Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 1992

28 Εισαγωγή εις τήν Θείαν Λειτουργίαν. 22.10.1992

Το Αίμα του Θεού

Υπάρχει μια βιογραφία για τον Πατέρα Ιάκωβο τον Τσαλίκη, τον ηγούμενο της μονής του Οσίου Δαυίδ, ο οποίος εκοιμήθη πρόσφατα.
Το έχει γράψει στα πολύ γρήγορα ένας καθηγητής Πανεπιστημίου, που ήταν πνευματικοπαίδι του και μέσα κάπου εκεί έχει ένα κεφάλαιο που λέγει τα εξής:
Είδε και άγγιξε το Πανάγιον Αίμα του Κυρίου.
Το μεγαλύτερο και θαυμασιότερο θαύμα που του πρόσφερε ο Θεός έγινε το πρωί της 22ας Νοεμβρίου 1975.
Συγκλονίστηκε τόσο πολύ από το θαύμα αυτό ώστε αμέσως μετά το κατέγραψε σε ένα σημείωμα, το οποίο βρήκαμε μετά την κοίμησή του σε ένα τετράδιό του.
Το σημείωμα αρχίζει με την παραπάνω ημερομηνία και περιλαμβάνει ακριβώς τα εξής:
Την 22α Νοεμβρίου, ημέρα Σάββατο το πρωί, εις την Αγίαν Προσκομιδήν, μετά την μνημόνευσιν και εν ώρα που θα καλύψω τα Πανάγια Δώρα, είδα ζωντανή και εν Αγιότητι ομολογώ ένα κομμάτι αίμα στεγνό που το άγγιξα και στο δάχτυλό μου.
Πάνω στο δάχτυλό μου έμεινε το Αίμα.
Φωνάζω τον αδελφόν της Ιεράς μονής, τον μοναχόν Πατέρα Σεραφείμ, του είπα την υπόθεσιν και μου είπε:
- Εμείς, Πάτερ, δεν βλέπουμε τίποτα. Αλλά είδες τι είναι. Και εγώ απάντησα ότι πιστεύω και προσκυνώ ότι είναι ο ίδιος ο Θεός παρών. Είπα τρεις φορές: - Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον.
Και από κάτω Αρχιμανδρίτης Ιάκωβος.

Εάν θυμάστε σας είχα μιλήσει για ένα παρόμοιο περίπου θαύμα με κάποιον Πατέρα Αντώνιο, ο οποίος υπηρετούσε στον Προφήτη Ηλία Καστέλλας Πειραιώς.
Οταν ζούσε ο μακαριστός, ο Μητροπολίτης Πειραιώς τότε Χρυσόστομος Ταβλαδουράκης, συνέβη αυτό ένα Σάββατο πρωί στη Θεία Λειτουργία.
Ο πατήρ Αντώνιος, το επώνυμό του αυτή τη στιγμή δεν το θυμάμαι, Σχίζας νομίζω, δεν θυμάμαι καλά, εκτελούσε τη Θεία Λειτουργία, έφτασε στον Καθαγιασμό ταν Τιμίων Δώρων, γονάτισε, είπε την πρώτη ευχή, σηκώθηκε επάνω για να πει:
Και ποίησον τον μεν άρτον τούτον...
Και την ώρα που ήταν έτοιμος να το πει αυτό, μάλλον το είπε,
Και ποίησον τον μεν άρτον τούτον το Τίμιον Σώμα του Χριστού σου
και όταν είπε το δε εν τω Ποτηρίω τούτο,
όπως είναι φυσικό κοιτάζουμε μέσα, όταν είμαστε όρθιοι
και βλέπει το Αγιον Ποτήριον άδειο.
Αλλά δεν έγινε έτσι, αυτό είναι άλλο.
Δεν έγινε αυτό.
Αυτό έγινε σε άλλον.
Λοιπόν, όπως ήταν γονατιστός και έλεγε την ευχή, τα χέρια του τα είχε ακουμπησμένα πάνω στην Αγία Τράπεζα ο Πατήρ Αντώνιος.
Αυτό μου το διηγήθηκε κάποιος άλλος.
Θα το πούμε άλλη φορά αυτό που είχα αρχίσει.
Και την ώρα λοιπόν που ήταν έτοιμος να σηκωθεί για να ευλογήσει τα Τίμια Δώρα, πέφτει από πάνω μία σταγόνα, πάνω στο χέρι του.
Αίμα και μάλιστα τον πιτσίλισε κιόλας, έκανε και πιτσίλα.
Το είδε και τρόμαξε.
Σηκώθηκε έντρομος, το κοίταζε τώρα αυτό το πράγμα, τον κατέλαβε ένα φοβερό ιερό ρίγος, ένας τρόμος, ένας φόβος, μία έκπληξις, μία έκστασις, πολλά ανάμικτα συναισθήματα, ακατάληπτα για να μπορεί να τα περιγράψει ο Πατήρ Αντώνιος και σηκωνόμενος επάνω δεν ήξερε τι να κάνει, τα έχασε αλλά η Χάρις του Αγίου Θεού, ύστερα από αυτό το θαύμα, τον οδήγησε στο να δει το Αγιον Ποτήριον και είδε ότι το Αγιον Ποτήριον ήταν άδειο.
Είχε ξεχάσει να βάλει μέσα κρασί.
Κοιτάζει το Σώμα.
Βλέπει πράγματι ότι και αυτό ήταν ατρύπητο.
Ο ψάλτης έξω, ήταν Σάββατο, δεν είχε κόσμο, δυο τρεις ήταν, συνέχισε ο ψάλτης Σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν.
Του έκανε νόημα να συνεχίσει.
Παίρνει την Αγία Λόγχη με το Αίμα πάνω του, τρυπάει, λέει Εις των στρατιωτών λόγχην την πλευράν αυτού ένυξε και ευθέως εξήλθεν αίμα και ύδωρ και γεμίζει το Αγιον Ποτήριον.
Βάζει το κρασί, βάζει το νερό, κανονικά, το ευλογεί, το σταυρώνει και αφού τα τελείωσε όλα αυτά, γονάτισε, ξαναδιάβασε την ευχή, σηκώθηκε όρθιος, ευλόγησε τα Τίμια Δώρα και ο Πανάγιος
Θεός μετέβαλεν τον άρτον και τον οίνον όπως γίνεται σε κάθε Θεία Λειτουργία σε Σώμα και Αίμα Χριστού.
Μετά τον Καθαγιασμόν το έγλυψε βέβαια και το καθάρισε τελείως.
Πήγε λοιπόν αυτά, ακριβώς μετά τη Θεία Λειτουργία του Σαββάτου και τα διηγήθηκε στον
Μητροπολίτη τότε Χρυσόστομο και του πήρε ο Χρυσόστομος το χέρι και το μύρισε, ευωδίαζε ολόκληρο με μία άρρητη ευωδία, και άρχισε να το φιλάει, να το φιλάει πολλές φορές.
Λέει:
- Δεσπότη μου, το χέρι.
- Δεν φιλάω το χέρι σου, λέει, ευλογημένε. Και αυτό πρέπει να φιλάει κανένας γιατί ιερεύς του Υψίστου είσαι, Λειτουργός. Τι σημασία έχει που είμαι Επίσκοπος αλλά εγώ έπιασα το Αίμα του Θεού, το Αίμα του Θεού.
Ελεγε έτσι.
Εκφραστικός πολύ ο Επίσκοπος και σηκώθηκε όρθιος και θυμάμαι ότι μετά την κοίμησή
του, μου το διηγήθηκε εμένα και σηκώθηκε όρθιος και λέει:
- Πάτερ Στέφανε, το Αίμα του Θεού.
Και άρχισε να κλαίει.

Η βίωση ενός γεγονότος

Μου διηγείτο κάποιος ιερεύς τα εξής:
Οταν κάποτε έκανε κατάλυση, τι έζησε μετά, τι εβίωσε, ολόκληρος ο κοιλιακός του χώρος, αισθάνθηκε κατα κάποιον τρόπον να γίνεται, να μεταβάλεται, ένας απέραντος ουρανός, όπου στο κέντρο ήτο ενθρονισμένος ο Κύριος, δεξιά του η Πανάχραντος, η Παναγία Μητέρα Του, γύρω απ' το Θρόνο αυτού όλοι οι προφήτες, οι δίκαιοι, οι προπάτορες, οι απόστολοι, οι ιεράρχες, οι επίσκοποι, οι άγιοι Πατριάρχες, οι άξιοι ιερείς και μοναχοί, οι ατέλειωτες στρατιές των μαρτύρων, οι εν ασκήσει
διαλάμψαντες άγιοι και μάρτυρες, οι θεοφόροι πατέρες των οικουμενικών Συνόδων, οι Άγιοι Ανάργυροι, οι εν τω κόσμω διαπρέψαντες άγιοι, οι άπειρες στρατιές των αγγέλων, των αρχαγγέλων, των Χερουβείμ, των Σεραφείμ, Θρόνων, Κυριοτήτων ... τι να σας πώ ... ταξιαρχίες, να δορυφορούν και τον Κύριο και τούς Αγίους και τον Ουρανό και όλο τον άνθρωπο και την εκκλησία και τα πάντα και κάτω από όλους αυτούς, μυριάδες μυριάδων ψυχών, ζωντανών και πεθαμένων, και όλα αυτά εν αισθήσει ψυχής με σωματική συμμετοχή, που άρχιζε από τον κοιλιακό χώρο, απ' την γαστέρα όπως είπαμε, ....
Ένας απέραντος Ουρανός, η χαρά και η ευφροσύνη του Παραδείσου, ...
Καί έμεινε έτσι με το Άγιο Ποτήριο, να το σκουπίζει, με το μ????, τότε το αισθάνθηκε, τότε
το έζησε.
Ότι σας είπα τώρα είναι λόγια, είναι φράσεις, είναι λέξεις, αλλά είναι ένα γεγονός, είναι μία πραγματικότητα, την έζησε, αλλά δεν μπορεί να την πεί, την είπε έτσι, όπως σας την
περιέγραψα περίπου.
Τα λόγια και οι λέξεις όμως αυτές που είπαμε, άδειασαν, μείωσαν αυτήν την πραγματικότητα. Επομένως λοιπόν η ζωή ενός γεγονότος, δεν εκφράζεται με λόγια, αλλά βιώνεται.
Μέσα σ' εκείνον τον παπούλη έγινε ένας πραγματικός σεισμός, που τον συγκλόνισε και τον συγκίνησε βαθύτατα.


Ο Αγιος Μηνάς και τα πουλιά

Ζούσε σε ένα μοναστήρι της Ρομανίας, δεν θυμάμαι ποιο τώρα αυτή τη στιγμή, ένας κεχαριτωμένος Ιερεύς, ο Πατήρ Μηνάς, ο αργότερα Οσιος Μηνάς.
Αυτός μετά τη Θεία Λειτουργία για να ξεκουραστεί έβγαινε στο δάσος, διότι το μοναστήρι ήταν μέσα στα δάση και εκεί έψελνε και δοξολογούσε το Θεό με τα Αναστάσιμα τροπάρια και με πολλά άλλα πράγματα και μαζεύονταν όλα τα πουλιά του δάσους γύρω του, στο κεφαλάκι του, στο σώμα του, γύρω του, στα χέρια του.
Τα χάιδευε κτλ.
Τις περισσότερες φορές όταν ο Πατήρ Μηνάς έψελνε τα πουλιά βουβαίνονταν και τον άκουγαν. Βέβαια οι Λειτουργίες γίνονταν συνήθως νύχτα και τελείωνε βέβαια με το χάραμα.
Ωσπου να κάνει κατάλυση, να ξεντυθεί, ξημέρωνε, έβγαινε ο ήλιος και έτσι έβγαινε έξω πρωί πρωί μέσα στο δάσος και χαιρόταν την παρουσία της φύσεως και των πουλιών.
Και εκεί όλοι μαζί αινούσαν και δοξολογούσαν το Θεό.
Παρατηρήθηκε, λοιπόν, στα τελευταία κάπως χρόνια της ζωής του ότι όταν είχαν πανηγυρική Θεία Λειτουργία και αργούσε η Θεία Λειτουγεία και μάλιστα αργούσε πολύ μετά την ανατολή του ηλίου, τα πουλιά μαζεύονταν πάνω στην Εκκλησία και όταν ήρχετο η στιγμή και η ώρα της μεταβολής των Τιμίων Δώρων, όταν ο Ιερεύς έλεγε "Τα σα εκ των σων", εκείνη την ώρα όλα τα πουλιά πάνω στην Εκκλησία βουβαίνονταν.
Και όταν ο Ιερεύς έλεγε "Και εξαιρέτως της Παναγίας αχράντου υπερευλογημένης ενδόξου" στα ρομανικά βέβαια και οι ψάλτες έψελναν το Αξιον Εστί άρχιζαν και πάλι τα πουλιά να κελαϊδούν.
Είναι ένα ειδικό σημείο αυτό ότι το μεγάλο Μυστήριο το δεχόμαστε εμείς οι οποίοι - κοιτάξτε τα πουλιά με σιωπή δέχονταν το Μυστήριο, την Παρουσία του Δημιουργού και Κτίστου και Πλάστου και Θεού, του Εσταυρωμένου Ιησού Χριστού - εμείς πώς το δεχόμεθα; Και εγώ ο πανάθλιος; Πώς;
Κάποτε ο παππούλης, ένα πρωί, δεν κατέβηκε για τη Θεία Λειτουργία.
Είδαν ότι πέρασε λίγη ώρα, πήρε άλλος Ιερεύς καιρό και προέβη στη Θεία Λειτουργία.
Εκείνος δεν κατέβηκε, πιστέψαν ότι είναι λίγο αδιάθετος, δεν τον ενόχλησαν αλλά όλα τα πουλιά όμως μαζεύτηκαν στο μέρος που ήταν το κελλί του, όλα.
Πήγαιναν κατά κοπάδια, φεύγανε, γύριζαν, πήγαιναν, φώναζαν, χαλούσαν τον κόσμο.
Τελείωσε η Θεία Λειτουργία, είδαν αυτό το έκτακτο γεγονός, είπαν
- Τι συμβαίνει; Κάτι θα συνέβη. Δεν μπορεί.
Πήγαν, λοιπόν, στο κελλί του και τον βρήκαν κεκοιμημένο, γονατιστό, όπως ήταν σε αυτή τη στάση, είχε παραδώσει με σταυρωμένας τα χείρας την αγίαν του ψυχή εις τον Πανάγιον Θεόν.
Τον πήραν λοιπόν και τον πήγαν στην Εκκλησία για να προβούν σε όσα προβλέπει το Τυπικό της
Εκκλησίας για έναν Ιερέα και θαυμάσιο άνθρωπο του Θεού που έχει κοιμηθεί.
Ολα τα πουλιά μαζεύτηκαν πάνω στην Εκκλησία και δεν έφυγαν επί τριήμερον όπου παρέμεινε το άγιο λείψανο εκεί του Οσίου Μηνά.
Κατόπιν έγινε η νεκρώσιμη ακολουθία, αφού έγιναν οι Θείες Λειτουργίες κτλ. τον πήγαν στο κοιμητήριο της μονής.
Τα πουλιά επί τρεις ημέρες δεν έφευγαν από τον τάφο του, χωρίς να κελαϊδούν.
Πήγαιναν κατά κοπάδια, στέκονταν γύρω από τον τάφο, τον σκέπαζαν ολόκληρο μαζί με το σταυρό, κατόπιν έφευγαν εκείνα, έρχονταν άλλα, έφευγαν εκείνα, έρχονταν άλλα, επί τρεις ημέρες.

Αυτό.
Την τρίτη ημέρα εξαφανίστηκαν και δεν ξαναγύρισαν.
Αυτά είναι τα θαυμάσια του Θεού, μία προέκτασις των όλων όσων γίνονται από τους αξίους λειτουργούς του Υψίστου, των οποίων ούτε την άκρη του φορέματος μπορώ εγώ να αγγίξω και να φιλήσω.