Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 1993

39 Η Θεία Λειτουργία. Οι ευχές τού τρισαγίου ύμνου καί τά ιερά αναγνώσματα

Ο παπα-Φιλάρετος

Κάποτε ο παπα-Φιλάρετος, ηγούμενος της μονής Κωσταμωνίτου του Αγίου Ορους, θέλησε να λειτουργήσει του Αγίου Αντωνίου σε ένα ερημοκλήσι του Αγίου, που ήταν 500 μέτρα πιο ψηλά από τη μονή.
Πήρε μαζί του, τη νύχτα βέβαια, σε ένα ταγάρι δύο τρία προσφοράκια από τα μικρά και το νάμα και με ένα λαδοφάναρο, φανάρι που καίγεται με λάδι, κίνησε λοιπόν μέσα στην άγρια φύση που την έκανε ακόμα αγριότερη η ασέληνη χειμωνιάτικη εκείνη νύχτα.
Στη μέση ακριβώς της διαδρομής, σκοντάφτει σε κάποια πέτρα εκεί, σε ένα εμπόδιο, και πέφτει κάτω και με το ταγάρι όπως έπεσε, έσπασε το μπουκαλάκι με το νάμα.
Αναγκάστηκε λοιπόν να γυρίσει πίσω.
Ξαναπαίρνει καινούριο νάμα και ξεκινάει πάλι για το ερημοκλήσι.
Στο ίδιο ακριβώς σημείο ξαναπέφτει, ξανασπάει πάλι το μπουκαλάκι με το νάμα.
Τότε οργίσθηκε με ιερό θυμό και είπε:
- Πειρασμέ, όσες φορές και αν το σπάσεις και χύσεις το νάμα, εγώ θα πάω και θα λειτουργήσω, έστω και αν γίνει αυτό δέκα φορές.
Γυρίζει πάλι πίσω, ξαναπαίρνει το νάμα και φωνάζοντας δυνατά το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" ξεκίνησε και έφτασε στο ερημοκλήσι και λειτούργησε.
Φυσικά βέβαια ύστερα ήλθαν και δύο μοναχοί οι οποίοι τον βοήθησαν στο ψάλσιμο και στην όλη
προετοιμασία και τέλεση της Θείας Λειτουργίας.
Όταν τελείωσε είπε:
- Σμήνος, σμήνος πολύ με τύλιξε.
Και εκεί τον ρώτησε έτσι ο Πατήρ Παχώμιος.
- Να, λέει, Άγγελοι, Άγγελοι του ουρανού πλημμμύρισαν τα πάντα, το Ιερό, το Ναό, γύρω γύρω όλο το Ναό, όλο το δάσος, αμέτρητες χιλιάδες Άγγελοι Αρχάγγελοι και άρχισε να κλαίει.
Διηγούνται για αυτόν ότι όταν λειτουργούσε ήταν όλο φως, όλος χαρά, όλος ειρήνη, σύννους στη Θεία Λειτουργία, σοβαρός, δακρύβρεχτος, όπως τα γράφει ο αγιογράφος.
Συχνά συχνότατα έκλαιγε για τις απροσεξίες και τις ατέλειες των άλλων κληρικών και Ιερέων.
Ήταν εκείνος ο Ιερεύς που λειτουργούσε στη γη αλλά με τον νου και την καρδιά του συγχρόνως συλλειτουργούσε στο θυσιαστήριο της Ανω Ιερουσαλήμ.
Άραγε τι να ζούσε, πώς τα βίωνε, τι μακαριότης, τι ευφροσύνη, τι αγαλλίασις!
Ουδείς γνωρίζει παρά μόνον αυτός, η καρδιά του, αυτοί που τον περιτείχιζαν, ο Κύριος, η θριαμβεύουσα Εκκλησία.
Αυτός ήταν ένας από τους αξίους Ιερείς της εποχής μας.


Η κληματαριά

Και μερικές από τις δικές μου σκέψεις είναι ότι ο αμπελώνας του Κυρίου μας μας θυμίζει μια οπτασία του Οσίου Εφραίμ του Σύρου την οποία διηγείται ο ίδιος.
Την διάβαζα προχθές.
Μου φαίνεται την είχα πει παλαιότερα σε ένα κήρυγμα με την ευκαιρεία της εορτής του Αγίου Εφραίμ του Σύρου.
Την επαναλαμβάνω σήμερα.
Αυτήν την οπτασία την διηγείται ο ίδιος και λέει:
- Είδα μια κληματαριά που είχε άφθονα σταφύλια αλλά αυτή είχε φυτρώσει στη γλώσσα μου.
Είχε τις ρίζες μέσα σε αυτήν και αφού βγήκε έξω από το στόμα μου, απλώθηκαν τόσο πολύ οι κληματόβεργες ώστε σκέπασαν όλη τη γη.
Και όλα τα πουλιά κάθονταν πάνω στην κληματαριά, στο απέραντο και ατελείωτο αυτό αμπέλι και πετώντας πάνω από αυτό, χαρούμενα τα πουλιά, έβρισκαν τροφή και βοσκή, πλούσια βοσκή,
στα σταφύλια της.
Και όσο τα πουλιά έτρωγαν τον καρπόν της, τόσο και περισσότερο τα σταφύλια πλήθαιναν και όλο πλήθαιναν.
Τι ευλογία Θεού θα ήτο αν ο καθένας από εμάς τους ιερείς και τους επισκόπους εγίνετο μια τέτοια παρόμοια κληματαριά!
Τι ευλογία, τι δόξα για τον Πανάγιο Θεό αλλά και τι τραυματισμός θανάτου για τους δαίμονες και τι θεοσωτηρία για τις ψυχές των ευσεβών ορθοδόξων πιστών χριστιανών!



Αυτός που χάθηκε μες στο δάσος τη νύχτα με τους λύκους

Κάποτε ένας από τους δικούς μας επιστήμονας έκανε τον πολύξερο.
Είχε διαβάσει πολλά, ήταν πτυχιούχος τριών επιστημών, κατείχε έξι γλώσσες αλλά στον Θεό δεν πίστευε.
Ούτε είχε σχέσεις με την Εκκλησία και διεκήρυσσε ότι ήταν άθεος και το καμάρωνε.
Και έτσι λοιπόν φρόντιζε να μεγαλώνει και τα παιδιά του.
Ενθυμούμαι βγήκα ένα πρωινό από το σπίτι, όχι εδώ, στη Θεσσαλονίκη, και ήθελα να πάω από την Ανάληψη, να πάρω το αυτοκίνητο και να πάω στον Εβρο.
Ήταν πρωί.
Ένας κύριος ετοιμαζόταν να πάει εκδρομή και ρωτούσε το παιδάκι, παιδάκι 5 χρονών 6, πόσο ήταν, για να μπούνε στο αυτοκίνητο.
Το παιδάκι λέει:
- Να ένας παππούλης.
Ήθελε να τρέξει.
- Ελα εδώ, του λέει. Μην πας σε αυτόν.
Και είπε μια βαριά φράση.
Τέτοιος ήταν και αυτός.
Ένα χειμώνα λοιπόν μαζί με τους φίλους του πήγε για κυνήγι.
Το θήραμα λοιπόν, παρακολουθούσε μιαν αλεπού, δεν ξέρω τι παρακολουθούσε, τον συνεπήρε, απομακρύνθηκε από τους φίλους του και χάθηκε μες στη νύχτα.
Εδώ σε θέλω κάβουρα πώς πατάς στα κάρβουνα.
Εσύ που μου κάνεις τον άθεο, μείνε μια νύχτα μόνος σου στο νεκροταφείο να φυσάει ο αέρας, να τρίζουν τα τζάμια, να τρεμοσβήνουν τα καντήλια, ε;
Αυτοί που σας κάνουν τον έξυπνο αυτό να πάτε να τους πείτε.
Αμ πώς;
Χάθηκε λοιπόν μες στη νύχτα.
Τώρα μόνος μες στο δάσος και στην παγωνιά!
 Χειμώνας ήταν.
Σε λίγο ακούει ουρλιαχτά.
Ένα κοπάδι από λύκους λοιπόν κατά πάνω του.
Προλαβαίνει λοιπόν και σκαρφαλώνει πάνω σε ένα δέντρο.
Οι λύκοι, μόλις τον πήραν είδηση από κάτω, δεν έφευγαν, τον περίμεναν.
Ούρλιαζαν, πετιόντουσαν πάνω στο δέντρο.
Ευτυχώς που ήταν ψηλά.
Ώρες αφάνταστης αγωνίας πέρασε ο άνθρωπος.
Παρ' όλο το χειμώνα ίδρωνε και ξείδρωνε.
Ο ιδρώτας ποτάμι.
Και τότε θυμήθηκε ότι υπάρχει Θεός.
- Θεέ μου, σώσε με, λέει, σώσε με Θεέ μου, σώσε με.
Έκανε θερμή προσευχή στο Θεό και από τον τρόμο του άρχισε και να κλαίει κιόλας.
- Και πώς θα με βρούν;
Και πόσα άλλα σκέφθηκε και είπε!
Από τότε βέβαια πιστεύει στο Θεό, εκκλησιάζεται, συμμετέχει στα Μυστήρια και μόλις σηκωθεί από τον ύπνο, στέκεται με πολλή ευλάβεια και μπροστά στις εικόνες λέγει:
- Χριστέ μου, μια ακτίνα από το φως Σου στέλνε μου κάθε μέρα και φώτιζέ με, γιατί εξακολουθώ να παραμένω τυφλός.
Μια ακτίνα του Χριστού φτάνει για να φωτίσει τα σκοτάδια του ανθρώπου, μια ακτίνα.
Λοιπόν, από τότε πιστός χριστιανός, πιστός σε όλα.
Αν θέλετε λοιπόν να δοκιμάσετε κάποιου την αθεία του, την εξυπνάδα του στείλτε τον μια βραδιά στο νεκροταφείο.
 Η ιστορία που σας είπα είναι αληθινή.



Η Διάκονος του Αγίου Νεκταρίου

Εγώ και η πρεσβυτέρα είχαμε γνωρίσει την Διάκονο του Αγίου Νεκταρίου.
Με Ωράριο Διάκονο χωρίς εκφωνήσεις βέβαια όπως ήταν οι αρχαίες Διακόνισσες η Ολυμπιάς κτλ. Μέσα στο σκοτάδι αυτή η γριούλα των 80 ετών, πόσο ήταν τότε, το πρόσωπό της έλαμπε και έλαμπε ως μικρού παιδιού, Αγγέλου.
Αν την άλλη μέρα την έβλεπες θα έβλεπες μια ζαρωμένη γριούλα και όμως το πρόσωπο έλαμπε.
Είχε μια τέτοια πάγκαλη ομορφιά που θα τη ζήλευαν και οι "μις Κόσμος " και "Ευρώπη" κτλ., πώς τα λένε αυτά.



Ο ιερέα που του κράτησαν οι Αγγελοι το Ευαγγέλιο

Ενθυμούμαι έναν ιερέα, στα προπολεμικά χρόνια, πριν γίνει ο πόλεμος ο Β', πριν το 1940.
Έλεγαν εκεί για έναν Ιερέα στην Ανω Βροντού που κάποτε ήταν άρρωστος πολύ, είχε 39.5 πυρετό.
Επειδή ήταν μεγάλη ημέρα έπρεπε οπωσδήποτε να λειτουργήσει να μη μείνουν οι χριστιανοί του αλειτούργητοι.
Το Ευαγγέλιο βαρύ.
Εστερείτο ακόμη και τη σκέλη και βγήκε να το κρατήσει και λέει:
- Τώρα, Χριστέ μου, τι θα γίνει; Εδώ έχεις τόσα εκατομμύρια και δισεκατομμύρια Αγγέλους, δεν στέλνεις κάνα δυο να μου κρατήσουν το Ευαγγέλιο; Πώς θα το κρατήσω; 40 πυρετό έχω. Να, λοιπόν. Το Μυστήριον του Θεού και της Θείας Λειτουργίας, το ακατάληπτο, που δεν το καταλαβαίνουμε, δεν το βλέπουμε γιατί δεν λειτουργούν τα μάτια της ψυχής μας, δεν το ακούμε γιατί είμαστε κουφοί.
Γι' αυτό λέει ο Κύριος κάθε τόσο "Ο έχων ώτα ακούεις ακουέτω".
Με τα μάτια της ψυχής μας θα δούμε τα πνευματικά, θα δούμε τα ουράνια, όσο μας συμφέρει.
Και το κράτησαν οι Αγγελοι το Ευαγγέλιο.
Και θα πούμε ύστερα όταν θα έλθει η ώρα του, πώς τον κρατούσαν από τις μασχάλες για να κάνει τη Μεγάλη Είσοδο με τα Τίμια Δώρα στο χέρι και ύστερα να κοινωνήσει τους χριστιανούς.