Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2003

Η πρακτική εφαρμογή των χρυσών κανόνων του Ευαγγελίου και ιδιαιτέρως της αγάπης



Κυρ. Β' Λουκά 2003

Χρυσός, χρυσό το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αδελφοί μου. Και είναι χρυσό βέβαια για δύο λόγους. Πρώτο διότι περιέχει τον χρυσούν κανόνα της Εκκλησίας μας, τον οποίον ακούσαμε προηγουμένως στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα «Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως», και δεύτερον διότι βλέπουμε την υπέρβαση της αγάπης με «το αγαπάτε τους εχθρούς υμών».
Όποιος εφαρμόζει από μας πιστά αυτές τις δύο μεγάλες Ευαγγελικές εντολές, αυτός έχει κερδίσει από τώρα τον Παράδεισο.
Χιλιάδες νόμοι υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Όπου και αν στραφούμε θα δούμε νόμους, νόμους και νόμους. Σε όλους τους λαούς της γης, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, δυστυχώς επικρατεί η ασυδοσία της αμαρτίας, η αναρχία, η αδικία, το ψέμα, το κακό, το μίσος, οι πόλεμοι, και μύρια τόσα άλλα κακά.
Αλλά η οικογένεια όμως, το πιο ευγενικό κύτταρο της κοινωνίας, και της σημερινής μας πολιτισμένης κοινωνίας δυστυχώς είναι υπό διάλυση. Τα δράματα τα οικογενειακά και τα συζυγικά καθημερινά πληθαίνουν και πολλαπλασιάζονται. Οι χριστιανοί μας, οι σημερινοί Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, είναι δυστυχώς μακριά από την Εκκλησία, μακριά από τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, μακριά από την πίστη προς τον Χριστό και τις Ευαγγελικές Του εντολές, μακριά και από τους δύο σημερινούς χρυσούς κανόνες.
Τι ζητάμε όλοι μας από τον κόσμο; Τι ζητάμε όλοι μας απ’ τους άλλους; Απ’ τον καθένα που είναι δίπλα μας; Ζητάμε να μας αγαπούν. Να μας προσέχουν. Να μας συγχωρούν. Να μας ανέχονται. Να δείχνουν κατανόηση. Να παραβλέπουν τα λάθη μας. Να συμπαραστέκονται στις διάφορες δυσκολίες της ζωής. Να μας βοηθούν στις ανάγκες μας. Να μας συντροφεύουν στη μοναξιά μας και άλλα πολλά.
Σήμερα όμως το Ευαγγέλιο μας έδωσε μια συμβουλή, ή μάλλον μια εντολή. Και μας είπε ότι όλα αυτά που ζητάμε εμείς από τους άλλους, να τα βάζουμε σε πράξη πρώτοι εμείς. Εμείς πρώτοι να αγαπούμε και εμείς πρώτοι να συγχωρούμε. Εμείς πρώτοι να ανεχόμεθα και μείς πρώτοι να παραβλέπουμε τα λάθη του πλησίον. Εμείς πρώτοι να συντρέχουμε στις δυσκολίες των συνανθρώπων μας και ιδιαιτέρως όμως συντρέχουμε σε κείνους οι οποίοι μας μισούν και είναι εχθροί μας.
Τι να σας πω; Έχουμε και έχουμε τα χάλια μας και πρώτος εγώ. Εγώ το αναγνωρίζω ότι έχω χάλια και ότι είμαι αμαρτωλός. Και αυτό γιατί δεν έχομε αγάπη, αγάπη αληθινή, αγάπη και πίστη προς τον Θεόν, εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας. Αυτό δεν τόχομε. Όπως δεν έχουμε και αγάπη προς τον πλησίον μέχρι αυτοθυσίας.
Να σας πω κάτι; Δεν ποθεί η ψυχή μας για την αγάπη του Θεού. Δε λαχταράμε για αγάπη Θεϊκή. Και για πίστη Θεϊκή. Και όμως ο Κύριος, ο Σωτήρ ημών είπε «όστις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω». Διότι «Εγώ είμαι το ύδωρ το ζόν».
Τι ευλογία θα ήτο για την ψυχή μας, αν διψούσαμε κάθε μέρα τον Χριστό και την Παναγία Μητέρα Του, και όλους τους Αγίους να τους αγαπούσαμε κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Όλο και πιο πολύ. Θάταν Ευλογία. Θάτανε ακριβή Θεία ευφροσύνη μέσα στην καρδιά μας και ευτυχία Θεϊκή, αν μπορούσαμε να είχαμε την αγάπη που έχουν οι Άγγελοι και οι Αρχάγγελοι για τον Θεόν. Τον Τριαδικό Θεό, τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. Γιατί τότε η ψυχή μας, η καρδιά μας, ο νους μας, οι αισθήσεις μας θα πλημμύριζαν από φως. Από φως Τριαδικό. Από φως παναΐδιο, άκτιστο και εράσμιο.
Ο Θεός βλέπει τις καθημερινές μας πτώσεις, και τις κακίες, βλέπει την υπερηφάνειά μας, βλέπει τον εγωισμό μας, βλέπει την αμαρτωλότητά μας. Και όμως εμείς, προσβλέποντας στο έλεος στο πανάγιό Του, πέφτουμε κάτω στα γόνατα και φωνάζουμε «ελέησέ μας Κύριε, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον» και το κραυγάσαμε προηγουμένως στη Θεία Λειτουργία ψαλτά. Γι’ αυτό θα μπορούσα να απευθυνθώ στο Κύριο και να Του πω χάρισέ με, σε μένα τον αμαρτωλό και τον ανάξιο λειτουργό Σου, αλλά και σε όλους όμως, αυτούς τους χριστιανούς που συμμετέχουν σήμερα στη Θεία Λειτουργία τόσο ενεργά, να μας δωρίσεις και να μας χαρίσεις την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος. Είμεθα αμαρτωλοί, μη μας εγκαταλείπεις. Είμεθα αμαρτωλοί, μη μας εγκαταλείπεις. Γι’ αυτό ήρθαμε και εδώ σήμερα όλοι, για να προσευχηθούμε. Και γεμίσαμε αυτόν τον ναό, όπως πιστεύω ότι γέμισαν και όλοι οι ναοί της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας και πατρίδος. Για ποιό λόγο; Για να πάρουμε Άγιο Πνεύμα. Για να λάβουμε την Χάρη του. Για να αναπνεύσουμε το οξυγόνο του ουρανού. Για να εισπνεύσουμε βαθιά το άρωμα της θεϊκής Του αγάπης, για να τονωθούμε στην πίστη, για να μάθουμε έμπρακτα να αγαπάμε. Να αγαπάμε, τον Θεόν εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας, και τον πλησίον μας που μας παιδεύει και μας τυραννά κάθε μέρα σαν τον εαυτόν μας.
Σήμερα στη Θεία Λειτουργία ο Θεός μας έδωσε τα πάντα. Ακόμα και τον ίδιο τον Εαυτόν Του. Το Σώμα Του και το Αίμα Του. Είτε κοινωνήσαμε είτε δεν κοινωνήσαμε «ελάβαμε Πνεύμα επουράνιον». «Ελάβαμε Πνεύμα επουράνιον». Και σειρά μας τώρα, να δώσουμε απ’ αυτό που πήραμε στο διπλανό μας, στον άντρα μας, στη γυναίκα μας, στο σύζυγό μας, στα παιδιά μας, στους γονείς μας, στο διπλανό μας. Ό,τι πήραμε αυτό να δώσουμε. Και να δώσουμε αγάπη, αφού αγάπη πήραμε, αφού πήραμε την Χάριν του Αγίου Πνεύματος. Να δώσουμε την υπομονή, την ζωντανή την πίστη, το πνεύμα της αληθινής μετάνοιας που πρέπει να φαίνεται στο πρόσωπό μας, το ταπεινό πνεύμα, την καλοσύνη και τόσα άλλα. Και να ο Παράδεισος. Που τον ψάχνετε τον Παράδεισο. Που ψάχνετε την Βασιλεία των Ουρανών. Η Βασιλεία του Θεού, εντός ημών εστί.
Αν όμως δεν μπορούμε να δώσουμε, σημαίνει ότι δεν πήραμε. Και αν μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχουμε πάρει κάτι από την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, Τον παρακαλούμε και αυτήν την στιγμή, τον Πανάγιον Θεόν, να μας δώσει απ’ αυτή τη στιγμή το πνεύμα της Θείας Του αγάπης, το πνεύμα της πίστεως, το πνεύμα της συντριβής για να μην την χάσουμε αυτή τη Χάρη και αρχίσουμε και θρηνούμε και χτυπιόμαστε και κλαίμε, όπως θρηνούσε ο Πρωτόπλαστος Αδάμ για τον χαμένο πλέον Παράδεισό του.
Τι ωραίο πράγμα θα ήταν, να μπορούσαμε όλοι μας να αγαπάμε τον Θεόν, όπως εκείνος το θέλει, το ορίζει, το ζητά. Γιατί τότε μέσα μας, πράγματι θα καταλάμβανε ολόκληρο το ψυχοσωματικό μας είναι, θα το καταλάμβανε, θα το πλημμύριζε, ολόκληρο θα μας έλουζε η θεϊκή αγάπη. Και άμα αυτό θα γινόταν μέσα μας αίσθησις, τότε θα νοιώθαμε μέσα μας, να σιγοκαίει και μια φλόγα. Και η φλόγα αυτή σιγά σιγά θα γινόταν φωτιά, φωτιά πνευματική έτοιμη να δώσει φως, φως πίστεως, φως πίστεως, φως αγάπης.
Όλοι μας ζητάμε κατανόηση από τον άλλον. Και πρώτος εγώ. Τη δίνουμε όμως; Τη δείχνω εγώ; Την έχω αυτή την κατανόηση από το βάθος της καρδιάς μου προς τον άλλον; Αν δεν την έχω αυτό φανερώνει ότι μέσα μου βασιλεύει το σκοτάδι του εγωισμού και της σκληροκαρδίας, το σκοτάδι της αμαρτίας και όχι το φως το αληθινό, το φως του Χριστού που φαίνει πάσι και μας δείχνει εκτός των άλλων και τον δρόμον της αλληλοκατανοήσεως.
Κατανοούμε τον πόνον του άλλου και την δυστυχία του άλλου, τόσο όσο έχουμε περάσει και μείς από την ίδια δυστυχία, από το ίδιο βάσανο, από τον ίδιο πόνο. Και επιπλέον αν έχουμε αγάπη αληθινή του Θεού μέσα μας. Μόνον έτσι μοιάζουμε με τον Θεό που μας είπε σήμερα «γίνεσθε ουν οικτίρμονες καθώς ο Πατήρ ημών ο ουράνιος ο Θεός οικτίρμων εστί και αγάπη εστί».
Ο Θεός που μας αγαπά, μας έδωσε, μας τα έδωσε όλα, ακόμα και το Μονογενή Του Υιό που εγένετο άνθρωπος στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού και «εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού». Αυτό σημαίνει ότι και η δική μας αγάπη προς τον πλησίον μας και προς τον Θεόν πρέπει να φθάνει μέχρι θυσίας. Άρα λοιπόν και μάλιστα αυτήν την αγάπη να τη δίνομε χωρίς να την απαιτούν και χωρίς να την ζητιανεύουν.
Παίρνω αγάπη απ’ τον Θεόν; Θα δώσω. Δεν παίρνω απ’ την πηγή της αγάπης αγάπη, δεν θα δώσω. Δεν έχω τίποτα να δώσω.
Τι είπε ο Πέτρος στον παράλυτο που ήταν μπροστά στη στοά του ναού του Σολομώντος που ζητιάνευε, και ανέβαιναν οι δύο Απόστολοι, ο Πέτρος και ο Ιωάννης, τι είπε ο Απόστολος Πέτρος στο ζητιάνο; «Λεφτά δεν έχω, δεν έχω οβολό να σου δώσω. Ό έχω τούτο σοι δίδωμι. Τι έχω; Την Χάρη του Χριστού έχω. Στο όνομα του Ιησού Χριστού έγειρε και περιπάτει». Έχεις, έχεις; Θα δώσεις! Δεν έχεις; Τι θα δώσεις; Δεν έχω; Τι να δώσω; Υποκρισία ευχαρίστως θα δώσω. Γελοιοποίηση του εαυτού μας θα δώσω….
Λοιπόν τρία πράγματα πρέπει να καλλιεργήσουμε. Την αγάπη προς τον πλησίον, ανεχόμενοι αλλήλων, την αγάπη προς τους εχθρούς, «αγαπάτε τους εχθρούς υμών», «καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς», «προσεύχεσθε υπέρ των επιρρεαζόντων υμίν», «ευλογείτε και μη καταράσθε», «εάν ο εχθρός σου πεινά ψώμιζε αυτόν και αν διψά πότιζε αυτόν», και την αγάπην προς τον Θεόν, το επανατονίζω εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας.
Και μη ξεχνάμε ότι ο Θεός άνοιξε τον Παράδεισο, για να μπει μέσα ένας ληστής, όταν εκείνος ομολόγησε και κραύγασε «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου». Αναγνώρισε την αμαρτωλότητά του. Και ζήτησε το έλεος του Αγίου Θεού. Και η απάντησις του Χριστού πάνω απ’ τον Σταυρόν, αληθώς σοι λέγω, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω».
Θα χαρίσει και σ’ όλους εμάς τους αμαρτωλούς αυτό που χάρισε στον ληστή. Τον ίδιο Παράδεισο. Αρκεί βέβαια να μετανοήσουμε έμπρακτα.
Η πρώτη αρχή για την αγάπη αυτή που μας ζητάει και την οποία αναλύσαμε, είναι η μετάνοια. Χωρίς μετάνοια δεν καλλιεργείται αγάπη. «Μετανοείτε, ήγγικε η Βασιλεία των Ουρανών», και αυτή η Βασιλεία είναι Βασιλεία αγάπης. Μετανοείτε λοιπόν και η αγάπη του Θεού μέσα στις καρδιές σας, μετανοείτε και ο Παράδεισος θα είναι για πάντοτε δικός σας.
Αυτός λοιπόν ο Παράδεισος και αυτή η αγάπη, και αυτό το Πνεύμα το Άγιον εύχομαι από σήμερα και απ’ αυτή τη στιγμή να γίνει κτήμα στις καρδιές όλων σας, αλλά και σεις όμως να παρακαλάτε, να ικετεύετε τον Θεόν, αυτά τα πράγματα, και η αγάπη και η μετάνοια και ο Παράδεισος, να έρθουν και στις δικές μας καρδιές ημών των ιερέων, των ποιμένων των λογικών προβάτων, των αναξίων αντιπροσώπων Του, και πνευματικών σας πατέρων,

Αμήν