλειές, την εργασία και γενικά την αγωνία και τις υποχρεώσεις για τα οικονομικά.
Άλλοι πάλι με την πρόφαση «γυναίκα έγημα», με τις οικογενειακές δηλαδή μέριμνες για τη γυναίκα και τα παιδιά, αρνήθηκαν και αυτοί την πρόσκληση.
Και κάποιοι είπαν το «έχε με παραιτημένο» διότι αγόρασαν πέντε ζευγάρια ζώα και θέλησαν να τα δοκιμάσουν.
Οι προφάσεις αυτές διά μέσου των οποίων και οι τρίτοι αρνήθηκαν την πρόσκληση στο μεγάλο δείπνο, είναι οι φιλήδονες και αμαρτωλές ικανοποιήσεις των πέντε αισθήσεων του ανθρώπου.
Μ’ αυτές τις τρεις κατηγορίες των ανθρώπων είχαμε ασχοληθεί και σε παλαιότερα κηρύγματα. Επίσης είχαμε τονίσει το χίλια εννιακόσα ενενήντα έξη, τι μας προαναγγέλλει ο Χριστός με την παραβολή του Μεγάλου Δείπνου.

Προαναγγέλλει λοιπόν ο Κύριος το Ευχαριστηριακό Δείπνο της Θείας Λατρείας.
Δεύτερον το Δείπνον της Θείας Χάριτος.
Τρίτον το Μεγάλο Δείπνο της Άνω Ιερουσαλήμ, και
Τέταρτον το Δείπνο της μεγάλης Κρίσεως του Αγίου Θεού.

Χριστιανοί μου, για να αποδεχτούμε εμείς οι σημερινοί Νεοέλληνες Χριστιανοί, και όσοι βρισκόμαστε εδώ μέσα αυτή τη στιγμή, την πρόσκληση του Χριστού, στο Μεγάλο Δείπνο, είτε της Θείας Ευχαριστίας, είτε της Θείας Χάριτος, είτε της Άνω Ιερουσαλήμ, απαιτείται πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα πίστις. Πίστις ζωντανή, πίστις φλογερή, πίστις αληθινή, πίστις ενεργουμένη.

Τι είναι όμως πίστις; «Έστι πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» μας λέγει ο Απόστολος Παύλος. Αυτός όμως είναι ένας γενικός ορισμός.
Πίστις πρακτικά σημαίνει ο λόγος να γίνεται έργον, όπως «ο Θεός είπε και εγεννήθησαν» έτσι και μείς να μπορούμε να λέμε έναν λόγο, και ο λόγος μας αυτός να γίνεται έργον. Όταν ο λόγος μας γίνεται έργον κατά Θεόν, αυτό είναι πίστις. Να λέμε παραδείγματος χάριν σε κάποιον «σήκω επάνω, είσαι καλά, είσαι υγιής» και να το λέμε με τόση δυνατή και ζωντανή πίστη ώστε μέσα από το δικό μας λόγο να καταδέχεται να περνάει η παντοδυναμία του Αγίου Θεού και εκείνος στον οποίο λέμε «είσαι καλά» να σηκώνεται. Αυτό είναι πίστις.
Πίστις είναι ακόμα να δεχόμεθα ως απολύτως σωστά και αληθινά όσα πρεσβεύει η Εκκλησία μας.
Πίστις είναι να τηρούμε τις εντολές και να καλλιεργούμε τις αρετές και να απέχομε από το κακόν όπως μας τα είπε προηγουμένως το Αποστολικόν Ανάγνωσμα από την Κολασσαείς Επιστολή από το τρίτο κεφάλαιο, λέγοντας «νεκρώσατε ουν τα μέλη υμών τα επί της γης, πορνείαν, ακαθαρσίαν, πάθος, επιθυμίαν κακήν, και πλεονεξίαν ήτις εστί ειδωλολατρεία. Απόθεσθε τα παντα, και την οργήν και τον θυμόν και την κακίαν και την βλασφημίαν και την αισχρολογίαν εκ του στόματος υμών και μη ψεύδεσθε εις αλλήλους» και άλλα πολλά όσα περιλαμβάνει η Καινή μας Διαθήκη. Η εφαρμογή αυτών θέλει πίστη.

Όταν μας λέγει όμως η Αγία μας Εκκλησία το άλφα ή το βήτα, αυτό δεν θα τεθεί υπό τη δική μας έρευνα; Και ασφαλώς. Αλλά θα τα ερευνήσομε όμως μέσα από τη δική μας προσωπική χριστιανική ζωή. Πρώτα θα αποδεχτούμε τον όρον της πίστεως και στη συνέχεια θα τον θέσουμε σε εφαρμογή. Θα αποδεχτούμε τον λόγον της Εκκλησίας με πίστη και θα τον κάνουμε έργο. Θα βάλουμε δηλαδή να δουλέψει αυτό το έργο μέσα μας, μέσα στην καρδιά μας. Και από την εργασία που θα κάνομε για να τηρήσουμε τις εντολές και το πανάγιον θέλημα του Θεού, θα φανεί το πόσο η πίστις μας είναι θερμή και είναι ζωντανή. Από τα έργα μας, τα κατά Χριστόν έργα, όχι τα του κόσμου έργα, και από το είδος του πνευματικού αγώνος που κάνομε, εύκολα θα αποδειχθεί, τι πίστη έχομε μέσα μας.
Γι’ αυτό χρειάζονται τα έργα τα κατά Χριστόν, διότι «πίστις άνευ τοιούτων έργων νεκρά εστί». «Και δείξον μου την πίστιν σου εκ των έργων σου», των κατά Χριστόν έργων σου, μας λέγει η Αγία Γραφή.
Χωρίς ενεργουμένη πίστη δεν μπορούμε να παρακαθίσουμε στον Δείπνο της Θείας Ευχαριστίας. Χωρίς πίστη δεν μπορούμε να βγούμε εδώ μπροστά στο Άγιον Ποτήριον. Διότι θα σας προσκαλέσει η Εκκλησία στο «μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Χωρίς ζωντανή πίστη πώς θα παρακαθίσουμε και στο άλλο Δείπνο, το Δείπνο της Θείας Χάριτος, που μας παρέχει τόσο πλουσιοπάροχα ο Ουράνιος Οικοδεσπότης;
Και χωρίς φλογερή πίστη με πλήρη ομολογία μέχρι θυσίας και μαρτυρίου και θανάτου ακόμα, πως θα καταστούμε ουράνιοι συνδαιτυμόνες στο ακατάληπτο δείπνο της Άνω Ιερουσαλήμ εις τους αιώνας των αιώνων;

Τώρα όμως ας ανέβουμε ακόμα ένα σκαλοπάτι ακόμα ψηλότερα. Το απαιτούν οι γιορτινές μας ημέρες. Πίστις κατά τον Άγιο Διάδοχο Φωτικής, ως ακρότατος όρος της εν Χριστό ζωής, είναι έννοια περί του Θεού απαθής. Αυτού σημαίνει ότι η έννοια που έχουμε για το Θεό μέσα στην καρδιά μας, να μην δημιουργείται από τις δικές μας πεπερασμένες φτωχές γνώσεις, ή από ανθρωπομορφικές εκφράσεις, ή και πολύ περισσότερο – δυστυχία μας – να προσωποποιείται εξ αιτίας των παθών μας, με τόσες και τόσες σαπουνόφουσκες που ακούμε κατά καιρούς, ιδιαίτερα μέσα απ’ την τηλεόραση γι’ αυτά που μας λένε για την πίστη και τον Θεόν. Επίσης η έννοια του Θεού δεν μπορεί να είναι περιγραπτή, δεν μπορούμε να την περιγράψομε με λόγια, διότι αυτό είναι τελείως αδύνατο.

Με ρώτησε κάποιος προχτές στην εξομολόγηση «Ποιος είναι ο Θεός;» Είναι ο Ων! Ο Υπάρχων. Ο πάντοτε Υπάρχων. Ο προαιωνίως Υπάρχων, και τώρα και πάντοτε και εις τους αιώνας των αιώνων. Ποιος είναι ο Θεός; Είναι ο Ων, είναι ο Ην, είναι ο Ερχόμενος! Αυτός που ήλθε εν χρόνω στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Είναι αυτός που μας αποκάλυψε τον Τριαδικόν Θεόν, τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. Είναι Αυτός που είπε «Εγώ ειμί ο λαλών σοι», «εγώ είμαι το φως του κόσμου». Είναι Αυτός που ήλθε και που έρχεται στις καρδιές μας με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Είναι ο Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου, ορατού και αοράτου, είναι ο προσωπικός μας Δημιουργός που μας έπλασε κατ’ εικόνα Αυτού και καθ΄ομοίωση.

Τι είναι ο Θεός; Είναι Πνεύμα. «Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας Αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν». Και ποιος μπορεί να περιγράψει τον Άπειρον Θεόν ως Πνεύμα; Κανένας! Κανένας! Και όμως μολονότι ο Θεός δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί με λόγια εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί πιστεύουμε. Γι’ αυτό και ήλθαμε σήμερα στους ναούς, γι’ αυτό ήρθαμε με τα παιδιά μας, γι’ αυτό τα κρατάμε στην αγκαλιά μας, γι’ αυτό εκκλησιαστήκαμε, γι’ αυτό θα κοινωνήσουμε, επειδή πιστεύουμε. Έχουμε, πιστεύουμε στον Θεόν, και έχουμε ζωντανή την αίσθηση της υπάρξεως του Θεού. Έχουμε ζωντανή την αίσθηση ότι ο Θεός έχει ουσία. Ο Θεός έχει ενέργειες, ο Θεός έχει έργα, και τα έργα των χειρών Του εισίν οι ουρανοί, είναι ο ουρανός και η γη. Έργα των χειρών Του είναι τα ορατά και τα αόρατα. Ο κόσμος της Βασιλείας του Θεού και ο κόσμος εδώ κάτω στη γη και το αστρικόν σύμπαν.

«Πιστεύω εις έναν Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα Ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων», ομολογήσαμε λίγο πριν, στο Σύμβολον της Πίστεως, και το ομολογούμε κάθε μέρα.

Πίστις σημαίνει ακόμα ότι αποδεχόμεθα την αποκάλυψη του Θεού μέσα από τις Άγιες Γραφές. Μέσα από τους Ευαγγελικούς λόγους της Καινής Διαθήκης. Μέσα από τους βίους των μυριάδων αγίων, μέσα από τις εμπειρίες και τα βιώματα των Θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας μας, μέσα από τα επτά μυστήρια της Εκκλησίας και δη της Θείας Ευχαριστίας. Μέσα από την τήρηση του Θείου θελήματος και τέλος μέσα από τα έργα πίστεως. «Χωρίς δε πίστεως αδύνατον ευαρεστήσαι τω Θεώ». Δηλαδή χωρίς την ενεργουμένη πίστη, δεν είναι δυνατόν να ευαρεστήσει κανείς τον Θεόν. Ολόκληρο το ενδέκατο κεφάλαιο της Προς Εβραίους Επιστολής είναι ένας ύμνος της πίστεως προς τον Θεόν, ένας ύμνος στα έργα της πίστεως. Διαβάστε το.

Εσύ πιστεύεις; Εκεί κάτω εσύ πιστεύεις; Εσύ; Εσείς εδώ; Εγώ; Όλοι μας πιστεύουμε! Καλώς κάνουμε. Αλλά όμως έλα που και τα δαιμόνια πιστεύουν; Και πιστεύουν και φρίττουν. Εμείς πιστεύουμε. Φρίττουμε; Έχουμε συστολή; Έχουμε σεβασμό; Τηρούμε τις εντολές; Καλλιεργούμε τις αρετές; Απέχουμε από τις προαναφερθείσες αμαρτίες από την Προς Κολασσαείς Επιστολή του Παύλου; Τι δεν έχουν οι δαίμονες; Έργα πίστεως και μετάνοια. Έργα πίστεως και αγάπης προς τον πλησίον και τον εχθρόν μας εμείς έχουμε; Έργα μετανοίας, έργα που αλλάζουν τη ζωή μας, την καρδιά μας, την ψυχή μας, τις αισθήσεις μας, τις σκέψεις μας, και ολόκληρη τη διαγωγή μας, έχουμε τέτοια πίστη;
Τα έργα πίστεως, μετανοίας και αγάπης εν Χριστώ αυτά και μόνα μπορούν να ανοίξουν τις καρδιές μας. Αυτά μας φωτίζουν διά της Θείας Χάριτος και των Παναχράντων Μυστηρίων.
Και όλα μαζί καθαρίζουν το δοχείον της ψυχής μας για να δεχτεί κατά δύναμιν και κατά χάριν τους ανασασμούς του Παναγίου Πνεύματος. Τι είναι ανασασμοί; Είναι αυτό που βεβαιώνεται η ψυχή ότι έχει αποδείξεις! Ότι έχει βιώματα. Ότι ζεί Κύριος ο Θεός μέσα μας. Μέσα μας, ζεί ο Χριστός μέσα μας; Ζεί! Ζεί μεσα σας; Έχει αίσθηση της υπάρξεως του Θεού. Άλλωστε η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί.

Είναι Πνεύμα διότι Πνεύμα ο Θεός. Είναι φως! Είναι δόξα, είναι ζωή. Ο Θεός χριστιανοί μου με την ενανθρώπισή Του, στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού, μας φανερώνει ακόμα ότι είναι η αλήθεια, η οδός και η ανάστασις. Είναι ο Σωτήρας του κόσμου. Είναι ο Σωτήρας σου, αλλά και Σωτήρας μου. Μας αποκαλύπτεται και έτσι Τον γνωρίζει τόσο, όσο χωράει η καρδιά μας. Και τότε έχουμε πανηγύρι. Έχουμε χαρά. Έχουμε ευτυχία. Έχουμε μακαριότητα. Γιατί; Διότι συμμετέχουμε διαρκώς και αδιαλείπτως, σε Δείπνο ουράνιο, σε Δείπνο Θείας ευφροσύνης, σε Δείπνο αγγελικής λατρείας.
Κι όταν μετέχεις σε ένα τέτοιο Δείπνο, τότε αδελφοί μου πεθαίνεις! Πεθαίνεις από Θεϊκή αγάπη. Να το επαναλάβω; Όποιος μετέχει στο Δείπνο της Θείας Χάριτος, στο Δείπνο της Θείας ευφροσύνης, στο Δείπνο της Άνω Ιερουσαλήμ, πεθαίνει από Θεϊκή αγάπη.

Αμήν.

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2003

Η καμπούρα της ψυχής και η αληθινή ταπείνωσης που γεννάται εκ της αγάπης προς τον Θεόν



Κυρ.Ι' Λουκά 2003

Την έδεσε ο Σατανάς εδώ δέκα και οκτώ έτη.
Το θαύμα χριστιανοί μου είναι γνωστό, ο Κύριος πηγαίνει σε μια συναγωγή την ημέρα του Σαββάτου. Ημέρα αργίας. Για μας τους χριστιανούς όμως ημέρα αργίας είναι η Κυριακή. Είναι η πρώτη μετά το Σάββατο. Είναι ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου.
Την ώρα λοιπόν που ο Κύριος εδίδασκε μέσα στην συναγωγή, το σπλαχνικό Του μάτι έπεσε πάνω σε μια καμπουριασμένη γυναίκα, συγκύπτουσα όπως την αποκαλεί το Ιερό Ευαγγέλιο. Και μάλιστα σ’ αυτή την κατάσταση, ήταν κυρτωμένη για δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια. Έτσι την είχε καταντήσει η ενέργεια του Σατανά. Την έδυσεν ο Σατανάς. Ποιος ξέρει κάτω από ποιες τραγικές συνθήκες είχε αυτήν την δαιμονική κατοχή και ενέργεια χωρίς όμως να πειραχτεί η ψυχή της.
Μόλις όμως ο Κύριος την άγγιξε με τα θεϊκά Του χέρια, αμέσως την έλυσε από τα δεσμά του διαβόλου, και της ξαναέδωσε πλήρως την υγεία της, ανορθώθηκε η δυστυχισμένη εκείνη ύπαρξη. Ταπείνωσε και ξευτέλισε ο Θεός τον διάβολο αλλά και κάθε υπηρέτη του διαβόλου όπως ήταν ο αρχισυνάγωγος.

Αλλά και ο χριστιανός όμως με τη χάρη του Θεού, μπορεί να ταπεινώνει και να εξευτελίζει τον διάβολο, και τοις αγγέλοις αυτού και όσους τον υπηρετούν. Πότε όμως;
Όταν πολεμάει σωστά τα πάθη του.
Όταν τηρεί με συνέπεια τις Ευαγγελικές εντολές.
Όταν καλλιεργεί εν Αγίω Πνεύματι όλες τις θεοαρετές και ειδικότερα όταν καλλιεργεί καθημερινά το ταπεινό φρόνημα και την μετάνοια.
Όταν συμμετέχει στα Άχραντα Μυστήρια με πολύ κατά Θεόν φόβον. Σε λίγο η Εκκλησία μας θα σας καλέσει όπως «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε».
Και τέλος βέβαια με την ταπείνωσή του ο κάθε χριστιανός.

Και τίθεται τώρα ένα μεγάλο ερώτημα. Εμείς οι χριστιανοί, ειδικότερα εμείς οι σήμερα εκκλησιαζόμενοι έχουμε ταπείνωση; Έχουμε την αληθινή ταπείνωση; Εγώ πάντως δεν την έχω και δεν ξέρω αν θα την αποκτήσω ποτέ. Δε γνωρίζω αν κάποιος από σας την έχει, και αν την έχει, εύγε του.
Πολλοί χριστιανοί νομίζουν ότι έχουν ταπείνωση. Νομίζουν έχουν αυτήν την αρετήν. Έστω και αν κάπως κάπως την εργάζονται. Αλλά νομίζω ότι κάνουν λάθη. Είναι τολμηρό να ομιλεί κανείς για την ταπείνωση. Αυτό το «είναι τολμηρό να ομιλεί κανένας για την ταπείνωση», δεν είναι δικός μου λόγος. Αλλά είναι λόγος των Πατέρων της Εκκλησίας. Διότι η ταπείνωσις είναι η στολή της Θεότητος. Αυτήν φόρεσε ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Θεός όταν έγινε άνθρωπος στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Έτσι όποιος χριστιανός ή χριστιανή φορέσει αυτήν την στολή, θεοφορείται και γίνεται εν Αγίω Πνεύματι όμοιος με Αυτόν τον Υιόν του Θεού, που άδειασε τους ουρανούς και σκέπασε την άκτιστη Τριαδική Του Δόξα και ολόκληρη την Θεϊκή Του μεγαλοπρέπεια, για να μην καταθλιφθεί το γένος των ανθρώπων και ολόκληρος η κτίσις, όλη η δημιουργία του Σύμπαντος κόσμου.
Τι μας λέγει η Αγία Γραφή; Εταπείνωσεν εαυτόν ο Θεός γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού, ο Υιός προς τον Πατέρα, εταπείνωσεν εαυτόν. Η φύσις του προσώπου του Θεού, η φύσις της Τριαδικής Θεότητος, η ουσία της Τριαδικής Θεότητος, είναι απρόσιτη για κάθε κτίσμα, ουράνιο και επίγειο.
«Θεόν ουδείς εώρακε πόποτε». Ο μονογενής Υιός, ο Ων εν τοις κόλποις του Πατρός, αυτός εξηγήσεται. Μόνον Αυτός μπορεί να μας πει, Αυτός που φόρεσε την χοϊκή στολή, την οποία Θεοποίησε, γι’ αυτό και λέγεται Στολή Θεότητος. Όποιος λοιπόν ενδύεται αυτήν την Στολήν της Θεότητος, αυτός Χριστοφορείται.
Για προσέξτε τι μας λένε οι Πατέρες. Άλλη είναι η ταπείνωσις που προέρχεται από τον φόβον προς τον Θεόν, και άλλη αυτή που γεννάται από απέραντη αγάπη προς τον Θεόν εξ’ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας. Η πρώτη που γεννάται από τον φόβον, εξακολουθεί καθημερινά να παλεύει με το τριπλό κακό, με τα πάθη, με τη σάρκα, με τον διάβολο, με τον κόσμον της κακίας που μας περιβάλλει, και τα συντρίβει πάντα ταύτα καθημερινά δια Ιησού Χριστού, αποκτά ειρήνη σε όλα τα μέλη του σώματός του, αποκτά ευταξία στις αισθήσεις του, και ησυχία στους λογισμούς. Ενώ η άλλη ταπείνωσις, που προέρχεται αποκλειστικά και μόνον από την αγάπη προς τον Θεόν, αποκτά η ψυχή το ενέχυρον της Αγίας Τριάδος. Θέλετε να το επαναλάβω; Αποκτά η ψυχή το ενέχυρον της Αγίας Τριάδος. Τι θα πει αυτό; Θα πει ότι όσον ο Θεός αγαπά το σύνολον των αγγέλων και των Αρχαγγέλων, το σύνολον των Χερουβείμ και των Σεραφείμ, των Θρόνων και των Κυριοτήτων και πασών των επουρανίων δυνάμεων, που κοσμούν την Βασιλεία του Θεού και την θριαμβεύουσα Εκκλησία, όλο αυτό το σύνολο όσο το αγαπάει ο Θεός, άλλο τόσο και εξίσου αγαπά αυτήν την τεταπεινωμένην καρδίαν.

Ο Θεός στους ταπεινούς δίδει όλη τη Χάρη, όλη τη Χάρη. Γι’ αυτό και τον (τον ταπεινό) προσκυνά όλη η Κτίσις. Τον ευλαβούνται οι άνθρωποι και Τον υπηρετούν και τα θηρία. Όταν ομιλεί ο ταπεινός τη καρδία από αγάπη προς τον Θεόν, σιωπούν οι σοφοί, βουβαίνονται. Βουβαίνονται και οι διδάσκαλοι και οι ρήτορες και οι λεγόμενοι θεολόγοι και θεολολόγοι τούτου του κόσμου. Τον σέβονται όλοι ακόμη και τα ερπετά. Και μάλιστα τα άλογα ζώα κάνουν περισσότερη υπακοή από τους λογικούς ανθρώπους.

Παράδειγμα ο πατήρ Παΐσιος, ο μοναχός που εκοιμήθη πριν δέκα χρόνια. Μπροστά στον τότε ιερομόναχον πατέρα Αμφιλόχιο και νυν επίσκοπον Σερβίας, την ώρα που έτρωγαν, ήρθε ένας μεγάλος βάτραχος στον οποίο είχε δώσει και ένα όνομα, - το λησμονώ αυτή τη στιγμή – και έκανε μία φορά κοάξ, και ζήτησε τροφή, την οποίαν και έδωσε ο πατήρ Παΐσιος. Κατόπιν του είπε «Πήγαινε στη φωλιά σου και στις έξι η ώρα θα βγεις για να πά να κάνεις εσπερινό». Έμεινε με ανοικτό το στόμα ο πατήρ Αμφιλόχιος. Που να φάγει το υπόλοιπον φαγητό του; Τον έπιασε αδημονία και ανησυχία και αγωνία μέχρι που να έρθει έξι η ώρα, και βημάτιζε στο προαύλιον του ησυχαστηρίου της Παναγούδας, περιμένοντας πότε θα έρθει η έκτη ώρα. Και πράγματι στις έξι ακριβώς, ούτε παρά ένα λεπτό ούτε και ένα, εβγήκε ο βάτραχος από τη φωλιά του, πέρασε στο απέναντι άκρο της αυλής όπου υπήρχε ένας μεγάλος Σταυρός, στάθηκε μπροστά, σηκώθηκε στα μπροστινά του τα πόδια, και άρχισε να κράζει κουάξ, κουάξ, κουάξ, επί δέκα ακριβώς λεπτά. Με αυτόν τον τρόπον, ύμνησε ο βάτραχος τον Θεόν, κάνοντας απόλυτη υπακοή στον πατέρα Παΐσιο. Γιατί; Γιατί στο πρόσωπό του ανεγνώριζε την αληθινή Στολή της Θεότητος που φορούσε. Τη Στολή του Χριστού. Το χρυσοστόλημα ένδυμα της ταπεινώσεως.

Αυτό το ένδυμα εσύ το φοράς; Εσύ, εσύ, εσύ; Εγώ δεν το φοράω. Αυτός που έχει αληθινή την ταπείνωση, πιστεύει για τον εαυτόν του ότι είναι ο μεγαλύτερος των αμαρτωλών, ο πρώτος των αμαρτωλών, το πιστεύει αυτό, και γι’ αυτό τον τιμά και ο Θεός. Το επιβεβαιώνουν και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, όταν μας λένε ότι η αληθινή ταπείνωση έχει εκείνος που ενώ κοσμείται από τον Θεόν από τα πολλαπλά χαρίσματα του Παναγίου Πνεύματος, και από ουράνιες δωρεές, παρά ταύτα θεωρεί τον εαυτόν του ελεηνό, τρισάθλιο και ανάξιο. Και αυτό το πιστεύει. Έτσι πίστις θερμή ζωντανή και ταπεινή αληθινή κάνουν θαύματα πολλά που όμως δεν διαφημίζονται, και το κυριότερον αποδίδονται στην αγάπη, στην παντοδυναμία και στο θέλημα του Αγίου Θεού.

Τίποτα αδελφοί μου δεν είναι δικό μας. Όλα είναι του Αγίου Θεού. Μερικοί πιστεύουν για τον εαυτόν τους, το πιστεύουν μερικοί, επειδή έχουν λίγη συστολή και λίγη ντροπαλότητα ότι έχουν και ταπείνωση. Δεν έχουν. Ταπείνωση δεν έχουμε προπαντός όταν ταπεινολογούμε - σαν και μένα. Ούτε τότε έχουμε. Ούτε η ταπεινοσχημία είναι ταπείνωσις. Εμείς που νομίζουμε ότι πιστεύουμε, αν μας πει ένας στο δρόμο «είσαι βλάκας, είσαι χαζός», και αν μας πει κάτι χειρότερο, ότι «είσαι γουρούνι», δεν θα αισθανθούμε προσβολή; Μη μου πείτε ότι δεν θα αισθανθούμε προσβολή… Μη μου πείτε ότι δεν θα νευριάσουμε και δεν θα θυμώσουμε… Εμ τότε τι ταπείνωση έχουμε;
Άλλο πράγμα λοιπόν η συντριβή της καρδιάς, άλλο η θεοΰφαντη Στολή της Θεότητος που φορούμε και είναι της ταπεινώσεως, και άλλο πράγμα η ταπεινολογία και η ταπεινοσχημία.
Προσεύχεται ο ταπεινός και να το θαύμα της θεραπείας του καρκίνου.
Προσεύχεται ο ταπεινός και να το θαύμα της ομόνοιας στο αντρόγυνο.
Προσεύχεται ο ταπεινός και να το θαύμα της ειρήνης μέσα στην οικογένεια.
Ο ταπεινός όταν προσεύχεται εκδιώκει δαιμόνια.
Διορθώνει τα πάθη, ημερεύει τα θηρία.
Προσεύχεται ο ταπεινός και λογικεύεται και ο τρελλός.
Με τις προσευχές των ταπεινών, των αφανών δηλαδή αγίων, σώζεται ο κόσμος, σώζεσαι και συ, σώζεσαι και συ, σώζεσαι και συ, σώζομαι και γω, σωζόμεθα όλοι μας.

Θέλετε να φύγει η καμπούρα των παθών μας, και των αδυναμιών μας, και των κακιών μας, και των πονηριών που έχουμε μέσα στην ψυχή μας και που σχηματίζουν μια τεράστια καμπούρα και δεν τη βλέπουμε;
Να ταπεινωθούμε! Πώς;

Θέλετε να σας πω μερικούς τρόπους; Απλούς θα σας πω. Απλούς. Να σας τους πω για να έλθουμε στο πρακτικό μέρος.
Σε ξέχασαν; Δεν σε πήραν ούτε ένα τηλέφωνο; Δεν πειράζει. Και προπαντός μη παραπονείσαι.
Σε αδίκησαν; Ξέχασέ το.
Σε περιφρόνησαν; Να χαίρεσαι.
Σε κατηγορούν; Μην αντιλέγεις.
Σε κοροϊδεύουν; Μην απαντάς.
Σε βρίζουν; Σιωπή και προσευχή.
Σου αφαιρούν το λόγο; Σε διακόπτουν; Μη λυπάσαι.
Σε κακολογούν; Μην αντιμάχεσαι.
Σου μεταδίδουν ευθύνες τα παιδιά σου; Οι συγγενείς σου, οι δικοί σου οι άνθρωποι; Μη διαμαρτύρεσαι.
Θυμώνουν μαζί σου; Να παραμένεις ήρεμος.
Σου κλέβουν φανερά; Κάνε τον τυφλό.
Σε ειρωνεύονται; Να μακροθυμείς.
Δεν ακούνε τις συμβουλές σου; Ιδίως δεν ακούνε τις συμβουλές σου τα παιδιά σου; Πέσε στα γόνατα και κάνε προσευχή.
Εκνευρισμός στο αντρόγυνο; Εσύ φταίς. Και συ φταίς. Όχι ο άλλος.
Έφταιξες; Ζήτησε συγγνώμη.
Δεν έφταιξες; Πάλι ζήτησε συγγνώμη.
Έχεις υγεία; Δόξαζε τον Θεόν.
Έχεις αρρώστια, έχεις καρκίνο, ταλαιπωρείσαι, υποφέρεις, βασανίζεσαι, πονάς; Δόξαζε τον Θεόν.
Γκρίνια, ανεργία, φτώχεια μέσα στο σπίτι; Νήστευσε. Αγρύπνησε. Κάνε προσευχή.
Για όλους και για όλα προσευχή. Πολύ προσευχή. Πολύ προσευχή. Νηστεία και προσευχή διότι «τούτο το γένος των παθών και των δαιμόνων ουκ εκπορεύεται παρά μόνο με νηστεία και προσευχή».

Είθε αδελφοί μου, να ακολουθήσουμε όλοι μας και πρώτος εγώ, τις ταπεινές αυτές συμβουλές, και να είστε βέβαιοι ότι θα σωθούμε.
Το εύχομαι με όλη μου την καρδιά,

Αμήν.

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2003

Ο βίος του Αγίου και οι δικές μας υποχρεώσεις



Κυρ. Αγ. Ανδρέου.mp3

Σήμερα αδελφοί μου η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη του Αγίου ενδόξου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου. Ονομάζεται Πρωτόκλητος διότι πρώτον κάλεσε και διάλεξε ο Κύριος, για να τον κάμει από ψαρά της Γαλιλαίας Απόστολο και κήρυκα του Ευαγγελίου. Ο Άγιος Ανδρέας ήταν αδελφός του Πρωτοκορυφαίου Αποστόλου Πέτρου, υιός του Ιωνά και κατήγετο από την Βηθσαϊδά.

Η ιστορία της ζωής του Αγίου Ανδρέου, από την ημέρα της κλήσεώς του, μέχρι και της Πεντηκοστής, υπήρξε σχεδόν η ίδια με κείνη των άλλων μαθητών. Προηγουμένως, πριν τον καλέσει δηλαδή ο Κύριος, υπήρξε μαθητής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, του Βαπτιστού. Και από τον Άγιον Ιωάννη, άκουσε πολλές φορές για τον Χριστό, τον Μεσσία που έρχεται, και τον Μεσσία που ήλθε, και στην πρώτη ευκαιρία όπως το ακούσαμε στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, Τον έδειξε προτείνοντας το χέρι του λέγοντας, «ίδε ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου».

Παρόλον που ο Ανδρέας ήτο, σαν ψαράς ήταν απλός άνθρωπος, όμως είχε πνευματικά ενδιαφέροντα και ερευνούσε πολύ ταχτικά όπως πιστεύω και άλλοι συμπατριώτες του, τους νόμους του Μωυσέως και την διδασκαλίαν των προφητών, και περίμενε όπως και οι προφήτες την εκπλήρωση των επαγγελιών του Θεού, ότι δηλαδή θα ήρχετο ο Μεσσίας. Γι’ αυτό όχι μόνον είναι ο Πρωτόκλητος των Αποστόλων, αλλά και ο πρώτος που ανήγγειλε θριαμβευτικά την παρουσίαν του Χριστού επί της γης:

«Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Έτσι λοιπόν και εμείς όλοι σήμερα και μαζί του, «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν», διότι είδομεν το φως το αληθινόν και ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον.

Μετά την Πεντηκοστή αδελφοί μου, και τον σχηματισμό της πρώτης Εκκλησίας, ο Απόστολος Ανδρέας εκήρυξε το Ευαγγέλιο της Σωτηρίας, κατά πρώτον στην Βιθυνία και τον Εύξεινο Πόντο. Κατόπιν ήλθε στην Ελλάδα ακολουθώντας τα βήματα του Αποστόλου Παύλου, κήρυξε στην Θράκη, στην Μακεδονία, στην Ήπειρο, και τελικά κατέληξε στην Αχαΐα, και με κέντρο της ιεραποστολικής του δράσεως την Πάτρα. Κι εκεί έκανε πλήθος θαυμάτων, θεραπεύοντας πολλούς αρρώστους, χωλούς, τυφλούς, αναπήρους, παραλύτους, βουβούς, κωφούς, λεπρούς και πολλούς άλλους.
Η διδασκαλία της χριστιανικής αλήθειας είχε μεγάλη απήχηση και ο αριθμός των χριστιανών Ελλήνων ηύξηνε καθημερινώς. Τον χριστιανισμό τον ασπάστηκε και με όλη της την καρδιά και η Μαξιμίλλα, σύζυγος του ανθυπάτου Αχαΐας, Αιγαιάτου. Αφορμή της πίστεώς της στάθηκε η θεραπεία της από βαρυτάτη ασθένεια, η οποία την οδηγούσε στον θάνατο. Δυστυχώς ο ανθύπατος δεν στάθηκε στην θαυματουργική ανάρρωση της συζύγου του, αλλά στον εκχριστιανισμό της και παρασυρόμενος από την σκληρή παρακίνηση και την μανία των ειδωλολατρών ιερέων, συνέλαβε τον Άγιο και τον θανάτωσε με Σταυρικό θάνατο χιαστί. Σε σχήμα δηλαδή χι (Χ).
Υπολείμματα του παράξενου αυτού Σταυρού, σώζονται σήμερα στον μεγάλο και μεγαλοπρεπή ναό του Αποστόλου Ανδρέου στην Πάτρα. Το Άγιο λείψανο του Πρωτοκλήτου Αποστόλου Ανδρέου, το ενταφίασε με πολλές τιμές ο πρώτος επίσκοπος Πατρών, ο Στρατοκλής.

Ο Άγιος Ανδρέας φαίνεται από πολλές μαρτυρίες ότι εκήρυξεν τον λόγον του Θεού και στο Βυζάντιον, ιδρύοντας την Εκκλησία του Βυζαντίου, που αργότερα η πρωτεύουσά της ονομάστηκε Κωνσταντινούπολις από τον Μέγα Κωνσταντίνο.

Ο Απόστολος Ανδρέας σύμφωνα με μαρτυρίες και γεγονότα, έχοντας δε για βάση την Πάτρα, πέρασε στην Ευρώπη, για να καταλήξει στην Σκωτία, κηρύσσοντας Χριστόν, και τούτον Εσταυρωμένον, ως Σωτήρα του κόσμου. Από τον ενδέκατο αιώνα μέχρι και σήμερα, αν και οι Σκωτσέζοι είναι οι περισσότεροι προτεστάντες διαμαρτυρόμενοι, εν τούτοις ο Άγιος Απόστολος Ανδρέας, θεωρείται ο προστάτης Άγιος της Σκωτίας. Και μη μας φαίνεται αυτό παράξενο, διότι ήδη στον ενδέκατο, στον δωδέκατο και στον δέκατο τρίτο αιώνα στην Σκωτία, ήδη είχαν κτιστεί οκτακόσιοι ναοί στο όνομα του Αγίου Ανδρέου. Τότε που η Εκκλησία μας ήταν ακόμα ενωμένη και μία.
Και κάτι άλλο που είναι το πλέον καταπληκτικόν. Ο λεγόμενος Σταυρός του Ανδρέου με το σχήμα χι (Χ), έγινε το εθνικόν σύμβολον και έμβλημα της Σκωτίας. Μετά δε την ένωση της Σκωτίας με την Αγγλία, περιελήφθη επισήμως στη σημαία της Μεγάλης Βρετανίας. Έτσι η Βρετανική σημαία έχει δύο Σταυρούς, τον κάθετο που είναι ο Σταυρός του Κυρίου, και τον Σταυρόν του Αποστόλου Ανδρέου, που είναι χιαστί και έχει αυτό το σχήμα. Πιστεύω οι περισσότεροι από σας έχετε δει Αγγλική σημαία. Το σχήμα που έχει σαν χι (Χ) είναι ο Σταυρός του Αποστόλου Ανδρέου.

Και μείς εδώ που είμαστε Ορθόδοξη χώρα, με την μοναδική πίστη που κατέχει ολόκληρη την αλήθεια του Χριστού, θέλουμε να βγάλουμε τον Τίμιο Σταυρό από τη σημαία μας. Αίσχος! Αίσχος για τους πολιτικούς μας και αίσχος για μας που ψηφίζουμε τέτοιους πολιτικούς που θέλουν μα βγάλουν το Σταυρό από τη σημαία μας που είναι και το εθνικό μας σύμβολο.

Επίσης υπάρχουν παραδόσεις από παλιά χειρόγραφα στα οποία αναφέρεται ότι ο πρώτος εισηγητής και διδάσκαλος του Χριστιανισμού στη Ρωσία ήταν ο Απόστολος Ανδρέας. Πολλοί αργότερα εκχριστιάνισαν κανονικώς τους Σλάβους οι δύο μεγάλοι ισαπόστολοι Κύριλλος και Μεθόδιος. Οι παραδόσεις αυτές ανεπτύχθησαν κυρίως στην Γεωργία και την Ουκρανία, με βάση τις δύο μεγάλες πόλεις, το Κίεβο και τη Συμφερούπολη. Στην πρόσφατη μεταφορά της κάρας του Αγίου Ανδρέου πριν από πέντε χρόνια στην Ουκρανία και στη πρωτεύουσά της το Κίεβο και στις άλλες πόλεις, χιλιάδες ήσαν οι πιστοί που υποδέχτηκαν τον Άγιο ως Άγιόν τους. Λαοθάλασσες οι προσκυνητές του Αγίου.

Όποιος και σήμερα λοιπόν επικαλείται τον Άγιο Ανδρέα λαμβάνει πολλή τη Χάρη και μεγάλη την βοήθειά του.

«Ευρήκαμεν τον Μεσσία», ομολόγησε και διακήρυξε ο Άγιος Ανδρέας, αλλά και μείς σε λίγο θα διακηρύξομε ομολογώντας «εύρωμεν πίστιν αληθή». Εκείνος, ο Άγιος Ανδρέας, ο Πρωτόκλητος Απόστολος εβρήκε τον Μεσσία. Αλλά και μείς τον συναντάμε για πρώτη φορά στην Βάπτισή μας, και μάλιστα όταν μας έντυσε με την δική Του στολή, την θεοΰφαντη στολή της Αναστάσεως. Εκείνος ευρήκε τον Μεσσία, αλλά και μείς Τον βρήκαμε, όταν μας έχρισε με τα μύρα του Αγίου Πνεύματος με δώρα ουράνια χαρίσματα. Εκείνος «ευρήκε τον Μεσσία», αλλά και μείς Τον συναντάμε σε κάθε Λειτουργία, διότι μας καλεί στο πλούσιο τραπέζι Του, και μας τρέφει από το Πανάγιον Σώμα Του και το Τιμιότατον Αίμα Του εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον. Εκείνος ευρήκε τον Μεσσία, αλλά και μείς μέσα στον ναό τελουμένης της Θείας Ευχαριστίας, Τον συναντάμε και μας χαρίζει πλούσια τη Θεία Χάρη είτε κοινωνούμεν των Αχράντων Μυστηρίων είτε όχι. Εκείνος ευρήκε τον Μεσσία, αλλά και μείς όμως επαναλαμβάνω «ελάβαμεν Πνεύμα επουράνιον». Εκείνος ευρήκε τον Μεσσίαν, αλλά και μείς «εύρωμεν πίστιν αληθή», δηλαδή την αδιαίρετη Τριάδα, δηλαδή την μία προσκύνηση της Αγίας Τριάδος, τον Πατέρα , τον Υιόν και το Πανάγιον Πνεύμα. Εκείνος ευρήκε τον Μεσσίαν, αλλά και εμείς διά αυτής της πίστεως εσώθημεν. «Αύτη γαρ ημάς έσωσεν».

Αδελφοί μου, δεν τον βρήκε μόνον ο Άγιος Ανδρέας τον Σωτήραν Χριστόν, αλλά και άλλοι μαθηταί και Απόστολοι. Και τον συνήντησε και ο Απόστολος Παύλος στην Δαμασκό. Τον βρήκαν και εσώθησαν εκατομμύρια χριστιανοί, εκατομμύρια μάρτυρες, χιλιάδες χιλιάδων όσιοι, και Πατέρες και Ιεράρχες, και ιερείς και μοναχοί, και πλούσιοι και πτωχοί, και ιερείς και μοναχοί, και εγγράμματοι και αγράμματοι, και έμποροι και γεωργοί, και δίκαιοι και αμαρτωλοί, όπως και μείς είμεθα αμαρτωλοί.
Τον συναντούμε λοιπόν και Τον συναντήσαμε και μείς όλοι σήμερα, τώρα αυτή τη στιγμή. Είναι εδώ. Είναι δίπλα μας. Είναι μπροστά μας ο Χριστός. Είναι πάνω στην Αγία Τράπεζα, αλλά είναι και μέσα μας. Τον βλέπεις; Εσύ Τον βλέπεις; Εσύ, εσύ, εγώ, ή εμείς οι ιερείς οι λειτουργοί Του, Τον βλέπουμε;

Ω Κύριε Κύριε μη με εγκαταλείψεις, μην εγκαταλείψεις κανέναν από μας, κανέναν χριστιανό μέχρι της συντελείας των αιώνων. Κύριε Κύριε σώσον ημάς, πριν ημείς εις τέλος έλθωμεν,

Αμήν.

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2003

Ο σκοπός τής ζωής μας είναι ο αγιασμός και η θέωσις



Κυρ. Αγίου Νεκταρίου 2003

«Τοις αγίοις τοις εν τη γη αυτού εθαυμάστωσεν ο Κύριος».

Σήμερα η Εκκλησία μας αδελφοί μου τιμά και γιορτάζει τη μνήμη ενός μεγάλου Αγίου, του Αγίου Νεκταρίου, επισκόπου Πενταπόλεως του θαυματουργού. Με τον Άγιο Νεκτάριο συνεχίζεται η παράδοσις της στρατιάς των αγίων και στην εποχή μας. Είναι ο Άγιος των ημερών μας. Η δε παράδοσις των αγίων μας, - των αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, - μας αποκαλύπτει ένα μεγάλο πλήθος από αγίους, που μπόρεσαν είτε με τα φοβερά μαρτύρια που υπέστησαν, είτε με την άσκησή τους στις σκήτες, στας ερήμους, στα βουνά, στις σπηλιές και στις οπές της γης, είτε με την οσιακή τους ζωή και τους πνευματικούς αγώνες μέσα στον κόσμο και μέσα στις πόλεις, για την αγάπη και την πίστη του Χριστού, να φορούν μέχρι το τέλος της ζωής των, το Σταυρικό ένδυμα της αγιότητος και να κάμουν θαύματα και θαύματα με τις πρεσβείες τους. Και το πρώτο παράδειγμα το έχουμε σήμερα μπροστά μας με τον Άγιο Νεκτάριο που εκοιμήθη οσιακώς στις εννέα Νοεμβρίου του χίλια εννιακόσια είκοσι (1920). Πολλές φορές έχουμε ομιλήσει και στο παρελθόν δια τον βίον αυτού.

Θα περάσουμε όμως εις άλλες πνευματικές καταστάσεις. Στα ογδόντα χρόνια που μεσολάβησαν από την κοίμηση του Αγίου Νεκταρίου μέχρι των ημερών μας, αγιοποιήθηκαν και πολλοί ακόμη. Ας πούμε μερικούς εξ αυτών. Ο Άγιος Παναγής Μπασιάς στην Κεφαλονιά, ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς στην Βουλιαγμένη, ο Άγιος Αρσένιος ο Καπαδόκης του οποίου τα ιερά λείψανα βρίσκονται στην Σουρωτή Θεσσαλονίκης, ο Άγιος Σάββας στην Κάλυμνο, ο Άγιος Νικόδημος στο Άγιον Όρος, ο Άγιος Σιλουανός και αυτός στο Άγιον Όρος, οι Άγιοι της Μυτιλήνης Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη, ο όσιος Εφραίμ της Νέας Μάκρης, η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία και πολλοί πολλοί άλλοι ακόμη.

Υπάρχουν επίσης αδελφοί μου και αρκετοί άλλοι όσιοι άνδρες και γυναίκες που τα σημεία της ζωής των που άφησαν με το πέρασμά τους ήταν πολύ φανερά, πολύ σημαδιακά. Και ίσως αύριο ή μεθαύριο και αυτοί, αν το θέλει ο Θεός, να αγιοποιηθούν από την Εκκλησία μας. Ας πούμε μερικούς εξ αυτών που πιστεύω οι περισσότεροι να σας είναι γνωστοί. Ο μοναχός και ερημίτης πατήρ Ιωσήφ ο Σπηλαιώτης και παππούς ημών, - λέω παππούς διότι είναι ο γέροντας του γέροντός μου - , ο πατήρ Πορφύριος Μπαϊρακτάρης, ο πατήρ Γεώργιος Καρσλίδης από τη Σίψα Δράμας, ο πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης στον Όσιο Δαβίδ Ευβοίας, ο πατήρ Φιλόθεος Ζερβάκος από την Πάρο, ο πατήρ Αμφιλόχιος από την Πάτμο, ο πατήρ Γερβάσιος Παρασκευόπουλος από την Πάτρα, ο πατήρ Δημήτριος Γκαγκαστάθης από τα Τρίκαλα, και πάρα πολλοί ακόμα επώνυμοι και ανώνυμοι των οποίων τα ονόματα είναι γραμμένα στον ουρανό με χρυσά γράμματα.

Όλοι αυτοί οι σύγχρονοι αγωνισταί του πνεύματος χριστιανοί μου, αλλά και τα εκατομμύρια όμως των αγίων όλων των αιώνων, μας βεβαιώνουν ότι μπορούμε και μείς να περπατήσουμε τον δρόμον αυτόν της σωτηρίας και αγιότητος. Οι ευχές που κάνουμε και που με αυτές παρακαλούμε για παραδείγματος χάρη στην ευχή «Ο εν παντί καιρώ» λέμε «τας ψυχάς ημών αγίασον, τα σώματα άγνισον, τους λογισμούς διόρθωσον, τας εννοίας κάθαρον». Αυτό το «Ο εν παντί καιρώ και πάση ώρα εν ουρανώ και επί γης προσκυνούμενος», το λέμε και στο μικρό και στο μεγάλο Απόδειπνο, και στο Μεσονυχτικό και στον Όρθρο. Και στις ώρες, Πρώτη, Τρίτη, Έκτη, Ενάτη, και σε πολλές άλλες ευκαιρίες ιερών ακολουθιών. Και στη Θεία Λειτουργία με την ευχή του Τρισαγίου Ύμνου θερμοπαρακαλούμε εμείς οι λειτουργοί, οι ιερείς, όπως όλοι οι χριστιανοί αγιαστούν και στην ψυχή και στο σώμα. Τα αναλύσαμε αυτά όταν κάναμε και τα κηρύγματα για την Θεία Λειτουργία και υπάρχουν τώρα συγκεντρωμένα στο βιβλίο. «Αγίασον ημών τας ψυχάς και τα σώματα, και δος ημίν – δώσε σε όλους μας – εν οσιότητι λατρεύειν Σοι, πάσας τας ημέρας της ζωής ημών». Δηλαδή «με καθαρά πλέον ζωή να Σε λατρεύομε κάθε μέρα σε ολόκληρη τη ζωή μας».

Άρα ο προορισμός μας είναι η σωτηρία, είναι όμως ο αγιασμός, είναι και η θέωση. Αυτός είναι ο προορισμός μας, αυτός είναι και ο δικός σου προορισμός, και ο δικός σου εκεί πίσω, και ο δικός σου, και ο δικός σου και ο δικός μου. Ο αγιασμός. Η καθαρή όμως ζωή θέλει αγώνες. Θέλει πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα υπομονή, πολλή υπομονή. Την έχουμε; Θέλει μεγάλη καρδιά για να μπορεί να συγχωρεί όλους και όλα. Την έχουμε; Θέλει πολύ προσοχή, μεγάλη προσοχή στα μάτια και στη γλώσσα, στα μάτια ιδιαιτέρως μπροστά στο διαβολοκούτι - που έχουμε από τρία τέσσερα στα σπίτια μας - αλλά και στην πρόκληση έξω της κοινωνίας. Η καταστροφή του χριστιανού σήμερα είναι η άσχημη γλώσσα του, η γκρίνια και η κατάκρισις. Ανδρόγυνα χωρίζουν εξαιτίας της γλώσσας. Σπίτια διαλύονται εξαιτίας της γλώσσας. Αδέλφια αλληλομισούνται εξαιτίας της γλώσσας και των κληρονομικών διαφορών. Νύφες και πεθερές ή αν θέλετε πεθερές και νύφες αλληλοτρώγονται εξαιτίας της γλώσσας και η μία κάνει μάγια στην άλλη. Άρα η γλώσσα θέλει φερμουάρ και τσιρότο από το φαρμακείο.

Ο αγιασμός θέλει ακόμα καθημερινή μετάνοια και συντριβή, γιατί είμεθα όλοι μας αμαρτωλοί. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός δεν θα μας κρίνει γιατί είμεθα αμαρτωλοί, είμεθα και είμεθα αμαρτωλοί, αφού άπαντες γαρ πταίομεν και ο Θεός ήλθε αμαρτωλούς σώσαι αλλά θα μας κρίνει - όπως είπαμε και την περασμένη Κυριακή - γιατί δεν μετανοούμε. Θυμάστε τι είπε ο Θεός σε κείνη την ψυχή και βαριά άρρωστη, που την πήρε από το κρεβάτι του πόνου για να την μεταφέρει στον ουρανό και να της δείξει όλους τους ανθρώπους, τους επί γης ανθρώπους, χριστιανούς και μη, και να τους ρωτάει «θέλετε να μετανοήσετε;» και κείνοι με μια φωνή απαντούσαν «όχι, δεν θέλουμε να μετανοήσουμε».

Όχι λοιπόν και μείς, δεν μετανοούμε ειλικρινά και αληθινά. Ψευτομεταμέλεια έχουμε. Αληθινή μετάνοια όμως όχι. «Μετανοείτε», φωνάζει ο Κύριος. «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών». «Μετανοείτε», αλλού, και «πιστεύετε τω Ευαγγελίω», «μετανοείτε και τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε». «Μετανοείτε και μακροθυμείτε προς πάντας». «Μετανοείτε και αδιαλείπτως προσεύχεσθε», «μετανοείτε και αλλήλων τα βάρη βαστάζετε». «Μετανοείτε και δος δόξα και τιμή και προσκύνηση και ευχαριστία τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι».

Αν σήμερα μετανοήσουμε αληθινά, θα το δει αυτό μέσα στις καρδιές μας ο Θεός, διότι Αυτός ετάζει καρδίας και νεφρούς και διότι Αυτός διότι αυτός είναι ο Παντογνώστης. Αν λέω δει ότι σήμερα, αυτή τη στιγμή, μετανοούμε ειλικρινά, και το φωνάζουμε από μέσα μας και το πιστεύουμε, αμέσως θα μας βεβαιώσει: «Αληθώς σοι λέγω, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω». Σήμερα μαζί μου στον Παράδεισο. Αυτό θα μας πει. Και μείς θα το βεβαιωθούμε αυτό, θα το βιώσουμε, σαν κατάσταση αλήθειας και φωτός μέσα στις καρδιές μας, γιατί, γιατί η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί.

Αδελφοί μου, ο αγιασμός τα θέλει όλα, ο Θεός τα θέλει όλα, όλα τα θέλει, γι’ αυτό φωνάζει και λέγει, «Αγαπάτε Κύριον τον Θεόν ημών εξ όλης ψυχής και εξ όλης καρδίας και εξ όλης διανοίας και εξ όλης ισχύος. Και με το σώμα και με την ψυχή και με το νου και με την καρδιά και με τις αισθήσεις και με τα πάντα. Ο Θεός δεν είναι ψιλικατζής. Ο Θεός τα θέλει όλα. Ή τα δίνομε όλα ή τίποτα.
Ας μην όμως τρομάζουμε απ’ αυτό που λέμε «όλα στο Θεό», γιατί αυτό επιτυγχάνεται μαζί με το Χριστό και από τον Χριστό. «Άνευ εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Τίποτα δεν μπορείτε να κάνετε χωρίς εμένα, γι’ αυτό «αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε και ευρήσετε υμίν».
Θα ζητούμε έλεος και θα μας δίνει μετάνοια,
θα ζητούμε έλεος και θα μας δίνει πίστη.
Θα ζητούμε έλεος και θα μας δίνει υπομονή και αγάπη.
Θα ζητούμε έλεος και θα μας συγχωρεί.
Θα ζητούμε έλεος και θα μας αγιάζει.
Τι άλλο θέλομε;

Και το καυτό ερώτημα; Ζητάμε το έλεος του Θεού; Το πρωί, το μεσημέρι και το βράδυ; Και μάλιστα με δάκρυα στα μάτια; Κάνουμε καθαρή προσευχή; Προσέχουμε τη γλώσσα μας; Συγχωρούμε; Υπομένουμε; Νηστεύουν οι αισθήσεις μας; Αγρυπνά ο νους μας; Έχουμε ήσυχη τη συνείδηση μας όταν το βράδυ πέφτομε στο κρεβάτι για να κοιμηθούμε;
Λέμε τα μεν, που είναι θετικά για μας, γιατί απορρέουν από την άπειρη αγάπη που έχει ο Θεός για όλους μας και για τον καθένα χωριστά.
Λέμε όμως και τα ξινά, δηλαδή τα λάθη μας, τις παραλείψεις μας, και τα κουσούρια μας για να διορθωθούμε, γι’ αυτό απευθύνομαι πρώτα στον εαυτό μου και λέω:
«Τι θα γίνει επιτέλους με μένα τον παπα-Στέφανο; Τι θα γίνει; Πότε θα βάλω επιτέλους μια καινούργια αρχή»;
Εγώ λοιπόν ο αμαρτωλός και ανάξιος παπάς αρχίζω από σήμερα, από τώρα, από τούτη τη στιγμή. Εσείς πότε θα αρχίσετε; Ο Θεός μας περιμένει όλους, ο καιρός δεν μας περιμένει. Διότι εγγύς ο Κύριος και ο θάνατος ακόμα πιο κοντά.

Ο Θεός θέλει να μας σώσει. Ο Θεός θέλει να μας κάνει αγίους. Εμείς το θέλουμε; Αν ναι, ας το δείξουμε με τα έργα μας, με τις πράξεις μας,

Αμήν

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2003

Η κόλασις ως κατάστασις μέσα μας και η θεραπεία της. Επίσης και η περί μέσης καταστάσεως των ψυχών



179-γ
Κυρ.Ε' Λουκά 2003.mp3

«Εν τω Άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού».
Υπάρχει κόλασις; Υπάρχει! Παράδεισος; Και αυτός υπάρχει. Οι καταμαρτυρίες της Αγίας Γραφής είναι πάρα πολλές, άλλωστε γι’ αυτό ήλθε και ενηνθρώπισε ο Υιός του Θεού, στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού, για να κάμει αυτήν την καταμαρτυρίαν. Να μας αποκαλύψει και να μας γνωρίσει τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα, για να μας γνωρίσει την Βασιλείαν των Ουρανών, αλλά και για να μας προειδοποιήσει όμως για την κατάσταση των αμετανοούντων αμαρτωλών.
Βέβαια η κατάστασις των ψυχών, μετά τον θάνατόν μας, - που θα είναι και οπωσδήποτε είναι οριστικός, σήμερα, αύριο μεθαύριο, σε λίγα χρόνια, λίγα ή πολλά, μόνον ο Θεός το γνωρίζει,- θα έλθει ο θάνατος. Και μετά ταύτα κρίσις. Μεταξύ του θανάτου και της κρίσεως, υπάρχει μια κατάστασις για την οποία είχαμε ομιλήσει πολλές φορές, που λέγεται «μέση κατάσταση των ψυχών».
Πολλοί από μας, συνήθως ακόμα και στο μυστήριον της Ιεράς Εξομολογήσεως λέμε «με κολάζει ο άντρας μου, με κολάζει η γυναίκα μου. Με κολάζει το παιδί μου, ο γιός μου ή η κόρη μου. Με κολάζει και η πεθερά μου. Ξέρεις τι στρίγγλα είναι; Κόλαση περνώ κάθε μέρα». Η άλλη πλευρά: «Με κολάζει η νύφη μου. Ξέρεις τι στριμμένη που είναι;» Με κολάζει ο ένας, με κολάζει ο άλλος, με κολάζουν οι πάντες. Η κόλασις υπάρχει μέσα μας. Δεν ευρίσκεται στον άλφα ή στον βήτα. Στον τρόπο με τον οποίον ζει ο οποιοσδήποτε από μας που είναι κοντά μας. Είτε αυτός είναι ο σύντροφός μας, είτε είναι το παιδί μας, είτε είναι οι γεννήτορές μας, είτε κάποιοι άλλοι συγγενείς, είτε φίλοι, είτε συνεργάτες, όποιοι και αν είναι αυτοί. Όποια και αν είναι η συμπεριφορά τους, μας δίδουν μια δυνατή ευκαιρία να βρεθούμε στην αγκαλιά του Θεού, αλλά εμείς προτιμούμε να κολαζόμεθα οι ίδιοι.
Όπως επίσης καλλιεργούντες τις αρετές, την πίστη και την υπομονή, την μακροθυμία και την χρηστότητα, και ιδιαιτέρως την αγάπη σε κείνους που μας πειράζουν, δημιουργούμε τις προϋποθέσεις να βρούμε τον Παράδεισο. Και τον Παράδεισο δεν θα τον βρούμε στα διάφορα προσκυνήματα που τρέχουμε, πότε από δω και πότε εκεί – καλώς πηγαίνουμε, και γω πηγαίνω – μα ο Παράδεισος βρίσκεται μέσα μας, διότι «η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί» βεβαιώνει το αψευδές στόμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Βάλαμε τον Χριστό μέσα μας; Τον βάλαμε βαθιά μέσα στην καρδιά μας με την πιστή τήρηση των Ευαγγελικών Του εντολών και με την σωστή συμμετοχή μας στα Πανάγια Μυστήρια; Έγινε αυτό πράξις και ζωή; Αν ναι, αυτή η ενοίκησις είναι και Παράδεισος, είναι ουράνιος χαρά, είναι Θεία Ευφροσύνη.- Μεσα μας η Κόλαση και μέσα μας ο Παράδεισος, και αυτόν που έχουμε μέσα μας, αυτόν και παίρνουμε μαζί μας. Η θέλησίς μας αν είναι προσκεκολημένη, η θέλησίς μας λέω, και η προαίρεσίς μας είναι κολλημένη στα πάθη μας, δημιουργούμε μέσα μας κόλαση. Ε, αυτή την κόλαση θα πάρομε μαζί μας αν δεν μετανοήσουμε.
Είδαμε ποτέ τον εαυτόν μας στον καθρέφτη όταν γίνεται αυτός έξαλλος από το θυμό; Θα δείτε ζωγραφισμένη την κόλαση. Και τόσα άλλα εκδηλούμενα στον άνθρωπο πάθη. Αλλά από την άλλη πλευρά, βλέπουμε το ιλαρό και γαλήνιο πρόσωπο στον άνθρωπο εκείνο στην καρδιά του οποίου βασιλεύει η Θεία Χάρις. Αυτός ζει την ευτυχία του Παραδείσου από τώρα. Απ’ αυτή τη στιγμή, όσο ζει σ’ αυτήν εδώ την παρούσα ζωή.
Αλλά κακά τα ψέματα ο θάνατος όμως έρχεται. Είτε σήμερα είτε αύριο. Τι θα γίνει; Σε ποιανού θέση θα βρεθούμε; Όπως μας είπε η σημερινή παραβολή που είναι καθοριστική, για την στάση και την θέση των ψυχών. Χάσμα μέγα μεταξύ των μεν και των δε. Μεταξύ εκείνων οι οποίοι είναι σωζόμενοι, και μεταξύ εκείνων οι οποίοι προγεύονται την κόλαση.
Ο ένας λέει «οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη»! Ευρίσκετο εις τον Άδη, «και επάρας τους οφθαλμούς αυτού, είδε τον Λάζαρο που τον περιφρονούσε, ο οποίος βέβαια ευρίσκετο έξω από το σπίτι του, και προσπαθούσε να χορτάσει από τα περισσεύματα που πετούσαν στα σκυλιά, -μ’ αυτά χόρταινε,- και η ικανοποίησις των σκύλων ήταν να του γλύφουν τις πληγές. Μέσα σ’ αυτό το μαρτύριο ζούσε ο Λάζαρος και έτσι κληρονόμησε την Βασιλεία του Θεού.
Ο άλλος είχε τα αγαθά του. Απέθανε και ετάφη. Ούτε κάν το όνομά του αναφέρεται. Ούτε καν το όνομά του.
Λοιπόν τώρα εμείς σε ποια κατάσταση θα βρεθούμε μετά τον θάνατό μας; Εκείνοι που χαίρονται προαπολαμβάνουν την χαρά του Παραδείσου. Και οι άλλοι προγεύονται την πίκρα και την απελπισία της κολάσεως. Όλοι τους είναι όμως σε μια διαρκή αναμονή. Τι αναμένουν; Οι αμετανόητες με φρίκη περιμένουν και φόβο, και αβυσσαλέο μίσος κατά του Θεού, περιμένουν την κρίση τους και την καταδίκη τους. Δεν παρηγορούνται από κανέναν και δεν μπορούν να παρηγορηθούν, γιατί ο καθένας ζει την δική του κόλαση, το δικό του μίσος, τη δική του φρίκη, και επομένως από ποιόν να παρηγορηθεί. Ο ένας βλέπει τα οπίσθια του άλλου και όχι το πρόσωπο. Έτσι ο καθένας έχει τα βάσανά του. Η κατάστασις είναι απαράκλητη. Είναι απαρηγόρητη. Δεν υπάρχει τίποτα που να βοηθάει εκείνες τις στιγμές αυτές τις ψυχές.
Οι άλλες όμως οι ψυχές που προγεύονται το κάλλος και την ομορφιά και την Δόξα του Παραδείσου, περιμένουν με χαρά πότε θα έρθει ο Κύριος δια να αποδώσει δικαιοσύνη και έτσι ολοκληρωτικά πλέον να απολαύσουν τα κάλλη του Ουρανού.
Υπάρχουν οι αμετανόητες ψυχές. Μια ψυχή αυτόν τον καιρό που ευρέθηκε μεταξύ ζωής και θανάτου σε κώμα αρκετών ημερών, δεν γνωρίζω πόσον, και είχε μία έκσταση του νοός και της ψυχής της ενώ το σώμα της έγκειτο εις το κρεβάτι των φρικτών πόνων, και ανεμένετο ο θάνατός της, ευρέθη ενώπιον του Αγίου Θεού, χωρίς να το βλέπει. Είδε λοιπόν τις καταστάσεις, τις δύο καταστάσεις των ανθρώπων, εκείνων που είναι εκ των προτέρων σεσωσμένοι και των άλλων που ευρίσκοντο σε κατάσταση αμετανοησίας. Είναι σα να την πήρε από το χέρι ο Θεός, επαναλαμβάνω «σαν», δεν εφαίνετο τίποτα, και πλησίασε ας το πούμε εκείνον τον χώρο, ας τον πούμε ‘χώρο’ έτσι, όπου ευρίσκοντο, χιλιάδες και εκατομμύρια άνθρωποι ψυχές. «Κοίταξε» της λέει, «όλοι αυτοί δεν θέλουν να μετανοήσουν», το επαναλαμβάνω, «δεν θέλουν να μετανοήσουν, ας τους ρωτήσουμε» λέει μαζί, «θέλετε να μετανοήσετε;» Και όλοι με μια φωνή είπαν «όχι, όχι. Δεν θέλουμε να μετανοήσουμε». «Και όμως εγώ θα σας περιμένω μέχρι το τέλος της ζωής σας διότι κάποτε θα τελειώσει, διότι δεν θέλω τον θάνατον του αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζειν αυτόν. Όσο ζει περιμένω την επιστροφή του». Αλλά αυτοί όμως, όπως ο Ιούδας «ουκ ήθελε διορθωθείναι και μετανοήσαι». Τίποτα! «Ουκ ηβουλήθη συνιέναι», όπως ψάλλουν τα τροπάρια της Μεγάλης Εβδομάδος.
Λοιπόν, έχουμε και κατάσταση αμετανοήτων ανθρώπων. Βέβαια η Εκκλησία μας, έχει μία άπειρη συγκατάβαση, διότι υπάρχουν και άνθρωποι που θα ήθελαν να εξομολογηθούν, αλλά δεν πρόλαβαν διότι τους πρόλαβε ο θάνατος, ή ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, ή ένα καρδιακό, ήρθε η άνοια, ήρθε το δυστύχημα και το ατύχημα με το αυτοκίνητο και ήρθε ακαριαίος ο θάνατος, και τόσες άλλες συνθήκες, ήρθε ο σεισμός ένα βράδυ, έπεσαν οι τοίχοι, μας πλάκωσαν, σκοτωθήκαμε, έγινε ένας πόλεμος, άρχισαν οι βομβαρδισμοί, και ούτω κάθε εξής, και πιθανόν δεν προλάβαμε να φτάσουμε στα μυστήρια τα άγια που παρέχουν άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον. Τι θα γίνει για όλους αυτούς; Για όλους αυτούς υπάρχει η Εκκλησία, με τη Θεία Λειτουργία, με την προσφορά του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού στους παρόντες ζώντες χριστιανούς, αλλά και για κείνους όμως έχει φυλάξει την μεγαλυτέρα προσφορά ελεημοσύνης, διότι η Θεία Λειτουργία τελείται και για αυτές τις ψυχές. Τελείται για ολόκληρη την θριαμβεύουσα Εκκλησία αλλά και για τις ψυχές που βρίσκονται στη μέση κατάσταση. Έτσι λοιπόν όλα αυτά τα ονόματα τα οποία προσφέρετε με τα χαρτιά, τα λεγόμενα συγχωροχάρτια έ, και έχετε γραμμένα τα ονόματα των κεκοιμημένων αλλά και των ζωντανών, τα πλένουμε εμείς, ρίχνουμε, αυτά τα ονόματα που αντιπροσωπεύονται από τα ψίχουλα του κατακλάστου άρτου, μέσα στο Άγιον Ποτήριον, και λέγει ο ιερεύς αυτό που έχετε ακούσει επανειλημμένες φορές «απόπλυνον Κύριε τας αμαρτίας αυτών τω Αίματί Σου τω Τιμίω, απόπλυνον», και λέγει ο Άγιος Συμεών ο Θεσσαλονίκης «αυτή είναι η μεγαλυτέρα προσφορά ελεημοσύνης και αγάπης για τις ψυχές αυτές». Υπάρχουν τα Σαρανταλείτουργα στο Άγιον Όρος, υπάρχουν τα μνημόσυνα, τα τρισάγια, η ελεημοσύνη στο πρόσωπό του, και τόσα άλλα τα οποία είναι παρήγορα για εκείνους οι οποίοι φεύγουν σε μια κατάσταση που είμαστε λίγο αμφίβολοι.
Αλλά, δεν ξέρω αν βρίσκει έλεος εκείνος ο οποίος έφυγε αμετανόητος, και μέσα σε φοβερή σκληροκαρδία άνθρωπος, που πήγαμε με το Άγιον Ποτήριον και μας έδιωξε με τις βρισιές, και δεν είναι μόνον μία περίπτωσις, είναι τέτοιες πάρα πολλές. Αυτοί οι άνθρωποι πως θα σωθούν; Αυτήν την ελπίδα που μας δίνει ο καλός Θεός, να εκμεταλλευτούμε τα πανάγια Μυστήρια τα δύο τα σωστικά της Ιεράς Εξομολογήσεως και της Θείας Κοινωνίας, να μην τα αφήσουμε ανεκμετάλευτα.

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2003

Η σπορά του λόγου του Θεού και πνευματική καρποφορία της



Κυρ. Δ' Λουκά 2003

«Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω».
Σήμερα χριστιανοί μου, η παραβολή του σπορέως. Και οι τρείς Ευαγγελισταί και ο Ματθαίος και ο Μάρκος και ο Λουκάς αναφέρουν αυτήν την παραβολή. Και όπως ακούσαμε σήμερα ο Ευαγγελιστής Λουκάς τελειώνει το Ευαγγελικό του Ανάγνωσμα με τις φράσεις «ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω».
Πολλές διδασκαλίες του Κυρίου τελειώνουν με τις σαφείς αυτές προειδοποιητικές λέξεις. Όταν ο Κύριος ομιλούσε στα πλήθη για το μεγαλείον και την αποστολή Ιωάννου του Προδρόμου, και την μαρτυρία την οποίαν έδωσε για τον Μεσσία, τελειώνοντας αυτούς τους λόγους, τους τελείωσε με το «ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω».
Αλλά και στην καταπληκτική Του διδασκαλία για την φοβερά Του Κρίση και για την δικαία τιμωρία των αμετανοήτων αμαρτωλών, αλλά και για την άφταστη δόξα που θα απολαύσουν όσοι μετανοήσουν, τηρήσουν τον λόγον του Θεού και καλλιεργήσουν τις εντολές, για όλους δηλαδή τους σεσωσμένους και δικαίους χριστιανούς, πάλιν επανέλαβε και τελείωσε με την σπουδαιοτάτη αυτή προτροπή και φράση. «Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω».
Και όταν όμως ομιλεί για το ποιό είναι αυτό που χαρακτηρίζει τον άνθρωπον, εσωτερικά, τον καθαρόν ή τον ακάθαρτον, και πάλι καταλήγει ο Κύριος στη διδασκαλία Του μέσα στην Καινή Διαθήκη με τις φράσεις «ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω».
Την ίδια αυτή την προτροπή την βλέπομε και σε άλλα μέρη της Αγίας Γραφής.
Ποιο είναι το νόημα το καταλαβαίνετε. Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούσει.
Ο Κύριος ομιλούσε στους συγχρόνους Του Ιουδαίους με ένα πλούσιο περιεχόμενο από διδαχές οι οποίες οι πιο πολλές από αυτές ήσαν με την μορφήν των παραβολών. Τα πλήθη όχι μόνον άκουγαν τον λόγον του Θεού, αλλά ξεσηκώνονταν, ενθουσιάζονταν, και εβεβαίωναν και εμαρτυρούσαν ότι «ουδέποτε ελάλησεν άνθρωπος ως ούτος ο άνθρωπος». Και άλλοτε «εξεπλήσσοντο επι τη διδαχή Αυτού».

Ποιο είναι όμως, έχει κάτι το πιο βαθύ νόημα αυτή η σύστασις; Ποιο είναι αυτό το νόημα;
Οι Πατέρες μας λένε ότι βρίσκεται στο ότι οι ακροαταί του θείου λόγου δεν πρέπει να μένουν μόνον στις εξωτερικές εντυπώσεις που δημιουργεί το κήρυγμα ενός θείου λόγου, αλλά να αναπτύσσουν όταν ακούσουν αυτόν τον λόγον και φύγουν από την Εκκλησία και μείνουν μόνοι τους ή με τους ανθρώπους του σπιτιού των, τους οικείους των, να αναπτύξουν πνευματικά ενδιαφέροντα, να προσπαθήσουν να ερευνήσουν τι άκουσαν, και τι θέλει να πει μ’ αυτά που είπε ο θείος λόγος, τι ζητά από μας. Να μην είμαστε οι απρόσωπες και ανεύθυνες μάζες, αλλά είμεθα οι ολοκληρωμένες πνευματικές προσωπικότητες που μπορούμε αν θέλουμε να κατανοήσουμε και πιο βαθιά τον λόγον του Θεού, απ’ αυτόν που ακούγεται και φαίνεται. Να πιάσουμε το εσωτερικό νόημα και όχι μόνον να το πιστέψουμε, αλλά και να τον θέσομε σε εφαρμογή στη ζωή μας.
Και δυστυχώς σε εκείνο το οποίο χωλαίνουμε είναι ότι δεν έχουμε στη ζωή πράξη. Δεν έχουμε έργα. Νομίζομε ότι έχουμε αλλά δεν έχουμε. Αν είχαμε έργα, αν δηλαδή εφαρμόζαμε τα λόγια του Θεού, ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος, αλλά δεν είναι, και όχι μόνον είναι χειρότερος αλλά και απ’ το χειρότερο πάει ακόμα πιο χειρότερα.
Ο Θεός δεν θέλει να παραμένομε σε μία προσωρινή ικανοποίηση των λόγων Του, και προπαντός σε έναν ενθουσιασμό, αλλά να κρατάμε βαθιά μέσα στην καρδιά μας τους λόγους του Θεού, σαν τον πολυτιμότερο θησαυρό του κόσμου. Όσο βαθύτερα μπαίνει στη γη ο σπόρος του σιταριού, τόσο και ασφαλέστερα. Θα πιάσει ρίζα, θα φυτρώσει, θα μεγαλώσει, θα βλαστήσει, θα καρποφορήσει. Το ίδιο συμβαίνει και με τον λόγον του Θεού, είτε τον ακούμε στο κήρυγμα, είτε τον διαβάζουμε στην Αγία Γραφή, είτε τον διαβάζουμε στους λόγους των Πατέρων, είτε στους βίους των Αγίων. Πρέπει να μπει βαθιά μέσα στην καρδιά μας. Να προκαλέσει το ενδιαφέρον μας, να μας δημιουργήσει πνευματικές ανησυχίες, να μας δημιουργήσει προβληματισμούς, προβληματισμούς για τη σωτηρία της ψυχής μας, και δεν ανησυχούμε καθόλου για τη σωτηρία μας, καθόλου.
Να μη μένουμε λοιπόν στις πρώτες εντυπώσεις, και στους ενθουσιασμούς, και να λέμε «μπράβο, τι ωραία τα είπε σήμερα ο παπάς, άστα, μας σκλάβωσε κυριολεκτικώς. Γειά στο στόμα του, γειά στην μάνα που τον γέννησε, και τόσα άλλα που λέμε». Αμ δεν φτάνουν αυτά! Σημασία έχει αυτό που πήρες και αυτό που ενθουσιάστηκες, και απ’ αυτό που ενθουσιάστηκες, να το βάλεις μέσα σου και να το κάνεις αύριο έργο. Γιατί στον πρώτο μεγάλο πειρασμό που έρχεται, ή τα χάνουμε ή γογγύζουμε. Σήμερα λέμε «μπράβο στον παπά», και αύριο σκανδαλιζόμαστε απ’ αυτόν. Σήμερα τον βραβεύουμε και αύριο τον καταδικάζουμε, τον κατακρίνομε, τον κρεμάμε κυριολεκτικώς. Σήμερα είμεθα μαθηταί του, ακροαταί του λόγου του, και αύριο γινόμεθα προδότες. Σήμερα φωνάζουμε «Ωσαννά, ωσαννά», μπράβο, μπράβο δηλαδή, και αύριο «άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν».
Σε τέτοιου είδους ψυχικές παλινδρομικές καταστάσεις, εύκολα ξεπέφτουμε. Γιατί; Διότι δεν έχουμε μέσα μας ρίζες πίστεως. Δεν έχουμε μέσα μας αγάπη, αγάπη αληθινή, αγάπη θεϊκή. Τίποτα δεν έχουμε. Και όμως είναι σαφής η αγιογραφική προειδοποίησις δια μέσου της Αποκαλύψεως που μας λέγει «ήτις έχει ους», όποιος έχει αυτί, «ακουσάτω ότι το Πνεύμα του Θεού λέγει», τι μας παραγγέλει δηλαδή το Άγιον Πνεύμα.
Νάχουμε ανοικτά τα αυτιά της ψυχής μας, για να μπορούμε να ακούμε. Πότε μας ομιλεί το Άγιον Πνεύμα;
Μας ομιλεί μέσα από το Άγιον Ευαγγέλιον.
Μέσα από ολόκληρη την Αγία Γραφή.
Μας ομιλεί μέσα από τους λόγους των Πατέρων της Εκκλησίας μας.
Μας ομιλεί μέσα από τους βίους των Αγίων.
Μέσα από τα μαρτυρολόγια, τα γεροντικά και τους Συναξαριστάς και την πολλαπλή ποικιλία των σημερινών πνευματικών βιβλίων που κυκλοφορούν, Δόξα Σοι ο Θεός.
Μας ομιλεί και μας διδάσκει το Άγιον Πνεύμα μέσα από την Υμνολογία των Εσπερινών και των Όρθρων των μεγάλων εορτών.
Αλλά και απ’ την υμνολογία της Θείας ιδιαιτέρως Λατρείας και των άλλων μυστηρίων.
Μας ομιλεί, μας διδάσκει και μας καθοδηγεί το Άγιον Πνεύμα, ιδιαιτέρως και σωτηριωδώς μέσα στο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως. Δεν ακούμε τι μας λέγει ο ιερεύς. Εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι να δικαιωθούμε. Ακόμα και η νεκρώσιμη ακολουθία μας διδάσκει, αλλά φροντίζουμε στα μνημόσυνα και στις νεκρώσιμες ακολουθίες να είμαστε απ’ έξω απ’ τους ναούς.

Άραγε εμείς οι σημερινοί Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, έχουμε αυτιά για να ακούμε και για να καταλαβαίνουμε την υψηλή και σωτήρια διδασκαλία του Κυρίου μας; Και πόσοι στον αριθμό την ακούμε; Πέντε τα εκατό; Δέκα τα εκατό; Πολύ λέει, μεγάλος ο είναι ο αριθμός, άλλοι λένε πολύ πιο κάτω απ’ τα πέντε τοις εκατό είναι. Και από αυτούς πόσοι την εφαρμόζουμε; Πόσοι την κάνουμε οδηγό στη ζωή μας; Πόσοι;
Τα φαινόμενα είναι λυπηρά και τα αποτελέσματα της συμπεριφοράς μας, της δήθεν χριστιανικής συμπεριφοράς μας είναι αξιοθρήνητα. Κλείσαμε τα αυτιά μας στο λόγο του Θεού και γυρίσαμε την πλάτη μας στο θεϊκό λυτρωτικό κάλεσμά Του.
Φταίμε και μείς οι ποιμένες, φταίμε και μείς. Φταίμε βεβαίως εμείς οι ιερείς, και πρώτος εγώ κι αλίμονό μου, το λέγω, δεν κάνω ταπεινολογία τώρα, αύριο πεθαίνω, και θα σταθώ μπροστά στο φοβερό κρίμα του Θεού, και τι θα του πω του Θεού; Ότι σας έλεγα ωραία λόγια; Και θα μου πει «πού ήταν η εφαρμογή τους;» Διότι διδάσκομε πρώτα με τη ζωή μας, και ύστερα με τα λόγια.
Φταίει όμως και η γη των καρδιών των χριστιανών. Και των δικών σας καρδιών, σύμφωνα με την σημερινή παραβολή. Διότι η γη που μας ανέφερε η παραβολή, είναι η ψυχή μας, είναι η καρδιά μας, που είναι σκληρή σαν πέτρα. Γι αυτό λέει δεν φυτρώνει τίποτα. Γι αυτό τον λόγον του Θεού τον παίρνει αμέσως ο διάβολος. Και αν κάποτε φυτρώσει κάτι, το πνίγουν αμέσως τα φοβερά αγκάθια των παθών. Και το πνίξιμο από τις μέριμνες και τις αγωνίες που έχουμε, για τα αγαθά της γης και τον πλούτο. Αλλά, και από την ολιγοπιστία που διαθέτουμε. Διότι είμαστε και ολιγόπιστοι.

Είθε να συνέλθουμε όλοι μας, και πρώτος εγώ, πριν να είναι αργά.
Και μπορούμε να συνέλθουμε δια της μετανοίας. Η αγκαλιά του Θεού είναι ανοικτή και μας περιμένει. Είθε να μας αξιώσει το Άγιον Πνεύμα, να μας φωτίσει, να μας δυναμώσει, να μας δώσει το απαιτούμενο κουράγιο, να ανοίξει τα μάτια της ψυχής μας και τα αυτιά της ψυχής μας, και έτσι φωτισμένοι και γεμάτοι από μετάνοια και πίστη, να πέσουμε στην ανοικτή αγκαλιά του Θεού Πατέρα, να του φωνάξουμε δυνατά, να του ομολογήσουμε με μετάνοια, «ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». «Ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, ποίησόν με ως ένα των μισθίων Σου, Πάτερ… ».
Ναι γι αυτό ακριβώς και γι αυτούς όλους τους λόγους, θα πρέπει μέρα νύχτα να επαναλαμβάνουμε τη φωνή του ληστού πάνω στο Σταυρό, - που αν αυτόν σαν ληστή και φονιά και κακούργο τον έσωσε, και τον έβαλε πρώτο στον Παράδεισο, ο ληστής και φονιάς άνοιξε την πόρτα πρώτος του Παραδείσου. Αυτός την άνοιξε. Διά της μετανοίας βέβαια, και της ομολογίας εν συνεχεία της θεότητος του Ιησού Χριστού και του μαρτυρίου που υπέστη για τρείς ώρες, και προπαντός και φρικτώς όταν του έσπασαν τα κόκαλα για να στραγγίξει όλο το αίμα και έτσι να πεθάνει, διότι μαρτύρησε ο ληστής πάνω στο Σταυρό. Η μετάνοια λοιπόν τον έσωσε, η δυνατή εκείνη κραυγή, την οποίαν συχνά επαναλαμβάνομε και μείς, στη Θεία Λειτουργία με τους μακαρισμούς,
«Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου».

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2003

Η πρακτική εφαρμογή των χρυσών κανόνων του Ευαγγελίου και ιδιαιτέρως της αγάπης



Κυρ. Β' Λουκά 2003

Χρυσός, χρυσό το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αδελφοί μου. Και είναι χρυσό βέβαια για δύο λόγους. Πρώτο διότι περιέχει τον χρυσούν κανόνα της Εκκλησίας μας, τον οποίον ακούσαμε προηγουμένως στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα «Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως», και δεύτερον διότι βλέπουμε την υπέρβαση της αγάπης με «το αγαπάτε τους εχθρούς υμών».
Όποιος εφαρμόζει από μας πιστά αυτές τις δύο μεγάλες Ευαγγελικές εντολές, αυτός έχει κερδίσει από τώρα τον Παράδεισο.
Χιλιάδες νόμοι υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Όπου και αν στραφούμε θα δούμε νόμους, νόμους και νόμους. Σε όλους τους λαούς της γης, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, δυστυχώς επικρατεί η ασυδοσία της αμαρτίας, η αναρχία, η αδικία, το ψέμα, το κακό, το μίσος, οι πόλεμοι, και μύρια τόσα άλλα κακά.
Αλλά η οικογένεια όμως, το πιο ευγενικό κύτταρο της κοινωνίας, και της σημερινής μας πολιτισμένης κοινωνίας δυστυχώς είναι υπό διάλυση. Τα δράματα τα οικογενειακά και τα συζυγικά καθημερινά πληθαίνουν και πολλαπλασιάζονται. Οι χριστιανοί μας, οι σημερινοί Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, είναι δυστυχώς μακριά από την Εκκλησία, μακριά από τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, μακριά από την πίστη προς τον Χριστό και τις Ευαγγελικές Του εντολές, μακριά και από τους δύο σημερινούς χρυσούς κανόνες.
Τι ζητάμε όλοι μας από τον κόσμο; Τι ζητάμε όλοι μας απ’ τους άλλους; Απ’ τον καθένα που είναι δίπλα μας; Ζητάμε να μας αγαπούν. Να μας προσέχουν. Να μας συγχωρούν. Να μας ανέχονται. Να δείχνουν κατανόηση. Να παραβλέπουν τα λάθη μας. Να συμπαραστέκονται στις διάφορες δυσκολίες της ζωής. Να μας βοηθούν στις ανάγκες μας. Να μας συντροφεύουν στη μοναξιά μας και άλλα πολλά.
Σήμερα όμως το Ευαγγέλιο μας έδωσε μια συμβουλή, ή μάλλον μια εντολή. Και μας είπε ότι όλα αυτά που ζητάμε εμείς από τους άλλους, να τα βάζουμε σε πράξη πρώτοι εμείς. Εμείς πρώτοι να αγαπούμε και εμείς πρώτοι να συγχωρούμε. Εμείς πρώτοι να ανεχόμεθα και μείς πρώτοι να παραβλέπουμε τα λάθη του πλησίον. Εμείς πρώτοι να συντρέχουμε στις δυσκολίες των συνανθρώπων μας και ιδιαιτέρως όμως συντρέχουμε σε κείνους οι οποίοι μας μισούν και είναι εχθροί μας.
Τι να σας πω; Έχουμε και έχουμε τα χάλια μας και πρώτος εγώ. Εγώ το αναγνωρίζω ότι έχω χάλια και ότι είμαι αμαρτωλός. Και αυτό γιατί δεν έχομε αγάπη, αγάπη αληθινή, αγάπη και πίστη προς τον Θεόν, εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας. Αυτό δεν τόχομε. Όπως δεν έχουμε και αγάπη προς τον πλησίον μέχρι αυτοθυσίας.
Να σας πω κάτι; Δεν ποθεί η ψυχή μας για την αγάπη του Θεού. Δε λαχταράμε για αγάπη Θεϊκή. Και για πίστη Θεϊκή. Και όμως ο Κύριος, ο Σωτήρ ημών είπε «όστις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω». Διότι «Εγώ είμαι το ύδωρ το ζόν».
Τι ευλογία θα ήτο για την ψυχή μας, αν διψούσαμε κάθε μέρα τον Χριστό και την Παναγία Μητέρα Του, και όλους τους Αγίους να τους αγαπούσαμε κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Όλο και πιο πολύ. Θάταν Ευλογία. Θάτανε ακριβή Θεία ευφροσύνη μέσα στην καρδιά μας και ευτυχία Θεϊκή, αν μπορούσαμε να είχαμε την αγάπη που έχουν οι Άγγελοι και οι Αρχάγγελοι για τον Θεόν. Τον Τριαδικό Θεό, τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. Γιατί τότε η ψυχή μας, η καρδιά μας, ο νους μας, οι αισθήσεις μας θα πλημμύριζαν από φως. Από φως Τριαδικό. Από φως παναΐδιο, άκτιστο και εράσμιο.
Ο Θεός βλέπει τις καθημερινές μας πτώσεις, και τις κακίες, βλέπει την υπερηφάνειά μας, βλέπει τον εγωισμό μας, βλέπει την αμαρτωλότητά μας. Και όμως εμείς, προσβλέποντας στο έλεος στο πανάγιό Του, πέφτουμε κάτω στα γόνατα και φωνάζουμε «ελέησέ μας Κύριε, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον» και το κραυγάσαμε προηγουμένως στη Θεία Λειτουργία ψαλτά. Γι’ αυτό θα μπορούσα να απευθυνθώ στο Κύριο και να Του πω χάρισέ με, σε μένα τον αμαρτωλό και τον ανάξιο λειτουργό Σου, αλλά και σε όλους όμως, αυτούς τους χριστιανούς που συμμετέχουν σήμερα στη Θεία Λειτουργία τόσο ενεργά, να μας δωρίσεις και να μας χαρίσεις την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος. Είμεθα αμαρτωλοί, μη μας εγκαταλείπεις. Είμεθα αμαρτωλοί, μη μας εγκαταλείπεις. Γι’ αυτό ήρθαμε και εδώ σήμερα όλοι, για να προσευχηθούμε. Και γεμίσαμε αυτόν τον ναό, όπως πιστεύω ότι γέμισαν και όλοι οι ναοί της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας και πατρίδος. Για ποιό λόγο; Για να πάρουμε Άγιο Πνεύμα. Για να λάβουμε την Χάρη του. Για να αναπνεύσουμε το οξυγόνο του ουρανού. Για να εισπνεύσουμε βαθιά το άρωμα της θεϊκής Του αγάπης, για να τονωθούμε στην πίστη, για να μάθουμε έμπρακτα να αγαπάμε. Να αγαπάμε, τον Θεόν εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας, και τον πλησίον μας που μας παιδεύει και μας τυραννά κάθε μέρα σαν τον εαυτόν μας.
Σήμερα στη Θεία Λειτουργία ο Θεός μας έδωσε τα πάντα. Ακόμα και τον ίδιο τον Εαυτόν Του. Το Σώμα Του και το Αίμα Του. Είτε κοινωνήσαμε είτε δεν κοινωνήσαμε «ελάβαμε Πνεύμα επουράνιον». «Ελάβαμε Πνεύμα επουράνιον». Και σειρά μας τώρα, να δώσουμε απ’ αυτό που πήραμε στο διπλανό μας, στον άντρα μας, στη γυναίκα μας, στο σύζυγό μας, στα παιδιά μας, στους γονείς μας, στο διπλανό μας. Ό,τι πήραμε αυτό να δώσουμε. Και να δώσουμε αγάπη, αφού αγάπη πήραμε, αφού πήραμε την Χάριν του Αγίου Πνεύματος. Να δώσουμε την υπομονή, την ζωντανή την πίστη, το πνεύμα της αληθινής μετάνοιας που πρέπει να φαίνεται στο πρόσωπό μας, το ταπεινό πνεύμα, την καλοσύνη και τόσα άλλα. Και να ο Παράδεισος. Που τον ψάχνετε τον Παράδεισο. Που ψάχνετε την Βασιλεία των Ουρανών. Η Βασιλεία του Θεού, εντός ημών εστί.
Αν όμως δεν μπορούμε να δώσουμε, σημαίνει ότι δεν πήραμε. Και αν μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχουμε πάρει κάτι από την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, Τον παρακαλούμε και αυτήν την στιγμή, τον Πανάγιον Θεόν, να μας δώσει απ’ αυτή τη στιγμή το πνεύμα της Θείας Του αγάπης, το πνεύμα της πίστεως, το πνεύμα της συντριβής για να μην την χάσουμε αυτή τη Χάρη και αρχίσουμε και θρηνούμε και χτυπιόμαστε και κλαίμε, όπως θρηνούσε ο Πρωτόπλαστος Αδάμ για τον χαμένο πλέον Παράδεισό του.
Τι ωραίο πράγμα θα ήταν, να μπορούσαμε όλοι μας να αγαπάμε τον Θεόν, όπως εκείνος το θέλει, το ορίζει, το ζητά. Γιατί τότε μέσα μας, πράγματι θα καταλάμβανε ολόκληρο το ψυχοσωματικό μας είναι, θα το καταλάμβανε, θα το πλημμύριζε, ολόκληρο θα μας έλουζε η θεϊκή αγάπη. Και άμα αυτό θα γινόταν μέσα μας αίσθησις, τότε θα νοιώθαμε μέσα μας, να σιγοκαίει και μια φλόγα. Και η φλόγα αυτή σιγά σιγά θα γινόταν φωτιά, φωτιά πνευματική έτοιμη να δώσει φως, φως πίστεως, φως πίστεως, φως αγάπης.
Όλοι μας ζητάμε κατανόηση από τον άλλον. Και πρώτος εγώ. Τη δίνουμε όμως; Τη δείχνω εγώ; Την έχω αυτή την κατανόηση από το βάθος της καρδιάς μου προς τον άλλον; Αν δεν την έχω αυτό φανερώνει ότι μέσα μου βασιλεύει το σκοτάδι του εγωισμού και της σκληροκαρδίας, το σκοτάδι της αμαρτίας και όχι το φως το αληθινό, το φως του Χριστού που φαίνει πάσι και μας δείχνει εκτός των άλλων και τον δρόμον της αλληλοκατανοήσεως.
Κατανοούμε τον πόνον του άλλου και την δυστυχία του άλλου, τόσο όσο έχουμε περάσει και μείς από την ίδια δυστυχία, από το ίδιο βάσανο, από τον ίδιο πόνο. Και επιπλέον αν έχουμε αγάπη αληθινή του Θεού μέσα μας. Μόνον έτσι μοιάζουμε με τον Θεό που μας είπε σήμερα «γίνεσθε ουν οικτίρμονες καθώς ο Πατήρ ημών ο ουράνιος ο Θεός οικτίρμων εστί και αγάπη εστί».
Ο Θεός που μας αγαπά, μας έδωσε, μας τα έδωσε όλα, ακόμα και το Μονογενή Του Υιό που εγένετο άνθρωπος στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού και «εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού». Αυτό σημαίνει ότι και η δική μας αγάπη προς τον πλησίον μας και προς τον Θεόν πρέπει να φθάνει μέχρι θυσίας. Άρα λοιπόν και μάλιστα αυτήν την αγάπη να τη δίνομε χωρίς να την απαιτούν και χωρίς να την ζητιανεύουν.
Παίρνω αγάπη απ’ τον Θεόν; Θα δώσω. Δεν παίρνω απ’ την πηγή της αγάπης αγάπη, δεν θα δώσω. Δεν έχω τίποτα να δώσω.
Τι είπε ο Πέτρος στον παράλυτο που ήταν μπροστά στη στοά του ναού του Σολομώντος που ζητιάνευε, και ανέβαιναν οι δύο Απόστολοι, ο Πέτρος και ο Ιωάννης, τι είπε ο Απόστολος Πέτρος στο ζητιάνο; «Λεφτά δεν έχω, δεν έχω οβολό να σου δώσω. Ό έχω τούτο σοι δίδωμι. Τι έχω; Την Χάρη του Χριστού έχω. Στο όνομα του Ιησού Χριστού έγειρε και περιπάτει». Έχεις, έχεις; Θα δώσεις! Δεν έχεις; Τι θα δώσεις; Δεν έχω; Τι να δώσω; Υποκρισία ευχαρίστως θα δώσω. Γελοιοποίηση του εαυτού μας θα δώσω….
Λοιπόν τρία πράγματα πρέπει να καλλιεργήσουμε. Την αγάπη προς τον πλησίον, ανεχόμενοι αλλήλων, την αγάπη προς τους εχθρούς, «αγαπάτε τους εχθρούς υμών», «καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς», «προσεύχεσθε υπέρ των επιρρεαζόντων υμίν», «ευλογείτε και μη καταράσθε», «εάν ο εχθρός σου πεινά ψώμιζε αυτόν και αν διψά πότιζε αυτόν», και την αγάπην προς τον Θεόν, το επανατονίζω εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας.
Και μη ξεχνάμε ότι ο Θεός άνοιξε τον Παράδεισο, για να μπει μέσα ένας ληστής, όταν εκείνος ομολόγησε και κραύγασε «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου». Αναγνώρισε την αμαρτωλότητά του. Και ζήτησε το έλεος του Αγίου Θεού. Και η απάντησις του Χριστού πάνω απ’ τον Σταυρόν, αληθώς σοι λέγω, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω».
Θα χαρίσει και σ’ όλους εμάς τους αμαρτωλούς αυτό που χάρισε στον ληστή. Τον ίδιο Παράδεισο. Αρκεί βέβαια να μετανοήσουμε έμπρακτα.
Η πρώτη αρχή για την αγάπη αυτή που μας ζητάει και την οποία αναλύσαμε, είναι η μετάνοια. Χωρίς μετάνοια δεν καλλιεργείται αγάπη. «Μετανοείτε, ήγγικε η Βασιλεία των Ουρανών», και αυτή η Βασιλεία είναι Βασιλεία αγάπης. Μετανοείτε λοιπόν και η αγάπη του Θεού μέσα στις καρδιές σας, μετανοείτε και ο Παράδεισος θα είναι για πάντοτε δικός σας.
Αυτός λοιπόν ο Παράδεισος και αυτή η αγάπη, και αυτό το Πνεύμα το Άγιον εύχομαι από σήμερα και απ’ αυτή τη στιγμή να γίνει κτήμα στις καρδιές όλων σας, αλλά και σεις όμως να παρακαλάτε, να ικετεύετε τον Θεόν, αυτά τα πράγματα, και η αγάπη και η μετάνοια και ο Παράδεισος, να έρθουν και στις δικές μας καρδιές ημών των ιερέων, των ποιμένων των λογικών προβάτων, των αναξίων αντιπροσώπων Του, και πνευματικών σας πατέρων,

Αμήν

Κυριακή, 20 Απριλίου 2003

Ο χαρμόσυνος χαρακτήρας της γιορτής και οι υποχρεώσεις των Χριστιανών



Κυρ.Των Βαΐων 2003

Η Μεγάλη Εβδομάδα χριστιανοί μου έφθασε και για φέτος. Και από σήμερα το βράδυ εισερχόμεθα στο Θείο Δράμα, που ολοκληρώνεται τη Μεγάλη Παρασκευή, αλλά σφραγίζεται με την Ανάσταση την Κυριακή, Κυριακή πρωί.
Η σημερινή Κυριακή των Βαΐων μαζί με την Κυριακή της Πεντηκοστής είναι αυτές και μόνες που δεν έχουν Αναστάσιμο χαρακτήρα. Σήμερα δεν ψάλαμε κανένα τροπάριο αναστάσιμο, ούτε απολυτίκιο, ούτε είπαμε Εωθινό Ευαγγέλιο, ούτε απαγγείλαμε το «Ανάσταση Χριστού θεασάμενοι».
Η Κυριακή των Βαΐων έχει δικό της ξεχωριστό χαρακτήρα, πανηγυρικό και χαρμόσυνο. Είναι χαρμόσυνος ο χαρακτήρας διότι αποτελεί καθαρό προμήνυμα της Αναστάσεως. Μας το είπε αυτό και η ευχή που διαβάσαμε στα βάγια το πρωί. Αυτά λοιπόν τα βάγια που θα κρατήσουμε στα χέρια μας, αυτό ακριβώς συμβολίζουν. Τη νίκη κατά του θανάτου δια της Αναστάσεως.
Συμβολίζουν όμως και άλλες δύο νίκες, της νίκης κατά του κακού και της αμαρτίας, και δεύτερον της νίκης εναντίον των δαιμόνων, δια της πίστεως προς τον Χριστόν. Άρα μας λένε οι Πατέρες, τα βάγια είναι σύμβολα αρετών και θείων πράξεων, δηλαδή έργων πίστεως.

Αλλά και το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα όσοι το ακούσαμε, έχει και αυτό χαρακτήρα χαρμόσυνο, τον χαρακτήρα της γιορτής. Δεν διστάζει ο Απόστολος Παύλος μέσα από την φυλακή της Ρώμης, που ήτο φυλακισμένος, να γράψει στους Φιλιππισίους, και να τους προτρέψει «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε», και να συνεχίσει επαναλαμβάνοντας «και πάλιν ερώ χαίρετε». Δηλαδή να χαίρεστε όχι από τις κοσμικές χαρές του κόσμου τούτου της αμαρτίας, αλλά να πλημμυρίζετε από την χαρά που χαρίζει ο Χριστός. Και αυτήν την χαρά να την έχετε πάντοτε.
Αυτό το «πάντοτε» έχει ιδιαιτέρα σημασία για όλους μας, διότι δεν εξαιρεί χρόνους, εποχές και καταστάσεις. Να χαίρεστε όταν σας βάζουν στην φυλακή για την πίστη σας, όπως εμένα, λέγει ο Απόστολος Παύλος, που είμαι αυτή τη στιγμή στη φυλακή, αλλά και όταν είστε ελεύθεροι από πιέσεις και διωγμούς.
Να έχετε την χαρά του Χριστού μέσα σας, όχι μόνο στον πλούτο, αλλά και στην φτώχεια. Χαρά όχι μόνον στα πολλά αγαθά, αλλά και στις στερήσεις. Όχι μόνον όταν είστε γεροί και υγιείς, αλλά και όταν είστε άρρωστοι. Και στον πόνο, και στις θλίψεις και στην αγωνία, να χαίρεστε πάντοτε εν Κυρίω.

Δύσκολα θα μου πείτε, πολύ δύσκολα. Και είναι πράγματι γιατί και το ομολογούμε όλοι μας. Και όμως σε κάποιο άλλο σημείο της Αγίας Γραφής, ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος στην Επιστολή του, μας προτρέπει λέγοντας τα εξής: «Πάσαν χαράν ηγήσασθε αδελφοί μου, όταν ποικίλοις περιπέσητε πειρασμοίς». Που σημαίνει «να έχετε μεγάλη χαρά, όταν πέσετε σε διάφορες δοκιμασίες και πειρασμούς της ζωής. «Πάσαν χαράν», δηλαδή μεγάλη χαρά. Και τη χαρά αυτή να την έχετε μαζί με το Χριστό. Αυτά μας είπε ο λόγος του Θεού.
Όλα δύσκολα, όλα βουνά, όλα ακατόρθωτα, έτσι μας φαίνονται. Κι όμως αν πέσουμε στην αγκαλιά του Θεού την Πατρική, τότε τον Σταυρόν μας θα τον πάρει Εκείνος, ο Χριστός και θα μας ξελαφρώσει και θα μας χαρίσει την χαρά της Αναστάσεως.
«Τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ εστί», μας βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος. Ό,τι λοιπόν μας φαίνεται εμάς αδύνατο, είναι δυνατό για Εκείνο. Ό,τι μας φαίνεται άλυτο, μπορεί να το λύσει ο Θεός. Ό,τι ακατόρθωτο, διά μέσου Εκείνου να γίνει κατορθωτό.
«Και πάλιν ερώ χαίρετε». Σας το επαναλαμβάνω πάλιν και πολλάκις να χαίρεστε αλλά εν Κυρίω. Μαζί με τον Κύριο, μαζί με τον Χριστό.

Και συνεχίζει ο Απόστολος Παύλος στο σημερινό του Αποστολικό του Ανάγνωσμα. «Και πλημμυρισμένοι από τη χαρά του Χριστού να είστε επιεικείς προς όλους τους ανθρώπους, διότι μην το ξεχνάτε, ο Κύριος εγγύς». Αυτό σημαίνει ότι ο Κύριος είναι πολύ κοντά με τον ξαφνικό θάνατό μας, και τότε θα μας κρίνει. Θα έλθει βέβαια και ως δίκαιος Κριτής κατά την Δευτέραν Αυτού Παρουσία, για να κρίνει ζώντας και νεκρούς, αλλά είναι και «ο Κύριος εγγύς» τη στιγμή του θανάτου μας. Οπότε γίνεται και η πρώτη λεγομένη Κρίσις.
Άρα πρέπει να προσαρμόσουμε τη ζωή μας, προς τις βασικές εντολές του Αγίου Θεού, που με το στόμα σήμερα του Αποστόλου Παύλου, μας συνιστούν τα εξής πράγματα.
«Μηδέν μεριμνάτε» λέγει, και συνεχίζει ο ίδιος, «μη πνίγεσθε στις μέριμνες αυτής της πρόσκαιρης ζωής, αλλά όλα σας τα προβλήματα, μαζί με την μετάνοια και την ευγνωμοσύνη σας, να τα αναφέρετε στην καθημερινή σας προσευχήν προς τον Θεόν. Και τότε η ασύλληπτη για τα ανθρώπινα μυαλά, ειρήνη του Θεού, θα περιφρουρήσει τα αισθήματά σας και τη σκέψη σας από το άγχος και την αγωνία και τους πειρασμούς, και θα σας διατηρεί ενωμένους μαζί με τον Χριστό».
Και αμέσως γράφει και συνιστά, συνεχίζει δηλαδή, «το λοιπόν αδελφοί μου, όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσφιλή, όσα έφημα, ή τις αρετή και ή τις έπαινος, ταύτα λογίζεσθε». Λοιπόν αδελφοί μου, όσα είναι αληθινά, όσα είναι τίμια και σεβαστά, όσα είναι δίκαια ενώπιον του Αγίου Θεού, όσα είναι αμόλυντα και καθαρά, όσα είναι αγαπητά και ευάρεστα στο Θεό, όσα έχουν και δίδουν, καλή φήμη και αγαθή υπόληψη, κάθε αρετή και κάθε καλό που είναι άξιον επαίνου, αυτά και μόνον να σκέπτεσθε. «Ταύτα λογίζεσθε και ταύτα πράσσετε».
Και συνεχίζει, «αυτά που μάθατε και παραλάβατε, και ακούσατε από την προφορική μου διδασκαλία, και αυτά που είδατε σε ολόκληρη την προσωπική μου ζωή», προσέξτε, «σε ολόκληρη την προσωπική μου ζωή και συμπεριφορά, αυτά να κάμνετε». Η διαγωγή μας, η ζωή μας και η συμπεριφορά μας, αυτά διδάσκουν. Και όχι τα παχιά τα λόγια. Και «τότε», καταλήγει, «ο Θεός της ειρήνης, ο Θεός της αγάπης, θα είναι πάντοτε μαζί σας».
Άρα λοιπόν μας ενδιαφέρουν οι δύο εκείνες θαυμάσιες προτάσεις, «ταύτα λογίζεσθε και ταύτα πράσσετε».

Χριστιανοί μου, ζούμε σε έναν κόσμο τελείως διεφθαρμένον, άπιστον, άθεον και κτηνώδη, βρώμικον και τρισάθλιον. Παντού επικρατεί το συμφέρον, η διαβολή, η κακία, η πονηρία, ο πανσεξουαλισμός, η αναρχία, η βλασφημία και μύρια άλλα κακά. Λείπει το παράδειγμα της ζωντανής πίστεως, της αγάπης και της καλοσύνης, και του ταπεινού φρονήματος και της θεοσεβίας, και των άλλων θειοτάτων αρετών από τη ζωή μας. Αυτά λείπουν.
Έτσι δυσκολεύονται οι περισσότεροι από τους χριστιανούς, να εφαρμόσουν τις θεϊκές αυτές προτροπές του Αποστόλου Παύλου. «Ταύτα λογίζετε και ταύτα πράσσετε». Αυτά να σκέπτεσθε και αυτά να κάμνετε. Διότι μόνον αυτά θα μας χαρίσουν και θα εδραιώσουν μέσα μας την ειρήνη.
Και αν δεν έχουμε μέσα μας ειρήνη, ειρήνη στο νου και ειρήνη στην καρδιά, αυτό σημαίνει ότι ο Θεός της ειρήνης και της αγάπης δεν είναι μαζί μας. Στερούμεθα χάριτος και ευλογίας. Απουσιάζει ο Θεός από μέσα μας. Και δεν είναι μέσα μας ο Θεός και το επαναλαμβάνω, διότι δεν σκεπτόμαστε, και δεν εφαρμόζουμε όλα αυτά τα αληθινά, τα σεμνά, τα δίκαια, τα αγνά, τα ενάρετα, τα αξιέπαινα.
Αλλά τι σκεπτόμαστε; Μήπως το αισχρό και το ανήθικο ή το ηθικό; Τι σκεπτόμεθα; Το καλό ή το κακό; Το ψέμα ή την αλήθεια; Το δίκαιο ή το άδικο; Τι σκεπτόμεθα; Την αρετή ή την κακία; Και ο καθένας μας …

Κυριακή, 13 Απριλίου 2003

Η Αρχιερωσύνη του Χριστού και η Ιερωσύνη στην Ορθόδοξη Εκκλησία



Κυρ. Ε' Νηστειών 2003

«Ο Χριστός παραγενόμενος Αρχιερεύς».
Οι φράσεις αυτές χριστιανοί μου, από το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα του Αποστόλου Παύλου, αναφέρονται στην αρχιεροσύνη του Χριστού. Ιερείς και αρχιερείς είναι εκείνα τα πρόσωπα, που προσφέρουν για λογαριασμό των πιστών, για τον λαόν θυσίες. Ή προς τον αληθινόν Θεόν προσφέρονται αυτές οι θυσίες, ή προς τους ψεύτικους θεούς των ειδώλων. Όλες οι θρησκείες, από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι και των ημερών μας, είχαν και έχουν τους ιερείς των.
Ο χότζας, ο χομεϊνί, ο ιμάμης, ο γκουρού, ο λάμα, ο πάστορας, είναι μερικές από τις ονομασίες που έχουν οι διάφορες θρησκείες για τους ιερείς των. Ακόμα και η μασωνία έχει τους ιερείς της, μυστήρια και τελετές. Και πολύ περισσότερον έχει η σατανολατρεία, με τη μαύρη μαγεία, τα βουντού και τις ανθρωποθυσίες σ’ ολόκληρον τον κόσμον. Επίσης θέλω να σας επισημάνω ότι και τα πάσης φύσεως μέντιουμ μαζί με τους υπνωτιστάς και τα ενδιάμεσα πρόσωπα του πνευματισμού, όλοι τους είναι ιερείς που υπηρετούν τον διάβολον.
Και το ερώτημα : Υπήρχαν ποτέ ιερείς και αρχιερείς του ενός και μόνου αληθινού Θεού; Ασφαλώς υπήρχαν. Υπήρχαν στην Παλαιά Διαθήκη. Χρειάστηκαν όμως αιώνες και αιώνες για να σχηματιστεί με πολύ αργό ρυθμό η μορφή του γενάρχη της πρώτης ιερατικής τάξεως, δηλαδή του Ααρών. Άρα η ιεροσύνη και η αρχιεροσύνη αρχίζει από την εποχή του Μωυσέως. Η αρχαία διήγησις του κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης, εκφράζει με δραματικό τρόπο την εκλογή και καθιέρωση της ιεροσύνης, δείτε την Έξοδο, κεφάλαιο ΛΒ, στίχοι 25-29.
Ειδική όμως εντολή του Θεού προς τον Μωυσή για τον αδελφόν του Ααρών, είχε δοθεί πολύ πιο νωρίτερα, όπως αυτό καταφαίνεται πάλι από το βιβλίον της Εξόδου, κεφάλαιον εικοστό ένατο. Τι λέγει ο Θεός στον Μωυσή; Τα εξής: «Θα πάρεις τον αδελφόν σου Ααρών, τάδε λέγει Κύριος Παντοκράτωρ, μαζί με τους γιούς του, και θα τους λούσεις με νερό. Θα τον ενδύσεις (τον Ααρών), με άμφια και λαμπρό χιτώνα, και θα του βάλεις μήτρα στο κεφάλι με την επιγραφή «Αγίασμα Κυρίου». Θα τον χρήσεις με λάδι, χύνοντάς του πάνω στο κεφάλι, και θα τον βάλεις μπροστά στη σκηνή του μαρτυρίου. Εκεί θα καθαγιάσεις τα χέρια του Ααρών και των υιών του, και θα τα καθιερώσεις στο να τελούν όλες τις θυσίες». Εδώ τελείωσαν οι εντολές του Θεού. – όχι έχομε και άλλο – «Έτσι από σήμερα ο Ααρών, τα παιδιά του και οι απόγονοί τους, θα έχουν σαν έργο αιώνιο να με υπηρετούν ως ιερείς μου». Εδώ τελειώνει, τελειώνουν οι εντολές του Κυρίου.
Επειδή όμως ο Μωυσής και Ααρών ήσαν από την φυλή των Λευΐ, έτσι καθορίστηκε από τον ίδιο τον Θεό, όλοι οι ιερείς και αρχιερείς να προέρχονται από την ίδια αυτή φυλή. Γι’ αυτό και σε πολλά μέρη της πατρίδος μας, ιερείς ονομάζονται και λευΐτες.
Για τη λατρεία δε του Θεού μετά την σκηνή του μαρτυρίου, κατασκευάστηκε πολλά πολλά χρόνια αργότερα ο πρώτος ναός από τον Σολομώντα. Μέσα στο ναό, και δη στα Άγια των Αγίων τα οποία τα εχώριζεν από τον κυρίως ναό ένα καταπέτασμα που εσχίσθηκε από άνωθεν έως κάτω όταν ο Κύριος είπε «Τετέλεσται», σ’ αυτά τα Άγια εφυλάσσοντο κατά πρώτον λόγον, το μάννα που έστελνε κατά καιρούς ο Θεός για να θρέψει τον πεινασμένο λαό στην έρημο εκεί, η βλαστήσασα ράβδος του Ααρών, και οι πλάκες του Νόμου με τις δέκα εντολές που δόθηκαν στο Μωυσή πάνω στο όρος Σινά για δεύτερη φορά. Όλοι οι ιερείς και αρχιερείς της Παλαιάς Διαθήκης, προσέφεραν στο Θεό διάφορες θυσίες, συνήθως όμως ζώων. Κατά τον τύπον, για τις αμαρτίες τους και για τις δικές τους και για τον λαόν. Ο δε Αρχιερεύς που ήταν και ένας και μόνον ο αυτός για ολόκληρο το έτος, εισήρχετο μία και μόνον φορά το χρόνο μέσα στα Άγια των Αγίων, για να προσφέρει θυμιάματα και θυσίες για όλο το έθνος και για τον εαυτόν του.
Όταν όμως ήλθε ο Χριστός στον κόσμο καταργεί την ιεροσύνη και την αρχιεροσύνη της Παλαιάς Διαθήκης, γιατί; Γιατί ο Χριστός είναι ο νέος και Μέγας Αρχιερεύς, - ο Χριστός είναι Αρχιερεύς, έτσι Τον αγιογραφούμε πολλές φορές στις άγιες εικόνες, όπως υπάρχει και μέσα στο Άγιον Βήμα – που το Αρχιερατικό Του αξίωμα το παίρνει ως Υιός Θεού, κατ’ ευθείαν από τον Θεόν Πατέρα. Ο ίδιος ο Θεός αποφαινόμενος εις τον Υιόν και Λόγον Θεού λέγει: «Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγένηκά σε». Αυτό είναι από τον δεύτερο ψαλμό. Αυτό το «εγώ σήμερον γεγένηκά σε» αναφέρεται στην Σταυρική Του Θυσία. Είναι δηλαδή ο Αρχιερεύς που προσφέρει θυσία τον εαυτόν Του. Έτσι δεν παίρνει την Αρχιεροσύνη Του από το Εβραϊκό έθνος, και μάλιστα από την φυλή του Λευΐ, διότι ως άνθρωπος ήτο Ιουδαίος. Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι η Αρχιεροσύνη Του πλέον δεν είναι κατά την τάξιν Ααρών, αλλά κατά την τάξιν Μελχισεδέκ. Όλα αυτά μας ανεφέρθησαν στα Αποστολικά Αναγνώσματα που ακούσαμε και σήμερα ακόμη, τις Κυριακές των Νηστειών, διότι ακριβώς η Προς Εβραίους Επιστολή προς αυτό κατατείνεται.
Σπάζει λοιπόν την συνέχεια της διαδοχής της λευϊτικής αρχιεροσύνης, και εγκαινιάζει μια καινούργια ιεροσύνη όπου εκείνος θα είναι ο πρώτος και Μέγας Αρχιερεύς. Είπαμε ότι ιερείς και αρχιερείς της Παλαιάς Διαθήκης πρόσφεραν θυσίες ζώων, μόσχων, δαμάλεων, τράγων, περιστερών και τα λοιπά, το ακούσαμε και στο σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα.
Ο Χριστός όμως δεν προσέφερε τέτοια θυσία, ποτέ, πρόσφερε θυσία τον ίδιο τον εαυτόν Του, δηλαδή το αναμάρτητο και πανακήρατο Σώμα Του, που δημιουργήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Αυτός ο Χριστός έγινε θύμα, αυτός ιερεύς, αυτός θυσιαστήριον, αυτός Θεός, αυτός άνθρωπος, αυτός βασιλεύς, αυτός αρχιερεύς, αυτός πρόβατον, αυτός αρνίον, τα πάντα εν πάσι υπέρ ημών γενόμενος, βεβαιώνει ο Άγιος Επιφάνιος. Αυτός λοιπόν ο Χριστός και Κύριος, ως Αρχιερεύς, προσφέρει θυσία πάνω στο ξύλον του Σταυρού, και συγχρόνως τον εαυτόν Του, που είναι το προσφερόμενον Εσφαγμένο Αρνίον, ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου. Είναι δηλαδή ο Προσφέρων και ο Προσφερόμενος. Είναι ο Θυσιάζων, αυτός που θυσιάζει, αλλά και ο Θυσιαζόμενος, και αυτός που θυσιάζεται. Είναι ο Θύτης και ταυτόχρονα το Θύμα. Αυτό θα πει ότι πάνω στο Σταυρό ο Χριστός ιερούργησε σαν ο πιο μεγάλος αλλά και αιώνια δικός μας Αρχιερέας, το μυστήριον της σωτηρίας με το να προσφέρει θυσία τη δική Του ζωή.
Οι ιερείς και οι αρχιερείς της Παλαιάς Διαθήκης, επειδή ήσαν άνθρωποι αμαρτωλοί είχαν ανάγκη να προσφέρουν τις διάφορες θυσίες και για τις δικές τους προσωπικές αμαρτίες και για το δικό τους εξιλασμό. Ενώ ο Χριστός ήτο ο αναμάρτητος Θεάνθρωπος. Άρα πρόσφερε την καθαροτάτη θυσία και αγία αυτή λυτρωτική θυσία αποκλειστικά και μόνον για το λαό, για όλους τους ανθρώπους, υπέρ του Σύμπαντος κόσμου.
Να λοιπόν η μεγάλη και απροσπέραστη διαφορά της θυσίας των ζώων της Παλαιάς Διαθήκης από την Θυσία του ασπείλου και αμώμου Ιησού Χριστού, του μεγάλου Αρχιερέως της Καινής Διαθήκης, που είναι ο Λυτρωτής του κόσμου, ο λυτρωτής ο δικός σου, ο δικός σου, ο δικός μας, που είναι ο Κύριος και Θεός ημών.
Τα πρόσφεραν αυτές τις θυσίες των τράγων και των μόσχων, που μας είπε το Αποστολικό Ανάγνωσμα, αλλά τα πρόσφεραν για κάποια εξωτερική καθαρότητα τότε, οι ιερείς, για να μπορούν να τελούν τα προς τον Θεόν θρησκευτικά τους καθήκοντα. Ενώ αντιθέτως η Θυσία του Χριστού – τι μας είπε σήμερα, πως τελείωσε το Ανάγνωσμα, θυμάστε; - «καθαριεί την συνείδησιν ημών από νεκρών έργων, εις το λατρεύειν Θεώ ζώντι». Η Θυσία δηλαδή του Χριστού, καθαρίζει τη συνείδησή μας πλήρως και τελείως, από τα έργα της αμαρτίας που οδηγούν στον αιώνιον θάνατο της ψυχής και μας δίδει την δυνατότητα να λατρεύομε με καθαρή καρδιά τον Άναρχο και Αιώνιο Θεό.
Και κάτι ακόμα. Οι θυσίες της Παλαιάς Διαθήκης ήταν, εγίνοντο συνεχώς, ήσαν επαναλαμβανόμενες ενώ η Θυσία του Αρχιερέως Χριστού έγινε μια φορά και μια για πάντα. Εισήλθεν εφάπαξ εις τα Άγια αιώνιον λύτρωσιν εδράμενος. Δηλαδή μια φορά και για πάντα, μπήκε ο Χριστός στα επουράνια, όχι με τα αίματα και τις θυσίες των ζώων αλλά με το δικό Του το Αίμα, το αναμάρτητο, και επέτυχε για όλους εμάς την αιώνια σωτηρία μας. Αυτό σημαίνει ότι δημιουργούνται στον άνθρωπο οι προϋποθέσεις αποδοχής και πίστεως.
Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο εισέρχεται και η δική μας ιεροσύνη. Η ιεροσύνη λοιπόν της Ορθοδόξου Πίστεως, διδάσκει τις αλήθειες της πίστεως, το έργον και τη Θυσίαν του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, το έργον της Θείας Οικονομίας, διδάσκει την Τριαδικότητα του Θεού, διδάσκει την Θεότητα του Αγίου Πνεύματος, διδάσκει την αειπαρθενίαν της Παναγίας, διδάσκει για τα επτά μυστήρια της Εκκλησίας μας, διδάσκει, διδάσκει, διδάσκει, πόσα πράγματα διδάσκει η ιεροσύνη!
Έτσι λοιπόν, κάθε, ο καθένας από μας που πιστεύει, συμμετέχει κατ’ αρχάς στο Άγιον Βάπτισμα, και δια του Αγίου Βαπτίσματος συμμετέχει στο Θάνατο και στην Ανάσταση του Ιησού Χριστού, στο θάνατο του παλαιού ανθρώπου, την κατάρα που μας άφησε ο Αδάμ με την πτώση του. Στη συνέχεια σφραγίζεται, χαριτώνεται και ενισχύεται ο άνθρωπος με τα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος, δια μέσου του Αγίου Χρίσματος. Κατόπιν τρέφεται και συντηρείται, με την αθάνατη τροφή της Θείας Κοινωνίας, που είναι φάρμακον αθανασίας, φάρμακον αιωνίου ζωής, όπως και μερικοί εξ ημών το λάβαμε σήμερα.
Στην πορεία όμως αυτής της ζωής ο χριστιανός οπωσδήποτε θα λερώσει τον πάλλευκο χιτώνα της ψυχής του και του Βαπτίσματος. Καθαρίζεται όμως αμέσως μέσα στο λουτρό της μετανοίας, μέσα στο μυστήριον της Ιεράς Εξομολογήσεως, αρκεί να υπάρχει αληθινή μετάνοια.
Όλα αυτά και άλλα πολλά τελούνται και ιερουργούνται από τους ιερείς και αρχιερείς της χριστιανικής Ορθοδόξου πίστεως. Εμείς όμως οι ιερείς, δεν έχομε δική μας ιεροσύνη, αλλά του Μεγάλου Αρχιερέως Χριστού την ιεροσύνη φέρουμε. Μ’ αυτή την ιεροσύνη του Χριστού τελούμε τα μυστήρια, ιερουργούμε τη Θεία Ευχαριστία όπως την κάναμε και προηγουμένως. Σαν ιερείς του Σωτήρος Χριστού δεν προσφέρομε θυσίες τράγων και μόσχων, και πολύ περισσότερο ανθρωποθυσίες, και πολύ περισσότερο θυσίες στο διάβολο, αλλά προσφέρουμε και συνεχίζουμε αναίμακτα τη Σταυρική Θυσία του Γολγοθά και στην οποίαν συμμετέχουμε όλοι μας, δια της Θείας Κοινωνίας.

Χριστιανοί μου, σας είπα μερικά πράγματα περιληπτικά μεν, αλλά όσο μπορούσα πιο κατανοητά διότι είναι και δύσκολα αυτά τα κεφάλαια, πάντως ξεχωρίσαμε τη μία ιεροσύνη από την άλλη, και πολύ περισσότερον τους ιερείς άλλων θρησκειών, και άλλων καταστάσεων και πολύ περισσότερο των δαιμονικών.
Αυτά που αναφέρονται για την αρχιεροσύνη του Χριστού, πολλές φορές είναι απροσπέραστα για τη λογική μας και για τα μυαλά μας, αλλά είπαμε όμως μερικά όπως και τη δική μας διακονία, και τις δικές σας υποχρεώσεις. Το λυτρωτικό έργο του Ιησού Χριστού συνεχίζεται πάνω στη γη, δια μέσου των αρχιερέων και ιερέων της Νέας Διαθήκης που είναι οι φυσικοί φορείς και οι διάδοχοι των Αποστόλων.
Προσέξτε τώρα κάτι, γιατί γίνονται πολλές παρεξηγήσεις και μας φορτώνετε πράγματα που εμείς δεν έχουμε και δε μας αξίζουν, δε μας ανήκουν μάλλον, κι ύστερα δε μας αξίζουν. Πρώτα δε μας ανήκουν κι ύστερα δε μας αξίζουν. Δεν σώζουν οι ιερείς. Προσέξτε το αυτό. Δεν σώζουν οι ιερείς. Αυτό είναι δόγμα στην Εκκλησία. Διακονούν απλά το έργον του Ιησού Χριστού, που είναι έργον σωτηρίας για όλους τους ανθρώπους. Μαζί με το λαό σώζεται και ο ιερεύς.
Αδελφοί μου, εγώ μαζί με σας, ε; μαζί με σας σώζουμε και από σας σώζουμε, έχετε ανάγκη της ιεροσύνης που διακονεί τα μυστήρια, αλλά και γω έχω ανάγκη από σας, από τις προσευχές σας. Είθε λοιπόν μαζί σας, να σωθώ και γω ως ανάξιος ιερεύς,

Αμήν

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2003

Η διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου για το άκτιστον φώς και οι δικές μας υποχρεώσεις



178-β
Κυρ. Β' Νηστειών

Σήμερα αδελφοί μου, Δευτέρα Κυριακή των Νηστειών, η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη του Οσίου πατρός ημών Γρηγορίου του Παλαμά, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.
Πατερική μορφή του δεκάτου τετάρτου αιώνος. Άγιος της Εκκλησίας μας. Μαχητής της Ορθοδόξου πίστεως και ακλόνητος στύλος των Ορθοδόξων δογμάτων. Αγωνιστής και ομολογητής, νους θεολογικότατος, ή μάλλον υψιπέτης της Θεολογίας.
Ήταν και είναι ο μέγας κήρυξ της Θείας Χάριτος. Είναι αυτός που απέδειξε έμπρακτα ότι το θείον φως της Τριαδικής Θεότητος είναι άκτιστο και όχι κτιστό όπως υπεστήριζε ο αιρετικός και λατινόφρων Βαρλαάμ. Καθοράται δε αυτό το φως από τα μάτια της ψυχής, διά μέσου των ακτίστων ενεργειών του Παναγίου Πνεύματος. Και επιπλέον είναι αυτός που θεμελιώνει και τεκμηριώνει την άθληση της Νοεράς Προσευχής ή για την ακρίβεια της καρδιακής προσευχής, ή της λεγομένης καρδιακής ησυχίας, διότι κατά τον ίδιον Άγιον, ησυχία είναι η νοερή αίσθησις της θείας ουρανίου καλλονής, ή, η κατ’ αίσθησιν νοερά και απλανής ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, μέσα από την διδασκαλία και την πράξη της καρδιακής προσευχής, με την επίκληση που γίνεται με το όνομα του Ιησού Χριστού "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", προσφέρει αυτόν τον ίδιον τον Χριστόν, μέσα στην καρδιά μας νοερά. Μη σας φαίνεται παράξενο, το βεβαιώνει και ο ίδιος ο Κύριος όταν ομιλεί εξ ονόματος της Αγίας Τριάδος και λέγει ότι «προς αυτόν τον προσευχόμενον νουν, την προσευχομένην και καθαράν καρδίαν, ελευσόμεθα και μονήν παρά αυτώ ποιήσομεν».
Και αλλού επισημαίνεται αγιογραφικά ότι «η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί».
Αλλά ο Χριστός προσφέρεται όχι μόνος του, αλλά πάντοτε μετά του Θεού Πατρός, και του Αγίου Πνεύματος, ως μία Θεότης, αδιαίρετος και ομοούσιος, εν τρισί προσώποις προσκυνουμένη. Ο Ιησούς Χριστός αδελφοί μου, έχει όνομα, «το υπέρ πάν όνομα, εις το οποίον κάμπτεται παν γόνυ, και επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων».
Από την διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά περί ακτίστου φωτός και καρδιακής νοεράς προσευχής, αποδεχόμαστε ημείς οι Χριστιανοί, που ζούμε και αγωνιζόμαστε μέσα σ’ αυτόν τον κόσμον, τόσα, όσα χωράει η καρδιά μας.

Και πόσα χωράει η καρδιά μας; ίσως με ρωτήσετε.
Αυτό εξαρτάται από τον αγώνα που κάνουμε για να καθαριστούμε από τα πάθη μας τηρώντας τις Ευαγγελικές εντολές και συμμετέχοντες στα Πανάγια Μυστήρια. Και τα μεν μυστήρια, Βάπτισμα, Χρίσμα, Θεία Κοινωνία και Ιερά Εξομολόγησις, ενεργούν ανάλογα προς την ενεργουμένη πίστη και τη θέληση που έχουμε γι’ αυτόν τον πνευματικόν αγώνα.
Άλλο να νομίζουμε ότι έχουμε την πίστη και κάνουμε αγώνα και άλλο να τον κάνουμε στην πραγματικότητα. Οι Ευαγγελικές πάλι εντολές προϋποθέτουν την ακριβή τήρησή τους. Αγαπάς τον Θεόν; Τότε και τις εντολές του τηρείς με ακρίβεια, και στα μυστήρια συμμετέχεις. Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε, μας βεβαιώνει και μας παρακαλεί ο ίδιος ο Κύριος.
Τα Πανάγια Μυστήρια και οι Ευαγγελικές εντολές όταν τηρούνται μας οδηγούν στην πίστη και στην αγάπη, στην μετάνοια και την ταπείνωση, στην κάθαρση από τα πάθη. Στο φωτισμό, στην τελείωση, στη θέωση, στον αγιασμό. Και αν αυτά μας φαίνονται αδύνατα και εξωπραγματικά, μερικοί λέει και εξωφρενικά, έρχεται η ζωή των αγίων, μα όλων των αγίων, από του Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου, μέχρι και του τελευταίου των ημερών μας και μας βεβαιώνει ότι «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». Όλα είναι δυνατά γι’ αυτόν που πιστεύει στην παντοδυναμία του Ιησού Χριστού, διότι «αυτός που πιστεύει μένει εν τω Χριστώ, ο Χριστός εν αυτώ, και ούτος φέρει καρπόν πολύν». Και ότι «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστί».
Όλα είναι δυνατά για τον κάθε χριστιανό, αρκεί να κάμει τον αγώνα εναντίον της αμαρτίας, προστρέχοντας κάθε μέρα στο έλεος και στην αγάπη του Αγίου Θεού, με πολλή προσευχή, με νηστεία των πέντε αισθήσεων και ιδιαιτέρως των ματιών και της γλώσσας, - η σωματική νηστεία εξαρτάται πολύ από την υγεία μας και τις οδηγίες του γιατρού και του εξομολόγου.
Με εγκράτεια πνευματική, με αγόγγυστη υπομονή, και με τόσα άλλα που κατά καιρούς αναλύσαμε και κηρύξαμε. Ο Ευαγγελικός λόγος, ή μάλλον ο λόγος του Θεού, όπως μας προσφέρεται μέσα από την Καινή Διαθήκη, ιδιαίτερα από την Καινή, αλλά και από την διδασκαλίαν των θεοφόρων Πατέρων ημών, και του σημερινού Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, δεν σχολιάζεται, αλλά τηρείται και εφαρμόζεται. Δεν κρίνεται η οδός του Χριστού αλλά ακολουθείται. Δεν γογγύζουμε κατά του Θεού λέγοντας ότι ο λόγος του δεν έχει εφαρμογή στις ημέρες μας και στην εποχή μας. Αλλά υποτασσόμεθα σ’ αυτόν τον λόγον, κάνομε απόλυτη υπακοή. Όπως εκείνος «εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού», εις τον ουράνιο Πατέρα, έτσι και μείς οφείλομε να κάνομε όλοι μας υπακοή στο λόγο Του, που είναι για μας, ο λόγος Του, η τροφή που μας χορταίνει, το φως που μας φωτίζει, ο δρόμος που μας οδηγεί, η ζωή που μας σώζει.
Ο δε σημερινός Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, θέλει όλους εμάς του χριστιανούς τελείους, αγίους, πεφωτισμένους, για να μπορούμε όπως γράφει να γευθούμε με αίσθηση ψυχής όλον τον προσφερόμενον και μεγαλόπρεπον πλούτον της Θείας Χάριτος. Μια δηλαδή θεϊκή αλλοίωση που περνά και στο κεκαθαρμένο σώμα ως ναόν του Θεού, κατ’ αναλογίαν της ψυχοσωματικής προκοπής του αγωνιζομένου αυτού Ορθοδόξου πιστού χριστιανού.
Αυτή η θεϊκή αλλοίωσις αδελφοί μου, της δεξιάς του Υψίστου, είναι μια ζωντανή πραγματικότητα, που εξάγεται από τον όλον άνθρωπον, ως ευωδία του Αγίου Πνεύματος. Ευωδία του Αγίου Πνεύματος.
Τέτοιον Άγιον εμείς οι ανάξιοι και αμαρτωλοί, και τον αγκίξαμε με τα χέρια μας, τον αγκαλιάσαμε, τον ασπαστήκαμε, εισπνεύσαμε την ευωδιασμένη αναπνοή του, και μας ευλόγησε με τα αγία του χεράκια. Όπως ο μακαριστός πατήρ Σωφρόνιος από το Έσσεξ, όπως ο μακαριστός πατήρ Ιάκωβος ο Τσαλίκης, απ’ τον Όσιο Δαβίδ, και εξακολουθούν να μας ευλογούν από τους ουρανούς.
Και δεν είναι μόνον ένας ή δύο ή τρείς ή πέντε ή δέκα. Υπάρχουν κι άλλοι σήμερα, και άλλοι, και άλλοι πολλοί, αφανείς όμως, άγνωστοι, απλοί, ταπεινοί αλλά μακάριοι.
Και όλοι τους αδελφοί μου είναι μια ζωντανή μαρτυρία, μια ζωντανή ομολογία, μια περιφερομένη ζωντανή αφανής ομολογία. Είναι δηλαδή μια απλανής υπόμνησις της αφθάρτου αιώνιας ζωής στη Βασιλεία του Θεού, πάνω στη γη, δηλαδή στον άνθρωπον.
Αυτά βιώνει ο αληθινός Ορθόδοξος χριστιανός, ο πιστός, ο ομολογητής, ο μάρτυρας, ο αγωνιστής. Και τέτοιους μας θέλει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, η Υπεραγία Θεοτόκος, όλοι οι Άγιοι και ο Πανάγιος Θεός.
Είθε να ακολουθήσουμε πιστά τις άγιες συμβουλές του, το εύχομαι με όλη μου την καρδιά,

Αμην.

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2003

Δύο θαυμαστές ιστορίες που έχουν άμεση σχέσι με τον θάνατο και την κρίση του Αγίου Θεού



Κυρ. Απόκρεω

Μία από τις μεγάλες ημέρες της Χριστιανοσύνης είναι και η σημερινή Κυριακή, η Κυριακή των Απόκρεων.
Η Εκκλησία μας υπενθυμίζει σε όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, αλλά και σε κείνους οι οποίοι είναι μακράν της πίστεως, ότι θα έλθει η ημέρα της Κρίσεως για να ανταποδώσει ο Θεός την δικαιοσύνην εις τους ανθρώπους. Τους αγαθούς να τους αμείψει. Και τους αμετανοήτους αμαρτωλούς να τιμωρήσει.
Και η τιμωρία θα είναι η Κόλασις αιώνιος, που σημαίνει στέρησις της αγάπης του Αγίου Θεού. Όχι στέρησις της πανταχού παρουσίας, ο Θεός θα είναι πανταχού παρών, ακόμα και σ’ αυτό το οποίον ονομάζεται «Κόλασις αιώνιος». Αλλά η παρουσία του Αγίου εκεί Θεού θα προκαλεί φρίκη και μίσος, του διαβόλου, των δαιμόνων και των ανθρώπων που αγάπησαν τη ζωή της αμαρτίας, ενώ από την άλλη πλευρά οι άνθρωποι, οι ψυχές των χριστιανών, θα ευφραίνονται από την Δόξαν Αυτού.
Όλως συμπτωματικά χτες το βράδυ βρήκα κάποιες σημειώσεις οι οποίες με πληροφόρησαν για το εξής γεγονός:

Πριν από χρόνια βρέθηκα σ’ ένα νοσοκομείο για να εξομολογήσω εκτάκτως έναν ετοιμοθάνατο από καρκίνο.
Και ήτο μόνος εις το θάλαμο, το διπλανό κρεβάτι ήταν άδειο, και έτσι βρεθήκαμε μόνοι μας και μου εξομολογήθηκε τα εξής.

Είμαι εδώ περίπου ένα μήνα, και είχα στο διπλανό κρεβάτι για σύντροφο έναν αρκετά μεγάλον άνθρωπο, γύρω στα ογδόντα χρόνια. Εγώ είμαι σαράντα δύο ετών.
Εκείνος μέσα στους φρικτούς πόνους που είχε, έλεγε συνεχώς «Δόξα σοι ο Θεός, Δόξα σοι ο Θεός, Δόξα σοι ο Θεός», και έλεγε και διάφορες άλλες προσευχές και ανεπαύετο και ξεκουράζετο και γω δεν ξέρω με ποιόν τρόπον, αντιθέτως δε εγώ αγανακτούσα, όχι μόνον από τους πόνους τους φρικτούς που είχα, αλλά και γιατί έβλεπα αυτόν τον συνασθενή μου να δοξολογεί συνεχώς τον Θεόν.
Και του έλεγα «σκάσε επιτέλους να λές αυτό το «δόξα σοι ο Θεός», δε βλέπεις πως αυτός ο Θεός μας βασανίζει».
«Δεν μας βασανίζει». Απλώς μας καθαρίζει από την βρωμιά. Και αν ησχολήσω με καμία σκληρή δουλειά, όπου τα ρούχα σου και το σώμα σου θα βρωμούσαν κυριολεκτικώς και θα εχρειάζεσο μία σκληρή βούρτσα για να καθαριστείς καλά, και συ και το σώμα σου και τα ρούχα σου, κατά τον ίδιον τρόπον λοιπόν και ο Θεός χρησιμοποιεί, την αρρώστια σαν ευεργετικό καθαρισμό της ψυχής, για να την προετοιμάσει για την Βασιλεία των Ουρανών.»
«Δεν πιστεύω σε τίποτα, ούτε στον Θεόν, ούτε σ’ αυτά τα κολοκύθια που μου λές περί Βασιλείας του Θεού σου».
«Ε, τότε θα περιμένεις να δεις τον τρόπον με τον οποίον εγώ θα αποχωριστώ από το σώμα».
Και η ημέρα αυτή έφτασε. Και θέλησαν μέσα στο νοσοκομείο όπως ήταν και καθήκον τους να βάλλουν ένα παραβάν, - αλλά διαμαρτυρήθηκε ο εν λόγω κύριος του οποίου το όνομα αν δεν απατώμαι ήτο Ξενοφών, και είπε -
«όχι, δεν θέλω (το παραβάν), θέλω να δω πως αυτός ο άνθρωπος θα πεθάνει».
Και πράγματι λοιπόν έφτασε η στιγμή αυτή, την ώρα του θανάτου. Δοξολογούσε συνεχώς τον Θεόν, άρχισε να λέγει τους Χαιρετισμούς, είπε το «Θεοτόκε Παρθένε», σταύρωσε … εσταυρώνετο συνεχώς, έκαμε το σημείον του Σταυρού, σήκωσε για μια στιγμή τα χέρια ψηλά και είπε
«Καλώς τον άγγελόν μου, σε ευχαριστώ που ήρθες, με τόση λαμπρά συνοδεία να πάρεις και να παραλάβεις την ψυχή μου. Σε ευχαριστώ πολύ».
Έκαμε το σημείον του Σταυρού, σηκώθηκε ψηλά, σήκωσε τα χέρια του, ξάπλωσε, τα σταύρωσε και εκοιμήθη.
Και ξαφνικά το δωμάτιο, λέγει, μαρτυρώντας ο Ξενοφών ο ασθενής, ο άπιστος και ο άθεος και βλάσφημος, ότι το δωμάτιο έλαμψε περισσότερο από ότι αν το φώτιζε ένας μεσημεριάτικος ήλιος. Σαν να ήταν δέκα ήλιοι και περισσότερο. Τόσο πολύ φωτίστηκε το δωμάτιο. Για λίγο βέβαια, γιατί έσβησε το φως, ήρθε η φυσική κατάστασις, αλλά το δωμάτιο όμως εκείνο, επλημμύρισε από ευωδία, η οποία σκορπίστηκε σε όλο το διάδρομο, και έτρεχαν οι άλλοι ασθενείς να διαπιστώσουν από πού εξήρχετο αυτή η άρρητος ευωδία.
«Έτσι πάτερ μου επίστευσα, γι’ αυτό και σε φώναξα για να εξομολογηθώ. Αλλά το απόγευμα της ίδια μέρας, τάβαλα με τους δικούς μου, τάβαλα με τον πατέρα μου, με τη μάνα μου, με τα μεγαλύτερα τα αδέλφια μου, με τους συγγενείς και τους φίλους και τους φώναζα και τους έλεγα, γιατί δεν μου μιλήσατε για τον Θεόν. Ότι υπάρχει Θεός και υπάρχει και θάνατος, και κάποτε αυτή η ψυχή θα χωριστεί από το σώμα για να δώσει το λόγο της, γιατί με οδηγούσατε εσείς με τις συμβουλές σας και με τους τρόπους σας, και με την ίδια σας την διαγωγή μέσα στους δρόμους της αμαρτίας, στα καπηλιά και στα κέντρα της διασκεδάσεως, μέσα στην αμαρτία, στην ανηθικότητα, στη βρωμιά, στην κλεψιά, στην απάτη, στο ψέμα, στη συκοφαντία, στην κακία, στην υπερηφάνεια, στην κενοδοξία, στον εγωισμό, στο πείσμα… Γιατί δεν μου διδάξατε την αρετή, γιατί δεν μου διδάξατε την αγάπη, γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για τον Χριστό, γιατί;
Αλλά το έλεος του Θεού όμως ήτο μεγάλο. Ήτο μεγάλο.
Και η εξομολόγησή του ήτο ειλικρινής, και σε δυο τρείς μέρες που έφυγε από αυτόν εδώ τον κόσμο ο Ξενοφών, εδοξολογούσε και αυτός τον Θεόν και εκοιμήθη ησύχως.

Έτσι πιστεύω ότι και ο μεν και ο δε, μ’ έναν τρόπο ανερμήνευτον που ο Θεός ορίζει, αυτοί θα τύχουν της καλής απολογίας μπροστά στο φοβερό βήμα του Χριστού για να ακούσουν τούτα τα λόγια τα οποία ακούσαμε στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα. «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην Βασιλεία από καταβολής κόσμου, διότι σεις τηρήσατε τις εντολές μου».
Ο μεν ένας τις τηρούσε από μικρό παιδί, ο δε άλλος τήρησε έμπρακτα την εντολήν της μετανοίας. Διότι άλλωστε αυτό είναι και το κήρυγμα του Κυρίου. «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών», και όλα τα ιερά γράμματα της σημερινής ημέρας, ενώ μας υπενθυμίζουν την φοβεράν ημέραν της Κρίσεως, από την άλλη πλευρά μας λένε ότι μοναδική σωτηρία είναι ο Χριστός. Αλλά εις τον Χριστόν ερχόμαστε διά της μετανοίας. Δια της πίστεως, και δια μέσου των Παναγίων Μυστηρίων, της Ιεράς Εξομολογήσεως, της Θείας Ευχαριστίας.
Είπε το Εωθινόν Ευαγγέλιον «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Αλλά αυτός που πιστεύει μετανοεί, ταπεινώνεται, αγαπά, προσέχει τον πλησίον, εκκλησιάζεται, εξομολογείται, τηρεί τις εντολές, καλλιεργεί τις αρετές, και κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να βρίσκεται πιο κοντά εις τον Χριστόν.
Να μην ξεχνάμε ποτέ και αυτό να γίνει διδασκαλία και στα παιδιά μας, καθημερινή διδασκαλία, μια μέρα θα πεθάνουμε, και θα δώσουμε λόγον για τα λόγια μας, για τα έργα μας, για τις σκέψεις μας, για τις επιθυμίες μας, για τις διαθέσεις μας, για τις προθέσεις μας, για αυτά που κρύβει ο νούς, και αυτά που έχει βαθιά μέσα στην καρδιά του ο κάθε άνθρωπος. Διότι Εκείνος βλέπει, είναι «ο τα πάντα ορά», εκείνος που τα βλεπει όλα, αυτός που ετάζει καρδίας και νεφρούς.

Και θυμάμαι και μία άλλη παρόμοια διήγηση την οποίαν ήκουσα πριν από δέκα περίπου ημέρες, όταν ήμουν στην Αριζόνα, από τον γέροντά μου.

Ήτο έτοιμη να κοιμηθεί μια αγία ψυχή, η οποία την τελευταία εβδομάδα πριν αναχωρήσει απ’ αυτόν τον κόσμον, έγινε μοναχή, ή έγγαμος γυνή, με καμιά δεκαριά παιδιά και με αγώνες εξαιρετικά πνευματικούς σε αυτήν εδώ τη ζωή.
Πολλά τα βάσανα, πολλές οι στεναχώριες, πολλές οι πίκρες και οι θλίψεις της ζωής, αλλά ποτέ δε βγήκε, κατά την ομολογίαν του πνευματικού μου, που την εξομολογούσε επί εικοσιτέσσερα χρόνια, κανένα παράπονο από τα χείλη της. Κανένα παράπονο, ποτέ. Και ποτέ δεν ήθελε να κρίνει άνθρωπον, και αυτό ακριβώς εδίδασκε στα παιδιά της και στα εγγόνια της.
«Μην κρίνετε κανέναν άνθρωπον, δεν ξέρετε τι κρύβει στην καρδιά του, να παρακαλείτε μόνο να φωτίζεται και κείνος και σεις. Να έχετε μεταξύ σας αγάπη, να κάμετε το καλόν και το παράδειγμα των γονιών σας και εμού να ακολουθείτε».
Που σημαίνει ότι εγώ ουδέποτε απουσίασα από την εκκλησία. Ουδέποτε έπαψα να προσεύχομαι, πρωί μεσημέρι και βράδυ, ενήστευα κατά το δυνατόν – όταν βέβαια αρρώστησα και αδιαθέτησα φρόντιζα να νηστεύω στις σκέψεις και στους λογισμούς, - και από το χεράκι μου δεν άφηνα ποτέ το κομποσχοινάκι, φωνάζοντας και εκλιπαρώντας το έλεος του Θεού, και λέγοντας "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με".
Έτσι λοιπόν και αυτή όπως και ο προαναφερθείς κύριος που είπα προηγουμένως και αυτή εσηκώθη ολόκληρο το σώμα της, άνοιξε τα χέρια της, καλωσόρισε και αυτή με τη σειρά της τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, τον άγγελο φύλακα της ψυχής της, και τους άλλους αγγέλους και αγίους και παρέδωσε κατά τον ίδιον τρόπον την ψυχήν της.
Και ιδού το γεγονός ίδιο, όμοιο να επαναλαμβάνεται, όπως εγένετο πέρυσι το δύο χιλιάδες ένα, τη Μεγάλη Σαρακοστή, εις την Νέα Υόρκη σε ένα μοναστήρι έξω απ’ αυτήν, να επαναλαμβάνεται αυτό το γεγονός που επαναλήφθη πριν από είκοσι τόσα χρόνια στο νοσοκομείο του Μεταξά. Δηλαδή να φεύγει η ψυχή με προσευχή, να λάμπει ολόκληρο το πρόσωπο, να φωτίζεται το δωμάτιο παρόντων τόσων ανθρώπων, και μοναχών, και άλλων αδελφών, οικείων και συγγενών, και τέκνων και εγγονών, και να εξέρχεται κατόπιν από το στόμα της άρρητος ευωδία.

Αυτή είναι και η καλή και χρηστή απολογία μπροστά στο φοβερό βήμα του Χριστού.
Είμαστε έτοιμοι να τη δώσουμε; Είμαστε έτοιμοι; Αν δεν είμαστε ας αρχίσουμε απ’ αυτή τη στιγμή, να λέμε «Χριστέ μου ελέησέ με, γιατί είμαι αμαρτωλός», και ο Θεός να είστε υπερβέβαιοι, θα μας σώσει. Και θα μας κατατάξει εις τα δεξιά Του και το εύχομαι με όλη μου την ψυχή σε όλους σας, και σεις να το εύχεστε σε μας τους ιερείς,

Αμήν.