Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 1992

35 Η Θεία Λειτουργία. Οι περιστάσεις τής ζωής καί η Θεία Λατρεία

Η έκσταση του ιερέα και του Γιαννάκη

Πριν από πολλά χρόνια, προ του 1940, στο Βόλο μια Μεγάλη Σαρακοστή γίνονταν μία Θεία Λειτουργία, ημέρα Κυριακή.
Τη Μεγάλη Σαρακοστή την Κυριακή τελούμε τη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου.
Μέσα στο Ιερό Βήμα υπηρετούσε ένας μικρός τότε, νεαρός στην ηλικία, εκείνη την εποχή θα πρέπει να ήταν 10-12 χρονών περίπου, δεν θυμάμαι ακριβώς.
Το μικρό του το όνομα αυτού του παιδιού ήταν Γιάννης.
Ενας ευλαβής ιερεύς προπολεμικά έκανε τη Θεία Λειτουργία και όταν έφτασε στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, γονάτισε ο ιερεύς και ύψωσε, ακούμπησε τα χέρια του στην Αγία Τράπεζα και όπως ήταν έτσι κοίταζε ψηλά και στο βάθος.
Παρέμεινε εκεί. ιεροψάλτης είπε μια φορά το "Σε υμνούμεν", το είπε δεύτερη φορά, το είπε τρίτη φορά.
Ο κόσμος όλος συγκινημένος.
Τότε δε γονάτιζαν οι πιστοί.
Είχαν σκυμμένα τα κεφάλια μέχρι το έδαφος και αναλύθηκαν όλοι μέσα στο ναό σιγά σιγά σε λυγμούς, διότι η ώρα περνούσε και ο ιερεύς δεν έλεγε "Εξαιρέτως της Παναγίας".
Ο ψάλτης, ο δεξιός, είπε σε κάποιον άλλο να συνεχίσει και πάλι το "Σε υμνούμεν" και μπήκε μέσα στο Ιερό.
Είδε τον ιερέα να βρίσκεται σε αυτή τη στάση, σε έκσταση και το Γιαννάκη πεσμένο κάτω ανάσκελα λιπόθυμο.
Εκανε τον κύκλο.
Μάλλον βγήκε έξω, μπήκε από την άλλη πλευρά.
Έριξε νερό στο πρόσωπο του Γιαννάκη να συνέλθει και την ώρα βέβαια που συνερχόταν ο Γιαννάκης από τη λιποθυμία, εκείνη την ώρα σηκώθηκε και ο ιερεύς.
Του έδωσε ο ιεροψάλτης το θυμιατό και είπε το "Εξαιρέτως της Παναγίας Αχράντου".
Η διάρκεια αυτή κράτησε περίπου τα 20 λεπτά.
Ρώτησαν τον ψάλτη.
Λέει:
- Δεν ξέρω.
Ο παπάς φαίνεται ήτο σε έκσταση.
Ο Γιαννάκης λιπόθυμος.
Ρωτούσαν το Γιαννάκη.
Ο Γιαννάκης δεν απαντούσε τίποτα.
Οπότε τον παρέλαβε και άρχιζε να τον πιέζει με ερωτήσεις μια κοπέλα τότε υποψήφια για μοναχή και σήμερα Ηγουμένη και Γερόντισσα στο μοναστήρι της Παπαδιάς.
Οσοι πάτε καμμιά φορά στο μέρος για επίσκεψη ρωτήστε για αυτό το γεγονός να σας το πει η ίδια με
δικιές της βέβαια λεπτομέρειες, εφ'όσον θελήσει να το πει.
Γιατί ασφαλώς θα υπάρχουν και κάποια άλλα πράγματα τα οποία δεν γνωρίζουμε και δεν έφτασαν σε εμάς.
Τα γνωρίζουν αυτοί.
Αν τα πουν σήμερα ή όχι, αυτό δεν το ξέρω.
Επίεσε λοιπόν το Γιαννάκη και είπε ότι:
- Οταν έφτασε η στιγμή του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων, εμφανίστηκε ο Μέγας Βασίλειος, του οποίου η Θεία Λειτουργία ετελείτο, με όλην του τη μεγαλοπρέπεια, δορυφορούμενος υπό Αγγέλων μέσα στο Αγιον Βήμα.
Μη αντέχοντας να τον δει ο μικρός Γιαννάκης, έπεσε κάτω λιπόθυμος.
Αυτό ήτο.
Ο ψάλτης δεν είδε τίποτα και είδε μόνον ο Γιαννάκης.
Φαίνεται ότι η έκστασις και η παρουσία αυτή, αν συνομίλησε με τον Αγιο και αν είπε τίποτα ο Αγιος ή απλώς παρευρίσκετο Αρχιερεύς στη δική του Λειτουργία όπου ετελείτο από τον ευλαβέστατο εκείνον ιερέα, δεν γνωρίζουμε τίποτα.
Δεν έχουμε καμμία άλλη πληροφορία.
Είναι η μόνη, αυτό το μεγάλο και αληθινό γεγονός, το οποίον σε κάθε Θεία Λειτουργία γίνεται και επαναλαμβάνεται μόνο που τα δικά μας μάτια, τα θνητά, τα σάρκινα, τα αμαρτωλά, τα βρώμικα δεν μπορούν να δουν.

Τα χέρια της γυναίκας που δεν έλιωναν

Εδώ στον Πειραιά, πριν αρκετά χρόνια μεταξύ 1970 και 1974 καθαιρέθηκε ένας κληρικός, ο οποίος βέβαια μετά την καθαίρεση, επειδή ήταν μορφωμένος και συγχρόνως εκπαιδευτικός, εξασκούσε το
επάγγελμα του εκπαιδευτικού, ως κοσμικός, αλλά βέβαια ζήτησε μετάθεση και πήγε στην επαρχία και έμεινε εκεί μακριά.
Κάποιες γιορτές ήρθε να δει εδώ τους δικούς του και πέρασε από τη γειτονιά και μία κυρία τον γνώρισε και λέει σε κάποια άλλη:
- Ξέρει αυτός είναι καθηρημένος.
Αυτός ήταν παπάς και τον καθαίρεσαν.
Και σηκώθηκε η άλλη που μόλις το άκουσε, χωρίς μυαλό μέσα της, σήκωσε τα δυο της τα χέρια και τον φασκέλωσε από πίσω, όπως περπατούσε ο καθηρημένος εκείνος ιερέας.
Δεν πέρασε ένας χρόνος και η γυναίκα αυτή που μούντζωσε πέθανε.
Ηρθε η ώρα της, πέθανε.
Πήγαν στο νεκροταφείο.
Πέρασαν τα τρία χρόνια, εδώ στν Ανάσταση, πέρασαν τα τρία χρόνια και έγινε η εκταφή.
Βγήκε όλη λιωμένη εκτός από τα δυο χέρια, τα οποία ήταν ολόκληρα, ακέραια μαζί με το κρέας, σαν να τα είχαν βάλει στον τάφο εκείνη την ώρα.
Μαύρα ναι αλλά σαν να τα είχαν βάλει εκείνη την ώρα.
Απλώς βάψιμο, σαν να είχαμε μια μπογιά.
Αλλά το κρέας υπήρχε επάνω, δεν είχε λιώσει από μέσα.
Μαύρα, χοντρά, απαίσια στην όψη και με τα νύχια μεγάλα.
Φωνάξαν τον ιερέα του τμήματος εκεί, όσοι είστε από εδώ και πηγαίνετε στην Ανάσταση ξέρετε, διάβασε ευχή, μια, δυο, τρεις, τίποτα δεν έγινε.
Ειδοποιούν τον Μητροπολίτη.
Ηταν πρωινές ώρες.
Τότε ήταν Μητροπολίτης ο Χρυσόστομος στον Πειραιά, ο οποίος αμέσως πήρε το αυτοκίνητο και
ήρθε.
Βάζει το Πετραχείλι και το Ωμοφόριο, διάβασε αρχιερατική συγχωρητική ευχή, δεν έγινε τίποτα. Περίμεναν δηλαδή να γίνει κάτι.
Αλλά δεν έγινε τίποτα.
Ανάμεσα σε αυτούς τους συγγενείς και τους γνωστούς που παρευρίσκοντο στην εκταφή, ήτο και εκείνη η κυρία που ήτο γειτόνισσα και λίγο συγγενής με την πεθαμένη.
Αυτή που της είπε ότι αυτός ο παπάς είναι καθηρημένος.
Και το θυμήθηκε.
Και λέει αυτή:
- Κάτι πρέπει να έχει κάμει με τα χέρια της για να μην λιώνουν.
Και θυμήθηκε αυτή.
- Α, λέει, είναι αυτό.
Και είπε τι έγινε.
Είπε αμέσως να βρεθεί ο καθηρημένος ιερεύς, να βρεθεί.
Και πράγματι, δεν ξέρω για ποιους λόγους ήτο εκεί εκείνες τις ημέρες, μάλλον ήτο προς το καλοκαίρι και είχαν παύση τα σχολεία και ευρέθη τελικά.
Το απόγευμα της ημέρας ήρθε μαζί με τον Δεσπότη ξανά εκεί και παρουσία βέβαια των εκταφέων,
τα άλλα κομμάτια τα είχαν πάρει, εκείνα τα είχαν τοποθετήσει εκεί κάτω τέλος πάντων σε μια ...; τα φύλαγαν, και του είπε
- Κοίταξε να δεις, παιδί μου, εδώ, ό,τι έγινε έγινε τότε αλλά εδώ πρέπει να, πεις... Συνέβη αυτό χωρίς να το ξέρεις, εσύ μπορεί να καθαιρέθηκες αλλά η ιεροσύνη, η χάρις της ιεροσύνης δεν έφυγε,
είναι μέσα σου, κολλημένη και ενωμένη με το είναι σου και με την ψυχή σου.
Συγχώρησέ την.
Πες:
"Λελυμένη και συγκεχωρημένη".
Και ακούμπησε με τα χέρια σου τα χέρια της.
 Οταν είπε "Λελυμένη και συγκεχωρημένη" και πήγε να ακουμπήσει τα χέρια, έλιωσαν.
Αυτό έγινε μεταξύ 1970 και 1974, δεν θυμάμαι, παρόντος του ιερέως της εποχής εκείνης και των εκταφέων. Αυτά από πρώτο χέρι. Λοιπόν, ο παππούλης όποιος και αν είναι Λειτουργός Ιερεύς είναι κάρβουνο.
Αν είναι αγιασμένος, είναι αναμμένο θα σας κάψει.
Αν δεν είναι όποιος και αν είναι είναι πάλι κάρβουνο σβησμένο αλλά οπωσδήποτε θα μουντζουρωθείτε.
Ποιος έπιασε κάρβουνο και δεν μουντζουρώθηκε;
Ποιος έπιασε κάρβουνο και δεν κάηκε;
Μετά φόβου και τρόμου στη Θεία Λειτουργία ο παππούλης είναι εις τόπον και
τύπον Χριστού.
Βρίσκεται μπροστά στο φρικτό Γολγοθά και τελεί έστω και ανάξιος την αναίμακτη ιερουργία.



Λευκοί καπνοί

Κάποτε, αδελφοί μου, ένας ιερεύς λειτουργός, τέτοιες αγιασμένες μέρες, μου εδιηγήθη το εξής περιστατικό που συνέβη στη Μεγάλη Είσοδο με τα Τίμια Δώρα στα χέρια, παρουσία βέβαια και πολλών εκκλησιαζομένων χριστιανών.
Ηταν Σάββατο όμως.
Όπως στάθηκε στην Ωραία Πύλη και θα έλεγε "Και εις τους αιώνας των αιώνων" μόνον και από εκεί θα έκανε στροφή για να μπει μέσα χωρίς να κάνει μνημονεύσεις, εκεί έκπληκτος λοιπόν βλέπει καμμιά δεκαριά χριστιανούς, και από άνδρες και από γυναίκες, έτρεξαν γρήγορα κοντά του, έπεσαν εκεί στα πόδια του και άρχισαν να ψαχουλεύουν εκεί το Στιχάρι του, το πάτωμα εκεί να φτιάχνουν, κάτι τέτοια.
Δεν μίλησε όμως, μπήκε μέσα και συνέχισε τη Θεία Λειτουργία.
Μετά το Δι'ευχών και ενώ μοίραζε το Αντίδωρο, ζήτησε εξηγήσεις, λέει:
- Γιατί το κάνατε αυτό εσείς; κτλ.
 Και εκείνοι του απάντησαν ότι γρήγορα γρήγορα έτρεξαν διότι νόμιζαν ότι από το θυμιατό του νεωκόρου είχαν πέσει πάνω στο χαλάκι της Ωραίας Πύλης τα αναμμένα κάρβουνα τα οποία έκαιγαν το χαλί και έβγαζαν καπνό και θέλησαν να τα μαζέψουν.
Αυτά είπαν οι χριστιανοί.
- Είδατε τίποτα;
Λέει:
 - Οχι.
Εκτός από τον καπνό δεν είδαμε τίποτα άλλο.
 Τι ήταν αυτό;
Δεν απάντησε ο Γέροντας.
Αλλά και ο Ιερεύς όμως πηγαίνοντας προςτην Ωραία Πύλη, ενώ έλεγε "Πάντων ημών μνησθείη Κύριος ο Θεός εν τη Βασιλεία Αυτού πάντοτε νυν και αεί" και φτάνοντας για να κάνει αυτή τη στροφή και να φτάσει εδώ, όταν έστρεψε λοιπόν λέγοντας "πάντοτε νυν και αεί" έβλεπε από τη βάση της Ωραίας Πύλης, πριν φτάσει εκεί, να ανεβαίνουν προς τα πάνω πυκνά σύννεφα λευκού καπνού. Αυτά είδαν και οι χριστιανοί και νόμιζαν ότι καίγονταν το χαλάκι από τα καρβουνάκια του θυμιατού του νεωκόρου.
Αλλά ο νεωκόρος ήταν μακριά όμως.
Ο νεωκόρος ήταν εκεί και οι λευκοί καπνοί έβγαιναν μπροστά από την Ωραία Πύλη.
Τι να ήσαν αυτοί οι λευκοί καπνοί;
Αυτούς τους λευκούς καπνούς τους είχε δει και ένας άλλος λειτουργός στο Αγιον Ορος να βγαίνουν από το ίδιο σημείο και πάλι στη Μεγάλη Είσοδο, να απλώνονται σε όλον το Ναό και να τον
πλημμυρίζουν από άρρητη, παράδοξη ευωδία.
Εμοιαζαν σαν λευκογάλανη ομίχλη φωτεινή η οποία απλώθηκε σε όλο το Ναό, τον ευωδίασε, αισθάνθηκαν όλοι την ευωδία, όλοι ρούφηξαν, απόλαυσαν αυτή την ομίχλη, τρόπον τινά την έβαλαν μέσα τους και σιγά σιγά βέβαια εξαφανίστηκε.
Πολλά τα θαυμαστά μέσα σε κάθε Θεία Λειτουργία και θα μπορούσαμε να αναφωνήσουμε "Δόξα τη μακροθυμία Σου, Κύριε" σε εμάς τους αμαρτωλούς και αναξίους.



Δώρα εξ ουρανού
 
Ο Οσιος Ιερομόναχος παπα-Τύχων, Ρώσος την καταγωγήν, ασκήτεψε  για 60 χρόνια στον Αθωνα.
Είχε τη συνήθεια από τη μεγάλη του ευλάβεια στην Παναγία να διαβάζει και να λέει από στήθους πολλές φορές τους Χαιρετισμούς της Παναγίας κλαίγοντας.
Ενα θαύμα της Παναγίας στάθηκε αιτία για να αποφασίσει ο παπα-Τύχων τη μοναχική του αφιέρωση και έτσι να έλθει στο Αγιον Ορος.
Εκοιμήθη το 1968 σε πολύ μεγάλη ηλικία.
Στη Σιβηρία, από όπου καταγόταν, είχαν πολύ στάρι και το ψωμί τους ήταν άσπρο πάντοτε. Περιόδευε λοιπόν στα ρωσικά μοναστήρια όταν ήταν νέος και κάποτε έφθασε στη Μόσχα.
Εκεί έτρωγαν όμως μαύρο ψωμί που δεν το είχε συνηθήσει αυτός για αυτό και δεν μπορούσε να το φάει.
Έτσι έμεινε για πολλές μέρες νηστικός.
Έτρωγε μόνον αποφάγια.
Περνώντας κάποτε έξω από έναν φούρνο βλέπει μια γυναίκα ωραιοτάτη να του προσφέρει ένα κάτασπρο ψωμί και ζεστό. Χρήματα δεν είχε για να πληρώσει ρούβλια.
Μπήκε όμως, αφού η γυναίκα βγήκε από το φούρνο και ξαναμπήκε μέσα, θέλησε να μπει μέσα στο
φούρνο να βρει την γυναίκα αυτή και να την ευχαριστήσει.
- Πού είναι η γυναίκα αυτή, λέει, που μου έδωσε το ψωμί; ρώτησε το φούρναρη.
- Καμμιά γυναίκα, λέει, δεν βγήκε από το μαγαζί μου. Οπως βλέπεις είμαι μόνος. Αλλωστε ούτε και έχω άσπρο ψωμί που κρατάς τώρα στο χέρι σου. 
Ο νεαρός κοίταξε το άσπρο αχνιστό ψωμί που κρατούσε στα χέρια του και βέβαια βούρκωσαν τα μάτια του από ιερή συγκίνηση. 
Τότε μέσα του τον πληροφόρησε ότι αυτό ήτο δώρον της Παναγίας που τον καλούσε κιόλας για να τηνυπηρετήσει.
Ευχαρίστησαν όμως και οι δύο την Υπεραγία Θεοτόκο και ο φούρναρης πήρε ένα κομματάκι για ευλογία.
Με το λευκό αυτό ψωμί ο παπα-Τύχων τρεφόταν σε όλο το διάστημα της μεγάλης εκείνης προσκυνηματικής του περιοδείας.
 Υστερα από αυτό  αποφάσισε να γίνει μοναχός. Ενα τέτοιο φαινόμενο και καλύτερο
και ζωντανότερο είχαμε με τον νέον Αγιο της Εκκλησίας μας, τον
απλοϊκό ποιμένα των απλών προβάτων, τον Αγιο Νικόλαο, τον
παπα-Νικόλα τον Πλανά, ο οποίος θέλησε να λειτουργήσει και περίμενε βέβαια...
Οι γυναίκες που εγνώριζαν ότι θα λειτουργούσε και λειτουργεί κάθε μέρα ότι θα του φέρουν πρόσφορο. Προχωρούσε ο Ορθρος και το πρόσφορο δεν εμφανιζόταν. Πώς τώρα; Τόσα χρόνια έκανε Θεία Λειτουργία και τώρα θα τη διακόψει; Δηλαδή μία μέρα να μη λειτουργήσει; Αυτό του ήταν
αδιανόητο.
Και άρχιζε σα μωρό π αιδί να κλαίει. Δεν είχεπρόσφορο.
Και έκλαιγε.
Δεν μπορούσε να κάνει Θεία Λειτουργία και έκλαιγε.
Και τότε βγαίνει χαρούμενος έξω στον κόσμο κρατώντας ένα μικρό προσφοράκι, τόσο, με τη σφραγίδα επάνω μονάχα, τόσο μικρό όσο φαινόταν μονάχα η σφραγίδα, οι τρεις που χρειαζόταν
για να γίνει η Θεία Λειτουργία.
- Κοιτάξτε, λέει, τι μου έστειλε ο καλός Θεός πάνω στην Αγία Τράπεζα, ένα φρέσκο, μυρωδάτο πρόσφορο.
Ετσι θα συνεχίσουμε και σήμερα Θεία Λειτουργία. Αν και νομίζω ότι ούτε αυτό χρειάζονταν, αφού ήρθε από τον ουρανό, ουράνιο άρτο.
Εγινε ύστερα και η μεταβολή.
Ποιος ξέρει τι Θεία Κοινωνία θα ήταν εκείνη την ημέρα. Αυτά τα Μυστήρια τα ακατάληπτα ζούμε σε κάθε Λειτουργία.
Απλές αιτήσεις
φαίνονται και όμως πόσα μυστήρια αποκαλύπτονται μπροστά στα μάτια μας.






 

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 1992

34 Η Θεία Λειτουργία. Ο ναός, ο λαός καί η πόλις αύτων

Ενας ταπεινός ιερέας που έλαμπε

Ενας Επίσκοπος περιοδεύοντας στην επαρχία του έφτασε ένα Σάββατο βράδυ σε ένα χωριό.
Πρώτη φορά παιρνούσε από εκεί και ζήτησε όταν έφτασε και τον φιλοξένησε ο πρόεδρος του χωριού να δει τον παπά.
Του λένε:
- Είναι στο χωράφι. Δεν ήρθε ακόμα. Υστερα από αρκετή ώρα παρουσιάστηκε μπροστά του, ντυμένος βέβαια με τα ρούχα της δουλειάς, και καταλαβαίνετε σε ποια κατάσταση ήτο.
Δεν έμεινε ευχαριστημένος ο Δεσπότης.
Τον ήθελε πιο ευπρεπισμένο.
Την άλλη Κυριακή, την άλλη μέρα ήταν Κυριακή.
Ετοιμάστηκε ο παπάς για τη Θεία Λειτουργία μπροστά στο Δεσπότη.
Ο Επίσκοπος, ο οποίος θα παρευρίσκετο στη Θεία Λειτουργία οπότε θα την παρακολουθούσε από το Θρόνο τον επισκοπικό και εν συνεχεία από το Ιερό Βήμα θα εύρισκε ασφαλώς πολλά λάθη σε εκείνον τον αγροίκο παπά.
Παράδοξο όμως όταν ο παππούλης έβαλε "Ευλογημένη η Βασιλεία", εκείνος ο ιερεύς σκεπάστηκε από ουράνιο φως που τον θέρμαινε και τον λάμπρυνε ολόκληρο, χωρίς να τον καίει.
Και αυτό μέχρι το "Δι' ευχών", μέχρι το τέλος.
Αφού μοίρασε Αντίδωρο ο ιερεύς στους εκκλησιαζομένους χριστιανούς του χωριού και τελείωσε το μοίρασμα, πέρασε μέσα.
Μέσα ο Δεσπότης πήγε κοντά του και έπεσε στα γόνατα και ζήτησε συγχώρεση για την κατάκριση που έκανε μέσα του για αυτόν και ζήτησε να τον ευλογήσει.
Ο απλοϊκός εκείνος ιερέας σάστισε.
- Πώς είναι δυνατόν, λέει, ο ανώτερος να ευλογηθεί από τον κατώτερό του. Συ ευλόγησέ με Αγιε Δέσποτα.
- Αδύνατον να ευλογήσω εκείνον που στέκεται μέσα στη θεϊκή άκτιστη φλόγα όταν ιερουργεί στο Πανάγιον Θυσιαστήριον. Το έλαττον υπό του κρείττονος ευλογείται, απάντησε ο Δεσπότης.
Και ο ιερεύς ρωτάει:
- Υπάρχει τάχα, Σεβασμιότατε Δεσπότη, παπάς που να τελεί τη Θεία Λειτουργία και να μη κυκλώνεται από το ουράνιο φως;
Αυτή ήταν η απορία του ιερέως, του απλοϊκού εκείνου παππούλη.
Τι να απαντήσει ο Επίσκοπος σε εκείνον τον παπά που έβλεπε το υπερφυσικόν σαν το πλέον φυσικότερο πράγμα μέσα στη Θεία Λατρεία;
Για αυτό θαύμασε και την καθαρότητα και την ταπείνωση και την αγιότητα εκείνου του ιερέως από το χωριό και έφυγε ωφελημένος και διδαγμένος από πάρα πολλά πράγματα.


Ο Επίσκοπος που αμάρτησε και μετάνιωσε

Στο Γεροντικό αναφέρεται η εξής ιστορία.
Ισως να την έχετε διαβάσει, ίσως όχι.
Κάποτε ένας Επίσκοπος έπεσε σε μία μεγάλη αμαρτία.
Την άλλη μέρα ήταν γιορτή.
Πήγε λοιπόν στην εκκλησία που γιόρταζε, που πανηγύριζε, και οπωσδήποτε βέβαια ο πολύς λαός
της Μητροπόλεως θα ήταν συγκεντρωμένος εκεί.
Ανέβηκε στον άμβωνα, έβγαλε το ωμοφόριό του, το σύμβολο της αρχιεροσύνης, το άφησε κάτω και μπροστά σε όλους ομολόγησε το αμάρτημά του και κατέληξε:
- Παραιτούμαι. Είμαι ανάξιος. Φεύγω. Δεν μπορώ. Τα παρατάω. Δεν είμαι άξιος πλέον να σας ποιμαίνω εγώ. Να διαλέξετε έναν καινούριο και να σας ποιμαίνει και να σας λειτουργεί και να
σας κηρύττει και να σας εξομολογεί κτλ.
Και έκανε να κατέβει από τον άμβωνα και να φύγει.
Ο κόσμος λοιπόν επαναστάτησε.
Τον εμπόδισε.
Τον συγκράτησε.
- Στάσου εκεί, του λέει. Δεν σε αφήνουμε. Μείνε στη θέση σου. Τον αγαπούσαν τόσο πολύ.
- Και ας πέσει επάνω μας η αμαρτία σου.
Φοβερό.
Φοβερός λαός αυτός.
Πολλή μεγάλη η αγάπη.
- Εμείς σε θέλουμε για πατέρα, φώναξαν όλοι με μια φωνή.
Συγκινημένος ο Επίσκοπος από την αγάπη του λαού του είπε:
- Αν θέλετε να μείνω, αν και είμαι ανάξιος, τότε θα κάμετε ότι θα σας πω, διαφορετικά φεύγω.
- Θα κάνουμε, συμφώνησαν όλοι μαζί, ότι θέλεις. Πες μας μονάχα, αρκεί να μείνεις.
- Θα πάω και θα ξαπλώσω μπροστά στην πόρτα ανάσκελα και θα βγείτε όλοι και βγαίνοντας θα πατάτε πάνω στο στήθος μου. Και θα με φτύνετε. Και θα μου λέτε και Θεός σχωρέστον. Τότε θα μείνω. Ολοι σας μέχρι ενός.
- θα το κάνουμε, είπαν παρόλο που δεν ήθελαν γιατί ήταν και αυτό φοβερό.
Χωρίς να υπάρξει κάποτε αμαρτία όλο αυτό για να σε πράξει από ηγούμενο.
Να κάτσει στην πόρτα και είπε να περάσουν όλοι από πάνω του.
Έτσι κερδίζουν οι ψυχές.
Οι χριστιανοί για να μην τον χάσουν λοιπόν το έκαναν αυτό.
Πατούσαν επάνω του.
Ο,τι τους είπε.
Οταν πέρασε και ο τελευταίος, ακούστηκε φωνή εξ ουρανού, την οποία άκουσε και ο Επίσκοπος και οι χριστιανοί.
- Διά την πολλήν του μετάνοια και ταπείνωση, συγχωρέθηκε η αμαρτία του. Μόνον έτσι νικιέται ο
δαίμονας και ο κάθε συκοφάντης των ιερέων.
Οταν όμως ο ιερεύς είναι καλός, τίμιος και ηθικός και ελέγχει και καυτηριάζει την αμαρτία και τα διεστραμμένα έργα του λαού, τότε και μισείται και συκοφαντείται.
Διαβάλλεται οπωσδήποτε.



Για την ευχή

Θυμήθηκα να μου την διηγείται το ίδιο πράγμα ένας πεπειραμένος ασκητής στο Αγιον Ορος, το 1965. Ακούστε την.
Μια ψυχή κάνει προσευχή μία ώρα, δύο ώρες, τρεις ώρες, τέσσερις, πολλή προσευχή.
Σκύβει, βυθίζει τον εαυτό της, επαναλαμβάνει συνέχεια το όνομα του Κυρίου.
Και μέσα στην ησυχία και σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να αιωρήσει η ψυχή εμφανίζεται μπροστά της, μπροστά στην ψυχή, όχι μπροστά της, όχι έτσι μπροστά εδώ σε αυτή τη στάση, μπροστά στην ψυχή, την προσευχομένη ψυχή, την ευρισκομένη εν εκστάσει, ο διάβολος ολόκληρος, ο οποίος διάβολος πέφτει στα γόνατα και της λέει:
- Σε παρακαλώ - ο διάβολος να παρακαλεί, ο διάβολος που είναι ο φόβος και ο τρόμος των
χριστιανών, των δειλών δηλαδή και των ολιγοπίστων, ο διάβολος γονατίζει και παρακαλεί - σε παρακαλώ, της λέει, μη λες αυτό το όνομα, σε παρακαλώ μην το λες.
Πριν από την προσευχή όμως είχε θυμηθεί κάποια αμαρτία την οποία είχε ξεχάσει, παιδική, και
είπε:
- Α, και αυτήν πρέπει να την πω.
- Και αυτήν μην την πεις στον παπα-Στέφανο. Και άμα δε λες αυτό το όνομα εγώ θα σου
χαρίσω όλον τον κόσμο.
Είπε ό,τι είπε και στον Χριστόν.
- Προσκύνησέ με και όλη αυτή η Κτίσις θα γίνει δική σου.
Το ίδιο πράγμα περίπου είπε.
Δεν του είπε "Πέσε, προσκύνησέ με", είπε "Μη λες το όνομα, μην προσκυνάς το όνομα του Κυρίου και εγώ θα σου χαρίσω όλον τον κόσμο. Θα σου δώσω όση δόξα θέλεις και εξουσία και δύναμη" και επειδή επρόκειτο για νεαρό άτομο είπε "και έρωτες πολλούς, θα σέρνονται στα πόδια σου. Μόνο μη λες αυτό το όνομα".
Η ίδια ακριβώς σκηνή πριν από 8 χρόνια, το ίδιο ακριβώς πράγμα είχε υποσχεθεί και σε εκείνον τον ασκητή: "Μη λές το όνομα και εγώ θα σε κάμω Πατριάρχη".
- Εχω τη δύναμη - γιατί είχε βγάλει Φιλολογία, είχε κάποια τυπικά προσόντα - μη λες μόνο
αυτό το όνομα.
Τώρα λοιπόν τι λέτε, θα το λέμε ή δεν θα το λέμε; Θα το λέμε, θα το λέμε και θα το φωνάζουμε μέρα νύχτα όπως ακριβώς λέγαμε και την προπερασμένη Πέμπτη με τον ανώνυμο εκείνο ησυχαστή όπου τέτοια ήταν και η εντολή της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Παναγίας Μητρός του Κυρίου.
- Θέλεις όλοι αυτοί οι δαίμονες να εξαφανιστούν; Θα φωνάζεις το όνομα του Υιού μου και το όνομα το δικό μου. Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με. Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
Αμήν.


34 Η Θεία Λειτουργία. Η αρχιερωσύνη,ιερωσύνη


Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 1992

33 Η Θεία Λειτουργία. Ο ιερός ναός καί τά τελούμενα εν αυτώ

Η δύναμη της ευχής, από το βιβλίο "Νηπτική Θεωρία"

Κάποιος μοναχός, αδελφοί μου, αποκαλούμενος Απελπισμένος, στο βιβλίο "Νηπτική Θεωρία", διηγείται δήθεν για κάποιον άλλο ότι ήρθε την ώρα που προσηύχετο με την ευχούλα, με το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", σε έκσταση και βλέπει ένα άπειρο πλήθος από δαίμονες, σαν τον άμμο της θαλάσσης ήσαν, τόσοι πολλοί, να του επιτίθενται γεμάτοι λύσσα.
Οι διαθέσεις τους ήσαν φονικές.
Από όλα τα μέρη, αγριεμένοι φοβερά, ορμούσαν εναντίον του για να τον κατασπαράξουν.
 Συνήλθε τρομαγμένος και έντρομος τρέχει προς την Εκκλησία.
- Πού θα καταφύγω; αναρωτήθηκε μες στον λογισμό του. Πού αλλού παρά στο φρικτό Γολγοθά, στην Αγία Τράπεζα, όπου καθημερινά με δάκρυα και με συντριβή ιερουργώ τα Πανάχραντα
Μυστήρια. Θα πέσω λοιπόν εκεί στα πόδια του Χριστού και της γλυκυτάτης Παναχράντου μητρός Του, της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Εχοντας αυτά στο νου και στο λογισμό του, τρέχοντας φτάνει στο Ναό.
Μπαίνοντας μέσα, βλέπει τον Κύριο και την Θεοτόκο στις εικόνες του Τέμπλου σαν ζωντανούς με βασιλική δόξα.
Το Θείο πρόσωπο του Κυρίου είχε μια ανέκφραστη ωραιότητα και άστραφτε πιο δυνατά και από τον ήλιο.
Ολο το εκκλησάκι ήταν λουσμένο από την θεϊκή Του ακτινοβολία.
Τα πάντα εστολίζονταν λαμπροφόρα, οι κανδήλες, τα κεράκια, τα λίγα στασίδια, τα αναλόγια των ψαλτών, ο μικρός πολυέλαιος που ήταν κρεμασμένος από πάνω, το μικρό Δεσποτικό, το Αγιον Βήμα, η Αγία Τράπεζα, τα άμφια, τα εξαπτέρυγα, η Αγία Πρόθεσις.
Τα πάντα ήσαν ολόλαμπρα, γεμάτα φως και δόξα και προπαντός βέβαια οι αγιογραφίες, οι τοιχογραφίες, γύρω γύρω μέσα στο Ναό.
Παρούσα λοιπόν και λαμπροφορεμένη και δεδοξασμένη η θριαμβεύουσα Εκκλησία.
Ο μοναχός εκείνος, ο ιερεύς και ασκητής δεν μπόρεσε να ξανακοιτάξει το Πρόσωπον της Τρισηλίου δόξης του Κυρίου, μόνο προσκύνησε.
Αγγιξε ή δεν άγγιξε το προτεινόμενο χέρι του Κυρίου για ασπασμό.
Με φόβο τώρα λοιπόν πλησιάζει στην εικόνα της Παναγίας, ασπάζεται το παρθενικό της χέρι, πάνω στην εικόνα και τολμά να την κοιτάξει στο πρόσωπον.
Στην αγία της αγκαλιά είδε το θείον βρέφος, καθισμένο σαν σε θρόνο χερουβεικό και ήταν τόσο ταιριαστό το θεϊκό αυτό σύμπλεγμα όσο η ομορφιά και η ευωδεία σε έναν πανάλευκο κρίνο ή σε ένα
μπουκέτο από μυρωμένα τριαντάφυλλα.
Η ομορφιά και η ευωδεία.
Η Θεοτόκος κοίταζε τον ιερέα με άπειρη γλυκύτητα και με τόση πραότητα ώστε εκείνος πήρε θάρρος και ρώτησε:
- Παναγία μου, γλυκειά μου Παναγία και μητέρα του Ιησού μου, πώς θα γλυτώσω από
τους δαίμονες που με κυνηγούν;
Και η απάντησις:
- Με το όνομα του Υιού μου και με το όνομα το δικό μου θα νικάς και θα εξολοθρεύεις τους δαίμονες, απάντησε η Θεοτόκος.
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.
Υπεραγία Θεοτόκε σώσον με.
Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
Υπεραγία Θεοτόκε βοήθοι μοι.
 Και εδώ μέσα στο Ναό, και στο κελλάκι και έξω και εργαζόμενος και ησυχάζων, παντού και
πάντοτε, το όνομα του Υιού μου και το όνομα το δικό μου.
Ο μοναχός ιερεύς έκανε μια στρωτή μετάνοια και βγήκε έξω από το εκκλησάκι και φώναξε με όλη του τη δύναμη:
- Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με. Θεοτόκε Παρθένε, Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία. Και αμέσως οι ανίσχυροι, οι αδύνατοι, οι δειλοί δαίμονες εξαφανίστηκαν όλοι από μπροστά του ως αστραπή.



Παραδείγματα Επισκόπων που δεν επέτρεψαν σε βασιλείς να εισέλθουν σε Ναό.

Η εκκλησιαστική ιστορία αναφέρει συγκινητικά παραδείγματα τέτοιων Επισκόπων.
 Θα αναφέρουμε τρεις:

Ο πρώτος ήταν στην Αντιόχεια.
Οταν ο βασιλεύς υπέπεσε σε θανάσιμο αμάρτημα και ήθελε την ημέρα της γιορτής να μπει στον Ναό, ο τότε Επίσκοπος της Αντιοχείας, ο Αγιος Βαβίλας, τον εμπόδισε να μπει μέσα.
Του είπε πως αν ειλικρινά μετανοήσει και εκτελέσει τον κανόνα της μετανοίας του, τότε μονάχα θα μπει.
 Επρεπε δηλαδή να κάνει, τι του είπε, δημόσια δήλωση της αμαρτίας του, ακούτε τι ζήτησε, δημόσια δήλωση της αμαρτίας του, να ομολογήσει τη μετάνοιά του, να δεχθεί τον κανόνα του.
Για αυτό ή θα καθόταν στο Νάρθηκα όλοι που ήσαν υπό κανόνα, ας ήταν βασιλιάς, εκεί στο Νάρθηκα, ή θα έφευγε.
Εκείνη την ημέρα μέσα δεν θα έμπαινε στο Ναό.
Και ο βασιλεύς, μετά το Χριστός Ανέστη, που ειπώθηκε έξω, μάζεψε την ακολουθία του και σηκώθηκε και έφυγε.
Καλά του έκανε.
Ποιος Επίσκοπος και ποιος Ιερεύς το κάνει σήμερα; Κανένας.

Δεύτερο παράδειγμα.
Το έχουμε από τον Αγιο Αμβρόσιο, Επίσκοπο Μεδιολάνων, που δεν επέτρεψε στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου τον Θεοδόσιο τον Μέγα να μπει μέσα στο Ναό, γιατί είχε διατάξει το φόνο χιλιάδων ανθρώπων στη Θεσαλλονίκη.
Είναι γνωστό αυτό ιστορικώς.
Επρεπε να κάνει δημόσια δήλωση της μετανοίας, να πάρει τον κανόνα του και ύστερα να μπει μέσα στο Ναό του Θεού.

Και το τρίτο παράδειγμα.
Είναι από τον Μέγα Φώτιο, τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, που δεν επέτρεψε στον αυτοκράτορα Φωκά να εισέλθει στο Ναό της Αγίας Σοφίας γιατί είχε σκοτώσει τον προκάτοχό του για να του πάρει τον θρόνο.
Μόλις λοιπόν ανακηρύχθηκε βασιλεύς, θέλησε να μπει στο Ναό της του Θεού Σοφίας.
Βγήκε ο Μέγας Φώτιος στην είσοδο του Ναού, όσοι έχετε πάει στην Αγία Σοφία θα ξέρετε, εγώ δεν πήγα, δεν ξέρω πως είναι ο Ναός, πρώτα του λέει έμπρακτη μετάνοια και ομολογία εδώ, μπροστά στο Ναό, σε όλον τον κόσμο, ύστερα ο κανόνας και ύστερα θα εισέλθεις ως αυτοκράτορας στο Ναό της του Θεού Σοφίας.
Το ίδιο ασφαλώς θα έκαναν και άλλοι και Ιερείς και Επίσκοποι ζηλωταί οπωσδήποτε.
Σήμερα τι γίνεται;
Τίποτα απολύτως.



Ο Αγιος Λουκιανός - Το στήθος του Αγία Τράπεζα

Ο Αγιος μάρτυς Λουκιανός επρόκειτο να πεθάνει μαρτυρικά για την πίστη του Χριστού την αγία.
Ητο ήδη φυλακισμένος.
Ναός στη φυλακή δεν υπήρχε αλλά και δεν μπορούσε να μετακινηθεί, όχι μόνο γιατί ήταν δεμένος με αλυσίδες αλλά και γιατί την προηγουμένη μέρα είχε βασανιστεί σκληρά για να υποκύψει και να δηλώσει ότι προσκυνά τα είδωλα και αρνείται τον Χριστόν.
Οπως ήτο λοιπόν καταπληγιασμένος, ξαπλωμένος κάτω, δεμένος με τις αλυσίδες, και επειδή ήτο Ιερεύς ετέλεσε ο ίδιος πάνω στο στήθος του, μέσα σε φρικτούς και δυνατούς πόνους τη φρικτοτάτη θυσία της Θείας Λειτουργίας χρησιμοποιώντας βέβαια τον Αρτον και τον Οίνον που τους έφεραν κρυφά σαν Τίμια Δώρα εκεί στη φυλακή.
Στη φυλακή όμως δεν ήταν μόνος.
Υπήρχαν και άλλοι χριστιανοί, υποψήφιοι και αυτοί μάρτυρες και μελλοθάνατοι για τον Χριστόν.
Ολοι μαζί έκαναν έναν κύκλο γύρω από τον Αγιο Λουκιανό σε σχήμα Ναού και Αγγέλων και Αγίων και κάλυπταν έτσι από πάνω το μάρτυρα αλλά και σαν ασφάλεια για να μην πάρουν είδηση οι δήμιοι και οι δεσμοφύλακες ειδωλολάτρες τα τελούμενα της Θείας Λειτουργίας.
Φύλαξαν δηλαδή το μεγάλο Μυστήριον, το φύλαξαν από τα βέβηλα μάτια των ειδωλολατρών.
Σκεφθείτε σεβασμός.
Τι έγινε εκείνη τη στιγμή με τον Αγιο Λουκιανό και για εκείνους που ήσαν παρόντες!
Να είχαμε μάτια να μπορούσαμε να το δούμε!
Να είχαμε μάτια να μπορούσαμε να το δούμε!
Ενας Ιερεύς για χρόνια παρακαλούσε τον Αγιο Λουκιανό που έφερε το όνομά του, ο Πατήρ Λουκιανός:
- Δείξε μου τι γινόταν, τι έγινε εκείνη την ημέρα, εκείνη τη στιγμή.
Και όταν λοιπόν τον ρωτούσαμε:
- Σας έδειξε; Δεν απαντούσε ούτε ναι, ούτε όχι. Φαίνεται ότι κάτι του έδειξε.


Οι παλάμες των Διακόνων Αγία Τράπεζα

Δεύτερο παράδειγμα.
Ο Αγιος Θεοδώρητος μας πληροφορεί τα εξής για τον Αγιο ερημίτη τον Μάρις, τον Αγιο Μάρις:
Οταν ύστερα από 38 ολόκληρα χρόνια έγκλειστον βίον και σκληρών ασκήσεων, θέλησε να λειτουργηθεί - δεν είχε λειτουργηθεί 38 χρόνια - και να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων - 38 χρόνια χωρίς Θεία Κοινωνία , χωρίς Θεία Λειτουργία εκουσίως.
Αυτήν του την επιθυμία την είπε στον Αγιο Θεοδώρητο όταν τον επισκέφθηκε και άνοιξε την πόρτα την έγκλειστον για να δεχθεί επισκέπτες δέχθηκε σαν πρώτο επισκέπτη τον Αγιο Θεοδώρητο που είχε πάει να τον επισκεφθεί μαζί με δύο Διακόνους του υποταχτικούς.
Και του είπε ότι:
- Θέλω να τελεστεί η Θεία Λειτουργία και να κοινωνήσω των Αχράντων Μυστηρίων. Αύριο με καλεί ο Κύριος.
Τότε εκείνος ευθύς αμέσως και πρόθυμα ετέλεσε την κοσμοσωτήριον Θείαν Λειτουργίαν χρησιμοποιώντας για Αγία Τράπεζα, τι λέτε; τα χέρια, τις απλωμένες παλάμες των δύο Διακόνων. Φρικτός Γολγοθάς και νοητόν θυσιαστήριον τα χέρια και οι παλάμες των δύο Διακόνων.

 Δόξα τη μακροθυμία Σου, Κύριε.

Βέβαια αυτές είναι μια δυο εξαιρέσεις που γίνονται κάθε χίλια χρόνια αλλά απαραίτητες όταν οι περιστάσεις το απαιτούν.
Η Αγία Τράπεζα λοιπόν και το Αντιμήνσιον και τα στήθη των μαρτύρων και οι παλάμες των Ιερών Διακόνων.


Το όραμα του Αγίου Ερμά

Ο Αποστολικός Πατέρας Ερμάς στο βιβλίο του όπου λέγεται Ποιμήν μας περιγράφει μιαν οπτασία την οποία είδε ο ίδιος.
Είναι Αποστολικός Πατήρ, μαθητής των Αποστόλων.
Εξι νεαρά παλικάρια που βοηθούνται όμως και από πολλούς άλλους χτίζουν όλοι μαζί έναν τεράστιο πύργο πάνω στα νερά μιας μεγάλης περίεργης λίμνης.
Το χτίσιμο του πύργου γίνεται μόνον από πέτρες αλλά είναι τόσο τέλειο το χτίσιμο ώστε να μη διακρίνονται οι αρμοί, τα χωρίσματα, οι ενώσεις της μιας πέτρας με την άλλη.
Τόσο τέλειο είναι το χτίσιμο.
Τότε παρουσιάζεται η επιβλητική μορφή μιας σεβαστής κυρίας που του λέει του Αποστολικού Πατρός Ερμά:
- Ο πύργος που βλέπεις να χτίζεται είμαι εγώ η Εκκλησία. Χτίζεται δε επάνω στα νερά γιατί η ζωή μας, η ψυχή μας, σώθηκε και θα σώζεται πάντοτε με τα νερά του Αγίου Βαπτίσματος. Διότι μέσα από
το Αγιον Βάπτισμα περνά η σωστική χάρις που απορρέει από τη Σταυρική Θυσία του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, συμμετέχοντας έτσι στην τριήμερη ταφή και Ανάσταση του Κυρίου, όποιος δηλαδή
βαπτίζεται. Οι έξι νεαροί είναι οι Αγιοι Αγγελοι και οι πέτρες είναι οι Απόστολοι και οι διάδοχοι των Αποστόλων, σεις οι Αποστολικοί Πατέρες και οι διάδοχοί σας, οι Επίσκοποι, οι Πρεσβύτεροι και οι Διάκονοι όλων των αιώνων μέχρι της συντελείας που έζησαν και που θα ζήσουν σεμνά και ορθά, που υπηρέτησαν με πίστη πολλή τον Ευαγγελικό Λόγο και διακόνησαν με αγάπη και φόβο το λαό του Θεού. Αλλοι ζούνε ακόμα, άλλοι έχουν κοιμηθεί και θα έρθουν και άλλοι και άλλοι και άλλοι... μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού.
Οι πάντες και τα πάντα είχαν αρμονία μεταξύ τους, ήσαν σύμφωνοι και ειρήνευαν.
Και η μεγαλόπρεπος σεβαστή κυρία, δηλαδή η Εκκλησία ρώτησε:
- Εως πότε;
Δηλαδή έως πότε θα υπάρχει αυτή η αρμονία και η συμφωνία μεταξύ τους;
Και εξαφανίστηκε.
Το θείον όραμα του Αγίου Ερμά χάθηκε και ο Αποστολικός Πατήρ συνήλθε.
Το έργον της οικοδομής συνεχίζεται αλλά με πολλά πολλά εμπόδια.



Το όραμα του Νικολάου Πρωτοπαππά

Προχθές κάναμε την αγρυπνία της Αγίας Αικατερίνης.
Ο συλλειτουργός, Πατήρ Δημήτριος, μου διηγήθηκε το εξής γεγονός το οποίον το άκουσε ο ίδιος με τα αυτιά του, το είπε σε μένα και εγώ του υποσχέθηκα να το πω σε σας.
Κάποιος Ιερομόναχος ονόματι, θα πούμε το όνομά του, βρίσκεται στη ζωή ο άνθρωπος, μπορείτε να τον ρωτήσετε, πατήρ Νικόλαος Πρωτοπαππάς, διευθυντής στην Εκκλησιαστική Σχολή της Τήνου και για ένα διάστημα διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Ισως ορισμένοι να τον έχετε ακούσει.
Είχε ένα δώρο, μια ευλογία από τον Επίσκοπο που τον χειροτόνησε, τον μακαριστό και αείμνηστο Νικόλαο Χαλκίδος.
Ποια ήταν η ευλογία;
Ενα κομποσχοίνι των 100.
- Να το έχεις, του λέει, τυλιγμένο στο χέρι σου. Και όταν θυμάσαι ή όταν έχεις δυσκολίες και για απλή προσευχή θα το κρατάς και συνεχώς θα λέγεις την ευχούλα: Κύριε Ιησού Χριστέ
ελέησον με.
Αυτό ήταν κατοστάρι και το είχε τυλιγμένο έτσι.
Ετσι και έκαμε.
Ενα βράδυ, λοιπόν, ξυπνάει απότομα με την αίσθηση της παρουσίας κάποιου μέσα στο δωμάτιο.
Ανοίγει τα μάτια του και τρομαγμένος λοιπόν βλέπει ένα γίγαντα μέχρι το ταβάνι ψηλά, φοβερός, με μάτια που πετούσαν φλόγες.
Του λέει λοιπόν αγριεμένος:
- Αν το βγάλεις αυτό από το χέρι σου που μου ρουφά το αίμα σαν τη βδέλα.
Να το επαναλάβω;
που μου ρουφάει το αίμα σαν τη βδέλα εγώ θα σε κάμω Δεσπότη.
Και συγχρόνως βέβαια του δείχνει το κομποσχοίνι που ήταν τυλιγμένο στον καρπό.
Με αυτό κοιμόταν.
Και εξαφανίστηκε.
 Ο Πατήρ Νικόλαος δεν το έβγαλε λένε από το χέρι του και Δεσπότης δεν έγινε μέχρι σήμερα.
Αυτή η δαιμονική οπτασία στον Πατέρα Νικόλαο τα λέει όλα.
Είναι η πλέον αποστομωτική απάντηση σε όλους εκείνους κληρικούς και λαϊκούς που πολεμούν ή κοροϊδεύουν το κομποσχοίνι και την ευχούλα.
Στον ανώνυμο ησυχαστή η ίδια Υπεραγία Θεοτόκος συνιστά το πανάγιον όνομα του Υιού της σαν το πλέον τρομερό όπλο κατά των δαιμόνων.
Ερχεται τώρα και η οπτασία του Πατρός Νικολάου, στις ημέρες μας αυτό, να την επιβεβαιώσει.
Το ένα επιβεβαιώνει το άλλο.
Παντού λοιπόν και πάντοτε μέρα και νύχτα και ιδιαιτέρως μέσα στη Θεία Λειτουργία μην παύσετε μυστικά να βοάτε, και στη Θεία Λειτουργία μυστικά, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με, Ιησού μου έλεος, Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
Να προσεύχεσθε λοιπόν, να προσεύχεσθε, να προσεύχεσθε, να προσεύχεσθε και για μένα.
Το έχω μεγάλη ανάγκη.
Αμήν.





Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 1992

32 Η Θεία Λειτουργία. Η άνωθεν ειρήνη καί η σωτηρία τής ψυχής

Περί καντηλιών

Γιατί ανάβουμε καντήλι μπροστά στα εικονίσματα;
Εχουμε μία απάντηση εδώ ενός Επισκόπου Αχρίδος που λέει γιατί ανάβουμε καντήλι και έχει 7 στοιχεία:
1. Γιατί η πίστη μας είναι φως.
Ο Χριστός είπε: Εγώ είμαι το Φως του κόσμου.
Το φως της καντήλας μας θυμίζει το φως με το οποίον ο Χριστός καταυγάζει τις ψυχές
μας.
2. Για να μας θυμίζει ότι και η ζωή μας πρέπει να είναι φωτεινή σαν των Αγίων, δηλαδή των ανθρώπων που ο Απόστολος Παύλος τους ονομάζει τέκνα φωτός.
3. Για να είναι έλεγχος στα σκοτεινά μας έργα και στις κακές μας ενθυμήσεις και επιθυμίες και έτσι να τα επαναφέρει όλα στο δρόμο του φωτός, του Αγίου Ευαγγελίου, για να λάμψει το φως ημών έμπροσθεν των ανθρώπων όπως ίδωσιν ημών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα ημών, τον
εν τοις ουρανοίς.
4. Είναι μια μικρή δική μας θυσία, σημείον και δείγμα της ευγνωμοσύνης και αγάπης που οφείλουμε στο Θεό για την μεγάλη θυσία που έκαμε για μας.
Με αυτήν και με την προσευχή μας Τον ευχαριστούμε για τη ζωή, για την υγεία, για τη σωτηρία
και για όλα όσα μας χαρίζει η θεϊκή και άπειρη αγάπη Του.
5. Για να είναι φόβητρο στις δυνάμεις του σκότους που μας επιτίθενται με ιδιαίτερη πονηρία πριν και κατά την ώρα της προσευχής και θέλουν να απομακρύνουν τη σκέψη μας από το Θεό.
Οι δαίμονες αγαπούν το σκοτάδι και τρέμουν το φως, το φως του Χριστού και εκείνων βέβαια που αγαπούν τον Χριστό.
6. Για να μας παρακινήσει αυτοθυσία όπως δηλαδή με το λάδι καίγεται στο καντήλι το φυτίλι, έτσι και το δικό μας θέλημα να καίγεται με τη φλόγα της αγάπης για το Χριστό και να υποτάσσεται πάντοτε στο θέλημα του Θεού.
7. Για να μάθουμε ότι όπως δεν ανάβει το καντήλι χωρίς τα δικά μας χέρια, έτσι και το εσωτερικό καντήλι της καρδιάς δεν ανάβει χωρίς τα χέρια του Θεού.
Οι κόποι των αρετών μας είναι η καύσιμη ύλη, το φυτίλι και το λάδι δηλαδή, που για να ανάψουν και να φωτίζουν χρειάζονται το πυρ του Αγίου Πνεύματος.
Μας θυμίζει επιπλέον και το έννον της προσευχής του ανθρώπου.
Κάθε φορά που είναι αναμμένο το καντήλι μας θυμίζει ότι πρέπει να γίνεται και προσευχή.

Γιατί χρησιμοποιούμε μόνον ελαιόλαδο;

Πολλές φορές λέμε ότι δεν καίγεται το φυτίλι, ότι τα λάδια δεν είναι καλά κτλ.
Η προσευχή του Κυρίου εγένετο στον κήπο της Γεθσημανή και ήταν κήπος ελαιών.
Από τις ελιές βγαίνει το ελαιόλαδο και για να μας θυμίζει λοιπόν την προσευχή του Ιησού
πρέπει να καίμε ελαιόλαδο.



Ο Πατήρ Χριστοφόρος της σκήτης της Σίχλας στη Ρουμανία

Γύρω στο 1930 ένας διάκονος, ο Πατήρ Χριστοφόρος, ζούσε και ασκήτευε στη σκήτη της Σίχλας της Ρουμανίας.
Το ερημητήριό του ήταν μέσα στο δάσος, όπου παρεδίδετο στη νηστεία, την αγρυπνία και την προσευχή.
Σε μια του βραδινή οδοιπορία έπεσε λίγο να κοιμηθεί.
Ξαφνικά ξυπνάει και βλέπει σε όραμα έναν αστραφτερό άνδρα να του λέγει:
- Πήγαινε να με θάψεις. 70 χρόνια είμαι άταφος.
Και αμέσως έγινε άφαντος.
Ο διάκος ξαφνιάστηκε.
Οταν συνήλθε είπε:
- Α, του πονηρού θα είναι. Ας πέσω να κοιμηθώ.
Μα και πάλι ξυπνάει από το ίδιο αστραφτερό αυτό όραμα.
Και για δεύτερη φορά δεν του δίδει σημασία αλλά με ερωτηματικά μέσα του έγειρε πάλι για τον ύπνο.
- Λες να μην ήταν;
Δεν πρόλαβε να κλείσει τα μάτια του και για τρίτη φορά η ίδια παρουσία του φωτεινού εκείνου ανδρός.
Τότε όμως τόλμησε και ρώτησε:
- Ναι, πού όμως θα βρω τα λείψανά σου για να τα θάψω, να κάνω ταφή;
- Σε 100 βήματα δεξιά σου, σε μια γερτή πέτρα που την σκεπάζει ένας θάμνος. Εσύ θα κρατήσεις για ευλογία και προστασία μόνον την κάρα μου και τα υπόλοιπα θα τα θάψεις βαθειά μέσα στο χώμα.
Πράγματι λοιπόν ακολούθησε τις οδηγίες του αγνώστου οσίου εκείνου ανδρός και βρήκε τα Αγια Λείψανα.
Ευωδίασε ο τόπος.
Ανοιξε λοιπόν ένα λάκκο, ετοίμασε ένα σταυρό, δεν ήξερε βέβαια τι να γράψει πάνω, και εκεί που ήταν έτοιμος να θάψει τα Λείψανα λέει:
- Δεν κρατάω και μερικά ακόμα; Μόλις όμως το σκέφτηκε αυτό και μέσα σε μια πετσέτα που είχε απλώσει, που είχε πρόχειρη μαζί του, είχε βάλει εκεί την κάρα του αγνώστου αυτού Αγίου, και θέλησε να πάρει ένα οστούν, ένα Λείψανα Αγιο, από το σώμα του για να το βάλει και αυτό μαζί με την κάρα, από μια ανεξήγητη θερμότητα και πολλή δυνατή φλόγα που βγήκαν από τα οστά του έκαψαν το χέρι.
Τότε λοιπόν κατάλαβε ότι έπρεπε να σεβαστεί την εντολή του Αγίου, πήρε το ράσο του, το εξώρασο, τύλιξε τα οστά μέσα στο ράσο και τα έθαψε, τα κάλυψε, έβαλε και ένα σταυρό επάνω και πήρε την κάρα του αγνώστου και ανωνύμου Αγίου και την πήγε στον ηγούμενο της κεντρικής μονής της σκήτης.
Εγιναν πάρα πολλές ολονύκτιες αγρυπνίες για να αποκαλύψει ο Αγιος το όνομά του.
Όλος ο ναός, καθ' όλη τη διάρκεια των αγρυπνιών και των προσευχών και των Θείων Λειτουργειών
επλημμυρίζετο από άπειρη ευωδία, η οποία έβγαινε από την Τιμία Κάρα του Οσίου.
Υστερα από πολλές παρακλήσεις απεκάλυψε ο Αγιος το όνομά του στον ηγούμενο της μονής, ο οποίος ήτο πολύ ευλαβής και ευσεβής, αγιασμένη προσωπικότης.
Ποιος ήταν δεν μας λέει η ιστορία, το Γεροντικό, πώς έγινε η αποκάλυψις του ονόματός του.
Ητο μεγάλος ασκητής και Πνευματικός Πατήρ Παύλος, ο οποίος είχε κοιμηθεί περίπου το 1860.
Ητο μάλιστα ο Πνευματικός, ο Εξομολόγος, της μεγάλης ασκήτριας και Οσίας Θεοδώρας της Σίχλας,
γνωστή σε ολόκληρη τη Ρουμανία και σε όλους βέβαια τους Ορθοδόξους Ρουμάνους χριστιανούς.
Τα λείψανα αυτής της Αγίας βρίσκονται τώρα όχι στη Ρουμανία αλλά στο Κίεβο της Ρωσίας.
Από τότε πήρε την Αγία Κάρα του Οσίου Παύλου, ο Πατήρ Χριστοφόρος, ο διάκονος και εξαφανίστηκε στα απόκρημνα ασκητήρια της Ρουμανίας.
Σε ένα από αυτά μαζί με έναν ταπεινώτατο ασκητή ιερέα τηρούσαν τη Θεία Λειτουργία κάθε μέρα τη νύχτα, ζώντας μαζί με τον Αγιό τους από τώρα τα κάλλη του Παραδείσου.
Και όταν εκοιμήθη ο Πατήρ Χριστοφόρος τα θαυμαστά της, της Οσίας Κάρας και του διακόνου Χριστοφόρου, έγιναν γνωστά στους ευλαβείς προσκυνητάς που περνούσαν από εκείνα τα μέρη και από αυτούς έφτασαν στα Γεροντικά και στα Συναξάρια και από τα Συναξάρια στις ημέρες μας.
Τα ασκητήρια, ναοί της Ορθοδοξίας, είναι σκηνώματα δόξης και θρόνοι θριάμβου της τρισηλίου Θεότητος.



Ενα θαύμα της Παναγίας - Χάρισε μάτια στον Στέφανο από την Κέρκυρα

Στην Κέρκυρα, πριν από αρκετά χρόνια, πολλά χρόνια πριν, ζούσε ένας νέος ονόματι Στέφανος.
Είχε το όνομά μου.
Εκεί έμπλεξε με μια συντροφιά, με μια παρέα, και στο δρόμο συνήντησαν κάποιους εμπόρους και η υπόλοιπη αυτή παρέα θέλησε να τους κατακλέψει.
Ο Στέφανος διαμαρτυρήθηκε αλλά δεν τον άκουσαν.
 Δεν το άκουσαν καθόλου.
Επετέθηκαν λοιπόν οι νεαροί αυτοί σαν τους σημερινούς αναρχικούς και χούλιγκανς εναντίον των εμπόρων.
Τους λήστεψαν, τους ξυλοκόπησαν και ετράπησαν σε φυγή.
Ο Στέφανος βέβαια παρέμεινε σε μια άκρη.
Οι έμποροι αυτόν είδαν και αυτόν κατήγγειλαν στον έπαρχο της Κέρκυρας, η οποία τότε, εκείνη την
εποχή ήταν κάτω από την κυριαρχία των Ενετών.
Τον καταδίκασαν λοιπόν και η τιμωρία ήταν πολύ αυστηρή και ο δικαστής, χάριν του νεαρού της ηλικίας του, του επέβαλε μια διπλή ποινή, μια διπλή τιμωρία και να διαλέξει μια από τις δυο: ή να του βγάλει τα μάτια ή να του κόψει τα δυο χέρια, για να μην ξανακλέψει.
Αυτός παρ' όλες τις προσπάθειες και τις φωνές που έκαμε, διαμαρτυρόμενος ότι ήταν αθώος, δεν μπορούσε να αποδείξει την αθωότητά του.
Τελικά είπε:
- Ε, χωρίς χέρια δεν μπορώ να κάμω τίποτα. Με τα μάτια σβηστά κάπως θα μπορώ να ζω.
Και έτσι λοιπόν ζήτησε να τυφλωθεί.
Πράγματι σε δημόσια πλατεία, με πυρωμένο σίδερο, ο δήμιος του έβγαλε τα μάτια και έμεινε τυφλός.
Τυφλώθηκε.
Τα μάτια μάλιστα τα βγάζαν με ειδικό τρόπο και τα βάζαν σε μία λεκάνη με νερό και εκτίθεντο δημόσια για παραδειγματισμό, για να μην ξανατολμήσουν να κάμουν το ίδιο κακό και την ίδια αμαρτία.
Αν υπήρχαν τέτοιες τιμωρίες τώρα δεν θα είχαμε κλέφτες, ούτε αναρχικούς ούτε χούλιγκανς ούτε τίποτα, κανέναν.
Λοιπόν, είναι βάρβαρο αυτό που λέμε, απλώς το αναφέρουμε σαν παράδειγμα.
 Αυτοί κατέφυγαν, λοιπόν, σε μια εκκλησία, σε ένα μοναστήρι παραθαλάσσιο εκεί, που υπήρχε την
εποχή εκείνη, σε μία Παναγία η οποία ονομαζότανε Κασσιοπεία, Παναγία η Κασσιοπεία.
Οσοι είναι από εκείνα τα μέρη πιθανόν βέβαια να τη γνωρίζουν.
Πήγαν λοιπόν σε εκείνο το μοναστήρι και ζητούσαν από την Παναγία, μαζί με τη μητέρα που είχε πάει ο Στέφανος, βοήθεια, συνδρομή, όσο το δυνατό περισσότερη και μεγαλύτερη.
Το βράδυ τους έβαλαν μέσα στην εκκλησία λίγο να κοιμηθούν, να ξαποστάσουν.
Και όπως λαγοκοιμόταν, γιατί μέσα στους φρικτούς του πόνους δεν μπορούσε να κοιμηθεί καλά ο
Στέφανος, αισθάνθηκε κάποιο χέρι να ακουμπάει τα μάτια του.
Και ξαφνικά βλέπει μπροστά του μία γυναίκα να αστράφτει μέσα στο φως.
Εκθαμβος και έκπληκτος για αυτό που έβλεπε, να του χαμογελάει γλυκά, ήρεμα, καλά και να εξαφανίζεται.
Βλέπει λοιπόν τα καντήλια αναμμένα.
Βλέπει την εικόνα της Παναγίας.
- Μάνα, φωνάζει, μάνα... Τα καντήλια είναι αναμμένα. Βλέπω την Παναγία.
- Αντε, άφησε με ήσυχη, του λέει, τώρα μες τον..
Την ξύπνησε λοιπόν και της είπε ότι
- Μάνα βλέπω.
Και εκείνη έκπληκτη όταν τον κοίταξε στο πρόσωπο διαπίστωσε ότι το παιδί της είχε δυο καταγάλανα μάτια, υπέροχα και ωραία.
Ενώ το παιδί της, πριν τυφλωθεί, είχε μάτια μαύρα.
Η Παναγία του χάρισε μάτια καταγάλανα.
Βέβαια με τις φωνές ξύπνησαν οι μοναχοί, έγινε θόρυβο πολύς και ο θόρυβος αυτός ακούστηκε σε όλην την Κέρκυρα και αμέσως τους εκάλεσε ο έπαρχος της περιοχής εκείνης, ο οποίος είδε τα νέα μάτια στις κόγχες του Στέφανου και θαύμασε βέβαια και απόρησε αλλά είδε και τα σημάδια κιόλας από το κάψιμο.
Περίεργος λοιπόν φωνάζει το δήμιο και τον ρωτάει:
- Τι έγινε;
Πώς δηλαδή αυτό το πράγμα συνέβη;
Λέει:
- Αρχοντα, εγώ έκανα το καθήκον μου και έβγαλα τα μάτια του παιδιού και θα σου φέρω τη
λεκάνη με τα μάτια του.
Και φέρνει λοιπόν τη λεκάνη και βλέπουν μέσα εκεί πράγματι να υπάρχουν δυο μαύρα μάτια.
Το θαύμα της Παναγίας είχε γίνει.
Και είχε γίνει μέσα στο Ναό, μέσα στην Εκκλησία.
Και εμείς δεν έχουμε μάτια.
Τα δικά μας τα μάτια, τα μάτια της δικής μας ψυχής είναι κλειστά και δεν μπορούμε να δούμε το μεγάλο αυτό θαύμα που γίνεται κάθε φορά που βρισκόμαστε στη Θεία Λειτουργία.
Δεν έχουμε μάτια τέτοια.
Για αυτό λοιπόν μας φαίνονται πολλά πράγματα περίεργα από αυτά που λέγονται και ακούγονται εδώ και μπορεί να μας πιάσει και ύπνος σε αυτήν την ανάλυση που κάνουμε για τη Θεία Λειτουργία.
Εδόξασεν τον Θεόν.
Το θαύμα αυτό είναι γραμμένο σε ένα βιβλίο που λέγεται "Εμφανίσεις και Θαύματα της Παναγίας" της Ιεράς Μονής Παρακλήτου.



Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 1992

31 Η άνωθεν ειρήνη μετά τού θείου ελέους

Παπα-Δανιήλ, Παπα-Γεδεών και Ράπισμα εξ ουρανού

Στη σελ.190 μας λέει για έναν μεγάλο ασκητή, τον παπά Δανιήλ, τον ησυχαστή, μέγας ησυχαστής στη σπηλιά του Αγίου Πέτρου του Αθωνίτου.
Ητο ένα λειτουργικό πνεύμα, μια φλόγα πυρός η οποία άρχιζε από τη γη και τελείωνε στον ουρανό.
Εχάνετο στα βάθη και στα ύψη του ουρανού.
Αυτόν συμβουλευόταν ο Γέροντας και παππούς δικός μας Ιωσήφ για πολλά χρόνια.
Σε αυτόν μπορούσε να εφαρμοστεί εκείνο που ήταν και που είναι γραμμένο στον ψαλμό "Ο ποιών τους Αγγέλους Αυτού πνεύματα και τους λειτουργούς Αυτού πυρός φλόγα".
Λειτουργούσε καθημερινώς και η Λειτουργία ήταν πραγματικά μια μυσταγωγία, μια όντως κατάβασις του ουρανού στη γη και μια ανάβασις σε αυτόν για αυτόν που παρευρίσκονταν σε αυτήν τη Θεία Λειτουργία, ένας, δύο, τρείς, από τη γη στον ουρανό. Λέγεται ότι για να διαρκεί περισσότερον χρόνον η Θεία Λειτουργία, τελούσε τη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου ολόκληρο το έτος και όχι του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου του οποίου την μνήμην αύριο εορτάζουμε.
Και διάβαζε τις ευχές πολύ αργά και με πολύ νόημα.
Δεν εβιάζετο.
Αλλωστε γιατί να βιαστεί;
Ολος ο χρόνος ήτο δικός του.
Οταν ήρχετο η κατάνυξις, και πότε δεν ήρχετο;, σταματούσε τις ευχές και τις εκφωνήσεις και έκλαιγε
συνεχώς και αδιαλείπτως με ευφρόσυνα δάκρυα.
Για 60 ολόκληρα χρόνια λειτουργούσε καθημερινά και αδιάλειπτα.
Μία φορά στα 60 χρόνια δεν παρέλειψε τη Θεία Λειτουργία, ούτε και τις Μεγάλες Σαρακοστές που τελούσε 5 Προηγιασμένες, Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή.
Κάθε Θεία του Λειτουργία διαρκούσε πάρα πολλές ώρες.
Τόση ήτο η κατάνυξη που είχε ώστε δεν έλεγε "Δι'ευχών", δηλαδή για να τελειώσει τη Θεία του Λειτουργία, εάν δεν εγίνετο το χώμα του Ιερού Βήματος, εκεί μπροστά στην Αγία Τράπεζα που πατούσε, διότι δεν είχε μάρμαρα και καλλίγραμμες πέτρες, όπως έχουν οι δικοί μας οι ναοί τώρα, εάν δεν εγίνετο το χώμα εκείνο λάσπη από τα δάκρυα τα πολλά.
Και αμέσως απεσύρετο στην ησυχία για μια, δυο ώρες, για να μη χάσει την κατάνυξη και τις πλούσιες του ουρανού Τριαδικές δωρεές.
 Από αυτούς που λειτουργούσαν καθημερινώς ήταν και ένας άλλος Ιερομόναχος, ο παπα-Γεδεών ο Καυσοκαλυβίτης, ο οποίος έκανε και πάρα πολλά σαρανταλείτουργα για τους κεκοιμημένους.
Είπαμε την προπερασμένη Κυριακή την αξία που έχει ένα σαρανταλείτουργο για τον κεκοιμημένο.
Είχε δώσει, πριν καρεί μοναχός, ως εργάτης στο Αγιον Ορος, την υπόσχεση να γίνει μοναχός.
Αθέτησε όμως την υπόσχεση.
Ηταν εργάτης και έφυγε.
Πήγε στον κόσμο.
Πήγε στο χωριό του.
Και μια μέρα, ένα πρωινό, επήγαινε στην Εκκλησία, δέχτηκε ένα αόρατο ράπισμα, μπάτσο στο πρόσωπο.
- Δεν είναι η θέσις σου εδώ, ακούστηκε μια φωνή από τον ουρανό.
Εγκατέλειψε τον κόσμο και τη ματαιότητα και πήγε και ασκήτεψε στην καλύβη του Αγίου Ακακίου.
Αυτό όμως το ράπισμα του παπα-Γεδεών του Καυσοκαλυβίτη μου θυμίζει μια άλλη περίπτωση.
Οπως μου την διηγήθηκαν βέβαια έτσι περίπου θα σας την πω και εγώ.

Ενας άλλος ιερεύς, σε μια ηλικία περίπου 35 με 40, ήτο αμελής στα καθήκοντά του και στα πρωινά και στα βραδινά και προπαντός βέβαια στη Θεία Λειτουργία και άρχισε έτσι σιγά σιγά να ξεπέφτει
ψυχικά.
 Μια φορά, στη Θεία Λειτουργία και στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων άρχισε να χασμουριέται.
Σταμάτησε τις ευχές και άρχισε το χασμουρητό.
Οπότε δέχεται ένα Χρατς..... δυνατό, εδώ στο πρόσωπο, ο θόρυβος του οποίου ακούστηκε στο λίγο εκκλησίασμα που υπήρχε γιατί ήταν Σάββατο πρωί.
Συγχρόνως όμως ακούστηκε και μια φωνή αυστηρή να του λέει:
- Ε, φτάνει πια. Ολο θα κοιμάσαι; Φρόντισε την αιμορραγία της ψυχής σου να τη σταματήσεις. Το
μάγουλό του ήταν για μέρες κατακόκκινο, με φανερές όπως λένε τις δαχτυλιές επάνω.
Η λέξις αιμορραγία του έφερνε στο νου συχνά, στο νου, στην καρδιά, στην ψυχή του μέσα την αιμορρούσα γυναίκα, της οποίας από τότε κάθε μέρα το Ευαγγελικό ανάγνωσμα το διάβαζε. Την περασμένη και εμείς Κυριακή, διαβάσαμε και εμείς μαζί με την ανάσταση της θυγατρός του Ιαείρου και την θεραπεία της αιμορρούσης γυναικός, της μετέπειτα Αγίας Βερονίκης.
Και κάμαμε μάλιστα πάνω σε αυτό το ανάγνωσμα και ορισμένα σχόλια.
Ετσι λοιπόν από τότε ο ιερεύς, μας λέγουν, ότι απέκτησε τον ίδιο φόβο.
Οπως η αιμορρούσα τρέμοντας ακούμπησε έτσι το χέρι της πάνω στο χιτώνα του Κυρίου, στην άκρη του χιτώνος και "παραχρήμα εξηράνθη η πληγή" επί λέξει, όπως μας πληροφορεί το ιερόν Ευαγγέλιον, θα μπορούσα να πω και εγώ κάθε ψυχή που μπαίνει μέσα στο ναό για να λειτουργηθεί είναι μια αιμορρούσα ψυχή, μια αιμορρούσα γυνή, σαν την Αγία Βερονίκη, αλλά αιμορρούσα εκ της
αμαρτίας.
Μπαίνει στον Ιερό Ναό, εδώ υπάρχει έλεος, αγάπη, στοργή.
Μέσα στη Θεία Λειτουργία δίνεται πλουσιοπάροχα η Τριαδική Χάρις και η ευλογία του Κυρίου μας.
Μέσα στο Ναό υπάρχει θεραπεία.
Και μετά τη Θεία Κοινωνία, όχι μόνο αγγίζουμε την άκρη του ιματίου αλλά εσθίομεν το Σώμα Του το Πανάγιον και πίομεν το Αίμα Του.
Και να λοιπόν η ένωσις, η χαρά, η ζωή, η ανάτασις, η ανάστασις.
Λαχτάρα μας λοιπόν είναι να Τον γνωρίσουμε, να Τον αγγίξουμε, να Τον γευτούμε.
Ολα αυτά τώρα γιατί τα είπα;
Γιατί κάτι σχετικώς έλεγε ο ιερεύς εκείνος ο οποίος έφαγε αυτό το ράπισμα και το οποίον μου το μετέφεραν και εμένα.
Ελεγε λοιπόν ότι:
- Ετσι και εγώ μπαίνω μέσα στο Ναό σαν την αιμορρούσα γυναίκα. Νιώθω το ράπισμα και την αιμορραγία της ψυχής μου. Ζω το ίδιο πράγμα. Ενα πλησίασμα, μια ένωση και έναν σεισμό από το ράπισμα.
Μόλις έμπαινε στο Ναό, ερχόταν η ώρα της μεταβολής των Τιμίων Δώρων του μεγάλου αυτού θαύματος και ζούσε το ίδιο πράγμα.
Εμείς βέβαια δεν το ζούμε.
Το μικρό μας μυαλό δεν τα χωράει αυτά και όμως υπάρχουν και γίνονται.
Και πρέπει να ζούσε με τέτοια πίστη ώστε αυτά τα γεγονότα να περνάν μέσα μας σα μια πραγματικότητα.
Η γυναίκα η αιμορρούσα και κάθε πονεμένος άνθρωπος τρέχει αμέσως να κάνει προσευχή, να παρακαλέσει, να πιάσει το ράσο, το Πετραχείλι του Ιερέως, να ικετεύσει.
Εδώ όμως στο Ναό τρέχει ο Χριστός κοντά μας, ταπεινώνεται πολύ, ζητά να συναντήσει όχι μόνο τον αμαρτωλό παπά τον ανάξιο, αλλά και όλους μας, και μας διακονεί και μας υπηρετεί και μας λειτουργεί και είπαμε τι θα γίνει στη Βασιλεία των Ουρανών, πώς θα ζηστεί λέντιον(;) πώς θα μας βάλει αναπαυτικά.



Ο Νικηφόρος και ο Σαπρίκιος

Στο Μαρτυρολόγιο της Εκκλησίας μας αναφέρεται ένα συνταρακτικό γεγονός.
Αλλοι το έχετε ακούσει και άλλοι πιθανόν όχι.
Πήγαν δυο χριστιανοί, στα χρόνια των μαρτύρων, οι οποίοι είχαν μία διαφορά μεταξύ τους.
Είχαν διαπληκτισθεί, είχαν φιλονικήσει και δεν μιλούσε ο ένας προς τον άλλο.
Ο ένας λεγόταν Νικηφόρος και ο άλλος λεγόταν Σαπρίκιος.
Οι ειδωλολάτρες λοιπόν, κάτω από τη μια καταγγελία, πιάνουν το Σαπρίκιο μαζί με άλλους χριστιανούς και τον κλείνουν στη φυλακή.
Το μαθαίνει ο Νικηφόρος, τρέχει στη φυλακή, πέφτει έξω από τα σίδερα της φυλακής γονατιστός, λέει:
- Σαπρίκιε, συγχώρεσέ με. Αυτήν την ώρα που πλησιάζει το μαρτύριο, συγχώρεσέ με.
- Οχι, λέει, δεν σε συγχωρώ.
Επεμβαίνουν οι άλλοι, οι συναθληταί του μαρτυρίου ας πούμε τρόπον τινά, και του λένε:
- Βρε Σαπρίκιε, συγχώρεσέ τον.
- Οχι, τόσο μεγάλο κακό που μου έκανε, δεν τον συγχωρώ.
Ερχεται η ώρα, τους μαζεύουν τους μάρτυρες σιδεροδέσμιους και τους πάνε στον τόπο του
μαρτυρίου.
Από πίσω ο Νικηφόρος.
- Σαπρίκιε, συγχώρεσέ με.
Τίποτα ο Σαπρίκιος.
- Δεν σε συγχωρώ.
Και όταν έπεσαν τα πρώτα κεφάλια κάτω από τα σπαθιά των δημίων και ήρθε η σειρά του να
ομολογήσει τον Χριστόν για τελευταία φορά και να αποκεφαλιστεί, χάνει το θάρρος του και αρνείται τον Χριστό.
Τον εγκαταλείπει η Θεία Χάρις, γιατί μέσα στην καρδιά του δεν κυριάρχησε η αγάπη, η συγγνώμη, η συγχωρητικότητα.
Είναι ο Νικηφόρος που άκουσε να αρνείται τον Χριστό ο Σαπρίκιος, έτρεξε και πήρε τη θέση του,
ομολόγησε, μαρτύρησε, αποκεφαλίστηκε.
Είναι Αγιος Μάρτυρας της Εκκλησίας μας.
Ετσι λοιπόν ο ένας που είχε μίσος στην καρδιά και σκληρότητα αποδοκιμάστηκε από το Θεό και η θυσία του δεν έγινε δεκτή.
Στερήθηκε της Θείας Χάριτος, δηλαδή της Θείας Δυνάμεως και δεν μπόρεσε να μαρτυρήσει.
Ενώ ο άλλος που είχε αγάπη ευλογήθηκε από το Θεό και η θυσία του έγινε δεκτή.
Αυτό μας διδάσκει και πως οι δικές μας προσφορές και θυσίες στο Θεό δεν γίνονται δεκτές αν μέσα στην καρδιά μας έχουμε την κακία, το μίσος, την ασπλαχνία, τη σκληρότητα, τη μη συγγνώμη.


Η Λυγερή

Μια όμορφη χριστιανοπούλα, μόλις 16 ετών, ουράνιο θα λέγαμε παρθενικό άνθος και καλλονής, κάποτε έριξε τα μάτια της έξω από το παράθυρο του μικρού αγροτόσπιτου και τα μάτια της αυτά
γέμισαν τρόμο.
Οι ειδήσεις βέβαια είχαν φτάσει από πολλές κατευθύνσεις, από πολλές μεριές, για τον όλεθρο και το μεγάλο το κακό που σκορπούσε η απόφασις του Τούρκου σουλτάνου να εξαφανίσει όλους τους χριστιανούς μιας ελληνικής επαρχίας.
Μόλις τους είδε, βέβαια, φώναξε από τρόμο:
- Ερχονται οι Τούρκοι.
Μόνο βέβαια που ήταν μια προειδοποίηση χωρίς καμμιά ελπίδα.
Οι Τουρκαλάδες στρατιώτες από σπίτι σε σπίτι εκτελούσαν το σατανικό τους έργο.
Σκότωναν και έσφαζαν αδιακρίτως μικρούς και μεγάλους.
Κούνησε βέβαια τα αυτιά της για να πνίξει τα ξεφωνητά καθώς γονάτιζε μαζί με την οικογένειά της για να προσευχηθούν όλοι μαζί.
Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα με μια κλωτσιά και το κορίτσι το καημένο τινάχτηκε πετρωμένο από το φόβο:
- Κύριε ελέησον, Παναγία μου.
Και τα δόντια της άρχισαν να χτυπούν από το τρόμο, από τον πανικό.
Σε λίγο βλέπει τη γονατιστή μορφή του πατέρα της να κυλιέται κάτω τρυπημένη από το γιαταγάνι του αξιωματικού και τους στρατιώτες να σφάζουν σαν τραγιά τη μάνα της και τα δυο της τα αδέλφια, τα πιο μεγάλα.
Τη στιγμή που κάποιος σήκωνε το σπαθί για να αποκεφαλίσει και τη μικρή αυτήν την κοπελίτσα, εκείνη δεν φοβήθηκε.
Εκείνη τη στιγμή, αντίθετα, έκλεισε τα μάτια της και κάτι σιγοψιθύρισε:
- Κύριε, συγχώρησε τις αμαρτίες μου, συγχώρησε και αυτούς και δέξε με κοντά σου. Παναγία μου, Κύριε ελέησον.
Η άγρια όμως φωνή του επικεφαλής εκεί αξιωματικού που είχε σκοτώσει τον πατέρα της σταμάτησε το στρατιώτη.
- Οχι, του λέει, σταμάτα.
Αυτήν τη θέλω για μένα.
Σκληρή μορφή, απαίσια.
Την άρπαξε και την πήρε μαζί του.
Το βράδυ που ακολούθησε ήταν γεμάτο αθλιότητα και ντροπή για τη δυστυχισμένη εκείνη κοπελίτσα
των 16 ετών.
Το μεγάλο κακό για αυτήν συνεχίστηκε όταν ο αξιωματικός την παρέδωσε μετά σε 30 στρατιώτες και πλέον που πάνω στο παρθενικό σωματάκι της ξεθύμαναν όλα τα βάρβαρα ένστικτά τους.
Και αυτή μέσα από τους φοβερούς πόνους και τα ψυχικά και σωματικά βασανιστήρια συνεχώς παρακαλούσε την Παναγία και έλεγε:
- Παναγία μου, φτάνει πια. Πάρε με, πάρε με, δεν αντέχω. Χριστέ μου, σώσε με. Κύριε ελέησον.
Ποιος ξέρει τι άλλα έλεγε!
Ηρθαν τα μεσάνυχτα, την εγκατέλειψαν εκεί πεσμένη κάτω στο έδαφος και αυτοί ρίχτηκαν ύστερα από ένα άγριο μεθύσι σε ύπνο.
Σηκώθηκε αθόρυβα και άφησε πίσω της τον καταυλισμό ενώ είχε μια ακατάσχετη αιμορραγία.
Εσείς οι γυναίκες καταλαβαίνετε γιατί.
Βέβαια θάμνοι, αγκάθια, πέτρες στο δρόμο κτλ. ξέσκιζαν τα πάντα τα ήδη ξεσκισμένα, τι να πει κανένας, αλλά αυτή έτρεχε με τον τρόμο μέσα της να της δίνει μια δύναμη φοβερή για να τρέχει, να τρέχει, να τρέχει..., να φεύγει όσο το δυνατό μακρύτερα μπορούσε.
Ωσπου από μακριά βλέπει τη μισογκρεμισμένη Εκκλησία του χωριού της, στην οποία αυτοί βέβαια είχαν βάλει φωτιά αλλά δεν είχε καεί τελείως, και κατευθύνεται προς αυτήν, μπαίνει μέσα
και μπροστά στο μισοτσακισμένο Τέμπλο, μισοκαμμένο, σωριάστηκε κάτω.
Η αιμορραγία συνεχιζόταν και εκείνη σιγά σιγά έσβηνε.
Και ενώ έσβηνε βλέπει ένα πλήθος από λευκοφορεμένες κοπέλες, ουράνιες νυφούλες, λαμπερές σαν τον ήλιο να την πλησιάζουν και να τη σηκώνουν στα χέρια τους απαλά απαλά.
Και ενώ ανέβαιναν ψηλά έλεγαν και έψελναν ανά τρεις φορές πότε το "Κύριε ελέησον", πότε το "Αλληλούια, Αλληλούια, Αλληλούια", πότε το "Αγιος, Αγιος, Αγιος, Κύριος Σαβαώθ", πότε το "Αξιον Εστί" και πολλά άλλα.
Μέχρι που η Λυγερή, έτσι ήταν το όνομά της βρέθηκε στην αγκαλιά του Σωτήρος Χριστού, του Κυρίου και Θεού, του Πλάστου της.



Ο βοσκός που ήθελε να γίνει άρχοντας

Μέσα από την πράξη της Εκκλησίας.
Ζούσε κάποτε, μας λένε τα Γεροντικά, παλιά Γεροντικά, ένας βοσκός που είχε ένα γιο.
Μεγάλωσε αυτό, έγινε παλικάρι, βοσκούσε πρόβατα.
Κατέβαινε πότε στην πόλη να πουλήσουν τα πρόβατα για να σφαχτούν κτλ. και έβλεπε ανθρώπους μεγάλους, πλουσίους, τρανούς, είδε κάποτε το βασιλιά, είδε τον άρχοντα της πόλης.
- Α, λέει, πατέρα. Δεν γίνεται έτσι να βόσκω εγώ πρόβατα και αυτοί να είναι αρχοντάδες. Θέλω να γίνω και εγώ άρχοντας, τρανός, βασιλιάς, πρόεδρος της δημοκρατίας.
- Ε, πάμε, του λέει ο πατέρας.
Η μάνα του του λέει:
- Μην ξεχάσεις τις συμβουλές που σου έδινα μέχρι τώρα.
Η μάνα.
Τι θα πει μάνα!
Οποιος ξέρει...
Φεύγει, λοιπόν, αυτός και περπατάει στο δρόμο και πηγαίνει λοιπόν.
Στο δρόμο συναντάει ένα μάγο.
- Πού πας, του λέει, λεβέντη;
- Πάω, λέει, κάτω στην πόλη να γίνω άρχοντας.
- Α, εύκολο πράγμα, του λέει, άμα ακούσεις αυτό που θα σου πω. Θα σου δώσω ένα χαρτί και θα πας με αυτό το χαρτί τα μεσάνυχτα στο νεκροταφείο της πόλης, της πρωτεύουσας κάτω. Θα ρίξεις το χαρτί σε ένα μνήμα και θα περιμένεις, αυτό το χαρτί που θα σου δώσω εγώ τώρα. Θα'ρθει κάποιος. Μη φοβηθείς, λέει. Θα είναι ο άρχοντας του κόσμου τούτου, ο οποίος θα σε κάνει και σένα άρχοντα. Βέβαια σαν άρχοντα πρώτα θα τον προσκυνήσεις. Εκείνος είναι μεγάλος άρχοντας. Εσύ θα γίνεις πιο
μικρός άρχοντας αλλά άρχοντας.
- Αρχοντας, του λέει, θα γίνω μες στον κόσμο;
- Αρχοντας, του λέει.
Πήρε, λοιπόν, το παλικάρι το μαγικό χαρτί, πήγε το βράδυ στο νεκροταφείο και περίμενε.
Ηρθαν τα μεσάνυχτα.
Παίρνει, λοιπόν, πετάει το χαρτάκι, αυτό που του είχε δώσει ο μάγος, πάνω σε έναν τάφο.
Τη στιγμή, λοιπόν, εκείνη άρχισε να φυσάει αέρας δυνατός, κακό.
Ακούγονταν φωνές σαν να ούρλιαζαν χιλιάδες τσακάλια και λύκοι μαζί.
Ερχόταν ο διάβολος.
Πω, πω... σαν τον είδε από μακριά.
Το παλικάρι φοβήθηκε, έπεσε κάτω από το φόβο του και άρχισε να λέει:
- Πα, πα, πα...
Θυμήθηκε τις συμβουλές της μάνας του.
Τι του είπε η μάνα του;
Τι του έλεγε;
Αν βρεθείς σε κίνδυνο φώναξε "Κύριε ελέησον".
Στη δύσκολη, λοιπόν, εκείνη στιγμή μπροστά στο φόβο του το παιδί φωνάζει:
- Κύριε ελέησον.
Και έκανε το σημείο του σταυρού.
Αμέσως έπαψαν όλα τα ουρλιάσματα και ο διάβολος εξαφανίστηκε.
Ούτε άρχοντας έγινε, ούτε τίποτα.
Την άλλη μέρα τον περίμενε ο μάγος.
Ηρθε λοιπόν το παλικάρι.
- Τι έγινε; του λέει.
- Το και το.
- Α, δεν έκανες καλά, του λέει. Για να με ακούσεις και να γίνει αυτό θα κάνεις το εξής τώρα:
Θα πάς και θα βρεις κανένα παιδάκι που να είναι ξεμοναχιασμένο, μέχρι 5 χρονών, 4-5, θα τ' αρπάξεις και θα πας να το σφάξεις στα μνήματα. Θα του ξεριζώσεις την καρδιά, θα το θάψεις και ύστερα θα μου φέρεις εμένα την καρδιά. Το άλλο βράδυ θα πας πάλι στο νεκροταφείο και θα ρίξεις αυτό το χαρτί πάνω στον τάφο του παιδιού που έσφαξες και το έθαψες. Και τα μεσάνυχτα θα
περιμένεις.
- Τώρα το παιδάκι, λέει το παλικάρι, να σφάξω, να κλέψω παιδί, να το σφάξω, να του ξεριζώσω την καρδιά; Ελα όμως που θέλω να γίνω και άρχοντας, να βασιλεύω σε όλον τον κόσμο. Πώς βασιλεύουν αυτοί και διατάζουν και έχουν πλούτη, έχουν αγαθά;
Μια και δυο λοιπόν το κάνει έργο.
Κλέβει ένα παιδί, το σφάζει και κάνει ό,τι του είπε ο μάγος.
Το βράδυ λοιπόν στο νεκροταφείο.
Ηρθαν τα μεσάνυχτα, πετάει το χαρτάκι πάνω στον τάφο του σφαγμένου παιδιού.
Αρχίζουν πάλι τα ουρλιάγματα, οι φωνές, ο αέρας, αυτό το κακό, άρχισε να τρέμει η γη, έρχονταν
πλέον όχι ο δαίμονας, ο διάβολος αλλά πλήθος δαιμόνων.
Τρόμαξε το παλικάρι.
Και πάλι τρόμαξε και πάλι φοβήθηκε.
Γονάτισε και είπε:
- Κύριε ελέησον.
Μια φορά, δυο φορές, εκατό φορές, χίλιες φορές, τίποτα.
Τα δαιμόνια δεν έφευγαν, τον πλησίασαν, του άνοιξαν το στόμα και μπήκαν όλα μέσα του.

Αυτό λοιπόν αναφέρεται από τους Γεροντάδες στα παλιά Γεροντικά για τα παλιά εκείνα χρόνια.
Ο Θεός ακούει και απαντά στο ένα Κύριε ελέησον ανάλογα με την καθαρότητα και την απλότητα που έχουμε μέσα μας.
Χίλια ύστερα Κύριε ελέησον, αφού έκανες το κακό και την αμαρτία, δεν πιάνουν τόπο.
Το Κύριε ελέησον κάνει θαύματα όταν είμαστε καθαροί.



Ο Αγιος Νεκτάριος

Στα χρόνια μας, τώρα τελευταία, σε έναν Ιερό Ναό, τώρα τελευταία δεν έχει 5-10 χρόνια, έγινε Θεία Λειτουργία ανήμερα της μνήμης του Αγίου Νεκταρίου.
Σε έναν Ναό εδώ στον Πειραιά έγινε αυτό.
Λειτουργούσε ένας Ιερεύς με τον Διάκονό του.
Στο τέλος είπαν το Δι'ευχών, μοίρασαν το Αντίδωρο, έφυγε όλος ο κόσμος.
Οι Ιερείς ώσπου να καταλύσουν, να διπλώσουν τα Αμφια κτλ. άργησαν ο Ιερεύς με το Διάκονο.
Τελικά βγήκαν και εκείνοι και είπαν να βγούν και από το Ναό.
Κάπου θα πήγαιναν.
Τους περίμενε εκεί στην πόρτα όλο αγωνία μια γνωστή και ευσεβής χριστιανή.
Ο Ιερεύς τη γνώριζε, ο Διάκονος λίγο.
Λέει:
- Τι κάνεις εδώ; της λέει. Τι περιμένεις;
- Περιμένω να βγει ο Δεσπότης που λειτούργησε μαζί σας για να πάρω την ευχή του. Το θέλω πολύ. Πούντος; Μα, παπά μου, έλαμπε ολόκληρος, άστραφτε.
Κόκκαλο ο Ιερεύς.
Αλλά ευτυχώς με ευστροφία εκείνη την ώρα της απάντησε:
- Ω, έχει ώρα καημένη που έφυγε από την πλαϊνή πόρτα του Ιερού.
Και η γυναίκα φεύγοντας σταυροκοπιόταν και έλεγε συνέχεια:
- Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον...
Μα τι Δεσπότης ήταν αυτός!
Ο λαός πρέπει να πληροφορείται την αλήθεια γύρω από τα θέματα της πίστεως για να τονωθεί και να καλλιεργηθεί η πίστις αλλά πρέπει και να πληροφορείται τι γίνεται στον κόσμο.







Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 1992

30 Ευλογημένη η βασιλεία Τού Πατρός καί τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος,...αμήν.5.11.1992

Ο Αγγελος Φύλακας στην Αγία Τράπεζα

Γιατί στο Ιερό Τέμπλο που χωρίζει τον κυρίως ναό από το Αγιο Βήμα έχουμε δεξιά και αριστερά στις θύρες τις πλαϊνές του Αγίου Βήματος τους δύο Αρχαγγέλους, Γαβριήλ και Μιχαήλ τον Αρχάγγελο;
Για να φυλάνε το Ιερό.
Είναι Αγγελοι φύλακες, ακοίμητοι φρουροί των Αγίων, Αγγελοι φύλακες και ακοίμητοι φρουροί στα Αγια των Αγίων.
Ετσι τους τοποθέτησε η Εκκλησία μας δεξιά και αριστερά.

Κάποτε ένας ιερέας μου διηγήθηκε τα εξής:
Οταν μπήκε μια φορά στην Εκκλησία, βράδυ, ήταν λίγο αργούτσικα, είχε ξεχάσει κάτι, έπρεπε οπωσδήποτε να το πάρει και ήρθε στην Εκκλησία, την ξεκλείδωσε από εκεί και μπήκε μέσα, ήταν σκοτεινά.
Από την Ωραία Πύλη, από εδώ, που την είχε αφήσει, την είχε ξεχάσει ανοιχτή την Ωραία Πύλη, δεν είχε τραβήξει την κουρτίνα, δεν είχε αυτά και τα δύο μονόθυρα, βλέπει έναν αστραφτερό Αγγελο με ξίφος στα χέρια, όλο φωτιά ήταν δηλαδή, από φωτιά το ξίφος του, να στέκεται δίπλα στην Αγία Τράπεζα.
Τρόμαξε τόσο πολύ που τράπηκε σε φυγή, φοβήθηκε.
Φτάνοντας στο Νάρθηκα, γιατί ο ναός ήταν μεγάλος, μια φωνή εκεί:
- Στάσου.
Στάθηκε λοιπόν, κοκκάλωσε.
Μαρμάρωσε, όχι κοκκάλωσε.
Πώς δεν έπαθε και συγκοπή καρδίας;
- Μη φοβάσαι, του λέει πολύ γλυκά η φωνή, είμαι ο Αγγελος φύλακας του ναού. Οταν μία Τράπεζα σε ένα ναό καθαγιάζεται και γίνεται Αγία, ο Κύριος, ο Παντοκράτωρ, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και ο Κύριος των κυριευόντων, τοποθετεί έναν ακοίμητο Αγγελο φύλακα δίπλα στην Αγία Τράπεζα.
Και συνεχίζει ο Αγγελος.
Και αυτά τα έλεγε καθ' όν χρόνον εκείνος ήταν ακίνητος εκεί.
- Ελα, του λέει.
Τα άκουγε με την πλάτη, εν τω μεταξύ, την φωνή την άκουγε αλλά ήταν με την πλάτη.
Και συνεχίζει με ακόμα πιο γλυκειά φωνή ο Αγγελος.
- Ελα, του λέει. Γύρισε, κλείσε σε παρακαλώ την Ωραία Πύλη που ξέχασες ανοιχτή.
 Ο Αγγελος είπε στον παπά "Σε παρακαλώ".
Πόσοι από εμάς λέμε στο σύντροφό μας, στο παιδί μας, στον αδελφό μας "Σε παρακαλώ";
Πόσοι;
Γυρίζει ο παπάς, του είχε φύγει βέβαια ο φόβος και ο τρόμος και δεν βλέπει πλέον τον Αγγελο.
Προχωράει δισταχτικά, αλλά πλέον χωρίς φόβο, με σεβασμό, πατώντας έτσι στα νύχια και τρέμοντας πιάνει την Ωραία Πύλη και σιγά σιγά την κλείνει.
Μέσα του όμως άρχισε να αναρωτιέται:
- Ε, παπά, ήταν φαντασία σου. Μήπως τα είδα στον ύπνο μου; Μπας και ονειρευόμουν; Μήπως τα φαντάστηκα; Μπας και έχω παραισθήσεις;
Η απάντηση όμως.
Ακούει μυριάδες φωνές Αγγέλων να ψάλλουν το Αξιον Εστί.
Ο Ναός ετιμάτο προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Παναγίας.
Δεν άντεξε στο άκουσμα την γλυκειάς αυτής αγγελικής ψαλμωδίας και λιποθύμησε.
Επεσε κάτω.
Οταν συνήλθε, ύστερα από λίγο, πήγε σπίτι του και δεν μίλησε.
Υστερα από 15 χρόνια μου το διηγήθηκε.
Αυτή τη στιγμή και κάθε στιγμή και εδώ μέσα σε αυτόν τον ναό δίπλα στην Αγία Τράπεζα, όπως και σε κάθε ναό δίπλα στην Αγία Τράπεζα, υπάρχει ένας Αγγελος που εμείς δεν τον βλέπουμε αλλά εκείνος μας παρακολουθεί σιωπηλά.



Ο ιερεύς που άστραψε το πρόσωπό του

Ελεγε κάποιος Ιερεύς ότι είχε δει κάποτε τον Γέροντά του σε αυτή τη στιγμή στο Αγιον Ορος.
Οταν εκείνος ύψωσε το Ευαγγέλιο για να πει το "Ευλογημένη η Βασιλεία", το πρόσωπό του άστραψε από μία ανέκφραστη ωραιότητα, τα μάτια του διάφανα και λαμπερά, δύο απέραντες και χαριτωμένες γαλάζιες θάλασσες, το μέτωπο και τα χείλη του ακτινοβόλα από χερουβεικόν φως.



Οι Αλήθειες του Θεού και τα άστρα του ουρανού

Αυτή τη διδασκαλία λοιπόν για την Τριαδικότητα του Θεού, για το απρόσιτον της ουσίας του Θεού, για την αδιαίρετο φύση Του, για τα υποστατικά ιδιώματα των Τριών Προσώπων κτλ. απασχολούσαν μέρα νύχτα έναν διάσημο ηγούμενο σε ένα μοναστήρι.
Ενα βράδυ λοιπόν ο ηγούμενος κουρασμένος όπως ήταν από τη μελέτη, από το στοχασμό, από την προσευχή, από την έρευνα που έκανε γύρω από αυτά τα πράγματα που αφορούσαν το Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος ή τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, βγήκε έξω από το μοναστήρι και περπατούσε
έτσι, έκανε βόλτα, απολαμβάνοντας την ησυχία της νύχτας και λέγοντας την ευχούλα.
Περπατώντας όμως απομακρύνθηκε από το μοναστήρι και ύστερα από μισή ώρα περίπου συνάντησε ένα μανδρί με πρόβατα.
- Μπα, λέει. Εχουμε, λέει, τόσο κοντά στο μοναστήρι μανδρί με πρόβατα και δεν το ξέρω; είπε μέσα του.
Πρόσεξε όμως και τον τσομπάνη του κοπαδιού ο οποίος έκανε κάτι περίεργο.
Εκανε.. και ύστερα έσκυβε.
Κάτι έπιανε κάτω στη γη.
Αυτό το έβλεπε συνέχεια, αρκετή ώρα το έκανε.
Πλησίασε, πήγε κοντά, ο ηγούμενος περίεργος και ρώτησε:
- Ανθρωπε του Θεού, λέει, τι κάνεις εδώ μες στη νύχτα;
- Α, λέει, Πάτερ μου, μετράω τα άστρα και γράφω κάτω στο χώμα λέει πόσα μέτρησα, ύστερα σηκώνω ξανά το χέρι μου και ξαναμετράω 1, 2, 3, 4, 5..., μετράω εκατό, διακόσια περίπου, τα ξαναγράφω και μετά, λέει, κάνω πρόσθεση, λέει, στο τέλος.
Δεν τον άφησε να προχωρήσει και ξανά πάλι φτου και από την αρχή.
- Μα, ευλογημένε, του λέει, μετριούνται τα άστρα;
- Αυτά, του λέει, είναι εκατομμύρια εκατομμυρίων, μπορείς να τα μετρήσεις τα άστρα;
- Μα και οι Αλήθειες του Θεού που εσύ μετράς και ψάχνεις μετριούνται, χωράνε στο μυαλό, Πάτερ μου;
Και ευθύς αμέσως ο τσομπάνος και το μανδρί εξαφανίστηκαν από μπροστά του.
Με σκυμμένο το κεφάλι και τεταπεινωμένος ο ηγούμενος γύρισε στο μοναστήρι.
- Καλά να πάθω, καλά να πάθω, έλεγε. Οι Αλήθειες του Θεού δεν μετριώνται. Δεν ερευνώνται, δεν ανακαλύπτονται με το μυαλό, αλλά αποκαλύπτονται μέσα στον καθαρό και φωτισμένο νου,
εντός της κεκαθαρμένης και τεταπεινωμένης καρδίας. Και αν θέλουμε να κάνουμε κάποια ερμηνεία σε ένα κομμάτι της Αγίας Γραφής, θα το κάνουμε πάντοτε με βάση τους Πατέρες της Εκκλησίας. Δεν θα το κάνουμε αυθαίρετα, όπως κάνουν οι αιρετικοί, όλοι οι προτεστάντες και προπαντός οι ιεχωβάδες.



Ταπεινό φρόνημα και υπερηφάνεια

Κάποτε ένας δραστήριος Ιερεύς σε μια επαρχιακή πόλη είχε πλούσια εξωτερική δράση.
Και από μέσα του είχε μια απορία:
- Ποιος άλλος κληρικός δουλεύει σαν και μένα; Η δική μου είναι μεγαλύτερη, έλεγε και ομολογούσε.
Πόσα έργα έστω και πνευματικά έχει κάνει ο Πατήρ Αμφιλόχιος ο Μακρής; όταν ο Πατήρ Αμφιλόχιος ήταν ζωντανός.
Αυτό σημαίνει ότι η ιστορία μας είναι λίγο παλιά.
Εχει μια εικοσαετία.
- Ε, και περισσότερη εργασία κάνω και από τον Πατέρα Φιλόθεο τον Ζερβάκο και από τον τάδε, και από τον τάδε, και από τον τάδε...
Και ανέφερε μερικούς ακόμα που είναι ζωντανοί, να μην τους πούμε.
Ενα βράδυ λοιπόν κοιμόταν.
Και όπως κοιμόταν ξυπνάει.
Τρόμαξε.
Κάτι μέσα του, του είπε να σηκωθεί.
Δεν τον φώναξε κανένας, μια δύναμις ακατανίκητη.
Συμβαίνει καμμιά φορά.
Σηκώθηκε, και σαν αυτόματο ντύθηκε, έβαλε το καλιμαύκι του, κοιτάζει την ώρα, ήταν 2 και μισή τη νύχτα.
Βγαίνει έξω, σαν ρομπότ, σαν κάποιος να τον κατηύθυνε, πηγαίνει προς το Μητροπολιτικό Ναό και ερχόταν από την πλευρά του Ιερού.
Ο δρόμος ήταν έτσι και έπρεπε να κάνει μία στροφή κατά αυτόν τον τρόπο και να βρεθεί από το μπροστινό μέρος του Ναού.
Αυτός κλειδιά δεν είχε μαζί του.
Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα της Εκκλησίας βλέπει από το μέσον μέρος της πόρτας να φεύγει φως το οποίον φώτιζε το εξωτερικό μέρος αλλά όλη την πόρτα, όλο, και να είναι κάποιος χριστιανός μπροστά, έτσι με σταυρωμένα τα χέρια, και σαν να προσεύχεται.
Τον είδε από την άκρη του Ναού όπως τον κοίταξε.
Περίμενε.
- Μπα, λέει, φως. Τι φως είναι αυτό και φέγγει μόνο αυτό;
Δεν έβλεπε τίποτα.
Εν τω μεταξύ ο ουρανός ήταν σκοτεινιασμένος, μαύρα σύννεφα, φαίνεται ήταν έτοιμο να βρέξει,
ήταν χειμώνας, έκανε πολύ κρύο και δεν υπήρχε κανένας άλλος έξω.
Σε λίγο έκανε το σημείο του σταυρού ο χριστιανός εκείνος και άνοιξε η πόρτα.
Και μπήκε μέσα.
Τρέχει λοιπόν και αυτός από πίσω σιγά σιγά, μπήκε και αυτός μέσα.
Δεν κοίταξε πίσω του.
Ηρθε ο χριστιανός και πήγε μπροστά στο Τέμπλο, εκεί στην εικόνα του Χριστού, γονάτισε, σταύρωσε τα χέρια του και άρχισε να προσεύχεται.
Αυτός πήγε και έκατσε εκεί σε μια γωνιά, σε μια κολώνα εκεί και τον παρακολουθούσε σιωπηλά.
Τον έβλεπε να προσεύχεται.
Σε λίγο ο Ναός φωτίζεται με ένα παράξενο φως.
- Α, λέει. Τα φώτα άναψαν. Τα φώτα δεν άναψαν. Οι πολυέλαιοι ήταν σβηστοί. Απορία. Παρακολουθεί πάλι. Τον βλέπει σε λίγο το χριστιανό, ένα, ενάμισι μέτρο πάνω από το έδαφος. Γούρλωσε τα μάτια του ο παππούλης, δεν μίλησε, περίμενε εκεί.
Στο τέλος τον βλέπει πάνω στη γη, σβήνει, χάνεται σιγά σιγά αυτό το φως πολύ απαλά, λευκό, πιο λευκό από το λευκό και πιο λαμπερό από τη λαμπρότητα του ηλίου.
Σβήσανε όλα, όμορφα, ωραία, ήσυχα, ήρεμα, γαλήνια.
Σηκώθηκε ο χριστιανός και είπε:
- Δι' ευχών των Αγίων Πατέρων ημών Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς.
Αμήν.
Με το Αμήν Μπουμ.... ακούγεται μια βροντή φοβερή, άστραψε ο κόσμος.
Αληθινή βροντή όμως.
Αστραψε τα πάντα ο ουρανός.
Μαρτύρησε την αλήθεια του γεγονότος, την πνευματική λατρεία αυτού του ανθρώπου.
Εφυγε ο χριστιανός, βγήκε έξω και ο παππούλης.
Βγαίνοντας έξω έκλεισε πίσω του η πόρτα.
Τον παρακολουθεί λοιπόν, τον βλέπει ότι πάει σε κάποιο σπίτι εκεί, κρατάει τη διεύθυνση και τον αριθμό του σπιτιού και επιστρέφει πίσω.
Στο δρόμο πού και πού, άρχισε να ψιλοβρέχει εν τω μεταξύ, πήγαινε γρήγορα, βιαστικά, άρχισε να βλέπει πού και πού κανέναν άνθρωπο.
Αρχισαν οι πρώτοι άνθρωποι να ξυπνούν.
Είχε γίνει ήδη το πρωί, πέντε και μισή, πέντε, πεντέμισι.
Πήγε στο σπίτι.
Δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
Ηταν διαρκώς ανήσυχος.
- Τι συνέβη; Ποιος ήταν αυτός;
Την άλλη μέρα πήγε στη γειτονιά και περπατούσε μπροστά στο δρόμο. Περπατούσε και στεκόταν μπροστά στο σπίτι, ας πούμε Γραβιάς 26.
Ξαναπερνούσε, ξαναπερνούσε.
Τέλος πάντων προσπάθησε να βρει κανένα γνωστό.
Βρήκε πράγματι ένα γνωστό.
Λέει:
- Ποιος κάθεται εδώ πέρα; Για πες μου.
Λέει:
- Τι το θες παππούλη;
- Βρε, τι σε νοιάζει τι το θέλω; Πες μου ποιος κάθεται εδώ πέρα.
Ε, του είπε τέλος πάντων.
Δεν τον ήξερε, δεν τον ήξερε. Λέει:
- Είναι καλός άνθρωπος;
- Καλός άνθρωπος.
- Πηγαίνει στην Εκκλησία;
- Βεβαίως πηγαίνει και αυτός και η γυναίκα του και τα παιδιά του.
- Α, είναι και παντρεμένος. Και τα παιδιά του! Πόσα παιδάκια έχει;
- Εχει 7-8. Θα έχει. Δεν ξέρω κιόλας. Σάμπως τα μέτρησα ποτέ; λέει αυτός.
- Πα, πα, πα...
Τέλος πάντων την παράλλη μέρα κατάφερε με κάποιους γνωστούς να κάνει μια επίσκεψη στο σπίτι. Τον βλέπει, ένας συνηθισμένος άνθρωπος.
Τον κέρασαν εκεί.
Τους ρώτησε μερικά πράγματα.
Ο χριστιανός εξομολογείτο τακτικά, κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων, απλή ήσυχη ζωή, ταπεινή.
Ταπεινή.
Τα κουτσούβελα εκεί γύρω γύρω τρέχαν εκεί ανάμεσα στα πόδια τους χαρούμενα.
Άλλα φωνάζανε, άλλα κλαίγανε. Τα μεγαλύτερα..
- Παιδιά δεν έχετε οι περισσότεροι; Δεν ξέρετε τι γίνεται με τα παιδιά;
- Οπως όλα τα παιδιά όλου του κόσμου και αυτουνού τα παιδιά κατά τον ίδιο τρόπο.
Τον έφαγε όμως από μέσα του η αγωνία.
Ποια είναι αυτουνού η πολιτεία;
Ποια είναι αυτουνού τέλος πάντων η ζωή;
Ποια;
Μια εβδομάδα δεν βγήκε έξω μετά και ύστερα αρρώστησε.
Ο παππούλης αρρώστησε ένα μήνα ολόκληρο.
Μάλιστα.
Και έμαθε ένα μάθημα:
Ουχ εν τω πολλώ το ευ.
Δεν βρίσκεται μέσα στα πολλά το καλό.
Η εργασία του Θεού είναι κρυφή.
Είναι πρώτα από όλα - και το έμαθε από αυτόν - νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, εγκράτεια, Μυστήρια
αλλά πάντα όμως με ταπεινό φρόνημα, με ταπεινό φρόνημα.
Οχι ποιος δουλεύει σαν και μένα, όχι ποιος κάνει προσευχή σαν και μένα.
- Κοίταξε μές στο λεωφορείο τώρα κανένας δεν κάνει προσευχή, ε; Ποιος λέει τώρα την ευχή όπως τη λέω εγώ; Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με... Δεν την λέει κανένας άλλος, τη λέει;
Να κοίταξε εδώ γύρω γύρω. Τι λέει κανένας άλλος; Δεν τη λέει.
Μόνο εγώ τη λέω. Είμαι ή δεν είμαι τώρα;
Να, κάτι τέτοιες κουταμάρες κάνετε.
Λοιπόν, καρδιά συντετριμμένη και τεταπεινωμένη.
Εμαθε λοιπόν ότι στους ταπεινούς δίδει ο Θεός την Χάριν.
Γιατί Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε, δίδει την Χάριν.
Εμαθε ότι μακάριοι είναι μόνον οι πτωχοί τω πνεύματι, οι ταπεινοί και οι έχοντες καρδίαν καθαράν. Αυτοί, οι πτωχοί τω πνεύματι και οι καθαράν την καρδίαν, αυτοί και μόνον, τον Θεόν όψονται καθώς εστί.
Αυτός ο χριστιανός με τη δική του ταπεινή, αφανή πολιτεία και μέσα στην πολυτεκνία, μέσα από το βάρος και τις δυσκολίες και τις θλίψεις και τις στεναχώριες της ζωής και με το σταυρό τον πολύπλευρο που σήκωνε και με τις αρρώστιες, γιατί υπήρχαν και τέτοια πράγματα, ζούσε τη Βασιλεία του Θεού, την ευλογημένη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου
Πνεύματος.
Αμήν.






Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 1992

29 Τά ιερά σκεύη, καλύματα καί άμφια. 29.10.1992

Ο ιερέας και ο άγγελος

Σε ένα μοναστήρι ζούσε ένας ιερεύς, μας το αναφέρει ο μακαριστός Πατήρ ο Γέρων Γαβριήλ, ο οποίος ήτο και ηγούμενος για πολλά χρόνια της μονής Διονυσίου, ολιγογράμματος ήτο ιερεύς αλλά ήτο κληρικός μεγάλης πίστεως και μεγάλης αρετής και πολλών πνευματικών αγώνων.
Παρέμενε στην Προσκομιδή όρθιος για πολλές ώρες παρ' όλο που τα πόδια του είχαν ανοίξει, ανοίξαν οι φλέβες και τρέχαν.
Πολλές φορές τρέχαν τα αίματα κάτω δηλαδή στο έδαφος από την ορθοστασία και από την μνημόνευση των πολλών ονομάτων.
Μέχρι τελευταίας στιγμής άνθρωπος θυσίας και μάλιστα εκοιμήθη αμέσως μετά από τη Θεία Λειτουργία.
Ομως ήτο αγράμματος ή ολιγογράμματος.
Από μία έτσι παράλειψη, ας το πούμε τρόπον τινά, δεν έβαζε κανονικά, πρέπει να σας το είχα πει σαν γεγονός και αυτό άλλη φορά, τις μερίδες.
Οπως βάζουμε το Σώμα του Κυρίου εδώ, λέμε "Χαρά στη Βασίλισσα εκ δεξιών σου" και βάζουμε την Παναγία από αυτήν την πλευρά.
Βλέπετε από εδώ, όπως είναι το Σώμα του Κυρίου στη μέση εδώ, βάζουμε την Παναγία από εδώ και
λέμε "Χαρά στη Βασίλισσα εκ δεξιών σου" και την βάζουμε από εδώ.
Αυτός έλεγε:
- Αφού λέει "εκ δεξιών σου" πρέπει να πάει από εκεί.
Δεν είναι δεξιά από εμάς, είναι δεξιά από τον Κύριο.
Οπως είναι ο Κύριος έτσι, δεξιά του είναι από εδώ.
Αρα λοιπόν η μερίδα πρέπει να μπει από εδώ.
Και τα τάγματα από εκεί.
Αυτός τα έβαζε ανάποδα.
Το μοναστήρι το επισκέφθηκε κάποτε ένας Αρχιερεύς, ο οποίος ετέλεσε τη Θεία Λειτουργία και μάλιστα στην Ιερά Μονή για να κάνει μια χειροτονία ενός Διακόνου σε Πρεσβυτέρου.
Μετά, εκεί στους Αίνους περίπου, μπαίνει ο Αρχιερεύς, ντύνεται και εν συνεχεία πάει στην Προσκομιδή.
Η Προσκομιδή ετοιμάζεται μέχρι κάποιο ορισμένο σημείο και από εκεί και ύστερα συνεχίζει ο Αρχιερεύς πρώτος τις μνημονεύσεις.
Αυτός και μοναδικά αυτός.
Οταν λειτουργεί Αρχιερεύς, μνημονεύει μόνον Αρχιερεύς και όχι οι ιερείς λειτουργοί.
Πρόσεξε λοιπόν ότι τις μερίδες τις είχε βάλει ανάποδα.
Του λέει λοιπόν:
- Δεν τις έβαλες καλά, λέει, Πάτερ μου, τις μερίδες. Για έλα εδώ Πάτερ.
Λέει
- Η Παναγία μπαίνει από εδώ και τα Τάγματα μπαίνουν από εκεί. Δεν σου το είπε κανένας, λέει, δεν σε είδε κανένας πώς κάνεις την Προσκομιδή;
Λέει:
- Ναι, Σεβασμιότατε. Κάθε μέρα που λειτουργώ, γιατί δεν υπήρξε μέρα που να μην λειτουργήσει, κάθε μέρα που λειτουργώ με βλέπει ο Αγγελος υπηρέτης μου αλλά δεν μου είπε τίποτα. Συγγνώμην, σαν αγράμματος που έκανα τέτοιο λάθος. Θα προσέχω από τώρα και στο εξής.
- Ποιος είπες, λέει, ότι σε υπηρετεί εδώ;
- Ποιος με υπηρετεί, λέει, ο Αγγελος Κυρίου.
Τρελλάθηκε ο Επίσκοπος. Τι να πει. Τι να πει.
Εμεινε κατάπληκτος βέβαια και κατάλαβε ότι μπροστά του είχε έναν αγιασμένο κληρικό.
Το μεσημέρι, μετά την τράπεζα, ο Σεβασμιώτατος, αποχαιρέτησε βέβαια τον ηγούμενο και τους υπόλοιπους εκεί μοναχούς κτλ. και ανεχώρησε και έφυγε.
Την άλλη ημέρα όμως τη νύχτα, όταν πήγε στο Άγιο Βήμα, για να κάνει Προσκομιδή ούτως ώστε μετά από λίγο να αρχίσει η Θεία Λειτουργία, κατεβαίνει και Αγγελος Κυρίου, όταν έκαμε την Προσκομιδή, παρατήρησε πως αυτή τη φορά ο γέροντας ιερεύς έβαλε σωστά τις μερίδες.
- Ωραία, του λέει, πάτερ, τώρα τά 'βαλες σωστά.
- Ναί, του λέει, εσύ ήξερες το λάθος μου, πού έκανα τόσα χρόνια, και γιατί δε μου το έλεγες,
γιατί δε με διόρθωσες;
- Το έβλεπα, το ήξερα, αλλά εγώ δεν έχω τέτοιο δικαίωμα, δεν είμαι άξιος να διορθώνω ιερέα.
 Είπε ο άγγελος ότι δεν είναι άξιος να διορθώνει ιερέα.
- Εγώ έχω εντολή από το Θεό να διακονώ και να υπηρετώ τον ιερέα. Μόνο ο Επίσκοπος έχει τέτοιο δικαίωμα.
Και μείς παίρνουμε τους ιερείς στο στόμα μας και από το πρωί μέχρι το βράδυ τους κατακρίνουμε, τους κατηγορούμε, τους κουτσομπολεύουμε, και χίλια δυό άλλα πράγματα και με χίλια δυό άλλα ασχολούμεθα γύρω απ' αυτόν.
Προσοχή λοιπόν από τώρα και στο εξής πώς θα ομιλείτε για τον οποιονδήποτε κληρικόν.



Ο Αγιος Θεοδόσιος του Αργους

Υπάρχει η αληθινή ιστορία του Αγίου Θεοδοσίου του Αργους.
Υπάρχει μάλιστα και ένα μοναστήρι που λέγεται ο Αγιος Θεοδόσιος.
Εκεί γίνεται μεγάλη πανήγυρις τον Αύγουστο.
Αυτός λειτούργησε μία φορά στη ζωή του.
Την πρώτη μέρα έγινε Διάκονος, τη δεύτερη μέρα έγινε Ιερεύς, την τρίτη ημέρα έκανε την πρώτη του
Λειτουργία.
Και όταν έφτασε στο σημείο αυτό να τρυπήσει με τη λόγχη, είδε τον εαυτόν του σαν στρατιώτη με ... ;; στο Σώμα του Κυρίου και εξέρχεται εκ της πλευράς αυτού Αίμα και Υδωρ.
Ποιος ξέρει τώρα με πόσο φόβο και τρόμο έβαλε ύστερα εν συνεχεία κρασί και νερό μέσα στο Αγιον Ποτήριον.
Αυτό είναι άγνωστο.
Βέβαια τον κατέλαβε τόσος θείος φόβος ώστε όταν τελείωσε τη Θεία Λειτουργία δεν ξαναλειτούργησε.
Παρά ταύτα όμως έγινε Αγιος, Αγιος της Εκκλησίας μας και τιμάται μάλιστα με μεγάλη λαμπρότητα.



Περί ανεκτικότητας και αγάπης προς τους συνανθρώπους μας

Θυμάστε τον Αβραάμ, που θεωρείται κατ'εξοχήν και πρότυπον φιλοξενίας;
Φιλοξενούσε λοιπόν έναν εκεί για σαράντα μέρες και ήταν πολύ απωθητικός.
Το ένα δεν του άρεσε, το άλλο ήταν ξινό, το άλλο ήταν αλμυρό.
Τώρα δεν μου έπλυνες καλά τα πόδια, τώρα δεν μου έβαλες καλή κουβέρτα να κοιμηθώ, τώρα γιατί μου άλλαξες το αντίσχοινο, τώρα δεν μου έδωσες καλή μερίδα κρέας κτλ.
Δεν έσφαξες το καλύτερο πρόβατο, ου... απαιτητικός πρωί βράδυ.
Βόγγησε στο τέλος ο Αβραάμ:
- Μα αμάν, βρε παιδί μου. Ηταν και σαράντα μέρες εδώ που τα λέμε, ε;
Και του λέει ο Θεός του Αβραάμ:
- Τι γογγύζεις; Δεν μπορείς να ανεχτείς ένα συνάνθρωπό σου σαράντα μέρες; Εγώ πώς σε ανέχομαι εσένα εκατό χρόνια; "Πώς σε ανέχομαι εκατό χρόνια".
Μακροθυμώ, αγαπώ.
Οσο άπειρος και αιώνιος είναι ο Θεός, τόση άπειρη και αιωνία είναι η αγάπη Του, η ανεκτικότης Του, η αγαθότης Του, το πολυέλεος και το μακρόθυμον του Θεού.
Ενα τόσα δα.. και εμείς λίγο στους συνανθρώπους μας;


Δαιμόνιο
Του Αγίου Αρτεμίου ήταν, στην αγρυπνία του Αγίου Αρτεμίου, εδώ διαβάσαμε μία ψυχή η οποία υποφέρει από τις ενέργειες των ακαθάρτων πνευμάτων, άλλοτε εξωτερικές και άλλοτε εσωτερικές.
Ξέρετε γιατί άρχισε να διαμαρτύρεται και να φωνάζει από κάτω;
Γιατί μόλις της έβαλα το φελόνι από πάνω γέμισε ευωδία και το δαιμόνιο δεν την άντεξε, το φελόνι αυτό με το οποίο είχαμε λειτουργήσει εκείνη τη βραδιά, δεν την άντεξε και άρχισε βέβαια το δαιμόνιο να διαμαρτύρεται, κατά την ομολογία βέβαια τη δική της που έκαμε την επομένη ημέρα.


Αμφια εξ Ουρανού

Κάποτε ένας Επίσκοπος πήγε για τα Αμφια.
Υπάρχει ένα βιβλίο που δεν σας το συνιστώ βέβαια να το διαβάσετε, λέγεται "Νηπτική Θεωρία", δεν είναι ακόμα για το δικό μας στομάχι.
Μέσα ο ανώνυμος αυτός συγγραφεύς και ασκητής, γνώστης της νοεράς προσευχής με έναν ειδικό τρόπο, χρησιμοποιούσε πολύ τη θεία με...;; που έβγαζε αίμα, για αυτό λέμε δεν είναι για τα μέτρα
μας.
Οταν, ορισμένες φορές... - είπαμε αυτό δεν γίνεται πάντοτε.
Αν ήτο Ιερουργός 50 χρόνια, 50 χρόνια Ιερουργός, αυτό θα συνέβη μία φορά, δύο.
Ετοιμάζετο, λέει, να ντυθεί, είχε πάρει καιρό.
Καιρό λέμε την προετοιμασία που κάνουμε μπροστά στο Ιερό Τέμπλο και ύστερα μπαίνουμε στο Αγιο Βήμα, εκεί ενδυόμεθα τα Ιερά Αμφια.
Ετοιμαζόταν αυτός όπως ήταν διπλωμένα εκεί σε κάποιο από τα ντουλάπια του Ιερού να τα βγάλει, εκείνη τη στιγμή βλέπει να ανοίγουν τα Ουράνια από πάνω, από ψηλά, και να κατεβαίνουν ένα πλήθος Αγγέλων μέσα σε έναν τεράστιο δίσκο, ας πούμε, πανέρι, δεν ξέρω πώς να το χρησιμοποιήσουμε, και αυτό ακατανόητο για τα μάτια μας, τα οποία έφεραν από τον Ουρανό τα Αμφια.
Και τον έντυσαν θεοϋφάντως.
Οι στολές ήταν Θεοϋφαντες.
Τι Αμφια ήταν εκείνα που έβγαλε!
Θυμάμαι που του λέγανε.
Ποιος μπορεί να τα περιγράψει;
Ουδείς!
Ποιος μπορεί να μιλήσει για αυτά;
Γι'αυτό λέμε γίνονται φοβερά πράγματα μέσα στο Ιερό Βήμα και στη Θεία Λειτουργία.


Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 1992

28 Εισαγωγή εις τήν Θείαν Λειτουργίαν. 22.10.1992

Το Αίμα του Θεού

Υπάρχει μια βιογραφία για τον Πατέρα Ιάκωβο τον Τσαλίκη, τον ηγούμενο της μονής του Οσίου Δαυίδ, ο οποίος εκοιμήθη πρόσφατα.
Το έχει γράψει στα πολύ γρήγορα ένας καθηγητής Πανεπιστημίου, που ήταν πνευματικοπαίδι του και μέσα κάπου εκεί έχει ένα κεφάλαιο που λέγει τα εξής:
Είδε και άγγιξε το Πανάγιον Αίμα του Κυρίου.
Το μεγαλύτερο και θαυμασιότερο θαύμα που του πρόσφερε ο Θεός έγινε το πρωί της 22ας Νοεμβρίου 1975.
Συγκλονίστηκε τόσο πολύ από το θαύμα αυτό ώστε αμέσως μετά το κατέγραψε σε ένα σημείωμα, το οποίο βρήκαμε μετά την κοίμησή του σε ένα τετράδιό του.
Το σημείωμα αρχίζει με την παραπάνω ημερομηνία και περιλαμβάνει ακριβώς τα εξής:
Την 22α Νοεμβρίου, ημέρα Σάββατο το πρωί, εις την Αγίαν Προσκομιδήν, μετά την μνημόνευσιν και εν ώρα που θα καλύψω τα Πανάγια Δώρα, είδα ζωντανή και εν Αγιότητι ομολογώ ένα κομμάτι αίμα στεγνό που το άγγιξα και στο δάχτυλό μου.
Πάνω στο δάχτυλό μου έμεινε το Αίμα.
Φωνάζω τον αδελφόν της Ιεράς μονής, τον μοναχόν Πατέρα Σεραφείμ, του είπα την υπόθεσιν και μου είπε:
- Εμείς, Πάτερ, δεν βλέπουμε τίποτα. Αλλά είδες τι είναι. Και εγώ απάντησα ότι πιστεύω και προσκυνώ ότι είναι ο ίδιος ο Θεός παρών. Είπα τρεις φορές: - Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον.
Και από κάτω Αρχιμανδρίτης Ιάκωβος.

Εάν θυμάστε σας είχα μιλήσει για ένα παρόμοιο περίπου θαύμα με κάποιον Πατέρα Αντώνιο, ο οποίος υπηρετούσε στον Προφήτη Ηλία Καστέλλας Πειραιώς.
Οταν ζούσε ο μακαριστός, ο Μητροπολίτης Πειραιώς τότε Χρυσόστομος Ταβλαδουράκης, συνέβη αυτό ένα Σάββατο πρωί στη Θεία Λειτουργία.
Ο πατήρ Αντώνιος, το επώνυμό του αυτή τη στιγμή δεν το θυμάμαι, Σχίζας νομίζω, δεν θυμάμαι καλά, εκτελούσε τη Θεία Λειτουργία, έφτασε στον Καθαγιασμό ταν Τιμίων Δώρων, γονάτισε, είπε την πρώτη ευχή, σηκώθηκε επάνω για να πει:
Και ποίησον τον μεν άρτον τούτον...
Και την ώρα που ήταν έτοιμος να το πει αυτό, μάλλον το είπε,
Και ποίησον τον μεν άρτον τούτον το Τίμιον Σώμα του Χριστού σου
και όταν είπε το δε εν τω Ποτηρίω τούτο,
όπως είναι φυσικό κοιτάζουμε μέσα, όταν είμαστε όρθιοι
και βλέπει το Αγιον Ποτήριον άδειο.
Αλλά δεν έγινε έτσι, αυτό είναι άλλο.
Δεν έγινε αυτό.
Αυτό έγινε σε άλλον.
Λοιπόν, όπως ήταν γονατιστός και έλεγε την ευχή, τα χέρια του τα είχε ακουμπησμένα πάνω στην Αγία Τράπεζα ο Πατήρ Αντώνιος.
Αυτό μου το διηγήθηκε κάποιος άλλος.
Θα το πούμε άλλη φορά αυτό που είχα αρχίσει.
Και την ώρα λοιπόν που ήταν έτοιμος να σηκωθεί για να ευλογήσει τα Τίμια Δώρα, πέφτει από πάνω μία σταγόνα, πάνω στο χέρι του.
Αίμα και μάλιστα τον πιτσίλισε κιόλας, έκανε και πιτσίλα.
Το είδε και τρόμαξε.
Σηκώθηκε έντρομος, το κοίταζε τώρα αυτό το πράγμα, τον κατέλαβε ένα φοβερό ιερό ρίγος, ένας τρόμος, ένας φόβος, μία έκπληξις, μία έκστασις, πολλά ανάμικτα συναισθήματα, ακατάληπτα για να μπορεί να τα περιγράψει ο Πατήρ Αντώνιος και σηκωνόμενος επάνω δεν ήξερε τι να κάνει, τα έχασε αλλά η Χάρις του Αγίου Θεού, ύστερα από αυτό το θαύμα, τον οδήγησε στο να δει το Αγιον Ποτήριον και είδε ότι το Αγιον Ποτήριον ήταν άδειο.
Είχε ξεχάσει να βάλει μέσα κρασί.
Κοιτάζει το Σώμα.
Βλέπει πράγματι ότι και αυτό ήταν ατρύπητο.
Ο ψάλτης έξω, ήταν Σάββατο, δεν είχε κόσμο, δυο τρεις ήταν, συνέχισε ο ψάλτης Σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν.
Του έκανε νόημα να συνεχίσει.
Παίρνει την Αγία Λόγχη με το Αίμα πάνω του, τρυπάει, λέει Εις των στρατιωτών λόγχην την πλευράν αυτού ένυξε και ευθέως εξήλθεν αίμα και ύδωρ και γεμίζει το Αγιον Ποτήριον.
Βάζει το κρασί, βάζει το νερό, κανονικά, το ευλογεί, το σταυρώνει και αφού τα τελείωσε όλα αυτά, γονάτισε, ξαναδιάβασε την ευχή, σηκώθηκε όρθιος, ευλόγησε τα Τίμια Δώρα και ο Πανάγιος
Θεός μετέβαλεν τον άρτον και τον οίνον όπως γίνεται σε κάθε Θεία Λειτουργία σε Σώμα και Αίμα Χριστού.
Μετά τον Καθαγιασμόν το έγλυψε βέβαια και το καθάρισε τελείως.
Πήγε λοιπόν αυτά, ακριβώς μετά τη Θεία Λειτουργία του Σαββάτου και τα διηγήθηκε στον
Μητροπολίτη τότε Χρυσόστομο και του πήρε ο Χρυσόστομος το χέρι και το μύρισε, ευωδίαζε ολόκληρο με μία άρρητη ευωδία, και άρχισε να το φιλάει, να το φιλάει πολλές φορές.
Λέει:
- Δεσπότη μου, το χέρι.
- Δεν φιλάω το χέρι σου, λέει, ευλογημένε. Και αυτό πρέπει να φιλάει κανένας γιατί ιερεύς του Υψίστου είσαι, Λειτουργός. Τι σημασία έχει που είμαι Επίσκοπος αλλά εγώ έπιασα το Αίμα του Θεού, το Αίμα του Θεού.
Ελεγε έτσι.
Εκφραστικός πολύ ο Επίσκοπος και σηκώθηκε όρθιος και θυμάμαι ότι μετά την κοίμησή
του, μου το διηγήθηκε εμένα και σηκώθηκε όρθιος και λέει:
- Πάτερ Στέφανε, το Αίμα του Θεού.
Και άρχισε να κλαίει.

Η βίωση ενός γεγονότος

Μου διηγείτο κάποιος ιερεύς τα εξής:
Οταν κάποτε έκανε κατάλυση, τι έζησε μετά, τι εβίωσε, ολόκληρος ο κοιλιακός του χώρος, αισθάνθηκε κατα κάποιον τρόπον να γίνεται, να μεταβάλεται, ένας απέραντος ουρανός, όπου στο κέντρο ήτο ενθρονισμένος ο Κύριος, δεξιά του η Πανάχραντος, η Παναγία Μητέρα Του, γύρω απ' το Θρόνο αυτού όλοι οι προφήτες, οι δίκαιοι, οι προπάτορες, οι απόστολοι, οι ιεράρχες, οι επίσκοποι, οι άγιοι Πατριάρχες, οι άξιοι ιερείς και μοναχοί, οι ατέλειωτες στρατιές των μαρτύρων, οι εν ασκήσει
διαλάμψαντες άγιοι και μάρτυρες, οι θεοφόροι πατέρες των οικουμενικών Συνόδων, οι Άγιοι Ανάργυροι, οι εν τω κόσμω διαπρέψαντες άγιοι, οι άπειρες στρατιές των αγγέλων, των αρχαγγέλων, των Χερουβείμ, των Σεραφείμ, Θρόνων, Κυριοτήτων ... τι να σας πώ ... ταξιαρχίες, να δορυφορούν και τον Κύριο και τούς Αγίους και τον Ουρανό και όλο τον άνθρωπο και την εκκλησία και τα πάντα και κάτω από όλους αυτούς, μυριάδες μυριάδων ψυχών, ζωντανών και πεθαμένων, και όλα αυτά εν αισθήσει ψυχής με σωματική συμμετοχή, που άρχιζε από τον κοιλιακό χώρο, απ' την γαστέρα όπως είπαμε, ....
Ένας απέραντος Ουρανός, η χαρά και η ευφροσύνη του Παραδείσου, ...
Καί έμεινε έτσι με το Άγιο Ποτήριο, να το σκουπίζει, με το μ????, τότε το αισθάνθηκε, τότε
το έζησε.
Ότι σας είπα τώρα είναι λόγια, είναι φράσεις, είναι λέξεις, αλλά είναι ένα γεγονός, είναι μία πραγματικότητα, την έζησε, αλλά δεν μπορεί να την πεί, την είπε έτσι, όπως σας την
περιέγραψα περίπου.
Τα λόγια και οι λέξεις όμως αυτές που είπαμε, άδειασαν, μείωσαν αυτήν την πραγματικότητα. Επομένως λοιπόν η ζωή ενός γεγονότος, δεν εκφράζεται με λόγια, αλλά βιώνεται.
Μέσα σ' εκείνον τον παπούλη έγινε ένας πραγματικός σεισμός, που τον συγκλόνισε και τον συγκίνησε βαθύτατα.


Ο Αγιος Μηνάς και τα πουλιά

Ζούσε σε ένα μοναστήρι της Ρομανίας, δεν θυμάμαι ποιο τώρα αυτή τη στιγμή, ένας κεχαριτωμένος Ιερεύς, ο Πατήρ Μηνάς, ο αργότερα Οσιος Μηνάς.
Αυτός μετά τη Θεία Λειτουργία για να ξεκουραστεί έβγαινε στο δάσος, διότι το μοναστήρι ήταν μέσα στα δάση και εκεί έψελνε και δοξολογούσε το Θεό με τα Αναστάσιμα τροπάρια και με πολλά άλλα πράγματα και μαζεύονταν όλα τα πουλιά του δάσους γύρω του, στο κεφαλάκι του, στο σώμα του, γύρω του, στα χέρια του.
Τα χάιδευε κτλ.
Τις περισσότερες φορές όταν ο Πατήρ Μηνάς έψελνε τα πουλιά βουβαίνονταν και τον άκουγαν. Βέβαια οι Λειτουργίες γίνονταν συνήθως νύχτα και τελείωνε βέβαια με το χάραμα.
Ωσπου να κάνει κατάλυση, να ξεντυθεί, ξημέρωνε, έβγαινε ο ήλιος και έτσι έβγαινε έξω πρωί πρωί μέσα στο δάσος και χαιρόταν την παρουσία της φύσεως και των πουλιών.
Και εκεί όλοι μαζί αινούσαν και δοξολογούσαν το Θεό.
Παρατηρήθηκε, λοιπόν, στα τελευταία κάπως χρόνια της ζωής του ότι όταν είχαν πανηγυρική Θεία Λειτουργία και αργούσε η Θεία Λειτουγεία και μάλιστα αργούσε πολύ μετά την ανατολή του ηλίου, τα πουλιά μαζεύονταν πάνω στην Εκκλησία και όταν ήρχετο η στιγμή και η ώρα της μεταβολής των Τιμίων Δώρων, όταν ο Ιερεύς έλεγε "Τα σα εκ των σων", εκείνη την ώρα όλα τα πουλιά πάνω στην Εκκλησία βουβαίνονταν.
Και όταν ο Ιερεύς έλεγε "Και εξαιρέτως της Παναγίας αχράντου υπερευλογημένης ενδόξου" στα ρομανικά βέβαια και οι ψάλτες έψελναν το Αξιον Εστί άρχιζαν και πάλι τα πουλιά να κελαϊδούν.
Είναι ένα ειδικό σημείο αυτό ότι το μεγάλο Μυστήριο το δεχόμαστε εμείς οι οποίοι - κοιτάξτε τα πουλιά με σιωπή δέχονταν το Μυστήριο, την Παρουσία του Δημιουργού και Κτίστου και Πλάστου και Θεού, του Εσταυρωμένου Ιησού Χριστού - εμείς πώς το δεχόμεθα; Και εγώ ο πανάθλιος; Πώς;
Κάποτε ο παππούλης, ένα πρωί, δεν κατέβηκε για τη Θεία Λειτουργία.
Είδαν ότι πέρασε λίγη ώρα, πήρε άλλος Ιερεύς καιρό και προέβη στη Θεία Λειτουργία.
Εκείνος δεν κατέβηκε, πιστέψαν ότι είναι λίγο αδιάθετος, δεν τον ενόχλησαν αλλά όλα τα πουλιά όμως μαζεύτηκαν στο μέρος που ήταν το κελλί του, όλα.
Πήγαιναν κατά κοπάδια, φεύγανε, γύριζαν, πήγαιναν, φώναζαν, χαλούσαν τον κόσμο.
Τελείωσε η Θεία Λειτουργία, είδαν αυτό το έκτακτο γεγονός, είπαν
- Τι συμβαίνει; Κάτι θα συνέβη. Δεν μπορεί.
Πήγαν, λοιπόν, στο κελλί του και τον βρήκαν κεκοιμημένο, γονατιστό, όπως ήταν σε αυτή τη στάση, είχε παραδώσει με σταυρωμένας τα χείρας την αγίαν του ψυχή εις τον Πανάγιον Θεόν.
Τον πήραν λοιπόν και τον πήγαν στην Εκκλησία για να προβούν σε όσα προβλέπει το Τυπικό της
Εκκλησίας για έναν Ιερέα και θαυμάσιο άνθρωπο του Θεού που έχει κοιμηθεί.
Ολα τα πουλιά μαζεύτηκαν πάνω στην Εκκλησία και δεν έφυγαν επί τριήμερον όπου παρέμεινε το άγιο λείψανο εκεί του Οσίου Μηνά.
Κατόπιν έγινε η νεκρώσιμη ακολουθία, αφού έγιναν οι Θείες Λειτουργίες κτλ. τον πήγαν στο κοιμητήριο της μονής.
Τα πουλιά επί τρεις ημέρες δεν έφευγαν από τον τάφο του, χωρίς να κελαϊδούν.
Πήγαιναν κατά κοπάδια, στέκονταν γύρω από τον τάφο, τον σκέπαζαν ολόκληρο μαζί με το σταυρό, κατόπιν έφευγαν εκείνα, έρχονταν άλλα, έφευγαν εκείνα, έρχονταν άλλα, επί τρεις ημέρες.

Αυτό.
Την τρίτη ημέρα εξαφανίστηκαν και δεν ξαναγύρισαν.
Αυτά είναι τα θαυμάσια του Θεού, μία προέκτασις των όλων όσων γίνονται από τους αξίους λειτουργούς του Υψίστου, των οποίων ούτε την άκρη του φορέματος μπορώ εγώ να αγγίξω και να φιλήσω.


Πέμπτη, 28 Μαΐου 1992

27 β Καί ζωήν τού μέλλοντος αιώνος,αμην.12ο άρθρο Πέρι παραδείσου καί κολάσεως. 28.5.1992

Ο ιεροκήρυκας

Γύρω στο 1955 κάποιος ιεροκήρυκας πήγε κάποτε να κηρύξει, να μιλήσει, σε ένα χωριό, κωμώπολη ήταν.
Επήγε το πρωί, λειτούργησε εκεί με τον παππούλη του χωριού αλλά ελάχιστοι ήσαν οι κάτοικοι.
Αυτός είχε τη συνήθεια και το βράδυ, το απόγευμα δηλαδή της ίδιας ημέρας ομιλούσε στην πλατεία του χωριού, όπου πήγαινε.
Φρόντιζε να βρει μια ευκαιρεία να το κάμει αυτό.
Ηταν έτσι βροντώδης στη φωνή και είχε τη δυνατότητα να ομιλεί και στην πλατεία.
Με τον παπά του χωριού, τον πρόεδρο και το δάσκαλο ειδοποίησαν τους κατοίκους ότι το απόγευμα της ίδιας ημέρας, γύρω στις 6 7, τι ώρα ήταν δεν ξέρω, θα μιλούσε.
Πράγματι, λοιπόν, ξεκίνησαν από την εκκλησία μαζί με τον εφημέριο του χωριού να πάνε στην πλατεία.
Πλησιάζοντας προς την πλατεία έβλεπαν από τον δρόμο που κατέβαιναν κάποιους άνδρες έτσι σα να
έφευγαν από την πλατεία, να απομακρύνονταν.
Οταν έφτασαν στο κέντρο της πλατείας με τις ματιές που έριχνε ο ιεροκήρυκας και Πρωτοσύγγελος εκεί της Μητροπόλεως διαπίστωνε ότι από τα καφενεία οι άνδρες, 30, 50, 100, 200, σιγά σιγά φύγαν όλοι.
Και δεν έμεινε στην πλατεία του χωριού κανένας.
Ηταν ο δάσκαλος, κάνα δυο γριούλες, ο παπάς και ο ιεροκήρυκας.
Να σου λοιπόν και αρχίζουν και μπαίνουν στο χωριό ένα κοπάδι ζώα.
Τα ζώα αυτά βόσκουν με τον αγελαδάρη έξω.
Από όλο το χωριό μαζεύονται.
Υπήρχε αυτή η συνήθεια, ιδίως στα κτηνοτροφικά χωριά, όσοι είναι από τέτοια μέρη το ξέρουν και το βράδυ όταν τα επιστρέφουν τα αφήνουν έξω από το χωριό και το καθένα πηγαίνει στο παχνί του.
Το λέει άλλωστε και ο Προφήτης Ησαϊας:
"Εγνω βους το στάβλο αυτού και τον κύριό του" κτλ.
Και πώς επιστρέφει;
Μόνο του.
Λοιπόν αυτά προχώρησαν μέσα από την πλατεία.
Μπροστά ήταν ένα γαϊδουράκι και πίσω αγελάδες πολλές 50, 100.
Και σταμάτησαν μπροστά από τον ιεροκήρυκα.
Σταμάτησε το γαϊδουράκι και σταμάτησαν όλα, όλο το κοπάδι.
Και κοίταζε το γαϊδουράκι τον ιεροκήρυκα.
- Αφού, λέει, δεν ήρθαν οι άνθρωποι για να βγάλω τον Λόγον του Θεού θα κηρύξω στα ζώα.
Και άρχισε να κάνει κήρυγμα στα ζώα.
- Εσείς είσαστε, είπε στα ζώα, στις αγελάδες που ζεστάνατε με τα χνώτα σας το νεογέννητο Χριστό. Του προσφέρατε ζεστασιά μέσα στο στάβλο, στο παχνί. Ησασταν οι άφωνοι και οι άλογοι μάρτυρες της ενανθρωπήσεως του Χριστού. Και εσύ, απευθύνεται στο γαϊδουράκι, αξιώθηκες να δεχτείς στην πλάτη σου τον ίδιο το Δημιουργό και Κτίστη και Θεό και μπήκες θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα. Πόσα και πόσα δεν εδίδαξες τότε τους Ιουδαίους αλλά και τους μετέπειτα χριστιανούς και όλες τις
γενεές των χριστιανών, με την υπομονή σου αλλά και την αδιαφορία σου όμως για τις γύρω ζητωκραυγές. Κάποτε είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε ειδικά για το πόσα μας διδάσκει το γαϊδουράκι εκείνο των Βαϊων.
Και αφού είπε και άλλα πολλά τα οποία βέβαια δεν ενθυμούμαι, ποιος ξέρει πόσα είπε,
- Αντε, λέει, τώρα να πάτε στην ευχή του Θεού.
Μόλις είπε τα λόγια αυτά πήρε δρόμο το γαϊδουράκι και άρχισε να απομακρύνεται.
Η φωνή του Θεού δεν ακούστηκε στα αυτιά των ανθρώπων και δεν μπήκε στις καρδιές τους.
Δίκαια, λοιπόν, η οργή του Θεού επί του υιούς της απειθείας και άκουσαν τα άλογα ζώα.
Πιο υπάκουα τα ζώα από τους ανθρώπους για εκείνην την εποχή.
Είναι γεγονός που συνέβη.

Το παράδειγμα με τους κόκκους της άμμου

Για να δώσει ένα συγγραφέας μια εικόνα της αιωνιότητος λέγει ότι αν φανταστούμε όλη τη γη να είναι, όλο αυτό το φοβερό μέγεθος, να είναι από κόκκους άμμου και να έρχεται ένα πουλί και να
παίρνει με το ράμφος του ένα κόκκο άμμου κάθε 1000 χρόνια, πόσα τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων χρόνια θα περάσουν για να φύγουν όλοι αυτοί οι κόκκοι άμμου, που αποτελούν όλη αυτή τη φοβερή μάζα, αυτόν τον όγκο που λέγεται γη;
Ασφαλώς δεν μπορούμε να συλλάβουμε τον αριθμό πόσα τρισεκατομμύρια χρόνια θα περάσουν.
Κάποτε, όμως, έστω και έπειτα από τρισεκατομμύρια χρόνια θα φύγει και ο τελευταίος κόκκος.
Αυτά όλα τα τρισεκατομμύρια χρόνια δεν είναι ούτε μια στιγμή μέσα στην αιωνιότητα, αν μπορούμε βέβαια αυτό να το καταλάβουμε.


Παρασκευή, 22 Μαΐου 1992

26 β α) Τά Μυστήρια τής Εκκλησίας. Μέρος 2ον. Η Θεία Ευχαριστία. β) Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών. 22.5.1992

Μια Προτεστάντισσα

Μια προτεστάντισσα πέρυσι σε κάποιο μέρος της Ελλάδος, σε μια πόλη, να μη λέμε πού, θα καταλάβετε γιατί, κάτω από την πίεση του μνηστήρος της, Γερμανίδα ήταν, βαπτίστηκε ορθόδοξη
χριστιανή.
Η κατήχηση πολύ πρόχειρη, σύντομη, μόνο μία φορά.
Μετά το τέλος του βαπτίσματος προεκλήθη δυνατός πειρασμός.
Να μην πούμε λεπτομέρειες γιατί αν μπούμε σε λεπτομέρειες για τον πειρασμό θα στενοχωρηθείτε και πιθανόν να σκανδαλισθείτε.
Ο ιερεύς κατόπιν, επειδή ήταν ενοριακός ναός θέλησε να κοινωνήσει την προτεστάντισσα, την ήδη νεοφώτιστη χριστιανή με το όνομα Αικατερίνη με τη Θεία Κοινωνία της Μεγάλης Πέμπτης που έχουμε στο Αρτοφόριο της Αγίας Τραπέζης.
Μόλις έλαβε τη Θεία Κοινωνία στο στόμα της την έφτυσε, αντιδρώντας όπως είπε κατόπιν στην όλη
κατάσταση που προεκλήθη.
Το βράδυ έπεσε να κοιμηθεί και πάνω στη ζάλη του ύπνου της βλέπει να εμφανίζεται μπροστά της ένας τρομερός Αιθίοπας με μορφή τράγου, με μάτια να πετούνε φλόγες, φωτιές, με τεράστια γλώσσα, απαίσια δόντια.
Και άρχισε να τρέμει ολόκληρη.
Ακουσε τον εαυτό της να ρωτάει ενώ τα δόντια της χτυπούσαν από τον τρόμο:
- Ποιος είσαι; Τι θέλεις; Τι ζητάς από μένα; Τι ήρθες να κάμεις εδώ;
- Εγώ είμαι αυτός, λέει, που μπήκα στην καρδιά του Ιούδα και Τον πρόδωσε για τριάκοντα αργύρια. Και χα,χα,χα... Και γελάει.
Η Αγία Γραφή στον κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, στο 22ο Κεφάλαιο, στίχος 3 λέει επί λέξει τα εξής:
Εισήλθεν ο σατανάς εις Ιούδαν τον Ισκαριώτην.
Επομένως είναι ο ίδιος.
- Είμαι ο ίδιος που κυρίευσα την καρδιά του παπά. Είναι δικός μου. Είμαι ο ίδιος που έβαλα και εσένα να σκανδαλισθείς και να φτύσεις. Είσαι δική μου, της λέει. Ηρθα να σε πάρω. Και αγριεμένος, έτσι όπως ήταν φοβερός, όλα αυτά έγιναν σαν αστραπή, μην ακούτε που τα λέω εγώ αργά, όρμησε επάνω της και εκείνη τη στιγμή εκείνη άρχισε και φώναξε εντελώς αυθόρμητα:
- Χριστέ μου, σώσε με, σε πιστεύω. Και με το 'Σε πιστεύω' σκάει αυτός με τρομερή βοή και αφήνει πίσω του μια φοβερή, απαίσια βρώμα.
Εν τω μεταξύ τινάχτηκε επάνω φωνάζοντας και ξαναφωνάζοντας πάλι:
- Χριστέ μου, σε πιστεύω. Σε πιστεύω, σε πιστεύω, φώναζε. Πόσες φορές θα το είπε; Ε, όπως καταλαβαίνετε, ξεσηκώθηκαν όλοι μέσα στο σπίτι τρομαγμένοι, μπήκαν μέσα στο δωμάτιο, αισθάνθηκαν όλην αυτή την τρομερή δυσοσμία. Ανοιξαν τα παράθυρα να αεριστεί το δωμάτιο.
- Θέλω να με πάτε στον παπά που με βάπτισε τώρα αμέσως.
Και διηγήθηκε το περιστατικό.
- Βρε, βρε, κόρη μου, της λέει, τώρα είναι νύχτα. Τέτοια ώρα θα πάμε; Ασε να ξημερώσει
και πάμε.
Η νεοφώτιστη Αικατερίνα ξημέρωσε έτσι τη νύχτα της μέχρι το πρωί συνεχώς προσευχομένη και κλαίουσα.
Εκλαιγε συνεχώς.
Κατόπιν, λοιπόν, την πήραν και την πήγαν στην εκκλησία για να συναντήσουν τον ιερέα που τη βάπτισε.
Δυστυχώς, όμως, δεν ήταν εκεί, δεν είχε έλθει και μόλις είχε τελειώσει τον Ορθρο κάποιος άλλος ιερεύς, ένας ευλαβέστατος κληρικός, φημισμένος για την ευλάβειά του, και του διηγήθηκε τι ακριβώς συνέβη.
Τότε αυτός, βέβαια, την πήρε ιδιαιτέρως και επί τρεις ώρες την κατηχούσε, τη συμβούλευε και την εμύησε στα μυστικά της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Εφευγε ειρηνική και αναπαυμένη.
Το απόγευμα, όπως τη συμβούλευσε και ο ευλαβής εκείνος κληρικός, πήγε στο ναό βρήκε τον παππούλη που την είχε βαπτίσει, έπεσε στα πόδια του, ζήτησε συγγνώμη και διηγήθηκε το όραμά της.
Επρεπε να το διηγηθεί για να λάβει και εκείνος τα δικά του τα μέτρα.
Τι έγινε στην καρδιά του ιερέως, βέβαια, δεν γνωρίσουμε.
Θεός οίδε.
Μόνο ο Θεός οίδε.
Την Κυριακή κοινώνησε αφού λειτουργήθηκε από το πρωί στον Ορθρο.
Πανηγύρι στην καρδιά της.
Φωτοχυσία στο ναό, φωτοπλημμύρα στις αισθήσεις της και σε όλο της το είναι, μέσα έξω.
Ετσι έζησε τι θα πει Ορθοδοξία, τι θα πει Εκκλησία, τι θα πει αληθινή πίστις, αληθινός Θεός.
Η αλήθεια σε όλη της την έκταση, η χαρά, η ομορφιά της ψυχής, η μακαριότης, η ευφροσύνη,
το αγαλλίαμα της καρδίας και πάρα πολλές απερίγραπτες από πνευματική αίσθηση καταστάσεις συνέβησαν μέσα της.
Κατάλαβε, λοιπόν, πολύ καλά και έκανε έναν μέσα της χωρισμό άλλο παπάς με τα ελαττώματά του και άλλο πίστις αληθινή.
Αλλο παπάς και άλλο Θεία Χάρις, που είναι αποταμιευμένη στην Εκκλησία και χορηγείται διά των μυστηρίων.
Ο ιερεύς είναι οικονόμος και μόνον οικονόμος αυτής της Θείας Χάριτος αλλά μπορεί να είναι όμως και ο καλός ποιμήν που μέλει περί των προβάτων του, νοιάζεται, δηλαδή για την λογική ποίμνη του Χριστού.
Η ιστορία από μόνη της μας λέει και μας διδάσκει πολλά.


Σε ένα στρατόπεδο Τούρκων

Κάτω από την πίεση, ένας ιερεύς αρνήθηκε την ιεροσύνη του.
Εγινε όπως λέμε πισμάν-παπάς και έγινε μουσουλμάνος, Τούρκος.
Αρνήθηκε την πίστη του, αρνήθηκε και την ιεροσύνη του, όλα τα αρνήθηκε.
Και κάποτε λοιπόν τον άρπαξαν με το ζόρι, τον πήγαν σε ένα στρατόπεδο Τούρκων εκεί, ύστερα από χρόνια βέβαια, και του είπαν:
- Κάνε μας αυτό που έκανες όταν ήσουν γκιαούρης, άπιστος δηλαδή.
Κι αυτός πήγε πράγματι να τελέσει τη θυσία και έκανε κανονική προετοιμασία για Θεία Λειτουργία. Βέβαια, ήταν στην Πρόθεση ακόμη και όταν πήρε τη λόγχη για να πει "Εις των στρατιωτών λόγχη την πλευρά Αυτού ένυξε και ευθέως εξήλθεν εκ της Αγίας Αυτού πλυράς αίμα και ύδωρ" και σήκωσε τη λόγχη για να την μπήξει στο Σώμα, στον Αμνόν, όπως λέμε, δεν είναι ακόμα Σώμα Κυρίου, είναι Τίμιον Δώρο και ονομάζεται Αμνός, για να μπήξει τη λόγχη και εν συνεχεία να βάλει το κρασί και το νερό μέσα στο Αγιον Ποτήριον, όλοι οι Τουρκαλάδες εκτός από αυτόν είδαν αμέσως, εκεί στο τραπέζι που ήταν πρόχειρο για Προσκομιδή, γιατί είχε αληθινό Δίσκο και αληθινό Ποτήρι που θα τα είχαν πάρει από καμμία εκκλησία, βλέπουν, λοιπόν, πάνω στο Δίσκο ένα βρέφος, ένα μωρό.
Και αυτός να κρατάει μια μάχαιρα τόση μεγάλη, έτσι το είδαν, έτοιμη να τη μπήξει στο μωρό.
Και φώναξαν και τσίριξαν όλοι μαζί οι στρατιώτες.
Και τους έπιασε φρίκη και έπεσαν κάτω.
Σταμάτησε αυτός, αρνήθηκε τον Χριστό, η ιεροσύνη όμως δεν έφυγε.
Οτι και αν έγινε, μυστήρια από τα ακατάληπτα αυτά και όταν του είπαν τι συνέβη, γιατί τον διέταξαν να σταματήσει, κατάλαβε το λάθος του, ομολόγησε Χριστόν και μαρτύρησε.
Αυτά είναι τα μυστήρια της πίστεως μας για τη Θεία Ευχαριστία και Θεία Λειτουργία.



Τα Αγια Λείψανα

Ολα τα σώματα σαπίζουν και διαλύουν.
Υπάρχουν όμως μερικές εξαιρέσεις αυτού του φυσικού νόμου, της φθοράς.
Προχθές το βράδυ προσκυνήσαμε λείψανα των δύο μεγάλων Αγίων και Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης.
Εχουν περάσει από τότε 1700 χρόνια και όμως τα οστά ζουν και υπάρχουν και μάλιστα με μια εξαιρετική ευωδία.
Αυτά τα οστά, τα ιερά οστά, είναι τα λείψανα ανδρών και γυναικών που αγίασαν.
Αυτά τα σώματα παραμένουν άφθαρτα και είναι απόδειξις της δυνάμεως του Χριστού, ο οποίος με τα ιερά λείψανα των Αγίων κάνει θαύματα.
Εχουμε ακόμα και ορισμένα που είναι σχεδόν άφθαρτα, όπως είναι ορισμένα σκηνώματα Αγίων που
έχουμε στην Ελλάδα μας.

Περί αναστάσεως των νεκρών Το όραμα του Ιεζεκιήλ - 7 Μάρτυρες και η μητέρα τους

Για την ανάσταση των νεκρών γίνεται λόγος στο 37ο Κεφάλαιο της Προφητείας του Ιεζεκιήλ.
Ο Ιεζεκιήλ εκεί είδε ένα όραμα πολύ τρομερό και μεγάλο.
Βρέθηκε μια μέρα σε μια πεδιάδα, όπου πριν πολλά χρόνια είχε γίνει μια πολύ μεγάλη μάχη και είχαν σκοτωθεί πάρα πολλοί άνθρωποι, χιλιάδες χιλιάδων.
Τα σώματά τους τα είχαν φάει το όρνια και τα κόκκαλά τους γυμνά από σάρκες και νεύρα σκέπαζαν ολόκληρη την πεδιάδα.
Φοβερό ήταν το θέαμα αυτό.
Ποιος μπορούσε να το αντέξει;
Μία άπειρη πεδιάδα από κόκκαλα γυμνά, ανθρώπων κόκκαλα.
Καθώς ο Προφήτης έβλεπε τα κόκκαλα σκορπισμένα και το μακάβριο αυτό θέαμα φοβερό στην όρασή του άκουσε τη φωνή του Θεού που του έλεγε και τον ρωτούσε:
- Υιέ ανθρώπου, υπάρχει ελπίδα να ζωντανέψουν αυτά τα κόκκαλα;
Η απάντησις του Προφήτου ποια λέτε ότι ήταν;
Είπε όχι;
- Συ Κύριε γνωρίζεις. Συ ξέρεις.
- Κήρυξε στα κόκκαλα αυτά τον Λόγον του Θεού, διατάζει η φωνή του Θεού. Και ο Προφήτης τηρεί τον λόγον. Κηρύσσει στα κόκκαλα και η φράσις της Αγίας Γραφής: Και γίνεται σεισμός και αμέσως τα κόκκαλα τρίζουν, πλησιάζει το ένα το άλλο, ενώνονται, συναρμολογούνται, σχηματίζουν σκελετούς, οι σκελετοί ντύνονται με σάρκες και τέλος σκεπάζονται με δέρμα αλλά όλα τα σώματα
αυτά, που παρουσιάζονται μπροστά του γυμνά και νεκρά.
Καμμιά ζωή.
Μια απέραντη σειρά νεκρών σωμάτων ορθίων.
- Κήρυξε και πάλι, φωνάζει η φωνή του Θεού, εντέλλεται.
Ο Προφήτης κηρύσσει και έρχεται πνεύμα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος και τα νεκρά σώματα σηκώνονται, στηρίζονται όρθια, κινούνται, βαδίζουν και νομίζει κανένας ότι γίνεται μια στρατιωτική παρέλαση.
Τώρα αυτό είναι μια απόδειξις, είναι μια βεβαίωσις του Θεού ότι οι νεκροί θα αναστηθούν, θα τους αναστήσει η αρχαγγελική εκείνη σάλπιγγα που κατ'εντολήν του Θεού θα σαλπίσει το σάλπισμα της
Αναστάσεως όλων των νεκρών.

Δεύτερο σχετικό χωρίο βρίσκεται στο βιβλίο των Μακκαβαίων, στο δεύτερο βιβλίο.
Εκεί βλέπουμε τα 7 αδέλφια που γέννησε μια ηρωίδα μάνα, η Σολομωνή.
Παρ' όλες τις απειλές του τυράννου δεν αρνήθηκαν την αληθινή πίστη από τον μεγαλύτερο μέχρι το
μικρότερο, ούτε και η μάνα, ούτε και ο διδάσκαλός τους ο Ελεάζαρ.
Δεν αρνήθηκαν την πίστη, αυτήν την αληθινή που πίστευαν εις τον Ενα και μόνο αληθινό Θεό αλλά με το θάρρος που τους έδινε η πίστις βάδισαν όλοι στο φρικτό μαρτύριο.
Και ενώ ο τύραννος τους βασάνιζε και τους έκοβε τις γλώσσες, τα χέρια και τα πόδια και άλλους τους πετούσε μέσα στις φωτιές, οι αξιοθαύμαστοι αυτοί μάρτυρες μαζί με τη μάνα και το διδάσκαλο
απαντούσαν στον τύραννο και του έλεγαν:
- Γλώσσες και χέρια και πόδια και σώματα δεν είναι δικά μας. Ο Θεός μας τα έδωσε, ο Θεός
τα παίρνει. Πιστεύουμε όμως ο Θεός ότι για Αυτόν για τον οποίο θυσιαζόμαστε θα μας τα ξαναδώσει πίσω. Πιστεύουμε στην Ανάσταση.
Αλλά και ο ίδιος ο Κύριος, τρίτον, με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο διαβεβαίωσε ότι οι νεκροί θα αναστηθούν.



Ο Αγιος Μακάριος και η νεκροκεφαλή

Υπάρχει όμως ένα σοβαρό ανέκδοτο και γεγονός στον Αγιο Μακάριο.
Κάποτε, περπατώντας στην έρημο είδε στο χώμα μια νεκροκεφαλή.
Την πλησίασε ο Αγιος Μακάριος, την κούνησε με το ραβδί του και άκουσε από μακριά έναν ήχο σαν βογγητό.
Ρωτάει, λοιπόν, τη νεκροκεφαλή:
- Ποιανού ανθρώπου είσαι εσύ;
- Είμαι το κεφάλι ενός ιερέως των ειδώλων, που κατοικούσε σε αυτή τη χώρα, απάντησε. Οταν εσύ, αββά Μακάριε, που είσαι γεμάτος από Αγιον Πνεύμα, προσεύχεσαι από πόνου για εκείνους που βασανίζονται στην κόλαση, τότε παίρνουμε και εμείς ανακούφιση, ακούστηκε να λέει η
νεκροκεφαλή.
- Και τι είδους ανακούφιση παίρνετε εσείς, αφού είσαστε ειδωλολάτρες και από τι βάσανα υποφέρετε.
- Οσο απέχει ο ουρανός από τη γη, απάντησε η νεκροκεφαλή, τόσο μεγάλη είναι η φωτιά μέσα στην οποία είμαστε τυλιγμένοι. Δεν μπορούμε να δούμε ο ένας τον άλλο. Οταν όμως σύ προσεύχεσαι για μας τότε μπορούμε να δούμε λιγάκι ο ένας τον άλλο και αυτό μας δίδει λίγη ανακούφιση, μας προσφέρει λίγη δροσιά, έστω και προσωρινή.
Ακούοντας αυτή την απάντηση ο Αγιος Μακάριος έκλαυσε και είπε:
- Καταραμένη η μέρα που ο άνθρωπος παρέβηκε την εντολήν του Θεού.
Το ρώτησε πάλι το κρανίο:
- Υπάρχουν άλλα βάσανα χειρότερα από τα δικά σας;
- Κάτω, λέει, από μας, πολύ πιο κάτω υπάρχουν και άλλοι.
- Ποιοί είναι αυτοί, λέει, που είναι πιο κάτω από σας και υποφέρουν ανυπόφορα βάσανα πιο μεγάλα από τα δικά σας;
- Εμείς που δεν γνωρίσαμε το Θεό έχουμε κάποια άνεση, απάντησε η νεκροκεφαλή. Οσοι όμως γνώρισαν το Θεό και τον απέρριψαν, και δεν τήρησαν τις εντολές του, αυτοί υποφέρουν βαρύτερα από μας.
Μετά από αυτά, ο Οσιος πήρε το κρανίο, το έθαψε στη γη και έφυγε.



Η γυναίκα που έσωσε τον άνδρα της

Μεγάλη ανακούφιση για τους κεκοιμημένους, από ότι γνωρίζω και από ότι έχω ακούσει στο Αγιον Ορος, έχει το σταυρωτό κομποσχοίνι και οι μετάνοιες.
Η καθαρότης της ψυχής και ο κόπος μετράνε πολύ για τον κεκοιμημένο.
Εχουμε παραδείγματα ανθρώπων που έλαβαν μεγάλη ανακούφιση όταν το παιδί τους, ο σύντροφός τους, ο πατέρας τους, κάποιος άλλος, επιμένει στα σαρανταλείτουργα, στις καθημερινές στρωτές μετάνοιες και στα πολλά κομποσχοίνια μέχρι που να πέσει κάτω από τον κόπο.
Αυτό προσφέρει πολλά για τον κεκοιμημένο.
Μου διηγείτο μια ευλαβής χριστιανή, μια γυναίκα, όταν άρχισε, μου είχε πει, ο επιθανάτιος αγώνας του συζύγου μου αυτή άρχισε να κάνει αμέσως στρωτές μετάνοιες πενήντα, εκατό, διακόσιες. Κουραζόταν.
Ελεσθεν έλεος.
Αναλαμπές, βοήθεια, σωτηρία στον άνδρα μου, έλεγε.
Σηκωνόταν ύστερα από την κούραση και άρχιζε σταυρωτά, έτσι της είχε πει ένας καλόγερος από το
Αγιον Ορος, όχι εγώ.
Σε εμένα τα διηγήθηκε, όταν ήμουν στην πρώτη περίοδο εδώ στην Αγία Βαρβάρα, μεταξύ δηλαδή 1965 και 1970.
Και άρχιζε να κάνει τότε σταυρωτά πολλά πόσα δεν ξέρω.
Μόλις κουραζόταν άρχιζε πάλι ξανά τις στρωτές μετάνοιες πενήντα, εκατό, διακόσιες και ξανά πάλι όρθια άλλα σταυρωτά και ύστερα πάλι μετάνοιες κοκ.
Εδωσε τρομερή μάχη με τους δαίμονες αλλά είχε και θαυμαστή συμπαράσταση των Αγγέλων του Θεού.
Κατόπιν ύστερα από 7 μέχρι 8 ώρες αγώνα, αν θυμάμαι καλά, ακούει τον άνδρα της να λέει:
- Γυναίκα, σώθηκα. Ο Δεσπότης Χριστός, νατος. Δόξα σοι ο Θεός. Σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ γυναίκα.
Και πέθανε.
Αυτό είναι μέλος Χριστού και αυτή είναι αγάπη.



Ο Αγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης

Βασανίστηκε, ταλαιπωρήθη φρικτά.
Υπομονή, απέραντη υπακοή, αγάπη, πολλή αγάπη.
Αρρώστησε στο τέλος βαριά.
Υστερα από τόσα βάσανα που του έκανε 20 ολόκληρα χρόνια του φιλούσε τα χέρια και του έλεγε:
- Εισαι ένας άγγελος, είσαι ένας άγγελος. Πόσο σε τυράννισα.
Και έφυγε από αυτόν εδώ τον κόσμο.
Και ο γέροντάς του του έκανε 39 σαρανταλείτουργα συνεχόμενα, 1600 λειτουργίες και 2000 μετάνοιες κάθε μέρα.
Ναι, 2000 μετάνοιες στρωτές την ημέρα για τον γέροντά του και πόσα άλλα, ποιος ξέρει.
Σε όλο το Αγιον Ορος θα είχε δώσει το όνομα και σε άλλα σαρανταλείτουργα για να τον μνημονεύουν.
Πάλι σώμα με σώμα και ο ίδιος ομολογεί:
- Εσωσα τον γέροντά μου. Βέβαια αυτό δεν είναι καθολική.....
Οσο στραβόξυλο και αν ήτο ο γέροντάς του ασφαλώς είπε ένα Ημαρτον προ του θανάτου του.
50 χρόνια ήταν στο Αγιον Ορος,
50 χρόνια στο ράσο, στα βράχια και στις ερημιές των Κατουνακίων.
Χιλιάδες οι αγρυπνίες του, οι νηστείες, οι κακουχίες και οι μοναχικοί αγώνες.
Οσο σκληρός και αν ήτο όλα μέτρησαν και άφησαν ανοιχτή τη θύρα του Θείου Ελέους για να βρουν παρρησία οι κόποι του υποτακτικού του, του Αγίου του αυτού υποτακτικού Πατρός Εφραίμ και σωρός οι χιλιάδες λειτουργίες και έτσι εσώθη.

Αυτός που έδωσε είκοσι εκατομμύρια σε έναν ιερέα για να τον μνημονεύει.
.. μα πάρα πολλά, ενα, δυο, τρία, πέντε εκατομμύρια, ας πούμε και τα πρόσφερε σε ένα ιερέα και του λέει:
- Να με μνημονεύεις, νέος ήταν ο ιερέας, μέχρι που να κοιμηθείς. Εγώ τώρα είμαι ζωντανός. Αύριο θα πεθάνω. Αυτά τα λεφτά είναι, πόσα είναι, πολλές οι μνημονεύσεις για όλα σου τα χρόνια. Πολλά
λεφτά, είκοσι εκατομμύρια, ας πούμε.
Τα πήρε ο ιερεύς, αφού τα έκανε προσφορά τόσο μεγάλη.
Βέβαια δεν τα έπαιρνε.
Με το ζόρι.
Τα έδωσε εκείνος.
- Δικαίωμά μου δεν είναι να δώσω όσα θέλω;
Τα πήρε.
Τι τα έκανε δεν ξέρω.
Σημασία έχει ότι σε ένα μήνα ο παπάς πέθανε.
Ο παππούλης εκοιμήθη.
- Α... πάνε τα είκοσι εκατομμύρια.
Πάει, λοιπόν, στον Δεσπότη.
- Δεσπότη μου, του λέει, είκοσι εκατομμύρια και πέθανε ο παπάς.
Αυτός, λέει, έκανε τις πολυκατοικίες του εκεί.
Ηταν ένας παλιοπαπάς, είκοσι εκατομμύρια.
Λέει:
- Τι λες, βρε παιδί μου. Λοιπόν, λέει, τώρα θα πάρουμε, λέει.. Καλά. Λοιπόν, πάμε, λέει, μια βόλτα στα υπόγεια εδώ της Μητροπόλεως. Εχουμε κάτι ντάρες, λέει, μεγάλες που ζυγίζαν τα τσουβάλια κτλ., τα κεριά, δεν ξέρω τι χρειαζόταν εκεί, να μαζέψουμε εδώ πέρα, του λέει, χρυσαφικά και ασήμι,
χρυσό και ασήμι και διαμάντια είκοσι εκατομμυρίων.
- Να μαζέψουμε.
Σιγά σιγά τα μάζεψαν.
Τα βάλαν πάνω στη ζυγαριά.
- Τώρα, λέει, θα κάνουμε μία Θεία Λειτουργία και θα μνημονεύσουμε το όνομά σου. Και θα πάρουμε, λέει, το ένα ψιχουλάκι. Μία Λειτουργία πρόσφορο να σου είχε κάνει αυτός; Πόσες σε ένα μήνα έκανε; Τέσσερις, ας πούμε, πέντε ή έξι. Δέκα, εντάξει δέκα ψιχουλάκια. Οσες θα είναι και οι μνημονεύσεις που σου έκανε.
Εκαναν τη Θεία Λειτουργία, πήραν τα δέκα ψιχουλάκια, τα έβαλε μέσα σε μία Αγία Λαβίδα, τα κατέβασαν στο υπόγειο, με το Δεσπότη μαζί και τα έβαλαν επάνω στη ντάρα. Ελα που η ζυγαριά έγυρε από το μέρος με τα ψίχουλα, με τα ψιχουλάκια.
Του λέει:
- Είδες που δεν φτάναν; Χρωστάς, λέει, και άλλα.
- Τι λες, Δεσπότη μου, του λέει. Τόσο μεγάλη αξία έχει αυτό, ατίμητη αξία;
- Ολα τα λεφτά του κόσμου, του λέει, δεν φτάνουν για μια μνημόνευση και εμείς την περιφρονούμε. Οπως περιφρόνησε ο άλλος που είπε για το αντίδωρο:
- Σιγά τα λάχανα είπε. Ξέχασα να σας το πω αυτό για το αντίδωρο προχθές, αυτός που αισθάνθηκε την πρόγευση, την ευωδία είπε μέσα του όταν του είπα εγώ ότι
Δεν θα πάρεις αντίδωρο μέχρι των Μυροφόρων.
Λέει:
Σιγά τα λάχανα.
Ετσι νομίζετε ότι είναι;