Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2007

Ο Χριστός καί η συγκύπτουσα.



206-α
Ι. ΛΟΥΚΑ, 2007

Θέλω τώρα να έρθομε στο φτωχό μας το κήρυγμα εδώ, που είθε να το κάνει πλούσιο ο Θεός στις καρδιές σας.
Δεν μιλούμε εμείς οι άνθρωποι, ομιλεί ο Κύριος, και αυτή τη στιγμή, παρακαλέστε τον Θεόν να μιλήσει ο Θεός, όχι να μιλήσει ο πατήρ Στέφανος.
Ο πατήρ Στέφανος δεν είναι τίποτα, σήμερα είναι, αύριο…
Σήμερα είναι, αύριο δεν είναι.
Ο Θεός όμως είναι και θα είναι εις τους αιώνας των αιώνων.
Διότι Εκείνος σώζει, Εκείνος εσταυρώθη, Εκείνος πρόσφερε τη διδασκαλία Του.
Υπάρχει και το Ευαγγέλιο, υπάρχουν οι αναλύσεις του Ευαγγελίου, ο λόγος Του δηλαδή, πλούσιος, που σώζει, μαζί με το Άγιο Δισκοπότηρο που είναι στην Αγία Τράπεζα, προσφέροντας Σώμα και Αίμα Ιησού Χριστού.

Μπήκε στη Συναγωγή ο Κύριος, και βλέπει μεταξύ εκείνων οι οποίοι πήγαν να παρακολουθήσουν τον λόγον του Θεού, διότι τότε, διάβαζαν εκείνη την εποχή ένα απόσπασμα από τις προφητείες, και κατόπιν ένας ραβίνος εκεί, ή Φαρισαίος, ή Αρχιερεύς, οποιοσδήποτε και αν ήταν, αναλάμβανε το λόγο και εδίδασκε εις την Συναγωγή.
Βρήκε λοιπόν εκεί μια γυναίκα συγκύπτουσα, η οποία ήτο δηλαδή όχι απλώς είχε μια καμπούρα, αλλά ήταν διπλωμένη σε σχήμα Γάμα, έτσι ακριβώς.
Δεν ξέρω αν έχετε δει καμιά γριούλα ή κανένα γεροντάκο με το μπαστούνι, να βαδίζει σ’ αυτή τη θέση, είναι πράγματι τραγική για κείνον που τη ζει.

Υπάρχει μια λεπτομέρεια εδώ, ότι τη γυναίκα αυτή τη θεράπευσε ο Κύριος, χωρίς να Του ζητήσει εκείνη τη θεραπεία της.
Δεν Του ζήτησε!
Δεν του είπε Κύριε κάνε με καλά!
Διότι υποφέρω εδώ και δεκαοκτώ χρόνια!
Όχι, «απολέλυσε της ασθενείας σου».
Την έπιασε με τα Θεϊκά Του χέρια, και τη σήκωσε και την έκαμε καλά.
Βέβαια ο Κύριος ο Πανάγαθος όπως είναι, προλαβαίνει και αυτές τις απλές επιθυμίες μας.
Όταν είναι άρρωστο το παιδί μας, ο άντρας μας, η γυναίκα μας, ο πατέρας μας, ο αδελφός μας, κάποιος συγγενής, κάποιος καρδιακός φίλος, και να θέλουμε οπωσδήποτε να γίνει καλά, προλαβαίνει αυτήν την επιθυμία μας, αν αυτή είναι είτε για το δικό μας συμφέρον, ημών που κάνουμε τη θερμή παράκληση και την ικεσία, ή αν θα είναι προς το συμφέρον του ασθενούντος.
Αυτό δεν το γνωρίζουμε.
Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο και περιμένουμε.
Ο Θεός δεν απαντάει πάντοτε.
Μερικές φορές δεν απαντάει σχεδόν καθόλου.
Όχι ότι δεν ακούει, αλλά αυτό επιβάλλει το συμφέρον της ψυχής μας.
Η σιωπή!
Και η δική μας συνεχής επίκλησις.
Η δική μας συνεχής προσευχή.
Η δική μας συνεχής ΥΠΟΜΟΝΗ.
Υπομονή στον πειρασμό.
Υπομονή στη θλίψη, στον πόνο, στην αρρώστια.
Υπομονή, μέχρι το τέλος.
Για να δούμε πιο είναι το σωτήριο σχέδιο του Αγίου Θεού.
Υπομονή.
Καρτερία, μακροθυμία, δοξολογία, Δόξα σοι ο Θεός.
Σε ευχαριστώ Θεέ μου.
Έτσι θα πρέπει να στεκόμαστε απέναντι στις ασθένειες.
Δυστυχώς, είμαστε τόσο αδύνατοι που τις περισσότερες φορές, όταν μας έρχονται έτσι αναποδιές, ιδίως μια βαριά αρρώστια, η οποία μας καθηλώνει στο κρεβάτι, τις περισσότερες φορές γογγύζουμε.
Αυτό είναι αλήθεια.
Αλλά πρέπει να γνωρίζουμε όμως, ότι ο,τιδήποτε έρθει στη ζωή μας, ας μην ξεχνάμε αυτό το οποίον μια φορά την εβδομάδα, δεν ενθυμούμαι πιο απόγευμα, ψάλλομε «το έλεός Σου Κύριε, καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου».
Αυτό βέβαια είναι από τον Ψαλμωδόν, το Δαυίδ.
Το έλεός Σου Κύριε καταδιώξει με, με καταδιώκει, το έλεός Σου.
Στην ασθένεια και κει, τρέχει από πίσω να με σώσει.
Είμαι καλά; Τρέχει και κει.
Σε όποια φάση της ζωής μας, απ’ την ώρα που θα γεννηθούμε, μέχρι την ώρα που θα φύγομε απ’ αυτόν τον κόσμο, το έλεος του Θεού μας κυνηγάει από πίσω για να μας σώσει.
Αυτό το έλεος λοιπόν θα ζητούμε και μείς με την προσευχή, λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», εφαρμόζοντας όχι μόνο το «αδιαλείπτως προσεύχεσθαι», και «τη προσευχή προσκαρτερείτε», όπως μας συμβουλεύει ο λόγος του Θεού, αλλά να εφαρμόσουμε και το άλλο που λέγει ο Θεός, «Ζητείτε πρώτα την βασιλείαν του Θεού», ζητάτε πρώτα "Θεέ μου σώσε με", "Θεέ μου βάλε με στη Βασιλεία Σου, και αυτό το σαρκίο που φέρω, κάντο ότι θέλεις.
Μόνο δως μου την βεβαιότητα μέσα στην ψυχή μου ότι είμαι παιδί Σου.
Ότι δεν θα μ’ αφήσεις να χαθώ.
Εσύ το είπες!
Σε όσους ελπίζουν σε μένα, εγώ δεν θα τους ντροπιάσω. "
Το είπε !
Το βεβαίωσε ο Θεός, επομένως λοιπόν το ζητούμε και μείς από τον Πανάγιο Θεό.
Το ζητούμε, το παρακαλούμε!
Τώρα μεγάλο εμπόδιο σε αυτά τα θέματα τα μεγάλα, μπαίνει αυτός ο καταραμένος ο εγωισμός μας.

Και κάτι άλλο που μας κάνει εντύπωση είναι ότι η ασθένεια αυτή, η κύρτωσις αυτής της γυναικός, κράτησε περίπου δεκαοχτώ χρόνια.
Και τι λέει; «Την έδεισεν ο Σατανάς!»
Δηλαδή αυτήν την αρρώστια, την κατήντησε έτσι η ενέργεια του Διαβόλου.
Ποιος ξέρει όμως κάτω από ποιες τραγικές συνθήκες, έγινε αυτή η δαιμονική κατοχή.
Χωρίς να ταραχτεί η ψυχή της, διότι αυτή εξακολουθούσε να πηγαίνει στη Συναγωγή, και να έχει σχέση με τη λατρεία του Αγίου Θεού.
Άρα ο Διάβολος δεν πείραξε την ψυχή της, πείραξε μόνο το σώμα της, το οποίον το έδεσεν σε αυτήν την στάση.
Να που όμως, που χωρίς αυτή να παρακαλέσει ούτε τον Κύριον ούτε κάποιον άλλον, έρχεται ο Κύριος, βλέπει την κατάσταση, και ημέρα του Σαββάτου τη λύνει από την ασθένεια και από τα δεσμά του Διαβόλου.
Ταπείνωσε και ξευτέλισε ο Θεός τον Διάβολο.
Αλλά, και μείς ως χριστιανοί, και συ, και συ, και συ, και συ, μπορούμε με τη Χάρη του Θεού να ταπεινώνουμε και να εξευτελίζομε τον Διάβολο.
Πότε όμως;
Κατά πρώτον λόγον όταν ο καθένας από μας, πολεμά τα πάθη του, πολεμά τις αδυναμίες του, πολεμάει τα κουσούρια του, και τα χίλια δυό άλλα που έχει και που τον κατατρέχουν, που θέλει κάθε μέρα να διορθωθεί και δεν διορθώνεται.
Που δεν θέλει υποδείξεις από κανένα.
Που νομίζει ότι τα ξέρει όλα.
Αυτός ο ξερόλας! Τίποτα δεν ξέρει.
Λοιπόν, ΜΟΝΟΝ με την ταπείνωση ταπεινώνει τον Διάβολο.
Όταν τηρεί τις εντολές, όταν καλλιεργεί τις αρετές εν Πνεύματι Αγίω.
Όταν καλλιεργεί καθημερινά το Πνεύμα της μετανοίας.
Όταν συναισθάνεται ότι είναι αμαρτωλός.
Όταν ζητάει το έλεός Του και Του λέει, «Θεέ μου συγχώρεσέ με, αμαρτωλός είμαι!»
Το λες το βράδυ στο σπίτι σου, εσύ, εσύ, εσύ, εγώ…
Το λέμε; "Θεέ μου είμαι αμαρτωλός, ελέησέ με!
Πότε θα έρθει και σε μένα αυτό το έλεός σου;
Να με σώσει! "
Επομένως λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε ότι, ενώ χρειάζεται να καλλιεργείται το πνεύμα της μετανοίας, και της ταπεινοφροσύνης, δεν τα έχουμε.
Δυστυχώς τις περισσότερες φορές, δεν λέω πάντοτε.
Καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην, ο Θεός ουκ εξουδενώσει.
«Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, και ταπεινοίς δε δίδωσι την Χάριν».
Στους ταπεινούς δίνει ο Θεός την Χάριν.
Δεν την δίνει σ’ αυτούς που έχουνε πολύ εγωισμό.
Πολλοί από τους χριστιανούς, και ειδικότερα βέβαια από αυτούς οι οποίοι δεν πολυέχουν σχέσεις
με την εκκλησία και με τα μυστήρια, ούτε καν με τον εκκλησιασμό, -εδώ και την ημέρα των Χριστουγέννων ακόμα κοιμούνται, την ώρα που χτυπάνε οι καμπάνες διότι αυτοί θα πέσουν ύστερα απ’ το ρεβεγιόν να κοιμηθούν, και έτσι λοιπόν, τι Χριστούγεννα θα κάνουν αυτοί οι άνθρωποι, ε, αυτοί οι περισσότεροι νομίζουν ότι δεν έχουν και εγωισμό.
Βέβαια είναι πολύ τολμηρό, να μπορεί κανένας να μιλά για την ταπείνωση, γιατί η ταπείνωσις είναι η πιο τελεία αρετή, η πιο τέλεια, η πιο τέλεια.
Είναι αρετή θεότητος, είναι στολή θεότητος.
Γιατί αυτήν φόρεσε ο Λόγος του Θεού, όταν έγινε άνθρωπος στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού.
Εταπείνωσεν εαυτόν, «γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού.
Γενόμενος εκ γυναικός, γενόμενος υπό Νόμον, ίνα τους υπό νόμων καταργήσει».
Άδειασε λοιπόν τους ουρανούς, σκέπασε τη Θεϊκή Του Δόξα, και τη Θεϊκή Του μεγαλοπρέπεια, και φόρεσε αυτή τη στολή που λέγεται ταπείνωσις.
Εγώ δεν είμαι τίποτα.
Σήμερα είμαι αύριο δεν είμαι.
Πρέπει αυτό να το συνειδητοποιήσομε, οπωσδήποτε και όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
Πριν έρθει αιφνίδιος ο θάνατος εν νυκτί.
Εν νυκτί.

Τώρα, πρώτα, παλαιότερα, τα παραδείγματα που έφερνε ο Κύριος για τους κλέφτες, όλα τάλεγε την νύκτα.
Τώρα μας κλέβουν και την ημέρα.
Και όχι μόνο μέρα μεσημέρι, και στ’ ανσανσέρ και στα σπίτια, και τζάμια σπάζουν και πόρτες ανοίγουν, και κτυπάν τους ανθρώπους, τα γεροντάκια και τις γριούλες που είναι ανήμπορες, άλλους τους τραυματίζουν βαριά, άλλους τους σκοτώνουν και τα λοιπά.
Δεν μπορούμε να ξέρομε επομένως, πότε θα έλθει η κακιά στιγμή, και αν περπατάς στο δρόμο, και σ’ αρπάξει και την τσάντα και σε σύρει στο πεζοδρόμιο, και σου σπάσει πόδια και χέρια και κεφάλι και μείνεις ανάπηρη για πολλά χρόνια.
Λοιπόν, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε, γι’ αυτό ακριβώς το λόγο και θα παρακαλάμε τον Θεόν, να μας φυλάγει απ’ την κακιά ώρα.
Για να μας φυλάξει ο Θεός απ’ την κακιά ώρα, πρέπει να καλλιεργούμε το πνεύμα της ταπεινώσεως.
Με φόβον Θεού, αλλά και με αγάπη.
Από αγάπη να θέλουμε να μιμηθούμε Κύριον τον Θεόν μας.
Αν αγαπήσουμε Κύριον τον Θεόν, εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας, τότε πετυχαίνομε και την ταπείνωση.
Όταν αγαπάμε τον Θεόν, με όλη μας την καρδιά, με όλη μας την ψυχή, με όλη τη δύναμη της θελήσεώς μας, με όλη τη διάνοιά μας, με όλο το μυαλό μας, με όλες τις σκέψεις μας, και όλα τα τοποθετούμε στην αγκαλιά του Θεού, τότε έρχεται και η ταπείνωσις.
Τότε μας αγαπά ο Θεός, και μας αγαπά πολύ.
Τότε στέλνει προστάτην τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, και μας περιβάλλει και μας φρουρεί.

Και αν Εκείνος επιτρέψει, να μας έλθει ένα βάσανο και μια θλίψις, ο άγγελος φύλακας της ψυχής μας, ή ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ΔΕΝ μας εγκαταλείπει.
Και μείς με την δοξολογία, που αποδίδομε στον Θεόν, διότι έτσι αισθανόμαστε ότι μας προσθέτει δόξα στη δόξα, και μας αυξάνει και μας προσφέρει παράσημα τα οποία δεν τα αξίζομε για την Βασιλεία των Ουρανών, έτι περισσότερο εμείς Τον δοξολογούμε και Τον ευχαριστούμε.
Πιθανόν να μην έχετε δει αρρώστους να δοξάζουν, και να ευγνωμονούν τον Θεόν κατά τέτοιον τρόπον όπως εγώ σας τον περιγράφω.
Τα φτωχά μας τα μάτια όμως, στα σαράντα οκτώ χρόνια της ιερωσύνης, είδανε πολλές ψυχές να δοξολογούν και να ευχαριστούν τον Θεόν, διότι υποφέρουν κάτω από τρομακτικές, και βασανιστικές ασθένειες και αρρώστιες, - ας πούμε, ο πιο φρικτός λένε ότι είναι ο καρκίνος στο πάγκρεας - εγώ βέβαια δεν το γνωρίζω, λοιπόν, και εκεί να βλέπει κανένας δοξολογία.
Αυτό είναι ταπείνωσις, έτσι έρχεται η ταπείνωσις.
Ή θα τη μάθομε από τα παιδιά που να μας κατεβάσουν κάτω τη μύτη, γιατί επενδύσαμε σε αυτά, δήθεν ότι κάτι θα γίνει, επενδύσαμε στον άντρα μας ή στην γυναίκα μας, και τα διαλύσαμε όλα, εγκαταλείπει η μάνα τον άνδρα της με τρία παιδιά και είναι και έγκυος επτά μηνών!
Γίνονται τόσα πολλά, έχουμε λοιπόν, πόσες χιλιάδες εκτρώσεις κάθε μέρα στην Ελλάδα;
Χίλιες! Χίλιες εκτρώσεις σήμερα, Ελληνίδες, μητέρες ή άγαμες κοπελίτσες, θα φονεύσουν σήμερα χίλια αγγελούδια!

Ε, πώς δεν θα μας τιμωρήσει ο Θεός, και ύστερα λέμε πώς θα έρθει η ταπείνωσις, και πως θα έρθουν οι αρετές, και πως θα έρθουν οι καλύτερες ημέρες, αμ ΔΕΝ θάρθουν καλύτερες ημέρες!
Σας το υπογράφω, εγώ δεν είμαι τίποτα, εγώ είμαι ο τελευταίος αμαρτωλός παπάς πάνω στην Ελλάδα.
Ο τελευταίος, ντίπ για τελευταίος! «Σκωλήκων βρώμα και δυσωδία».
Παρά ταύτα σας υπογράφω, εγώ θα πεθάνω, οι περισσότεροι από τους νεωτέρους θα ζουν και θα με θυμηθούν, θάρθουν οι μέρες χειρότερες, φοβερά χειρότερες, φοβερά χειρότερες, δύο μαζί θα περπατάτε για να φυλάξετε το παιδί σας, δύο μαζί, όχι ένας, δύο, δύο δύο.
Και ΑΝ θα μπορείτε να το φυλάξετε.
Μήπως κανένας τρελός μαθητής μέσ’ το σχολείο, βγάλει κανένα αυτόματο απ’ την τσέπη του και αρχίζει και θερίζει συμμαθητάς και δασκάλους.
Δύο! Και για να πηγαίνετε κατόπιν τα παιδιά σας, και εγγόνια σας και τα εγγόνια μου, για να πάν να βρουν ένα χριστιανό, θα φεύγουν από δω, για να πάν να το βρουν τον ΑΛΗΘΙΝΟ χριστιανό, όχι τον ψεύτικο…
Τον αληθινό χριστιανό.
Θα πηγαίνουν από δω στη Θεσσαλονίκη, στη Καβάλα και στη Δράμα, και στη Κρήτη και δεν ξέρω που αλλού, θα διανύομε ολόκληρες αποστάσεις, για να βρούνε ένα χριστιανό αληθινό να ανταλλάξουν, μια κουβέντα πνευματική, να βοηθήσει ο ένας τον άλλον, να κάνουν κοινή προσευχή, για να κατέβη κάτω ο ουρανός να σκύψει να τους δει.
Και να δώσει βοήθεια και συμπαράσταση.
Και παρηγοριά, και ευλογία, και έλεος και Χάρη.
Είθε να μην τα δούμε, αλλά οπωσδήποτε θα τα δούμε.
Γι αυτό λοιπόν για να είναι ολιγότερον, βαρύτερα τα γεγονότα που έρχονται, να καλλιεργήσομε το πνεύμα της ταπεινώσεως, να πολεμούμε τα πάθη, να τα βγάζουμε από μέσα μας, να έχουμε συχνή και πυκνή επικοινωνία με την εκκλησία, τη Θεία Λατρεία, τα Άγια Μυστήρια και ότι άλλο μας προσφέρεται, την προσευχή, το καντηλάκι, το θυμίαμα, το κομποσχοινάκι, το βιβλίο, την Αγία Γραφή, το Ευαγγέλιο και τα λοιπά, και ό,τι καλό μπορούμε, νάχουμε να το καλλιεργούμε.
Να λέμε στα παιδιά μας την αλήθεια.
Και μόνον την αλήθεια.

Πού είναι ο σεβασμός, ο παλιός, των παλιών παιδιών προς τους γονείς;
Χάθηκε και αυτός!
Και θυμούμαι έναν νεαρό Κορίνθιο, μα ειδωλολάτρης ήτανε, κάναν αγώνες εθνικούς, πώς τους λέγανε τότε, ας τους πούμε Πανελληνίους στην Κόρινθο, και ήρθε πρώτος σε ένα άθλημα, Κορίνθιος νεαρός ήτανε, Έκτορας ονομαζόταν, αν δεν απατώμαι, και ήρθε πρώτος, και έτρεξε λοιπόν, με το στεφάνι αυτό που του φόρεσαν της ελιάς, Το κλαδί απ’ την ελιά, και έτρεξε στο σπίτι του, να ανακοινώσει τη νίκη του.
Σε ποιόν να την ανακοινώσει;
Στη μάνα του τη χήρα, γιατί ο πατέρας του είχε σκοτωθεί στον πόλεμο.
Και την βρήκε νεκρή.
Ο Έκτορας, και βγάζει το στεφάνι και στεφανώνει νεκρή τη μητέρα του, και της λέει, «Αυτό άξιζε για σένα! Εσύ με έκανες πρωταθλητή»
Τα λέν τα παιδιά μας αυτά;
«Μανούλα μου, εσύ με έκανες πρώτο μαθητή», και να μας αγκαλιάσουν και να μας φιλήσουν.

Αμήν!

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2007

Ο τυφλός τής Ιεριχούς καί οί ολίγοι σωζόμενοι.



205-δ

Κυριακή ΙΔ' Λουκά. 2.12.2007

Τώρα το θαύμα πιστεύω ότι οι περισσότεροι το ακούσατε.
Το θαύμα, ποιό θαύμα, αυτό που μας περιέγραψε το Ευαγγέλιο, αυτό το θαύμα.
Ένας τυφλός καθότανε σε μια γωνιά εκεί του δρόμου, και είχε απλωμένο το χέρι του και ζητούσε ελεημοσύνη.
Ζητούσε καμιά δεκάρα ή κάνα κομμάτι ψωμί, για να φάει ο καημένος.
Αφού ήταν τυφλός, για κείνη την εποχή ήταν δραματικές οι καταστάσεις των τυφλών.
Άκουσε όμως να γίνεται θόρυβος.
Ρωτάει τι γίνεται, και του λέει ότι περνάει ο Ιησούς ο Ναζωραίος.
Μόλις άκουσε αυτός ότι περνάει ο Ναζωραίος, ο Ιησούς, άρχισε λοιπόν να φωνάζει με όλη τη δύναμη της ψυχής του, «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με».
Οι παρευρισκόμενοι και ο όχλος βέβαια ο πολύς που Τον ακολουθούσε τον Χριστό, τον επέπληττε, τον μάλωνε, του έλεγε «πάψε, μη φωνάζεις τόσο δυνατά. Δε σ’ ακούει.
Τώρα αυτός κάνει τη δουλειά Του».
Ο τυφλός όμως όσο του έλεγαν οι άλλοι να μη φωνάζει, αυτός τόσο πιο πολύ φώναζε, παναλαμβάνοντας τις ίδιες λέξεις, «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με».
Κάποτε τον άκουσε ο Χριστός, και ζήτησε βέβαια να τον φέρουν κοντά Του.
Δεν κραύγαζε ο φουκαράς για να πάρει χρήματα.
Δεν κραύγαζε για να του δώσει ο Χριστός και η συνοδεία που Τον ακολουθούσε δηλαδή οι μαθηταί Του και ο όχλος, ένα κομμάτι ψωμί.
Αλλά καθώς είχε ακούσει, μερικά πράγματα όπως και την Ανάσταση της κόρης της θυγατρός του Ιαείρου, και της άλλης εκείνης, του νεανία απ’ τη Ναΐν, και την Ανάσταση του Λαζάρου, διότι αμέσως μετά εγένετο αυτό το θαύμα, με τη δύναμη λοιπόν αυτής της πίστεως, άρχισε να φωνάζει
«Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με».
Για να πει όμως «Υιέ Δαβίδ», αυτό σημαίνει ότι είχε θρησκευτικές γνώσεις.
Και ήξερε πολύ καλά από τις προφητείες, ότι ο Μεσσίας θα προήρχετο από την γενεά του Δαβίδ.
Εμείς, σαν ορθόδοξοι χριστιανοί, αυτό το πράγμα το γνωρίζουμε;
Ότι ο Κύριός μας ως άνθρωπος προέρχεται απ’ το γένος του Δαβίδ;
Γι’ αυτό και επομένως ονομάζει τον Κύριον «Υιό Δαβίδ».
Πιστεύει ότι είναι ο Μεσσίας, ο Βασιλεύς του κόσμου, ο Βασιλεύς του Ισραήλ.
Το «ελέησόν με» εκφράζει και κάτι άλλο.
Ότι πίστευε ότι ο Χριστός είχε κάτι παραπάνω απ’ αυτό που είχαν όλοι οι συνηθισμένοι άνθρωποι εκείνης της εποχής, Γραμματείς και Φαρισαίοι, οι άρχοντες και Αρχιερείς του λαού.
Δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος.
Είχε γνωρίσματα, αλλά τα γνωρίσματα αυτά ήταν θεϊκά.
Γι’ αυτό και φώναζε με πολύ δυνατή πίστη προς τον Θεάνθρωπον Χριστόν, «Υιέ Δαβίδ, Ιησού Υιέ Δαβίδ».
Με τέτοια πίστη μας διδάσκει ο τυφλός, εμείς την έχουμε;
Εμείς έχουμε μια τέτοια πίστη που πρέπει να βλέπομε μόνον τα αόρατα και όχι τα ορατά,
να βλέπομε τα πνευματικά και όχι τα υλικά,
να βλέπουμε τα ουράνια και όχι τα επίγεια,
τα θεία και τα απρόσιτα και όχι τα φθαρτά,
που στο κάτω - κάτω θα τα αφήσομε όλα εδώ,
και γυμνοί θα απέλθομε από τούτο τον κόσμον.
Αν ακούσουμε τον σκληρό λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, πιθανόν να απογοητευτούμε αλλά αυτή είναι η αλήθεια, θα την πούμε λίγο πιο κάτω.
Τι θέλεις να σου κάμω, του λέει ο Κύριος;
«Να αναβλέψω, θέλω το φώς μου, τι να θέλω, τι να θέλει ένας τυφλός;»
Τι να θέλει, να θέλει ψωμί, πρώτα το ψωμί, να θέλει την ανάπαυση του κορμιού του, να θέλει πέντε δραχμές στη χούφτα του;
Το κυριότερο πράγμα που ζητά είναι το φώς του.
Ο Κύριος ερώτησε τον τυφλόν τι θέλει, αγνοούσε δηλαδή, δεν ήξερε τι θέλει ο τυφλός;
Ασφαλώς ο Κύριος γνώριζε τα πάντα.
Αλλά έκαμε την ερώτηση αυτή, όχι γιατί δεν εγνώριζε τι θέλει ο τυφλός του Ευαγγελίου, αλλά διά να το καταλάβουν αυτό το πράγμα και τα πλήθη.
Για να μην πιστέψουν ότι ο τυφλός εκείνη τη στιγμή ζητούσε χρηματική βοήθεια, και υλική συμπαράσταση, αλλά ότι ζητούσε το φώς του.
Ήθελε ο Κύριος λοιπόν να το κάμει αυτό γνωστό.
Ότι ο τυφλός ζητούσε κάτι το υπερφυσικό.
Κάτι το ανυπέρβλητο: Τυφλός να δει το φώς!
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο για το οποίον ο Κύριος εγνώριζε τι ζητάει ο τυφλός.
Το εγνώριζε, όπως γνωρίζει και τις καρδιές όλων μας.
Εδώ, εδώ, ολονών τις καρδιές, τώρα τι έχετε μέσα σας, και τι έχω μέσα μου τα γνωρίζει.
Εάν αυτά που έχουμε μέσα μας, είναι αιτήματα ευλογημένα, το γνωρίζει.
Αλλά θέλει να Του το φωνάζουμε!
Γι’ αυτό του είπε, «τι θέλεις, τι θέλεις να σου κάμω;»
«Να δω το φώς μου», είπε. «Να δω το φώς μου.
Το φώς της ημέρας, το φώς του ηλίου.
Αυτό να δω ήθελα!»
Αυτό το φως όμως, το φως της ψυχής,
γιατί υπάρχει και φως της ψυχής, υπάρχει και ο φωτισμός του νου,
υπάρχει και ο φωτισμός της καρδιάς, υπάρχει και ο φωτισμός του όλου ανθρώπου.
Άραγε εμείς οι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, το ζητάμε;

Ξέρετε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στην εποχή που εθεωρείτο η Εκκλησία μας ότι ευρίσκετο στον χρυσόν αιώνα της, τότε που η Κωνσταντινούπολις τον τέταρτον μετά Χριστόν αιώνα, απαριθμούσε περισσότερο από τριακόσιες χιλιάδες κατοίκους, ξέρετε τι είπε σε ένα βραδινό του κήρυγμα ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος;
Ότι πόσοι είναι αυτοί οι οποίοι θα σωθούνε;
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ήταν συνηθισμένος να κρίνει.
Ήταν ο μεγάλος διδάσκαλος που ήξερε και να ζυγίζει.
Και να ζυγίζει τους πάντες, μικρούς και μεγάλους, μορφωμένους και αγραμμάτους, άρχοντας και αρχομένους, ακόμα βασιλείς και αυτοκράτορας, κληρικούς και λαϊκούς, αρχιερείς και μοναχούς, όλο τον κόσμο.
Τους περνούσε από το ζύγι του Ευαγγελίου.
Δεν άφηνε κανέναν που να μην τον κρίνει εκείνος.
Ο Θεός βέβαια έκρινεν αυτόν.
Εμείς λοιπόν, οι λεγόμενοι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, επειδή τώρα καταργήθηκε από την ταυτότητα, θα λέμε λοιπόν τώρα ότι ο Χριστιανισμός μας είναι μόνο στο δέρμα μας.
Και από μέσα η καρδιά μας είναι ειδωλολατρική.
Λατρεύομε τα είδωλα, και το βλέπετε, παρακολουθείστε τη ζωή σας, και τη ζωή μας πώς είναι, και θα διαπιστώσουμε, με κάθε τρόπο ότι κλίνουμε όλοι μας λίγο πολύ προς την ειδωλολατρία.
Το πνεύμα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου εταράζετο, για αυτήν κατάσταση που βασίλευε τότε στην βασιλεύουσα, στην Κωνσταντινούπολη.
Και γι’ αυτή την κατάσταση που βασιλεύει σήμερα στην πατρίδα μας αλλά και σε ολόκληρον τον λεγόμενον χριστιανικόν κόσμον.
Ανέβηκε μια μέρα λοιπόν στον άμβωνα, άνοιξε το στόμα του και απ’ το στόμα του βγήκε φωτιά.
Παρουσιάζοντας κατά πρώτον λόγον την ζωήν των πρώτων χριστιανών, που την συνέκρινε με την ζωή των τότε του τετάρτου αιώνος, του χρυσού αιώνος της Εκκλησίας, την ζωήν των χριστιανών.
Ε ρε που να βρισκόταν και σήμερα.
Έπειτα κάλεσε τους χριστιανούς της Κωνσταντινουπόλεως να συγκρίνουν αυτή τη ζωή.
Και εκσφενδονίζει ένα ερώτημα το οποίο θα σας το διαβάσω εν μεταφράσει.
Πόσοι νομίζετε ότι είναι σε ολόκληρη την πόλη αυτήν όπου κατοικούμε οι σωζόμενοι;
Οι πραγματικοί χριστιανοί πόσοι είναι;
Εκείνοι που αξίζουν σωτηρίας πόσοι είναι;
Θα σας το πω αλλά θα σας φανεί πολύ βαρύ.
Αλλά είμαι υποχρεωμένος να το πω.
Λοιπόν από τις τριακόσιες και πλέον χιλιάδες των χριστιανών, θα είναι οι σωζόμενοι μόλις και μετά βίας εκατό.
Αλλά και δια τον αριθμόν αυτόν, φοβούμαι ότι δεν είναι αυτός, δεν είμαι βέβαιος ότι είναι αυτός.
Μήπως είστε και ολιγότεροι; (ερώτηση).
Και φαίνεται λοιπόν ότι όλοι οι ακροαταί εκείνο το βράδυ που κρέμονταν κυριολεκτικώς από τα χείλη του, γι’ αυτό ονομάστηκε και Χρυσόστομος, ανησύχησαν, δε δίστασε εκείνος να σύρει το παραπέτασμα, για να παρουσιάσει όλη την κοινωνική διαφθορά, και να κάμει τα αποκαλυπτήρια των καρδιών,και της συμπεριφοράς των νέων και των γέρων, των γυναικών και των ανδρών,όπως τα λέει εδώ, των αρχομένων και των αρχόντων, των κληρικών όλων των βαθμών, και των λαϊκών, των μοναχών και των μοναζουσών, ότι οι συνειδητοί χριστιανοί που αισθάνονται και ζουν, τον Χριστό μέσα στην καρδιά τους, είναι λίγοι, είναι σπάνιοι.
Λίγοι βρίσκουν την οδόν της σωτηρίας, λίγοι.
Μόλις και μετά βίας το εκατό στους τριακόσιους τόσους χιλιάδες, γίνεται μόλις και μετά βίας τρία τα εκατό.
Δηλαδή αν εκείνη την εποχή ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος εβεβαίωσε ότι από τους τότε χριστιανούς, που η ζωή τους ήταν πολύ διαφορετική από την δική μας, εκείνος βεβαίωνε ότι θα εσώζοντο μόλις και μετά βίας τρία τα εκατό, από τη σημερινή νέο-ορθόδοξη Ελλάδα, πόσοι θα σωθούν;
Τρία τα εκατό; Δύο τα εκατό; Ένα τα εκατό, ή μήπως ένας στους χίλιους;
Για σκεφτείτε το λιγάκι…
Τα κράτη που ακόμα ονομάζονται χριστιανικά, ζουν αντιχριστιανική ζωή.
Τα μέσα ενημερώσεως που είναι πολλά, βλέπομε μέσα από αυτά εφημερίδες, περιοδικά, τηλεοράσεις και τα λοιπά, εδώ μου’πε χριστιανός ότι είχε βάλλει ένα ταψί λέει, και μπορούσε και έπιανε δύο χιλιάδες κανάλια!
Και τρόμαξε!
Δύο χιλιάδες κανάλια, που να το φανταστώ, όλου του κόσμου τα κανάλια φαίνεται έπιανε, και καθόταν και έκανε κάθε βράδυ αγρυπνία!
Επί οκτώ ώρες!
Πιάνοντας δυο χιλιάδες κανάλια, για να βλέπει ΟΛΗ τη βρωμιά, που έχει να παρουσιάσει αυτός ο κόσμος ο δυστυχής, που καταρρέει στην καταστροφή και μαζί με το ξερό θα καεί και το χλωρό.

Μη νομίζετε ότι η αυριανή ημέρα θα είναι καλύτερη από τη σημερινή.
Θάναι χειρότερη!
Γι’ αυτό κοιτάξτε να έχετε μετάνοια, να φωνάζετε σαν τον τυφλό, «Ιησού μου ελέησέ με, έχω ανάγκη να σωθώ, πνίγομαι, χάνομαι, πάω στην Κόλαση»
Ποιος είσαι άνθρωπε, ποιος σε βεβαιώνει ότι το βράδυ που θα κοιμηθείς, το πρωί θα ξυπνήσεις;
Κάνεις όνειρα, αλλά είναι μόνο για μια νύχτα, κι είναι όνειρα.
Μπορεί να μην πραγματοποιηθούν το πρωί.
Σε μια πόλη, Πεντάπολη, πέντε πόλεις ήταν τα Σόδομα και τα Γόμορα, πέντε πόλεις, πόσοι σώθηκαν;
Ο Λώτ, και οι δυο θυγατέρες του. Τρείς, μόνον τρείς.
Η γυναίκα του γύρισε στην αμαρτία και έγινε στήλη άλατος.
Και όταν καταστρέφονταν, παγκόσμια όλος ο κόσμος, απ’ τον παγκόσμιο εκείνον κατακλυσμόν επί της εποχής του Νώε, πόσοι για σκεφτείτε τότε, εκατομμύρια πρέπει νάταν ο κόσμος, πόσοι σώθηκαν απ’ αυτά τα πολλά εκατομμύρια;
Οκτώ! Μόνον η οικογένεια του Νώε!
Αν γίνει ένας καινούργιος κατακλυσμός, πόσοι από μας θα σωθούν;
Γι’ αυτό λοιπόν παρακαλώ πολύ μα πάρα πολύ την αγάπη σας, να καλλιεργείσθε ένα διαρκές πνεύμα μετανοίας και συντριβής, με το μυαλό σας και με την καρδιά σας, να ανέβετε ψηλά στον ουρανό με την προσευχή, και να πάρετε μια σάλπιγγα σαν τις σάλπιγγες που έχει η αποκάλυψις, και να τη βάλετε στο στόμα σας και να σαλπίστε.
Ψυχή μου μετανόησον, πρώτα στη δική σου ψυχή.
Στη δική μου ψυχή να φωνάξει η δική μου σάλπιγγα, κι ύστερα να διαλαλήσω «μετανοήστε και σεις που είστε μέσα στο σπίτι μου, στην οικογένειά μου, σύζυγοι και παιδιά, γονείς και αδέλφια», κι ύστερα να σαλπίσομε για να ακούσει αυτή την σάλπιγγα της μετανοίας και η κοινωνία που μας περιβάλλει.
Ξυπνήστε, χανόμαστε!
Και κρίμα που είστε τόσοι λίγοι.

Άραγε θα σωθούμε; Το εύχομαι!
Με όλη μου τη καρδιά, και σεις να το εύχεστε σε μένα, όλοι μας να σωθούμε αν αύριο ή μέχρι το βράδυ έρθει ένας κατακλυσμός, και μας πάρει όλους, ή ένας σεισμός ή μία πυρηνική βόμβα ή δεν ξέρω τι άλλο είδος καταστροφή θα επέλθει στις ημέρες που ακολουθούν.
Λοιπόν, πίστη σαν τον τυφλό και ΜΕΤΑΝΟΙΑ, σαν το κήρυγμα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Αυτό χρειαζόμαστε όλοι μας,

Αμήν.

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2007

Βίος θαύματα, ομολογία καί μαρτύριον τής αγίας Αικατερίνης.



205-γ

25.11.2007

Την πανεύφημο νύμφη Χριστού υμνήσομεν, Αικατερίνην την θείαν και πολιούχον Σινά.
Σήμερα αδελφοί μου η εκκλησία μας γιορτάζει και τιμά, τη μνήμη της Αγίας μεγαλομάρτυρος Αικατερίνης.
Η Αγία μας είναι από τα πιο λαμπρά στολίδια των μαρτύρων, της Ορθοδόξου ημών πίστεως και Εκκλησίας.
Κατήγετο από την Αλεξάνδρεια και από γονείς ευγενείς.
Ως προς το σωματικό της κάλος, ήτο πανέμορφη και καλλονή, η ομορφιά της δε κατά τους συναξαριστάς ήτο εκθαμβωτική.
Στα είκοσί της χρόνια, μόλις στα είκοσί της χρόνια, είχε πολύ μεγάλη μόρφωση.
Η γνώση της στην κλασική παιδεία, και φιλοσοφία, ήταν καταπληκτική, - σαν τους σημερινούς νέους. -
Έκαμε επίσης σπουδές στη ρητορική και στις ξένες γλώσσες της εποχής της τότε.

Θέλω να παρατηρείτε τις παλιές αγιογραφίες της Αγίας Αικατερίνης, όπου θα δείτε να παρουσιάζεται με στολή Βυζαντινής αυτοκράτειρας, και με βασιλικό διάδημα στο κεφάλι, που φανερώνει την υψηλή πριγκιπική καταγωγή της.
Στο δεξί της χέρι, την βλέπετε να κρατάει ένα κλαδί από φοίνικα, που συμβολίζει τον θρίαμβο και τη νίκη, που κατήγαγε απέναντι στους ειδωλολάτρας φιλοσόφους της Αλεξανδρείας.
Ενώ με το αριστερό της χέρι αγγίζει έναν τροχό και ξίφος, τα οποία δηλώνουν τα φοβερά μαρτύριά της.
Στη βάση της εικόνος υπάρχουν μερικά βιβλία που φανερώνουν και αυτά, συμβολικά τη μεγάλη της σοφία και παιδεία που είχε.
Έζησε την εποχή των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού, Μαξιμιανού και Μαξιμίνου, φοβερών διωκτών του Χριστιανισμού.
Μαρτύρησε ύστερα από πολλά βασανιστήρια από τον Μαξιμίνο.

Όταν ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε για το εκθαμβωτικό κάλος αυτής της νεαρής κοπέλας, της Αικατερίνης, και ακόμα για την μεγαλύτερή της σοφία, ανέθεσε σε πολλούς σοφούς, άλλοι λένε εβδομήντα, άλλοι λένε ογδόντα, άλλοι λένε εκατό, άλλοι λένε περισσότερους, άλλοι λιγότερους, δεν έχει σημασία, πάντως ήταν πολλοί οι φιλόσοφοι, και οι ρήτορες της εποχής εκείνης, από τους πλέον ξακουστούς, στους οποίους ανέθεσε ο αυτοκράτορας, να πείσουν την Αγία με διάφορα φιλοσοφικά και ρητορικά επιχειρήματα, ότι η πίστη της στο Χριστό ήταν απάτη.
Εκείνη σύμφωνα και με το απολυτίκιο που ψάλλουμε, «εφίμωσε λαμπρώς, τους κομψούς των ασεβών, του πνεύματος τη μαχαίρα».
Δηλαδή με την χάρη και την δύναμη του Αγίου Πνεύματος.
Αποστόμωσε όλους εκείνους τους ειδωλολάτρες φιλοσόφους, όλους.
Η δε ανάπτυξις των χριστιανικών απόψεων και θέσεων, έγινε με τόση πειστικότητα, και γιατί να μην είχε, αφού αντιπροσώπευε την μοναδική αλήθεια σε τούτο τον κόσμο, ώστε όλοι τους να σκλαβωθούν από το λόγο της, και να ασπαστούν τον Χριστιανισμό.
Βλέποντας αυτόν τον ξεφτελισμόν, τον οποίον υπέστη δια μέσω των φιλοσόφων, ο Μαξιμίνος, διέταξε να τους κάψουν ζωντανούς μέσα στην πλατεία της Αλεξάνδρειας.
Την δε Αγία, την έκλεισε στην φυλακή, σε ένα μπουντρούμι, -δεν είναι σαν τις σημερινές φυλακές,- όπου υπέστη εκεί βασανιστήρια.

Μια νύκτα όμως, εδέχθηκε την επίσκεψη της γυναίκας του αυτοκράτορος, - όχι, πρίν απ’ αυτό- να πούμε για το μεγάλο θαύμα.
Δέχθηκε την επίσκεψη, - οι συναξαριστές διαφωνούν, άλλοι λένε του Σωτήρος Χριστού, και άλλοι της Παναγίας,- όπου και της προσφέρθηκε δαχτυλίδι για να φορέσει στο δάκτυλό της, ως σφραγίδα και επιβεβαίωσις του αρραβώνος της με τον Νυμφίον Ιησούν Χριστόν.
Ο αρραβώνας, κατά την Αγία Γραφή, καλείται αρραβών του πνεύματος.
Κατά την διάρκεια που ήταν στην φυλακή, τότε την επισκέφθηκε, -μετά από αυτό το θαύμα,- η αυτοκράτειρα Φαυστίνα, σύζυγος του Μαξιμίνου, η οποία εσυνοδεύετο από τον φρούραρχο των φυλακών, τον Πορφυρίονα.
Η Αγία τους μύησε στην πίστη για τον Χριστόν, ως τον μόνον αληθινόν Θεόν, αναπτύσσοντας ολόκληρη σχεδόν την Ευαγγελική διδασκαλία για τον Χριστό, από τη γέννησή του, την ανυπέρβλητη θεϊκή Του διδασκαλία, τα θαύματα, τις αποδείξεις για την θεότητά Του,
κατόπιν για την Σταυρική Του θυσία, την Ταφή, την Ανάσταση και την Ανάληψη.
Σαγήνευσε βέβαια, τόσο πολύ, όχι μόνο την Φαυστίνα και τον Πορφυρίονα, αλλά και διακόσους άλλους ακόμα στρατιώτες φύλακες οι οποίοι έμειναν κατάπληκτοι, από την ωραιοτάτη και πειστική και αληθινή διδασκαλία της Αγίας Αικατερίνης.
Έτσι λοιπόν, το μεγάλο θαύμα έγινε.
Εβαπτίστηκαν μέσα σε μια στιγμή, και η Φαυστίνα, και ο Πορφυρίων και οι διακόσιοι στρατιώτες.
Όπως ήταν επόμενον, τα πληροφορήθηκε και αυτά ο Μαξιμίνος, και τόσο πολύ εξεμάνη που διέταξε αμέσως τον αποκεφαλισμό της γυναίκας του.
Και στη συνέχεια να υποστούν φρικτά βασανιστήρια, ο Πορφυρίων και οι διακόσιοι φύλακες.
Βλέποντας όμως την ακλόνητη πίστη τους, διέταξε στο τέλος τον αποκεφαλισμό τους.
Ήλθε τελικά και η σειρά της Αγίας.
Οι δήμιοι είχαν πάρει την εντολή να την βασανίσουν ποικιλοτρόπως.
Και το φοβερότερο βέβαια μαρτύριο ήταν ο τροχός, δια μέσου του οποίου όταν τον εγύριζαν αυτό, διεμελίζετο όλο το σώμα, ξεσχίζονταν τα άκρα, τα πόδια και τα χέρια από το σώμα.
Αλλά όμως το καθαρότατο και αγνότατο εκείνο σώμα της Αγίας, έμεινε ανέπαφο.
Και ιδού πως. Μόλις άρχιζαν να γυρίζουν οι τροχοί, αυτοί ακαριαίως αυτοδιαλύθηκαν σε μικρά μικρά κομματάκια.
Μην αντέχοντας πλέον ο βασιλεύς Μαξιμίνος να βλέπει τον έναν πίσω από τον άλλον ξευτελισμό του ακόμα και με τα βασανιστήρια και τους δημίους, οι οποίοι επείθοντο, βλέποντας τούτα τα θαύματα, να γίνονται και κείνοι Χριστιανοί, έτσι διέταξε να την αποκεφαλίσουν.
Και αυτό έγινε στις εικοσπέντε Νοεμβρίου περίπου το τριακόσια επτά μετά Χριστόν.
Αυτή είναι με πολύ λίγα λόγια, πολύ περιληπτικά η ζωή και το μαρτύριο της Αγίας Αικατερίνης.

Όσοι έχετε πάει στους ιερούς Τόπους και πήγατε και στο όρος Σινά, και στην Αγία Αικατερίνη, ασφαλώς θα είχατε την ευκαιρία να προσκυνήσετε το Τίμιο Λείψανό της.
Άλλωστε και δω, πριν από πολλά χρόνια, δεκαπέντε - είκοσι, δεν ενθυμούμαι πόσο, είχε έρθει εδώ το χέρι της το οποίον όσοι ηξιούντο, όχι μόνον ευωδίαζε, αλλά ήτανε και ζεστό, μαλακό.
Μεγαλόπρεπο το χέρι της Αγίας Αικατερίνης όταν είχε έρθει εδώ, στο παρεκκλήσι εκεί στην Πλάκα.

Βλέπομε λοιπόν ότι η εκκλησία μας κάθε μέρα τιμά αγίους.
Τιμά μάρτυρες, μεγαλομάρτυρες, οσιομάρτυρες, παρθενομάρτυρες, οσιοπαρθενομάρτυρες, παιδομάρτυρες και ομολογητάς.
Τιμά ακόμα τους προφήτας της Παλαιάς Διαθήκης, τους δικαίους, τους μεγάλους ιεράρχας και Πατέρας της εκκλησίας μας, τιμά τους οσίους, και αναχωρητάς, και ερημίτες...,
Και γιατί αυτή η καθημερινή τιμή, προς τους Αγίους;
Γιατί μας τους υπενθυμίζει κάθε μέρα η Εκκλησία και μάλιστα οι ραδιοφωνικοί Εκκλησιαστικοί Σταθμοί, όπου υπάρχουν, κάνουν μια καθημερινή μικρή αναφορά στον Συναξαριστή της ημέρας, γιατί ;
Γιατί «μνήμη Αγίου σημαίνει μίμησις Αγίου».
Δεν σημαίνει να πάρομε τώρα - καλά είναι τα κεράσματα που θα μας κεράσετε ύστερα - αλλά όλη η προσπάθειά μας δεν είναι στο κέρασμα αλλά στη ζωή που θα ακολουθήσουμε ώστε να κάνομε κάθε τι δυνατό για να μπορούμε να μιμηθούμε τους Αγίους.
Σε τι να τους μιμηθούμε;
Ασφαλώς στην Αγία τους ζωή, σε τι άλλο;
Βέβαια και στην ομολογία της πίστεως, γιατί δεν κάνομε τώρα ομολογία ...
Στην πάλη εναντίον των παθών, έχουμε αδυναμίες, έχουμε πάθη, έχουμε χίλιες δυό ιδιοτροπίες πολύ βλαπτικές και για μας και για την οικογένειά μας, και όμως δεν τις θεραπεύομε...
Δεν τα κλαδεύομε, δεν τα πετσοκόβουμε, δεν τα ξεριζώνουμε...
Και αντί γι’ αυτά να θεραπεύσουμε αρετές, τίποτα δεν κάνομε.
Τιμούμε τους Αγίους μας για να μπορούμε να καλλιεργούμε κάθε μέρα το ταπεινό φρόνημα, το πνεύμα της ταπεινοφροσύνης και της υπομονής, για να μπορέσουμε εν Χριστώ Ιησού να σηκώσουμε και μείς και σεις και γω, το Σταυρό του αναιμάκτου μαρτυρίου της συνειδήσεως...
Μαρτύριο περνάμε κάθε μέρα.
Από τους λογισμούς, από την κακία του κόσμου που μας περιβάλλει, από τον Διάβολο που μας βομβαρδίζει ως λέων ωρυόμενος, γυρίζει στους δρόμους και στα σοκάκια, εκεί που να βρει ασφάλιστα τις θύρες των ψυχών μας, για να μπει μέσα και να συλήσει και να καταστρέψει και να κολάσει.
Βέβαια δεν είναι μόνον αυτό το μαρτύριο που έχομε, έχομε και το μαρτύριο συνειδησιακά από τα πολλά βάσανα που μας στέλνει κάθε μέρα η ζωή.
Είναι μαρτύριο να μεγαλώνεις και να ανατρέφεις σήμερα παιδιά, με χριστιανική διαπαιδαγώγηση. Μαρτύριο είναι σας λέω.
Όσοι το δοκιμάζετε, το ξέρετε.
Είναι μαρτύριο να μπορείς σήμερα να διαφυλάξεις αγνά τα παιδιά σου, που περνούν ή πέρασαν την εφηβεία μέσα σ’ αυτήν την ηθική σαπίλα που ζούμε.
Πρέπει σήμερα τα παιδιά μας να τα φυλάμε από δύο χρονών.
Από δύο χρονών! Έχω φρίξει με αυτά που ακούω.
Γέμισε η πατρίδα μας από νεανικά ναυάγια.
Χωριστά βέβαια τα ναυάγια της ζωής από τα νεαρά τώρα ζευγάρια, που δεν έχουν στάλα υπομονής, στάλα, τόση δα δεν έχουν.
Ένας λόγος, ό ένας λόγος ο τιποτένιος, ο ασήμαντος λόγος, γίνεται μπόρα και χαλάζι και σεισμός μέσα στο σπίτι που τα διαλύει τα πάντα.

Να προσεύχεστε χριστιανοί μου
, να προσευχόμεθα, να προσεύχομαι.
Ο Διάβολος και ο κόσμος με το οργανωμένο κακό, καταπίνει όχι μόνο τα παιδιά και τα εγγόνια μας, που τις περισσότερες φορές είναι ανυπεράσπιστα, αλλά καταπίνει και μας τους μεγάλους, που δήθεν είμαστε σώφρονες.
Ο Θεός να μας λυπηθεί.
Γι’ αυτό και πρέπει να μετανοούμε κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή, αν θέλομε να σωθούμε.
Και να ζητούμε το ΕΛΕΟΣ του Θεού, «Θεέ μου σώσε μας, και σώσε με».
Αν αποκτήσομε ταπεινό φρόνημα, σκέψη και λόγο, να είστε βέβαιοι, σίγουρα εκατό τοις εκατό, θα σωθούμε.
Αλλά όλοι μας έχουμε εγωισμό, - τι θα πει πληθωρισμός της Ελλάδος, τι - ένα εγωισμό που φθάνει μέχρι τρίτου ουρανού, τόσο ψηλός είναι ο εγωισμός μας.
Να μάθουμε να προσευχόμεθα τακτικά, με την πρωινή προσευχή, το απόδειπνο, τους χαιρετισμούς,
και αν δεν μπορούμε να λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με»,
και αν δεν μπορούμε να το πούμε με το στόμα, να το πούμε με το νου,
και αν δεν μπορούμε με το νου, να κτυπήσομε το στήθος μας,
και αν δεν μπορούμε να κουνήσομε τα χέρια μας να φωνάξομε από μέσα μας δυνατά,
«Χριστέ μου ελέησέ με, σώσε με και σώσε και όλο τον κόσμο».

Γι’ αυτό και πρέπει να ζητούμε και τη βοήθεια, πρώτα και πάνω απ’ όλα, τη βοήθεια και τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου, της γλυκειάς μας Παναγίας,
ύστερα των Αρχαγγέλων και ιδιαίτερα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, και κατόπιν όλων των Αγίων.
Βέβαια ορισμένοι από μας, ίσως και όλοι μας, να έχουμε κάποια ιδιαίτερη προτίμηση σε κάποιον Άγιο περισσότερο από τους άλλους.
Άλλος θυμάται τον Άγιο Νικόλαο, άλλος την Αγία Βαρβάρα, άλλος την Αγία Αικατερίνη, άλλος τον Άγιο Δημήτριο, τον Άγιο Γεώργιο και ούτω κάθε εξής.
Όποιος, όποιον και αν είναι, ΠΡΩΤΑ το Χριστό, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον με» ή «σώσον ημάς».
«Άγιε Αρχάγγελε Μιχαήλ, φύλαξέ με από κάθε κακό, και εν ώρα του θανάτου ΣΥ μοι βοηθησον», «Αγία Αικατερίνη, που σήμερα σε τιμάει η Εκκλησία μας, πρέσβευε υπέρ ημών»,

Αμήν.

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2007

Η αξία τής ελεημοσύνης κατά τόν ιερό Χρυσόστομο. Θ' Λουκα.



205-β

Λουκά Θ, 2007

Γνωστή είναι χριστιανοί μου η σημερινή παραβολή, του άφρονος πλουσίου.
Ψυχή μου, ψυχή μου, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά.
Τώρα μπορώ για πολλά χρόνια να αναπαύομαι, να τρώω, να πίνω, να διασκεδάζω, να γλεντώ, και να κάνω ότι θέλω στη ζωή μου.
Και όμως την ίδια βραδιά θα πεθάνει.
Και ο θάνατός του θα είναι σκληρός, διότι του είπεν ο Θεός, «Άφρων», δηλαδή άμυαλε, αμετανόητε, αμαρτωλέ, άπληστε,
αυτή τη νύκτα, θα έρθουν οι δαίμονες και θα απαιτήσουν την ψυχή σου.
Αυτά που ετοίμασες ποιος θα τα πάρει;
Συγγενείς; Ή ξένοι; Φίλοι ή εχθροί; Ή μήπως και το κράτος;
Όποιος στηρίζεται από μας, στα υλικά αγαθά, στο τέλος και αυτά μπορεί να τα χάσει, και την ψυχή του να χάσει.
Σε τι θα μας ωφελήσουν οι πολλές ανέσεις, και οι υλικές απολαύσεις εάν μας έλθουν ανίατες ασθένειες, σωματικές αναπηρίες, καλπάζουσα λευχαιμία, καρκίνος στο πάγκρεας, στους πνεύμονες, στη μήτρα, στο προστάτη, όγκο στον εγκέφαλο;
Τι να τα κάνομε τα πλούτη, αν έχουμε έντονα οικογενειακά προβλήματα, και δράματα με διαζύγια, με ναρκωτικά, με παραστρατήματα διαφόρων μορφών και διαστροφών;
Χωρίς Θεόν όλα είναι άχρηστα, όλα είναι μάταια.

Ο πλούσιος της παραβολής πάλι, κάνει και ένα μεγάλο λάθος, με το να επαναλαμβάνει το κτητικόν «μου», πολλές φορές.
Είπε δηλαδή.
Τους καρπούς «μου», τις αποθήκες «μου», τα γεννήματά «μου», τα αγαθά «μου».
Το λέμε και μείς πολλές φορές.
Τα λεφτά «μου», τα κτήματά «μου», τα διαμερίσματά «μου», τα αυτοκίνητά «μου», τα χρυσαφικά «μου», τις λίρες «μου» και ούτω κάθε εξής.
Και ξεχνάμε ότι μαζί μας δεν θα πάρομε απολύτως τίποτε.

Να έχεις, δε σου λέγει κανένας να μην έχεις, αλλά δώσε και κάτι λίγα για το πτωχό, τον άστεγο, το γυμνό, τον πεινασμένο.
Ο ελεών πτωχόν δανείζει Θεόν, λέγει ο λαός, αλλά και η Γραφή.
Αυτό το λίγο όμως, όταν θα το δώσεις, να το δίδεις με όλη σου την καρδιά, διότι ιλαρόν δότην αγαπά ο Θεός.
Και κάτι άλλο, να το κάμεις κρυφά και ανώνυμα.
Μη γνώτω η αριστερά σου, τι ποιεί η δεξιά σου.
Ελεημοσύνη να κάμνεις.
Και ελεημοσύνη σε είδος, και ελεημοσύνη σε χρήμα, και ελεημοσύνη σε προϋποθέσεις, και ελεημοσύνη πνευματική με το να συγχωρείς τους εχθρούς σου.
Αυτούς που σου έκαμαν κακό και ζημιά.
Επίσης ελεημοσύνη πνευματική με τις μνημονεύσεις που οφείλουμε να κάνομε σε κάθε Θεία Λειτουργία, ζώντων και νεκρών.
Και ελεημοσύνη πνευματική με προσευχή και μάλιστα με το κομποσκοίνι.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος χαρακτηρίζει την πάσης φύσεως ελεημοσύνη ως βασίλισσα των αρετών.
Μεγάλο πράγμα λέγει και ασύλληπτο είναι ο άνθρωπος ως δημιούργημα του Θεού και ως πλασμένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν.
Πολυτιμότερος όμως είναι ο ελεήμων χριστιανός, και μάλιστα αυτός που ελεεί με όλη του την καρδιά και κρυφά, αλλά και ιδιαιτέρως εκείνος που ελεεί δια πονεμένης προσευχής εν τω ταμείω αυτού.
Ή κλεισμένος δηλαδή στο δωμάτιό του, ή στο ταμείον της καρδιάς του.

Έχει μεγάλα φτερά η ελεημοσύνη, συνεχίζει ο Άγιος, διότι είναι αυτή που διασχίζει όχι μόνον τους ουρανούς, αλλά προσπερνά και όλους τους χορούς των αγγέλων και αρχαγγέλων,
και ίσταται μετά παρρησίας μπροστά στο Θρόνο του Θεού.
Το βεβαιώνει και η Αγία Γραφή.
Είπεν ο άγγελος Κυρίου, "Κορνήλιε, αι προσευχές σου και η ελεημοσύνη σου ανέβησαν εις μνημόσυνον ενώπιον του Θεού".
Από το δέκατο κεφάλαιο των πράξεων.
Και συμπληρώνει ο ιερός Χρυσόστομος, με λόγους που έχουν μεγάλη βαρύτητα.
Ώστε λοιπόν όσες άλλες αμαρτίες έχεις, η ελεημοσύνη σου τις ισοφαρίζει όλες, διότι κάνει την καρδιά σου μαλακή και σπλαχνική και αυτή σε οδηγεί στη μετάνοια , στην εξομολόγηση, και δι’ αυτής στη Θεία Κοινωνία.
Αυτό το εις μνημόσυνον σημαίνει ότι σε ενθυμείται διαρκώς, συνεχώς, κάθε στιγμή ο Θεός, και είναι Αυτός που θα σου προσφέρει σωτηρία και αιώνια ζωή.

Μας λέγει και άλλα πολλά ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ας ακούσουμε μερικά.
Εκείνο με το οποίο μπορούμε να μοιάσουμε με τον Θεόν, είναι η ελεημοσύνη και η ευσπλαχνία προς τον πάσχοντα, είτε αυτός είναι φίλος, είτε είναι εχθρός, είτε είναι συγγενής, είτε είναι ξένος και άγνωστος, είτε είναι καλός, είτε είναι ακόμα και κακός.
Όταν στερούμεθα αυτού του είδους την αρετή, είμεθα γυμνοί και από τις άλλες.
Επαναλαμβάνω ομιλεί ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, και συνεχίζει.
Δεν είπε ο Κύριος αν νηστεύετε, αν αγρυπνείτε, αν εγκρατεύεστε, αν παρθενεύετε και αν πολλάς δυνάμεις ποιείτε, και αν ακόμα και τέρατα και σημεία ποιείτε, ότι θα είσθε όμοιοι με τον ουράνιο Πατέρα, όχι, διότι με κανένα από αυτά δεν ασχολείται ο Θεός, ούτε και Τον ενδιαφέρουν αυτές οι μικροαρετές.
Αλλά τι λέγει;
Να είστε σπλαχνικοί προς τους ανθρώπους χωρίς εξαιρέσεις.
Όπως είναι σπλαχνικός ο ουράνιος Πατέρας σας.
Γίνεστε ουν οικτίρμονες και ελεήμονες καθώς και ο Πατήρ ημών ο ουράνιος οικτίρμων εστί.

Η ελεημοσύνη κατά τον ίδιο μεγάλο Άγιο είναι η καρδιά της κάθε αρετής.
Είναι και κάτι ακόμα περισσότερο.
Είναι η μητέρα, είναι η μάνα της αγάπης.
Αν θέλεις να αποδείξεις ότι είσαι άξιος μαθητής του Χριστού, οφείλεις να είσαι ελεήμων.
Να είσαι παντελεήμων.
Εξ όλης ψυχής, και καρδίας, και ισχύος, και διανοίας.
Η ελεημοσύνη είναι η οδηγός προς τη μετάνοια.
Το φάρμακο που θεραπεύει τις πληγές που προκαλεί η αμαρτία.
Το σαπούνι για τις ακαθαρσίες της ψυχής μας, η σκάλα που στηρίζεται στον ουρανό, και είναι αυτή που μας ενώνει μεταξύ μας ως μέλη του ενός σώματος του Ιησού Χριστού.
Προσεύχεσαι για νεκρούς και ζωντανούς;
Προσευχήθηκες σήμερα στη Θεία Λειτουργία και κατά την διάρκειαν του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων και όταν εψάλετο το Άξιον Εστί;
Εάν το έκαμες, τότε έκαμες ελεημοσύνη.
Προσεύχεσαι ακόμα με πόνο, με πόνο, για τους εχθρούς σου;
Τότε κάμεις αληθινή ελεημοσύνη!
Να δίδουμε ευχές και ευλογίες και με όλη μας την καρδιά.
Όχι κατάρες. Όχι αναθεματισμούς. Όχι διαβολοστέλματα.
Συμπαραστέκεσαι στις ανάγκες του πλησίον σου είτε υλικά, είτε ηθικά, είτε πνευματικά και έμπρακτα;
Το επαναλαμβάνω, είσαι ελεήμων.

Μας λέγει και κάτι άλλο, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Είναι απολύτως αναγκαία η ελεημοσύνη, διότι είναι αυτή που παρασκευάζει το δραστικότατο φάρμακο της μετανοίας.
Άκουσε τι λέγει η Αγία Γραφή.
Θα μας πει τρία εδάφια.
Πρώτον.
Πλήν τα ενόντα δότε ελεημοσύνη και ιδού πάντα καθαρά ημίν εστί.
Θα δίνουμε και την ερμηνεία που δίνει ο Άγιος.
Δηλαδή, λέγει ο Άγιος, δώστε ελεημοσύνη και όλα θα γίνουν καθαρά.
Δεύτερον.
Ελεημοσύνες και πίστεσιν αποκαθαίρονται αμαρτία.
Δηλαδή με ελεημοσύνη και πίστη στο Θεό, καθαρίζονται οι αμαρτίες.
Και τρίτον.
Πύρ φλογιζόμενον αποσβέσει ύδωρ, και ελεημοσύνη εξιλάσεται αμαρτίας.
Η ερμηνεία του, του Χρυσοστόμου.
Δηλαδή το νερό σβήνει τις φλόγες της φωτιάς και η ελεημοσύνη εξιλεώνει τις μεγάλες αμαρτίες.
Κατά λέξη αυτά πάντα κατά τον Ιερό Χρυσόστομο.

Χριστιανοί μου,
εάν οι ελεημοσύνες μας είναι και γίνονται κατά τους τρόπους που μας περιέγραψε ο Ιερός Χρυσόστομος, τότε η τελευταία νύκτα της ζωής μας θα είναι γεμάτη χαρά, γεμάτη ειρήνη και ανάπαυση.
Πιθανόν βέβαια να έχουμε σωματικούς πόνους εξαιτίας κάποιας βαριάς ασθένειας, αλλά η ψυχή μας όμως θάναι χαρούμενη οπωσδήποτε, αφού με βεβαιότητα θα περιμένει να την παραλάβουν οι άγγελοι του Θεού.
Δεν θα τρέμει μπροστά στην ιδέα του θανάτου.
Δεν θα τον φοβάται.
Ούτε και για τους δαίμονες θα ανησυχεί, ούτε για τα τελώνια.
Όλα τα έχει απομακρύνει από μπροστά από την ψυχή η έμπρακτη ελεημοσύνη.
Ελεημοσύνη με αγάπη, ελεημοσύνη με πίστη, ελεημοσύνη με χαρά, με ιλαρότητα.
Ελεημοσύνη που να μην περιμένει ευχαριστώ.
Ελεημοσύνη με πνεύμα ταπεινό.
Ελεημοσύνη με μετάνοια ψυχική.
Ελεημοσύνη και από το υστέρημα.

Χριστιανοί μου,
ελεείτε, ελεείτε, ελεείτε οι πάντες, όπως και όπως μπορείτε.
Για να βρετε και σείς και μείς έλεος από τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, εις τον οποίον ανήκει πάσα Δόξα, Τιμή και Προσκύνησις, τώρα και πάντοτε και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,

Αμήν.

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2007

Τά σημεία τών καιρών πού προηγούνται τής δευτέρας τού Χριστού Παρουσίας.



205-α
Η' Λουκά. 11.11.2007

Αδελφοί μου, χριστιανοί μου,
Τώρα τελευταία εμφανίστηκε κάποιος μοναχός, με πολλή φαντασία και πλάνη δαιμονική, να μας διαλαλεί μέσω των τηλεοράσεων, ότι η Δευτέρα του Χριστού Παρουσία θα γίνει στις 25 Μαρτίου του 2018.
Μεγαλύτερη πλάνη δεν υπάρχει απ’ αυτήν και μοιάζει μάλιστα με τα των χιλιαστών.
Επειδή γίνεται τώρα τελευταία πολύς θόρυβος, γι’ αυτό σήμερα θα κάνομε μια μικρή ενημέρωση, όσο μας είναι δυνατόν και όσο μας είναι επιτρεπτόν από τον Θεόν.
Όσο έχει Αυτός ανοίξει τα δικά Του βιβλία.

Πιστεύουμε στη Δευτέρα του Χριστού Παρουσία και αυτήν την ομολογούμε, όπως και προηγουμένως την ομολογήσαμε με το Σύμβολο της Πίστεως.
«Πιστεύω και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος».
Η Δευτέρα του Χριστού Παρουσία τονίζεται ιδιαιτέρως στη Θεία Λειτουργία, και μάλιστα πριν απ’ την εκφώνηση του ιερέως στα «σά εκ των σών».
Διαβάζουμε εμείς μυστικά μια ευχή η οποία αρχίζει με τις φράσεις «μεμνημένοι τοίνυν», τώρα δηλαδή ενθυμούμεθα, «την σωτήρια εντολή Σου, αλλά και όλων εκείνων οι οποίοι έχουν γίνει για μας», λέει, «της σωτηρίας ταύτης εντολής, και πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του Σταυρού, του Τάφου, της τριημέρου Αναστάσεως, της εις ουρανού αναβάσεως, της εκ δεξιών καθέδρας και της Δευτέρας και ενδόξου πάλιν Παρουσίας».
Καθαρές οι φράσεις.
Άρα στη Θεία Λειτουργία ζούμε ολόκληρο το έργο της Θείας οικονομίας.
Δηλαδή ζούμε και τη Δευτέρα Παρουσία.
Αυτά τα τονίσαμε κάποτε, όταν κάναμε και τις αναλύσεις, της Θείας Λειτουργίας, ζούμε λοιπόν όχι μόνο την Δευτέρα Παρουσία, αλλά και όλα τα άλλα σωτηριώδη γεγονότα της ζωής του Κυρίου μας.

Η πρώτη παρουσία του Κυρίου μας έγινε με τη Σάρκωσή του, με την ενανθρώπησή Του στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, σε ένα στάβλο της Βηθλεέμ, χωρίς τιμές και δόξες, με ταπείνωση, με πολλή ταπείνωση, για να μεγαλώσει στην αφάνεια, για να βγει κατόπιν στο δημόσιο έργο Του να κηρύξει, να κάνει θαύματα, να μας προσφέρει το Ευαγγέλιο της σωτηρίας, αλλά κυρίως όμως,
για να πάθει, για να σταυρωθεί, για να πεθάνει δια την ημών σωτηρίαν.

Η Δευτέρα Του Παρουσία θα γίνει, αλλά θα γίνει όμως με θεϊκή δόξα, και από τους ουρανούς, ο ίδιος το αναγγέλει ότι σάλπιγγες όλων των ουρανίων ασωμάτων δυνάμεων
θα αναγγείλουν αυτή την παρουσία της Δόξης και Κρίσεως μαζί του Θεού.

Πολλές φορές μας έχει μιλήσει ο Κύριος για κείνη την ημέρα, όταν θα έρθει ο Υιός του ανθρώπου, ο Υιός του Θεού, «ίνα κρίνει ζώντας και νεκρούς».
Ρητώς οι τρείς απόστολοι, Πέτρος, Παύλος και Ιωάννης στις επιστολές τους, μας διδάσκουν και μας προειδοποιούν για την ημέρα του Κυρίου, για την ημέρα του Χριστού, για την ημέρα της Κρίσεως, για την εσχάτη ημέρα, για την επιφάνεια της Δόξης του Θεού, και για την αποκάλυψιν της Δόξης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Και ενώ είναι απολύτως βέβαιον ότι θα γίνει η Δευτέρα του Χριστού Παρουσία, εν τούτοις, μας είναι άγνωστος ο χρόνος, ο καιρός, η ώρα και η στιγμή που αυτή θα πραγματοποιηθεί.
Ο Κύριος μας βεβαιώνει πως αυτή την ώρα δεν την γνωρίζουν ούτε οι άγγελοι.
Μόνον ο Θεός Πατήρ.
Και κάτι άλλο.
Δεν είναι αυτό υπόθεσις των ανθρώπων να την γνωρίζουν αυτή την ημέρα, διότι λίγο πριν αναληφθεί ο Χριστός στους ουρανούς, οι απόστολοι ρώτησαν τον Κύριο τα εξής, - είναι στο πρώτο Κεφάλαιο των Αποστόλων, -
«Στον καιρό που ζούμε», ρωτούν, «θα ξανάρθεις για να αποκαταστήσεις πάλι ένδοξη τη βασιλεία Σου;»
Και ο Χριστός τους απάντησε: «Δεν είναι δική σας δουλειά.
Δεν είναι δική σας υπόθεσις να γνωρίζετε τα χρόνια, ή τους ορισμένους καιρούς της παρουσίας μου, τους οποίους ο Θεός Πατήρ, κράτησε στη δική Του εξουσία και απαγνωσία».
Πράξεις των Αποστόλων, πρώτο κεφάλαιο είπαμε, στίχοι έξι - επτά.
Είναι σα να τους λέγει εγώ, την γνωρίζω αυτήν, όπως και ο Θεός Πατέρας, διότι Εγώ και ο Πατέρας, διότι Εγώ και ο Πατήρ έν εσμέν. Το διακήρυξε.
Αλλά και σεις οι μαθηταί μου, αλλά και όλοι οι άνθρωποι όλων των αιώνων δεν θα την μάθουν ποτέ.
Διότι δεν είναι για το συμφέρον σας.
Θα έρθει η ώρα αυτή, αλλά θα έλθει ως κλέπτης εν νυκτί.
Γι’ αυτό και τη μεγάλη εβδομάδα, ψάλουμε προειδοποιητικά, «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός, και μακάριος ο δούλος ον ευρήσει γρηγορούντα, ανάξιος δε ον ευρήσει ραθυμούντα».
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είμεθα άγρυπνοι, και έτοιμοι για να υποδεχτούμε την παρουσία του Χριστού με καθαρή την καρδιά.
Άρα, κάποτε θα την υποδεχτούμε και μείς.

Μήπως όμως για μας και για τον καθένα χωριστά πλησιάζει;
Ναι πλησιάζει.
Γιατί για μας τους ορθοδόξους χριστιανούς, αυτή η ώρα της παρουσίας του Κυρίου είναι η ώρα του θανάτου μας.
Γι’ αυτό τη στιγμή που πεθαίνει ο άνθρωπος, αυτήν την στιγμή, την ονομάζουμε μερική κρίση, ή κρίση των αγγέλων, ή πρώτη κρίση.
Όλη η Ευαγγελική διδασκαλία του Κυρίου μας, γι αυτή την ώρα μας προετοιμάζει, για την ώρα και τη στιγμή του θανάτου μας.
Ποιο θα είναι το κέρδος αν μάθουμε την χρονολογία της παρουσίας, της Δευτέρας, και αύριο πεθάνουμε, ή μεθαύριο.
Ποιο θα είναι το όφελος; Υπάρχει όφελος;
Αν πεθάνουμε αύριο, αύριο θα είναι για μας, για όποιον πεθάνει.

Βέβαια πολλοί μπερδεύονται και σκοτίζονται, όταν σε κάποια σημεία των αποστολικών επιστολών, ο καιρός της παρουσίας του Κυρίου φαίνεται πολύ πολύ κοντά.
Παραδείγματος χάριν λέγει, «Ο Κύριος εγγύς», «η παρουσία του Κυρίου ήγγικε», «πάντων δε το τέλος ήγγικε»
«παιδία εσχάτη ώρα εστί», και κάτι άλλο που το διαβάζομε εδώ και δυό χιλιάδες χρόνια στις κηδείες:
Ότι έρχεται η ώρα αυτή της αναστάσεως των νεκρών, «Και νυν εστί», λέει, τώρα.
Πούν το τώρα, δυό χιλιάδες χρόνια πέρασαν, και αυτό το τώρα παραμένει.
Υπάρχουν όμως και ρήσεις των αποστόλων που ο χρόνος φαίνεται αυτός πολύ μακρινός και άγνωστος.

Τώρα μπαίνει ένα ερωτηματικό.
Ποια είναι τα σημεία των καιρών, που θα προηγηθούν της Δευτέρας του Χριστού Παρουσίας;
Τα σημεία αυτά μέσα στο Ευαγγέλιο,
και κατά τον λόγον του Κυρίου, χωρίζονται σε δυο κατηγορίες.
Σε κείνα τα σημεία που επαναλαμβάνονται συνεχώς ως γεγονότα, μέσα στην ιστορία των αιώνων που κυλούν, αλλά κανένας με σιγουριά δεν μπορεί να πει, αυτό το σημείο, ή το άλλο το σημείο είναι, και δέυτερον σ’ εκείνα τα σημεία που ως γεγονότα δεν επαναλαμβάνονται.
Ας πάμε στα πρώτα,

Πρώτον, οι πόλεμοι.
Είκοσι αιώνας τώρα έχομε πολέμους κατά τόπους, πολέμους εθνών, πολέμους Ευρωπαϊκούς, πολέμους παγκοσμίους.
Έχουμε εμφυλίους αλληλοσπαραγμούς, δηλαδή εμφυλίους πολέμους και επαναστάσεις, αιματοχυσίες καθημερινές σε κάθε γωνιά της γης και εκτρώσεις.
Η πατρίδα μας έχει τα πρωτεία στις εκτρώσεις.
Χίλιες εκτρώσεις κάθε μέρα.
Τριακόσιες εξήντα χιλιάδες κάθε χρόνο, στην πατρίδα μας.
Θα έπρεπε λοιπόν σε όλα τα μπαλκόνια όλων των σπιτιών και των πολυκατοικιών της Ελλάδος να κυματίζουν μαύρες σημαίες!
Μάλιστα, μαύρες σημαίες, γιατί είναι καθολικόν το πένθος.
Σήμερα θα χαθούν με φόνους χίλια παιδιά.
Και αυτό το έγκλημα θα το πληρώσομε πολύ ακριβά, πολύ ακριβά.
Ο καιρός είναι κοντά.

Δεύτερον, λοιμοί, αρρώστιες.
Πού δεν υπάρχουν αρρώστιες και ποιος δεν έχει κάτι.
Όλο και κάτι μαθαίνομε για τους γύρω μας.
Όλος ο κόσμος έχει αρρώστιες, όλος ο κόσμος.
Υπάρχουν όμως και αρρώστιες με μορφή επιδημίας.
Είτε σε ένα ολόκληρο έθνος, είτε σε μία ήπειρο, Ασία, Ευρώπη, Αφρική.

Τρίτον η πείνα.
Πείνα κατά τόπους και κατά έθνη και κατά άτομα.
Όσοι έζησαν από μας, την πείνα της κατοχής 41-42 πολλά έχουν να θυμηθούν.
Τα πτώματα των πεινασμένων ανθρώπων που πέθαιναν από την πείνα, τα έπαιρναν και τα μάζευαν κάθε μέρα με τα κάρα του δήμου.
Φοβερό το θέαμα.
Και σήμερα πεθαίνουν στην Αφρική κάθε μέρα, δύο χιλιάδες παιδιά από την πείνα.
Μπορούμε αυτό να το συλλάβουμε; Όχι.
Γιατί τα παιδιά μας θα φάνε, τα εγγονάκια μας θα φάνε, και θα καλοφάνε μάλιστα.
Και όμως υπάρχει σαν γεγονός που συνεχώς επαναλαμβάνεται.
Και μια επίσημη ιατρική ανακοίνωση προχτές την Παρασκευή του Αγίου Νεκταρίου το απόγευμα από τα δελτία των ειδήσεων.
Την άκουσα και την είδα με τα μάτια μου.
Πέντε χιλιάδες μωρά πεθαίνουν κάθε μέρα, σε όλο τον κόσμο, επειδή στερούνται το μητρικό γάλα.
Και ρωτώ εγώ.
Πόσα άραγε από αυτά τα παιδιά πεθαίνουν από την πείνα ή από λοιμώδεις ασθένειες, πόσα;

Τέταρτον, οι σεισμοί.
Πολλές φορές με μεγάλες και τρομακτικές καταστροφές.
Τα ακούτε κάθε τόσο, τα ζήσαμε και μείς επανειλημμένες φορές, στη πατρίδα μας.

Πέμπτον, οι πυρκαγιές.
Η αποκάλυψη ότι καίγεται καίγεται όλος ο κόσμος και το εν τρίτον των δασών και του χλωρού της γης.
Το είχαμε κάνει τις προάλλες κήρυγμα.

Έκτον, οι καταποντισμοί, οι πλημμύρες, οι νεροποντές, τα χιόνια, το χαλάζι, οι κατολισθήσεις, με καταστροφές πολλές.

Έβδομον, οι διωγμοί των χριστιανών.
Κατά τόπους και έθνη, ή με βασανιστήρια, φυλακίσεις, εξορίες και λοιπά, ή με ιδεολογικές καταπιέσεις, αφού όλα τα μέσα ενημερώσεως είναι στα χέρια των εχθρών της πίστεως.

Όγδοον, με την εξάπλωση των αιρέσεων και της πλάνης, και ειδικότερα με την παρουσία ψευδοπροφητών, ψευδοχριστών, ψευδο-ορατικών, και θρησκειοκαπήλων.

Και ένατον. Με την ηθική αποστασία και εξαχρείωση των χριστιανικών ηθών και αξιών, με τον πανσεξουαλισμό, με την διαστροφή των φύλων στον επίσημο σοδομιτισμό,
και με την εξάπλωση κάθε ηθικής βρωμιάς, από τη ζωώδη συμπεριφορά στα νήπια ακόμα και δύο ετών, φρίττει κανένας, στα παιδιά προσχολικής ηλικίας, τους νέους, τους γέρους, τους άνδρες, τις γυναίκες κάθε ηλικίας.

Αυτά έτσι περίπου είναι τα σημεία, βέβαια θα υπάρχουν και άλλα, που ως γεγονότα επαναλαμβάνονται διαρκώς σε κάθε αιώνα και σε κάθε γενιά.
Άλλοτε σε μικρότερη έκταση και άλλοτε σε μεγαλύτερη.
Τα σημεία που δεν επαναλαμβάνονται και που θα έχουν κατά κάποιον τρόπον, θα κάνουν κατά κάποιο τρόπο μια φορά την εμφάνισή τους, κατά τα γραφάς είναι μόνον τρία, και σύμφωνα βέβαια και με τις γνώμες των Πατέρων της Εκκλησίας μας.

Πρώτον ότι θα κηρυχθεί το Ευαγγέλιον σε όλα τα έθνη σε κάθε γωνιά της γης, και δεν θα υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει ακούσει αυτό το Ευαγγέλιο.
Το Ευαγγέλιον της Σωτηρίας.
Υπάρχουν μέρη της γης, δεν εξαπλώθηκε στην Κίνα, η Κίνα είναι ενάμιση - δύο δις.
Οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν τι θα πει Χριστιανισμός.
Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη.
Κηρύξατε το Ευαγγέλιο πάση τη κτίση.
Εκείνο που μας ενδιαφέρει όμως είναι δύο κυρίως χωρία, ένα απ’ τον Μάρκο και ένα απ’ τον Ματθαίο.
Μας λέγει ο Μάρκος.
«Και εις πάντα τα έθνη δει πρώτον, δει», πρέπει δηλαδή, «πρέπει πρώτον κηρυχθήναι το Ευαγγέλιον».
Πρέπει, πρέπει, πρώτα απ’ όλα να κηρυχθεί το Ευαγγέλιο, εις πάντα τα έθνη, και ύστερα θα ακολουθήσει η Δευτέρα του Χριστού Παρουσία, στο δέκατο τρίτο κεφάλαιον του Μάρκου, διαβάστε.
Ο Ματθαίος τώρα στο εικοστό τέταρτο κεφάλαιον.
«Και κηρυχθήσεται τούτο το Ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού, εν όλη τη οικουμένη, εις μαρτύριον πάσι τοις έθνεσι».
Αυτό είναι το πρώτο.
Και δεν έχει γίνει ακόμα, δεν έχει πραγματοποιηθεί.

Δεύτερον, η επιστροφή του Ισραήλ στο Χριστό, ως έθνος.
Προφητικά το δηλώνει ο Απόστολος Παύλος στη προς Ρωμαίους Επιστολή του, στο ενδέκατο κεφάλαιο. Και λέγει, «η πώρωσις του Ισραήλ γέγονεν, άχρις ου το πλήρωμα των εθνών εισέλθει, και ούτω πάς Ισραήλ σωθήσεται».
Να διερμηνεύσουμε τους στίχους για να τους καταλάβουμε.
Και η αλήθεια είναι ότι ένα μέρος του Ισραήλ έχει πωρωθεί, μέχρις ότου μπει στη βασιλεία του Χριστού όλο το πλήρωμα των εθνών, όλα τα έθνη.
Και στον επόμενο στίχο, είκοσι έξι.
Και έτσι θα πληρωθεί ο όρος αυτός, και όταν πληρωθεί ο όρος αυτός, θα σωθεί όλος ο λαός του Ισραήλ, όπως το προφητεύει και ο προφήτης Ησαίας.

Και ερχόμεθα στο τρίτο μη επαναλαμβανόμενο σημείο.
Ο ερχομός του Αντιχρίστου, που θα ενεργεί, άνθρωπος ων, με όλες τις δυνάμεις του Σατανά.

Καλό είναι όμως χριστιανοί μου, να σταματήσομε μέχρις εδώ, διότι τα νερά του Θεού άρχισαν να βαθαίνουν επικίνδυνα, και καλόν είναι όσα γνωρίζουμε μέχρι τώρα, αυτά να κρατήσομε και μην πάμε πάρα πέρα.
Δεν μας συμφέρει.
Πάντως αδελφοί μου, από όλα τα σημεία των καιρών, και εκείνα που επαναλαμβάνονται και από κείνα που δεν επαναλαμβάνονται, και από κείνα τα όλα αυτά που θα προηγηθούν της Δευτέρας του Χριστού Παρουσίας, εμάς πρέπει να μας απασχολεί και να μας ενδιαφέρει ένα μόνον σημείο.
Η ώρα και η στιγμή του θανάτου μας.
Αυτή και μόνον να μας νοιάζει, αυτή και μόνον να μας ενδιαφέρει.
Και όταν θα έλθει, να μας εύρη στη μετάνοια, στην πίστη, στην αγάπη, στην υπομονή, στην καλοσύνη, στην συγχωρητικότητα, στην ελπίδα, και στη αναπαυμένη συνείδηση.
Και αν είναι δυνατόν, και αν είναι δυνατόν, και με τον καπετάνιο μέσα μας, τον Ιησού Χριστό, τη Θεία Κοινωνία.
Αυτόν τον θάνατο τον εύχομαι σε όλους σας, και σεις να τον εύχεστε για μας τους ιερείς και για τον πνευματικό σας,

Αμήν.

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2007

Οί τρόποι με τούς οποίους βοηθούνται οί ψυχές μετά τόν θάνατον.



204-δ

4.11.2007 Κυρ. Ε΄Λουκά.

«Ο διψών ερχέσθω προς με και πινέτω», είπεν ο Κύριος.
Έτσι λοιπόν το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, μας προσφέρει άφθονον αθάνατον και αιώνιον ύδωρ, όπως και τροφή.
Από το σημερινό αυτό ανάγνωσμα που ακούσαμε προηγουμένως όλοι μας, θα πάρουμε μια από τις δυο θέσεις που παρουσίασε η σημερινή παραβολή.
Ή του άφρονος πλουσίου που υπήρξε στη ζωή του σκληρόκαρδος και αμετανόητος, και μετά το θάνατό του δυστυχώς τον βλέπουμε να υποφέρει στα κολαστήρια του Άδου, ή θα πάρουμε τη θέση του πτωχού Λαζάρου που αναπαυόταν μετά το θάνατό του στους κόλπους του Αβραάμ.
Μια από τις δύο.
Ποια όμως θα πάρουμε; Ποια θα διαλέξουμε; Ποια θα προτιμήσουμε;
Μήπως την πρώτη όπου βασιλεύει ο αιώνιος πόνος και ο κολασμός της ψυχής;
Ή μήπως τη δεύτερη όπου βασιλεύουν η αγάπη και η δόξα του εν Τριάδι Θεού μαζί με όλες τις χαρές του Παραδείσου;
Βέβαια έχουμε πόνους, έχουμε βάσανα, έχουμε στεναχώριες, και έχουμε και ποικιλίες ασθενειών.
Έτσι είναι.
Για να πάς στον Παράδεισο, για να κληρονομήσεις τη Βασιλεία των Ουρανών θα περάσεις μέσα από την Κόλαση του Άδου μέσα στη σημερινή ζωή όπου ζούμε.
Διότι αλίμονον αν την περάσουμε εκεί.
Από κει δε μπορούμε να περάσουμε στη αντίπερη όχθη, από δω μπορούμε.
Και οι μεν πρώτοι προγεύονται από τον θάνατόν τους, μέχρι και της Δευτέρας του Χριστού Παρουσίας, τις οδύνες της Κολάσεως, και οι δεύτεροι προαπολαμβάνουν τα άπειρα αγαθά της Βασιλείας των Ουρανών.
Αυτή είναι και η μέση κατάστασις για την οποία έχομε μιλήσει σε τόσα πολλά κηρύγματα.
Και δυστυχώς, όπως μας βεβαιώνει ο ίδιος ο Χριστός, και δυστυχώς αδυνατούν να προσφέρουν βοήθεια οι σεσωσμένες ψυχές, στους αμετανοήτους αμαρτωλούς.
Διότι μεταξύ των δευτέρων και των πρώτων, «χάσμα μέγα κείται».
Μεγάλο χάσμα τους χωρίζει και η βοήθεια είναι τελείως αδύνατη.
Εκεί δηλαδή οι σεσωσμένοι και οι άγιοι δεν μπορούν να προσφέρουν βοήθεια στους κολασμένους.
Αυτή είναι η πρώτη πληροφορία.
Η δεύτερη πληροφορία που μας δίνει το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, είναι ότι οι ψυχές έχουν συναίσθηση και συνείδηση του ποιες είναι.
Δηλαδή αναγνωρίζουν τον εαυτόν τους.
Παραδείγματος χάριν εγώ θα γνωρίζω, θα ξέρω ότι είμαι ο πατήρ Στέφανος.
Εσύ θα ξέρεις ότι είσαι ο Κωνσταντίνος, και συ ότι είσαι η Μαρία ή η Αικατερίνη.
Θα το γνωρίζουμε αυτό. Θα έχουμε αντίληψη του προσώπου μας.
Τρίτη πληροφορία που μας δίνει η παραβολή είναι ότι εκεί ενθυμούνται την προηγούμενη ζωή τους.
Τη ζωή τους πάνω στη γη. Γι’ αυτό ή χαίρονται ή υποφέρουν.
Βέβαια για έναν που έχει κερδίσει τη Βασιλεία των Ουρανών και υπήρξε αμαρτωλός κατά τον άλφα ή τον βήτα τρόπο,
με μεγάλες ή μικρές αμαρτίες, εφόσον θα τις έχει εξομολογηθεί, αυτές δεν θα τις ενθυμείται.
Είδαμε λοιπόν, αυτή είναι η τρίτη πληροφορία, γι’ αυτό επαναλαμβάνω, ή θα υποφέρουν ή θα χαίρονται.
Ή θα μισούν, ή θα δοξάζουν τον Θεόν. Άλλοι θα Τον βρίζουν και οι σεσωσμένοι θα Τον ευχαριστούν εις τους αιώνας των αιώνων για τα αγαθά που απολαμβάνουν.
Η τέταρτη πληροφορία που μας δίνει η παραβολή είναι ότι όλες οι ψυχές στη μέση αυτή κατάσταση, ενθυμούνται τους δικούς των ανθρώπους στη γη. Μας θυμούνται δηλαδή οι πεθαμένοι. Όλους μας.
Και γονείς και παιδιά, και συγγενείς και φίλους και γείτονες, τους πάντες ενθυμούνται.
Και δια μέσω των αγγέλων, τους ζητούν βοήθεια.
Ζητούν δηλαδή εκείνοι από μας βοήθεια, αλλά δια μέσω των αγγέλων.
Γι’ αυτό και τους τιμούμε τόσο πολύ μεθαύριο.
Δεύτερον. Προσπαθούν εκείνοι να μας προειδοποιήσουν, εμάς να προειδοποιήσουν, για την εκεί ζωή τους πώς είναι; - άλλοτε κρυώνουν, άλλοτε πεινούν,
άλλοτε είναι ολόλαμπροι, άλλοτε είναι δεδοξασμένοι, άλλοτε είναι γεμάτοι μέσα στο φώς.
Και έτσι μας αποδεικνύουν μ’ αυτές τις εμφανίσεις τους, ότι υπάρχει και δικαία κρίσις του Θεού, όπως υπάρχει και κόλασις.
Ναι υπάρχει.
Είναι το μίσος που θα τρέφομε κατά του Αγίου Θεού.
Ο Θεός που θα είναι αγάπη δεν την καταργεί αυτήν την αγάπη, ούτε στην κόλαση.
Μόνο που για μας αυτή η αγάπη θα είναι κόλασις, διότι θα την μισούμε.
Διότι θα θεωρούμε τον Θεόν υπέυθυνον για την κατάντια μας αυτή, ενώ εμείς με τη δική μας ελευθερία,
με το δικό μας αυτεξούσιο διαλέξαμε εδώ κάτω στη γη να υπηρετούμε τα πάθη μας και την αμαρτία, μέρα και νύχτα, πρωί και βράδυ.
Τετάρτη πληροφορία της παραβολής είναι ότι μετά τον θάνατον δεν υπάρχει μετάνοια.
Γι’ αυτό και το φωνάζουμε όλοι μας συχνά «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια».
Ο προφητάναξ Δαυίδ όμως, στον έκτο του ψαλμό ερωτά «εν δε τω Άδη τις εξομολογητήσεταί σοι;»
Επαναλαμβάνω λοιπόν ότι οι ψυχές που προγεύονται τον Παράδεισο, δεν μπορούν να επικοινωνήσουν ούτε και να παρηγορήσουν τις ψυχές που προγεύονται την Κόλαση στη μέση κατάσταση.
Διότι το χάσμα είναι αγεφύρωτο, και αυτήν την πληροφορία την είδαμε στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα.
Όσοι δεν το προλάβατε, να καθίσετε σήμερα να το διαβάσετε.

Παρά ταύτα η άπειρος ευσπλαχνία του Θεού, βρήκε τρόπους για να βοηθούνται όλες οι ψυχές.
Να λαμβάνουν κατά κάποιον τρόπον παράκληση, παρηγοριά, βοήθεια.
Και πρώτα - πρώτα με τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου και όλων των Αγίων της Ορθοδόξου ημών εκκλησίας.
Είναι το χρέος και η αγάπη της θριαμβεύουσας Εκκλησίας προς τον Πανάγιον Θεόν.
Αυτοί εύχονται.
«Και Σε Μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν».
Όχι για μένα, αλλά και για τον πατέρα μου, για τη μάνα μου, για τους παππούδες μου, για τις γιαγιάδες μου, για τους προγόνους μου, για τα εκατομμύρια των ψυχών που πέθαναν πριν από μένα.
Βοηθάει όμως τους ανθρώπους που έχουν φύγει από κοντά μας η εδώ στρατευομένη Εκκλησία.
Και η πιο μεγάλη βοήθεια προσφέρεται μέσα απ’ τη Θεία Λειτουργία, γιατί η Θεία Λειτουργία είναι το πάν.
Εκεί στην Πρόθεση, στον όρθρο όταν αρχίσαμε, είπαμε κατ’ αρχάς ένα ψιχουλάκι, πολύ μικρό ψιχουλάκι, - τι είναι ένα ψιχουλάκι - είπαμε «Μνήσθητι Κύριε πάσης επισκοπής Ορθοδόξων, Πατριαρχών, Αρχιερέων, Ιερέων, Ιερομονάχων, Ιεροδιακόνων, Μοναχών, Μοναζουσών», σε ένα ψιχουλάκι, σε ένα ψιχουλάκι. Σε ένα ψίχουλο. Χιλιάδες ψυχές ζωντανών κληρικών ορθοδόξων, παντός βαθμού, σε ένα ψίχουλο, που βαπτίζεται αυτό μέσα στο Αίμα του Κυρίου.
Κι ύστερα παίρνουμε άλλο ψιχουλάκι, και λέμε «Μνήσθητι Κύριε των επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου, των απ’ αιώνων κεκοιμημένων ευσεβώς Ορθοδόξων Χριστιανών, Πατριαρχών, Αρχιερέων, Ιερέων, Ιερομονάχων, Ιεροδιακόνων, Μοναχών, Μοναζουσών, πατέρων προπάππων, προπατόρων, πάππων και προπάππων, εκ των απ’ αρχής και μέχρις των εσχάτων τελειωθέντων».
Για σκεφθείτε! Για σκεφθείτε λίγο. Εκατομμύρια ψυχές Ορθοδόξων Χριστιανών δύο χιλιάδων ετών, σε δυό τρία ψιχουλάκια.
Εκατομμύρια ψυχές!
Και όμως βοηθούνται!
Διότι στο τέλος αυτά, αυτές οι ψυχές, των ζωντανών και των πεθαμένων, που αντιπροσωπεύονται και συμπυκνούνται στο ψίχουλα που υπάρχουν πάνω στο Άγιο Δισκάριον, ρίπτονται μέσα στο Άγιον Ποτήριον, στο Αίμα του Κυρίου!
Και τότε ο ιερεύς λέγει, - ή ο διάκονος «απόπλυνον Κύριε τας αμαρτίας των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων Σου ζώντων τε και τεθνεότων τω Αίματί Σου τω τιμίω, δια πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων Σου.»
Και φοβερόν είναι, και θαυμαστόν είναι, και φιλεύσπλαχνον είναι, και μακρόθυμον είναι, να δίνεις ένα όνομα, ζωντανού ή πεθαμένου, και να πλένεται στο Αίμα του Κυρίου.
Εκατομμύρια εκατομμυρίων ψυχών Ορθοδόξων Χριστιανών πλένονται λοιπόν στο Πανάγιον Αίμα του Κυρίου μας.
Να η μεγάλη αξία της Θείας Λειτουργίας στη βοήθεια που προσφέρει ιδιαιτέρως υπέρ των κεκοιμημένων, και ύστερα υπέρ των ζώντων.
Επίσης βοηθούν τα τρισάγια όπως το προηγούμενο, εφόσον δίδετε τα ονόματα στη Θεία Λειτουργία δε χρειάζεται το τρισάγιο τώρα, άλλη φορά. Άλλη μέρα, άλλη ώρα.
Τα μνημόσυνα, και οι ελεημοσύνες υπέρ των κεκοιμημένων.
Πάρε βρέ αδελφέ δέκα ευρώ, και πές, κρυφά δώστα κάπου που υπάρχει ανάγκη, χωρίς να το γνωρίζει η δεξιά σου τι ποιεί η αριστερά σου,
και πες αυτό για την ψυχή του πατέρα μου, της μάνας μου, του αδελφού μου, του παππού μου, της γιαγιάς μου.
Μπορείς να δώσεις μια τέτοια ελεημοσύνη!
Και να πεις για όλους εκείνους, που έπεσαν στα βουνά της Αλβανίας, για να ’μαστε σήμερα ελεύθεροι. - δεκαπέντε χιλιάδες νεκρούς είχαμε!
Και για όλους εκείνους τους ήρωες, τους οποίους και μείς μνημονεύουμε στην πρόθεση, που πέθαναν ηρωικώς, χιλιάδες χιλιάδων, πεντακόσιες χιλιάδες Έλληνες, για να ελευθερώσουν την πατρίδα μας απ’ την Τούρκικη σκλαβιά.
Άλλη βοήθεια, το κομποσχοίνι,
«Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσον τον κεκοιμημένον δούλον Σου, τον πατέρα μου».
Κάνε, μπορείς να κάνεις και το Σταυρό σου και να λες
«Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσε τον πατέρα μου».
«Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσε τον πατέρα μου».
«Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσε τη μητέρα μου».
«Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσε τη Γεωργία».
«Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσε τον Κωνσταντίνο» και ούτω κάθε εξής.
Και στις στρωτές μετάνοιες για όσους έχουν υγεία και μπορούν, ιδίως οι νέοι, και κάποιοι κάπως μεγάλοι που έχουν δυνάμεις ακόμα, να κάνουν στρωτές μετάνοιες και να λεν «Ανάπαυσον την ψυχήν του δούλου Σου, ανάπαυσον».
Και βλέπει ο Θεός αυτόν τον κόπον και παίρνει αυτήν τη φωνή και την ανεβάζει στον ουρανό προς βοήθεια εκείνων που την χρειάζονται.
«Πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη».
Και αν δεν είμαστε δίκαιοι, τουλάχιστον είμαστε απ’ αυτούς έστω, ε, λίγο πολύ ψευτοαγωνιζόμαστε εν Χριστώ σε αυτόν εδώ τον κόσμο.
Έτσι λοιπόν, η μεγαλύτερη ελεημοσύνη είναι η προσευχή, είναι το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», είναι το κομποσχοίνι, αλλά είναι και η Θεία ιδιαιτέρως Λειτουργία.
Γι’ αυτό και στο Άγιον Όρος, την κάνουν κάθε μέρα.
Όπως υπάρχουν και εδώ στον κόσμο, δυο τρείς πέντε εκκλησίες ενοριακές οι οποίες διατηρούν καθημερινά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας, για να βοηθούνται όλοι αυτοί οι νεκροί, από τον πρώτον που πέθανε μετά την Ανάστασιν του Χριστού, μέχρι και αυτήν την στιγμήν που ομιλούμε.
Για όλους αυτούς τους νεκρούς τελείται η Θεία Λειτουργία.
Έχουμε πολλές μαρτυρίες, ότι Θείες Λειτουργίες έβγαλαν και πέταξαν από την πρόγευση της Κολάσεως, και τις έβαλαν στον Παράδεισο.
Μαρτυρίες έχομε. Μαρτυρίες Αγίων ακόμα και για το κομποσχοίνι.
Έχουμε του γέροντος Ιωσήφ μαρτυρία, για τον ιερέα του χωριού του που ήταν Άγιος άνθρωπος, - που όταν τελούσε την Θεία Λειτουργία υπερίπτατο του εδάφους, και ελούζετο μέσα στο φως, και το έβλεπαν κατάπληκτοι οι χωρικοί,- αυτός εφανερώθη μια φορά σε έκσταση, και είπε στον ησυχαστή και μεγάλον εκείνον θεόπτη, ότι μέχρι τώρα εγνωριζα ότι μόνον οι Θείες Λειτουργίες βγάζουν απ’ την Κόλαση ψυχές και τις βάζουν στον Παράδεισο.
Διαπίστωσα λοιπόν, ότι και το κομποσχοίνι με την άκρα άσκηση, την αγρυπνία, την προσευχή, τους ατέλειωτους κόπους και αγώνες που κάνετε εσείς στας ερήμους, και αυτές οι ματωμένες προσπάθειες, του αναιμάκτου μαρτυρίου της συνειδήσεώς σας, βγάζουν και αυτές ψυχές απ’ την Κόλαση και τις μεταφέρουν στον Παράδεισο.
Δηλαδή στη μέση κατάσταση, όπου υπάρχει σήμερα δυνατότης.
Διότι μετά την Δευτέρα Παρουσία, η δυνατότητα αυτή καταργείται.
Δεν θα υπάρχει πλέον δύναμις βοηθείας, και καμία παράκλησις δεν θα μπορεί να δίδεται.
Και θα είναι τρομερή η κατάστασις εκείνη τότε των κολασμένων.
Αφού δεν θάχουν παρηγοριά, δεν θα μπορεί ο ένας τον άλλον να παρηγορεί, διότι θα βλέπουν μόνο τα οπίσθια ο ένας του άλλου, θα έχουν μόνον την θέα των δαιμόνων, και η αίσθησις της παρουσίας της αγάπης του Θεού θα τους προκαλεί αφόρητο μίσος, ψύχος και παγωνιά, κάψιμο στην ψυχή, πολλά περίεργα πνευματικά και φοβερά θα συμβαίνουν τότε και αλίμονον σε όσους από μας τα κληρονομήσουν.
Γι’ αυτό λοιπόν, δεν έχουν ανάγκη, τόση ανάγκη οι ζωντανοί.
Οι ζωντανοί θα βρουν κάποτε παρηγοριά, θα βοηθηθούν λιγάκι, θα φωτισθούν, πότε έτσι, πότε αλλιώς, μέχρι το τέλος της ζωής τους κάτι θα γίνει.
Με τους πεθαμένους όμως τι γίνεται, τους θυμάστε;
Όταν θα πεθάνω θα με θυμάστε; Ή σε έξι μέρες θα με ξεχάσετε; Ξεχάσατε τον πατέρα σας, τη μάνα σας, που σας γέννησε, που σας πόνεσε; Τους θυμάστε τους νεκρούς σας;
Αυτοί έχουν ανάγκη, και μεγάλη ανάγκη.
Και φωνάζουν «Βοήθεια, πεινάμε, διψάμε, κρυώνομε, βοήθεια! Κάντε προσευχές, κάντε λειτουργίες, δώστε τα ονόματά μας, κάντε τρισάγια, κάντε ότι μπορείτε για να μας σώσετε.»
Η ομολογία που κάνει ο Μογίλας, αντιπροσωπεύοντας την Ρωσική Εκκλησία, λέγει ότι μεγάλη η ωφέλεια και της ελεημοσύνης, και της προσευχής, και ειδικότερα της Θείας Λειτουργίας για τις ψυχές των κεκοιμημένων.
Τι άλλο να σας πώ;
Αυτή η παραβολή, είναι από τις πιο μεγάλες και τις πιο σπουδαίες που έχει η Εκκλησία μας και που δίνει μια καθαρή εικόνα τι γίνεται τώρα, στη μέση κατάσταση των ψυχών, αλλά και τι θα γίνει ύστερα, μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου.
Το πότε δεν το ξέρουμε, μην ακούτε φήμες, ψευδοπροφήτες.
Υπάρχουν, πάμπολλοι στην πατρίδα μας και στην Ελλάδα μας.
Ακόμα και βιβλία βγάζουν.
Μακριά από τους ψευδοπροφήτες, και από τους ψευδο-ορατικούς, και από τους ψευδοδιδασκάλους.
Μέσα στην Εκκλησία την Ορθόδοξη του Χριστού σώζεται ο άνθρωπος.
Διότι η Εκκλησία αυτή, είναι η Κιβωτός της σωτηρίας.
Εδώ μέσα θα σωθούμε, και εγώ και σεις.
Με το έλεος όμως του Αγίου Θεού.
Διότι δεν είμαστε άξιοι να σωθούμε.
Δεν τηρούμε τις εντολές του Θεού.
Ποιος να ’ρθεί να μου πει εδωπέρα, θα του φιλήσω τα πόδια, θα πέσω κάτω και θα συρθώ, και θα τα γλύψω, αν μου πει ότι αγαπάει τον Θεόν, εξόλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας.
Ας έρθει να μου το πει, εδώ μπροστά.
Ποιος το κάνει αυτό;
Ποιος τηρεί αυτή την εντολή;
Ποιος τηρεί την εντολή «Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν»;
Πως βγάζει τον εαυτόν του στον άλλον να πει «Θεέ μου τι έχει αυτός λέπρα; Δός μου την εμένα! Και δός τον αυτός υγεία. Πάρτην από μένα και δόστην σ’ αυτόν.» Το λέμε;
Λοιπόν, για να κοιτάξομε λίγο περισσότερο, τις εντολές του Θεού, και μην έρχεστε στην εξομολόγηση, και μου λέτε αερολογίες. Συγκεκριμένα πράγματα και αμαρτωλά.
Αμαρτίες θέλω, αμαρτίες. Έκλεψα, έφταιξα, κορόιδεψα, καταράστηκα, αγανάκτησα.
Έτσι θα τις λέτε τις αμαρτίες σας. Πέντε δέκα και τελείωσα.
Τι χρειάζονται οι αερολογίες; Οι λεπτομέρειες των λεπτομερειών;
Με συγχωρείτε που φώναξα, αλλά δεν αντέχω άλλο.
Τα χρόνια τελειώνουν, και ήρθε και η ώρα η δική μου, να βρεθώ στην ώρα της Κρίσεως του Αγίου Θεού.
Λοιπόν καλύτερα προετοιμασμένοι, όταν έρχεστε στην ιερά Εξομολόγηση και με το κεφάλι κάτω και συντετριμμένοι.

Αμήν.

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2007

Η διαφορά μεταξύ τών κατά Θεόν καί κατά κόσμον λύπης καί δακρύων.



204-γ
28.10.2007 Κυρ. Ζ΄Λουκά.

Μην κλαίετε.
Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αδελφοί μου παρουσίασε δύο θαύματα.
Το πρώτο ήτο η θεραπεία της αιμορροούσης γυναικός και το δεύτερο της αναστάσεως της νεκρής κόρης του Ιαείρου.
Γενικώς τα θαύματα από το Σωτήρα μας Χριστό δηλώνουν ότι μόνο μόλις ο άνθρωπος συναντήσει ή συναντηθεί με τη Θεία Χάρη, ή η καρδιά του συναντήσει τη Θεία Χάρη, τότε αποκτά την αίσθηση της ελευθερίας από την αμαρτία, την εξουσία του Διαβόλου και την δυναστεία των παθών του.
Και αυτό είναι θαύμα, θαύμα για όλους εμάς τους χριστιανούς.
Γίνεται πολλαπλό το θαύμα.
Πρώτον πρώτον γιατί καθαρίζεται το μυαλό μας, ξεσκοτίζεται δηλαδή ο νους.
Δεύτερον δυναμώνει η εξασθενημένη θέλησίς μας.
Τρίτον θεραπεύεται η αρρωστημένη φύσις και γινόμαστε δυνατοί στην πίστη, στην υπομονή, στον πόνο, στον αγώνα της ζωής.
Τέταρτον παύει μέσα μας να ενεργεί ανεξέλεγκτα ο μαύρος νόμος της αμαρτίας και ριζώνει το δένδρο της μετανοίας που παράγει πλούσιους καρπούς.
Όλα αυτά μας δηλώνουν ότι με τη συνάντηση αυτή που έχουμε με τη Θεία Χάρη, μέσα στην καρδιά μας αρχίζει η κάθαρσις στο κατ’ εικόνα.
Ας έλθουμε όμως στο θαύμα της αναστάσεως της νεκρής θυγατρός του Ιαείρου, και μάλιστα ειδικότερα σ’ αυτήν την παραγγελία : «Μην κλαίετε».
Για μας τους λογικούς ανθρώπους ακόμα και για τους σημερινούς Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς φαίνεται παράξενη και ακατανόητη αυτή η προτροπή και η παραγγελία του Κυρίου μας «μην κλαίετε».
Την ίδια παραγγελία έδωσε και στην χήρα μάνα όταν κήδευε το μονάκριβο παιδί της, της είπε «μην κλαίε».
Μην κλαίτε γιατί δεν τελειώνει εδώ η ζωή του ανθρώπου.
«Μην κλαίτε» παρήγγειλε γιατί εγώ είμαι η Ζωή και η Ανάστασις.
«Μην κλαίτε» γιατί υπάρχει και ανάστασις νεκρών, υπάρχει αιώνιος ζωή.
Παρά ταύτα η σκληρή πραγματικότητα, μας λέγει ότι η ζωή μας είναι ζυμωμένη με τα κλάματα, και η Αγία Γραφή ονομάζει τη γη πάνω στην οποίαν γεννιόμαστε ανατρέφουμε και πεθαίνουμε, την ονομάζει κοιλάδα του κλαυθμώνος, δηλαδή κοιλάδα των δακρύων.
Ο Χριστός όμως δεν φαντάζομαι να νομίζετε ότι απαγορεύει τα δάκρυα όταν αυτά προέρχονται από το χάσιμο προσφιλών μας προσώπων, κατά τον άλφα ή τον βήτα τρόπον.
Διότι με δυο τρόπους χάνομε τους προσφιλείς μας ανθρώπους, - όταν απομακρύνονται από κοντά μας εξαιτίας της αμαρτίας και δεύτερον όταν πεθαίνουν.
Αντιθέτως μάλιστα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Κύριος προτρέπει αυτό το κλάμα, το προτρέπει, για πολλούς και διαφόρους λόγους.
Άλλωστε και ο ίδιος ο Κύριος εδάκρυσε και έκλαψε.
Τα δάκρυα όπως η πείνα, η δίψα, ό κόπος, ο ύπνος, η δίψα, η πείνα, και πολλά άλλα, ανήκουν στον Κύριο, στα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη.
Κατά πρώτον έκλαψε ο Κύριος όταν για την πόλη, μάλλον έκλαψε ο Κύριος για την πόλη των Ιεροσολύμων, όταν προείδε την ολοκληρωτική της καταστροφή, και ερήμωση που εγένοντο λίγα χρόνια αργότερα από τον στρατηγό Τίτο.
«Και ιδών την πόλην της Ιερουσαλήμ έκλαυσεν επ’ αυτή», μας λέγει επί λέξη ο Ευαγγελιστής Λουκάς.
Τον βλέπομε κατόπιν να δακρύζει μπροστά στον τάφον του Λαζάρου, παρόλον που σε λίγο, - το ήξερε και ο ίδιος – θα τον ανέστη εκ νεκρών.
Η προτροπή του Χριστού «μην κλαίετε» απέβλεπε στο να σταματήσουν τα κλάματα της απελπισίας.
Και αυτό διότι με την ενανθρώπισή Του ο θάνατος έχασε την πραγματική του σημασία και έγινε για μας ένας μεγάλος ύπνος.
Είναι σαν να τους έλεγε : «Μην κλαίτε, το κοριτσάκι κοιμάται, Εγώ σε λίγο θα το ξυπνήσω. Είμαι Εγώ η Ανάστασις και η Ζωή. Μην κλαίτε λοιπόν, σεις όλοι οι Χριστιανοί, γιατί υπάρχει ζωή και ανάστασις. Μη κλαίτε γιατί υπάρχει η χαρά του Παραδείσου, και η αιώνια ζωή».
Αλλά, υπάρχει ένα «αλλά» που μας θυμίζει μία σκληρή φράση του Κυρίου, που λέγει «ουαί υμίν οι γελώντες».
Αλίμονον σε σας που γελάτε απερίσκεπτα χωρίς να σας νοιάζει ότι αύριο μπορεί και να πεθάνετε.
Αλίμονό σας γιατί θα θρηνήσετε και θα κλάψετε στο αιώνιον πυρ της Κολάσεως - να μην ξεχνάμε ότι υπάρχει και αυτή...
Αλίμονόν λοιπόν σε όλους εσάς που γελάτε εις βάρος των άλλων.
Αλίμονόν σε σας που γελάτε και ευχαριστιέστε με την καταστροφή και τον πόνον του πλησίον αντί να κλαίτε μετά των κλαιόντων και να χαίρεστε μετά των χαιρόντων.
Αλλά υπάρχει και ένα δεύτερο «αλλά», που είναι αυτό αντίθετο από το άλλο.
Είναι χαρούμενο διότι λέγει «μακάριοι οι κλαίοντες νυν».
Μακάριοι και ευτυχισμένοι όσοι κλαίτε και στενάζετε για τις αμαρτίες σας.
Μακάριοι όσοι από μας του Ορθοδόξους πιστούς Χριστιανούς κλαίμε κάθε μέρα για τις αμαρτίες μας από μετάνοια και συντριβή.
Μακάριοι όσοι από μας θρηνούμε και πενθούμε για την βρώμικη κατάσταση της ψυχής μας.
Και μακάριοι όσοι κλαίμε και πονάμε για τα αδιόρθωτα λάθη μας.
Και ακόμα πιο πολύ μακάριοι όταν κλαίμε για τα συντρίμμια που σκορπίσαμε γύρω μας με την άτακτη και αδιόρθωτη ζωή μας.
Και είναι όλοι αυτοί οι αμαρτωλοί μακάριοι διότι τους παρηγορεί ο ίδιος ο Κύριος, λέγοντας και βεβαιώνοντας «Μακάριοι οι πενθούντες και οι κλαίοντες ότι αυτοί παρακληθήσονται».
Έτσι αδελφοί μου βλέπομε δύο πράγματα.
Απ’ τη μια μεριά μας λέει ο Κύριος να μην κλαίμε, διότι αυτός είναι η Ζωή και η Ανάστασις και απ’ την άλλη μας επιβάλλει να κλαίμε και να πενθούμε, να στενάζουμε και να θρηνούμε για τις αμαρτίες μας, διότι έτσι μόνον καλλιεργείται η μετάνοια που σώζει.
Αυτό δηλώνει ότι υπάρχει λύπη και πένθος που οικοδομεί και λύπη και πένθος που καταστρέφει, αφού οδηγεί στην απόγνωση, στην απελπισία, στην κατάθλιψη και στον γογγυσμό.
Άρα έχουμε λύπη κατά Θεόν και λύπη κατά κόσμον.
Το βεβαιώνει και ο λόγος του Θεού δια στόματος Αποστόλου Παύλου.
«Η γαρ κατά Θεόν λύπη, μετάνοιαν εις σωτηρίαν, αμεταμέλητον κατεργάζεται».
Η δε του κόσμου λύπη, θανάτου θάνατον καταργήζεται.
Η κατά Θεόν λύπη, μας λέγει ο Απόστολος Παύλος, έχει σαν αποτέλεσμα την αληθινή μετάνοια για την οποίαν δεν θα μεταμεληθεί ο λυπούμενος και καρπός της οποίας βέβαια είναι η σωτηρία.
Η λύπη όμως που προκαλείται από τον κόσμο εξαιτίας της αμαρτίας, της κακίας, των παθών που δουλεύουμε και τα λοιπά, έχει σαν αποτέλεσμα τον πνευματικό θάνατο, τον αιώνιον θάνατο, τον αιώνιον χωρισμό μας από τον Θεόν.
Άρα «μακάριοι οι κλαίοντες νυν και μακάριοι οι πενθούντες».
Αυτό το «πενθούντες», κατά τους πατέρας της Εκκλησίας μας είναι ο μεγάλος διδάσκαλος κάθε φιλοσοφίας.
Είπεν ο Κύριος «οι πενθούντες», δηλαδή αυτοί που πενθούν πάντοτε.
Όσοι λοιπόν πενθούν για τις αμαρτίες τους, όσοι από μας δακρύζουν γι’ αυτές, και πολύ περισσότερον όσοι κλαίνε όχι μόνον για τις δικές τους αμαρτίες αλλά και για τις αμαρτίες των πλησίον, του φίλου, του γνωστού, του συγγενούς, ακόμα και του εχθρού, αυτοί είναι όντως μακάριοι.
Και είναι μακάριοι «οι κλαίοντες νυν και οι πενθούντες», διότι ποτίζει τις ψυχές τους ο Θεός, με θεϊκές παρηγοριές και ουράνιες χαρές.
Όχι γιατί το αξίζουμε, -εδώ είναι το περίεργο-, αλλά γιατί ο Θεός είναι φιλάνθρωπος, είναι μακρόθυμος, είναι πολυέλεος, είναι πανάγαθος, είναι γεμάτος σπλάχνα οικτιρμών.
Δεν σταματάει στην άφεση των αμαρτιών, όταν εμείς τη ζητούμε στο πετραχήλι του πνευματικού, δεν σταματάει στην απαλλαγή μας από τις ενοχές, αλλά προχωράει όμως, σε αμοιβές και δώρα, και σε βραβεία.
Αμαρτάνουμε, σκοτώνουμε, πορνεύουμε, αδικούμε, κλέβουμε, απατάμε, αρπάζουμε, συκοφαντούμε, βρίζουμε τα θεία, μισούμε, φθονούμε, θεομαχούμε, τι άλλο να σας πω;
Όλα τα κάνουμε.
Και ο Θεός βλέποντας τη μετάνοιά μας, τη συντριβή μας, τα δάκρυά μας, και το πένθος μας, μας συγχωρεί.
Και όχι μόνο μας συγχωρεί.
Μας αγκαλιάζει, μας δικαιώνει, μας πλουτίζει, μας βάζει στο σπίτι Του, μας ξανακάνει παιδιά Του, και κληρονόμους της περιουσίας Του, δηλαδή κληρονόμους της Βασιλείας των Ουρανών.
Είναι ή δεν είναι φιλάνθρωπος και πανάγαθος και φιλεύσπλαχνος και μακρόθυμος ο Θεός;
Δωρίζει παρηγοριά και παράκληση με ουράνιες χαρές, σε κάθε πιστό χριστιανό που μετανοεί και πενθεί για τις αμαρτίες του.

Χριστιανοί μου,
σας παρακαλώ πάρα πολύ,
να προσεύχεστε με δάκρυα ενθυμούμενοι τις αμαρτίες σας κι’ εγώ τις δικές μου.
Σας παρακαλώ πολύ να προσεύχεστε με συντριβή και πόνο.
Όχι ξερά, όχι επιπόλαια, αυτό ισχύει και για μένα.
Να προσεύχεστε αφού συγχωρέσητε και συγχωρηθείτε μέσα στην οικογένεια.
Να προσεύχεστε για όλους, ακόμα και για τους εχθρούς σας.
Και τελευταία τελευταία για τον πνευματικό σας.
Από σήμερα και στο εξής, να προσεύχεστε κάθε μέρα, μόνο σας παρακαλώ, ένα λεπτό κάθε φορά παραπάνω.
Και κλείνοντας σας εύχομαι ολόθερμα, σε σας όλα τα χαρίσματα, σε σας όλες οι ευλογίες, σε σας όλες οι αρετές, σε σας όλες οι ουράνιες χαρές, σε σας και ο Παράδεισος.
Κι’ εγώ είθε ν’ αξιωθώ, σε μιαν άκρη αυτή του Παραδείσου, με το έλεος, τη μακροθυμία, την φιλανθρωπία, και την αγάπη του Αγίου Θεού.

Αμήν.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2007

Ο Σπορεύς Χριστός, τά Μυστήρια καί η Θεία Λειτουργία.



204-β
14.10.2007 Κυρ. Δ΄Λουκά.

Σήμερα είναι Κυριακή του σπορέος.
Ο Σπορεύς Θεός χριστιανοί μου, την πρώτη θεϊκή Του σπορά, την έκαμε με το λόγο Του, τον προφορικόν που είναι το κήρυγμα και η κατήχησις, και τον γραπτόν, που είναι πάνω απ’ όλα το Ευαγγέλιον, η Καινή Διαθήκη, αλλά και όλη η Αγία Γραφή και ύστερα τα κείμενα των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας.
Αλλά η θεϊκή σπορά που κάνει ο θείος λόγος, στο γεώργιον των ψυχών μας είναι και με τα σωστικά Του μυστήρια.
Με το βάπτισμα η σπορά γίνεται μέσα στο νερό του βαπτίσματος.
Πεθαίνει ο παλαιός Αδάμ και ανίσταται ο νέος στάχυς ζωής, ο Νέος Αδάμ.
Με το Άγιον Χρίσμα σφραγίζεται αυτός ο νέος στάχυς από το Άγιον Πνεύμα και έτσι τα πλούσια χαρίσματά του αποδίδουν καρπόν, τριάκοντα, εξήκοντα, εκατό.
Αυτόν τον νέον στάχυ ζωής τον τρέφει και τον συντηρεί μέσα στην ψυχή και στην καρδιά μας, το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, εις άφεσιν ημών αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον.
Η πιο μεγάλη και ανυπέρβλητη αξία ιδού, είναι αυτή της Θείας Λειτουργίας, και δια μέσω αυτής η Θεία Μετάληψις, η Θεία Μεταλαβιά όπως τη λέγαμε στα παιδικά μας χρόνια.
Και όταν την ρίζα αυτού του στάχεος την κτυπούν και την καταστρέφουν τα σκουλήκια της αμαρτίας ο Σπορεύς Θεός Λόγος τα εξαφανίζει και τα φονεύει με το μυστήριον της Ιεράς Εξομολογήσεως και Μετανοίας.
Ο καθαρός αέρας και το οξυγόνο συντηρήσεως αυτού του στάχεος ζωής, είναι το «αδιαλήπτως προσεύχεσθαι».
Είναι η προσευχή, είναι η παντός είδους προσευχή της Εκκλησίας, αυτή που κάνομε εμείς εις τα σπίτια μας κατά μόνας, αλλά κυρίως η προσευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Για να διατηρήσομε τις προϋποθέσεις καλής και γόνιμης γής, και για να μπορούμε να προφυλάξομε αυτό το γεώργιον της ψυχής μας από τα ζιζάνια, τα αγκάθια και τα τριβόλια της αμαρτίας, εξαιτίας των παθών, οφείλομε να τηρούμε πάνω απ’ όλα το θέλημα του Θεού.
Να τηρούμε δηλαδή τις Ευαγγελικές εντολές, και να καλλιεργούμε τις αντίστοιχες αρετές με πρώτη την αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον, την ενεργουμένη πίστη, την υπομονή, την ταπείνωση, την ελεημοσύνη, την αλληλοκατανόηση, την αλληλοσυμπαράσταση, την ακεραιότητα στο ήθος, την καθαρότητα στις αισθήσεις, τη σύνεση στις αποφάσεις, την εν γνώσει σιωπή, την σωφροσύνη και τόσα άλλα ων ουκ έστι αριθμός.
Η καθημερινή προσπάθεια να είναι, πώς να χτυπιέται ο εγωισμός και η φιλαυτία, που είναι η γενική καταστροφή των χριστιανών, και των δικών μας ψυχών που είμαστε εδώ μέσα, αλλά και όλων των ανθρώπων απανταχού της γής.
Για τον εγωισμό όμως, κάναμε πολλές φορές λόγο, και μάλιστα τον τονίσαμε και την περασμένη Κυριακή.

Εμείς όμως θα επανέλθουμε στη συντήρηση και τροφή του στάχεος της ψυχής μας, δηλαδή στη Θεία Λειτουργία.
Μέσα στη Θεία Λειτουργία και στραμμένοι όλοι εμείς προς την Ωραία Πύλη, όλη η προσοχή μας πρέπει να συγκεντρώνεται προς το προτεινόμενον Άγιον Ποτήριον όπου με τα μάτια της ψυχής μας, τον Σταυρωμένο Χριστό να βλέπουμε, το Χριστό να απολαμβάνομε, τον Χριστό να αγκαλιάζουμε, και από τον Χριστόν να χορταίνουμε.
Μαζί Του να αναπνέουμε, μαζί Του να κινούμεθα, μαζί Του να χαιρόμεθα, μαζί Του να σηκώνουμε κάθε ημέραν και τον δικόν μας Σταυρόν των δικών μας θλίψεων, των ποικίλων ασθενειών από τον καρκίνο, των βασάνων, των πόνων, και των στενοχωρίων της ζωής.
Μαζί με τον Χριστό στο σπίτι, στην οικογένεια, στη δουλειά, στο δρόμο.
Ο Χριστός μας προσφέρεται δωρεάν, το τονίσαμε προηγουμένως, μέσα από το Ποτήριον της Ζωής, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον, εις ζωήν αθανασίας.
Ζούμε εδώ μέσα το μέγιστο θαύμα.
Έτσι κάθε φορά που ανοίγουν οι πόρτες των εκκλησιών μας, των ορθοδόξων ναών μας, και χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες, καλούν όλους μας, όλους τους ορθοδόξους χριστιανούς και όχι τους αιρετικούς, όπως το τόνισε το Αποστολικόν Ανάγνωσμα σήμερα, μας καλούν στο μυστικό δείπνο, στην Αγίαν Τράπεζα, όπου προσφέρεται ο Θυσιαζόμενος Υιός και Λόγος του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, εις βρώσιν και πόσιν τοις πιστοίς.
Ιδού το θαύμα θαυμάτων.
Και αυτό το θαύμα που δεν μπορεί να το χωρέσει το μυαλό μας, όργανό του είναι ο επίσκοπος και ο ιερεύς, διότι και διά μέσου αυτών, τότε ο Κύριος.
Είναι ο Θυσιάζων και ο Θυσιαζόμενος, είναι ο Θύτης και το Θύμα, είναι ο Προσφέρων και ο Προσφερόμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας προσφέρει κάποια ουράνια σύμβολα για τα τελούμενα της Θείας Λειτουργίας, πέρα από αυτά που ιδιαιτέρως εμείς έχουμε τονίσει στα βραδινά μας κηρύγματα και τα οποία είναι γραμμένα στο βιβλίο «Εμπειρίες κατά τη Θεία Λειτουργία».
Θα δούμε μόνον λίγες εικόνες – δεν μπορούμε όλες, διότι θέλουμε πολλά κηρύγματα.
Η μικρά Είσοδος με το Ευαγγέλιο μπροστά στο πρόσωπό μας, συμβολίζει την πρώτη είσοδο του Χριστού μέσα στον κόσμο.
Το δε πρώτο δημόσιο κήρυγμα του Κυρίου μας ήταν κήρυγμα μετανοίας και πίστεως.
«Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών, μετανοείτε και πιστεύετε του Ευαγγελίου».
Η είσοδος κατόπιν του ιερέως στο Άγιον Βήμα με την άνοδό μας, μπροστά από δω απ’ την Ωραία Πύλη και μπροστά στην Αγία Τράπεζα, ανεβαίνουμε δύο τρία σκαλοπάτια όπως βλέπετε, αυτή είναι η άνοδος και η είσοδος, είναι η εικόνα της Αναλήψεως, της ήδη δηλαδή σεσωσμένης καταστάσεως της ψυχής, αφού ο Κύριος εσταυρώθη για μας και μεις είμαστε οι βεβαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί.
Το «Δεύτε προσκυνήσομε» και όλοι οι εκκλησιαστικοί λειτουργικοί ύμνοι, εκφράζουν την αγαλλίαση που περιβάλλει εκείνες τις ψυχές, εκ των εκκλησιαζομένων χριστιανών, δηλαδή από μας, που υψώνουν την εσωτερική τους φωνή κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, πρός τον Θεόν, φωνάζοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ» από μέσα τους «ελέησόν με» ή «ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» ή «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου» ή «Χριστέ μου ελέησέ με και σώσε με» ή «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς» και άλλες παρόμοιες ικεσίες.
Τα Ειρηνικά, τα Πληρωτικά και όλες οι αιτήσεις των ιερέων στη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, μας υπενθυμίζουν την ειρήνη που μας χαρίζει ο Θεός, μετά από τις καθημερινές μάχες που δίδουμε εμείς για την καταπολέμηση των παθών μας, των αδυναμιών μας, με την τήρηση των Ευαγγελικών εντολών.
Συνεχίζοντας ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, μας λέγει ότι η ανάγνωσις του Ευαγγελίου, η έξοδος των κατηχουμένων και το κλείσιμο των θυρών -για εκείνη την εποχή όπως εγίνοντο,- αυτές οι τρείς πράξεις συμβολίζουν τις πράξεις της Εσχάτης Κρίσεως της Δευτέρας δηλαδή του Χριστού Παρουσίας, το διαχωρισμόν των εκλεκτών από τους κολασμένους, και την εξαφάνιση του ορατού κόσμου, καινήν γήν και καινούς ουρανούς.
Η Μεγάλη Είσοδος, εκτός από τις τέσσερεις ερμηνείες που δώσαμε παλιά, και την κραυγήν του ληστού «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου», παριστά και την Ουράνια αποκάλυψη των απορρήτων μυστηρίων του Θεού, κατά το μέτρον της δωρεάς του Χριστού.
Ο ασπασμός της Ειρήνης στο «αγαπήσομεν αλλήλους», δηλώνει την ψυχικήν ένωσιν όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών, που πιστεύουν στην Τριαδικότητα του Θεού και την Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού.
Μια ένωση που πραγματοποιείται προοδευτικά, από το Άγιον Πνεύμα, μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, που είναι η Κιβωτός της Σωτηρίας.
Δηλαδή, θέλει να μας πει ο Άγιος Μάξιμος, ότι όλοι εδώ μέσα είμαστε ένα και επί το αυτό.
Και δεν μπορούν να υπάρχουν μεταξύ μας διαχωρισμοί.
Ούτε βγαίνοντας ο ένας να γυρίζει την πλάτη στον άλλον.
Αλλά είμαστε μια οικογένεια, με έναν μικρό πατέρα, τον ποιμένα σας, και τον Μεγάλο Πατέρα, τον κατ’ εξοχήν Πατέρα των Πατέρων, τον Κύριον και Θεόν ημών.
«Πάντες υμείς, αδελφοί εστέ».
Η ομολογία της πίστεως έχει και αυτή την αναγωγική της πλευρά.
Και τι μας λέγει;
Ότι όπως πιστεύουν στον Ουρανό και όπως υμνολογούν και δοξάζουν Κύριον τον Θεόν, Άγγελοι και Αρχάγγελοι, Χερουβείμ και Σεραφείμ, Θρόνοι Κυριότητες και Δυνάμεις, τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα, -πως Τον ομολογούν και πως Τον πιστεύουν-, ότι είναι Ένας Θεός αλλά Τριαδικός, εμείς μια πίστη πρέπει να ομολογούμε και μεις, όχι βέβαια μόνο με τα χείλη, αλλά και με τη ζωή μας, και με το να χύνομε ακόμα και το αίμα μας γι’ αυτή την πίστη.
Αλλά, ας αρκεστούμε όμως έως εδώ.

Όλες οι Δεσποτικές εορτές, μας βοηθούν στο να συμμετέχουμε, στη δραματική πορεία της επίγειας ζωής του Σωτήρος Χριστού, πέρα από τα απλά και αναμφισβήτητα ιστορικά γεγονότα.
Το Δεκέμβριο παραδείγματος χάρη, γιορτάζομε τη Γέννηση του Χριστού, τα Χριστούγεννα.
Στις έξι Ιανουαρίου τα Θεοφάνεια.
Στις εικοσιπέντε Μαρτίου τον Ευαγγελισμό, στις έξι Αυγούστου τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος εν Δόξη.
Την άνοιξη γιορτάζομε τα Πάθη της Σταυρικής Θυσίας, την Ανάσταση και την ένδοξη Ανάληψή Του στους Ουρανούς.
Όλα αυτά όμως, όλα αυτά τα ιστορικά γεγονότα, δεν πρέπει να τα γιορτάζουμε με κοσμικές εκδηλώσεις, παθητικά ή και αδιάφορα, διότι μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία και μάλιστα στη Θεία Λειτουργία, δεν είμεθα απλοί θεατές και ακροατές.
Δεν είμαστε σε μια αίθουσα διαλέξεων.
Δεν είμαστε μπροστά στις οθόνες των τηλεοράσεων.
Δεν είμαστε στο θέατρο.
Είμαστε αυτόπτες μάρτυρες και ομολογητές αυτών των Θεϊκών και Θεανθρωπίνων γεγονότων, μέσα από το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος.
Εδώ ζούμε τη Γέννηση.
Εδώ ζούμε τη Μεταμόρφωση.
Εδώ ζούμε με το Πάθος, εδώ ζούμε τον Θάνατον, εδώ ζούμε την Ανάσταση, την Ανάληψη, την Πεντηκοστή, τα πάντα.
Μέσα μόνο σε μία Θεία Λειτουργία, από το «Ευλογημένη η Βασιλεία» μέχρι το «Δι’ ευχών».
Άραγε τα ζούμε; Άραγε τα ζούμε;
Άραγε τα βιώνουμε και μείς οι ιερείς και πρώτος εγώ ο ανάξιος;
Άρα οφείλομε να βιώνουμε στη Θεία Λειτουργία όλα τα ιστορικά γεγονότα της ζωής του Σωτήρος και μάλιστα πρέπει να τα ζούμε, όταν ειδικότερα τρεφόμεθα από το Πανάγιον Αίμα Του που ρέει άφθονον και ατέρμονα από την Αγία Τράπεζα και αναβλύζει από το Άγιον Ποτήριον.
Να πως λοιπόν μεταμορφούμεθα και πως αφθαρτοποιούμεθα σε μια νέα εν Χριστώ ζωή.
Το είπε ο Κύριος : «Ο τρώγων μου την Σάρκα και πίνων μου το Αίμα έχει ζωήν αιώνιον».
Ναι χριστιανοί μου, όχι μόνον «εν κοινότητι ζωής Χριστού περιπατήσομεν αλλά και πορευόμεθα εν Χριστώ».
Πρέπει να το πιστέυομε αυτό.
«Πορευόμεθα εν Χριστώ» και σήμερα και αύριο και μεθαύριο και πάντοτε μέχρι να πεθάνομε, με τη βοήθεια όμως του Σπορέως Ιησού Χριστού.
Με την συνδρομή του Ιησού Χριστού.
Με την δύναμιν του Σπορέως Χριστού.
Με την Χάριν του Σπορέως Χριστού.
Αυτώ η Δόξα και το Κράτος εις τους αιώνας των αιώνων,

Αμήν.

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2007

Περί ταπεινώσεως (Α' μερος)



140 β

Θα ήθελα να κάνουμε σήμερα λόγο για την ταπείνωση.
Βέβαια ξέρω ότι την έχουμε όλοι μας και δεν χρειάζεται να μιλάμε για πράγματα που έχουμε,… αλλά, έ, επειδή άλλος την έχει πολλή πολλή ας πούμε, και άλλος την έχει μέτρια, άλλος την έχει λίγο, έ, ας πούμε να δούμε πως την βλέπουν και την ταπείνωση οι πατέρες της Εκκλησίας μας. Και ειδικότερα μάλιστα όπως την εκφράζουν οι άγιοι ερημίτες και ησυχαστές. Γιατί σ’ εκείνους έδιδε πλήθος από αρετές, τους επλούτιζε από χαρίσματα, και όμως εκείνοι εφρόντιζαν με πολλή επιμέλεια να τις κρύβουν.
Να βλέπεις καμιά φορά, η καρδιά σου να βράζει από την ενεργουμένη μέσα σου προσευχή, και την νοερά ακόμα, και η επιμέλειά σου είναι τέτοια ώστε να μην μπορεί να την γνωρίζει κανένας, ούτε και να την καταλαβαίνει. Να το αντιλαμβάνεται πιθανόν ο πλησίον σου, ο συγγενής σου, ο φίλος σου, ο γείτονας, και συ να το αρνείσαι. Είναι αυτό ταπείνωσις!
Να αγαπάς τον πλησίον σου, ακόμα και τον εχθρόν σου και να τον ελεείς κρυφά, και το σπουδαιότερον να προσεύχεσαι γι’ αυτόν μέρα νύχτα, και να λες καλά λόγια γι’ αυτόν, να τον δικαιολογείς για τις πράξεις του, αυτό είναι ταπείνωσις.
Σαράντα οκτώ ολόκληρα χρόνια κάνω κηρύγματα. Και πρωινά, και εσπερινά, και βραδινά, και στους ναούς και στις αίθουσες και σε σπίτια. Συμμετείχα σε περισσότερες από δέκα χιλιάδες Θείες Λειτουργίες, από ό,τι έχω υπολογίσει, και όλες βέβαια με αναξιότητα. Και εγράφησαν αυτά που εγράφησαν. Εάν πιστέψω ότι όλα αυτά είναι δικά μου, και περάσει και ψιλός λογισμός, τότε είμαι γεμάτος από υπερηφάνεια, κενοδοξία, εγωισμό και οίηση. Ταπείνωσις μηδέν. Έχουν γίνει με τη χάρη του Θεού και χιλιάδες εξομολογήσεις. Σας βεβαιώνω λοιπόν και άλλα πάρα πολλά τα οποία δεν χρειάζεται να αναφέρουμε, σας βεβαιώνω λοιπόν ότι τίποτε από αυτά δεν θα με σώσει. Τίποτα. Τα έργα δεν σώζουν τον άνθρωπο. Κανένα δεν σώζει. Δεν πιστεύουμε στην εργοσωτηρία όπως πιστεύουν οι αιρετικοί. Και οι προτεστάντες, και οι παπικοί. Η ταπείνωσις σώζει. Και αν τυχόν σωθώ, θα σωθώ μόνον από το έλεος του Θεού που απορρέει από τη Σταυρική Του Θυσία και όχι από τα δήθεν έργα. Μπορεί όμως να σωθώ και αν μου κάνετε λίγη προσευχή. Δεν αποκλείεται να με λυπηθεί ο Θεός.

Εκατοντάδες ιερείς και επίσκοποι, Μητροπολίτες και Πατριάρχες, ιεροκήρυκες, προϊστάμενοι εκκλησιαστικών οργανώσεων, ακόμα και γεροντάδες με συνοδείες, και πολλοί άλλοι ρασοφόροι, ακόμα και λαϊκοί θεολόγοι και μη, με πολλές πολλές δραστηριότητες, ποικίλες ποιμαντικές δραστηριότητες, και θαυμαστές και αξιέπαινες μέσα στον κόσμο, όλοι μαζί τότε θα παρουσιαστούμε στην κρίση του Θεού και θα του πούμε: «Κύριε ου τω Σω ονόματι προεφητεύσαμεν; Στο όνομά σου δεν κηρύξαμε τον λόγον, το λόγο Σου, δεν προφητεύσαμε;» Ακόμα και προορατικοί γινήκαμε! Μερικοί από μας γίναμε και διουρητικοί. «Ου τω Σω ονόματι δαιμόνια εξεβάλομεν;» Θα του πούμε; Δηλαδή με τις εξορκιστικές ευχές που διαβάσαμε, βγήκαν ακόμα και δαιμόνια! «Και τω Σω ονόματι πολλάς δυνάμεις εποιήσαμεν». Κάναμε δηλαδή και θαύματα. Όχι μόνο θεραπείες ασθενών ή ναρκομανών, αλλά και σώσαμε και ανθρώπους από το βούρκο της αμαρτίας ή μιας οιασδήποτε οικονομικής καταστροφής. Χτίσαμε ναούς και αίθουσες. Κάναμε.. κάναμε και ιεραποστολές, … και τι δεν κάναμε… Πολλά και θαυμαστά έργα! Και τότε θα γυρίσει ο Θεός και θα πει σε όλους εμάς, που καμαρώσαμε και αναφέραμε αυτά τα πράγματα που αναφέραμε στον Θεόν, «Ουδέποτε έγνων υμάς». Ποτέ δε σας εγνώρισα για δικούς μου μαθητάς. «Αποχωρείτε απ’ εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν». Φύγετε από μπροστά μου, διότι υπήρξατε εργάτες της ανομίας, δηλαδή χρησιμοποιήσατε τα χαρίσματα που σας έδωσα για δική σας ωφέλεια, για δική σας επίδειξη. Για να προβληθεί το όνομά σας, για να ικανοποιήσετε τον εγωισμό σας, τη ματαιοδοξία σας, την υπερηφάνειά σας, την εκμετάλλευση των αδυνάτων, την συγκομιδή αργυρίων και την ικανοποίηση πολλών πολλών πολλών πολλών άλλων παθών. Υπήρξατε ακόμα μερικοί από σας και θρησκειοκάπηλοι, η αμοιβή σας ποια είναι; Η καιομένη λίμνη πυρί και θείω. Αυτή να είναι η αμοιβή σας. «Εις το πύρ το αιώνιον, τω ητοιμασμένω τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού».
Εάν χριστιανοί μου δεν εξετάζομε και δεν ερευνούμε με αυτόν τον τρόπο την ζωή μας, τότε είμεθα γεμάτοι από υπερηφάνεια και δαιμονική αλαζονεία, ταπείνωσις μηδέν. Αυτά βέβαια που είπα αφορούν εμάς κατ’ εξοχήν τους κληρικούς και πρώτον εμένα. Διότι πράγματι θα παρουσιαστούμε και θα Του πούμε «ου τω Σω ονόματι προεφητεύσαμεν, και δυνάμεις πολλάς εποιήσαμεν και δαιμόνια εξεβάλλομεν». Και πράγματι θα ακούσουμε οι περισσότεροι από μας, «υπάγετε απ’ εμού κατηραμένοι, οι εργάτες της ανομίας».
Ο Απόστολος Παύλος εκφράζει κάποιον φόβον, που έχει μέσα του μια πολύ μεγάλη αλήθειαν. Λέγει «μήπως άλλοις στηρίξας, αυτός εγώ αδόκιμος γένομαι;» Δηλαδή υπάρχει κίνδυνος, μήπως ενώ έχω κηρύξει σε τόσα έθνη το Ευαγγέλιον της σωτηρίας του Χριστού, εγώ στο τέλος να αποδοκιμαστώ απ’ το Θεό, γι’ αυτό και ανέφερα σαράντα οκτώ χρόνια ηρύγματα. Σαράντα χρόνια ιερωσύνης, Θείας Λειτουργίας, Εξομολογήσεων, ευχών, ευχών, ευχών και δεν ξέρω τι άλλο… Μήπως λοιπόν στο τέλος αποδοκιμαστώ απ’ τον Θεόν; Διότι εργάστηκα για τον εαυτό μου, για το όνομά μου, για την καλοπέρασή μου, και δεν ξέρω για ποια άλλη ικανοποίηση ανομίμου πάθους.. Αν αυτό το ομολογεί ο Απόστολος Παύλος, εγώ τι πρέπει να ομολογώ στον εαυτόν μου; Αλλά και στον λαόν του Θεού, δηλαδή σε σας. Και ο Απόστολος Παύλος για να φυλαχθεί από όλα αυτά γράφει στον ίδιο στίχο, «Υποποιάζω το σώμα μου και το δουλαγωγώ». Καταταλαιπωρώ δηλαδή το σώμα μου και το υποβάλω σε σκληρή πειθαρχία. Με νηστείες, αγρυπνίες, προσευχές, οδοιπορίες, ξευτελισμούς, ταπεινώσεις, και άλλα πολλά όσα ο ίδιος περιγράφει εκεί σε μια του επιστολή. Να η αληθινή ταπείνωσις. Εγώ τι κάνω; Τίποτα! Όσα έγιναν όμως ποιος τάκαμε; Ο Θεός! Ο Θεός κηρύσσει. Αυτή τη στιγμή με κράτησε στην υγεία, με έφερε απ’ το σπίτι εδώ και μου δίδει το λόγο για να μιλήσω. Αυτή τη στιγμή μπορεί να αγγίξει ένα κύτταρο από τον εγκέφαλό μου και να αρχίσω αυτήν την στιγμή να τραυλίζω. Αυτή τη στιγμή μπορεί να πέσω κάτω νεκρός. Αυτή τη στιγμή. Μη σας φαίνεται παράξενο. Ο Θεός έδωσε και δίδει και τη σοφία και τη δύναμη και το λόγο και τη γραφίδα, και όλα τα χαρίσματα. Δεν είναι ταπεινολογία. Είναι μία σκληρή πραγματικότητα. Τι έχω και δεν το έχω λάβει από τον Άγιον Θεό; Τι έχεις εσύ και δεν το πήρες απ’ το Θεό. Τι έχεις και συ και δεν το πήρες απ’ το Θεό; Τι έχουμε όλοι μας και δεν τάχουμε πάρει απ’ το Θεό; Τι είναι δικό μου και τι είναι δικό σου; Και γιατί υπερηφανεύομαι γι’ αυτό; Γιατί το επιδεικνύω; Που είναι η ταπείνωσίς μου;
«Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία. Τότε ευρίσετε ανάπαυσιν εν ταις ψυχαίς υμών». Που είναι η πραότητα και που είναι η ταπείνωσις; Που είναι το πνεύμα του Αγίου Θεού; Που είναι ο νούς Χριστού;
«Τι έχεις ουκ έλαβες; Ει δε και έλαβες, τι καυχάσαι ως μη λαβών»; Το τονίζει βεβαιωτικά ο Απόστολος Παύλος, εκεί στην Πρώτη Προς Κορινθίους. Άρα καμμιά καύχησις και κανένας έπαινος. «Ο καυχόμενος εν Κυρίω καυχάσθω, εντέλλεται ο λόγος του Θεού, και πάσα δόξα τιμή και προσκύνησις ανήκει μόνον στον Πατέρα, στον Υιόν και στο Πανάγιο Πνεύμα». Δεν αποδίδομε δόξα, τιμή και έπαινο στους ιερείς. Σε κανέναν. Η τιμή πρέπει και η δόξα να αποδίδεται μόνο εις τον Πανάγιον Θεόν, που τον φωτίζει και τον κάνει καλό υπηρέτη και διάκονό Του. Και ας μην ξεχνάμε ότι «πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί καταβαίνον εκ του Πατρός των Φώτων». Το λ’εμε και εις την οπισθάμβωνο ευχή. Τελεία και παύλα. Μόνον αυτή η αναγνώρισις είναι ταπείνωσις. Ταπείνωσις. Ταπείνωσις. Και μόνη της αυτή μας σώζει.

Ένας άνθρωπος ονόματι Σιλβανός, που ήτο προηγουμένως θεατρίνος, θέλησε να γίνει μοναχός στη μονή του Αγίου Παχωμίου. Έτσι αρνήθηκε τον κόσμο, και πήγε στον όσιο. Τα πρώτα πράγματα που τούπε ο όσιος είναι ότι «να προσέχεις, διότι η μοναχική ζωή εδώ απαιτεί και κόπους και θυσίες και έχει ανάγκη να αγρυπνάς συνεχώς, να έχεις υπομονή και υπακοή, φρόνιμες και συνετές σκέψεις, να προσέχεις τους λογισμούς σου, για να μπορέσεις έτσι με τη χάρη του Θεού να αντισταθείς στο διάβολο, ο οποίος διαρκώς μέρα νύχτα μας πιέζει, και σένα θα σε πιέζει ευκολότερα διότι έχεις δώσει δικαιώματα με τον προηγούμενο βίο. Ε, θεατρίνος ήσουν, διαρκώς μεσ’ την αμαρτία ζούσες».
Συμφώνησε ο Σιλβανός ότι θα τα εκτελεί όλα. Όσα διδάσκει, όχι μόνο ο μεγάλος Άγιος, αλλά και όσα εντέλλεται η μοναχική αγγελική πολιτεία. Αφού λοιπόν αγωνίστηκε για αρκετόν καιρό, άρχισε να παραμελεί την σωτηρία του, όπως κάνουμε και μεις, μας πιάνει ο πρώτος ενθουσιασμός, κάνουμε λίγα πράγματα τις πρώτες μέρες κι ύστερα τις υπόλοιπες τα ξεχνάμε, και να οι τούμπες η μία πίσω από την άλλη. Και άρχισε να λέει και διάφορα αστεία, σαν και αυτά που ήξερε τότε όταν ζούσε στα θέατρα. Τονε κάλεσε ο Άγιος και τον διέταξε να αποβάλει το μοναχικό του σχήμα. Μπρός στους αδελφούς, να φορέσει τα παλιά του κοσμικά ενδύματα και να επιστρέψει στον κόσμο. Ε βέβαια συνήλθε όπως καταλαβαίνετε, ο Σιλβανός, έπεσε στα πόδια του Αγίου, ζήτησε συγχώρεση, τον παρακάλεσε βέβαια να τον συγχωρέσει ακόμη μια φορά και τελευταία, και ότι από σήμερα θα βάλει μια καινούργια αρχή. Του έδωσε βέβαια τις απαραίτητες συμβουλές που χρειαζότανε, ο άγιος, και αφού έλαβε την διαβεβαίωση από τον Σιλβανό, ότι θα διορθώσει τον εαυτό του, τον κράτησε.
Αλλά ο Άγιος ζήτησε εγγυήσεις. «Για να παραμείνεις εδώ θέλω εγγυήσεις». Τότε ένας μοναχός, φιλάδελφος, ο Πετρώνιος, θαυμάσιος μοναχός, εδέχθη να εγγυηθεί, ότι ο Σιλβανός, -θα τον πάρει κοντά του βέβαια,- θα τηρήσει τις υποσχέσεις του, και έτσι ο άγιος, τον συγχώρησε και τον κράτησε κοντά του. Τον ευλόγησε βέβαια και τον παρέδωσε στον Πετρώνιο.
Ο Σιλβανός έλαβε την συγχώρηση και όταν την έλαβε από κείνη την ημέρα, τόσο πολύ εταπείνωσε τον εαυτόν του, ώστε έγινε τύπος και υπογραμμός για ολόκληρη την αδελφότητα, και ιδιαιτέρως για όλες τις αρετές που κατόρθωσε και προπαντός διότι καλλιέργησε τα κατά Θεόν δάκρυα. Τα δάκρυα του πένθους, της συντριβής και της μετανοίας. Τόσο πολύ τον διέκρινε η κατάνυξις, ώστε και όταν ακόμα έτρωγε, πολλές φορές τα δάκρυά του έτρεχαν σαν ποτάμι και γέμιζαν το πιάτο το λιτό, του φαγητού του, από τα δάκρυα. Και έτσι εφαρμόζονταν σ’ αυτόν, το ψαλμικόν που λέγει ότι «σπονδόν ωσεί άρτον έφαγον, και το πώμα μου μετά κλαυθμού εκίρνον». Δηλαδή και το νερό που έπινα το γέμιζα από τα δάκρυα της μετανοίας μου. Ο άρτος που έφαγα και που έτρωγα ήταν σαν στάχτη, η ερμηνεία του στίχου. Και το νερό το ανακάτευα με τα δάκρυά μου.
Βέβαια οι άλλοι μοναχοί που τον έβλεπαν να τρώει στο τραπέζι και να χύνει τόσα δάκρυα του είπαν ότι μήπως πρέπει να συγκρατείται, ειδικότερα όταν υπάρχουν και ξένοι στην τράπεζα, όπως συμβαίνει συνήθως, γιατί στα ανδρικά μοναστήρια, συνηθίζεται και δεν το είδαμε πουθενά αυτό να παραβιάζεται, στην τράπεζα των μοναχών να συγκεντρώνονται οι άρρενες προσκυνητές. Του ζητούσαν βέβαια με πολλή επιμονή να μάθουν γιατί έχει τόσα πολλά δάκρυα, και γιατί εμείς δεν μπορούμε; Να δακρύζουμε και να κλαίμε όπως ακριβώς εσύ.
«Πώς λοιπόν», τους απαντούσε εκείνος, «να μη χύνω δάκρυα μετανοίας, όταν βλέπω να με υπηρετούν άγιοι, των οποίων ακόμη και η σκόνη από τα πόδια τους έχει μεγάλη αξία. Ενώ εγώ δεν είμαι άξιος για τίποτα; Δεν πρέπει λοιπόν να πενθώ, να κλαίω; Πέστε μου, αξίζω εγώ ο θεατρίνος, να υπηρετούμαι από τέτοιους αγίους που με περιβάλλουν; Πενθώ λοιπόν αδελφοί μου, διότι φοβούμαι καθημερινώς, μήπως με καταπιεί η γη, και φοβούμαι διότι ενώ έχω γνωρίσει τόσα πράγματα, εν τούτοις αμελώ την ψυχική μου σωτηρία».
Αυτό αφορά όλους μας. Δεν αφορούσε μόνον τον Σιλβανό. Διότι ενώ έχουμε γνωρίσει του κόσμου τα πράγματα από την θεϊκή διδασκαλία του Κυρίου μας, είτε από το Ιερό Ευαγγέλιο, είτε μέσα από τα Ιερά Μυστήρια, και ειδικότερα από τη Θεία Κοινωνία, -πόσες χάρες μας έχει δώσει; Είτε μέσα από την ταπεινή μας προσευχή, την πρωινή, τη βραδινή, είτε από άλλα ψυχοφελή πνευματικά νηπτικά βιβλία, είτε μέσα στο ιερό εξομολογητήριο, εν τούτοις βλέπουμε ότι εξ αιτίας των παθών που μας πιέζουν, πολλές φορές αμελούμε την ψυχική μας σωτηρία, μη καλλιεργώντας καθημερινά τις Ευαγγελικές αρετές. Και κάνουμε το χειρότερο απ’ όλα. Βλέπομε τις καμπούρες των άλλων, βλέπομε τα ελαττώματα των άλλων, τις ελλείψεις των άλλων, τις αδυναμίες των άλλων, και παραβλέπομε τελείως τις δικές αδυναμίες, που είναι ασυγκρίτως περισσότερες από του διπλανού μας, και μάλιστα οι περισσότερες είναι και κρυφές, αν των άλλων είναι φανερές. Αυτό σημαίνει ότι όταν ασχολούμαι και ειδικότερα όταν κατακρίνω τις αδυναμίες των πλησίον, και μέσα στην οικογένεια ακόμα, γιατί ζούμε μέσα σε μια κοινωνία η οποία παραπαίει, στο πλήθος των ανομιών και της κακότητος και της πονηρίας, εάν λοιπόν προσέχουμε διαρκώς και κατακρίνουμε, τότε βλάπτομε την ψυχική μας σωτηρία και δεν καλλιεργούμε την ταπείνωση.
Μ’ αυτόν τον τρόπον περίπου, αγωνίζετο εκείνος ο Σιλβανός. Και οι θεατρίνοι, και ειδικότερα την παλιά εποχή, δεν είχαν καλή φήμη, όπως και σήμερα, να μην πω τι λέγονται και τι ακούγονται… Ο Θεός όμως δέχεται τους πάντας. Γιατί «ήλθε αμαρτωλούς σώσαι ων πρώτος ειμί εγώ», έλεγε ο Απόστολος Παύλος, και δέχεται όλους τους αμαρτωλούς μηδενός εξαιρουμένου. Και έχουμε τέτοιους τους οποίους πήρε ο Θεός μέσα από την πορνεία, και τους έκανε αγίους όπως την Μαρία την Αιγυπτία, την οσία Πελαγία, την οσία Ευγενία, την οσία Θεοδώρα και τόσες άλλες.
Επειδή λοιπόν αγωνίζετο κατ’ αυτόν τον τρόπον, μια μέρα στην τράπεζα ο Άγιος Παχώμιος είπε τα εξής σε όλους εκεί τους παρευρισκομένους μοναχούς, οι οποίοι δεν ήσαν λίγοι, - υπολογίζεται ότι πρέπει να ήσαν πεντακόσιοι τότε, λέει «αδελφοί μου διακηρύσσω ενώπιον του Αγίου Θεού ότι από τότε που ιδρύθηκε το μεγάλο αυτό κοινόβιο, δεν γνωρίζω κανέναν απ’ όλους τους αδελφούς που μένουν μαζί μου, απ’ όλους εσάς δηλαδή, να με εμιμήθη, εμένα», είπε ο Άγιος Παχώμιος, «εκτός από έναν».
Όταν το άκουσαν αυτό, βέβαια, όλοι οι μοναχοί εκεί, οι πεντακόσιοι, άλλοι νόμιζαν ότι εννοούσε τον μοναχό Θεόδωρο, άλλοι τον Πετρώνιο, και άλλοι τον Ορσίνιο. Αυτοί ήσαν διακεκριμένοι σε ολόκληρη την αδελφότητα. Έλεβε λοιπόν το θάρρος ένας απ’ αυτούς, ο Θεόδωρος, να ρωτήσει τον Μέγα Παχώμιο, ποιόν εννοεί. Ο μέγας Άγιος βέβαια δεν ήθελε να απαντήσει, επειδή όμως εν τω μεταξύ επέμεναν όχι μόνον οι τρείς αυτοί που αναφέραμε, αλλά και μεγάλο πλήθος από τους αδελφούς, ο Άγιος τους απάντησε ως εξής. «Εάν εγνώριζα ότι εκείνος για τον οποίο επρόκειτο να ομιλήσει, είναι ενδεχόμενο να υπερηφανευθεί όταν θα επαινεθεί, δεν θα το εφανέρωνα ποτέ. Αλλά επειδή γνωρίζω ότι όσο και αν επαινείται τόσο περισσότερον και ταπεινώνεται και εξευτελίζεται με τη χάρη του Θεού, γι’ αυτό για να μιμηθείτε και σεις τον τρόπο του, θα τον επαινέσω και γω ενώπιόν σας, χωρίς φόβο ότι θα πάθει τυχόν ζημιά. Συ λοιπόν αδελφέ μου Θεόδωρε, και Πετρώνιε και Ορσίνιε, και όσοι αγωνίζονται όπως εσύ, όπως εσείς, σ’ αυτό εδώ το κοινόβιο και τη μεγάλη σκήτη, δέσατε τον διάβολο και τον ρίξατε σαν σπουργίτι κάτω απ’ τα πόδια σας, και καθημερινώς με την χάρη του Χριστού τον πατάτε στο χώμα. Εάν όμως παραμελήσετε λίγο τους εαυτούς σας, υπάρχει άμεσος φόβος να σηκωθεί κάτω απ’ τα πόδια σας ο αιχμαλωτισμένος διάβολος και να ορμήσει πάλι εναντίον σας και να σας καταπιεί. Άρα λοιπόν και όταν τον πατάμε δεν είμαστε ασφαλείς. Θέλει κάτι πολύ περισσότερο ο Θεός από μας», όπως το τονίζει ο Μέγας Παχώμιος. Και συνεχίζει ο Άγιος. «Ο αδελφός όμως Σιλβανός, τον οποίον προ ολίγου χρόνου επρόκειτο να τον διώξουμε απ’ την σκήτη μας, λόγω της αμελείας του και των άλλων φανερών αδυναμιών του, αυτός τώρα υπέταξε τελείως τον διάβολο και τον εξαφάνισε, ώστε να μην μπορεί πλέον να φανεί πλησίον του, και στο τέλος με την υπερβολή της ταπεινώσεώς του, τον κατενίκησε και τον ξευτίλισε τελείως. Σεις μεν, επειδή έχετε πράξει έργα αρετής, στηρίζετε το θάρρος σας σε όσα μέχρι στιγμής πράξατε. Αυτός όμως όσο περισσότερον αγωνίζεται, τόσο και περισσότερο παρουσιάζει σε όλους σας τον εαυτόν του περισσότερον αρχάριο, σκεπτόμενο συνεχώς ότι είναι αχρείος, άχρειος δούλος, σύμφωνα με όσα διδάσκει και εντέλεται ο Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. «Όταν ποιήσετε πάντα τα διαταχθέντα υμίν, λέγετε ότι δούλοι άχρειοι εσμέν, ότι ό οφείλομεν ποιείσαι πεποιήκαμεν». Δεν κάναμε τίποτα περισσότερο από αυτά που μας λέει το Ευαγγέλιο».
Άρα όταν τα φτιάξουμε όλα, - ποιος από σας τα κάνει όλα, εγώ δεν τα κάνω μάλλον, ούτε τα μισά, ούτε το εν τρίτο, ούτε καν έβαλα αρχή – θα λέμε ότι είμαστε και θα το πιστεύουμε, όχι θα το λέμε μονάχα, ότι είμαστε άχρειοι δούλοι. Γι’ αυτό το πρώτο πράγμα που λέμε στη Ιερά Εξομολόγηση είναι «είμαι αμαρτωλός, δεν κάνω τίποτα», αυτό λέμε, και ύστερα αρχίζουμε και αραδιάζουμε τις αδυναμίες μας, για να φανεί ότι πράγματι δεν κάνουμε τίποτα. Και να πονάμε γι’ αυτό. Τίποτα δεν αδυνατίζει και δεν εξασθενεί τον διάβολο όσο η έμπρακτη ταπείνωσις που ασκείται με όλη τη δύναμη της ψυχής μας, και που πιστεύουμε ότι είμεθα αμαρτωλοί, γιατί μερικοί ενώ το ομολογούμε δεν το πιστεύουμε και λέμε «βρε αδελφέ έχω και μια αρετούλα τώρα, τέλος πάντων, ε, τον Παύλο τον συγχώρεσε, την κυρα Δέσποινα την στρίγκλα, της λέω καλημέρα, την πεθερά μου βέβαια δεν θέλω να τη δω στα μάτια», … τι λέτε!
Έτσι λοιπόν ο αδελφός Σιλβανός, μετά απ’ αυτήν την ομολογία, έζησε άλλα οκτώ χρόνια, και εκοιμήθη οσιακώς. Την αγιότητά του την διακήρυξε ο Άγιος Παχώμιος, ο οποίος είπε ότι την στιγμή εκείνη που παρέδιδε την ψυχή του στα χέρια του Θεού, είδε πράγματι πλήθος αγίων αγγέλων να την παραλαμβάνουν με χαρά και δοξολογίες και να ανέρχονται στον ουρανό, και να την προσφέρουν ως θυσίαν εκλεκτή στο Χριστό και Θεό ημών που θα είναι και ο κριτής μας κατά την Δευτέρα αυτού Παρουσία.
Για να δούμε τώρα, απ’ αυτή τη στιγμή και μετά, ποιός από μας πρώτος, θα μπορέσει, και γω βέβαια μαζί σας, να μιμηθεί τον απλό αυτόν μοναχό, τον λεγόμενο Σιλβανό.

Η Αγία Συγκλητική έλεγε ότι τόσο μεγάλη αρετή είναι η ταπείνωσις, ώστε ο διάβολος που μπορεί να μιμείται, σχεδόν όλες τις αρετές, και να εμφανίζεται ακόμα και ως άγγελος φωτός, αυτήν δεν την γνωρίζει καθόλου τι πράγμα είναι. Διότι αν ο διάβολος πει «ήμαρτον», πει «συγχώρεσέ με», πει «έλεος Θεέ μου», θα γίνει και πάλι άγγελος φωτός. Δεν το λέει..
Γι’ αυτό και ο Απόστολος Πέτρος επειδή γνωρίζει την ασφάλεια και την σταθερότητα αυτής της μεγάλης αρετής, μας προστάζει να την στερεώσουμε όσο είναι δυνατόν περισσότερο επάνω μας. Να την φορέσουμε σαν στολή, όπως αυτήν τη στολή φόρεσε ο Θεός και έγινε άνθρωπος. Και αυτή η στολή να είναι στολή ψυχική. Να γίνει ένα αναπόσπαστο μέρος με τον εαυτό μας και μέσω αυτής να συγκρατώνται και να συσφίγκονται όλες οι άλλες αρετές, και όλα τα χαρίσματα και όλες οι δωρεές που μας έχει δώσει ο Θεός και μας έχει προικίσει μ’ αυτές.Δηλαδή αυτή η αρετή είναι που θα τις συγκρατήσει και τις άλλες μέσα μας, και θα δώσει την δυνατότητα να καλλιεργηθούν έτι περισσότερον.
«Όπως είναι ακριβώς αδύνατον να κατασκευαστεί ένα πλοίο», λέγει η Αγία Συγκλητική, «χωρίς καρφιά, έτσι είναι αδύνατον και τελείως αδιανόητον να σωθεί ο άνθρωπος, ο χριστιανός, χωρίς τη μεγάλη αυτή αρετή».
Και επειδή ο Θεός θέλει πάντας σωθείναι, εάν λοιπόν δεν καταβάλλομε τρόπους θεληματικούς για να ταπεινούμεθα, ή να αυτομεμφώμεθα, να αυτοεξευτελιζόμεθα τουλάχιστον στην προσευχή μας, να ομολογούμε και στον διπλανό μας, βρέ αδελφέ, μη κοιτάζεις αυτό και εκείνο, και γω αμαρτωλός είμαι, ε, μ’ έδωσε ο Θεός μια δυνατότητα, την κάνω, αλλά την δυνατότητα την έδωσε ο Θεός. Τη φώτιση την έδωσε ο Θεός, δεν είναι από μένα τίποτα. Ό,τι κάνω, το κάνω με τη χάρη του Θεού, «ό ειμί, χάριτι Θεού ειμί». Έτσι κάπως, έτσι να τοποθετούμε τα πράγματα για να μπορέσουμε να σωθούμε.
Και συνεχίζοντας μας αναφέρει τους ύμνους των τριών παίδων, δηλαδή, ενώ μέσα στους ύμνους δεν ανέφεραν και πολύ τις άλλες αρετές, απαριθμούσαν μαζί με τους υμνούντας μόνον τους ταπεινούς. Χωρίς να αναφέρουν ούτε τους σώφρονας, ούτε τους εγκρατείς, ούτε τους νηστευτάς, ούτε άλλη κατηγορία ανθρώπων. Υμνούσαν και δοξολογούσαν εκείνους οι οποίοι είχαν το φρόνημα και τη θέληση να κρατούν στη ζωή τους το ταπεινό φρόνημα. Η αρχή λοιπόν και ο σκοπός όλων των αρετών ας είναι η ταπείνωσις.

Ένας απ’ τους πατέρες της ερήμου, διηγήθηκε ότι κάποιος φιλόπονος γέροντας σε ένα από τα κελιά που υπήρχε γύρω στη σκήτη, φορούσε για ένδυμα ένα πράμα που ήταν κατασκευασμένο από ψάθα. Το είχε μπαλώσει από δω, το είχε μπαλώσει από κει, του είχε κάνει και κάτι τρύπες και το φορούσε. Κάποτε επισκεύθηκε και το μεγάλο αββά Αμωνά. Μόλις τον είδε ο αββά του είπε : «Τι το φοράς αυτό; Δε σε ωδελεί σε τίποτα!» Και κείνος πάλι, αντί να ταπεινωθεί, να κατεβάσει το κεφάλι, του είπε : «Πάτερ και αββά Αμωνά, με ενοχλούν τρείς λογισμοί». Ε, τι να τον κάνει τώρα. Αφού τούπε ότι δεν σε ωφελεί αυτό, ε, ρώτησε «Ποιοί λογισμοί;» «Πρώτον λέει, να γυρίζω στην έρημο; Μόνος, έτσι. Να φύγω σε έναν άλλο ξένο τόπο, που δεν θα με γνωρίζει κανένας. Ή να κλειστώ σε ένα κελλί. Όχι να παραμείνω μάλλον έγκλειστος. Ε, και όποιος με λυπάται να μου ρίχνει κανένα ξεροκόμματο από το παραθυράκι όπου θα είμαι έγκλειστος. Ποιόν απ’ τους τρείς τρόπους να διαλέξω»;
Εσείς λέτε ποιόν τον είπε; Έτσι με τον λογισμό σας; Τούπε «κανέναν δρόμο. Γιατί κανένας δεν σε συμφέρει και κανένας δεν θα σε οικοδομήσει. Προτιμότερον λοιπόν είναι, αν θέλεις να μ’ ακούσεις, διότι αυτή η ψάθα που φοράς δεν σε ωφελεί σε τίποτα, αυτό είναι ταπεινοσχημία και δεν είναι ταπείνωσις. Τα άλλα ήταν ταπεινολογία και δεν ήταν ταπείνωσις. Να καθίσεις στο κελάκι σου, να τρώγεις κάθε μέρα αυτό που προσφέρει το κοινόβιο, και να έχει διά παντός μέσα στην καρδιά σου τον λόγο του τελώνου «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Και να χτυπάς το στήθος σου κάθε μέρα, διότι όντως είσαι αμαρτωλός, όπως το έκανε και ο τελώνης.»

Οι πατέρες της Εκκλησίας μας, διαβάζομε ακόμη και στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, - βέβαια έλεγε εκείνος το «μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον» - ότι περισσότερες φορές πρέπει να ενθυμείσαι τον Θεόν από όσο αναπνέεις. Γι’ αυτό και οι πατέρες φρόντισαν να καλλιεργούν την μονολόγιστη προσευχή, κατ’ αρχάς το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν» και ύστερα να το κάνουν πέντε λέξεις, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», άλλο τι κάνει η προσευχή ύστερα από χρόνια όταν από μόνη της εσωτερικά λέγεται. Άλλο εκείνο. Πάντως, καλλιεργούσαν αυτού του είδους τις προσευχές, τις τελωνικές, όπως είναι το «ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», ή όπως είναι το «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου», ή τις κραυγές εκείνες τις οποίες έβγαζαν, έβγαλε μια φορά, η Χαναναία, «Ιησού Υιέ Δαβιδ, ελέησόν με, ότι η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». - Για όσα τραβάει το σπίτι μου, και τα παιδιά μου, ή το παιδί μου, ο άντρας μου ή η γυναίκα μου, και όσα δεινά και ταλαιπωρίες και γρουσουζιές έχουμε μέσα στο σπίτι μας, εγώ φταίω, εμένα ελέησέ με, ελέησόν με ότι η θυγάτηρ μου, δηλαδή η θυγατέρα μου δαιμονίστηκε εξαιτίας μου, άρα εμένα να ελεήσεις. Το παιδί μου έμπλεξε με ναρκωτικά, ελέησέ με Κύριε. Ο άντρας μου έμπλεξε με το τζόγο, ελέησόν με Κύριε. Γίνεται εκείνη η αμαρτία. Έρχεται αυτό το κακό. Υπάρχει αυτό το δεινό, εκείνη η αρρώστια. Ελέησόν με Κύριε. Διότι άμα δεν θέλουμε να ταπεινωθούμε από μόνοι μας, πούθελα να το πω προηγουμένως και μου ξέφυγε, μας ταπεινώνει ο Θεός με αρρώστιες. Όχι Αρχιεπίσκοπος νασαι και Πατριάρχης, ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο να είσαι, ο Θεός ξέρει να σε ταπεινώνει με την αρρώστια, … σε συντρίβει. Σε ταπεινώνει εκεί, για να ζητήσεις το έλεος, να πεις συγγνώμην, πεθαίνω τώρα, ποιος είμαι; Ποιός θα με σώσει; Οι επιστήμονες; Τα λεφτά; Τα πλούτη; Ποιος θα με σώσει; Η δόξα, οι τιμές, οι έπαινοι, ο στρατός, τα όπλα, η εξουσία; Μόνο Κύριος ο Θεός σώζει. «Ιησού επιστάτα ελέησον ημάς», φώναζαν οι δέκα λεπροί. «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με», φώναζε ο τυφλός, ο Βαρτιμαίος. Αυτή είναι η ταπείνωσις.
Είμαι τυφλός Κύριε, ελέησέ με. Είμαι στραβός, ελέησέ με. Δεν έχω μυαλό, ελέησέ με. Όλα μου παν ανάποδα, ελέησόν με. Εγώ φταίω. Δεν φταίνε οι άλλοι. Δεν φταίνε οι περιστάσεις. Δεν φταίνε οι συνάδελφοι. Δεν φταίει ο συνέταιρος. Δεν φταίει ο αποπάνω. Δεν φταίει ο αποκάτω. Εγώ φταίω. Αν εγώ ήμουν καλός, και οι γύρω μου θάταν καλοί. Εγώ να διορθωθώ. Και να πιστεύω ότι η αυτοδιόρθωσις είναι και των όλων διόρθωσις. Είμαστε ένα κομμάτι μιας ολόκληρης κοινωνίας. Άμα το κύτταρο αυτό είναι υγιές, θα αντισταθεί στην αρρώστια που χτυπάει τους γύρω. Μπορεί να βρεθεί και ένα άλλο υγιές ύστερα, και ένα άλλο υγιές, και ένα άλλο υγιές, και να γίνει μια μονάδα, ισχυρή μέσα σ’ αυτόν τον οργανισμό ολοκλήρου της κοινωνίας, που μπορεί να αποκαταστήσει και την υγεία σ’ ολόκληρο το σώμα. Αν υποφέρει λοιπόν το σώμα είναι γιατί είναι άρρωστα τα κύτταρα. Για την κατάντια της κοινωνίας εμείς φταίμε, και ο καθένας μας χωριστά, μη βγάζουμε την ουρά μας απέξω. Εμείς φταίμε, και άμα καλλιεργήσουμε το «εμείς φταίμε» και το «εγώ φταίω», θα γίνει καλύτερος και ο κόσμος, και θα έχουμε ειρήνη στην ψυχή, και να που θα έλθει η ταπείνωσις.

Ένας αδελφός πήγε κάποτε στο όρος της Θέρμης, σ’ ένα μεγάλο γέροντα και τον ρώτησε : «Γέροντα, έχω ένα βάρος. Αβά τι να κάνω, - γιατί χάνεται η ψυχή μου;». «Γιατί τέκνον μου», τον ρώτησε εκείνος.
«Να», λέει, «όταν ήμουνα στον κόσμο, νήστευα ευχαρίστως, έκανα και αγρυπνίες, είχα και εγκράτεια, είχα και πολλή κατάνυξη, είχα και δάκρυα, είχα και θερμό ζήλο, έκανα και ελεημοσύνες, έλεγα και κανέναν καλό λόγο στον διπλανό μου … Τώρα, δεν έχω τίποτα κανένα αγαθό στην ψυχή μου. Κανένα καλό δεν βλέπω».
Και η απάντησις : «Τέκνον, πίστεψε ένα πράγμα, ότι όλα όσα έκανες όταν ήσουνα μέσα στον κόσμο, δεν τα εδέχετο ο Θεός, διότι τα έκανες από κενοδοξία, τα έκανες για τον έπαινο των ανθρώπων, τα έκανες ίνα φανώσι τοις ανθρώποις, για να φαίνεσαι, γι’ αυτό και δεν σε πολεμούσε ο διάβολος. Δεν τον ένοιαζε αυτόν να κόψει την προθυμία σου, επειδή και να τα έφτιαχνες δεν είχες καμιά ωφέλεια, αφού υπήρχε στη μέση κενοδοξία, υπήρχε και το μπράβο των ανθρώπων, … τώρα όμως επειδή σε βλέπει, ότι κλήθηκες από τον Χριστό, για να γίνεις ένας σωστός στρατιώτης, και μαθητής και απόστολος, και με αυτόν τον τρόπον πλέον τον πολεμάς, κρατώντας στο χέρι και το κομποσχοίνι, και λέγοντας μέρα νύχτα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», τώρα λοιπόν, ο διάβολος εστράφη εναντίον σου. Γι’ αυτό να θυμάσαι ότι στον Θεό είναι αρεστός ένας ψαλμός και μόνον, και μια ευχή που θα κάνεις και την οποίαν θα επαναλαμβάνεις, παρά τους χίλιους ψαλμούς που έλεγες στον κόσμον. Εδώ ο Θεός δέχεται την λίγη νηστεία που κάνεις, με πολλή ευχαρίστηση, παρά τη νηστεία που έκανες και την έδειχνες, των πολλών εβδομάδων στον κόσμο. Ααα.. Εγώ νηστέυω, από Δευτέρα έως Παρασκευή, Δεν τρώω τίποτα εγώ, Σαββατοκύριακο λίγο λαδάκι». Και το λες και σ’ όλους… Τι, δε νηστεύεις … Α παπαπαπα, θα σε κάψει ο Θεός, - δεν τον ρωτάς ο άλλος αν αντέχει… Μπορεί νάχει ζάχαρο, μπορεί νάχει χίλιες δυό αρρώστιες, Τι κοκορεύεσαι ότι νηστεύεις από Δευτέρα έως Παρασκευή, νήστεψε και μην το λες, πλένε το πρόσωπό σου, και άμα σε ρωτήσουν «νηστεύσεις;», δυστυχώς δεν νηστεύω. Και να νηστέψω καμιά φορά δε νηστεύουν τα μάτια, δε νηστεύουν τα αυτιά, δεν νηστεύει η γλώσσα, δε νηστεύει ο νους μου, πες τα έτσι.. να ταπείνωση! Τι μου κοκορεύεσαι και λες ότι νηστεύω. Εγώ πάτερ μου, λέει, το πρώτο πράγμα που μπήκε να μου πει ένας να εξομολογηθεί, εγώ ξέρεις κρατώ όλες τις νηστείες, και τη μεγάλη Σαρακοστή, όχι μόνον αλάδωτη αλλά με ξερό ψωμί, Ε τι να του πεις τώρα. Μα τώρα λέει, δε νηστεύω καθόλου, απάντησε εκείνος. Τάχασα όλα τα αγαθά πούχα στον κόσμο…. Το λίγο είναι προτιμότερον απ’ το πολύ. Όταν μάλιστα γίνεται κρυφά και με πολλή υπομονή. Γιατί τότε είσαι ευάρεστος στον Θεόν. Ε, αυτός εξακολουθούσε να επιμένει και να λέει «μα εγώ εδώ βλέπω να κάνετε.. η ψυχή μου εκεί, πήγαιναν όλα καλά, μέλι γάλα».
«Κοίταξε να δεις» του λέει, «δεν ήθελα να σε προσβάλω. Αλλά μια και το θέλεις θα στα πω λοιπόν χύμα και τσουβαλάτα. Επειδή βλέπω ότι ο διάβολος δεν σε έχει ρίξει μόνον στην αμέλεια, στην ακηδεία, στη ραθυμία και στη λήθη, αλλά και στην απελπισία. Γι’ αυτό λοιπόν σου λέω τα εξής. Πιστεύεις λοιπόν ότι όταν ήσουνα στον κόσμο, έκαμες καλοσύνες, νηστείες, ελεημοσύνες, προσευχές και αγρυπνίες και νόμιζες ότι ήσουν ευάρεστος στο Θεό; Λοιπόν, κοκομοίρη μου, όλα αυτά τάκανες από υπερηφάνεια, και ήταν υπερηφάνεια, και είναι υπερηφάνεια. Έτσι νόμιζε και ο Φαρισαίος. Ο οποίος είχε και καύχηση για αυτά που έκανε. Νηστεύω δις του Σαββάτου, νηστεύω δυο φορές την εβδομάδα, έτσι; Όπως συνήθως γίνεται όλο το χρόνο εκτός από τις Σαρακοστές. Άλλοι θέλουν να νηστεύουν και τη Δευτέρα. Με γειά τους με χαρά τους. Αποδεκατώ όσα κτώμαι. Πόσα βγάζω μισθό; Χίλια ευρώ; Τα εκατό τα δίνω για ελεημοσύνη. Τα ομολογούσε αυτά, φανερά. Και έλεγε, δεν είμαι τέτοιος, δεν είμαι απαυτός, δεν είμαι από κείνους, και δεν είμαι σαν κι αυτόν, τον Τελώνη, εδώ, αρχικλέφταρος. Το να νομίζεις λοιπόν, στην παρούσα φάση, της ζωής σου, ότι δε κάμνεις κανένα καλό, αυτό είναι υπέρ αρκετό για να σωθείς, διότι αυτό λέγεται ταπείνωσις. Μέσα από την ταπείνωση, και μέσα από αυτήν την ελεηνολογία του εαυτού σου, έτσι μόνον θα σωθείς, όπως σώθηκε και ο Τελώνης.

Και θέλω να σας πω κάτι το οποίον βέβαια θα το επαναλάβω και άλλη φορά. Είναι προτιμότερον το διάβολο να τον έχουμε απέναντί μας, παρά στο σβέρκο μας. Στο σβέρκο μας τον έχομε όταν κάνουμε τα θελήματά του. Όταν υποκύπτουμε στις αδυναμίες μας και στα πάθη μας. Όταν κάνουμε το θέλημα του διαβόλου και όχι του Θεού. Αντιθέτως, τότε δεν μας πολεμάει, γιατί είναι ήδη στο σβέρκο μας, γιατί να μας πολεμάει; Αφού οι ίδιοι είμαστε θύματα και δούλοι και υποχείριοι των παθών μας, γιατί να μας πολεμήσει; Όταν όμως θα μπούμε στο δρόμο του Θεού, θα αρχίζουμε από την μετάνοια, την Εξομολόγηση, τον εκκλησιασμό, την μελέτη, την προσευχή, τη Θεία Κοινωνία και όλα όσα εντέλλεται το Ευαγγέλιο, και αρχίζουμε και διορθώνουμε τις αδυναμίες μας και τα πάθη μας, και καλλιεργούμε τις αρετές, διορθώνουμε και περιορίζουμε τις αισθήσεις μας, και διορθώνουμε και περιορίζουμε τους λογισμούς και τις σκέψεις μας, τότε ο διάβολος μπαίνει απέναντί μας, φεύγει απ’ το σβέρκο μας και πάει απέναντι. Ε, είναι προτιμότερον απέναντι. Να τον έχουμε αντίπαλο από απέναντι. Ευκολότερα τον πολεμούμε. Για σκεφτείτε το λιγάκι να δείτε .. Ότι ευκολότερα πολεμείται ο αντίπαλος που είναι απέναντί σου, παρά αυτός που είναι στο σβέρκο σου.

Αυτό ήθελα να σας πω, και μ’ αυτό ήθελα να κλείσω την σημερινή μας ομιλία.