Πέμπτη, 28 Μαΐου 1992

27 β Καί ζωήν τού μέλλοντος αιώνος,αμην.12ο άρθρο Πέρι παραδείσου καί κολάσεως. 28.5.1992

Ο ιεροκήρυκας

Γύρω στο 1955 κάποιος ιεροκήρυκας πήγε κάποτε να κηρύξει, να μιλήσει, σε ένα χωριό, κωμώπολη ήταν.
Επήγε το πρωί, λειτούργησε εκεί με τον παππούλη του χωριού αλλά ελάχιστοι ήσαν οι κάτοικοι.
Αυτός είχε τη συνήθεια και το βράδυ, το απόγευμα δηλαδή της ίδιας ημέρας ομιλούσε στην πλατεία του χωριού, όπου πήγαινε.
Φρόντιζε να βρει μια ευκαιρεία να το κάμει αυτό.
Ηταν έτσι βροντώδης στη φωνή και είχε τη δυνατότητα να ομιλεί και στην πλατεία.
Με τον παπά του χωριού, τον πρόεδρο και το δάσκαλο ειδοποίησαν τους κατοίκους ότι το απόγευμα της ίδιας ημέρας, γύρω στις 6 7, τι ώρα ήταν δεν ξέρω, θα μιλούσε.
Πράγματι, λοιπόν, ξεκίνησαν από την εκκλησία μαζί με τον εφημέριο του χωριού να πάνε στην πλατεία.
Πλησιάζοντας προς την πλατεία έβλεπαν από τον δρόμο που κατέβαιναν κάποιους άνδρες έτσι σα να
έφευγαν από την πλατεία, να απομακρύνονταν.
Οταν έφτασαν στο κέντρο της πλατείας με τις ματιές που έριχνε ο ιεροκήρυκας και Πρωτοσύγγελος εκεί της Μητροπόλεως διαπίστωνε ότι από τα καφενεία οι άνδρες, 30, 50, 100, 200, σιγά σιγά φύγαν όλοι.
Και δεν έμεινε στην πλατεία του χωριού κανένας.
Ηταν ο δάσκαλος, κάνα δυο γριούλες, ο παπάς και ο ιεροκήρυκας.
Να σου λοιπόν και αρχίζουν και μπαίνουν στο χωριό ένα κοπάδι ζώα.
Τα ζώα αυτά βόσκουν με τον αγελαδάρη έξω.
Από όλο το χωριό μαζεύονται.
Υπήρχε αυτή η συνήθεια, ιδίως στα κτηνοτροφικά χωριά, όσοι είναι από τέτοια μέρη το ξέρουν και το βράδυ όταν τα επιστρέφουν τα αφήνουν έξω από το χωριό και το καθένα πηγαίνει στο παχνί του.
Το λέει άλλωστε και ο Προφήτης Ησαϊας:
"Εγνω βους το στάβλο αυτού και τον κύριό του" κτλ.
Και πώς επιστρέφει;
Μόνο του.
Λοιπόν αυτά προχώρησαν μέσα από την πλατεία.
Μπροστά ήταν ένα γαϊδουράκι και πίσω αγελάδες πολλές 50, 100.
Και σταμάτησαν μπροστά από τον ιεροκήρυκα.
Σταμάτησε το γαϊδουράκι και σταμάτησαν όλα, όλο το κοπάδι.
Και κοίταζε το γαϊδουράκι τον ιεροκήρυκα.
- Αφού, λέει, δεν ήρθαν οι άνθρωποι για να βγάλω τον Λόγον του Θεού θα κηρύξω στα ζώα.
Και άρχισε να κάνει κήρυγμα στα ζώα.
- Εσείς είσαστε, είπε στα ζώα, στις αγελάδες που ζεστάνατε με τα χνώτα σας το νεογέννητο Χριστό. Του προσφέρατε ζεστασιά μέσα στο στάβλο, στο παχνί. Ησασταν οι άφωνοι και οι άλογοι μάρτυρες της ενανθρωπήσεως του Χριστού. Και εσύ, απευθύνεται στο γαϊδουράκι, αξιώθηκες να δεχτείς στην πλάτη σου τον ίδιο το Δημιουργό και Κτίστη και Θεό και μπήκες θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα. Πόσα και πόσα δεν εδίδαξες τότε τους Ιουδαίους αλλά και τους μετέπειτα χριστιανούς και όλες τις
γενεές των χριστιανών, με την υπομονή σου αλλά και την αδιαφορία σου όμως για τις γύρω ζητωκραυγές. Κάποτε είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε ειδικά για το πόσα μας διδάσκει το γαϊδουράκι εκείνο των Βαϊων.
Και αφού είπε και άλλα πολλά τα οποία βέβαια δεν ενθυμούμαι, ποιος ξέρει πόσα είπε,
- Αντε, λέει, τώρα να πάτε στην ευχή του Θεού.
Μόλις είπε τα λόγια αυτά πήρε δρόμο το γαϊδουράκι και άρχισε να απομακρύνεται.
Η φωνή του Θεού δεν ακούστηκε στα αυτιά των ανθρώπων και δεν μπήκε στις καρδιές τους.
Δίκαια, λοιπόν, η οργή του Θεού επί του υιούς της απειθείας και άκουσαν τα άλογα ζώα.
Πιο υπάκουα τα ζώα από τους ανθρώπους για εκείνην την εποχή.
Είναι γεγονός που συνέβη.

Το παράδειγμα με τους κόκκους της άμμου

Για να δώσει ένα συγγραφέας μια εικόνα της αιωνιότητος λέγει ότι αν φανταστούμε όλη τη γη να είναι, όλο αυτό το φοβερό μέγεθος, να είναι από κόκκους άμμου και να έρχεται ένα πουλί και να
παίρνει με το ράμφος του ένα κόκκο άμμου κάθε 1000 χρόνια, πόσα τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων χρόνια θα περάσουν για να φύγουν όλοι αυτοί οι κόκκοι άμμου, που αποτελούν όλη αυτή τη φοβερή μάζα, αυτόν τον όγκο που λέγεται γη;
Ασφαλώς δεν μπορούμε να συλλάβουμε τον αριθμό πόσα τρισεκατομμύρια χρόνια θα περάσουν.
Κάποτε, όμως, έστω και έπειτα από τρισεκατομμύρια χρόνια θα φύγει και ο τελευταίος κόκκος.
Αυτά όλα τα τρισεκατομμύρια χρόνια δεν είναι ούτε μια στιγμή μέσα στην αιωνιότητα, αν μπορούμε βέβαια αυτό να το καταλάβουμε.


Παρασκευή, 22 Μαΐου 1992

26 β α) Τά Μυστήρια τής Εκκλησίας. Μέρος 2ον. Η Θεία Ευχαριστία. β) Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών. 22.5.1992

Μια Προτεστάντισσα

Μια προτεστάντισσα πέρυσι σε κάποιο μέρος της Ελλάδος, σε μια πόλη, να μη λέμε πού, θα καταλάβετε γιατί, κάτω από την πίεση του μνηστήρος της, Γερμανίδα ήταν, βαπτίστηκε ορθόδοξη
χριστιανή.
Η κατήχηση πολύ πρόχειρη, σύντομη, μόνο μία φορά.
Μετά το τέλος του βαπτίσματος προεκλήθη δυνατός πειρασμός.
Να μην πούμε λεπτομέρειες γιατί αν μπούμε σε λεπτομέρειες για τον πειρασμό θα στενοχωρηθείτε και πιθανόν να σκανδαλισθείτε.
Ο ιερεύς κατόπιν, επειδή ήταν ενοριακός ναός θέλησε να κοινωνήσει την προτεστάντισσα, την ήδη νεοφώτιστη χριστιανή με το όνομα Αικατερίνη με τη Θεία Κοινωνία της Μεγάλης Πέμπτης που έχουμε στο Αρτοφόριο της Αγίας Τραπέζης.
Μόλις έλαβε τη Θεία Κοινωνία στο στόμα της την έφτυσε, αντιδρώντας όπως είπε κατόπιν στην όλη
κατάσταση που προεκλήθη.
Το βράδυ έπεσε να κοιμηθεί και πάνω στη ζάλη του ύπνου της βλέπει να εμφανίζεται μπροστά της ένας τρομερός Αιθίοπας με μορφή τράγου, με μάτια να πετούνε φλόγες, φωτιές, με τεράστια γλώσσα, απαίσια δόντια.
Και άρχισε να τρέμει ολόκληρη.
Ακουσε τον εαυτό της να ρωτάει ενώ τα δόντια της χτυπούσαν από τον τρόμο:
- Ποιος είσαι; Τι θέλεις; Τι ζητάς από μένα; Τι ήρθες να κάμεις εδώ;
- Εγώ είμαι αυτός, λέει, που μπήκα στην καρδιά του Ιούδα και Τον πρόδωσε για τριάκοντα αργύρια. Και χα,χα,χα... Και γελάει.
Η Αγία Γραφή στον κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, στο 22ο Κεφάλαιο, στίχος 3 λέει επί λέξει τα εξής:
Εισήλθεν ο σατανάς εις Ιούδαν τον Ισκαριώτην.
Επομένως είναι ο ίδιος.
- Είμαι ο ίδιος που κυρίευσα την καρδιά του παπά. Είναι δικός μου. Είμαι ο ίδιος που έβαλα και εσένα να σκανδαλισθείς και να φτύσεις. Είσαι δική μου, της λέει. Ηρθα να σε πάρω. Και αγριεμένος, έτσι όπως ήταν φοβερός, όλα αυτά έγιναν σαν αστραπή, μην ακούτε που τα λέω εγώ αργά, όρμησε επάνω της και εκείνη τη στιγμή εκείνη άρχισε και φώναξε εντελώς αυθόρμητα:
- Χριστέ μου, σώσε με, σε πιστεύω. Και με το 'Σε πιστεύω' σκάει αυτός με τρομερή βοή και αφήνει πίσω του μια φοβερή, απαίσια βρώμα.
Εν τω μεταξύ τινάχτηκε επάνω φωνάζοντας και ξαναφωνάζοντας πάλι:
- Χριστέ μου, σε πιστεύω. Σε πιστεύω, σε πιστεύω, φώναζε. Πόσες φορές θα το είπε; Ε, όπως καταλαβαίνετε, ξεσηκώθηκαν όλοι μέσα στο σπίτι τρομαγμένοι, μπήκαν μέσα στο δωμάτιο, αισθάνθηκαν όλην αυτή την τρομερή δυσοσμία. Ανοιξαν τα παράθυρα να αεριστεί το δωμάτιο.
- Θέλω να με πάτε στον παπά που με βάπτισε τώρα αμέσως.
Και διηγήθηκε το περιστατικό.
- Βρε, βρε, κόρη μου, της λέει, τώρα είναι νύχτα. Τέτοια ώρα θα πάμε; Ασε να ξημερώσει
και πάμε.
Η νεοφώτιστη Αικατερίνα ξημέρωσε έτσι τη νύχτα της μέχρι το πρωί συνεχώς προσευχομένη και κλαίουσα.
Εκλαιγε συνεχώς.
Κατόπιν, λοιπόν, την πήραν και την πήγαν στην εκκλησία για να συναντήσουν τον ιερέα που τη βάπτισε.
Δυστυχώς, όμως, δεν ήταν εκεί, δεν είχε έλθει και μόλις είχε τελειώσει τον Ορθρο κάποιος άλλος ιερεύς, ένας ευλαβέστατος κληρικός, φημισμένος για την ευλάβειά του, και του διηγήθηκε τι ακριβώς συνέβη.
Τότε αυτός, βέβαια, την πήρε ιδιαιτέρως και επί τρεις ώρες την κατηχούσε, τη συμβούλευε και την εμύησε στα μυστικά της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Εφευγε ειρηνική και αναπαυμένη.
Το απόγευμα, όπως τη συμβούλευσε και ο ευλαβής εκείνος κληρικός, πήγε στο ναό βρήκε τον παππούλη που την είχε βαπτίσει, έπεσε στα πόδια του, ζήτησε συγγνώμη και διηγήθηκε το όραμά της.
Επρεπε να το διηγηθεί για να λάβει και εκείνος τα δικά του τα μέτρα.
Τι έγινε στην καρδιά του ιερέως, βέβαια, δεν γνωρίσουμε.
Θεός οίδε.
Μόνο ο Θεός οίδε.
Την Κυριακή κοινώνησε αφού λειτουργήθηκε από το πρωί στον Ορθρο.
Πανηγύρι στην καρδιά της.
Φωτοχυσία στο ναό, φωτοπλημμύρα στις αισθήσεις της και σε όλο της το είναι, μέσα έξω.
Ετσι έζησε τι θα πει Ορθοδοξία, τι θα πει Εκκλησία, τι θα πει αληθινή πίστις, αληθινός Θεός.
Η αλήθεια σε όλη της την έκταση, η χαρά, η ομορφιά της ψυχής, η μακαριότης, η ευφροσύνη,
το αγαλλίαμα της καρδίας και πάρα πολλές απερίγραπτες από πνευματική αίσθηση καταστάσεις συνέβησαν μέσα της.
Κατάλαβε, λοιπόν, πολύ καλά και έκανε έναν μέσα της χωρισμό άλλο παπάς με τα ελαττώματά του και άλλο πίστις αληθινή.
Αλλο παπάς και άλλο Θεία Χάρις, που είναι αποταμιευμένη στην Εκκλησία και χορηγείται διά των μυστηρίων.
Ο ιερεύς είναι οικονόμος και μόνον οικονόμος αυτής της Θείας Χάριτος αλλά μπορεί να είναι όμως και ο καλός ποιμήν που μέλει περί των προβάτων του, νοιάζεται, δηλαδή για την λογική ποίμνη του Χριστού.
Η ιστορία από μόνη της μας λέει και μας διδάσκει πολλά.


Σε ένα στρατόπεδο Τούρκων

Κάτω από την πίεση, ένας ιερεύς αρνήθηκε την ιεροσύνη του.
Εγινε όπως λέμε πισμάν-παπάς και έγινε μουσουλμάνος, Τούρκος.
Αρνήθηκε την πίστη του, αρνήθηκε και την ιεροσύνη του, όλα τα αρνήθηκε.
Και κάποτε λοιπόν τον άρπαξαν με το ζόρι, τον πήγαν σε ένα στρατόπεδο Τούρκων εκεί, ύστερα από χρόνια βέβαια, και του είπαν:
- Κάνε μας αυτό που έκανες όταν ήσουν γκιαούρης, άπιστος δηλαδή.
Κι αυτός πήγε πράγματι να τελέσει τη θυσία και έκανε κανονική προετοιμασία για Θεία Λειτουργία. Βέβαια, ήταν στην Πρόθεση ακόμη και όταν πήρε τη λόγχη για να πει "Εις των στρατιωτών λόγχη την πλευρά Αυτού ένυξε και ευθέως εξήλθεν εκ της Αγίας Αυτού πλυράς αίμα και ύδωρ" και σήκωσε τη λόγχη για να την μπήξει στο Σώμα, στον Αμνόν, όπως λέμε, δεν είναι ακόμα Σώμα Κυρίου, είναι Τίμιον Δώρο και ονομάζεται Αμνός, για να μπήξει τη λόγχη και εν συνεχεία να βάλει το κρασί και το νερό μέσα στο Αγιον Ποτήριον, όλοι οι Τουρκαλάδες εκτός από αυτόν είδαν αμέσως, εκεί στο τραπέζι που ήταν πρόχειρο για Προσκομιδή, γιατί είχε αληθινό Δίσκο και αληθινό Ποτήρι που θα τα είχαν πάρει από καμμία εκκλησία, βλέπουν, λοιπόν, πάνω στο Δίσκο ένα βρέφος, ένα μωρό.
Και αυτός να κρατάει μια μάχαιρα τόση μεγάλη, έτσι το είδαν, έτοιμη να τη μπήξει στο μωρό.
Και φώναξαν και τσίριξαν όλοι μαζί οι στρατιώτες.
Και τους έπιασε φρίκη και έπεσαν κάτω.
Σταμάτησε αυτός, αρνήθηκε τον Χριστό, η ιεροσύνη όμως δεν έφυγε.
Οτι και αν έγινε, μυστήρια από τα ακατάληπτα αυτά και όταν του είπαν τι συνέβη, γιατί τον διέταξαν να σταματήσει, κατάλαβε το λάθος του, ομολόγησε Χριστόν και μαρτύρησε.
Αυτά είναι τα μυστήρια της πίστεως μας για τη Θεία Ευχαριστία και Θεία Λειτουργία.



Τα Αγια Λείψανα

Ολα τα σώματα σαπίζουν και διαλύουν.
Υπάρχουν όμως μερικές εξαιρέσεις αυτού του φυσικού νόμου, της φθοράς.
Προχθές το βράδυ προσκυνήσαμε λείψανα των δύο μεγάλων Αγίων και Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης.
Εχουν περάσει από τότε 1700 χρόνια και όμως τα οστά ζουν και υπάρχουν και μάλιστα με μια εξαιρετική ευωδία.
Αυτά τα οστά, τα ιερά οστά, είναι τα λείψανα ανδρών και γυναικών που αγίασαν.
Αυτά τα σώματα παραμένουν άφθαρτα και είναι απόδειξις της δυνάμεως του Χριστού, ο οποίος με τα ιερά λείψανα των Αγίων κάνει θαύματα.
Εχουμε ακόμα και ορισμένα που είναι σχεδόν άφθαρτα, όπως είναι ορισμένα σκηνώματα Αγίων που
έχουμε στην Ελλάδα μας.

Περί αναστάσεως των νεκρών Το όραμα του Ιεζεκιήλ - 7 Μάρτυρες και η μητέρα τους

Για την ανάσταση των νεκρών γίνεται λόγος στο 37ο Κεφάλαιο της Προφητείας του Ιεζεκιήλ.
Ο Ιεζεκιήλ εκεί είδε ένα όραμα πολύ τρομερό και μεγάλο.
Βρέθηκε μια μέρα σε μια πεδιάδα, όπου πριν πολλά χρόνια είχε γίνει μια πολύ μεγάλη μάχη και είχαν σκοτωθεί πάρα πολλοί άνθρωποι, χιλιάδες χιλιάδων.
Τα σώματά τους τα είχαν φάει το όρνια και τα κόκκαλά τους γυμνά από σάρκες και νεύρα σκέπαζαν ολόκληρη την πεδιάδα.
Φοβερό ήταν το θέαμα αυτό.
Ποιος μπορούσε να το αντέξει;
Μία άπειρη πεδιάδα από κόκκαλα γυμνά, ανθρώπων κόκκαλα.
Καθώς ο Προφήτης έβλεπε τα κόκκαλα σκορπισμένα και το μακάβριο αυτό θέαμα φοβερό στην όρασή του άκουσε τη φωνή του Θεού που του έλεγε και τον ρωτούσε:
- Υιέ ανθρώπου, υπάρχει ελπίδα να ζωντανέψουν αυτά τα κόκκαλα;
Η απάντησις του Προφήτου ποια λέτε ότι ήταν;
Είπε όχι;
- Συ Κύριε γνωρίζεις. Συ ξέρεις.
- Κήρυξε στα κόκκαλα αυτά τον Λόγον του Θεού, διατάζει η φωνή του Θεού. Και ο Προφήτης τηρεί τον λόγον. Κηρύσσει στα κόκκαλα και η φράσις της Αγίας Γραφής: Και γίνεται σεισμός και αμέσως τα κόκκαλα τρίζουν, πλησιάζει το ένα το άλλο, ενώνονται, συναρμολογούνται, σχηματίζουν σκελετούς, οι σκελετοί ντύνονται με σάρκες και τέλος σκεπάζονται με δέρμα αλλά όλα τα σώματα
αυτά, που παρουσιάζονται μπροστά του γυμνά και νεκρά.
Καμμιά ζωή.
Μια απέραντη σειρά νεκρών σωμάτων ορθίων.
- Κήρυξε και πάλι, φωνάζει η φωνή του Θεού, εντέλλεται.
Ο Προφήτης κηρύσσει και έρχεται πνεύμα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος και τα νεκρά σώματα σηκώνονται, στηρίζονται όρθια, κινούνται, βαδίζουν και νομίζει κανένας ότι γίνεται μια στρατιωτική παρέλαση.
Τώρα αυτό είναι μια απόδειξις, είναι μια βεβαίωσις του Θεού ότι οι νεκροί θα αναστηθούν, θα τους αναστήσει η αρχαγγελική εκείνη σάλπιγγα που κατ'εντολήν του Θεού θα σαλπίσει το σάλπισμα της
Αναστάσεως όλων των νεκρών.

Δεύτερο σχετικό χωρίο βρίσκεται στο βιβλίο των Μακκαβαίων, στο δεύτερο βιβλίο.
Εκεί βλέπουμε τα 7 αδέλφια που γέννησε μια ηρωίδα μάνα, η Σολομωνή.
Παρ' όλες τις απειλές του τυράννου δεν αρνήθηκαν την αληθινή πίστη από τον μεγαλύτερο μέχρι το
μικρότερο, ούτε και η μάνα, ούτε και ο διδάσκαλός τους ο Ελεάζαρ.
Δεν αρνήθηκαν την πίστη, αυτήν την αληθινή που πίστευαν εις τον Ενα και μόνο αληθινό Θεό αλλά με το θάρρος που τους έδινε η πίστις βάδισαν όλοι στο φρικτό μαρτύριο.
Και ενώ ο τύραννος τους βασάνιζε και τους έκοβε τις γλώσσες, τα χέρια και τα πόδια και άλλους τους πετούσε μέσα στις φωτιές, οι αξιοθαύμαστοι αυτοί μάρτυρες μαζί με τη μάνα και το διδάσκαλο
απαντούσαν στον τύραννο και του έλεγαν:
- Γλώσσες και χέρια και πόδια και σώματα δεν είναι δικά μας. Ο Θεός μας τα έδωσε, ο Θεός
τα παίρνει. Πιστεύουμε όμως ο Θεός ότι για Αυτόν για τον οποίο θυσιαζόμαστε θα μας τα ξαναδώσει πίσω. Πιστεύουμε στην Ανάσταση.
Αλλά και ο ίδιος ο Κύριος, τρίτον, με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο διαβεβαίωσε ότι οι νεκροί θα αναστηθούν.



Ο Αγιος Μακάριος και η νεκροκεφαλή

Υπάρχει όμως ένα σοβαρό ανέκδοτο και γεγονός στον Αγιο Μακάριο.
Κάποτε, περπατώντας στην έρημο είδε στο χώμα μια νεκροκεφαλή.
Την πλησίασε ο Αγιος Μακάριος, την κούνησε με το ραβδί του και άκουσε από μακριά έναν ήχο σαν βογγητό.
Ρωτάει, λοιπόν, τη νεκροκεφαλή:
- Ποιανού ανθρώπου είσαι εσύ;
- Είμαι το κεφάλι ενός ιερέως των ειδώλων, που κατοικούσε σε αυτή τη χώρα, απάντησε. Οταν εσύ, αββά Μακάριε, που είσαι γεμάτος από Αγιον Πνεύμα, προσεύχεσαι από πόνου για εκείνους που βασανίζονται στην κόλαση, τότε παίρνουμε και εμείς ανακούφιση, ακούστηκε να λέει η
νεκροκεφαλή.
- Και τι είδους ανακούφιση παίρνετε εσείς, αφού είσαστε ειδωλολάτρες και από τι βάσανα υποφέρετε.
- Οσο απέχει ο ουρανός από τη γη, απάντησε η νεκροκεφαλή, τόσο μεγάλη είναι η φωτιά μέσα στην οποία είμαστε τυλιγμένοι. Δεν μπορούμε να δούμε ο ένας τον άλλο. Οταν όμως σύ προσεύχεσαι για μας τότε μπορούμε να δούμε λιγάκι ο ένας τον άλλο και αυτό μας δίδει λίγη ανακούφιση, μας προσφέρει λίγη δροσιά, έστω και προσωρινή.
Ακούοντας αυτή την απάντηση ο Αγιος Μακάριος έκλαυσε και είπε:
- Καταραμένη η μέρα που ο άνθρωπος παρέβηκε την εντολήν του Θεού.
Το ρώτησε πάλι το κρανίο:
- Υπάρχουν άλλα βάσανα χειρότερα από τα δικά σας;
- Κάτω, λέει, από μας, πολύ πιο κάτω υπάρχουν και άλλοι.
- Ποιοί είναι αυτοί, λέει, που είναι πιο κάτω από σας και υποφέρουν ανυπόφορα βάσανα πιο μεγάλα από τα δικά σας;
- Εμείς που δεν γνωρίσαμε το Θεό έχουμε κάποια άνεση, απάντησε η νεκροκεφαλή. Οσοι όμως γνώρισαν το Θεό και τον απέρριψαν, και δεν τήρησαν τις εντολές του, αυτοί υποφέρουν βαρύτερα από μας.
Μετά από αυτά, ο Οσιος πήρε το κρανίο, το έθαψε στη γη και έφυγε.



Η γυναίκα που έσωσε τον άνδρα της

Μεγάλη ανακούφιση για τους κεκοιμημένους, από ότι γνωρίζω και από ότι έχω ακούσει στο Αγιον Ορος, έχει το σταυρωτό κομποσχοίνι και οι μετάνοιες.
Η καθαρότης της ψυχής και ο κόπος μετράνε πολύ για τον κεκοιμημένο.
Εχουμε παραδείγματα ανθρώπων που έλαβαν μεγάλη ανακούφιση όταν το παιδί τους, ο σύντροφός τους, ο πατέρας τους, κάποιος άλλος, επιμένει στα σαρανταλείτουργα, στις καθημερινές στρωτές μετάνοιες και στα πολλά κομποσχοίνια μέχρι που να πέσει κάτω από τον κόπο.
Αυτό προσφέρει πολλά για τον κεκοιμημένο.
Μου διηγείτο μια ευλαβής χριστιανή, μια γυναίκα, όταν άρχισε, μου είχε πει, ο επιθανάτιος αγώνας του συζύγου μου αυτή άρχισε να κάνει αμέσως στρωτές μετάνοιες πενήντα, εκατό, διακόσιες. Κουραζόταν.
Ελεσθεν έλεος.
Αναλαμπές, βοήθεια, σωτηρία στον άνδρα μου, έλεγε.
Σηκωνόταν ύστερα από την κούραση και άρχιζε σταυρωτά, έτσι της είχε πει ένας καλόγερος από το
Αγιον Ορος, όχι εγώ.
Σε εμένα τα διηγήθηκε, όταν ήμουν στην πρώτη περίοδο εδώ στην Αγία Βαρβάρα, μεταξύ δηλαδή 1965 και 1970.
Και άρχιζε να κάνει τότε σταυρωτά πολλά πόσα δεν ξέρω.
Μόλις κουραζόταν άρχιζε πάλι ξανά τις στρωτές μετάνοιες πενήντα, εκατό, διακόσιες και ξανά πάλι όρθια άλλα σταυρωτά και ύστερα πάλι μετάνοιες κοκ.
Εδωσε τρομερή μάχη με τους δαίμονες αλλά είχε και θαυμαστή συμπαράσταση των Αγγέλων του Θεού.
Κατόπιν ύστερα από 7 μέχρι 8 ώρες αγώνα, αν θυμάμαι καλά, ακούει τον άνδρα της να λέει:
- Γυναίκα, σώθηκα. Ο Δεσπότης Χριστός, νατος. Δόξα σοι ο Θεός. Σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ γυναίκα.
Και πέθανε.
Αυτό είναι μέλος Χριστού και αυτή είναι αγάπη.



Ο Αγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης

Βασανίστηκε, ταλαιπωρήθη φρικτά.
Υπομονή, απέραντη υπακοή, αγάπη, πολλή αγάπη.
Αρρώστησε στο τέλος βαριά.
Υστερα από τόσα βάσανα που του έκανε 20 ολόκληρα χρόνια του φιλούσε τα χέρια και του έλεγε:
- Εισαι ένας άγγελος, είσαι ένας άγγελος. Πόσο σε τυράννισα.
Και έφυγε από αυτόν εδώ τον κόσμο.
Και ο γέροντάς του του έκανε 39 σαρανταλείτουργα συνεχόμενα, 1600 λειτουργίες και 2000 μετάνοιες κάθε μέρα.
Ναι, 2000 μετάνοιες στρωτές την ημέρα για τον γέροντά του και πόσα άλλα, ποιος ξέρει.
Σε όλο το Αγιον Ορος θα είχε δώσει το όνομα και σε άλλα σαρανταλείτουργα για να τον μνημονεύουν.
Πάλι σώμα με σώμα και ο ίδιος ομολογεί:
- Εσωσα τον γέροντά μου. Βέβαια αυτό δεν είναι καθολική.....
Οσο στραβόξυλο και αν ήτο ο γέροντάς του ασφαλώς είπε ένα Ημαρτον προ του θανάτου του.
50 χρόνια ήταν στο Αγιον Ορος,
50 χρόνια στο ράσο, στα βράχια και στις ερημιές των Κατουνακίων.
Χιλιάδες οι αγρυπνίες του, οι νηστείες, οι κακουχίες και οι μοναχικοί αγώνες.
Οσο σκληρός και αν ήτο όλα μέτρησαν και άφησαν ανοιχτή τη θύρα του Θείου Ελέους για να βρουν παρρησία οι κόποι του υποτακτικού του, του Αγίου του αυτού υποτακτικού Πατρός Εφραίμ και σωρός οι χιλιάδες λειτουργίες και έτσι εσώθη.

Αυτός που έδωσε είκοσι εκατομμύρια σε έναν ιερέα για να τον μνημονεύει.
.. μα πάρα πολλά, ενα, δυο, τρία, πέντε εκατομμύρια, ας πούμε και τα πρόσφερε σε ένα ιερέα και του λέει:
- Να με μνημονεύεις, νέος ήταν ο ιερέας, μέχρι που να κοιμηθείς. Εγώ τώρα είμαι ζωντανός. Αύριο θα πεθάνω. Αυτά τα λεφτά είναι, πόσα είναι, πολλές οι μνημονεύσεις για όλα σου τα χρόνια. Πολλά
λεφτά, είκοσι εκατομμύρια, ας πούμε.
Τα πήρε ο ιερεύς, αφού τα έκανε προσφορά τόσο μεγάλη.
Βέβαια δεν τα έπαιρνε.
Με το ζόρι.
Τα έδωσε εκείνος.
- Δικαίωμά μου δεν είναι να δώσω όσα θέλω;
Τα πήρε.
Τι τα έκανε δεν ξέρω.
Σημασία έχει ότι σε ένα μήνα ο παπάς πέθανε.
Ο παππούλης εκοιμήθη.
- Α... πάνε τα είκοσι εκατομμύρια.
Πάει, λοιπόν, στον Δεσπότη.
- Δεσπότη μου, του λέει, είκοσι εκατομμύρια και πέθανε ο παπάς.
Αυτός, λέει, έκανε τις πολυκατοικίες του εκεί.
Ηταν ένας παλιοπαπάς, είκοσι εκατομμύρια.
Λέει:
- Τι λες, βρε παιδί μου. Λοιπόν, λέει, τώρα θα πάρουμε, λέει.. Καλά. Λοιπόν, πάμε, λέει, μια βόλτα στα υπόγεια εδώ της Μητροπόλεως. Εχουμε κάτι ντάρες, λέει, μεγάλες που ζυγίζαν τα τσουβάλια κτλ., τα κεριά, δεν ξέρω τι χρειαζόταν εκεί, να μαζέψουμε εδώ πέρα, του λέει, χρυσαφικά και ασήμι,
χρυσό και ασήμι και διαμάντια είκοσι εκατομμυρίων.
- Να μαζέψουμε.
Σιγά σιγά τα μάζεψαν.
Τα βάλαν πάνω στη ζυγαριά.
- Τώρα, λέει, θα κάνουμε μία Θεία Λειτουργία και θα μνημονεύσουμε το όνομά σου. Και θα πάρουμε, λέει, το ένα ψιχουλάκι. Μία Λειτουργία πρόσφορο να σου είχε κάνει αυτός; Πόσες σε ένα μήνα έκανε; Τέσσερις, ας πούμε, πέντε ή έξι. Δέκα, εντάξει δέκα ψιχουλάκια. Οσες θα είναι και οι μνημονεύσεις που σου έκανε.
Εκαναν τη Θεία Λειτουργία, πήραν τα δέκα ψιχουλάκια, τα έβαλε μέσα σε μία Αγία Λαβίδα, τα κατέβασαν στο υπόγειο, με το Δεσπότη μαζί και τα έβαλαν επάνω στη ντάρα. Ελα που η ζυγαριά έγυρε από το μέρος με τα ψίχουλα, με τα ψιχουλάκια.
Του λέει:
- Είδες που δεν φτάναν; Χρωστάς, λέει, και άλλα.
- Τι λες, Δεσπότη μου, του λέει. Τόσο μεγάλη αξία έχει αυτό, ατίμητη αξία;
- Ολα τα λεφτά του κόσμου, του λέει, δεν φτάνουν για μια μνημόνευση και εμείς την περιφρονούμε. Οπως περιφρόνησε ο άλλος που είπε για το αντίδωρο:
- Σιγά τα λάχανα είπε. Ξέχασα να σας το πω αυτό για το αντίδωρο προχθές, αυτός που αισθάνθηκε την πρόγευση, την ευωδία είπε μέσα του όταν του είπα εγώ ότι
Δεν θα πάρεις αντίδωρο μέχρι των Μυροφόρων.
Λέει:
Σιγά τα λάχανα.
Ετσι νομίζετε ότι είναι;







Πέμπτη, 14 Μαΐου 1992

25 β Τά Μυστήρια τής Εκκλησίας, Βάπτισμα, Χρίσμα, Μετάνια Ιερωσύνη, Γάμος, Ευχέλαιο. 14.5.1992

Ο Οσιος Αχμέτ

Λέει ο γέροντας για κάποιον νεομάρτυρα αυτές τις ημέρες ονόματι Αχμέτ.
Ηταν πέρυσι, στην Κωνσταντινούπολη, ένας κατώτερος βαθμός από τον πασά και ως γνωστόν, οι πλούσιοι εκεί οι αφεντάδες, οι άρχοντες των μουσουλμάνων και των Τούρκων είχαν και αρκετές
παλακίδες ο καθένας, από αυτές όπου άλλες τις έκλεβαν ή τις αγόραζαν, Ελληνίδες, Ρωσίδες, χριστιανές.
Σε μια από αυτές, σε μια Ρωσίδα παρατήρησε, ω του παραδόξου θαύματος, μερικές φορές
το στόμα της να ευωδιάζει πολύ, μα πάρα πολύ.
- Βρε, της λέει, τι έφαγες;
Λέει:
- Αφέντη, τίποτα.
- Πώς, πώς, για πες μου τι έφαγες;
- Ε, αν σου πω τι θυμάμαι. Τίποτα, λέει, νερό ήπια.
Ε, πέρασαν μερικές ημέρες. Το ξαναπρόσεξε, το ξαναπρόσεξε.
- Δεν γίνεται, λέει. Τώρα θα σε μυρίζω κάθε ημέρα.
Μια Κυριακή, λοιπόν, κατά τις 11 η ώρα, της μυρίζει το στόμα και διαπιστώνει
ότι ευωδίαζε πολύ το στόμα.
- Να, τώρα, της λέει, μυρίζει πάλι. Τι πήρες;
- Εχουμε μια γιαγιά εδώ σκλάβα, ελληνίδα χριστιανή και την αφήνεις να πηγαίνει στην εκκλησία.
Αυτή, λέει, τώρα που έρχεται από την εκκλησία τις Κυριακές μου φέρνει λίγο αντίδωρο, αυτό που δίνει ο χριστιανός παπάς στο τέλος.
Και μου φέρνει και εμένα ένα κομμάτι, μένω νηστική και το παίρνω τώρα.
- Αφεριμ, λέει, μα τέτοιο πράγμα; Για να το δω, λέει, και την άλλη Κυριακή.
Και πράγματι και την άλλη Κυριακή το στόμα της ευωδίαζε και η ευωδία αυτή κρατούσε όλην την ημέρα.
- Θα φάω και εγώ, λέει. Να πάω και εγώ να πάρω
- Δεν μπορείς εσύ, λέει. Εσύ είσαι μουσουλμάνος. Πώς θα πας;
- Θα αγοράσω, λέει, χριστιανικά ρούχα ελληνικά. Πες μου, λέει, τι θα κάνω όταν θα μπω και θα πάω και εγώ μαζί.
Τον κατατόπισε, λοιπόν, η Ρωσίδα.
- Και δεν θα πάω, λέει, Κυριακή. Θα μου πεις εσύ μια ημέρα που είναι καθημερινή αλλά που λειτουργείτε εσείς οι χριστιανοί.
Μια μέρα μιας κάποιας καθημερινής γιορτής, του είπε, λοιπόν, ότι θα λειτουργούσε η εκκλησία.
Το μάθαινε αυτό από τη γιαγιά.
Και πράγματι, λοιπόν, πήγε στην εκκλησία.
Μπροστά του ήταν κάποιος χριστιανός περασμένης κάπως ηλικίας, είχε μπει στο ναό.
Τον έβλεπε τι έκανε.
Πήρε κεράκι. Τι έκανε; Το άναψε.
Εβαλε το γρόσι στο παγκάρι εκεί.
Αναψε το κεράκι.
Φίλησε τις εικόνες.
Εκανε το ίδιο.
Εκανε το σταυρό του.
Εκανε το σταυρό του και αυτός κατά τον ίδιο τρόπο.
Και κάθησε δεξιά σε μια γωνία.
Και έβλεπε τα ιερουργούμενα, άκουγε τους ψάλτες.
- Αφερίμ, λέει. Αυτός ο γέρος, τι φωνή ωραία που έχει! Μπα, πα ,πα...Εμείς, λέει, τόσοι χοτζάδες, τόσοι μπέηδες..τίποτε. Και νομίζεις, λέει ότι ένας ψάλλει πολλοί μαζί, πώς γίνεται αυτό; Πώς το φτιάχνουν;
Στη Μεγάλη Είσοδο γούρλωσε τα μάτια του.
Ο ιερεύς... Πετούσε.
Τον έβλεπε ένα μέτρο πάνω από το έδαφος.
- Πω,πω,πω.. Οι άλλοι, βέβαια, δεν έκαναν τίποτα.
Θαύμασε, απόρησε ο Αχμέτ.
Οταν τελείωσαν τα ιερουργικά βγαίνει ο ιερεύς και λέει :
- Ειρήνη πάσι. Αγαπήσωμεν αλλήλους ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν.
Και μπαίνει μέσα και
- Τας θύρας, τας θύρας. διά να ακουστεί το Σύμβολο της Πίστεως.
Οταν είπε Ειρήνη πάσι και έκανε .. από τα χέρια του είδε να βγαίνουν φλόγες και ακτίνες σαν αστραπές οι οποίες πήγαν στους λιγοστούς χριστιανούς που ήταν μέσα στην εκκλησία. Και πήγε στα κεφάλια τους, σε ολονών, τους έλαμψε, τους έλουσε, τους φώτισε μέσα εκτός από αυτόν.
- Σε μένα, λέει, δεν ήλθε.
Μετά ξαναβγήκε πάλι ο ιερεύς με τον Αέρα και είπε:
- Είη μετά πάντων ημών.
Το ίδιο πάλι.
Πάλι από το σταυρωμένο χέρι μέσα από τον Αέρα ή από τα δάχτυλα πάλι ακτίνες, πάλι πλημμύρισαν και κατέβησαν στους παρευρισκομένους και ειδικότερα δε στις κεφαλές τους και στις καρδιές τους.
Τρίτη φορά έχουμε ένα Ειρήνη πάσι μετά το Πάτερ ημών.
Οτι Σου εστίν η Βασιλεία,λέει,
Ειρήνη πάσι
Τας κεφαλάς ημών τω Κυρίω κλίνομεν.
Και εκεί το ίδιο.
Ηρθε η ώρα της Αγίας Κοινωνίας.
Ο χριστιανός που είχαν μπει μαζί και ήταν ένα βήμα μπροστά του πήγε αυτός να κοινωνήσει και τον βλέπει, λοιπόν, όλον μέσα σε ένα φως υπερκόσμιο, άυλο, ο χώρος έγινε πολύ διαφορετικός.
Ο άνθρωπος σαν να πετούσε.
Το θαύμαζε.
Γέμισε η ίδια ευωδία το ναό που μύρισε από το στόμα της Ρωσίδας χριστιανής.
Βγήκε ο ιερεύς να κάνει Απόλυση.
Στέκεται στη μέση του ναού, και λεέι:
-Εγώ είμαι Τούρκος, παπά μου, παπα-εφέντη. Θέλω τώρα να γίνω χριστιανός. Θέλω τώρα να γίνω
χριστιανός, τώρα αυτή τη στιγμή. Ομολογώ ότι είμαι χριστιανός. Την κολυμβήθρα γρήγορα. Τρέχουν οι χριστιανοί. Ορίστε την κολυμβήθρα. Κατήχηση, Βάπτισμα. Και γίνεται κρυπτοχριστιανός.
Και όταν ήθελε να πάει στην εκκλησία, πήγαινε σε μακρινή εκκλησία, ντυνόταν με τα ρούχα των χριστιανών της Κωνσταντινουπόλεως και πήγαινε στην εκκλησία.
Πήγε και μια φορά στο Πατριαρχείο.
Κάποτε, εκείνη τη χρονιά, το 1682, έγινε μια μεγάλη σύσκεψις των μπέηδων και των πασάδων για θέματα διοικητικά και συγχρόνως θρησκευτικά για να τονίσουν τι είναι αυτό που θα κάνει πιο δυνατή την πίστη.
Και σηκώνεται, λοιπόν, ο Αχμέτ στην μέση εκεί της μεγάλης αυτής συνελεύσεως των πασάδων
και των μπέηδων και των άλλων αρχόντων της τουρκικής αυλής και της Πόλεως και λέει:
- Αυτό που κάνει δυνατή την πίστη είναι μόνο η πίστις των χριστιανών. Και εγώ είμαι χριστιανός.
Και το ομολογώ αυτή τη στιγμή.
Ηταν 3η Μαϊου, εκείνη την ημέρα, εκείνη την ώρα τον αποκεφάλισαν, 3 Μαίου 1682, του νεομάρτυρος Αχμέτ.
Πώς τον έβγαλε ο ιερεύς δεν ξέρω.

Γιατί σας την είπα αυτήν την ιστορία.
Δευτέρα πρωί εξομολογούσα. Και αυτόν που είδα προτελευταίον, περίπου, μου διηγήθηκε κάτι αληθινό.
Είχε έρθει εδώ κάποια Μεγάλη Σαρακοστή να εξομολογηθεί, συγχωρέστε με βέβαια, έπρεπε να επιβάλω κάποιον κανόνα.
Οταν θα τον ακούσετε θα πείτε ότι είναι λίγο αυστηρός αλλά έπρεπε, δεν γνωρίζετε τι εξωμολογήθη. Του είπα, λοιπόν, όχι μόνο δεν θα κοινωνήσει αλλά δεν θα πάρει ούτε αντίδωρο μέχρι την Κυριακή των Μυροφόρων, δηλαδή προχθές.
Ηρθε την Κυριακή των Μυροφόρων με την οικογένεια.
Δεν κάθεται εδώ κοντά, μακριά κάθεται με την οικογένειαν του.
Λέγαμε θέλομε ένα χαρμόσυνο γεγονός και δεν πήρε κανένας σας είδηση τι έγινε.
Αυτός πήρε αντίδωρο.
Μόλις το έφαγε το αντίδωρο γέμισε το στόμα του ευωδία, πολλή ευωδία, κόντευε να τον πνίξει, τα ψίχουλα, δεν μπορούσε να αναπνεύσει.
Ετρεξε γρήγορα έξω, δεν ξέρω και αν τον πήρε είδηση και ο .., πήγε εκεί νερό γύρευε, σηκώνεται γρήγορα γρήγορα φεύγει χωρίς να πάρει μαζί του την οικογένεια και πήγε σπίτι του.
Πάει αργότερα η οικογένεια.
Αυτά μου τα διηγείται Δευτέρα μεσημέρι εδώ γύρω στις 1.
Ερχεται η οικογένεια λοιπόν.
Μόλις μπαίνει η σύζυγος μέσα και τον αντικρύζει τον πιάνει από τα μούτρα, που λένε.
- Βρε, του λέει, ακόμα δεν έφυγες από την εκκλησία. Τι μου αρωματίσθηκες; Μου 'βαλες αρώματα μπόλικα πάνω σου. Τι χάλια είναι αυτά; του λέει. Τώρα δεν πήγαμε στην εκκλησία;
- Βρε λέει, εγώ αρώματα έβαλα;
- Ναι, λέει. Ακόμα δεν μπήκαμε. Ολο το σπίτι μύρισε, λέει. Πώς; Ολες τις κολώνιες άδειασες από το σπίτι;
Τρέξαν, λοιπόν, τα παιδιά, εκεί πέρα.
Ανακάτεψαν τα συρτάρια, βρήκαν τις κολώνιες.
Λέει:
- Εντάξει είναι οι κολώνιες.
Πλησίασε η γυναίκα του να του μυρίσει τα ρούχα.
Μύριζε.
Τον πλησίασε αυτόν στο πρόσωπο, μύριζε το πρόσωπο.
Απομακρυνόταν, η μυρωδιά πιο μεγάλη.
Πήγαινε, πιο μικρή.
Ως εγύρισε, λοιπόν, το εδιηγείτο το γεγονός και ευχαριστούσε τον Πανάγιον Θεόν και φώναξε γονατιστός ότι Οντως η πίστης μας είναι Αληθινή και δυνατή και παντοδύναμη και θαυματουργός και σώζουσα.
Εχουμε πίστη αληθινή, ζωντανή αλλά δεν το έχουμε πάρει είδηση ακόμη.
Και έτσι μου έδωσε μια ο διάβολος ύστερα, με έπιασε ένας πόνος δυνατός και γνωστά είναι τα υπόλοιπα.
Και όταν πήγα λοιπόν σπίτι και αφού συνήλθα λίγο ήταν ένα βιβλίο ανοιχτό, κάτι έψαχνα να
βρω για σημειώσεις, και βλέπω επάνω ακριβώς εκεί ανοιχτή τη βιογραφία του νεομάρτυρος Αγίου Αχμέτ, δηλαδή σας το είπα πιο μπροστά για να επιβεβαιώσω το δεύτερο αλλά το δεύτερο
επιβεβαίωσε το πρώτο.
Το γεγονός που έγινε προχθές επιβεβαίωσε ένα μαρτυρικό γεγονός που έγινε το 1682.

Περουβιανός μοναχός

Εχουμε ένα παράδειγμα από έναν Περουβιανό μοναχό, τον πατέρα Συμεών, που το κελλάκι του τώρα τελευταία το έχει κοντά στον πατέρα Παϊσιο, όσοι από σας πάτε στο Αγιον Ορος μπορείτε να τον
επισκεφθείτε να σας τα διηγηθεί τα γεγονότα με το ίδιο του το στόμα, όπως τα άκουσα και εγώ από άλλους, όχι από τον ίδιο, από άλλους που τον άκουσαν αυτοπροσώπως.
Οταν ήταν μικρός η μητέρα του στο Περού του έλεγε:
- Εσύ όταν θα μεγαλώσεις θα φορέσεις μαύρα. Δεν ξέρω τι θα είναι αυτά τα μαύρα. Και θα ζήσεις σε ένα μέρος που δεν θα είναι νησί και όμως μόνο με βάρκα θα πηγαίνεις εκεί.
Μεγάλωσε, νέος σπούδασε, παληκάρι, 25, 27 χρονών, γύριζε όλον τον κόσμο.
Ητανε παπικός, φραγκολεβαντίνος.
Πήγε και στο Παρίσι.
Στο Παρίσι γνωρίζει έναν ορθόδοξο μοναχό, προσελκύεται στην ορθοδοξία και βαφτίζεται.
Σαν πρώτο ταξίδι, λοιπόν, του είπαν ότι πρέπει να γνωρίσει την πηγή της ορθοδοξίας και βρέθηκε
στο Αγιον Ορος.
Εκεί γίνεται μοναχός και είναι μέχρι τώρα με το όνομα πατήρ Συμεών.
Υστερα από αρκετά χρόνια, από 5, πόσα ήταν; 7, δεν ξέρω, πήγε στην πατρίδα του στο Περού. Κατήχησε και βάπτισε τη μητέρα του σε μια λίμνη εκεί στο Περού.
Τρεις φορές την έπιασε, την βούτηξε μές στο νερό και τη σήκωσε.
Στην τρίτη κατάδυση, όταν ανέβηκε επάνω, σηκώθηκε η μητέρα του ψηλά, φορούσε έναν ωραιότατο λευκό χιτώνα, έμεινα για μια στιγμή ακίνητη και ύστερα έπεσε κάτω και λυποθύμησε.
Τα αδέλφια του που δεν είχαν αλλάξει το ξερό τους το κεφάλι ορμησαν να τον λιντσάρουν.
Νόμισαν ότι τη μάνα τους την έπνιξε ο αδελφός τους ο καλόγερος.
Μόλις όμως πλησίασαν κοντά άρχισε να σηκώνεται η γυναίκα και είπε τα εξής:
Μετά την τρίτη κατάδυση και ανάδυση, όταν σηκώθηκε, άστραψε όλος ο τόπος και γέμισε όλος φως,
υπέρλαμπρη φωτοχυσία.
Αυτό το φως την έντυσε, λέει, με ενδύματα φωτεινά, ολόχαρα, ολοφώτεινα, ολόλαμπρα.
Αυτό το φως μπήκε και μέσα της, την πλημμύρισε, ολόκληρη την πλημμύρισε, την έπνιξε, την κατέτρωγε, την εξαϋλωσε.
Μέσα της και έξω της έγινε κυριολεκτικά φωτοφόρος.
Ηταν τόσο δυνατό το φως και τόσο δυνατή η συγκίνησις που την πλημμύρισε από αυτήν την πλημμυρίδα της φωτοχύσεως που δεν άντεξε και λυποθύμησε.
Αυτό δεν θα το ξεχάσει ποτέ, όπως δεν θα το ξεχάσει βέβαια και ο πατήρ Συμεών.
Να πάτε να σας τα διηγηθεί ο ίδιος.
Αυτά γίνονται στο μυστήριο του Αγίου Βαπτίσματος.
Αυτά γίνονται.

Περί ιεροσύνης - Ο Σέρβος βασιλιάς

Κάποτε ένας βασιλιάς, ο Σέρβος βασιλιάς Μήλος, όταν ήταν ηλικίας περίπου 80 ετών, πήγε μια Κυριακή να λειτουργηθεί στο παρεκκλήσιο των ανακτόρων της Σερβίας.
Ο παππούλης, μεγάλος στην ηλικία, έλειπε, ήταν άρρωστος και λειτουργούσε ένας νέος ιερεύς,
πολύ νέος, 30 ετών.
Λειτούργησε, τελείωσε και μοίρασε το αντίδωρο.
Οταν προσήλθε ο βασιλεύς να πάρει το αντίδωρο, άπλωσε το χέρι να το δώσει ο ιερεύς ο νέος και το τράβηξε το χέρι. Τότε ο γέρο βασιλιάς τον κοίταξε αυστηρά και του είπε:
- Δόσε μου το χέρι σου. Δεν φιλάω το δικό σου χέρι, Πάτερ μου. Την ιεροσύνη σου ασπάζομαι, την ιεροσύνη του Χριστού προσκυνώ που είναι πιο μεγάλη και από μένα και από σένα.
Αυτή η ιστορία είναι αληθινή.
Αυτή η ιστορία τα λέει όλα.
Ο γέρο βασιλιάς Μήλος ο Σέρβος μίλησε θεόπνευστα εκείνη τη στιγμή και τα είπε όλα.
Και του πιο αναξίου και του πιο νέου ιερέως θα φιλάτε το χέρι, φιλάτε το χέρι του Χριστού.






Πέμπτη, 7 Μαΐου 1992

24 β Πιστεύω Εις Μίαν, Αγίαν Καθολικήν καί Αποστολικήν Εκκλησίαν. 7.5.1992

Η νεοβαπτισθείσα

Την Μεγάλη Παρασκευή, πριν από την Ακολουθία ήρθε μια Βοριοηπειρώτισσα, περίπου ήταν 19 ετών για να εξομολογηθεί.
Αυτή κοινώνησε και είχε βαπτισθεί το Νοέμβριο μήνα, πριν από τα Χριστούγεννα, εκεί αρχάς Δεκεμβρίου.
Της είπαν, λοιπόν, της είπε η νονά της ότι για να κοινωνήσεις τώρα το Πάσχα, πρέπει να
εξομολογηθείς!
Kαι τι είναι αυτό; Δεν ήξερε.
Την έφεραν εδώ, τη ρώτησα, λοιπόν, πως αισθάνθηκες το Αγιον Βάπτισμα;
Μου λέει ότι μόλις βγήκα από την κολυμβήθρα άστραψε ο τόπος και γέμισε από ένα φως λευκό, πανάλευκο.
Δεν τα έλεγε έτσι γιατί και οι λέξεις που χρησιμοποιούσε ήταν πολύ σπασμένες ελληνικές αλλά φρόντισα και τη βοηθούσα και επιβεβαίωνε αυτό που έλεγα ότι όντως αυτό ήταν φως αστραφτερό, πολύ λαμπρό και γέμισε όλο το ναό.
Δεν ξέρει από πού ξεπήδησε, από πού βγήκε αλλά μόλις βγήκε από την κολυμβήθρα.
Και μου είπε και το εξής θαυμαστό:
Ο ιερεύς πήρε τα ρούχα από μέσα κάτι τα έκανε, λέει, πάνω στην κολυμβήθρα και κάτι είπε και ύστερα έψαλλε και κάτι.
Λέει:
- Μπορείτε να μου πείτε τι ακριβώς ήταν;
Λέω:
- Υπενδύεται η δούλη του Θεού στο ονομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος,
και ύστερα λέω έψαλλε κάτι:
- Χιτών αντιπαράσχου φωτεινόν ο αναβαλλόμενος φως εις ιμάτιον.
- Τι; Τότε εγώ μέσα μου είπα: Μα αυτό εδώ τώρα το φόρεσα. Ενα φόρεμα ολόλευκο που την κάλυψε ολόκληρη, φως πανάλευκο που έγινε και χιτώνας φωτεινός.

Ο αββάς Αγάθωνας

Τι έγινε με τον αββά Αγάθωνα;
Πάνε, λέει, μια φορά για να τον πειράξουν.
- Αββά σε κατηγορούν ότι είσαι κλέφτης.
- Ε, είμαι, είμαι, κλέβω.
- Ναι, αλλά σε κατηγορούν, όμως, ότι είσαι και σκληρός, ότι είσαι ψεύτης, ότι είσαι υπερήφανος.
- Είμαι, ο πατέρας, είμαι, είμαι. Τέτοιος είμαι και χειρότερος είμαι.
- Ναι, αλλά σε κατηγορούν όμως ότι είσαι και πόρνος. Κατεβαίνεις κάτω στην Αλεξάνδρεια για να πουλήσεις τα πανέρια και ύστερα πας, τα λεφτά τα τρως με κακές γυναίκες.
- Είμαι, είμαι, Πατέρες, τέτοιος είμαι και χειρότερος. Κάντε μου ευχή να με συγχωρέσει ο Θεός.
- Σε κατηγορούν όμως ότι είσαι και αιρετικός.
- Α, αιρετικός δεν είμαι. Αμαρτωλός είμαι, παλιάνθρωπος είμαι, πόρνος είμαι, ότι θέλετε είμαι, αιρετικός δεν είμαι.

Νομίζω ότι αυτό μόνον λέει πολλά.

Το πετραχείλι που δεν καιγόταν

Κάποτε, πριν από χρόνια, ένας παπικός πήγε στο Αγιον Ορος και ήρθε σε μίαλεκτική διαμάχη για το ποιος έχει δίκιο.
Αλλά ου με πείσεις καν με πείσεις, όπως γίνεται με κάθε φανατισμένο.
Τα χωρία τα οποία απέδειξε ο ιερεύς ιερομόναχος ήταν ατράνταχτα, δείχνοντας τη διαδοχή και την ανόθευτη τήρηση της διδασκαλίας από την εποχή των Αποστόλων μέχρι και των ημερών μας.
Θύμωσε αυτός, νευρίασε λοιπόν και λέει:
- Για να αποδείξουμε ποιος έχει δίκιο να ανάψουμε μια φωτιά και να μπούμε μέσα, να δούμε ποιος
θα καεί.
Η απάντησις βέβαια του ιερομονάχου, του ορθοδόξου ιερέως και ιερομονάχου, του Αγιορείτου, ήτο ότι:
- Ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου αλλά αφού το θέλεις δεν θα σου χαλάσουμε το χατήρι.
Ανάβουν μια φωτιά αλλά ο παπικός δείλιασε γιατί το είπε έτσι επίτηδες, φαίνεται μην τυχόν και ετρόμαζε ο ορθόδοξος μπροστά στην πυρά εκείνη τη μεγάλη.
Και υπαναχώρησε βέβαια και θέλησε να φύγει ντροπιασμένος.
- Στάσου, του λέει, ένα λεπτό. Κοίταξε να δεις.
Και τι έκανε;
- Χριστέ μου, λέει, δείξε του την αλήθεια.
Και δεν μπήκε μέσα στη φωτιά.
Εβγαλε το πετραχείλι του και το πέταξε μέσα στη φωτιά.
Η φωτιά έκαιγε για δύο ώρες και το πετραχείλι ακέραιο.




Πέμπτη, 9 Απριλίου 1992

23 β Η Θεία Χάρις. 9.4.1992

Εξομολόγηση στον Πατέρα Ιερώνυμο το Σιμωνοπετρίτη.

Πριν από σαράντα, πενήντα χρόνια περίπου, κάποιος χριστιανός πήγε ένα πρωί να εξομολογηθεί στον Πατέρα Ιερώνυμο τον Γεροσιμωνοπετρίτη και εξομολογήτο δε για πρώτη φορά.
Την ώρα που πήγε ο πατήρ Ιερώνυμος λειτουργούσε στο ναό της Αναλήψεως.
Ηταν πολύ πρωί και ο ναός εφωτίζετο μόνο από τα καντηλάκια και από λίγα κεριά.
Στάθηκε σε μια γωνιά και περίμενε, παρακολουθώντας συγχρόνως και τη θεία λειτουργία.
Κάθε τόσο έλεγε έκπληκτος:
- Πω, πω , πω ...
Και ύστερα από λίγο
- Πω, πω , Θεέ μου, τί είναι αυτό;
Οταν τελείωσε η θεία λειτουργία ο Πατήρ Ιερώνυμος τον δέχθηκε στο εξομολογητήριο.
Ο χριστιανός, όμως, τον παρατηρούσε περίεργα.
Αρχισε μάλιστα να τον περιεργάζεται.
Τον κοιτούσε δεξιά, τον κοιτούσε αριστερά, πάνω, κάτω, σηκώθηκε, τον έβλεπε και από τα πλάγια.
- Μπα, περίεργο είναι.
Σε μια στιγμή του λέει:
- Παππούλη, δε βγάζεις λίγο και το σκουφί σου;
Ο Πατήρ Ιερώνυμος του έκανε το χατήρι και έβγαλε το σκουφάκι του.
Και άρχισε λοιπόν να περιεργάζεται και το γυμνό του κεφαλάκι.
Τότε ο ιερεύς του λέγει:
-Τι συμβαίνει, βρε παιδάκι μου; Τι κοιτάζεις τόσο περίεργα; Για πες μου και μένα.
Και αυτός απάντησε:
- Να, όταν λειτουργούσες, είχες γύρω σου πολύ φως, μα πολύ πολύ φως και πιο πολύ γύρω από το κεφάλι σου και έψαχνα να βρω πού έχεις κρυμμένο το φαναράκι, το φακό που έβγαζε τόσο φως.
- Αυτό, παιδάκι μου, δεν είναι φως που βγάζουν τα φαναράκια. Αυτό το φως λέγεται θεία Χάρις.
- Βρε, βρε, και δε μου δίνεις και εμένα λίγο για να μην τρέχω για τις λάμπες και τα δαδιά;
- Θα σου δώσει ο Θεός αν κάμεις ότι σου πω, αφού πρώτα πεις τα κρίματά σου, ήταν η απάντησις του Πατρός Ιερωνύμου.
Και έτσι άρχισε, συνεχίζεται και τελείωσε η εξομολόγησις του αγαθού και απλού εκείνου χριστιανού. Είναι αληθινό αυτό το γεγονός και αναφέρεται στη ζωή του μεγάλου αυτού πνευματικού της Αναλήψεως, του Πατρός Ιερωνύμου του Σιμωνοπετρίτου.

Πέμπτη, 2 Απριλίου 1992

22 Τό Αγιον Πνευμα. 2.4.1992

Αυτός που ήθελε να σωθεί

Ενας, λέει, θέλησε κάποτε να σωθεί. Ρωτούσε:
- Πώς θα σωθώ;
Του έλεγαν διάφορα εκεί.
Τελικά κάποιος του είπε:
- Να, λέει, πήγαινε σε αυτό το μοναστήρι και πες τους ότι θέλω να σωθώ και να με αφήσετε κλεισμένον μέσα στην εκκλησία. Και έτσι θα σωθείς.
- Θα σωθώ; λέει.
- Ναί. Τσομπάνος ήταν, ποιμένας αυτός. Πήγε λοιπόν, χτύπησε την πόρτα της μονής. Βγήκε ένας μοναχός. Του λέει:
- Τι θέλεις;
Λέει:
- Ηρθα, λέει, για να σωθώ και να με κλείσετε στη δεύτερα εκκλησιά.
- Αει, βρε χαζέ, του λέει, φύγε από δω πέρα.
Πήγε στην άλλη πόρτα, χτύπησε από εκεί, τα ίδια.
Πήγε στην τρίτη πόρτα.
Τον άκουσε με προσοχή ο τρίτος μοναχός.
Πάει το λέει στον ηγούμενο.
- Τι λές, λέει, έτσι είναι; λέει
- Φέρε τον εδώ.
- Τι θέλεις άνθρωπέ μου;
- Ηρθα, λέει, να σωθώ.
Θέλω να σωθώ και μου είπαν, λέει, ότι θα σωθώ αν με κλείσετε μέσα σε μία εκκλησία.
- Εντάξει, να σε βάλομε μέσα στην εκκλησία. Θα έρθεις εδώ, θα σου φέρνομε και το φαγάκι σου να
τρως.
- Καλά, λέει, εγώ θα τρώω αλλά Αυτός εδώ γιατί Τον έχετε εκεί πέρα έτσι, λέει, καρφωμένο και δεμένο εκεί πέρα πάνω;
- Α, αυτός λέει, είναι άλλος αμαρτωλός.
Τι να του πει τώρα;
- Μεγάλος αμαρτωλός, λέει. Τον έχουμε εκεί πέρα τιμωρημένο.
- Τι λές, λέει. Βρε το φουκαρά, λέει. Πα πα πα... Εκατσε μες την εκκλησία, λοιπόν. Ε, δεν ήξερε τι να κάνει.
- Πάρε, λέει, εδώ ένα ξεσκονόπανο και ξεσκόνιζε την εκκλησία και ησχολείτο με αυτό.
Το μεσημέρι, λοιπόν, του έφεραν το φαγάκι του.
Το έβαλε σε μια καρεκλίτσα εκεί, πήρε και ένα σκαμνάκι να καθήσει να φάει.
Κάθε τόσο κοίταζε τον Εσταυρωμένο.
Λέει:
- Βρε, λέει, Εσύ τώρα όπως και να είσαι εκεί πέρα, όσο και κακούργος να είσαι και να σε έχουν τιμωρημένο να τρώω εγώ και να μην τρώς Εσύ δεν γίνεται.
Ετρωγε δυο μπουκιες δεν του κατέβαιναν παρακάτω.
Ου, έκανε ο καημένος.
Λέει:
- Δεν κατεβαίνεις κάτω να φάμε μαζί αυτό το λίγο που μου έφεραν εδώ;
Κατεβάζει τας χείρας και κατέρχεται και κάθεται εκεί στην καρεκλίτσα και συνομιλεί μαζί του.
Του λέει:
- Γιατί ήρθες εδώ;
- Ηρθα για να σωθώ, να πάω στον Ουρανό, στην πατρίδα την Ουράνια, τη μεγάλη, την ωραία.
- Θα πάμε μαζί.
- Πώς θα πάμε μαζί; Του λέει. Εσύ εκεί πέρα κρεμασμένο σε έχουν. Με το ζόρι εδώ πέρα σε έχουν. Από μένα τρως. Εσύ θα με πάρεις εκεί;
Απλή ιστορία, την οποία βέβαια ήκουσαν οι μοναχοί να κουβεντιάζει και απόρησαν με ποιον ομιλεί. Θα είπαν σαλός είναι μοναχός του ομιλεί.
Μια μέρα, δυο, τρεις, πέντε δέκα, αυτό το πράγμα, περίεργος ο ηγούμενος ανεβαίνει από ένα παράθυρο να κοιτάξει κάτω.
Εβλεπε ότι με κάποιον συζητάει αλλά έβλεπε μόνο τα οπίσθια του συνομιλητού.
- Με ποιον να ομιλεί αυτός;
Τον φωνάζει, λοιπόν, στο κελλάκι του, στο ηγουμενείο και του λέει:
- Με ποιον μιλείς;
- Να, λέει, με εκείνον εκεί τον κακούργο που Τον είχατε εκεί πέρα.
Ερχόμαστε, λέει, και τρώμε το φαγάκι μαζί.
- Και τι σου λέει; Τι συζητάτε;
- Α, μου λέει για τον Παράδεισο, για τον Ουρανό, για τους Αγγέλους. Οτι υπάρχει φως, υπάρχει
χαρά.
- Και τι σου λέει; Θα σε πάρει μαζί Του;
- Βεβαίως, λέει.
- Δεν Του λες, λέει, να με πάρει και εμένα;
Να τα μυστήρια του Θεού πού αποκαλύπτονται: στις απλές καρδιές.
Πρέπει να τα γνωρίζουμε, πρέπει να τα μελετάμε, πρέπει να παρακολουθούμε τον Λόγον του Θεού εν αφελώτητι καρδία, με απλότητα και τότε ο Θεός αυτά που δεν καταλαβαίνουμε θα τα νιώσουμε, θα τα ζήσουμε.
Και ότι μας αποκαλύψει ο Θεός μέσα στην καρδιά, είδατε τα ομολόγησε αμέσως, εν συνεχεία από το στόμα και εν συνεχεία βέβαια ακολουθούν τα έργα της ζωής μας, που σφραγίζουν αυτήν την πίστη
και την αποκάλυψη της καρδιάς.

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 1992

21 β Τό Τριπλούν Αξίωμα Τού Κυρίου. Μέρος 2ον. τό Βασιλικόν. 26.3.1992

Ο Πατήρ Θεοδώρητος και οι νεκροί

Το Μοναστήρι του Αγίου Παύλου πριν από πολλά χρόνια έκανε Ανάσταση το βράδυ και όλοι μαζί οι Πατέρες με τις λαμπάδες αναμμένες ψάλλουν τον επινίκιον ύμνον Χριστός Ανέστη εκ νεκρών
θανάτω θάνατον πατήσας και της εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος.
Λέγει λοιπόν σε έναν παρευρισκόμενο μοναχό ο ηγούμενος της μονής στον Πατέρα Θεοδώρητο:
- Πήγαινε να πεις εκεί στους δικούς μας τους κεκοιμημένους στο οστεοφυλάκιο το χαρμόσυνο μήνυμα, το Χριστός Ανέστη.
- Να είναι ευλογημένο.
Και πηγαίνει χαρούμενος και μπαίνει μέσα στο οστεοφυλάκιο και φωνάζει στους νεκρούς:
- Χριστός Ανέστη!
Και ένα μέτρο πάνω όλα τα κόκκαλα.
Και οι κεφαλές και τα πάντα.
Ενας απλός μοναχός.
Εχουμε ζωντανή πίστη που και νεκρούς ανασταίνει αλλά εμείς δεν έχουμε πίστη.

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 1992

20 β Τό Τριπλούν Αξίωμα Τού Κυρίου. Μέρος 1ον. τό προφητικόν καί τό αρχιερατικόν. 19.3.1992

Τα αγρίμια

Ενα βράδυ σε ένα μοναστήρι πέρασε ο ηγούμενος από τα κελλιά.
Βρήκε κάποιο μοναχό και τον ρώτησε πώς πέρασε την ημέρα του.
- Ε, όπως όλες δι'ευχών σας, Αγιε Καθηγούμενε. Είχα παρά πολλή δουλειά, μα πάρα πολλή δουλειά και πρέπει να φροντίζω ένα σωρό ζωντανά. Ο Ηγούμενος δεν ήξερε τι διακόνημα έκανε ο Πατήρ
Νεόφυτος.
- Κάθε μέρα, λέει, πρέπει να φυλάγω δύο γεράκια, να συγκρατώ δυο ζαρκάδια, να γυμνάζω δυο κυνηγετικούς σκύλους, να κυνηγάω ένα φίδι, να δαμάζω μια αρκούδα, να περιποιούμαι έναν
άρρωστο. Και δεν θα κατάφερνα τίποτα από όλα αυτά αν δε με βοηθούσε τόσο αποτελεσματικά ο Αρχιερέας.
- Τι είναι αυτά που λέες τώρα εδώ πέρα; Τι ζώα και ζωντόβολα μου λες, ζουρλάθηκες; Τέτοια πράγματα έχουμε εδώ; Και πού τον βρήκες και τον Δεσπότη;
- Και όμως όλα αυτά έγιναν και γίνονται κάθε μέρα, Αγιε Γέροντα. Τα δυο γεράκια είναι τα μάτια μου που πρέπει αδιάκοπα να τα προσέχω γιατί μύρια δυο κακά από τα μάτια μας. Τα δυο ζαρκάδια
είναι τα πόδια μου που το βάδισμά τους πρέπει να το κανονίζω κατά τέτοιον τρόπο ώστε να με διακρίνει σύνεση αν δε θέλω να με οδηγούν στο δρόμο της αμαρτίας. Τα δυο κυνηγετικά σκυλιά είναι τα χέρια μου που οφείλω να τα υποχρεώνω να εργάζονται τις διακονίες που μου αναθέτετε εδώ αλλά και το καλό και για μένα και χάριν του συνόλου. Το φίδι είναι η γλώσσα μου που πρέπει να
χαλιναγωγείται, να μη μιλάει άσκοπα, να μη χύνει δηλητήριο εναντίον των αδελφών, να μην κουτσομπολεύει, να μην κατακρίνει, να μη γογγύζει. Αρκούδα είναι η καρδιά μου που πρέπει να της
δαμάζω τον εγωισμό και την κενοδοξία. Αρρωστος είναι το σώμα μου και έχω υποχρέωση διαρκώς να το προσέχω για να μην προσβληθεί από τη διαστροφή της επιθυμίας και γίνει έτσι ασθενές και
φιλήδονο.
- Καλά είναι όλα αυτά αλλά Δεσπότης ποιος είναι;
- Δεσπότης είναι ο Αρχιερέας Χριστός που με το Πανάγιο Αίμα Του κάθε μέρα, σημαίνει ότι κοινωνούσε κάθε μέρα, με δυναμώνει για να μπορέσω να τα δαμάσω όλα αυτά τα άγρια θηρία που έχω μέσα μου.

Ο Μελχισεδέκ

Ο Μελχισεδέκ παρουσιάζεται στην Αγία Γραφή σαν τύπος και σύμβολο του Χριστού.
Δεν γίνεται τύπος κατά την τάξη του Αρχιερέως Ααρών αλλά κατά την τάξη Μελχισεδέκ.
Ποιος ήταν αυτός ο Μελχισεδέκ;
Την ύπαρξή του την καλύπται πολύ μυστήριο.
Από τη γενεαλογία και τους απογόνους του δεν ξέρομε τίποτα.
Ούτε την ιστορία του γνωρίζουμε, ούτε τη δράση του, ούτε πότε γεννήθηκε, ούτε πότε
πέθανε.
Παρουσιάζεται έτσι έκτακτα, ξαφνικά, χωρίς να τον συνδέει η Αγία Γραφή με κανένα έθνος και με καμμιά φυλή. Λέει:
"Απάτωρ, αμήτωρ, αγενεολόγητος", Προς Εβραίους Επιστολή Ζ3.
Το μόνο που μας λέγει είναι ότι ήτο βασιλιάς της Σαλήμ.
Επιστρέφοντας ο Αβραάμ νικητής από τον πόλεμο που είχε κάνει εναντίον των 5 βασιλέων για να απελευθερώσει τον ανηψιό του Λώτ, αυτός ο νικητής Αβραάμ έσκυψε και προσκύνησε τον Μελχισεδέκ, έξω από την πόλη αυτή, τη Σαλήμ και μάλιστα του πρόσφερε και δώρα.
Και εκείνος αφού ευλόγησε τον Αβραάμ πρόσφερε θυσίαν άρτον και οίνον.
Αυτά αναφέρονται στο 14ο Κεφάλαιο της Γενέσεως.
Οι πληροφορίες λίγες αλλά πολύτιμες.
1. Το όνομά του είναι συμβολικό. Μελχισεδέκ θα πει βασιλεύς δικαιοσύνης (Προς Εβραίους
Ζ2).
2. Βασίλευε στην πόλη Σαλήμ, στη μετέπειτα Ιερουσαλήμ. Σαλήμ θα πει ειρήνη (Ζ2).
3. Ευλόγησε τον Αβραάμ από τον οποίο θα προήρχετο η φυλή των Λευί, δηλαδή των Ιερέων. Η πράξη της ευλογίας παρουσιάζεται και συμβολίζεται ως ανωτέρα των Αρχιερέων και Ιερέων των Εβραίων. Γιατί όπως μας βεβαιώνει ο Απόστολος Παύλος το έλαττον υπό του κρείττονος ευλογείται. Το κατώτερο ευλογείται πάντοτε από το ανώτερον. Αρα για να ευλογήσει ο Μελχισεδέκ τον Αβραάμ ήτο ανώτερος και από τον Αβραάμ και από την Ιερατική φυλή που θα προήρχετο από αυτόν. Προς Εβραίους Ζ4-10, εκεί ερμηνεύεται αυτό.
4. Πρόσφερε θυσίαν άρτον και οίνον, σύμβολα της θυσίας του Χριστού και ειδικότερα βέβαια το
Μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Ολα αυτά παρουσιάζουν τον Μελχισεδέκ σαν ένα μεγάλο μυστηριώδη και μοναδικό Αρχιερέα στην ιστορία της προχριστιανικής ανθρωπότητας. Ετσι ο Μελχισεδέκ θα ήταν βασιλιάς δικαιοσύνης, βασιλιάς ειρήνης, Αρχιερεύς του Θεού και ανώτερος του Αβραάμ, συμβολίζει τον Χριστό σαν τον μοναδικό Αρχιερέα της ανθρωπότητος μέχρι συντελείας των αιώνων.

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 1992

19 β Οι συνέπειες τής υποστατικής ενώσεως τών δύο φύσεων,θείας καί ανθρωπίνης,είς τό πρόσωπον τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. 12.3.1992

Εκείνη που είχε λαχτάρα να κοινωνήσει

Είχαμε πει ένα παράδειγμα την άλλη φορά για μια ψυχή που είχε λαχτάρα να κοινωνήσει αλλά είχε κανόνα και έπρεπε να μπει.
Και ήταν μικρός και έπρεπε να μπει πιο μεγάλος.
Λαχτάρα είναι η λαχτάρα και την ώρα σε μία βραδινή Προηγιασμένη πέρυσι που ήταν
γονατισμένη και έβλεπε τους πιστούς εδώ να κοινωνούν ο ένας πίσω
από τον άλλο.
- Χριστέ μου, φώναξε από μέσα της βέβαια, με όλη της τη δύναμη.
Και έφυγε ο Χριστός από την Αγία Λαβίδα του Ιερέως για να μπει μέσα της.
Με τρόπον πνευματικό, υπερφυσικό, όπως Εκείνος γνωρίζει, ακατάληπτο αυτό για τα φτωχά μας τα
μυαλά, καταληπτό όμως μέσα στο χώρο της Πίστεως.

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 1992

18 β Οι δύο φύσεις εν Χριστώ Ιησού. 5.3.1992

Ο χειρούργος που λέει την ευχή αδειαλείπτως

Και τώρα θα σας πω μια ιστορία αληθινή.
Την απόδειξη την είχα πριν μια εβδομάδα.
Τέτοιο καιρό πέρυσι, είχε αρχίσει η Μεγάλη Σαρακοστή και ήλθε ένας γιατρός, από την επαρχία γιατρός, έγγαμος με τρία παιδιά, ο οποίος είχε οξύτατα προβλήματα και στο νοσοκομείο όπου ηργάζετο και εργάζεται ως γιατρός καθώς επίσης και ποικίλλα οικογενειακά προβλήματα και βέβαια και με πολλές αμφιβολίες μέσα του για τα θέματα της πίστεως.
Είπαμε πολλά, δεν είχα κόσμο, ήταν πρωινό και είχα τη δυνατότητα και του μίλησα αρκετά.
Του συνέστησα, βέβαια, σαν πρώτο βιβλίο, τις Περιπέτειες ενός Προσκυνητού και να λέγει την ευχή όλην την ημέρα.
Ηρθε την περασμένη εβδομάδα πάλι πρωί και μόλις τον αντίκρυσα είδα πράγματι μία αλλοιωμένη μορφή, έναν άνθρωπο οποίος εφαίνετο πλέον ότι καλλιεργούσε την ευσέβεια.
Μέσα του το Αγιον Πνεύμα είχε σκάψει βαθειά και όχι μόνον είχαν πιάσει γερή ρίζα οι σπόροι που χύθηκαν, που σπάρθηκαν μέσα στην καρδιά του αλλά είχαν γίνει δένδρα και όχι μόνον είχαν ανθήσει αλλά είχαν καρποφορήσει.
Αρχισε να λέει την ευχή, στην αρχή με δυσκολία, προφορικά ψιθυριστά.
Θα προσπαθήσω να σας τα πω όπως περίπου μου τα είπε.
Με δυσκολία στην αρχή.
Οσο προχωρούσε ο καιρός, τόσο πιο πολύ τη συνήθιζε, τόσο πιο πολύ γλυκαίνονταν.
Εβλεπε ότι δεν ήταν μηχανικό.
Τον βοηθούσε, βέβαια, εντωμεταξύ και η μελέτη που έκανε μία, δύο, τρείς, πέντε, δέκα, είκοσι φορές τις Περιπέτειες ενός Προσκυνητού.
Το έχει διαβάσει κανείς από εσάς 20 φορές;
Λοιπόν, 20 φορές μέσα σε ένα χρόνο.
Και προσπαθούσε αυτά τα πράγματα να τα βιώνει όσο ήτο δυνατόν, όσο ήτο δυνατόν.
Σήμερα λέει την ευχή ψιθυριστά και με το νου, βέβαια τώρα πλέον την λέγει και από μέσα, 60 φορές περίπου το λεπτό, 60 μόνον 60.
Λέει μία σε κάθε δευτερόλεπτο.
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με,
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με....
Επομένως σε μία ώρα τη λέει 3600 φορές.
Σε 10 ώρες τη λέει 36 χιλιάδες φορές.
Δεν είναι πολύ.
Σε δεκαπέντε ώρες όμως τη λέει 50000 φορές και αυτό έφερε αλλοίωση σε όλα τα πράγματα της ζωής του.
Στέριωσε μέσα του την πίστη του και ακριβώς πάντα τα ενεργήματα και τα τριαδικά χαρίσματα τα
ζούσε μέσα στην Εκκλησία, στη Θεία Κοινωνία, στη Θεία Λατρεία και ειδικότερα στην προσευχή : Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με.

Κάποτε αντιμετώπιζε μια σοβαρή εγχείριση, γιατί ήταν γιατρός χειρούργος.
Μπήκε στο χειρουργείο το πρωί, σχεδόν την πέρασε γονατιστός, με το κομποσχοίνι στο χέρι, λέγοντας Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με...
Βρέθηκε στο χειρουργείο και άρχισε να χειρουργεί, λεπτότατη εγχείριση.
Οι οικείοι του ασθενούς είχαν εμπιστοσύνη στο γιατρό, δεν τον έφεραν στας Αθήνας.
Και την έκανε την εγχείριση.
Είδε τότε κάποια χέρια παράξενα.
Ανακατεύθηκαν εκεί και δεν φαίνονταν να είχαν από πάνω τίποτα από εδώ και πέρα, μόνο χέρια.
Και έπιασαν τα νυστέρια του και τα ψαλίδια του και ότι άλλο χρειάζεται και έκαναν την εγχείριση και κάποιο άλλο χέρι του σκούπιζε τον ιδρώτα και του έλεγε μέσα του:
- Να έχεις εμπιστοσύνη και ελπίδα.

Κάποιος άλλος εδώ πέρα μου είπε προχθές ότι όλα τα βιβλία αν τα βάλομε από τη μια πλευρά και από την άλλη βάλομε την Αγία Γραφή, την Καινή Διαθήκη, και τις Περιπέτειες ενός Προσκυνητού θα γύρει από εδώ η πλάστιγγα.
Θα γύρει από εδώ η πλάστιγγα.
Και μου είπε μερικά πράγματα όπως περίπου τα έζησε ή όπως τα ζούσε μέσα στη Θεία Λειτουργία. Λοιπόν, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με.
Περπατά στο δρόμο. Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με.
Οδηγεί το αυτοκίνητο. Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με.
Προσέχει τα παιδιά στο γράψιμο. Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.
Κάνει την επίσκεψη. Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.
Οσα λένε οι Περιπέτεις ενός Προσκυνητού είναι όλα αληθινά πλέον.
Μπορεί να ομιλεί, να τρώγει, να ακούει, να προσέχει και μέσα η ευχούλα Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με.
Και τα ζει αυτά μέσα στην Εκκλησία, που είναι το Σώμα του Χριστού, στο Ναό εκεί μέσα, υπόκειται τις κατά χάρι θείες αλλοιώσεις.
Στη Μικρή Είσοδο νιώθει τις περισσότερες φορές να γεμίζει από το φως της θεογνωσίας, από τη σοφία του Ευαγγελικού λόγου.
Οσες φορές είχε κάποια απορία γύρω από ορισμένα πράγματα, όπως μου είπε, γύρω από την Αγία Γραφή, με το Σοφία Ορθή άνοιγε ο νους και του έδινε την ερμηνεία των χωρίων που εδιάβαζε εκεί και δημιουργείτο μια εσωτερική θεία ευφροσύνη από την κατάληψη, την κατανόηση του λόγου του Θεού, όχι εγκεφαλική, πνευματική κατανόηση.
Αλλο το ένα και άλλο το άλλο.
Ναι, στην Μικρά Είσοδο, προπορεύονται οι λαμπάδες, ο Τίμιος Πρόδρομος προπορεύεται, και θυμήθηκα αυτή τη στιγμή κάτι που έλεγε ο δικός μου Πνευματικός για τον παππού τον Ιωσήφ ότι πολλές φορές έβλεπε αντί για τους μοναχούς που κρατάνε τις λαμπάδες στην Μικρά Είσοδο, και εδώ που έχουμε τα παιδάκια ή τα μεγάλα παιδιά, να προπορεύονται Αγγελοι με αναμμένες τις λαμπάδες κατά την Μικρά Είσοδο.
Στην ακρόαση του Θείου Λόγου μέσω των αποστολικών και των ευαγγελικών αναγνωσμάτων ζούσε την συγκατάθεση της ψυχής του γιά αρετή, για βία στην αρετή και στη θεία ζωή.
Αυτό κάθε φορά σήμαινε για την καρδιά του και το τέλος του σαρκικού και του κοσμικού φρονήματος.
Ολα αυτά που σας είπα λίγο πολύ μου τα έδωσε ευκαιρεία στη συζήτηση που έκανε ο γιατρός αυτός, ο οποίος είχε βάλει πρόγραμμα στη ζωή του το Αδιαλείπτως Προσεύχεσθε,
το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με.
Δεν άφησε καμμία από τις δραστηριότητες της ζωής του.
Η ευχή ευχή,
η δουλειά δουλειά,
η εργασία εργασία,
οι φροντίδες φροντίδες,
οι υποχρεώσεις υποχρεώσεις.
Σε όλα σωστός και η προσευχή προσευχή.
Οπως τα κάνομε όλα και αναπνέομε, όπως τα κάνομε όλα και η καρδιά μας χτυπά και λειτουργεί και δίδει αίμα παντού, έτσι μπορούμε, στην αρχή δύσκολα, ύστερα πιο εύκολα, ύστερα πιο εύκολα... να μπορέσομε να αναπνέομε συνεχώς με το όνομα του Κυρίου και κατόπιν δεν θα χρειάζεται πλέον να την ψιθυρίζουν τα χείλη.
Θα την λέει στην αρχή μόνον ο νούς και ύστερα η καρδιά.
Αδελφοί μου, τέκνα εν Κυρίω ηγαπημένα, αδειαλείπτως προσεύχεσθε και στην προσευχή σας να μας θυμάστε.
Εχουμε ανάγκη των προσευχών σας.

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 1992

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 1992

16 β Περί Παραδείσου. Τά δέντρα. Η Πτώσις. Μέρος 1ον. 20.2.1992

Θαυμαστή θεραπεία καρκίνου

Μία μητέρα είχε ένα τέτοιο πρόβλημα, υγείας του παιδιού της.
Μου το είπε.
Παρακάλεσε την εκκλησία.
Πήγαινε από ναό σε ναό και ζητούσε βοήθεια, από μοναστήρι σε μοναστήρι και έδιδε το όνομα
του μικρού παιδιού και έκανε προσπάθεια.
Και ήλθε φέτος.
Και είπε:
- Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν. Μέσα από τις πολλές προσευχές που έκανα, έκανα και κάτι άλλο το βράδυ την ώρα που κοιμόταν το παιδάκι. Γονάτιζα στο κρεββατάκι του και του διάβαζα
κάθε βράδυ έναν Ευαγγελιστή, ένα Ευαγγέλιο ολόκληρο, το κατά Ματθαίον πρώτα, το κατά Μάρκον ύστερα, το Λουκά, τον Ιωάννη, ύστερα τις Πράξεις, ύστερα προς Ρωμαίους, προς Κορινθίους Α',
προς Κορινθίους Β', δηλαδή κάθε κομμάτι. Τις πολύ μικρές επιστολές τις διάβαζε δύο τρείς μαζί.
Επί ένα ολόκληρο χρόνο.
Ο καρκίνος εξαφανίστηκε.
Η πίστις της μητέρας ήταν μεγάλη.
Πιστεύω βέβαια ότι και η ανάγνωσις αυτή πάνω από το προσκέφαλο του παιδιού κάθε βράδυ ωφέλησε τα μέγιστα και η πίστις αυτή και οι μνημονεύσεις που έγιναν σε τόσα πολλά μέρη, από τόσες εκκλησίες, από τόσους Πνευματικούς, από τόσα Αγια Ιερά Λείψανα που έβαζε στο κεφαλάκι του παιδιού.
Ολα αυτά μαζί έκαναν το θαύμα.
Εχομε πίστη ζωντανή και αυτή προσπαθούμε να μάθουμε.

Ανάγνωση της Αγίας Γραφής

Ενθυμούμαι μία γιαγιά.
Δεν ξέρω αν σας το έχω πει ποτέ.
Ημουνα ακόμα Διάκονος τότε και είχα πάει σε ένα βιβλιοπωλείο.
Και ζητούσε μία Αγία Γραφή.
Εκεί ήταν κάποιος ιεροκήρυξ, ο οποίος έχει κοιμηθεί τώρα.
Της λέει:
- Γιαγιούλα, τι το θέλεις το Ευαγγέλιο εσύ; Γράμματα ξέρεις;
Λέει:
- Δεν ξέρω, Δέσποτά μου. Δεν ξέρω γράμματα.
- Α, δεν ξέρεις. Τότε τι θα το κάνεις το Ευαγγέλιο; Θα το κάνεις κανένα δώρο στα εγγονάκια σου, στα παιδάκια σου; Να το πάρεις.
- Οχι, γιε μου.
Ηταν πολύ μεγάλη.
Ηταν 80 χρονών.
- Εγώ, λέει, επειδή εκείνη έπεσε μέσα στο μαγγάλι και κάηκε εχθές, ήλθα σήμερα να πάρω μια καινούργια.
- Κάηκε; Ε, τι θα την κάνεις τώρα, αφού δεν ξέρεις γράμματα, εγγονάκια δεν έχεις κτλ.;
- Α, λέει, θα κάνω το εξής. Και κάνω το εξής: Ανοίγω στην αρχή του βιβλίου και πάω στον Χριστό και στην Παναγιά μπροστά στις εικόνες, και λέω:
- Χριστούλη μου, όσα γράφει εδώ μέσα, πάρ'τα από δω και βάλε τα στο μυαλουδάκι μου και στην καρδιά μου. Και βάζω εκεί ένα χαρτάκι και το κλείνω.
Την άλλη μέρα το ξανανοίγω πάλι και λέω:
- Χριστούλη μου και Παναγίτσα μου, αυτά που έχει εδώ μέσα βάλτα στο μυαλό μου και στην καρδιά μου. Και το ξανακλείνω. Ετσι διαβάζω την Καινή Διαθήκη.
Ποιος το κάνει από εμάς;
Λοιπόν, μελετάτε τις Γραφές.


Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 1992

14 β Περί Δαιμόνων. Μέρος 4ον. 6.2.1992

Μεθοδείες και τρόποι πολέμων των δαιμόνων

Κάποτε σε μια ομήγυρη μαζεύτηκαν γύρω από έναν πνευματικό άνθρωπο, ας πούμε έτσι μοναχό, διάφοροι συνομιληταί οι οποίοι ήθελαν να του αποσπάσουν τις εμπειρίες τις πνευματικές για τον
πόλεμο και για τον αγώνα που κάνει κατά την διάρκεια της αγρυπνίας του.
Δόκιμος μαχητής έδινε και έπαιρνε με τους δαίμονες.
Κάποιος από εκεί από την ομήγυρη, ένας καλός και σεμνός παρατηρητής και συζητητής, βλέπει λοιπόν ξαφνικά δύο δαίμονες να στέκονται δίπλα από το μοναχό που ομιλούσε.
Ο ένας ήταν δεξιά του και ο άλλος ήταν αριστερά του.
Αυτός από τα δεξιά λέει φωναχτά και τον ακούει, και τον βλέπει και τον ακούει:
- Πέστο, ευλογημένε, για τις εμπειρίες που είχες το βράδυ, πώς πέρασες τη νύχτα, τι μάχες έδωσες σώμα με σώμα, πώς τους κατετρόπωσες, πώς τους νίκησες. Θα ωφεληθούν όλοι, όλοι θα
ωφεληθούν και μάλιστα μπορεί σαν αυτούς τους αγώνες να σε μιμηθούν κιόλας.
Ο ομιλητής ήκουσε την φωνή, αυτός που δίδασκε, ο μοναχός.
Αυτή η φωνή μπορεί να ήταν εξωτερική, αλλά ήταν συγχρόνως και εσωτερική για αυτόν που ομιλούσε.
Ηκουσε την φωνή και θα είπε:
- Ολοι κρεμάστηκαν από τα χείλη μου να μάθουν τι μάχες έδωσα. Αγιος θα είμαι.
Ο δαίμονας από εδώ λέει:
- Μπράβο, καλά τα είπες, όλους τους ωφέλησες.
Κοίταξε με ανοιχτό στόμα σε κοιτάζουν.
Και φεύγει γρήγορα από εδώ και πάει σε όλους.
Και τους παρακινούσε:
- Πεστε του μπράβο, πεστε του μπράβο...
Αυτοί είναι οι πνευματικοί πόλεμοι των δαιμόνων και με αυτούς ασχολούμεθα.

Περί προφητείας του διαβόλου

Ενας Μοναχός είχε έναν πόλεμο φοβερό.
Είχε πολλούς λογισμούς.
Δεν μπορούσε να ησυχάσει, τον τυραννούσαν.
Πάει ο διάβολος στον άλλο.
Του λέγει:
- Κοίταξε να δεις, ο τάδε, να μη χρησιμοποιώ ονόματα.
Πάει στον Β Μοναχό και λέγει για τον Α,
- Κοίταξε να δεις ο Α μοναχός έχει αυτές τις σκέψεις, κατατυραννιέται αλλά αυτές όμως τις συγκεκριμένες σκέψεις, γιατί με αυτές τις συγκεκριμένες σκέψεις βομβάρδιζε το Μοναχό Α.
- Πήγαινε λοιπόν να του πεις ότι επειδή έχει αυτές τις συγκεκριμένες σκέψεις να μη φοβάται και να του πεις και με ποιο τρόπο να τις τακτοποιήσει. Να τουδώσεις θάρρος, δύναμη κτλ.
Τον συμβουλεύει τώρα, ποιος ο δαίμονας!
Βάζει στον ένα σκέψεις και βάζει και τον άλλο να τον κάνει προφήτη, προορατικό.
Πάει ο άλλος του τα λέει:
- Α, ευχαριστώ αδελφέ μου, να σου φιλήσω το χέρι.
Μπαμ, και οι δύο κάτω.
Είναι άπειρα αυτά τα παραδείγματα και όσοι παρασύρονται και πιστεύουν βέβαια τον διάβολο ή τον λογισμό τους σαν προφήτη κακώς.
Και πλανώνται και οι ίδιοι αλλά και πλανούν και τους άλλους.

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 1992

13 β Περί Δαιμόνων. Μέρος 3ον. 30.1.1992

Πώς άνοιξε η πόρτα του Παραδείσου στον ασκητή της ερήμου

Κάποτε ένας ασκητής, ύστερα από 50 χρόνια άσκηση εκεί στην έρημο της Παλαιστίνης είπε:
- Ας πάω και εγώ να ξεκουρασθώ στον Παράδεισο.
Παίρνει, λοιπόν, το ραβδάκι του και πάει στον Παράδεισο.
Φτάνει απ'έξω και χτυπά την πόρτα του Παραδείσου.
- Ποιος είναι; ρωτάει από μέσα μια γλυκειά φωνή.
- Εγώ, Χριστέ μου, ο Πατήρ Φιλάρετος, απαντάει ο ασκητής.
Καμμία απάντησις.
Η πόρτα παρέμεινε κλειστή.
Περίμενε, περίμενε, περίμενε, βλέποντας ότι δεν ανοίγει, πήρε το ραβδάκι του και ξαναγύρισε στην έρημο.
Εκατσε άλλα 10 χρόνια, λυπημένος, σκεπτικός.
- Γιατί;
Καινούρια άσκηση, νέοι αγώνες, πολλή προσπάθεια και κόπος η αυτογνωσία.
Πέρασαν τα 10 χρόνια και ξαναπήγε στον Παράδεισο, ξανακτυπά την πόρτα.
- Ποιος είναι; πάλι η ίδια φωνή γλυκειά και γλυκά να ρωτάει.
Η απάντησις του ασκητού:
- Η εικόνα σου, Χριστέ μου!
Και η πόρτα άνοιξε και η αγκαλιά του Χριστού τον δέχθηκε.
Με το Εγώ, Χριστέ μου, κανένας δεν μπαίνει στον Παράδεισο, στον τόπο του Θεού.
Η ταπείνωσις τον έβαλε μέσα.
Δεν θα μας σώσει ο Θεός για τα καλά μας έργα, ούτε για τις εντολές που τηρήσαμε, ούτε για τις αρετές που καλλιεργήσαμε, ούτε για το πόσες πολλές φορές είμασταν συμμέτοχοι των Παναγίων Μυστηρίων αλλά για την ταπείνωση που είχαμε στην καρδιά, για την ταπείνωση που δείξαμε
έμπρακτα στη ζωή.
Ο Θεός μας σώζει, λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, μόνο για την ταπείνωσή μας.


Ο Οσιος Σέργιος του Ραντονέζ

Από το βιβλίο "Χαρίσματα και Χαρισματούχοι", τόμος 1ος, σελίς 209.
Ποθώντας την ησυχαστική ζωή ο Οσιος Σέργιος του Ραντονέζ κατέφυγε στα πυκνά δάση της Θηβαϊδος του Βορρά και ασκήτευε ολομόναχος με φλογερό ζήλο.
Εκεί υπέφερε πολλές δοκιμασίες από την αρχή της ερημικής του ζωής.
Οι αόρατοι εχθροί έκαναν κάθε τι για να τον φοβίσουν και να τον εξαναγκάσουν να εγκαταλείψει το
μέρος εκείνο.
Επαιρναν την μορφή αγρίων θηρίων ή φιδιών, θα μιλήσουμε και γι'αυτά, θορυβούσαν, απειλούσαν.
Ο Οσιος όμως τους έδιωχνε με την προσευχή και την ολοκληρωτική παράδοσή του στο θέλημα του Θεού.
Αυτό ολοκληρωτική παράδοση σημαίνει δυνάμει της ελευθερίας και της θελήσεώς του.
Με την επίκληση του Παναγίου ονόματός Του, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, διέλυε σαν ιστούς
αράχνης όλες τις δαιμονικές πανουργίες, κατέστρεφε όλα τα διαβολικά τεχνάσματα.
Κάποια νύχτα οι δαίμονες εμφανίσθησαν σαν αναρίθμητο στράτευμα ορμώντας εναντίον του και απειλώντας τον με φοβερή μανία.
- Φύγε από εδώ, φύγε από εδώ, θα πεθάνεις, θα σε σκοτώσουμε.
Καθώς με λύσσα έλεγαν τα λόγια αυτά από το στόμα τους έβγαιναν φλόγες φοβερές.
Ο Οσιος όμως δεν φοβήθηκε.
Οπλισμένος με τη δύναμη της προσευχής αντιμετώπισε νικηφόρα τα πλήθη των δαιμόνων.
Μιαν άλλη νύχτα καθώς διάβαζε μέσα στην ησυχία την Ακολουθία του ξαφνικά άκουσε έναν τρομαχτικό κρότο στο δάσος.
Ταυτόχρονα ένα μεγάλο πλήθος δαιμόνων περικύκλωσε το κελλί του.
Προσπάθησαν να τον τρομάξουν και να τον απογοητεύσουν.
- Μην ελπίζεις να ζήσεις τίποτα περισσότερο. Θα λιμοκτονήσεις, θα πεθάνεις. Δεν βλέπεις τι έγινε δίπλα στο δάσος; Αύριο θα γίνει πάνω στο κελλί σου. Μπορεί όμως να πέσεις και στα χέρια ληστών.
Σε όλες αυτές τις επιθέσεις των εχθρών η δύναμις της προσευχής πάντοτε θαυματουργούσε.
Οι δαίμονες οπισθοχωρούσαν ντροπιασμένοι, πάντοτε ντροπιασμένοι.
Αυτό είναι ένα παράδειγμα για όλους εμάς, ζωντανό παράδειγμα, να μην φοβόμαστε τις επιθέσεις των δαιμόνων.
Με προσευχή, με εξομολόγηση, με συμμετοχή στα Πανάγια Μυστήρια θα διώκουμε, θα αποδυναμώνουμε, θα απονευρώνουμε τον σατανά και τα διαβόλια του και θα εξερχόμεθα νικητές.

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 1992

12 β Περί Διαβόλου. Μέρος 2ον. 23.1.1992

Οι αγώνες του Πατρός Ιωσήφ

Κάποτε ο παππούς Ιωσήφ, ο μεγάλος αυτός ησυχαστής και ασκητής και διδάσκαλος της νοεράς προσευχής, λέγει τα εξής:
Μία νύχτα καθώς ευχόμουν αδιαλείπτως, ήρθα σε θεωρία και ο νούς μου, όχι το σώμα μου, ηρπάγη σε έναν κάμπο. Εκεί ήσαν κατά τάξιν και κατά σειράν Μοναχοί συντεταγμένοι για μάχη. Ενας υψηλός, ολόλαμπρος στρατηγός ήλθε κοντά μου και μου λέγει:
- Θέλεις να μπεις και να πολεμήσεις στην πρώτη γραμμή;
Και εγώ του απάντησα ότι σφόδρα επιθυμώ να πολεμήσω με τους Αιθίοπας, που βρίσκονταν απέναντι, όπου ήσαν στην άλλη πλευρά, ορυόμενοι και πνέοντες πυρ ως άγριοι σκύλοι, όπου μόνο η θεωρία τους σου επροξένη φόβο.
Αλλά σε μένα δεν υπήρχε φόβος διότι είχα τοσαύτη μανία εναντίον τους όπου ήθελα να τους ξεσχίσω με τα δόντια μου.
Είναι αλήθεια, λέγει ο Γέρων Ιωσήφ, ότι και ως κοσμικός ήμουν τοιαύτης ανδρείας ψυχής.
Τότε λοιπόν με χωρίζει ο στρατηγός από τις γραμμές όπου ήταν οι πληθείς των Πατέρων Μοναχών. Και αφού περάσαμε τρεις τέσσερις γραμμές συνταγματικώς ( συντάγματα φαίνεται, κάτι
τέτοιο ) με έφερε στην πρώτη γραμμή, όπου ήσαν ένας δύο ακόμη κατά πρόσωπον εναντίον των αγρίων δαιμόνων.
Και αυτοί ήσαν έτοιμοι να ορμήσουν αλλά και εγώ έπνεων εναντίον τους πυρ και μανία.
Ηλθα στον εαυτό μου, λέει κατόπιν ο Γέρων Ιωσήφ, και σκεφτόμουν:
- Αραγε τι πόλεμος θα είναι αυτός;
Από τότε άρχισαν οι άγριοι πόλεμοι των δαιμόνων που δεν με άφηναν σε ησυχία νύχτα μέρα.
Αγριοι πόλεμοι, αγριώτατοι.
Μια ώρα δεν μπορούσαν να ησυχάσω αλλά και εγώ με μανία τους πολεμούσα.
Πώς;
Ακούστε.
Εξι ώρες κάθε βράδυ έως εννέα καθισμένος στην προσευχή δεν επέτρεπα και δεν συγχωρούσα στο νου μου να βγει από την καρδιά.
Από το σώμα μου ο ιδρώτας έτρεχε σαν βρύση, ποτάμι.
Ξύλο αλύπητο επάνω μου.
Τα ξύλα έσπαζαν, εγώ όχι.
Πόνος και δάκρυα πολλά, ποτάμια τα δάκρυα.
Ακρα νηστεία χωρίς έλεος, χωρίς έλεος, και ολονύκτιος αγρυπνία.
Οκτώ ολόκληρα χρόνια, κάθε νύχτα και ημέρα αυτό το φοβερό μαρτύριο.
Εγώ οχτώ ημέρες αν αντέξω δεν ξέρω.
Οχτώ χρόνια.
Εφευγαν οι δαίμονες και φώναζαν:
- Μας έκαψε, μας έκαψε.
Οπου έτυχε μια νύχτα και τους άκουσε και ο πλησίον μου αδελφός ξενιζόμενος, απορώντας δηλαδή, για το ποιοι ήσαν αυτοί που φώναζαν μέσα στην άγρια νύχτα.
Πρόκειται για τον συνασκητή του, τον Πατέρα Αρσένιο.
Και επιτέλους κατέπεσα, ανθρώπινη αντοχή είναι και αυτή κι όπως καθόμουν σαν νεκρός και
καταπληγωμένος αισθάνομαι κάποιος να ανοίγει την πόρτα του κελλιού και να μπαίνει μέσα.
Δεν γύρισα να δω, έλεγα μονάχα συνέχεια την ευχούλα.
Αισθάνομαι αμέσως, κάποιος να με γαργαλάει από κάτω.
Στρέφω και βλέπω τον δαίμονα όπως είναι, κασίδης, κασιδιάρης, η πληγωμένη του κεφαλή να βρωμάει απαίσια.
Πετάγομαι επάνω και όρμησα σαν θηρίο να τον πιάσω.
Και όπως τον έπιασα, είχε τρίχες χοίρου, και έγινε άφαντος.
Στην αφή μού άφησε την αίσθηση των σκληρών τριχών του και τη βρώμα στην όσφρησή μου.
Επιτέλους από αυτή τη στιγμή εράγη ο πόλεμος και έπαυσαν όλα και ήλθε ειρήνη εις την ψυχή και τελεία απαλλαγή εξ όλων των παθών.
Από εκείνη τη στυγμή έγινε τελείως απαθής, Αγιος.
Εδώ τελειώνει ο Γέρων Ιωσήφ τη διήγησή του αλλά το ίδιο βράδυ όμως, το ίδιο βράδυ, είχε μια δεύτερη εμπειρία η οποία μας ενδιαφέρει άμεσα, την οποία καλόν είναι και αυτήν να την διηγηθούμε διότι θα βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα από όσα συνέχεια λέμε για τον πόλεμο του διαβόλου.

Εν τέλει εκείνη τη νύχτα, συνεχίζει παρακάτω, ήλθα και πάλιν εις έκστασιν και βλέπω ένα μέρος πολύ ευρύχωρο που το χώριζε μία θάλασσα.
Σε αυτόν τον ευρύχωρο τόπο, ήταν στρωμένος παντού με παγίδες πολύ καλά κρυμμένες ώστε δεν
εφαίνοντο.
Εγώ ήμουν σε ένα μέρος πολύ ψηλό και τα έβλεπα όλα σαν σε θέατρο και αυτό το μέρος έπρεπε να το περάσουν όλοι οι Μοναχοί.
Φαντάζομαι τι θα γίνεται με τους κοσμικούς.
Μέσα δε στην θάλασσα ήταν ένας φοβερός δαίμονας που τα μάτια του έβγαζαν φλόγες. Εξαγριωμένος έβγαζε το κεφάλι του κάθε τόσο και κοίταζε.
Πιάνονται στις παγίδες;
Και οι περισσότεροι δυστυχώς από τους Μοναχούς περνούσαν χωρίς φόβο, χωρίς προσοχή.
Και έτσι άλλος επιάνετο από το λαιμό και τον λάρυγγα, άλλος από τη γλώσσα, άλλος από τα μάτια, άλλος από την κοιλιά, άλλος από τη μέση, άλλος από το στόμα, άλλος από το χέρι, άλλος από το πόδι.
Λίγο πολύ σχεδόν όλοι, εκτός εξαιρέσεων, επιάνοντο από κάπου.
Και ο δαίμονας βλέποντας τις επιτυχίες του εγελούσε χαίρων και άγρια αγαλλόμενος.
Εγώ δε ελυπούμην σφόδρα και έκλαιγα.
- Αχ, έλεγα, πονηρέ δαίμονα, τι μας κάνεις και πώς μας πλανάς!
Και δυστυχώς δεν παίρνουμε είδηση για το μεγάλο κακό που μας γίνεται και βέβαια και εξαιτίας της απροσεξίας μας.
Ηλθα πάλι στον εαυτό μου και ήμουν μέσα στο καλυβάκι μου.

Εδώ τελειώνουν οι δυο βασικές αυτές εμπειρίες του Γέροντος και παππού Ιωσήφ.

Περιγράφονται στην 37η επιστολή του από το βιβλίο "Εκφρασις μοναχικής εμπειρίας", έκδοσις 3η.

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 1992

11 Περί Αγγέλων καί Δαιμόνων

Εξορκισμός δαιμονίου

Κάποτε πήγαν έναν δαιμονισμένο στον αββά Λογκίν.
Αυτός από πολύ ταπείνωση είπε:
- Εγώ δεν μπορώ. Δεν είμαι άξιος εγώ για ένα τέτοιο μεγάλο έργο. Ποιος είμαι εγώ για να κάνω προσευχή για να θεραπευθεί ο άρρωστος και να βγει το δαιμόνιο. Πήγαινέ τον εδώ δίπλα στον αββά Ζήνωνα.
Εκαναν υπακοή οι συγγενείς, πήραν τον δαιμονισμένο, ήταν δεμένος με σχοινιά και με αλυσίδες και τον πήγαν δίπλα στον αββά Ζήνωνα.
Επήρε αυτός, έβαλε το πετραχειλάκι του και άρχισε να διαβάζει εξορκιστικές ευχές.
Το δαιμόνιο λοιπόν αρχίζει και φωνάζει:
- Βρε, γέρο τράγο Ζήνωνα, νομίζεις ότι θα βγω επειδή μου διαβάζεις εσύ τώρα; Αν θα βγω, θα
βγω επειδή από μέσα εκεί στη σπηλιά τη σκοτεινή και τη βρωμερή, κάποιος εκεί με σκουντά για να βγω. Και βγαίνω.
Και βγήκε.
Η ταπείνωσις έβγαλε το δαιμόνιο.

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 1992

10 Φυσικόν Καί Ηθικόν Κακόν. Οι τρείς κατηγορίες χριστιανών ως πρός τήν ακρόασιν τού λόγου

Αρπαγή την ημέρα των Θεοφανείων

Μου διηγείτο μια αγωνιζόμενη ψυχή, βέβαια πάνε χρόνια, δεν θυμάμαι ούτε καν ποιος ήτο, ανήμερα των Θεοφανείων, μου είπε πως βρέθηκε με έκσταση του νου μπροστά στο θυσιαστήριο μιας κάποιας
ερημικής εκκλησίας.
Οταν έχουμε έκσταση του νου, έξοδο, αρπαγή όπως λέμε, δεν είναι αρπαγή του σώματος αλλά αρπαγή του νου.
Είναι έξοδος του νου αλλά και είσοδος συγχρόνως.
Εξοδος του νου από τις λειτουργίες του σώματος και εισέρχεται ο νους στο χώρο της καρδιάς, εκεί όπου η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί.
Και βρέθηκε λοιπόν δια της εκστάσεως, αυτής του νοός, στο θυσιαστήριο μιας κάποιας ερημικής εκκλησίας.
Και εκεί μπροστά στα έκπληκτα μάτια του νου και ο νους βρισκόταν εν απορία, του προσφέρθησαν από την Αγία Τράπεζα, πώς του προσφέρθηκαν είναι άγνωστο, άρτοι ευωδέστατοι, ζυμωμένοι, το κατάλαβε αυτό, το ένιωσε, το πληροφορήθηκε η καρδιά ότι δεν ήταν με υλικά της γης
αυτής, του αιώνος τούτου.
Οχι με λάδια, δηλαδή, και με νερό και με αλεύρι γήινο, αλλά με υλικά υπερουράνια τα οποία πλημμύριζαν από ακατάληπτες ευωδίες και αρώματα.
Και πήρε λοιπόν και έφαγε, και έτρωγε.. και χόρταινε και ξαναέτρωγε και χόρταινε όμως από
θεία μακαριότητα και ευφροσύνη.
Και όσο έτρωγε τόσο και εκείνοι πλήθαιναν και μεγάλωναν αλλά και εκείνος και πάλι έτρωγε και
εκείνα πάλι πλήθαιναν.
Πόσο κράτησε τώρα αυτό, ώρες, μέρες δεν γνωρίζει.
Τι ήταν άραγε;
Πρόγευση της αιωνιότητος;
Της αθανασίας ήταν δείπνο ουράνιο;
Τι ήτο ουκ οίδεν.
Ο Θεός οίδεν.
Περιορίζει, μόνο ο Θεός ξέρει.
Συνέρχεται λοιπόν και ακούγεται το Απολυτίκιον.
Εν Ιορδάνου Βαπτιζομένου σου Κύριε και κάτω από το ράσο του νεωκόρου φεύγει ένα περιστέρι λευκό.
Και αυτός λοιπόν βλέπει έκπληκτος τότε ότι δεν ήταν ντυμένος με τα δικά του ρούχα, αλλά φορούσε κάποια άλλα και ήταν ντυμένος ψυχοσωματικά, νους, καρδιά, ψυχή και σώμα ήταν ντυμένα όλα αυτά με ένα ολόλευκο αλλά και ολοφώτεινο φόρεμα χιτών.
Ομοιος δεν υπάρχει τέτοιος στη γη, είπε, ούτε μπορεί να τον προσφέρει ο παρών αιών που είναι γεμάτος και ζυμωμένος με το κακόν και με το φυσικόν και με το ηθικόν κακόν.
Είπε: Τέτοιο χιτώνα δεν μπορούσαν να τον είχαν υφάνει ανθρώπινα χέρια ούτε καν αγγελικά, μόνο θεία.
Σε λίγο όλα χάθησαν και έμενε για πολλές ημέρες η θεία ευφροσύνη, η απορία, η έκπληξις, η κατάνυξις, η άπειρος ταπείνωσις.
Ποιος ήμουν εγώ που ήμουν ενδεδυμένος τοιούτον χιτώνα;
Πολλοί ασφαλώς άκουσαν την παρούσαν διήγησιν και εξενίστησαν, αμφέβαλαν, είχαν
δυσπιστήσει, δεν την κατάλαβαν.
Αλλοι πάλι και την κατάλαβαν και χάρηκαν και ευχαριστήθηκαν και μακάρισαν την ψυχή, τονώθηκαν πνευματικά και θέλησαν και προσπάθησαν περισσότερο να αγωνιστούν
σε αυτήν εδώ τη ζωή γιατί και κάποιοι άνθρωποι σαν και εμάς, όμοιοι με εμάς, όπως λέει για τον Προφήτην Ηλίαν, ομοιπαθής, όμοιος με εμάς, με τα ίδια ανθρώπινα χαρακτηριστικά, αγωνίζονται
ζουν και βιώνουν.
Και έτσι όπως ακριβώς εκείνοι ευχαριστήθηκαν, με πολλή ευχαρίστηση και τέρψη τα διηγήθηκαν και στους άλλους.
Και κάποιοι τρίτοι εκλεκτοί το έζησαν το γεγονός όπως και εκείνος.
Το εβίωσαν εν αισθήσει ψυχής.
Γεύτηκαν και αυτοί τη θεία ευφροσύνη με τον ίδιο ή με τον άλλο τρόπο, δεν ξέρουμε.
Νους και καρδιά είχαν αιχμαλωτιστεί από την ίδια υπερουράνια θεία αιχμαλωσία.