Παρασκευή, 9 Απριλίου 2004

Οι τρείς λόγοι γιά τούς οποίους είπεν ο Κύριος, Πάτερ άφες αυτοίς καί η δική μας κραυγή στούς λόγους τού Κυρίου Θεέ μου,Θεέ μου,ίνα τί μέ εγκατέλειπες



Μεγάλη Παρασκευή 2004

«Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν».
Ουράνιε Πατέρα συγχώρεσέ τους γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν. Αυτές τις ημέρες κάθε χρόνο, επί είκοσι τρία τώρα τόσα χρόνια που κηρύσσεται ο λόγος του Θεού, πάντοτε είναι διστακτικός και πολύ προβληματικός διότι τα πάντα, καλύπτονται τα πάντα από την εκκλησιαστική υμνολογία της Εκκλησίας μας, και δεν μένει κανένα κενό που να μπορούμε να το συμπληρώσουμε εμείς.
Αλλ’ όμως χριστιανοί μου, πρέπει ορισμένα πράγματα να υπενθυμίζονται, πρώτα στον κηρύσσοντα και ύστερα εις όσους έρχονται να παρακολουθήσουν και να συμμετάσχουν με την ψυχή και με την καρδιά τους, με το νου και με τις αισθήσεις τους, στην Αποκαθήλωση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Αυτή η κραυγή χριστιανοί μου άραγε να είναι μόνον λόγια απείρου ευσπλαχνίας και αγάπης, ή μήπως κρύβουν και κάτι άλλο.
«Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν».
Πρώτα πρώτα πολλές φορές βλέπομε μέσα στα Ευαγγέλια, ο Χριστός μας, ο Κύριός μας, ο Σωτήρας μας, να αποκαλεί τον Θεόν Πατέρα. Έτσι και πάνω στον Γολγοθά, καρφωμένος στον Σταυρό, παρακαλεί τον Θεόν Πατέρα να συγχωρέσει τους σταυρωτάς Του. Τους σταυρωτάς του Υιού του ανθρώπου. Ενώ εξυπακούεται πως ήδη αυτός είχε συγχωρήσει τους φονιάδες Του.
Το «άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» σημαίνει ότι συνηγορεί και υπερασπίζεται τρόπον τινά τους διώκτας Του και εγκληματίες, τους άρχοντας και τον αχάριστον λαόν. Έτσι ο Θεάνθρωπος Κύριος γίνεται ο ανυπέρβλητος μεσίτης μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων. Δεν αφήνει τον Πατέρα να τιμωρήσει παραδειγματικά τους άρχοντες, τους Αρχιερείς, τους Γραμματείς, τους Φαρισαίους, τους πρεσβυτέρους, καθώς και τους Ρωμαίους, τους στρατιώτας Ρωμαίους, ακόμα και τον Πιλάτο και τον αχάριστο λαό, γιατί πολλοί από αυτούς θα επέστρεφαν και θα ομολογούσαν την πίστη τους και θα μαρτυρούσαν στο όνομά Του, όπως συνέβη με τον Πρωτομάρτυρα και αρχιδιάκονο Στέφανο, τον Ελληνιστή εξ Ιουδαίων, τον Απόστολο Παύλο, τον εκατόνταρχο Λογγίνο, και τόσους άλλους επωνύμους και ανωνύμους για να μην τους αναφέρομε.
Και κάτι άλλο. Όταν απευθύνετο στον Πατέρα, δεν το έκαμε γιατί αγνοούσε ο Πατέρας τι ήθελε ο Υιός και Λόγος, ούτε γιατί ο Υιός αμφέβαλε για το τι ήθελε ο Ουράνιος Πατέρας Θεός. Αφού μία είναι η θεότης του Πατρός και του Υιού, του Πατρός του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αλλά ήθελε να αποκαλύψει και να φανερώσει τον Πατέρα Του πρώτα πρώτα στους άρχοντες και στον λαόν, και κατόπιν σε ολόκληρον τον κόσμον. Το έκαμε πολλές φορές. Φάνηκε αυτό στην προσευχή που έκαμε στον κήπο της Γεθσημανή. Αλλά λίγο πριν όμως στην λεγομένη Αρχιερατική Του προσευχή, αλλά και σ’ άλλες ευκαιρίες. Και ήθελε να αποκαλύψει, να αποκαλύψει ο Υιός τον Πατέρα, δηλαδή την Τριαδικότητα του Αγίου Θεού, και μάλιστα ότι Αυτός με τον Πατέρα έχουν την ίδια φύση και την ίδια ουσία. Μάλιστα. Και πάνω στο Σταυρό ο Χριστός είναι «ομοούσιος τω Πατρί», «Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού». Όπως και στην Μεταμόρφωση, ακούσθηκε η φωνή του Πατρός που μαρτυρεί και φανερώνει πρώτα στους μαθητάς και ύστερα στους ανθρώπους τον Υιόν του λέγοντας «ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα», επαναλαμβάνω, «Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού, ούτος εστί Υιός μου ο αγαπητός, αυτού ακούετε», ελέχθη και στο Βάπτισμα, έτσι λοιπόν και τώρα, ο Υιός πάνω από το Σταυρό, αποκαλύπτει και φανερώνει τον Πατέρα Του.
Ώστε λοιπόν τους λόγους αυτούς «Πάτερ άφες αυτοίς» του Εσταυρωμένου Κυρίου μας Ιησού Χριστού, βλέπουμε θεολογικώς τρία πράγματα :
- Πρώτον, την άπειρη ευσπλαχνία του Θεού Πατρός
- Δεύτερον, ότι ο Κύριος γίνεται ο μοναδικός συνήγορος και υπερασπιστής και μεσίτης όλων των ανθρώπων και
- Τρίτον, την φανέρωση του Πατρός από τον Υιό, ως έχοντες την ίδια φύση και ουσία.

Και τώρα μία δεύτερη κραυγή για να τελειώσουμε. Θα θέλαμε να τις πούμε και τις επτά αυτές φωνές που είπε ο Κύριος και να τις αναλύσουμε μία μία που είπε πάνω από το Σταυρό, αλλά θα σταθούμε μόνο σε δύο.
Η δεύτερη είναι το «Ηλί, Ηλί λαμά σαβαχθανί» τουτέστιν «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες;». Η κραυγή αυτή του Θεανθρώπου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις θεολογικές. Οι περισσότερες από αυτές κατέληξαν σε ακρότητες και σε θέσεις όχι Ορθόδοξες, δηλαδή αιρετικές. Έτσι λοιπόν οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους πλανεμένους, ισχυρίζονται ότι για λίγα δευτερόλεπτα η Θεία φύσις εγκατέλειψε την ανθρώπινη. Λένε δηλαδή ότι ο Θεός Πατέρας εγκατέλειψε έστω και για λίγο τον Ιησού Χριστό, τον Υιόν Του, για να αισθανθεί δήθεν ο Κύριος τη φρίκη, την οδύνη και τον πόνον αυτής της εγκαταλείψεως. Και δω είναι το λάθος, είναι η πλάνη, είναι η αίρεσις.
«Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλειψες»; Ο Θεός είναι απαθής και ο άνθρωπος υποφέρει. Η Ορθόδοξος θέσις είναι ότι στους λόγους αυτούς, εκπληρώνεται η προφητεία του εικοστού πρώτου ψαλμού, στίχος δεύτερος που λέγει «ο Θεός, ο Θεός μου πρόσχες μοι, ίνα τι εγκατέλειπές με;» Ο εικοστός πρώτος ψαλμός είναι Μεσσιακός και ο στίχος Χριστολογικός και προφητικός. Μας αποκαλύπτει την οδύνη του Χριστού πάνω στο Σταυρό. Ο Χριστός δεν έβγαλε αυτή την κραυγή μηχανικά, αλλά με την επανάληψη εκπληρώνει την προφητεία. Στον Ευαγγελιστή Ματθαίο, προηγούνται οι Θεϊκές οράσεις των προφητών και ακολουθούν τα έργα. Οι πράξεις και τα λόγια του Κυρίου που επαληθεύουν και σφραγίζουν τις προφητείες. Έτσι ουδέποτε εγκατέλειψε ο Θεός Πατέρας τον Υιόν και Θεάνθρωπον Κύριον. Ούτε και μπορούσε. Διότι πως ήτο δυνατόν να εγκαταλείψει η μία φύσις την άλλην, αφού ο Υιός με τον Πατέρα είναι ένα και το αυτό Πράγμα, είναι μία φύσις, είναι μία ουσία, είναι μία θέλησις, έχουν μία θέληση, έχουν μία ενέργεια; Ούτε και πάλι η Θεία φύσις μπορούσε να εγκαταλείψει ποτέ την ανθρώπινη φύση, στο πρόσωπον βέβαια του Ιησού Χριστού, διότι Θεία και ανθρωπίνη φύσις ήσαν ενωμένες, μια για πάντα και εις τους αιώνας, στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού, ατρέπτως και αναλλοιώτως και αχωρίστως και αδιαιρέτως στους αιώνες των αιώνων, σύμφωνα με τους όρους της τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου εν Χαλκηδόνι.
Αυτό σημαίνει ότι δεν χωρίστηκαν, ούτε χωρίζονται, ούτε διαιρούνται, ούτε και θα χωριστούν ποτέ η μία φύσις από την άλλη. Ενωμένη η μία φύσις, αδιαίρετα, άτρεπτα, αναλλοίωτα εις τους αιώνας, έτσι ανελήφθηκε ο Χριστός εις τους ουρανούς, μαζί με την ανθρώπινη φύση, την οποίαν Εκείνος θέωσε και δόξασε τώρα εις τα δεξιά του Θεού και Πατρός.
Αλλά η κραυγή του Χριστού προς τον Θεόν Πατερα, ήταν και δική μας κραυγή, όπως μας λέγει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Η κραυγή της αμαρτωλής ανθρωπότητος, την αμαρτία της οποίας πλήρωνε ο Χριστός με το Αίμα Του και με τη Θυσία Του πάνω στο Σταυρό. Και ο Άγιος Κύριλλος συνεχίζει λέγοντας ότι «η κένωσις του Θεού Λόγου με την ενανθρώπησή Του στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, έφθασε στο υψηλότερο σημείο που ανθρώπινο μυαλό δεν μπορεί ποτέ να συλλάβει». Και το υψηλότερο σημείο είναι η Σταυρική Του Θυσία. Άδειασε τους ουρανούς. Έγινε άνθρωπος στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, γεννήθηκε από την Παρθένον Μαρία, «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», μεγάλωσε ως άνθρωπος χωρίς να πάψει να είναι Θεός, έπαθε ως άνθρωπος χωρίς να πάψει να είναι και τέλειος Θεός. Γι’ αυτό και η κραυγή λέγεται τελεία εγκατάλειψις και εκφράζεται μ’ αυτή την κραυγή.
Επαναλαμβάνω για να τονίσω βεβαιωτικά ότι η κραυγή αυτή του Χριστού, προς τον Θεόν Πατέρα εκφράζει την δική μας αγωνιώδη κραυγή, διότι με την αμαρτία χάσαμε την κοινωνία μας με τον Θεόν. Αυτήν την κοινωνίαν την αποκτάμε μόνον με την Θεία Κοινωνία. Αφού βέβαια προηγηθεί το Άγιον Βάπτισμα, το Άγιον Χρίσμα, μέσω της πίστεως στην Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού, στην Τριαδικότητα του Θεού, στην ίδρυση της Εκκλησίας, στα Πανάγια Μυστήρια, στην Ιερά Παράδοση, στους Αγίους και σε τόσα άλλα που διδάσκει η Αγία μας Εκκλησία, και όλα αυτά μέσα στη Θεία Κοινωνία.
Έτσι μέσα σ’ αυτήν την Θεία Κοινωνία συσσωματούμεθα μαζί Του και καθιστάμεθα σύναιμοι και κοινωνοί Θείας Φύσεως. Αυτό σημαίνει και δηλώνει και την δική μας συμμετοχή στην Σταυρική Θυσία του Θεανθρώπου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, - άρα η κραυγή Του «Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλειψες» είναι η δική μας κραυγή. Η κραυγή που σώζει.
Δόξα τη μακροθυμία Σου Κύριε.

Και θα κλείσουμε με το πρώτο μέρος για να τονίσομε ότι παρόλα, όπως είπε η προφητεία προηγουμένως, «ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη» από την κτηνώδη κακία μας, Εκείνος πάνω από το Σταυρό μας αφήνει γλυκειά Διαθήκη.
Και ξέρετε ποια είναι η γλυκύτατη αυτή Διαθήκη;
Ακούστε την: «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».